Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Η περί θεού αυταπάτη - Richard Dawkins (μέρος 1)

• «Η Περί Θεον ανταπάτη είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο• μια αξιομνη-μόνευτη μαρτυρία του πόθου τίολλ(όν ανθρώικον να εκφραοτούν ουνολχκά μέσα από την τόσο εξαίοια ευγλωττία ενός επιοτήμονα με κύρος και ιοχύ. To βιβλίο αξίζει πολλαιιλές αναγνώσεις, όχι μόνο ως σπουδαία ετιιατημονική εργαοία αλλά και ως ένα λογοτεχνικό αριοτούργημα.»
—Steven Weinberg, βραβείο Νόμπελ φνσικής (1979)
• «Η ανθρο)πινη ιιρόοδος πολύ συχνά ουναντά οτο δρόμο της εμιιόδια από τον άγριο παραλογιομό της Ορηοκείας. IV αυτό, η ανθρωπότητα έχει ανάγκη από ιιαθιααμένους ορθολογιοτές irou να μη φοβούνται να θίξουν προαιώνιες πεποιθήοεις. Ο Richard Dawkins είναι ένας από αυτούς, όιιως αΐΓθδεικνύει το οξύ ιινεύμα του στην Περί Θεον ανταπάτη.»
—James Watson, βραβείο Νόμπελ φνσιολογίας ή ιατρικής (1962)
• «Στην Περί Θεον ανιαηάτη, ο Dawkins αιιοκαλύπτει με γοητευτική αηλότηαα αην ιινευμαιική ενδεια των τεχνααμάτων ηου χρηοιμο-ποιούν όσθΐ καλλιεργούν και διαδίδουν ιις φονταμενταλιατικές ιδέες [...]. Αν η πλειονότητα το)ν "πιοτοη' θρηοκευόμενων" δεν μπο-ρέσει να ουμφιλιωθεί με τα ορθολογικά ειιιχειρήματα του βιβλίου και να αναγνωρίοει την αληθινή ανθρώιιινη φύση και θρηοκευτι-κότητα μέοα οε αυιά, τότε οι άτεγκτες δαγκάνες της άλογης μυοτι-κιστικής πίοτης δεν θα εξαφανίοουν απλώς τη φωτιση αλλά,
οε τούτη την εποχή των τεροτωδών εξοηλισμών, και ολόκληρο
το ανθρώιπνο γένος.»


O Richard Dawkins, κορυφαίος εξελικτικός βιολόγος και ουγγραφέας πολλών κλασικών πλέον έργων ετπστήμης και φιλοσοφίας, δήλωνε πάντοτε απερΐφραστα ότι η πίστη στον Θεό είναι παραλογισμός τιου έχει προξενήσει πολλά κοινωνικά δεινά.
Στο τταρόν βιβλίο ασκεί σφοδρή κριτική στην ιδέα του Θεού σε όλες τις μορφές της, από τον ιδεοληττηκό με το σεξ, ανάλγητο τύραννο της Παλαιάς Διαθήκης έως τον mo ήιιιο, αλλά επίσης παράλογο, Ουράνιο Ωρολογοποιό που προτιμούσαν μερικοί στοχαοτές του Διαφωτισμού. Καταρρίιττει τα κύρια επιχειρήματα υπέρ της θρησκείας και καταδεικνύει ότι η σπαρξη ενός ανώτερου όντος είναι ατιολύτως απίθανο ενδεχόμενο. Περιγράφει πώς η θρησκεία υτιοδαυλίξει τον πόλεμο, υποθάλπει τη μισαλλοδοξία και κα-κοποχεί το νου και την ψυχή των παιδιών.
Η Περί Θεον ανταπάτη είναι μια συναρπαστι-κή πολεμική με απαστράπτοντα επιχειρήματα, απαραίτητο ανάγνωσμα για όλους όσοχ ενδιαφέρονται για αυτό το συναισθημσηκά φορτισμένο και πολύ οημαντικό ζήτημα.
• «Ετητέλους, ο Richard Dawkins, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς και ετπστήμονες, έχει συγκεντρώσει τχς σκέψεις του για τη θρησκεία σε ένα βιβλι'ο υψηλής καλλιέπειας. Η ΠερίΘεον ανταπάτη ατιοκαλύ-Γττει το ψεύδος των ανόητων και καθησυχαση' κών κοινοτοιιχών και αοριστιών τις οποίες ενστερνίζεται ο κόσμος γνα να αποφύγει την ευθύνη να σκέφτεται με σοβαρότητα τα ττερί θρησκευτικής πίστεως. [...] Αξίξει να διαβά-σετε αυτό το βιβλίο, να σκεφτείτε και να τιροσπαθήσετε να αντικρούσετε τα επιχειρήματα του Dawkins [...].» —Steven Pinker, καθηγητής ψυχολογίας οτο Πανεπιστήμιο Harvard
O Richard Dawkins κατέχει την έδρα Charles
Simonyi για την Κατανόηση της Ειιιοτή-
μης αιιό to Ευρύ Κοινό στο Πανειποτήμιο
της Οξφόρδης. To συγγραφικό του έργο τού
έχει αποφέρει ειιί τιμή διδακτορίες στην
ειηοτήμη και τα γράμματα. Είναι εταίρος
τόσο της Βασιλικής Εταιρεΐας (η βρετανική
ακαδημία εΐΓχστημών) όσο και της Βασιλικής
Εταιρείας Λογοτεχνίας.Έχει τιμηθεί με πολλά
βραβεία, μεταξύ των οιιοίων το βραβείο
της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας
το 1987, το βραβείο Michael Faraday της
Βαοιλικής Εταιρείας το 1990, το βραβείο
Nakayama το 1994, το διεθνές βραβείο Cosmos
το 1997, το βραβείο Kistler το 2001 και
το βραβείο Shakespeare το 2005.
O Richard Dawkins κατέχει την έδρα Charles Simonyi για την Κατανόηση της Επιστήμης από το Ευρύ Κοινό στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. To συγ-γραφικό του έργο τού έχει αποφέρει επί τιμή διδακτορίες στην επιστήμη και τα γράμματα. Είναι εταίρος τόσο της Βασιλικής Εταιρείας (η βρετανχκή ακαδημΐα επιστημών) όσο και της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας. Έχει τιμηθει' με πολλά βραβεΐα, μεταξύ των οτιοίων το βραβείο της Βασιλικής Ε-ταιρείας Λογοτεχνΐας το 1987, το βραβείο Michael Faraday της Βασιλικής Ε-ταιρείας το 1990, το βραβεΐο Nakayama το 1994, το διεθνές βραβείο Cosmos το 1997, το βραβείο Kistler το 2001 και το βραβείο Shakespeare το 2005.

ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ TOY ΙΔΙΟΥ
The Selfish Gene [Ελληνική έκδοση: To εγωιστικό γονίδιο]
The Extended Phenotype
The Blind Watchmaker [Ελληνική έκδοση: O τνφλός ωρολογοποιός]
River out of Eden [Ελληνική έκδοση: O ποταμός της ζωής]
Climbing Mount Improbable
Unweaving the Rainbow [Ελληνική έκδοση: Υφαίνοντας το ovpavto τόξο]
A Devil's Chaplain
The Ancestor's Tale
Richard Dawkins
H ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ KAI ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:
Μαρία Γιατρουδάκη, Παναγιώτης Δεληβοριάς, Αλέκος Μάμαλης,
Νίκος Ντάικος, Κώστας Σίμος, Βασίλης Σακελλαρίου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ κάτοπτρο
Συγγραφέας: Richard Dawkins Τίτλος: H περίθεον ανταπάτη Τίτλος πρωτοτύπου: The God Delusion Copyright © 2006 Richard Dawkins
Copyright © για την ελληννκή γλώσσα: 2007, Εκδόσεις Κάτσπτρο —Αλ. Μάμολης και Σία Ο.Ε.
Πρώτη έκδοση: Ιούνιος 2007 ISBN: 978-960-6717-07-9
Μετάφραση και επιστημονική επιμέλεια: Μαρία Γιατρουδάκη (φυχολόγος),
Παναγιώτης Δεληβοριάς (βιολόγος),
Βασίλης Σακελλαρίου (φυσικός, δρ φιλοσοφίας της επιστήμης) Γλωσσική επιμέλεια: Κάτοτιτρο/Νίκος Ντάικος και Κάτοπτρο/Κώοτ:ας Σίμος Τελική ανάγνωση και Επιμέλεια έκδοσης: Αλέξανδρος Μάμαλης
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ' Douglas Adams (1952-2001)
«Δεν αρκεί να βλέπεις ότι ένας κήηος είναι όμορφος χωρίς να χρειάζεται να πιστενείς ότι νηάρχονν νεράιδες στο βάθος του;»
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος στη δεύτερη έκδοοη 13
Πρόλογος 23
1 ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ 31
Άξιοι σεβασμον 32
Ανάξιοι σεβασμον 42
2 Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY ΘΕΟΥ 51
Πολνθεϊσμός 53
Μονοθεϊσμός 58 Η εκκοσμίκενση, ot Πατέρες τον Έθνονς και η θρησκεία
στην Αμερική 60
Η ανεπάρκεια τον αγνωστικισμού 69
ΝΟΜΑ 77
To μεγάλο πείραμα της ηροσενχής 85
Η σχολή εξελικτικών Neville Chamberlain 90
Μικρά πράσινα ανθρωπάκια 94
3 ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY ΘΕΟΥ 99
Ot «αποδείξεις» του θωμά Ακινάτη 100
To οντολογικό επιχείρημα και άΧΚα a priori επιχειρήματα 103
To επιχείρημα για το ωραίο 109
To εηιχείρημα της προσωπικής «εμπεφίας» 111
To επιχείρημα από τις Γραφές 116 To επιχείρημα yia τη θρησκεντική πίστη διακεκριμένων
επιστημόνων 122
To στοίχημα τον Pascal 128
Εηιχειρήματα βαοιζόμενα οτο θεώρημα τον Bayes 130
10

ΓΙΑΤΙΕΙΝΑΙΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΘΕΟΣ 137
To Έσχατο Μπόινγκ 747 138
Η φνσίκή επιλογή αφνπνίζει σννειόήσεις 140
Μη αναγώγιμη πολνπλοκότητα 144
Η λατρεία των κενών 151
Η ανθρωπική αρχή: η πλανητική εκδοχή 161
Η ανθρωπική αρχή: η κοσμολογική εκδοχή 168
Ένα ιντερλονδιο στο Καίμπρπζ 178
01ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ 187
Η δαρβίνική επιταγή 188
Άμεσα ηλεονεκτήματα της θρηοκείας 192
Επιλογή ομάδας 195
Η θρησκεία ως παραπροϊόν 197
Ψνχολογικά προδιατεθειμένοι για θρησκεία 204
Ελαφροπάτα, γιατί πατάς τα μιμίδιά μον 217
Αατρείες φορτίον 228
ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΙΑΉ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ; 235
Έχει δαρβινική προέλενση το ηθικό μας αίσθημα; 240
Μια μελέτη ηερηηώαεων για τις ρίζες της ηθικότητας 248
Εάν δεν νπάρχει Θεός, γιατί να είμαστε καλοί; 252
TO «ΚΑΛΟ» ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ TO ΜΕΤΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΟ
ΗΘΙΚΟ ZEITGEIST 261
Η Παλαιά Διαθήκη 263
Μήπως η Καινή Διαθήκη είναι καλντερη; 277
Αγάηα τον πλησίον σον 281
To ηθικό Zeitgeist 291 Τι έχετε να πείτε yia τον Χίτλερ και τον Στάλιν
—αντοί δεν ήταν άθεοι; 301
ΤΙΚΑΚΟ ΕΧΕΙΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ; ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΣΗ ΕΧΘΡΟΤΗΤΗΤΑ; 311
Φονταμενταλισμός και νηονόμενση της επιστήμης 313
Η σκοτεινή πλενρά της απολντοκρατίας 318
Πίοτη και ομοφνλοφιλία 320
Πίστη και ιερότητα της ανθρώηινης ζωής 324
Η Μεγάλη περί Μπετόβεν Πλάνη 331
Πώς η «μετριοπαθής» πίστη εκτρέφει το φανατισμό 335
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
11
9 ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ, ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙΑΠΟΔΡΑΣΗ
ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ 343
Σωματική και πνενματική κακοποίηοη 349
Σε νπεράσηιοη των παιδιών 360
Ένα εκηαιόεντικό σκάνόαλο 366
Και πάλι η αφνπνίση της σννείδησης 372 Η θρηοκενηκή εκπαίόενση ως μέρος της λκηοτεχνΐκής
κονλτονρας 376
10 ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΕΝΟ; 381
Μπίνκερ 382
Παρηγοριά 387
Έμπνενση 396
Η κατεξοχήν μπούρκα 398
Σημεχώαεχς 413
Βίβλιογραφία 423
Παράρτημα 431
Ενρετήριο όρων και ονομάτων 437
Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση*
Η Περί Θεον ανταπάτη αναγνωρίστηκε ευρέως από την πρώτη κχόλας έκδο-σή της ως το μπεστ-σέλερ έκπληξη του 2006/Εγινε δεκτό με θέρμη από τη μεγάλη πλειονότητα όσων έστειλαν τις προσωιιικές τους κριτικές στο Α-mazon (περίπου χίλχες κατά την ώρα που γραφόταν το παρόν). Εντούτοις, η αποδοχή υπήρξε λιγότερο ενθουσιώδης στις έντυπες κριτικές. Ένας κυ-νχκός ενδεχομένως θα το απέδιδε στην έλλειψη φαντασίας ατιό μέρους των επιμελητών έκδοσης ενηίπων βχβλιοκριτικής: έχει τη λέξη «Θεός» στον τΐ-τλο, οπότε στείλ' το σε έναν γνωστό θρησκόληιηο. Αυτό όμως θα ήταν υ-περβολικά κυνικό. Αρκετές αρνητικές κριτικές ξεκινούσαν με τη φράση την σποία από πολύ καιρό έχω μάθει να αντιμετωπίζω ως δυσοίωνη: «Είμαι ά-θεος, ΑΛΛΑ...». Όπως τόνισε ο Daniel Dennett στο βιβλίο του Breaking the Spell (Λύνοντας τα μάγια), ένας ανησυχητικά υψηλός αριθμός διανοουμέ-νων «πιστεύουν στην πχ'στη» ακόμη κι αν οι ίδιοι δεν είναι θρησκευόμενοι. Αυτοί οι εξ υποκαταστάσεως, δεύτερου βαθμού πιστοί ετπδεικνύουν συ-χνά περισσότερο ξήλο απ' ό,τι οι αυθεντικοί, ένα ζήλο που διογκώνεται α-πό μια ευρύτητα πνεύματος η οποία αγγίζει την κολακεία: «Αλίμονο, δεν μπορώ να μοιραστώ την πίστη σου, αλλά τη σέβομαι και την κατανοώ».
«Είμαι άθεος, ΑΛΛΑ...». Η συνέχεια είναι σχεδόν πάντοτε ανώφελη, μη-δενχστική ή —ακόμη χειρότερα— πλημυρισμένη από μια μορφή περιχα-ρούς αρνητισμού. Προσέξτε, παρεμπιπτόντως, τη δχάκριση από ένα άλλο τιροσφχλές μοτίβο: «Ήμουν άθεος, αλλά...». Αυτό είναι ένα από τα παλαιό-τερα γνωστά τεχνάσματα του συρμού και ένα από τα πλέον προσφιλή στους απολογητές της θρησκείας, από τον C.S. Lewis μέχρι σήμερα. Εξυπη-ρετεί την εδραίωση μιας μορφής αποδοχής από την αρχή, και είναχ εντυ-πωσιακό το πόσο συχνά διατυπώνεται. Να έχετε τα μάτια σας ανοικτά.
Έγραψα ένα άρθρο για την ιστοσελίδα RichardDawkins.net με τίτλο «Εχ'-μαι άθεος, ΑΛΛΑ...», μέρος του οποίου αναπαράγω στον κατάλογο που ακο-
* Πρόκενται για τη χαρτόδετη αγγλική έκδοση που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2007.
14

λουθεί και ο οποΐος συνίοταται αηό αυστηρές —ή καθ' οιονδήποτε τρόιιο αρνητικές— κριτικές της πρώτης (πανόδετης) έκδοσης. Η ίδια ιστοσελίδα, την οποία διευθύνει ο εμπνευσμένος Josh Timonen, προσείλκυσε ένα τερά-στιο πλήθος επισκεπτών που έχουν αποτελεσματικά αντικρούσεχ όλες αυ-τές τις κριτικές, αλλά με λιγότερο επιφυλακτικό και περισσότερο ευθύ τόνο σε σχέση με τον δικό μου ή των φιλοσόφων συναδέλφων μου A.C. Grayling, Daniel Dennett, Paul Kurtz κ.ά., ot οποΐοι έχουν πράξει το ΐδιο εντύπως.
Δεν μττορείς να ασκείς κριτική στη θρησκεία χωρίς μια λετιτομερή ανά-λυση έγκριτων θεολογικών βιβλίων.
Μπεστ-σέλερ έκπληξη; Εάν είχα εντρυφήσει —όπως ένας επιτηδευμένα διανοούμενος κριτικός επιθυμούσε— στις επιστημολογικές διαφορές μετα-ξύ του Θωμά Ακινάτη καχ του Duns Scotus, εάν απέδιδα την προσήκουσα τιμή στον Εριγένη περί της υποκεχμενικόχητας, στον Rahner περί της χά-ρης ή crrov Moltmann περί της ελπίδας (όπως ο εν λόγω κριτικός ματαίως ήλπιζε ότι θα έκανα), τότε το βιβλίο μου θα ήταν κάτι τιερχσσότερο από ένα μπεστ-σέλερ έκπληξη: θα ήταν ένα μπεστ-σέλερ Βαύμα. Δεν βρίσκεται εκεί όμως το θέμα. Σε αντίθεση με τον Stephen Hawking (ο οποίος συμμορφώ-θηκε με τη συμβουλή ότι κάθε μαθηματικός τύτιος που θα περιλάμβανε στο βιβλίο του θα ελάττωνε τις πωλήσεις του κατά χο ήμισυ), ευχαρίστως θα απαρνιόμουν τον τίτλο τού μπεστ-σέλερ εάν υτπίρχε η παραμικρή ελπί-δα ο Duns Scotus να διαφωτίσει το κεντρικό μου ερώτημα γύρω από την ύπαρξη ή μη του Θεού. Στη συντρνπτική τους πλειονότητα, τα θεολογικά γραπτά αποδέχονταχ την ύηαρξή Του, και τούτο αποτελεί την αφετηρία τους. Για τους σκοπούς μου, αρκεί να εξετάσω μόνο τους θεολόγους εκεΐ-νους ηου παίρνουν στα σοβαρά την πιθανότητα να μην υπάρχει ο Θεός και επιχειρηματολογούν για το αντίθετο. Αυτό πιστεύω ότι καλύπτεται στο Κεφάλαιο 3, ελπίξω με καλό χχούμορ και σε επαρκές εύρος.
Ως προς το καλό χιούμορ, δεν θα μπορούσα να γράψω κάτι καλύτερο α-πό το έξοχο «Courtier's Reply» (Απάντηση ενός αυλικού), δημοσχευμένο από τον RZ. Myers στην ιστοσελίδα του Pharyngula.
Έχω μελετήσει τις αναιδείς κατηγορίες του κυρίου Dawkins και εξοργί-στηκα για την έλλειψη ευρυμάθειας που τον διακρίνει. Προφανώς δεν έχει διαβάσει τις λεπτομερείς πραγματείες του κόμη Roderigo της Σε-βίλλης σχετικά με τα εξαίσια και εξωτχκά δέρματα των υποδημάτων τού Αυτοκράτορα, ούτε αποδίδει έστω και την παραμικρή προσοχή στο αρι-στούργημα Περίτης φωταύγειας τον αχποκρατορικον πτερωτού καπέλον τού Bellini. Διαθέτουμε ολόκληρες σχολές αφιερωμένες στη συγγραφή εμ-
ΠΡΟΑΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
15
βριθών μελετών σχετικά με το κάλλος της αυτοκρατορικής ενδυμασίας, και κάθε μεγάλη εφημερίδα διαθέτεχ ένα τμήμα αφιερωμένο στην αυτο-κρατορική μόδα [...]. Ο Dawkins αλαξονχκά αγνοεί όλα τούτα τα βαθιά φιλοσοφικά πονήματα και κατηγορεί ωμά τον Αυτοκράτορα για γύμνια [...]. Μέχρις ότου ο Dawkins θητεύσει στα καταστήματα των Παρισίων και του Μιλάνου, μέχρι να μάθει να διακρίνει τη διαφορά ανάμεοα σε έναν πτυχωτό φραμπαλά και ένα φουσκωτό πανταλόνι, οφεΐλουμε όλοι να υποκρινόμαστε ότι δεν εκφράστηκε ενάντια στο γούστο του Αυτο-κράτορα. Η εκπαίδευσή του στη βιολογία ενδεχομένως του έχει εξα-σφαλίσει την ικανότητα να αναγνωρίζει χα ταλαντευόμενα γεννητικά όργανα όταν τα βλέπει, όμως δεν του έχει διδάξει την πρέπουσα εκτί-μηση στα Φανταστικά Υφάσματα.
Για να διευρύνω το εν λόγω ειιιχείρημα, οι περισσότεροι από εμάς απαρ-νούμαστε με άνεση τχς νεράιδες, την αστρολογία και το Ιπτάμενο Τέρας των Μακαρονΐών, χωρίς πρώτα να εντρυφούμε σε βιβλία νεραϊδοζυμαρικής θεολογίας κ.λπ.
Ακολουθεί η περιβόητη κριτική περί «ακυρανθρώπου».
Πάντοτε κατηγορεΐς τα χειρότερα της θρησκεΐας και αγνοείς τα καλύ-τερα. «Τα βάζεις με τους αγροίκους, δημαγωγούς καιροσκόπους όπως ο Ted Haggard, ο Jerry Falwell και ο Pat Robertson, αντί για τους καλλιερ-γημένους θεολόγους, όπως ο Tillich ή ο Bonhoeffer, οι οποίοι διδάσκουν το είδος της θρησκείας στο οποίο πιστεύω εγώ».
Εάν μια τέτοια διακριτική, εκλεπτυσμένη θρησκεία κυριαρχούσε, ο κό-σμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος, και εγώ θα είχα γράψει ένα δχαφορετικό βιβλίο. Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι ot πχστοί μιας τέτοιας συγκρατημένης, συνετής θρησκείας παραμένουν αριθμητικά αμελητέοι. Για τη συντριπτική πλειονότητα των πιστών ανά τον κόσμο, η θρησκεία προσομοιάζει πολύ σε αυτά που ακούει κανείς από ανθρώπους όπως ο Robertson, ο Falwell ή ο Haggard, ο Οσάμα μπιν Λάντεν ή ο αγιατολάχ Χομεϊνΐ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναχ από άχυρο —αντιθέτως ασκούν ισχυρή επιρροή, και ο καθένας στον σύγχρονο κόσμο τούς συνα\αά μπροστά του.
Είμαι άθεος, αλλά επιθυμώ να διαχωρίσω τον εαυτό μου από την ερι-oruoi, τραχεία, οξύθυμη, αδχάλλακτη γλώσσα σου.
Στην πραγματικότητα, εάν παρατηρήσετε τη γλώσσα τής Περί Θεον αυ-ταπάτης, είναι μάλλον λιγότερο εριστική ή οξύθυμη από τη γλώσσα που
16
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΤΛΠΑΤΗ
τακτικά αποδεχόμαστε με ηρεμία —όταν, λόγου χάριν, ακούμε πολιτικούς σχολιαστές ή κριτικούς θεάτρου, τέχνης ή βιβλίων. Η γλώσσα μου ηχεί έ-ντονη και οξεία μόνο εξαιτίας της περίεργης σύμβασης, σχεδόν οικουμενι-κά αποδεκτής (δείτε το παράθεμα από τον Douglas Adams στις σελίδες 42-43), ότι η θρησκεσπκή πΐστη διαθέτει ένα μοναδικό προνόμιο: είναι πέραν και υπεράνω κάθε κριτικής.
To 1915, ο Horatio Bottomely, μέλος της Βρετανχκής Βουλής, πρότεινε ότχ, μετά τον πόλεμο, «εάν κάποια ημέρα τύχει να ανακαλύψετε σε ένα ε-στιατόριο ότι σας σερβίρει ένας γερμανός σερβιτόρος, να πετάξετε τη σού-πα στο αχρείο πρόσωπό του• εάν ανακαλύψετε ότι κάθεστε δίπλα σε έναν γερμανό υπάλληλο, να αδειάσετε το μελανοδοχείο πάνω crto αχρείο κεφά-λι του». Αυτό, όντως, είναι τραχύ και αδιάλλακτο —και, θα τολμούσα να σκεφθώ, αποτελεί γελοία και αναποτελεσματική ρητορική ακόμη και για την εποχή της. Αντιπαραβάλετέ το με την εναρκτήρια πρόταση του Κεφα-λαίου 2, το χωρΐο τιου παρατίθεται πιο συχνά ως «τραχύ» ή «εριστικό». Δεν είμαι εγώ αρμόδχος να δηλώσω εάν το κατάφερα ή όχχ, όμως ο σκοπός μου πλησίαζε περισσότερο στην αποφασιστική αλλά χιουμορχστική επίθεση πα-ρά στην εριστική πολεμική. Στις δημόσιες αναγνώσεις τής Περί Θεον αν-ταηάτης, αυτό είναι το μόνο χωρίο που εγγυημένα θα εξασφαλίσει καλοκά-γαθο γέλιο, και για το λόγο αυτό η γυναίκα μου κι εγώ το χρησιμοποιούμε μονίμως για να σπάμε τον πάγο με ένα καινούργιο κοινό. Εάν τολμούσα να προτείνω το λόγο για τον οποίο το χιούμορ του είναι αποτελεσματικό, θα έλεγα ότι έγκειταχ οτο ετερόκλιτο ταίριασμα ενός θέματος, που θα μπορον-σε να είχε εκφραστεί με εριστικότητα ή τραχύτητα, και στη διατιίπωσή του μέσω ενός μακροσκελούς καταλόγου βαρύγδουπων λέξεων («μοχθηρός», «τεκνοκτόνος», «μεγαλομανής»). To npowno μου εδώ ήταν ένας από τους πλέον ευτράπελους συγγραφεις του 20ού αιώνα, και κανείς δεν θα μπορού-σε να αποκαλέσει τον Evelyn Waugh εριστικό ή τραχύ (μάλιστα προδόθη-κα αναφέροντας το όνομά του στην ανεκδοτολογική χσιορία που ακολουθεί αμέσως πιο κάτω, στη σελίδα 52).
Οι βιβλιοκρνπκοί ή οι κριτικοί θεάτρου μποροιίν να είναι χλευαστικά αρνητικοί και να δέχονται κολακευτικούς επαίνους για το δηκτικό πνεύμα της κριτικής τους. Εντούτοις, στις επικρίσεις εναντίον της θρησκείας, ακό-μη και η σαφήνεια παύει να συνιστά αρετή και ηχεί σαν επιθετική εχθρότη-τα. Ένας πολιτικός μπορεί να επιτεθεί καυστικά σε κάποιον αντίπαλό του από τα έδρανα της Βουλής και να επιδοκιμαστεί για την έντονη εριστικό-τητά του. Ας επιχειρήσει όμως ένας νηφάλιος επικριτής της θρησκείας να χρησιμοποιήσει ό,τι σε άλλα ζητήματα θα ακουγόταν απλώς ως ευθύ και ειλικρινές, καχ η ευγενική κοινωνία θα σουφρώσει τα χείλη της και θα κου-νήσει αποδοκιμαστικά το κεφάλι της• ακόμη και η κοσμική ευγενική κοινω-
ΠΡΟΑΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
17
via, και κυρίως εκείνο το κομμάτι της κοσμικής κοινωνίας που με άνεση αναγγέλλει: «Είμαι άθεος, ΑΛΛΑ...».
Κηρύττεις σε ένα πεπεισμένο ακροατήριο. Ποιο το νόημα;
Στην ιστοσελίδα RichardDawkins.net, η «Γωνχά των Προσυλήτων» (Converts' Corner) διαψεύδει αυτή τη θέση• ακόμη όμως κι αν την παίρναμε τοις μετρητοίς, οι κατάλληλες απαντήσεις δεν λείπουν. Εν πρώτοις, το α-κροατήριο των άπιστων είναι πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι νομίξουν πολλοί, ιδιαίτερα στην Αμερική. Εντούτοις, και πάλι ιδιαίτερα στην Αμερική, συνι-στά ένα κρυφό ακροατήριο, και χρειάζεται απεγνωσμένα ενθάρρυνση ώστε να αποκαλυφθεί. Κρίνοντας από τις ευχαριστίες που δέχτηκα σε όλη τη Βό-ρεια Αμερική κατά την περιοδεία μου για την προώθηση του βιβλίου, η εν-θάρρυνση που μπορούμε να προσφέρουμε άνθρωποι όπως ο Sam Harris, ο Daniel Dennett, ο Christopher Hitchens και εγώ εκτιμάται σημαντικά.
Ένας mo ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο κηρύττω σε πεπεισμένο ακροα-τήριο είναι η ανάγκη αφύπνισης της συνείδησης. Όταν οι φεμινίστριες α-φύπνισαν τη συνείδησή μας γύρω από τη σεξιστική χρήση των αντωνυμιών, ενδεχομένως κήρυτταν σε ένα ακροατήριο που ήταν πεπεισμένο όσον αφο-ρά τα mo ουσιώδη ζητήματα των δικαιωμάτων των γυναικών και των δει-νών λόγω των διακρίσεων εις βάρος τους. Εντούτοις, εκείνο το έντιμο, φι-λελεύθερο ακροατήριο είχε ανάγκη να αφυττνίσει τη συνείδησή του σχετικά με την καθημερινή του γλώσσα. Όσο σωστή κι αν ήταν η θέση μας σχετικά με τα πολνπκά ζητήματα των δικαιωμάτων των γυναικών και των σεξισπ-κών διακρίσεων, εντούτοις ασυνείδητα αποδεχόμασταν γλωσσικές συμβά-σεις που έκαναν το ήμισυ του ανθρώπινου γένους να νιώθει αποκλεισμένο.
Υπάρχουν και άλλες γλωσσικές συμβάσεις που πρέπει να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο με τις σεξιστικές αντωννιμίες, και το αθεϊστχκό ακροατήριο δεν εξαιρείται. Χρειαζόμαστε όλοι αφύπνιση της συνείδησής μας. Οι άθε-οχ, όπως και οι θεϊστές, τηρούν ασυνείδητα την κοινωνική σύμβαση ότι ο-φείλουμε να είμασιε ιδιαίτερα ευγενικοί και γεμάτοι σεβασμό αηέναντι στην m'crrn. Και ποτέ δεν κουράζομαι να εφιστώ την προσοχή στη σιωπη-ρή αποδοχή από μέρους της κοινωνΐας του χαρακτηρισμού των μικρών παιδιών ως κατόχων των θρησκευτικών απόψεων των γονέων τους. Οι άθε-οι πρέπει να ανεβάσουν τη συνειδητότητά τους σχετικά με αυτή την ανω-μαλία: η γνώμη για τη θρησκεία αποτελεί το είδος της γνώμης των γονέων που —με σχεδόν οικοντμενική συναίνεση— δύναται να επιβληθεΐ σε παιδιά τα οποία εΐναι, στην πραγματικότητα, πολύ μικρά ώστε να έχουν δική τους γνώμη. Δεν υπάρχουν χριστιανόπουλα: μόνο ιιαιδιά χριστιανών γονέων. Α-δράξτε κάθε δοθείσα ευκαιρία να το καταδείξετε.
18
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΎΤΛΠΑΤΗ
Είσαι τόσο φονταμενταλιστής όσο και εκείνοι τους οποίους επικρίνεις.
Όχι, σας παρακαλώ• είναι πολύ εύκολη η σύγχυση του πάθους —τότε μιιορείς να αλλάξεις γνώμη— με το φονταμενταλισμό —ποτέ δεν θα το πράξεις. Οι φονταμενταλτστές χριστιανοί αντχτίθενται τταθιασμένα στην ε-ξέλιξη των ειδών, και εγώ την υτιερασπίζομαι παθιασμένα. Όσον αφορά το πάθος, είμαστε ισόπαλοι. Και αυτό, σύμφωνα με ορισμένους, σημαίνει ότι είμαστε εξίσου φονταμενταλιστές. Εντούτοις, για να παραφράσω έναν αφο-ρισμό του οποίου την πηγή δεν εΐμαι σε θέση να προσδιορίσω, όταν δύο α-ντιτιθέμενες απόψεχς εκφράζονται με το ίδιο σθένος, η αλήΰεια δεν βρίσκε-ται απαραιτήτως στη μέση. Είναι δυνατόν η μία πλευρά απλά να σφάλλει. Και αυτό δικαιολογεί το πάθος από μέρους της άλλης πλευράς.
Οι φονταμενταλιστές γνωρίζουν τι πιστεύουν και γνωρίζουν ότι τίττοτε δεν μπορεί να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. To παράθεμα του Kurt Wise στη σελίδα 317 τα λέει όλα: «[...] εάν όλες οι αποδείξεις crto Σύμπαν οτρέ-φονταν εναντίον του δημιουργισμού, θα ήμουν ο πρώτος που θα το παρα-δεχόταν• θα παρέμενα ωστόσο δημιουργχστής, διότι τούτο φαίνεται να επι-τάσσει ο Λόγος του Θεού. Αυτή πρέπει να είναι η θέση μου». Η διαφορά μεταξύ μιας τέτοιας παθιασμένης αφοσίωσης στα βιβλικά θεμελιώδη και της εξίσου παθιασμένης αφοσίωσης του αληθινού επιστήμονα στην επι-στήμη δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Ο φονταμενταλιστής Kurt Wise δηλώνει ότι όλες οι αποδείξεις στον Κόσμο δεν θα τον έκαναν να αλ-λάξει γνώμη. Ο αληθινός επιστήμονας, ωστόσο, όσο παθιασμένα κι αν «πι-στεύει» στην εξέλιξη, γνωρίζει επακριβώς τι χρειάζεται ώστε να αλλάξει γνώμη: Αποδεικτικά στοιχεία. Όπως είπε ο J.B.S. Haldane όταν ρωτήθηκε τι είδους αποδείξεις θα μπορούσαν να αντικρούσουν την εξέλιξη, «απολχθώ-ματα κουνελιών στο Προκάμβριο». Επιτρέψτε μου να διατυπώσω τη δική μου αντΐθετη εκδοχή στο μανιφέστο τού Kurt Wise: «Εάν όλες οι αποδείξεχς στο Σύμπαν ευνοούσαν το δημιουργισμό, θα ήμουν ο πρώτος που θα το παραδεχόταν, και ευθύς θα άλλαζα γνώμη. Όπως έχουν τα πράγματα, ω-στόσο, όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία (και υπάρχουν εν αφθονία) ευνοούν την εξέλιξη. Γιο το λόγο αυτό και μόνο επιχειρηματολογώ υπέρ της εξέλιξης με ένα πάθος που είναι ισάξιο του πάθους εκείνων οι οποΐοι επιχειρηματολογούν εναντίον της. To πάθος μου βασίζεται στις αποδείξεις. To δικό τους, έτσχ όπως αντιβαίνει στις αποδείξεις, είναι γνήσια φονταμε-νταλιστικό».
Εγώ ο ίδιος είμαι άθεος, αλλά καταλαβαίνω ότι η θρησκεία αποτελεί μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει. Αποδέξου το. «Θέλεις να ξεφορτω-θείς τη θρησκεία; Καλή τύχη! Νομίζεις ότι μπορείς να ξεφορτωθείς τη
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
19
θρησκεία; Μα σε ποιον πλανήτη ζεις; Η θρησκεία είναι δεδομένη. Ξε-ϋέρασέ το!».
Θα μπορούσα να ανεχτώ οποιοδήποτε από τα παραπάνω καταθλιπτικά σχόλια, εάν δχατυπώνονταν με μια δόση θλίψης ή ανησυχίας. Αντιθέτως, μερικές φορές αποπνέουν μια αίσθηση αγαλλίασης. Δεν νομίζω ότι πρόκεχ-ταχ για μαζοχισμό. Πιθανότερα μπορούμε να το αποδώσουμε και πάλι σε «πίοτη οτην πίστη». Οι εν λόγω άνθρωποι ίσως να μην είναι θρησκευόμε-νοι, αλλά τους ευχαριστεί η ιδέα ότι υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που είναι. Αυτό με οδηγεχ' στην τελευταία κατηγορία των αρνητών.
Εγώ ο ίδιος εχ'μαχ άθεος, όμως οι άνθρωποχ έχουν ανάγκη από τη θρη-σκεία. «Τι σκοπεύεις να βάλεχς στη θέση της; Πώς σκοπεύεις να παρη-γορήσεις τους τεθλιμμένους; Πώς θα καλύψεις αυτή την ανάγκη;».
Τι συγκαταβατικότητα! «Εσύ και εγώ, φυσικά, είμαστε πολύ ευφυείς και μορφωμένοι για να έχουμε ανάγκη από τη θρησκεΐα. Εντοχχτοχς, οι συνη-θισμένοι άνθρωποι, οι πολλοί, οι προλετάριοι τουΌργουελ, οι ημιηλίθιοι Δέλτα και'Εψιλον του Huxley, χρειάζονται τη θρησκεία». Μου θυμΐζει την περΐπτωση όπου έδινα διάλεξη σε ένα συνέδριο με θέμα τη δημόσια κατα-νόηση της επιστήμης, και εν συντομία καταφέρθηκα εναντΐον της υπερα-πλούστευσης. Στο τέλος, την ώρα των ερωταποκρίσεων, ένα μέλος του α-κροατηρίου σηκώθηκε και πρότεινε ότχ η υπεραπλούστευση ΐσως είναι απαραίτητη ώστε «να προσελκυστούν οι μειονότητες και οι γυναίκες στην επιστήμη». Ο τόνος της φωνής του έδειχνε ότχ πίστευε πως αυτό που είπε ήταν φιλελεύθερο και προοδευτικό. Μπορώ απλώς να φανταστώ τι γνώμη θα είχαν οι γυναίκες καχ οι «μειονότητες» του ακροατηρίου για αυτό.
Επιστρέφοντας στην ανάγκη της ανθρωπότητας για παρηγορία, είναι βε-βαίως αληθινή, μήπως όμως υιιάρχει κάτι το παιδιάστικο οτην πεποίθηση ότι το Σύμπαν δικαιωματικά μας χρωστά παρηγοριά; Η παρατήρηση του Isaac Asimov σχετικά με τον παιδισμό της ψευδοεπιστήμης μπορεί εξίσου καλά να εφαρμοστεί στη θρησκεία: «Εξέτασε κάθε οτοιχείο της ψευδοεπι-στήμης και θα ανακαλιίψεις ένα κάλυμμα ασφαλείας, ένα δάκτυλο να πιπι-λήσεις, ένα φουστάνι να κρατήσεις». Επιπλέον, είναι εντυπωσιακό το πόσο πολλοί άνθρωποι αδυνατοιίν να κατανοήσουν ότι η πρόταση «το X είναι παρηγορητικό» δεν συνεπάγεται ότι «το X αληθεύεχ».
Μχα συναφής αντίρρηση αφορά την ανάγκη για ένα «σκοπό» στη ζωή. Παραθέτω την κριτική ενός Καναδού:
Οι άθεοι ενδέχεται να έχουν δίκιο για τον Θεό. Ποχος ξέρει; Εντούτοχς, εχ'τε υπάρχεχ Θεός εχτε όχχ, εχναχ ξεκάθαρο ότχ κάτχ στην ανθρώπχνη
20

ψυχή έχει ανάγκη από την πεποίθηση πως η ζωή έχει ένα σκοπό ο ο-
ποίος υπερβαίνει το επίπεδο της ύλης. Θα περίμενε κάποιος ότι ένας υπερορθολογισπίς εμπειριστής όπως ο Dawkins θα αναγνώριζε αυτό το πάγιο γνώρισμα της ανθρώπχνης φύσης [...]• πιστεύει πραγματικά ο Dawkins ότι ο κόσμος θα γινόταν mo ανθρώπινος εάν όλοι στρεφόμα-σταν crtnv ΐΐερί Θεον ανταπάτη αντί για τη Βίβλο στην αναζήτησή μας για αλήθεια και παρηγοριά;
Βασικά, ναι• αφού χρησιμοποιείτε τη λέξη «ανθρώτηνος», ναι, το πιστεύω —όμως οφείλω να επαναλάβω, για άλλη μία φορά, ότχ το παρηγορητικό πε-ριεχόμενο μιας πίστης δεν αυξάνει την αληθοτιμή της. Φυσικά δεν μπορώ να αρνηθώ την ανάγκη για συναισθηματική παρηγοριά και δεν μπορώ να ισχυριστώ ότ\ η κοσμοθεωρία που υιοθετείται στο παρόν βιβλίο προσφέρει κάτι περισσότερο από μια μέτρια παρηγοριά στους τεθλιμμένους. Εάν όμως η παρηγοριά που φαίνεται να προσφέρει η θρησκεία θεμελιώνεται πάνω στην ιδιαίτερα απίθανη, από νευρολογικής άποψης, ιπιόθεση ότι επιβιώ-νουμε μετά το θάνατο των εγκεφάλων μας, θέλετε πραγμσπκά να την υπε-ρασπιστείτε; Σε κάθε περίπτωση, δεν νομίζω ότι γνώρισα ποτέ κάποιον σε κηδεία που να διαφωνεί με την άποψη ότι τα μη θρησκευτικά μέρη (οι ε-πικήδειοι, τα αγαπημένα ποχήματα ή η αγαπημένη μουσική του εκλιπό-ντος) είναι πιο συγκινητικά απ' ό,τι οχ προσευχές.
Έχοντας διαβάσει την Περί Θεού αυταπάτη, ο δρ David Ashton, ένας βρε-τανός καθηγητής ιατρικής, μου έγραψε με αφορμή τον ξαφνχκό θάνατο, την ημέρα των Χριστοι^έννων τού 2006, του αγαπημένου του δεκαεπτάχρονου γιου, Luke. Λίγο καιρό πριν από το θάνατο του Luke, οι δυο τους είχαν συ-νομιλήσεχ επαινετικά γχα το φιλανθρωπικό ίδρυμα που έχω θεσπίσει για την προώθηση της λογικής και της επιστήμης. Στην κηδεία τού Luke, στη νήσο τού Μαν, ο πατέρας του συνέστησε στο εκκλησίασμα ότι, εάν επιθυ-μούσαν να κάνουν KOnota συνεισφορά εις μνήμην τού Luke, να την απο-στεΐλουν στο ίδρυμά μου, όπως θα ήθελε ο Luke. Οι τριάντα ετιιταγές που έλαβα ξεπερνούσαν το ποσό των 2.000 λιρών, συμπεριλαμβανομένων 600 λιρών από έναν έρανο στην τοπική παμπ. To αγόρι προφανώς ήταν πολύ αγαπητό. Όταν διάβασα το πρόγραμμα της νεκρώσιμης λειτουργίας δάκρυ-σα στην κυριολεξία, μολονότι ποτέ δεν εΐχα γνωρίσει τον Luke, και ζήτησα την άδεια να το αναπαραγάγω στην ιστοσελίδα μου RichardDawkins.net. Ένας μοναχικός μουσικός έπαιζε στην γκάιντα τον παραδοσιακό θρήνο των Μανξ, Ellen Vallin. Δύο φίλοχ εκφώνησαν επικήδειους. Ο ίδιος ο δρ Ashton ατίήγγειλε το όμορφο ποίημα Ο λόφος με τις φτέρες τού Dylan Thomas («Έ-τσι όπως ήμουν νέος και ξέλυτος εκεί που γέρναν οι μηλχές» —που τόσο πονεμένα αποπνέει το άρωμα της χαμένης νιότης). Και τότε, μου κόβεται
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
21
η ανάσα που το αναφέρω, διάβασε τις εναρκτήριες γραμμές του βιβλίου μου Unweaving the Rainbow, γραμμές τις οποίες έχω φυλάξει για τη δική μου κηδεΐα.
Πρόκειται να πεθάνουμε, και αυτό μάς καθιστά τυχερούς. Οι περισσό-τεροι άνθρωποι ποτέ δεν θα πεθάνουν, διότι ποτέ δεν θα γεννηθούν. Οι δυνάμει άνθρωποι που θα μπορούσαν να βρίσκονται εδώ στη θέση μου, αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως της ημέρας, είναι περισσότεροι από τους κόκκους της άμμου της Σαχάρας. Σίγουρα αυτά τα αγέννητα φαντάσματα περιλαμβάνουν ποιητές σπου-δαιότερους από τον Keats, επιστήμονες σπουδαιότερους από τον Νεύ-τωνα. To γνωρίζουμε αυτό διότι το σύνολο των δυνάμει ανθρώπων που επιτρέπει το DNA μας είναι κατά τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από το σύνολο των πραγματικών ανθρώπων. Σε πείσμα των εκπληκτικών αυ-τών πιθανοτήτων, εσείς και εγώ, στην απλότητά μας, βρισκόμαστε ε-δώ [...].
Εμείς οι λίγοχ τιρονομιούχοι που κερδίσαμε στη λοταρία της γέννησης ένα-ντι όλων των πιθανοτήτων, με τι θράσος κλαυθμυρίζουμε για την αναπό-φευκτη επιστροφή μας στην πρότερη εκείνη κατάσταση, από την οποία η συντριιτπκή πλειονότητα ποτέ δεν μετακινήθηκε;
Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως υποψιάζομαι ότι για πολλούς αν-θρώπους ο κύριος λόγος για τον οποίο προσκολλώνται στη θρησκεία δεν είναι επειδή βρίσκουν παρηγοριά, αλλά επειδή έχουν προδοθεί σπό το εκ-παιδευτχκό μας σύστημα και δεν αντιλαμβάνονται καν ότι το να μην πιστεύ-ουν αποτελεί επιλογή. Τούτο σίγουρα αληθεύει για τους περισσότερους από όσους νομίζουν ότι είναι δημιουργιστές. Απλώς δεν έχουν διδαχτεί σωστά την εκπληκτική εναλλακτική απάντηση του Δαρβίνου. Πιθανότατα το ίδιο ισχύει και για τον υποτιμητικό μύθο ότι οι άνθρωποι «έχουν ανά-γκη» από τη θρησκεία. Σε ένα συνέδριο το 2006, κάποιος ανθρωπολόγος (και άξιο βραβείου δείγμα δήθεν αθεϊστικού επιχρίσματος) παρέθεσε μια ρήση τής Γκόλντα Μέιρ όταν ρωτήθηκε εάν πιστεύει στον Θεό: «Πιστεύω στον εβραϊκό λαό, καχ ο εβραϊκός λαός πιστεύει στον Θεό». Ο ανθρωπολό-γος μας την ανπκατέστησε με τη δική του εκδοχή: «Πιστεύω στους ανθρώ-πους, και οι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό». Προτιμώ να λέω ότι πιστεύω στους ανθρώπους, και οι άνθρωποι, όταν τους παρέχεται η κατάλληλη εν-θάρρυνση να σκέπτονται από μόνοι τους όλες τις πλιιροφορίες που εΐναι σήμερα διαθέσιμες, πολύ συχνά καταλήγουν να μην πιστεύουν στον Θεό και να ζουν ολοκληρωμένες και ικανοποιητικες —αληθινά απελευθερωμένες ζωές.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Όταν ήταν παιδί, η γυναίκα μου μισούσε το σχολείο της και ευχόταν να μπορούσε να το εγκαταλεΐψει. Χρόνια αργότερα, πάνω από είκοσι ετών, α-■ποκάλυψε το δυσάρεστο αυτό γεγονός στους γονείς της, και η μητέρα της έμεινε εμβρόντητη: «Αγάπη μου, γιατί δεν μας το έλεγες;». Η απάντηση της Lalla αποτελεί το θέμα που θέλω να ανατιτύξω εδώ: «Μα, δεν ήξερα ότι μπορούσα».
Δεν ήξερα ότι μπορονσα.
Υποψιαξομαι —μάλλον, είμαι σίγουρος— ότι πολλοί άνθρωποι που ανα-τράφηκαν στο περιβάλλον της μίας ή της άλλης θρησκείας είναι δυστυχείς, δεν πιστεύουν ή ενοχλούνται με όσα αποτρόπαια διαπράττονται στο όνο-μά της• νιώθουν μια αόριστη λαχτάρα να εγκαταλείψουν τη θρησκεία των γονέων τους και εύχονται να μπορούσαν να το πράξουν, αλλά δεν συνειδη-τοποιούν ότι η φυγή αποτελεί επιλογή. Εάν είστε ένας από αυτούς, το ανά χείρας βιβλίο σάς αφορά. Στοχεύει στην αφύπνιση της συνείδησης —την αφύπνιση της συνείδησης απέναντι στο γεγονός ότι το να είναι κανείς άθε-ος αποτελεί μια ρεαλιστική φιλοδοξία, και μάλιστα γενναία και μεγαλο-πρεπή. Μπορείτε να είστε ένας άθεος, ολλά και ένα ευτυχές, ισορροπημέ-νο, ηθικό και διανοητικά ολοκληρωμένο άτομο. Αυτό είναι το πρώτο ατιό τα μηνύματά μου που αφορούν την αφύπνιση ουνείδησης. Ομοίως, θέλω να αφυπνίσω συνειδήσεις καχ σχετικά με τρία άλλα ζητήματα, στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.
Τον Ιανουάρχο του 2006 παρουσίασα στη βρετανική τηλεόραση (στο Channel Four) ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ σε δύο μέρη με τίτλο Root of All Evil? (H ρίζα όλων των δεινών;). Ο τίτλος δεν μου άρεσε από την αρχή. Η θρησκεία δεν συνιστά τη ρίζα όλων των δεινών, διότι κανένα μεμονωμένο πράγμα δεν συνιστά τη ρίζα ενός όλου. Χάρηκα όμως με τη διαφήμιση που δημοσίευσε το Channel Four στις πανεθνικής εμβέλειας εφημερίδες: μια φωτογραφία τού Μανχάταν, με τη λεζάντα «Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς θρησκεία». Ποια ήταν η συσχέτιση; Οι δίδυμοι πύργοι του Παγκόσμιου Κέ-ντρου Εμπορχ'ου βρίσκονταν στη θέση τους.
24

Φανταστείτε, μαζί με τον Τξον Λένον, έναν κόσμο χωρίς θρησκεία. Φα-νταστείτε να μην υπήρχαν βομβιστές αυτοκτονίας, 11η Σεπτεμβρίου, 7η Ιουλίου, Σταυροφορίες, κυνήγι μαγισσών, Συνωμοσία της Πυρίτιδας, διαί-ρεση της Ινδίας, πόλεμοι Ισραηλινών/Παλαισπνίων, σφαγές Σέρβων/Κροα-τών/μουσουλμάνων, διώξεις των Εβραίων ως «δολοφόνων του Χριστού», «ταραχές» στη Βόρεια Ιρλανδία, «εγκλήματα τιμής», φανταχτερά ντυμένοι καρηκομόωντες τηλεευαγγελιστές που «ξαλαφρώνουν» εύπιστους ανθρώ-πους από τα χρήματά τους («ο Θεός θέλει να δίνεις μέχρι να ματώσεις»). Φανταστείτε να μην υπήρχαν Ταλιμιιάν να ανατινάζουν αρχαία αγάλμα-τα, δημόσιοι αποκεφαλισμοί των βλασφήμων ή μαστίγωση του γυναικείου σώματος για το έγκλημα της αποκάλυψης ενός εκατοστού του. Παρεμπι-πτόντως, ο συνάδελφός μου Desmond Morris με πληροφορεχ' ότχ το έξοχο τραγούδι τού Τζον Λένον μερικές φορές παίζεται στην Αμερική με ιτερι-κομμένη τη φράση «και καμία θρησκεΐα, επχ'σης» (and no religion too). Κά-ποχοι μάλχστα είχαν την αναχ'δεχα να το αλλάξουν σε: «καχ μία θρησκεία, ετιχ'σης» (and one religion too).
Μήπως νχώθετε ότχ ο αγνωστχκισμός συνχστά λογχιαί θέση, αλλά ότχ ο α-θεϊσμός είναχ εξίσου δογματχκός με τη θρησκευτχκή πίστη; Τότε, ελπίζω το Κεφάλαχο 2 να σας κάνει να αλλάξετε γνώμη, πεχ'θοντάς σας ότχ η «Υπόθε-ση γχα την Ύπαρξη του Θεού» συνχστά μχα επχστημονχκή υπόθεση γχα το Σύμπαν, η οποχ'α οφεΐλεχ να αναλυθεχ' επιστημονχκά με τον ίδχο σκεπτχκχ-σμό ϊΐου θα επιφυλάσσαμε σε οποιαδήποτε άλλη. Ίσως διδαχτήκατε ότι οι φχλόσοφοχ και οχ θεολόγοχ έχουν εκθέσεχ βάσχμους λόγους γχα τους οποχ'ους πρέπεχ να τιιστεύουμε στον Θεό. Εάν έχετε τέτοια γνώμη, τότε πχθανόν να απολαύσετε το Κεφάλαχο 3 με θέμα τα «Επχχεχρήματα ιτπέρ της χίπαρξης του Θεού» —τα επιχειρήματα αποδεχκνύονταχ εντυπωσιακά ασθενή. Εν-δεχομένως νομχ'ζετε ότχ εχ'ναχ προφανές πως ο Θεός ιτπάρχεχ, δχότχ πώς αλ-λχώς θα μπορούσε να έχεχ δημχουργηθεχ' ο Κόσμος; Πώς αλλχώς θα μπο-ρούσε να χχπάρχεχ η ζωή, με όλη την πλούσχα ποχκχλότητά της, με το κάθε εχ'δος να φαντάζεχ τόσο αλλόκοτα σαν να έχεχ «σχεδχαστεχ'»; Εάν οχ σκέψεχς σας κινούνται σε αυτές τις γραμμές, ελπίζω ότι θα διαφωτιστείτε από το Κεφάλαιο 4, «Γχατχ' εχναχ σχεδόν βέβαχο ότχ δεν χτπάρχεχ Θεός». Αντχ' να υ-ποδεχκνύεχ ένα δημχουργό, η πλάνη του σχεδχ'ου στον έμβχο κόσμο εξηγεχ'-ταχ με πολύ περχσσότερη οικονομχ'α καχ εξαχρετχκή κομψότητα από τη δαρ-βχνχκή φυσχκή εττχλογή. Καχ μολονότι η ίδια η φυσχιαί επιλογή περχορίζεταχ στην εξήγηση του έμβχου κόσμου, μας βοηθά να συνεχδητοποχήσουμε την πχθανότητα χπιαρξης ανάλογων εξηγητικών «γερανών» οχ οποχ'οχ θα μπο-ρούσαν να σχτνεχσφέρουν στην κατανόηση του χ'δχου του Σύμπαντος. Η ι-σχύς γερανών όπως η φυσχκή επχλογή αποτελεχ' τον δεχίτερο από τους τέσ-σερις ποράγοντες που αφυπνίζουν σχτνειδήσεχς.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
25
Ίσως νομίζετε ότι θα πρέπεχ να υττάρχει ένας ή ΠΟΛΛΟΙ' θεοί, διότι ανθρω-τιολόγοι και ιστορικοί αναφέρουν ότι οι πιοτοί κυριαρχούν σε κάθε ανθρώ-πινη κουλτούρα. Εάν το βρίσκετε αυτό πεχστχκό, παρακαλώ ανατρέξτε στο Κεφάλαχο 5, «Οι ρχ'ζες της θρησκείας», το οποΐο εξηγεχ' γιατί η πχ'στη είναι πανταχού παρούσα.Ή μήπως νομχ'ζετε ότι η θρησκευτική τπ'σιη είναι απα-ραίτητη ώσχε να έχουμε ηθικές αρχές τις οποίες να μπορούμε να δχκαχολο-γήσουμε; Δεν έχουμε ανάγκη από τον Θεό προκειμένου να είμαστε καλοί; Παρακαλώ διαβάστε τα Κεφάλαια 6 και 7 γχα να δείτε γιατί κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Διατηρείτε ακόμα μια συμπάθεια απέναντι στη θρησκεία ως κάτι καλό στον κόσμο, ακόμη κι αν έχετε χάσει την πίστη σας; To Κεφάλαιο 8 θα σας παρακινήσει να αναλογιστείτε με ποιους τρόπους η θρησκεία δεν απο-τελεί κάτι τόσο καλό για τον κόσμο.
Εάν νιώθετε παγχδευμένοχ στη θρησκεία με την οποία ανατραφήκατε, θα ήταν άξιο λόγου να αναρωτηθείτε πώς συνέβη αυτό. Η απάντηση συνήθως έγκεχταχ σε κάποια μορφή κατήχησης κατά την παιδική ηλικία. Εάν είστε θρήσκοι, πολύ πχθανό η θρησκεχ'α σας να εχ'ναχ χ'δχα με εκεχνη των γονέων σας. Εάν γεννηθήκατε στο Άρκανσο και πχοτεύετε ότχ ο χρχσπανχσμός εχ'ναχ αληθής καχ το χσλάμ ψευδές, γνωρχ'ξοντας πολύ καλά ότχ θα πχστεύατε το αντχ'θετο εάν εχχατε γεννηθεχ' στο Αφγανχσιάν, τότε εχ'στε θύμα παχδχκής κατήχησης. To ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, εαν έχετε γεννηθεί στο Αφγανχστάν.
To όλο ζήτημα της θρησκεχ'ας καχ της τιαχδικής ηλχκίας αποτελεχ θέμα του Κεφαλαχ'ου 9, το οποχ'ο επίσης αναφέρεταχ στον τρχ'το παράγοντα συνεχ-δητοποχ'ησης. Όπως ακρχβώς οχ φεμχνχ'στρχες δυσφορονχν όταν ακοχίνε τη λέξη «αιηός» αντχ' γχα «αχχτός ή αυτή», ή «άντρας» αντχ' γχα «άνθρωπος», έτσι θέλω όλοι να αντιδροιίμε όποτε ακοιίμε μχα φράση όπως «χριστιανό-πουλο» ή «μουσουλμανόπουλο». Μχλήστε γχα «παχδχ' χρχοτιανών γονέων» ε-άν θέλετε• εάν όμως ακούσετε κάποχον να μχλά γχα ένα χρχστχανόπουλο, δχακόψτε τον ευγενχκά καχ επχσημάνετε ότχ τα παχδχά εχναχ πολύ μχκρά ώστε να έχουν γνώμη γχα τέτοχα θέματα, όπως ακρχβώς εχ'ναι πολύ μχκρά ώστε να έχουν γνώμη γχα την οχκονομχ'α ή την πολχτχκή. Ακρχβώς επεχδή πρόθεσή μου εχναχ η αφιτπνχση της οχτνείδησης, δεν θα απολογηθώ που το αναφέρω τόσο στον Πρόλογο όσο καχ στο Κεφάλαχο 9.Όσο σχχχνά καχ να το πεις, δεν επαρκεχ'. Θα το ξαναπώ. To παχδχ' εκείνο δεν εχ'ναχ μουσουλμανό-πουλο, αλλά παχδχ' μουοουλμάνων γονέων. To παχδχ' εχ'ναχ πολύ μχκρό ώστε να γνωρχ'ζεχ εάν εχ'ναχ μουσουλμάνος ή όχχ. Δεν υπάρχοχιν μουσουλμανό-πουλα. Δεν υπάρχοχχν χρχστχανόπουλα.
Τα Κεφάλαχα 1 καχ 10 ανοχ'γουν καχ χίλεχ'νοιτν το βχβλχο εξηγώντας, με τους δχαφορετχκούς τους τρόπους, πώς μχα σωστή κατανόηση του μεγαλεχ'-ου του πραγματχκού Κόσμου, χωρχ'ς ποχέ να μεταχρέπεταχ σε θρησκεχ'α,
26

μπορεΐ να καταστεί πηγή έμπνευσης, ρόλο τον οποίο η θρησκεία ιστορικά —και ανεπαρκώς— έχεχ ιδιοποιηθεί.
Ο τέταρτος παράγοντας αφύπνισης συνεΐδήσεων στον οποίο επιθυμώ να αναφερθώ εχναι η αθεϊσπκή υιιερηφάνεια. To να είναι κανείς άθεος δεν συ-νιστά κάτι για το οποίο πρέπει να απολογείται. Ανπθέτως, αποτελεί κάτι για το οποίο πρέπει να είναι υπερήφανος, να στέκει αγέρωχα καχ να ατενί-ζει τον ορίζοντα, διότι ο αθεϊσμός σχεδόν πάντοτε υποδεικνύει μια υγιή α-νεξαρτησία του νου και, μάλιστα, ενός υγιούς νου. Υπάρχουν ϋολλοί άν-θρωποι που γνωρίζουν, στα μύχια της καρδιάς τους, ότι είναι άθεοι, αλλά δεν τολμούν να το ομολογήσουν στις οικογένειές τους ή, σε ορισμένες πε-ριπτώσεις, ακόμη και στους εαυτούς τους. Εν μέρει τούτο οφείλεται στο ότι η ίδια η λέξη «άθεος» έχει επιμελώς εντυπωθεί ως ένας φοβερός και τρο-μακτικός χαρακτηρισμός. Στο Κεφάλαιο 9 παρατίθεται η κωμικοτραγική ιστορία κατά την οποία οι γονείς της κωμικού Julia Sweeney ανακάλυψαν, διαβάζοντας μια εφημερίδα, ότι η κόρη τους είχε γίνει άθεη. To να μην πιστεύει στον Θεό μπορούσαν ίσως να το ανεχτούν, αλλά να γίνει άθεη! ΑΘΕΗ; (Η φωνή της μητέρας της μετατράπηκε σε κραυγή.)
Πρέπεχ σε τοι/to το σημείο να πω κάτχ στους αμερικανούς αναγνώστες οττ^κεκρχμένα, διότι η θρησκοληψία της σημερινής Αμερικής είναι κάτι πραγμοτικά αξιοπρόσεκτο. Η δχκηγόρος Wendy Kaminer υπερέβαλε ελά-χιστα μόνο όταν παρατήρησε ότχ το να σατιρΐξει κανείς τη θρησκεία είναι εξίσου ρχψοκίνδυνο με το να καίει μια σημαία στην Αίθουσα της Αμερικα-νικής Λεγεώνας.1 Η θέση των άθεων στην Αμερική σήμερα είναι ανάλογη με εκείνη των ομοφυλοφΐλων πριν από πενήντα χρόνια. Σήμερα, έπειτα από το κίνημα Υπερηφάνειας των Γκέι, είναι διτνατόν, μολονότι όχι πολύ εύκολο ακόμα, για έναν ομοφυλόφιλο να εκλεγεί σε δημόσιο αξίωμα. Σε μια δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε το 1999 ρωτήθηκαν Αμερικανοί κα-τά πόσο θα ψήφιζαν ένα καλά καταρτισμένο κατά τα άλλα άτομο που εί-ναι γυναίκα (το 95% θα το έπραττε), ρωμαιοκαθολικός (94%), Εβραίος (92%), μαύρος (92%), μορμόνος (79%), ομοφυλόφιλος (79%) ή άθεος (49%).Έχουμε εμφανώς να διανύσουμε πολύ δρόμο ακόμα. Εντούτοις, οι άθεοι είναι σημαντχκά πχο πολυάριθμοι, ιδιαίτερα ανάμεοα στη μορφωμένη ελΐτ, απ' ό,τι πολλοΐ νομίζουν. Αυτό ίσχυε ακόμη και τον 19ο αιώνα, όταν ο John Stuart Mill ήταν ήδη σε θέση να πει: «Ο κόσμος θα έμενε άναυδος εάν γνώριξε πόσο μεγάλο ποσοστό από τα λαμπρότερα στολΐδια του, από τους πλέον διαπρεπεις στη οχτνείδησή του ως προς τη σοφία και την αρετή, δια-κατέχονται από πλήρη σκεπτικισμό απέναντι στη θρησκεΐα».
Αυτό μάλλον ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα και, μάλχστα, εκθέτω σχετικές ενδείξεις στο Κεφάλαιο 3. Ο λόγος γχα τον οποίο τόσο πολλοί άν-θρωποι αγνοοιίν τους άθεους είναι ότι πολλοί από εμάς διστάζουν να «απο-
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
27
καλυφθούν». Ευελπιστώ ότχ το ανά χείρας βιβλίο ίσως τους βοηθήσει να το πράξουν. Όπως συνέβη και στην περίπτωση του κινήματος των γκέι, όσο περισσότεροχ άνθρωποι αποκαλυφθούν τόσο ευκολότερο θα εχ'ναι για άλ-λους να τους μιμηθούν. Αν σχηματιστεί μια κρίσιμη μάζα, ίσως πυροδοτη-θεί μια αλυσιδωτή αντχδραση.
Οι δημοσκοπήσεις στην Αμερική υποδηλώνουν ότι οι άθεοι και οι αγνω-στικιστές είναι πολύ περισσότεροι από τους θρησκευόμενους Εβραίους, όπως και από τις περισσότερες μεμονωμένες θρησκευτικές ομάδες. Σε α-ντίθεση με τους Εβραίους ωστόσο, οι οποίοι είναι διαβόητοι ως ένα από τα πλέον ισχυρά πολιτικά λόμπι στις ΗΠΑ, και σε αντίθεση με τους ευαγγελι-κούς, οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ισχύ, οι άθεοι και οι αγνωστΐκιστές δεν εΐναι οργανωμένοι και κατά συνέπεια α-σκούν σχεδόν μηδενική επιρροή. Μάλιστα, η προσπάθεια οργάνωσης των άθεων έχει παρομοιαστεί με την απόπειρα συναγελασμού γατών, διότχ τεί-νουν να σκέπτονται ανεξάρτητα και δεν συμμορφώνονται με την εξουσία. Εντούτοις, ένα καλό πρώτο βήμα θα ήταν να σχηματίσουμε μια κρίσιμη μάξα όσων είναι πρόθιψοι να «αποκαλυφθούν», ενθαρρύνοντας έτσι και άλ-λους να πράξουν το ίδιο. Ακόμη κι αν δεν συναγελάζονται, οι γάτες σε ε-παρκείς αριθμούς μπορούν να κάνουν πολύ θόρυβο και είναι αδύνατον να αγνοηθούν.
Η λέξη «αιηαπάτη»* στον τίτλο έχει θορυβήσει ορισμένους ψυχιάτρους που τη θεωρούν τεχνικό όρο, ο οποίος πρέπει να χρησιμοποιείται με προ-σοχή. Τρεις μάλιοτα μου έγραψαν για να προτείνουν έναν τεχνικό όρο για τη θρησκευτική αυταπάτη: «θρησκαπάτη» («relusion», από τις λέξεις religious και delusion).2 Ίσως ειιικρατήσει. Εντούτοις, προς το παρόν εμμένω στην «αυταπάτη», και οφείλω να δχκαιολογήσω τη χρήση της. To λεξικό Penguin English Dictionary ορίζει την αυταπάτη (delusion) ως εξής: «μια φευδής πεποίθηση ή εντιίπωση». Κατά περίεργο τρόπο, η επεξηγηματική φράση που παραθέτει το λεξικό ανήκει στον Phillip Ε. Johnson: «Ο δαρβι-νισμός αποτελεί την ιστορία της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από την αυταπάτη ότι η μοίρα της ελέγχεται από μια ανώτερη δύναμη». Θα μπορούσε μήπως να είναι ο ίδιος Phillip Ε. Johnson που ηγεχ'ται της επίθε-σης των δημιουργιστών εναντίον του δαρβινισμού στη σημερινή Αμερική; Πράγματι είναι, και η εν λόγω φράση, όπως μπορούμε να φανταστούμε, απομονώθηκε ατιό το γενικό της πλαίσιο. Ελπίζω ότι η ιιαραπάνω παρατή-ρηση θα τιίχει της δέουσας προσοχής, κάτι που δεν έχει συμβεί σε πολυά-
* Ο ακριβής φυχιατρικός όρος για τη λέξη «delusion» είναι «ιιαραίσθηση» ή «παραληρη-ματική ιδέα». (Σ.τ.μ.)
28

ριθμες περιπτώσεις κατά τις οποίες δημιουργιστές παραθέτουν αποσπά-σματα από έργα μου, εσκεμμένα και παρατιλανητικά απομονωμένα από το ευρύτερο πλαίσιό τους. Όποιο κι αν ήταν το νόημα που χης απέδιδε ο ί-διος ο Johnson, θα μπορούσα ευχαρίοτως να προσυπογράψω την πρότασή του ως έχει. To λεξικό που συνοδεύει το Microsoft Word ορίζει την αυτα-πάτη ως «μια έμμονη ψευδή πεποΐθηση η οποία διατηρείται εις πείσμα ι-σχυρών ενδείξεων που την αντικρούουν, ιδιαίτερα ως σύμπτωμα ψυχικής διαταραχής». To τιρώτο σκέλος περιγράφει τέλεια τη θρησκευτική nicrcn. Όσο για το κατά πόσον αποτελεί σύμπτωμα ψυχχκής διαταραχής, τείνω να συμφωνήσω με τον Robert Μ. Pirsig, συγγραφέα του βιβλίου Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (To ζεν και n τέχνη συντήρησης της μοτοσικλέ-τας): «Όταν ένας άνθρωπος υποφέρει από μια αυταπάτη, αυτό ονομάζεται παράνοια.Όταν πολλοί ανθρωποι υτιοφέρουν από μια auronotn, avrto ονο-μάζεται θρησκεία».
Εάν το παρόν βιβλίο ανταποκριθεί στους σκοπούς μου, οι θρησκευόμε-νοι αναγνώοτες που θα το ανοίξουν θα έχουν γίνει άθεοι μέχρι να το αφή-σουν από τα χέρια τους. Τι τολμηρή αισιοδοξία! Φυσικά, οι φανατισμένοι θρησκόλητποι έχουν ανοσία απένοντι οτην επιχειρηματολογΐα, με οντοχή που αναητύχθηκε μέσα από χρόνια παιδικής κατήχησης και με μεθόδους οι οποΐες χρειαστηκαν αιώνες μέχρι να ωριμάσουν (είτε μέσω εξέλιξης είτε μέσω σχεδίου). Ανάμεσα στα mo επιτυχημένα ανοσοποιητικά τεχνάσματα περιλαμβάνεται μια απειλητική προειδοποίηση να μην ανοίξουν καν ένα βιβλίο σαν και τούτο, το οποίο σίγουρα αποτελεί έργο του Σατανά. Πι-στεύω όμως ότι ιπιάρχουν πολλοί ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι γύρω μας: άν-θρωποι των οποίων η κατήχηση κατά την παιδική τους ηλικία δεν ήταν πολύ ύπουλη, ή για διάφορους λόγους δεν «έπιασε», ή των οποίων η εγγε-νής ευφυΐα είναι αρκετά ισχυρή ώστε να την υπερκεράσει. Τέτοια ελεύθε-ρα πνεύματα χρειάζονταχ λίγη μόνο ενθάρρντνοη ώστε να απελευθερωθούν εξ ολοκλήρου από τη μέγκενη της θρησκείας. Τουλάχιστον, ελπΐξω ότι κα-νένας άνθρωπος, έχοντας διαβάσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μπορεί να πει: «Δεν ήξερα ότι μπορούσα».
Για τη βοήθεχά τους στην προετοιμασία του βιβλίου, είμαι ευγνώμων σε ποΛΛθύς φίλους και συναδέλφους. Ο χώρος δεν επαρκεί για να τους αναφέ-ρω όλους, όμως δεν μπορώ να μην κάνω ιδιαίτερη μνεία στον πράκτορα πνευματικών δικαιωμάτων John Brockman και τους επιμελητές έκδοσης Sally Gaminara (για την Transworld) και Eamon Dolan (γχα τη Houghton Mifflin), οι οποίοι διάβασαν το βιβλίο με ευαισθησία και ευφυή κατανόηση και μου προσέφεραν ένα βοηθητικό μείγμα κριτικής και συμβουλών. Η ο-λόψυχη και ενθουσιώδης πίστη τους στο βιβλίο υπήρξε πολύ ενθαρρυντι-
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
29
κή. Η Gillian Somerscales υπήρξε υποδειγματχκή επιμελήτρια, τόσο δημι-ουργική με τις προτάσεις της όσο σχολαστική και με τις διορθώσεις της. Στους ανθρώπους που άσκησαν κριτική σε διάφορα προσχέδια, και στους οποΐους είμαι πολύ ευγνώμων, περιλαμβάνονται οι Jerry Coyne, J. Anderson Thomson, R. Elisabeth Cornwell, Ursula Goodenough, Latha Menon και ιδι-αίτερα n Karen Owens, εξαιρεηκή κρντικός, της οηοίας η εξοικείωση με τις εξαντλητικές προσπάθειες για τη διαμόρφωση κάθε προσχεδίου του βι-βλίου ήταν σχεδόν εξίσου λεπτομερής με τη δική μου.
To βιβλίο οφείλει κάτι (και αντιστρόφως) στο τηλεοτιτικό ντοκιμαντέρ Root of All Evil?, το οποίο παρουσίασα στη βρετανική τηλεόραση (Channel Four) τον Ιανουάριο του 2006. Είμαχ ευγνώμων σε όλους όσοι ασχολήθηκαν με την παραγωγή του, συμπεριλαμβανομένων των Deborah Kidd, Russell Barnes, Tim Cragg, Adam Prescod, Alan Clements και Hamish Mykura. Για την άδεια να χρησιμοποιήσω παραθέματα από το ντοκιμαντέρ ευχαριστώ την IWC Media και το Channel Four. To Root of All Evil? σημείωσε υψηλή τηλεθέαση στη Βρετανΐα, και επνπλέον το έχει εξασφαλίσει το Αυστραλια-νό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Παραμένει ανοικτό το κατά πόσο θα τολμήσει κά-ποιο τηλεοπτικό κανάλι των ΗΠΑ να το προβάλει.*
To βιβλίο διαμορφωνόταν στο μυαλό μου για αρκετά χρόνια. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, ορισμένες από τις ιδέες του αναπόφευκτα βρήκαν το δρόμο τους σε διαλέξεις, όπως για παράδεχγμα τις διαλέξεις Tanner που έδωσα στο Πανεηιστήμιο Harvard, καθώς και σε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Οι αναγνώστες της μόνιμης στήλης μου στο Free Inquiry, ειδικό-τερα, ίσως βρουν γνώρχμα ορισμένα εδάφια. Είμαι επίσης ευγνώμων στον Tom Flynn, εκδότη τού εν λόγω αξιοθαύμαστου περιοδικού, για το ερέθι-σμα που μου προσέφερε όταν μου ζήτησε να γίνω τακτχκός αρθρογραφος. Έπειτα ατιό μια προσωρινή παύση κατά τα τελικά στάδια ολοκλήρωσης του βιβλίου, εληίζω ηλέον να επιστρέψω στη στήλη μου, την οποία αναμφΐβο-λα θα χρησιμοποιήσω για να απαντήσω στις κριτικές του βιβλίου.
Για πλείστους όσους λόγους είμαι ευγνώμων στους Daniel Dennett, Marc Hauser, Michael Stirrat, Sam Harris, Helen Fisher, Margaret Downey, Ibn Warraq, Hermione Lee, Julia Sweeney, Dan Barker, Josephine Welsh, Ian Baird και ιδιαίτερα crtov George Scales. Στην εποχή μας, ένα βιβλίο όπως αυτό δεν είναι πλήρες προτού μετατραηεί σε πυρήνα μχας ζωντανής ιστο-σελίδας, ενός φόρουμ συμηληρωματικών θεμάτων, αντιδράσεων, συζητή-
* Καθώς η δεύτερη έκδοση βρίσκεται καθ' οδόν προς το πιεστήριο, η απάντηση παρα-μένει αρνητική. Εντούτοις, υπάρχουν πλέον DVD διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύ-θυνση http://richarddawkins.net/store.
30
Η ΠΈΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
σεων, ερωτήσεων και αποκρίσεων —και ποιος ξέρει τι θα φέρει το μέλλον; Ελπίζω ότι η ιστοσελίδα του Ιδρύματος Richard Dawkins για τη Λογική και την Επιστήμη (Richard Dawkins Foundation for Reason and Science, http:// www.richarddawkins.net/) θα καταφέρει να διαδραματίσει αστό το ρόλο, και είμαι εξαιρετικά ευγνώμων στον Josh Timonen για την τέχνη, τον επαγγελ-ματισμό και τη σκληρή δουλειά που καταθέτει σε αυτήν.
Πάνω από όλα, ευχαριστώ τη σύζυγό μου Lalla Ward, η οποία με καθο-δήγησε μέσα από όλους τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες μου, όχι μόνο με την ηθική της υποστήριξη και τις ευφυείς βελτιωτικές της προτάσεις, αλλά καχ διαβάξοντάς μου μεγαλόφωνα ολόκληρο το βιβλίο, σε δύο διαφο-ρετικά στάδια της εξέλιξής του, έτσν ώστε να μπορέσω να αντιληφθώ πολύ άμεσα πώς ενδεχομένως θα φαίνεται σε έναν άλλο αναγνώστη πέραν του εαυτού μου. Προτείνω την τεχνική αυτή και σε άλλους συγγραφείς, όμως οφείλω να τους προειδοποιήσω ότι για καλιίτερα αποτελέσματα πρέπει ο αφηγητής να είναι επαγγελματίας ηθοποιός, με τη φωνή και το αφτί του ευαίσθητα συντονισμένα στη μουσική της γλώσσας.
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
Δεν προσπαθώ να φανταστώ κανέναν προσωπικό Θεό•
αρκεί να στεκόμαστε με δέος μπροστά στο κτίσμα τον Κόσμον,
οτο μέτρο ηον επιτρέπει στις ατελείς αιοθήοεις
μας να τον εκτψήσονν.
—ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ
32
Η ΠΈΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
Άζιοι σεβασμον
To αγόρι ήταν ξαπλωμένο μπρούμυτα στο χορτάρι, με το πιγούνι στηριγμέ-νο στις παλάμες του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε με έκπληξη πώς κουβαριά-ζονταν όλοχ εκείνοι οι μίσχοι και οι ρΐζες: ένα ολόκληρο δάσος σε μικρο-γραφία, ένα μετουσιωμένο σύμπαν από μυρμήγκια και σκαθάρια, και ακόμα —μολονότι δεν θα ήξερε τέτοιες λεπτομέρειες εκείνη την εποχή— από δι-σεκατομμύρια βακτήρια του εδάφους, που σιωτιηλά και αόρατα στύλωναν την οικονομία του μχκρόκοσμου. Ξαφνικά, το μικροσκοπικό δάσος της χλό-ης τού φάνηκε ότι μεγάλωσε και έγινε ένα με το Σύμιιαν και με τον συνε-παρμένο νου του, που το παρατηρούσε. Ερμήνευσε αυτή την εμπειρία με θρησκεσπκούς όρους, γεγονός που τον οδήγησε να γίνει τελικά κληρικός. Χειροτονήθηκε αγγλικανός ιερέας και έγινε εφημέριος του σχολείου μου• ο αγαπημένος μου δάσκαλος. Χάρη σε ορισμένους σεμνούς και φιλελεύθε-ρους κληρικούς σαν καχ εκείνον, κανένας δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί σήμερα ότι μου φόρτωσαν τη θρησκεία με το ζόρι. (Η αγαπημένη μας α-σχολία στη διάρκεια του μαθήματος ήταν να τον αποοτιούμε από τις Γρα-φές για να μας λέει συγκινητικές ιστορίες για τη Διοίκηση Μαχητικών και τους Λίγους [Fighter Command and the Few].* Στη διάρκεια του πολέμου είχε υττηρετήσει στη RAF, και ένιωσα ένα αίσθημα οικειότητας και κάποιας τρυφερότητας, που ακόμα διατηρώ, για την Εκκλησία της Αγγλίας [τουλά-χιστον σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό], όταν αργότερα διάβασα το ποί-ημα του John Betjeman: «Ο πατήρ μας είναι ένας γέρος πιλότος του ουρα-νού/Σκληρά έχουν τώρα ψαλιδΐσει τα φτερά του/Μα ο ιστός της σημαΐας στον κήπο του πρεσβυτέριου/Προς τα Ψηλά Πράγματα δείχνει ακόμη...».) Σε κάποιον άλλο τόπο και χρόνο, αυτό το αγόρι θα μπορούσε να ήμουν εγώ, κάτω από τα αστέρια, θαμπωμένος από τον Ωρίωνα, την Κασσιόπεια και τη Μεγάλη Άρκτο, με δάκρυα συγκίνησης για την άφωνη μουσική του Γαλαξία, μεθυσμένος από τις νυχτερινές μυρωδιές της πλουμερίας και των δειλινών σε έναν αφρικανικό κήπο. To ερώτημα γιατί το ίδιο συναίσθημα οδήγησε τον εφημέριό μας στη μία κατεύθυνση και εμένα στην άλλη δεν είναι εύκολο να αιιαντηθεί. Ένα οιονεί μυστικιστικό αίσθημα για τη Φύση και το Σύμπαν διακατέχει συχνά επιστήμονες και ορθολογιστές. Δεν έχεχ καμία σχέση με πίστη στο υπερφυσικό. Τουλάχιστον όσο ήταν παιδί, ο εφη-
* Fighter Command and the Few: O R. Dawkins αναφέρεται στους ιπλότους μαχητικών τής RAF nou πήραν μέρος στη Μάχη της Αγγλίας, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. «Few» ονομάστηκαν οι συγκεκριμένοι πιλότοι, ύοτερα από τη δήλωση του Τσόρτσιλ ότι «ποτέ άλλοτε τόσο πολλοί δεν χρωστούσαν τόσα πολλά σε τόσο λίγους». (Σ.τ.μ.)
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
33
μέριός μου δεν γνώριζε (όπως δεν γνώριζα καχ εγώ) τις λέξεις με τις οποίες κατέληγε το The Origin of Species (H καταγωγή των ειδών)* —το πασίγνω-στο απόσπασμα για την «όχθη με την οργιώδη βλάστηση», «με πουλιά να τραγουδοιτν ιιάνω στους θάμνους, με έντομα να πετούν γύρω, καχ με σκου-λήκια να έρπουν μέσα στην υγρή γη». Αν τις ήξερε, θα είχε σχγουρα συμφω-νήσει καχ, αντχ' γχα την χεροσύνη, θα είχε ίσως οδηγηθεί στην άποψη του Δαρβίνου ότι όλα «έχουν παραχθεί από νόμους που ενεργούν γύρω μας»:
Έτσι, από τον πόλεμο μέσα οτη Φύση, από την πείνα και το θάνατο, προκύπτει άμεσα το πιο θαυμάσιο αποτέλεσμα που είμαστε ικανοί να συλλάβουμε, δηλαδή η παραγωγή των ανώτερων ζώων. Υπάρχεχ με-γαλείο σε αυτή τη θεώρηση ότι η ξωή, με τις ποικίλες δυνάμεις της, αρχικά εμφυσήθηκε σε λίγες μορφές, ή μόνο σε μία• καχ ότι, ενώ ο πλα-νήτης μας περιοτρεφόταν και εξακολουθεί να περχσχρέφεταχ σιίμφωνα με τον σταθερό νόμο της βαρύτητας, από μια τόσο απλή αρχή εξελίχθη-καν, καχ συνεχχ'ξουν να εξελίσσονταχ, αμέτρητες μορφές, τόσο όμορφες καχ τόσο θαυμαστές.
Ο Carl Sagan, στο βχβλχ'ο του Pale Blue Dot (Αχνογάλανη κουκκχ'δα), έγρα-φε:
Πώς γίνεταχ καχ καμχ'α σχεδόν από τχς μείξονες θρησκεχ'ες δεν έχεχ κοχ-τάξεχ προς τη μερχά της επχστήμης καχ δεν έχεχ συμπεράνεχ: «Τούτο εδώ είναχ καλχχτερο απ' ό,τχ νομχ'ζαμε! To Σχίμπαν εχ'ναχ πολύ μεγαλνίτε-ρο απ' όσο έλεγαν οχ προφήτες μας, πιο μεγαλοπρεπές, πχο ευφυές, πχο κομψό»; Αντχ'θετα, λένε: «Όχι, όχχ, όχχ! Ο δχκός μου θεός είναι ένας μι-κρός θεός, καχ τον θέλω να μεΐνεχ έτσχ».Όποχα θρησκεχ'α, παλαιά ή νέα, θα τόνχξε ποτέ το μεγαλεχ'ο του Σύμπαντος όπως το αποκαλύπτει η σχίγχρονη επχστήμη, θα κατόρθωνε να φέρεχ στο φως τέτοχα αποθέμα-τα ευλάβεχας καχ δέους τα οποία δεν δχανοοχίνταχ καν τα συμβατχκα συστήματα πίστης.
Όλα τα βχβλία τού Sagan δχεγεχ'ρουν τχς ίδιες νευρχκές απολήξεχς του υττερ-βατχκού δέους το οποχ'ο χπιήρξε μονοπώλχο της θρησκεχ'ας εδώ καχ αχώνες. Στο ίδχο στοχεύοιτν καχ τα δχκα μου βχβλχ'α. Αυτό έχεχ ως συνέπεχα να α-κούω συχνά να με περχγράφοχιν ως βαθχά θρησκευόμενο άνθρωπο. Μχα α-μερχκανίδα φοχτήτρχα μου έγραψε ότχ είχε ρωτήσεχ τον καθηγητή της τχ πχ'-
* Ελληνική έκδοση: Γκοβόστης, 1910. (Σ.τ.μ.)
34

οτευε γχα εμένα. «Βέβαια» απάντησε εκείνος «η θετική του ετπστήμη δεν είναι συμβατή με τη θρησκεία, αλλά πέφτει σε έκσταση όταν μιλά για τη Φύση και το Σύμπαν. Για εμένα, αυτό είναι θρησκεία!». Είναι όμως η «θρη-σκεία» η σωστή λέξη; Δεν το νομίζω. Ο κάτοχος του βραβείου Νόμπελ φυ-σικής (και άθεος) Steven Weinberg έθεσε TO ζήτημα καλύτερα από οποιον-δήποτε στο Dreams of a Final Theory (Όνειρα για μια Τελική Θεωρία):*
Ορισμένοι άνθρωποι έχουν τόσο γενικές και ελαστικές απόφεις για τον Θεό, ώστε είναι αναπόφευκτο να τον βρίσκουν οπουδήποτε τον αναζη-τήσουν. Ακούμε ότι «ο Θεός είναι το έσχατο», ή «ο Θεός είναι η καλύ-τερη φύση μας», ή «ο Θεός είναι το Σύμπαν». Φυσικά, στη λέξη «Θεός», όπως και σε κάθε άλλη λέξη, μπορούμε να δώσουμε οποιοδήποτε νόη-μα επιθυμούμε. Εάν θέλουμε να πούμε ότι «ο Θεός είναι ενέργεια», μπορούμε να τον βρούμε και σε ένα κομμάτι άνθρακα.
Ο Weinberg έχει φυσικά δίκιο όταν υτιοοτηρίζει ότι, για να μην καταλήξεχ η λέξη «Θεός» τελείως κενή νοήματος, οφείλουμε να τη χρησιμοποιούμε όπως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να την εκλαμβάνουν: έτσι ώστε να εννοείται ένας υπερφυσικός δημιουργός που «αξχ'ζει να τον λα-τρεύουμε».
Πολλές θλιβερές συγχύσεις έχουν προκύψει από την αδυναμία να διαχω-ριστεί ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «αϊνσταΐνεια θρησκεία» από τη θρησκεία που αναφέρεται στο υπερφυσικό. Ο Αϊνστάιν επικαλέστηκε κά-ποιες φορές το όνομα του Θεού (και δεν ήταν ο μόνος αθεϊστής επιστήμο-νας που το έκανε), προκαλώντας έτσι την παρανόησή του από οπαδούς του υπερφυσικού οι οηοίοι καραδοκούσαν να τον παρερμηνεύσουν και να ισχυριστούν ότι ο διαπρεπής στοχαστής ανήκε στη δική τους τάξη. Η δρα-ματική (ή μήπως σκανδαλιάρικη;) κατακλείδα του βιβλίου A Brief History of Time (To χρονικό του Χρόνου)** του Stephen Hawking, «διότι τότε θα έ-χουμε γνωρίσει τη σκέψη του Θεού», είναι περιβόητη όσον αφορά την πα-ρερμηνεία της.Έχει οδηγήσει κάποχους ανθρώπους να πιστέψουν, λανθα-σμένα βέβαχα, ότι ο Hawking είναι θρήσκος. Η κιηταροβιολόγος Ursula Goodenough, στο βιβλίο της The Sacred Depths of Nature (Τα ιερά βάθη της Φύσης), ηχεί πιο θρήσκα ακόμη και από τον Hawking ή τον Αϊνστάιν. Λα-τρεύει τχς εκκλησίες, τα τεμένη και τους ναούς, και πολλα αποσπάσματα του βιβλίου της κυριολεκτικά θα προκαλούσαν τους πιστούς του υπερφυ-
* Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, 1995. (Σ.τ.μ.)
** Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, πρώτη έκδοση 1988, δεύτερη έκδοση 1997. (Σ.τ.μ.)
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ θΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΧ ΑΠΙΣΤΟΣ
35
σικού να τα περιλάβουν, αποσπώντας τα από το ευρύτερο πλαίσιό τους, στο οπλοστάσιό τους. Φτάνει έως το σημείο να αποκαλέσει τον εαυτό της «ευλαβή νατουραλίστρια». Κι όμως, η προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου της αποδεικνύει ότι, στην πραγματικότητα, είναι και αυτή τόσο αφοσιωμέ-νη στον αθεϊσμό όσο και εγώ.
Η λέξη «νατουραλιστής» είναι κάπως αμφίσημη. Για εμένα, ανακαλεί τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, τον Dr Dolittle τού Hugh Lofting (χαρα-κτήρας ο οποίος, παρεμπχπτόντως, είχε πάνω του κάτι περισσότερο από μια πινελιά του «φιλοσόφου» νατουραλχστή του πλοίου Beagle της Αυτού Μεγαλειότητος).* Τον 18ο και τον 19ο αιώνα, η λέξη «νατουραλιστής» σή-μαινε ό,τι σημαίνει και για τους περισσότερους από εμάς σήμερα: το μελε-τητή του φυσικού κόσμου. Οι νατουραλιστές σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, από τον Gilbert White και ύστερα, συχνά ήταν κληρχκοί. Ο ίδιος ο Δαρβί-νος, μάλχστα, ως νεαρός άντρας προαλειφόταν για την Εκκλησία, ελπίζο-ντας ότι οι νωχελικοί ρυθμοί της ζωής του εφημέριου της υπαίθρου θα του έδιναν τη δυνατότητα να αφοσιωθεΐ στο πάθος του για τα σκαθάρια. Οι φι-λόσοφοι όμως χρησιμοποιούν τον όρο «νατουραλιστής» με πολύ διαφορε-τική έννοια, δηλαδή ως το αντίθετο εκείνον πον πιστενει στο νηερφνσικό. Ο Julian Baggini, στο βιβλίο του Atheism: A Very Short Introduction (Αθεϊσμός. Μια πολύ σύντομη εισαγωγή), εξηγεί το νόημα που έχει η δέσμευση των αθεϊστών στη φυσιοκρατία: «Οι περισσότεροι αθεϊστές πιστεύουν ότι, μο-λονότι στο Σύμπαν υπάρχει μόνο ένα είδος ουσίας, η οποία είναι υλικής φύσεως, από αυτή την ουσία προκιίπτοι^ οι νοήσεις, η ομορφια, τα συναι-οΒήματα, οι ηθικές αξίες —εν ολίγοις, όλο το φάσμα των φαινομένων που δίνουν πλούτο στην ανθρώπινη ζωή».
Οι ανθρώπινες σκέψεις και τα συναισθήματα αναδύονται μέσα από τις ε-ξαιρετχκά πολύτιλοκες διασυνδέσεις φυσικών οντοτήτων μέσα στον εγκέ-φαλο. Ο αθεϊστής, με αυτή τη φιλοσοφική έννοια του νατουραλιστή, είναι κάποιος που πιστεύει ότι δεν υπάρχει τίποτε επέκεινα του φυσικού, υλικού κόσμου, καμία νπερψυσική δημιουργική ευφυΐα που ελλοχεύει πίσω από το παρατηρήσιμο Σύμηαν, ούτε ψυχή η οποία επιβιώνει μετά το θάνατο του σώματος, οχπε και θαύματα —εκτός χχπό την έννοια φυσικών φαινομένων τα οποία δεν μπορούμε ακόμα να εξηγήσουμε. Εάν ιτπάρχει κάπ το οποίο,
* Ο Dr Dolittle, κεντρικός χαρακτήρας μιας σειράς παιδικών βιβλίων που άρχισε να γρά-φει το 1920 ο βρετανός Hugh Lofting, ήταν γιατρός της βικτωριανής εποχής με την ικα-νότητα να μιλά με τα ζώα. Στη συνέχεια έγινε φυσιοδίφης για να κατανοήσει καλύτερα τη Φύση και τα ζώα. To Beagle ήταν το πλοίο που μετέφερε τον Δαρβίνο ανά τον κόσμο για τις μελέτες του. (Σ.τ.μ.)
36

σύμφωνα με τον ατελή τρόπο irou κατανοούμε τον Κόσμο σήμερα, δείχνει να βρίσκεται πέρα από τον φυσικό κόσμο, ελπίζουμε ότι εν τέλει θα το ε-ξηγήσουμε και θα το περιλάβουμε μέσα στα όρια του φυσικού. Όπως και κάθε άλλη φορά, αν ξεϋφάνουμε το ουράνιο τόξο, εκείνο δεν θα γίνει λιγό-τερο θαυμαστό.
Κάποιοι μεγάλοι επιστήμονες της εποχής μας, οι οποίοι δίνουν την ε-ντύηωση θρήσκων ανθρώηων, συνήθως δεν αποδεικνύονται θρήσκοι όταν εξετάσει κανείς τις πεποιθήσεις τους σε βάθος. Αυτό οπωσδήποτε ισχύει για τον Αϊνστάιν και τον Hawking. Ο Martin Rees, σημερινός βασιλικός α-στρονόμος και πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας, μου εΐπε ότι πηγαίνει crtnv εκκλησία ως «άπιστος αγγλικανός [...] από αφοσίωση στη φυλή». Δεν έχει θεϊσπκές πεποιθήσεις, αλλά συμμερίζεται και εκείνος τον ποιητικό να-τουραλισμό που εμπνέει το Σύμπαν και στους άλλους επιστήμονες που α-νέφερα. Στη διάρκεια μιας πρόσφατης συζήτησης που μεταδόθηκε από την τηλεόραση, προκάλεσα το φίλο μου γυναικολόγο Robert Winston, έναν σε-βαστό στυλοβάτη της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, να παραδεχθεί ό-τχ και ο δικός του ιουδαϊσμός ήταν του ίδιου ακριβώς είδους και ότι στην πραγματικότητα δεν πίστευε σε τίποτε υτιερφυσικό. Παραλίγο να το παρα-δεχθεί, αλλά δείλιασε την τελευταία στιγμή (για να είμαστε δίκαιοι, υποτί-θεται ότι εκεΐνος έπαιρνε συνέντευξη από εμένα και όχι το αντίστροφο).3
Όταν τον πίεσα, είπε ότι θεωρούσε πως ο ιουδαϊσμός τού παρείχε ένα σύστημα αρχών που τον βοηθούσαν να δομήσει τη ζωή του και να τη ξήσει καλά.Ίσως να είναι έτσι- αυτό όμως δεν έχει, φυσικά, ούτε την παραμικρή σχέση με την αληθοτιμή κανενός από τους περί υτιερφυσικού ισχυρισμούς του ιουδαϊσμού. Υπάρχουν πολλοί άθεοι διανοούμενοι οι οποίοι αποκαλούν με υπερηφάνεια τον εαυτό τους ιουδαΐο και συμμετέχουν στις ιουδαϊκές τελετουργίες, ίσως από αφοσίωση στην αρχαία παράδοση ή σε αδικοχαμέ-νους συγγενείς τους, αλλά και εξαιτίας μιας συγκεχυμένης —που προκαλεί περαιτέρω σύγχυση— τάσης τους να ονομάζουν «θρησκεία» εκείνη την πανθεϊστική ευλάβεια την οποία πολλοί μοιραζόμαστε με τον mo διαπρε-πή εκφραστή της, τον 'Αλμηερτ Αϊνστάιν. Ίσως να μην είναι πιστοί, αλ-λά, για να δανειστώ μια φράση του φιλοσόφου Daniel Dennett, «πιστεύουν στην πΐστη».4
Μία από τις μανιωδώς μνημονευόμενες παρατηρήσεις τού Αϊνστάιν εί-ναι η εξής: «Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεΐα είναι χωλή, ενώ η θρησκεία χω-ρχς την επιστήμη είναι τυφλή». Ο Αϊνστάιν όμως είπε επίσης:
Φυσικά, τα όσα διαβάσατε για τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ήταν ψέματα, ψέματα που επαναλαμβάνονταχ συστηματικά. Δεν πιστεύω σε κανέναν προσωπικό Θεό και ποτέ δεν το αρνήθηκα —αντιθέτως, το
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
37
έχω μάλιστα εκφράσεχ οαψέσταχα. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που να μπορεί να ονομαστεί θρησκευτικό, αυτό εχ'ναι ο απεριόριστος θαυμα-σμός μου για τη δομή του Κόσμου, όπως μας την αποκαλύπτει η επι-στήμη.
Μήπως φαίνεται ότι ο Αϊνσταιν έπεφτε σε αντιφάσεις;Ότι από τα λόγια του θα μπορούσαν να τσιμπολογηθούν ρήσεις για να υποστηριχθούν και οι δύο πλευρές της αντιπαράθεσης; Όχι. Με τη λέξη «θρησκεία» ο Αϊνστάιν εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο ιτου κατά σύμβαση εννοεί-ται. Καθώς λοχπόν θα προχωρώ στην αποσαφήνιση της διάκρισης μεταξύ υ-περφυσικής θρησκεΐας από τη μία πλευρά και αϊνσταΐνειας θρησκείας από την άλλη, ας έχετε υπόψη σας ότι θεωρώ μόνο τους νπερφνσικονς θεούς αυ-ταπάτες.
Στη συνέχεια παραθέτω μερικές ρήσεις τού Αϊνστάιν, για να πάρετε μια γεύση της αϊνσταΐνειας θρησκείας.
Είμαι ένας βαθιά θρησκευόμενος άπιστος. Πρόκειται για ένα κάπως νέο είδος θρησκείας.
Ποτέ δεν έχω αποδώσει στη Φύση κάποιο σκοπό ή επιδίωξη, ή οτιδή-ποτε άλλο θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανθρωπομορφικό. Στη Φύση βλέπω μια μεγαλειώδη δομή την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε μόνο πολύ ατελώς, και τούτο θα έπρεπε να γεμίζει οποιονδήποτε σκε-πτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Αυτό είναι ένα γνήσια θρησκευτικό συναίσθημα και δεν έχει καμία οχέση με το μυστι-κισμό.
Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μού είναι εντελώς ξένη —και μου φαί-νεται έως και αφελής.
Μετά το θάνατό του, όλο και περισσότεροι απολογητές της θρησκείας έχουν ευλόγως προσπαθήσει να πείσουν ότι ο Αϊνστάιν ήταν δικός τους. Μερικοί όμως από τους θρήσκους συγχρόνους του τον είχαν δει πολύ δια-φορετικά. To 1940, ο Αϊνστάιν έγραψε ένα σπουδαίο δοκίμιο ότιου τεκμη-ρίωνε τη δήλωσή του: «Δεν πιστεύω σε κανέναν προσωπικό Θεό». Αυτό, και άλλες παρόμοιες δηλώσεις του, προκάλεσαν καταιγισμό επιστολών από τους οπαδούς της «ορθής» πίστης, πολλές δε από τις οποίες αναφέρονταν στην εβραϊκή καταγωγή τού Αϊνστάιν. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν έχουν ληφθεί από το βιβλίο Einstein and Religion (Ο Αϊνστάιν και η θρη-σκεία) του Max Jammer —το οποίο υπήρξε καχ η δική μου κύρια πηγή ό-σον αφορά ρήσεις τού Αϊνστάιν σχετικά με τη θρησκεία. Ο επίσκοπος της
38

Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τού Κάνσας Σίτι δήλωσε: «Είναι θλιβερό να βλέπει κανει'ς έναν άνθρωπο, ο οποίος προέρχεται από το λαό της Παλαιάς Διαθήκης καχ τις διδαχές της, να αρνείται τη μεγάλη παράδοση αυτού του λαού». Και άλλοι, καθολικοί κληρικοί, μπήκαν επίσης οτο χορό: «Δεν υπάρ-χει κανένας άλλος Θεός πέρα από τον προσωπικό Θεό [...] ο Αϊνστάιν δεν ξέρεχ τι λέεχ. Πλανάται πλάνην οχκτρά. Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι, ε-πειδή έχουν κατακτήσει βαθιά γνώση στο επισιημονικό πεδίο τους, είναι καχ αρμόδχοχ για να εκφράζουν άποψη επί παντός επιστητού». Η θέση ότι η θρησκεία συνιστά καθαυτήν ένα πεδίο με την ορθή έννοια του όρου, όπου μάλιστα μπορεί κανείς να θεωρηθεί είδήμων, είναι από εκείνες που δεν πρέ-πει να γίνουν αποδεκτές αβασάνιστα. Ο εν λόγω κληρικός, ερωτώμενος γχα το ακριβές σχήμα και χρώμα των φτερών μιας νεράχδας, πιθανότατα δεν θα παρέπεμπε crtnv αυθεντία κάποχου που θα αυιοαποκαλοχίνταν «νεραϊδολό-γος». Τόσο ο χ'διος όσο καχ ο επχ'σκοπος νόμιζαν ότχ ο Αϊνσιάχν, επεχδή δεν γνώρχξε θεολογχ'α, εχ'χε παρανοήσει τη φύση του Θεού. Αντχθέτως, ο Α'χ'ν-στάχν κατανοούσε πολύ καλά τχ ήταν εκείνο που αρνχόταν.
Ένας αμερχκανός ρωμαχοκαθολχκός καχ δχκηγόρος, ο οιιοίος εργαζόταν γχα λογαρχασμό ενός οχκουμενχκού χρχοτχανχκού εητνασπχσμού, έγραψε στον Αχνστάχν:
Νχώθουμε βαθχά θλχ'ψη για τη διίλωσή σας [...] με την οποχ'α γελοιοποχ-εχτε την χδέα του προσωπχκού Θεού. Τα τελευταία δέκα χρόνχα δεν έχεχ εμφανχσχεχ' τίποτε πχο υστερόβουλο από τη δχιαί σας διίλωση, τίποτα τόσο μελετημένο ώστε να οδηγεχ' τον κόσμο να πχστέψεχ ότχ ο Χχ'τλερ εχ'χε κάποχο δχ'κιο όταν εκδχ'ωκε τους Εβραίους από τη Γερμανχ'α. Μο-λονότχ αναγνωρχ'ζω το δχκαίωμά σας στην ελευθερία του λόγου, εξα-κολουθώ να θεωρώ ότχ η διίλωσή σας σάς καθιστά μχ'α από τχς κυρχότε-ρες αιτίες διχόνοχας στην Αμερχκή.
Ένας ραββχ'νος από τη Νέα Υόριαι είπε: «Ο Αϊνστάιν εχ'ναχ αναμφχ'βολα μεγάλος ειτχστήμονας, αλλά οχ απόψεχς του ττερχ' θρησκεχ'ας αντχ'κεχνταχ εμ-φανώς προς τον χουδα'χ'σμό».
«Αλλά»; «Αλλά»; Γχατχ' όχχ «καχ»;
Ο πρόεδρος μχας εταχρείας χστορχκών τού Νχου Ί^έρσχ έγραψε μχα επχ-στολή όπου εκθέτεχ τόσο ανεπανόρθωτα τχς αδιτναμχ'ες του θρησκευόμενου νου ώστε αξχ'ξεχ να τη δχαβάσεχ καχ να την ξαναδχαβάσει κανείς:
Σεβόμαστε το εύρος των γνώσεών σας, δρ Αϊνστάχν- αλλά υπάρχεχ κάτχ που μάλλον δεν το έχετε μάθεχ: ο Θεός εχ'ναχ πνειίμα, καχ δεν μπορεχ' να βρεθεχ' με το τηλεσκόπιο ή με το μχκροσκόιιιο, όπως καχ η ανθρώπχνη
ΕΝΑΧ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
39
σκέψη και το συναίσθημα δεν μπορούν να ανακαλυφθούν με ανάλυση του εγκεφάλου. Όπως γνωρίξει ο καθένας, η θρησκεία βασίζεται στην πίστη, όχι στη γνώση.Ίσως κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος ταλανίζεται κάποτε από αμφιβολίες για την πίστη του. Και η δική μου πίστη έχει καμφθεί πολλές φορές. Αλλά δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν για τούτες τις πνευματικές μου παρεκκλίσεις, για δύο λόγους: (1) Από φόβο ότι θα μπορούσα, με υποβολή και μόνο, να ταράξω και να καταστρέψω τη ζωή και τις εληίδες κάποιου συνανθρώπου μου• (2) επειδή συμφωνώ με to συγγραφέα που έγραψε ότι «Υποκινείται από κακία όποιος προσπαθεί να καταστρέψεχ την πίστη κάποιου άλλου». [...] Ελπίζω, δρ Αϊνστάιν, ότι οι δηλώσεις σας ϊΐαρεξηγήθηκαν και ότι στο μέλΑον θα πείτε κάτι για να ευχαριστήσετε περισσότερο όλους εκεχνους τους Αμερικανούς οι οποίοι χαίρονται να σας τιμούν.
Τι εξόχως αποκαλυττπκή επιστολή! Η κάθε της πρόταση στάξει διανοητι-κή KQI ηθική δειλία.
Λιγότερο αξχοθρήνητη αλλά πιο σοκαριστική ήταν η επιστολή από τον ιδρυτή της Ένωσης της Κιβωτού του Γολγοθα (Calvary Tabernacle Association) στην Οκλαχόμα:
Καθηγητά Αϊνστάιν, πιστεύω ότχ κάθε χριστιανός της Αμερικής θα σας απαντήσει: «Δεν θα εγκαταλείψουμε την πίστη μας στον Θεό μας και οτον Υιό Του, Ιησού Χρχστό, αλλά καλούμε εσάς, αν δεν πιοτεύετε στον Θεό των ανθρώπων αυτής της χώρας, να ιιάτε εκεί από όπου ήρθατε». Έχω κάνει οτιδήποτε μπορούσα για να είμαι ευλογία για το Ισραήλ, και ύστερα έρχεστε εσείς και, με μχα βλάσφημη δήλωσή σας, κάνετε περισ-σότερο κακό στην υπόθεση του λαού σας απ' όσο καλό κάνουν όλες οι προσπάθειες των χριστιανών που αγαποχίν το Ισραήλ για να ξεριξώσουν τον ανπσημιτισμό από τη χώρα μας. Καθηγητά Αϊνστάιν, κάθε χριοτια-νός στην Αμερική θα σας απαντήσει αμέσως: «Πάρτε την τρελή, εσφαλ-μένη θεωρία σας περί εξέλιξης, και πηγαίνετε πίσω στη Γερμανΐα από όπου ήρθατε, ειδάλλως σταματήστε να προσπαθείτε να καταστρέψετε την ιιίστη των ανθρώιτων που σας καλωσόρισαν όταν αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε την πατρίδα σας».
Μόνο σε ένα πράγμα είχαν δίκιο όλοι οι θεϊστές επικριτές τού Αϊνστάιν: ότι δεν ήταν δικός τους. Είχε επανειλημμένα εκφράσει την αγανάκτησή του όταν τον παρουσίαζαν ως θεϊστή. Τελικά, ήταν άραγε ντεϊστής, όπως ο Βολ-ταίρος και ο Ντιντερό;Ή μήπως πανθεϊστής, όπως ο Σπινόζα, του οποίου ΰαίψαζε τη φιλοσοφία; «Πιστεύω στον Θεό τού Σπινόζα, ο οποίος αποκα-
40

λύπτεται στην τάξη και την αρμονία όσων υπάρχουν, και όχι σε έναν Θεό ασχολούμενο με τα πεπρωμένα και τις πράξεις των ανθρώπων» είχε δηλώ-σει κάποτε.
Ας θυμηθούμε την ορολογία. Ένας θεϊστής πιστεύει στην ύπαρξη μχας υπερφυσικής διάνοκις η οποία, εκτός από το κύριο έργο της, τη Δημιουρ-γΐα του Σύμπαντος, εξακολουθεί να «κυκλοφορεί ανάμεσά μας», για να επι-βλέπει και να επηρεάζει το πεπρωμένο της αρχικής της Δημιουργίας. Σε πολλά θεϊστικά συστήματα πίστης, η θεότητα έχει ενεργή ανάμειξη στχς ανθρώπινες υποθέσεις. Ο Θεός αποκρίνεται σε προσευχές, συγχωρεί ή τι-μωρεί αμαρτίες, παρεμβαΐνει στον κόσμο κάνοντας θαύματα, χολοσκάει για τις καλές και τις κακές μας πράξεις, καχ ξέρει πότε τις κάνουμε (ή ακόμη και πότε σκεπτόμαστε να τις κάνουμε). Ο ντεϊστής πιστεύει και εκεΐνος σε μια υτιερφυσική διάνοια, της οποίας ωστόσο οι δραστηριότητες περιορί-στηκαν πρωτΐστως στον καθορισμό των νόμων που κυβερνούν το Σύμπαν. Ο ντεϊσπκός Θεός δεν παρεμβαΐνει πλέον —και πάντως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες υιιοθέσεις. Οι πανθεϊστές δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη οποιουδήποτε υπερφυσικού Θεού, αλλά χρησιμο-ποιούν τη λέξη «Θεός» ως ένα μη υπερφυσικό συνώνυμο για τη Φύση ή το Σύμπαν ή για τους νόμους που δχέπουν τη λειτουργία του. Οι ντεϊστές δια-φέρουν από τους θεϊστές κατά το ότι ο Θεός τους δεν απαντά σε προσευ-χές, δεν ενδιαφέρεται για αμαρτίες ή για εξομολογήσεις, δεν διαβάζει τις σκέψεις μας και δεν παρεμβαίνει με καπριτσιόζχκα θαύματα. Οι ντεϊστές διαφέρουν από τους πανθεϊστές κατά το ότι ο Θεός των ντεϊστών είναι ένα είδος κοσμικής διανοιας, και όχι το μεταφορικό ή το ποιητικό σννώννμο των πανθεϊστών για τους νόμους του Σιίμπαντος. Ο πανθεϊσμός είναι φτιασιδω-μένος αθεϊσμός. Ο ντεϊσμός είναι νερωμένος θεϊσμός.
Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι για να θεωρήσουμε ότι διάσημες ρήσεις τού Αϊνστάιν, όπως «Ο Θεός εΐναι πολυμήχανος αλλά όχι κακοπροαίρε-τος» ή «Ο Θεός δεν παίξει ζάρια» ή «Είχε ο Θεός άλλη επιλογή από το να δημιουργήσει το Σύμπαν;», είναι πανθεϊστικές• όχι ντεϊστικές, καχ οπωσδή-ποτε όχι θεϊστικές. Η πρόταση «Ο Θεός δεν παΐζεχ ζάρια» πρέπει να μετα-φραστεί ως «Η τυχαιότητα δεν βρίσκεται στην καρδιά των πάντων». Η πρό-ταση «Είχε ο Θεός άλλη επιλογή από το να δημιουργήσει το Σύμπαν;» σημαίνει: «Θα μπορούσε η απαρχή του Σύμπαντος να ήταν διαφορετική;». Ο Αϊνστάιν χρησιμοποιούσε τη λέξη «Θεός» με έναν καθαρά μεταφορικό, ποιητικό τρόπο. To ίδιο και ο Stephen Hawking, το ίδιο και οι περισσότεροι φυσικοί που κατά διαστήματα διολισθαίνουν και χρησιμοποιοχίν τη γλώσσα των θρησκευτικών μεταφορών. To βιβλΐο The Mind of God (O νους του Θε-ού), τού Paul Davies, δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται μεταξύ αϊνσταΐνει-ου πανθεϊσμού και μχας ασαφούς μορφής ντεϊσμού —για την οποία αλα:α-
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΓΣΤΟΣ
41
μείφθηκε με το βραβείο Templeton (ένα μεγάλο χρηματχκό ποσό που δίνε-ται ως έιταθλο ετησίως από το Ίδρυμα Templeton, συνήθως σε κάποιον ε-πιστήμονα ο οποίος έχει την προθυμία να πει κάτι «καθωσπρέπει» σχετικά με τη θρησκεία).
Επιτρέψτε μου να συνοψίσω την έννοια της θρησκείας τού Αϊνστάιν σε μία ακόμα ρήση του ίδιου του Αϊνστάιν: «To να αντιλαμβάνεται κανείς ότι, πίσω από οτιδήποτε μπορεί να βιώσει, υπάρχει κάτι που ο νους μας αδυ-νατεί να συλλάβει, και του οποίου η ομορφιά και το μεγαλείο μάς αγγίζει μόνο έμμεσα και σαν μισοσβησμένη αντανάκλαση, αυτό είναι θρησκευτικό-τητα. Υπό τη συγκεκριμένη έννοια είμαι θρήσκος». Υπό αυτή την έννοια εΐ-μαι θρήσκος και εγώ, με την επιφύλαξη όμως ότι η έκφραση «δεν μπορεί να συλλάβει» δεν σημαίνεχ απαραίτητα και «ασύλληπτο για πάντα». Εντούτοις, ιτροτιμώ να μην αυτοαιιοκαλούμαι θρήσκος, επειδή κάτι τέτοιο είναι παρα-πλανητικό. Είναι μάλιστα καταστροφικά παραπλανητικό, αφού, για την πλειονότητα των ανθρώπων, η λέξη «θρησκεία» ϋπονοεί το «υπερφυσικό». Ο Carl Sagan το διατύπωσε ωραία: «[...] αν με τη λέξη "Θεός" εννοεί κανείς το σύνολο των φυσικών νόμων rrou διέπουν το Σύμπαν, τότε, ολοφάνερα, σπάρχει τέτοιος Θεός. Αυτός όμως ο Θεός δεν ικανοποιεί συναισθηματικές ανάγκες [...] δεν έχει και πολύ νόημα να ιιροσευχηθείς στο νόμο της βαρύ-τητας».
Είναι διασκεδαστικό το γεγονός ότι, για την τιαραπάνω δήλωση του Carl Sagan, το έδαφος είχε προετοιμαστεί από τον αιδεσιμότατο δρ Fulton J. Sheen, καθηγητή οτο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής, ο οποι'ος εξα-πέλυσε σφοδρή επΐθεση οτον Αϊνστάιν όταν εκείνος, το 1940, αποκήρυξε την ιδέα του προσωπικού Θεού. Ο Sheen ρώτησε σαρκαστικά αν υπήρχε κανείς ηρόθυμος να θυσιάσεχ τη ζωή του για τον Γαλαξία. Προφανώς πί-στευε πως με αυτό τον τρόπο έθιγε τον Αϊνστάιν, και όχι τον εαυτό του, καθώς μετά συμπλήρωσε: «Υπάρχει μόνο ένα λάθος στην "κοσμχκή" του θρησκεΐα: έβαλε ένα παραπάνω γράμμα στη λέξη —το γράμμα "σ"». Δεν υ-πάρχει τίποτε κωμικό στις πεποιθήσεις τού Αϊνστάιν. Εντούτοις, πολύ θα ήθελα οι φυσικοί να απέφευγαν να χρησιμοποιοιίν τη λέξη «Θεός» με την ειδική, μεταφορική της σημασία. Ο μεταφορικός ή πανθεϊοτχκός Θεός των φυσικών βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τον Θεό —ο οποίος παρεμβαί-νεχ, κάνει θαύματα, διαβάζει σκέψεις, τχμωρεί αμαρτΐες, απαντά σε προσευ-χές— της Βζ'βΑου, των παπάδων, των μουλόδων, των ραββίνων καχ της κα-θομιλουμένης. To να προκαλεί κανείς σκόπιμα σιίγχυση μεταξύ αυτών των δύο συνιστά, κατά τη γνώμη μου, πράξη εσχάτης διανοητικής προδοσίας.
42

Ανάξιοι σεβασμον
Ο τίτλος του βιβλίου μου, Η περί Θεον αυταπάτη, δεν αναφέρεται στον Θεό τού Αϊνστάιν και των άλλων φωτισμένων επιστημόνων της προηγούμενης ενότητας. Για αυτό το λόγο έπρεπε καταρχάς να τελειώνω με το ζήτημα της αϊνσταΐνειας θρησκείας: έχει αποδεδειγμένα την ικανότητα να περιπλέ-κει τα πράγματα. Στο υπόλοιπο βιβλίο αναφέρομαι στους νπερφνσικούς θε-ούς, από τους οποίους ο πιο γνωστός στην πλειονότητα των αναγνωστών μου θα είναι ο Ιεχωβά, ο Θεός της Παλαιάς Αιαθήκης. Θα επανέλθω σε αυ-τόν σύντομα. Αλλά πριν ολοκληρώσω τούτο το προκαταρκτικό κεφάλαιο, χρειάζεται να ασχοληθώ με ένα ακόμα θέμα, αλλιώς θα ταλανίζει όλο το βιβλίο. Αυτή τη φορά πρόκειται για ένα ζήτημα τάξεως. Κάποιοι θρη-σκευόμενοι αναγνώστες ενδέχεται να προσβληθούν από όσα σκοπεύω να πω και ίσως θεωρήσουν ότι σε τούτες εδώ τις σελίδες δεν υπάρχει αρκετός σεβασμός για τις ιδιαίτερες προσωπικές τους πεποιθήσεις (όχι, ωστόσο, για πεποιθήσεις που άλλοι θεωρούν πολύτιμες). Θα είναι κρίμα αν μια τέτοιου είδους ευθιξία δεν τους αφήσει να συνεχίσουν την ανάγνωση, και επομένως θέλω να ξεκαθαρίσω τα πράγματα εδώ, εξαρχής.
Μια ευρύτατα αποδεκτή υπόθεση, την οποία ασπάζονται σχεδόν όλα τα μέλη της κοινωνίας μας —οτυμπεριλαμβανομένων και των άθρησκων—, εί-ναι ότι η θρησκευτική πίστη μπορεί να προσβληθεί πολύ εύκολα, και ως εκ τούτου θα έπρεπε να προστατεύεται με ένα αφύσικα αδιαπέραστο τείχος σεβασμού, διαφορετικής τάξεως από το σεβασμό που οφείλει να έχει κάθε ανθρώιιινο ον για κάθε άλλο. Ο Douglas Adams TO έθεσε τόσο ωραία, σε ένα αυτοσχέδιο λογύδριό του στο Καίμπριτζ, λίγο καιρό πριν από το θάνατό του,5 ώστε δεν κουράζομαι να μεταφέρω τα λόγια του:
Η θρησκεία [...] εγκολπώνεται ορισμένες ιδέες που τις ονομάζουμε ιερές ή άγιες ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αυτό είναι σαν να λέμε: «Νά μια ιδέα ή μια έννοια για την οποία δεν επιτρέπεται να πεις τίποτε κακό• απλά, δεν επιτρέπεται. —Γιατί όχι; —Διότι δεν επιτρέπεται!». Αν κάποιος ψηφίσει ένα κόμμα με το οποίο δεν οχτμφωνείς, είσαι ελεύθε-ρος να επιχειρηματολογήσεις επ' αυτού όσο θέλεις• όλοχ θα πουν τα επιχειρήματά τους, και κανένας δεν θα αισθάνεται θιγμένος. Εάν κά-ποιος θεωρεί ότι οι φόροι πρέπει να αυξηθούν ή να μειωθούν, είσαχ ε-λεύθερος να υποστηρίξεις τα επιχειρήματά σου επί του ζητήματος. Αλλά, από την όλλη μερχά, αν κανείς πει «Δεν πρέπει ούτε το φως να ανάψω τα Σάββατα», τότε απαντάς: «To σέβομαι αυτό».
Γιατί να είναι απολύτως θεμχτό να υποστηρίξει κανείς το κόμμα των Εργατικών ή των Συντηρητικών, τους Ρεπουμπλικανούς ή τους Δημο-
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
43
κρατικούς, το ένα μοντέλο οχκονομχας σε σχέση με το άλλο, τη Macintosh και όχι τα Windows —αλλά το να έχεις γνώμη για το πώς ξεκχνησε το Σύμπαν, για το ποιος δημιούργησε το Σύμπαν [...] όχι, αυτό είναι ιερό; [...] Έχουμε συνηθίσει να μην αμφισβητούμε τις θρησκευτικές ιδέες, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον το ιιόσο σάλο ξεσηκώνει ο Richard όταν το κάνει! Όλοι γίνονται έξαλλοι, επεχδή δεν επχτρέπεταχ να λες τέτοια πράγματα. Κχ όμως, αν το δεχς ορθολογχκά, δεν υπάρχεχ κανέ-νας λόγος να μην είναχ καχ αχπές οχ χδέες εξχ'σου ανοχκτές στο δχάλογο όπως καχ οποχεσδήποτε αλλες —αν εξαχρέσουμε βέβαχα το ότχ κατά κάποχον τρόπο έχουμε συμφωνήσεχ μεταξύ μας πως δεν θα έπρεπε να εχ'ναχ.
Ακολουθεί ένα παράδειγμα του χιιιερβολικού σεβασμού που αιιολαύει η θρησκεχ'α οτην κοχνωνχ'α μας —καχ μάλχστα παράδεχγμα βαρχίνουσας σημα-σχ'ας: Εχ'ναχ εξαχρετχκά ευκολότερο να αναγνωρχστεχ' σε κάποχον η χδχότητα του αντχρρησχα σντνεχδησης σε καιρό πολέμου αν επχκαλεστεχ' θρησκευτχ-κούς λόγους. Ακόμη κχ αν εχ'σαχ ένας λαμπρός ηθχκός φχλόσοφος, με βρα-βευμένη δχδακτορχχαί δχατριβή η οποία εξετάζεχ σε βάθος τα δεχνά του πο-λέμου, μπορεχ' η επχτροπή στρατολόγησης να σε ταλαχπωρεχ' γχα πολύ καχρό καθώς θα αξχολογεχ' το αίτημα σου να θεωρηθεχ'ς αντχρρησχ'ας συνεχ'δησης. Αλλά αν πεχς ότχ ο ενας ή και οχ δύο γονείς σου είναι κουάκεροχ, τότε παίρ-νεχς την έγκριση χωρίς καμχ'α σκοτούρα, ανεξάρτητα από το πόσο συμμε-ρίζεσαχ ή γνωρίζεχς τη θεωρχ'α του εχρηνχσμού, ή ακόμη και τχς αρχές του χ'-δχου του κουακερχσμού.
Στο δχαμετρχκά αντίθετο του εχρηνχσμού άκρο του φάσματος βρίσκουμε τη δεχλή απροθυμχ'α να χρησχμοποχηθοχίν θρησκεχττχκά ονόματα γχα φατρχ'ες ευρχσκόμενες σε εμπόλεμη δχαμάχη. Στη Βόρεχα Ιρλανδχ'α, οι καθολχκοχ' καχ οχ προτεστάντες ονομάζονταχ κατ' ευφημχσμόν «εθνχκχστές» κοχ «νομχμό-φρονες», αντίστοχχα. Η χ'δχα η λέξη «θρησκείες» λογοκρίνεται καχ μετατρέ-πεταχ σε «κοχνότητες», όπως στη φράση «σύρραξη μεταξύ κοχνοτήτων». Ως συνέπεχα της αγγλοαμερχκανχκής εισβολής τού 2003, ο ϊΐόλεμος του Ιρακ εκφυλχ'στηκε σε έναν μχσαλλόδοξο εμφύλχο πόλεμο μεταξχί σοχινχτών καχ σχχτών μουσουλμάνων. Ολοφάνερα πρόκεχταχ γχα σχίγκρουση θρησκευτχκών ομάδων —κχ όμως, στην Independent της 20ής Μαΐου 2006, ο πρωτοσέλχδος τίτλος καχ το κύρχο άρθρο τη χαρακτήρχζαν ως «εθνοκάθαρση». To πρώτο συνθετχκό εθνο- αποτελεχ' έναν ακόμα ευφημχσμό. ΑΧΛΟ που παρακολου-θούμε να ουμβαίνεχ τώρα ατο Ιράκ εχ'ναχ η εκκαθάρχση θρησκεχχχχκών μεχο-νοτήτων. Καχ η αρχχιαί χρήση του όρου «εθνοκάθαρση» στη δχάρκεχα του πολέμου στην πρώην Γχοχιγκοσλαβχ'α αποτελεχ', εύλογα, έναν ευφημχσμό γχα να εννοηθοχίν οχ εκκαθαρχ'σεις θρησκευτικών μεχονοτήτων, δηλαδή ορθόδο-
44

ξων χριστιανών Σέρβων, καθολικών χρισπανών Κροατών και μουσουλμά-νων Βοσνΐων.6
Έχω και παλαιότερα επχστήσει την προσοχή στην προνομιακή μεταχεί-ριση που απολαμβάνει η θρησκεία τόσο από τα μέσα ενημέρωσης όσο και από την κυβέρνηση,7 σε δημόσιες συζητήσεις για ζητήματα ηθικής. Όποτε εγείρεταΐ κάποκι αντιπαράθεση σχετικά με τα σεξουαλικά ή τα αναπαραγω-γικά ήθη, μπορείτε να στοιχηματίσετε ότι αρκετές διαφορετικές θρησκευ-τικές ομάδες θα αντιπροσωπεύονται περίοπτα από τους ηγέτες τους σε επιτροπές με μεγάλη επιρροή, ή σε δημόσιες συζητήσεις στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Δεν προτείνω εδώ να επιδιώξουμε να λογοκρίνουμε τις απόψεις αυτών των ανθρώπων. Αλλά γιατί θα έπρεπε η κοινωνία μας μονίμως να στρέφεται σε εκείνους, σαν να ήταν κατά κάποιον τρόπο ειδή-μονες επί χου ζητήματος, συγκρίσιμοι, λόγου χάριν, με έναν ηθικό φιλόσο-φο, με ένα δικηγόρο οικογενειακών υποθέσεων ή με ένα γιατρό;
Ακολουθεί ένα ακόμα αλλόκοτο παράδειγμα που αφορά την προνομιακή μεταχείρχση της θρησκείας: Στις 21 Φεβρουαρίου τού 2006, το Ανώτατο Δι-καστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε, σε συμφωνία με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, ότι μια εκκλησία στο Νιου Μέξικο πρέπει να εξαιρεθεί από το νόμο κατά της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών8 —νόμο στον οποίο όλοι ot υπόλοιποι οφείλουν υπακοή. Οι ΗΙΟΤΟΙ και μέλη τού Centro Espirita Beneficiente Uniao do Vegetal πιστεύουν ότι μπορούν να κατανοήσουν τον Θεό μόνο αν πιουν το αφέψημα hoasca, το οποίο περιέχει την παράνομη παραισθησιο-γόνο ουσία διμεθυλτρυπταμίνη. Δώστε προσοχή στο γεγονός ότι αρκεί που πιστενονν πως η εν λόγω ουσία ενισχύει την κατανόησή τους• δεν χρειάζεται να προσκομίσουν αποδείξεις. Από την άλλη, υπάρχουν άφθονες ενδείξεις ότι η κάνναβη ανακουφίζει από τα συμητώματα ναυτίας και δυσφορίας τους υποβαλλόμενους σε χημειοθεραπεία καρκινοπαθείς. Εντούτοις, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, το 2005, και πάλι σε συμφωνία με το Σύ-νταγμα, ότι όσοι ασθενεΐς χρησιμοποιοχίν κάνναβη για ιατρικούς λόγους είναι δυνατόν να διωχθούν σύμφωνα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία (α-κόμη και στις λίγες πολιτείες όπου επιτρέπεται τέτοχα ειδική χρήση). Η θρησκεία, όπως πάντα, έχει το πλεονέκτημα. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν τα μέλη κάποιου καλλιτεχνικού συλλόγου προσπαθούσαν να πείσουν ένα δικαστήριο πως «πιοτεύουν» cm μια παραισθηοχογόνος ουσία τούς είναι α-παραίτητη για να μπορέσουν να ενισχύσουν την κατανόησή τους για τα έργα της ιμπρεσιονιστικής ή της σουρεαλιστικής ζωγραφικής. Όταν όμως μια εκκλησία ισχυρίζεται ότι έχει κάποια παρόμοια ανάγκη, τότε βρίσκει αμέριστη υποστήριξη από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας. Τέτοια ει'ναι η δύναμη της θρησκείας!
Πριν από δεκαεπτά χρόνια, βρέθηκα μεταξύ των τριάντα έξι συγγραφέ-
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ θΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΊΌΣ
45
ων καχ καλλιτεχνών οχ οποίοι κλήθηκαν από το περιοδικό New Statesman να γράψουν κείμενα υποστήριξης για τον διακεκριμένο συγγραφέα Salman Rushdie,9 ο οποίος βρισκόταν τότε υτιό τη σκιά θανατχκής καταδίκης εξαι-τίας του μυθιστορήματος που έγραψε. Εξοργχσμένος από τη «συμπάθεια» τιου εκφράστηκε από κάποιους χριστιανούς ηγέτες, αλλά ακόμη καχ από μερικούς εξωεκκλησιαστνκούς δχαμορφωτές της κοινής γνώμης, γχα την «ο-δύνη» καχ την «προσβολή» που βίωναν οι μουσουλμάνοι, έκανα τον παρα-κάτω παραλληλισμό:
Αν οι οιιαδοί τού απαρτχάιντ διέθεταν αρκετό μυαλό, θα είχαν χσχυ-ριστεί —το λέω ειλικρινά— ότχ το να επιτρέπεται η μεχ'ξη των φυλών α-ντιβαίνει στχς θρησκευτικές τους αντιλήψεις. Μια μεγάλη μερίδα των α-ντχπάλων τους θα είχε κάνει πίσω, με μεγάλο σεβασμό. Δεν έχεχ μάλχ-στα κανένα νόημα να υποστηρίξει κανει'ς ότι τούτος ο παραλληλχσμός δεν είναι δχ'καιος, επειδή δήθεν το απαρτχάχντ στερεχ'ταχ κάθε λογχκής αχτχολόγησης. To όλο ξήτημα με τη θρησκεχ'α, η μεγάλη διίναμή της —κχπ το μεγαλείο της—, συνίσταται στο ότι είναι ανεξάρτητη από τη λογχκή αιτχολόγηση. Οχ υπόλοχποχ αναμένεταχ να υποστηρίζουμε τχς προκαταλήψεχς μας λογχκά. Ζήτα όμως από ένα θρήσκο να τεκμηρχώσεχ την πχ'στη του, καχ πάραχηα καταστρατηγείς την «ελευθερία τού θρη-σκεύεσθαι».
Πού να ήξερα πως κάτχ παρόμοχο θα ουνέβαχνε τον 21ο αχώνα! Σύμφω-να με δημοσίευση των Los Angeles Times (10 Απριλίου 2006), πολλές φοιτη-τικές χρχστχανχκές ομάδες από όλες τχς ΗΠΑ κατέθεσαν αγωγές εναντχ'ον των πανεπχστημχ'ων τους επεχδή υιοθέτησαν κανονχσμούς κατά των δχακρί-σεων, όπως, μεταξύ άλλων, απαγόρευση παρενόχλησης, προσβολής ή κα-κομεταχεχ'ρχσης των ομοφυλοφχλων. Χαρακτηρχστχκή εχ'ναχ η περχ'πτωση του James Nixon, ενός δωδεκάχρονου αγορχού από το Οχάχο, στον οποχ'ο, το 2004, το δχκαστήρχο επέτρεψε να φορά ένα μπλουζάκχ που έλεγε τα ε-ξής: «Η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία, το χσλάμ είναι φέμα, η έκτρωση είναι φόνος. Μερχκά πράγματα εχναχ απλώς άσπρο-μαύρο!».10 Στο σχολείο τού εχ'-παν να μη φορά το μπλουζάκι —καχ οχ γονεχ'ς του παχδχού μήνυσαν το σχο-λεχ'ο! Θα μπορούσε κανεχ'ς να πεχ ότχ οχ γονεχ'ς του δχεξήγαν έναν ηθχκά ά-μεμπτο δχκαστχκό αγώνα αν είχαν βασχ'σεχ την αγωγή τους στην πρώτη τροπολογχ'α του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία εγγυάταχ την ελευθερχ'α του λόγου. Αλλά δεν ακολούθησαν αυτή την οδό. Αντχ'θετα, οχ δχκηγόροχ των Nixon επικαλέστηκαν το συνταγματικό δχκαίωμα στην ελευθερία τού θρησκεύεσθαι. Η νχιαιφόρα αγωγή τους χχποστηρχζόταν από το Ταμεχ'ο Σντμ-μαχίας καχ Υποοτήρχξης (Alliance Defense Fund) της Αριζόνας, του οποίου
46

έργο είναι να «προωθεί τους δικασπκούς αγώνες για θρησκευτική ελευ-θερία».
Ο αιδεσιμότατος Rick Scarborough, υποστηρίζοντας το κύμα αυτών των χριστιανικών αγωγών rrou επιχειρούν να κατοχυρώσουν τη θρησκεία ως νο-μικό έρεισμα για διακρίσεις εναντίον των ομοφυλοφΐλων και άλλων ομά-δων, το έχει ονοματίσει αγώνα του 21ου αιώνα για τα ϋολνπκά δικαιώμα-τα: «Οι χρισπανοί θα χρειάζεται πλέον να αγωνίζονται για το δικαίωμά τους να είναι χρκτπανοί».11 Για να το επαναλάβω μία ακόμα φορά: αν αυτοί οι άνθρωποι αγωνίζονταν για το δικαίωμά τους στην ελεύθερη έκφραση, θα μπορούσε κανείς να τους κατανοήσει, έστω και απρόθυμα. Αλλά εδώ δεν πρόκειται ηερί αυτού. Εδώ, το «δικαίωμα να είσαι χριστιανός» δείχνει να σημαίνει «δικαίωμα να ανακατεύεσαι στην ιδιωτική ζωή των άλλων». Η βά-σει δικαστικών αποφάσεων υποστήριξη των διακρίσεων ενάντια στους ο-μοφυλόφιλους παρουσιάζεται ως ανταγωγή ενάντια σε υποτιθέμενες θρη-σκευτικές διακρίσεις! Και ο νόμος φαίνεται να το σέβεται αυτό. Δεν μπορεχς να πεις, χωρίς να υποστείς συνέπειες: «Αν προσπαθήσεις να με εμποδί-σεις να προσβάλω τους ομοφυλόφιλους, παραβιάζεις το δικαίωμά μου στην •προκατάληψη». Αλλά μπορείς να πεις, χωρίς να υτιοστείς συνέπειες: «Πα-ραβιάζεις TO δχκαίωμά μου να θρησκεύομαι». Αν το σκεφθεί κανείς λίγο, ποια είναι η διαφορά; Και πάλι η θρησκεία υπερισχύει.
Θα τελειώσω το ηαρόν κεφάλαχο με μια συγκεκρχμένη μελέτη περιπτώ-σεων, η οποία αποκαλύπτει σαφέστατα τον υπερβάλλοντα σεβασμό με τον οποίο περιβάλλει η κοινωνία μας τη θρησκεία, πάνω και πέρα από τον συ-νήθη σεβασμό ανθρώιιου προς άνθρωπο. To θέμα αυτό φούντωσε τον Φε-βρουάριο του 2006 —πρόκειται για ένα κωμικοτραγικό περιστατικό. Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, η δανική εφημερίδα Jyllands-Posten είχε δημο-σιεύσει δώδεκα γελοιογραφίες οι οποίες απεχκόνιξαν τον Προφήτη Μωά-μεθ. Τους επόμενους τρεις μήνες, μια μικρή ομάδα μουσουλμάνων που ζούσαν στη Αανία, με επί κεφαλής δύο ιμάμηδες στους οποίους είχε δοθεί άσυλο εκεί,12 καλλιέργησαν προσεκτικά και συστηματικά την αγανάκτηση σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο. Προς το τέλος τού 2005, αυτοί οι κακό-βουλοι εξόριστοι ταξίδεψαν από τη Δανία στην Αίγυπτο κουβαλώντας ένα φάκελο εγγράφων, ο οποίος αντιγράφηκε και κυκλοφόρησε από εκεί σε ο-λόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα της Ινδο-νησίας. Ο φάκελος περιεχχε διάφορα ψέματα για υποτιθέμενη κακομετα-χείριση των μουσουλμάνων στη Δανία και το υποβολιμαίο ψέμα ότχ η εφη-μερίδα Jyllands-Posten ελεγχόταν από την κυβέρνηση. Περιείχε επίσης τις δώδεκα γελοιογραφίες, αλλά το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι οι ιμάμηδες τις εΐχαν συμπληρώσει με τρεις ετηιιλέον εικόνες άγνωοτης προέλευσης, οι ο-ποίες σίγουρα δεν είχαν καμία σχέση με τη Αανία. Σε αντίθεση με τις πρώ-
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
47
τες δώδεκα, αυτές οι τρεις πρόσθετες εικόνες ήταν πράγματχ προσβλητικές —ή θα ήταν τέτοιες εάν, όπως οι φανατικοί προπαγανδχστές διατείνονταν, σπεχκόνχζαν πράγματι τον Μωάμεθ. Η πιο προσβλητική από τις τρεις δεν ήταν καν γελοχογραφία, αλλά η φωτογραφία ενός γενειοφόρου άντρα που φορούσε ψεχχπκο ρύγχος γουρουνιού στερεωμένο με λάστιχο, η οποία είχε σταλεί με φαξ. Αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν μια φωτογραφία τού Associated Press και απεικόνιζε ένα Γάλλο ο οποίος συμμετεχχε σε διαγωνισμό γρυλχσμάτων σε κάποιο πανηγύρχ της Γαλλίας.13 Η φωτογραφΐα δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον Μωάμεθ, καμία σχέση με το ισλάμ καχ καμία σχέση με τη Δανία. Αλλά οι μουσουλμάνοι ακτιβιστές, ενσπεχ'ροντας ζιζά-νια καθ' οδόν ιιρος το Κάιρο, άφησαν να εννοηθει' το αυτονόητο των τριών αυτών σχέσεων... με τα αναμενόμενα αττοτελέσματα.
Ο προσεκτχκά καλλιεργημένος ισχυρισμός ότι κάποιοι είχαν «θιγεί» καχ «προσβληθεί» έφτασε σε εκρηκτική κλιμάκωση πέντε μήνες αφότου είχαν δημοσιευτεί για πρώτη φορά οι γελοιογραφίες. Διαδηλωτές στο Πακχστάν καχ στην Ινδονησία έκαψαν δανικές σημαίες (πού να τις βρήκαν άραγε;) και απαίτησαν υστερικά να απολογηθεί η δανική κυβέρνηση. (Να απολογηθούν για τι; Δεν ήταν εκείνοι που έφτχαξαν τις γελοιογραφίες ή που τις δημοσί-ευσαν. Απλώς οι Δανοί ζουν σε μια χώρα με ελευθερία του Τύπου, κατχ που οι κάτοικοι των περισσότερων ισλαμικών κρατών ίσως αδυνατούν να κατα-νοήσουν.) Εφημερίδες της Νορβηγίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και ακό-μη και των ΗΠΑ (αλλά, επιδεχκτικά, όχχ της Βρετανίας) αναδημοσίευσαν τις γελοιογραφίες σε μια χειρονομία αλΛπλεγγύης προς την Jyllands-Posten, ρί-χνοντας και άλλο λάδχ στη φωτιά. Πρεσβείες και προξενεία έγιναν ρημαδιό, ξεκι'νησε μποϊκοτάζ των δανικών προϊόντων, αΓτειλήθηκε π ζωή και η σω-ματική ακεραιότητα δανών πολιτών και Δυτικών γενικότερα• χριστιανικές εκκλησίες στο Πακιστάν, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με τη Δανία ή την Ευρώπη, πυρπολήθηκαν. Εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν όταν κάποιοι λίβυοι ταραχοποχοί επιτέθηκαν και έκαψαν το ιταλικό προξενείο στη Βεγ-γάζη. Όπως έγραψε και η Germaine Greer, εκείνο που λατρεύουν αυτοί οι άνθρωποι, και που ξέρουν να κάνουν καλύτερο από οτιδήποτε άλλο, είναι το πανδαιμόνιο.14
Ένας πακιστανός χμάμης ανακοχ'νωσε ότχ θα δχνόταν αμοχβή 1 εκατομ-μυρχ'ου δολαρχ'ων γχα το κεφάλχ του «δανού γελοχογράφου» —ο χμάμης προ-φανώς δεν γνώρχζε ότχ οχ δανοχ' γελοχογράφοχ ήταν δώδεκα δχαφορετχκά άτομα καχ σχεδόν σίγουρα δεν γνώρχξε ότχ οχ χρεχς πχο προσβλητικές εικό-νες δεν είχαν εμφανιστεί καθόλου στη Δανία (και, παρεμπιπτόντως, από πού θα προερχόταν αυτό το εκατομμύριο δολάρια;). Στη Νιγηρία, μουσουλ-μάνοι διαδηλωτές έκαψαν ολοσχερώς αρκετές χριστιανικές εκκλησίες καχ επχτέθηκαν με μοχχαχ'ρχα καχ σκότωσαν (μαύρους Νχγηρχανούς) χρχστχανούς
48

στους δρόμους. Παγίδευσαν ένα χρισπανό μέσα σε λάστιχο αυτοκινήτου, τον περχέλουσαν με πετρέλαιο και του έβαλαν φωτιά. Στη Βρετανία φω-τογραφήθηκαν διαδηλωτές να κρατούν πανό με τα συνθήματα: «Σφάξτε όσους προσβάλλουν το ισλάμ», «Μακελέψτε αυτούς που κοροϊδεύουν το ισλάμ», «Ευρώπη, θα πληρώσεις: η καταστροφή σου έρχεται» καχ «Αποκε-φαλίστε όσους υβρίζουν το ισλάμ». Ευτυχώς, οι πολιτικοί μος ηγέτες έ-σπευσαν να μας υπενθυμίσουν ότι το ισλάμ είναι θρησκεία ειρήνης και ε-λέους.
Όταν όλα αυτά τα γεγονότα έλαβαν τέλος, ο δημοσιογράφος Andrew Mueller πήρε συνέντευξη από τον «μετριοπαθή» ηγέτη των μουσουλμάνων στη Βρετανία, σερ Iqbal Sacranie.13 Ίσως να είναι μετριοπαθής σύμφωνα με τα σημερινά ισλαμικά κριτήρια, αλλά, όπως σημειώνει ο Andrew Mueller, ο Sacranie εξακολουθεί να εμμένει στο σχόλιο που είχε κάνει όταν ο Salman Rushdie καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή είχε γράψει ένα μυθιστόρημα: «Ίσως ο θάνατος θα ήταν πολύ εύκολος για αυτόν» —σχόλιο που τον φέρ-νει σε επονείδιστη αντίθεση με τον θαρραλέο προκάτοχό του στη θέση τού πιο σημαίνοντος μουσουλμάνου στη Βρετανία, τον εκλιπόντα δρ Zaki Ba-dawi, ο οποίος προσέφερε άσυλο στον Salman Rushdie στο ίδχο του το σπί-τι. Ο Sacranie είπε στον Mueller ότι είχε ανησυχήσει πολύ με τις δανικές γελοιογραφίες. Και ο Mueller είχε επίσης ανησυχήσει, αλλά για άλλο λόγο: «Με ανησυχεί που αυτές οι γελοίες και δυσανάλογες ανπδράσεις σε κάποια όχι χδιαίτερα χιουμοριστικά σκίτσα τα οποία δημοσΐευσε μια άσημη σκαν-διναβική εφημερΐδα ΐσως επιβεβαιώνουν ότι [...] το ισλάμ και η Δύση είναι θεμελιωδώς ασυμβΐβαστα». Ο Sacranie, από την πλευρά του, επαίνεσε τ\ς βρετανικές εφημερίδες επειδή δεν αναδημοσίευσαν τις γελοιογραφίες, ση-μείο όπου ο Mueller εξέφρασε μια υποψία την οποΐα οτυμμεριζόταν και η μεγαλύτερη μερίδα των βρετανών πολιτών, ότι δηλαδή «η συγκράτηση των βρετανικών εφημερίδων οφειλόταν λιγότερο crrnv ευαισθησία τους απένα-ντχ crrn δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων και περισσότερο στην επιθυμία τους να διατηρήσουν τα τζάμια των παραθύρων τους άθικτα».
Ο Sacranie εξήγησε ότι «To πρόσωπο του Προφήτη, ας αναπαύεται εν ειρήνη, είναι τόσο βαθιά σεπτό στον μουσουλμανικό κόσμο, περιβεβλημέ-νο με τόση αγάπη και στοργή, ώστε δεν γίνεται να εξηγηθεί με λόγια. Ξε-περνά ακόμη και τους γονείς, τους αγαπημένους, τα παιδιά σου. Είναι μέ-ρος της πίστης μας. Υπάρχει επίσης και ισλαμικός νόμος που δεν επιτρέπει την αηεικόνιση του Προφήτη». Σιίμφωνα με τα παραπάνω, όπως παρατή-ρησε ο Mueller,
οι αξίες τού ισλάμ υπερισχύουν όλων των άλλων —πράγμα που όντως αποδέχεται κάθε πιστός τού ισλάμ, όπως και κάθε πιστός οποιασδήπο-
ΕΝΑΣ ΒΑΘΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ
49
τε θρησκείας, ο οποίος τπστεύει ότι η δική του θρησκεία είναι ο μόνος δρόμος, η αλήθεια και η φώτιση. Αν κάποιοι άνθρωτιοι θέλουν να αγα-πούν έναν κήρυκα του 7ου αιώνα πιο πολύ και ατιό τις οικογένειές τους, είναι ελεύθεροι να το κάνουν• αλλά κανένας άλλος δεν οφείλει να πάρει τέτοια πράγματα στα σοβαρά...
Μόνο που, αν δεν τα πάρεις στα σοβαρά και δεν τους αποδώσεις τον προ σήκοντα σεβασμό, απειλείται η σωματική σου ακεραιότητα —και σε βαθμό όπου καμία άλλη θρησκεία δεν εχει διανοηθεί από την εποχή του Μεσαίω-να. Δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο ασκείται τόση βία, με δεδομένο —όπως επισημαίνει ο Mueller— ότι: «Σε περίπτωση όπου ε-σείς οι περιγέλαστοι έχετε κάπου δικιο, οι γελοιογράφοι θα πάνε ούτως ή άλλως στην κόλαση —δεν σας αρκεί αυτό; Εν τω μεταξύ, αν θέλετε να θυ-μώσετε με τις προσβολές που υφίστανται οι μουσουλμάνοχ, διαβάστε τις αναφορές της Διεθνούς Αμνηστίας για την κατάσταση στη Συρία και τη Σαουδική Αραβία».
Πολλοί έχουν επίσης διακρΐνει την αντίθεση μεταξύ των δραματικών δηλώσεων των μουσουλμάνων ότι έχουν «θιγεί» και της προθυμΐας με την οποία τα αραβικά μέσα ενημέρωσης δημοσιεύουν αντιεβραϊκές γελοιογρα-φίες. Σε κάποια διαδήλωση μάλιστα στο Πακιστάν, φωτογραφήθηκε μια γυναίκα με μαύρη μπούρκα που κρατούσε ένα πανό με το σύνθημα: «Ο Θεός να ευλογεΐ τον Χίτλερ».
Απαντώντας σε όλο τούτο το φρενιασμένο πανδαιμόνιο, οι σοβαρές φι-λελεύθερες εφημερίδες αποδοκίμασαν τα φαινόμενα βίας καχ είπαν πολλά σχετικά με την ελευθερΐα της έκφρασης. Αλλά ταυτόχρονα εξέφρασαν το «σεβασμό» και τη «συμπάθειά» τους για τη βαθιά «προσβολπ» και το «τραύ-μα» που «υπέστησαν» οι μουσουλμάνοι. Θυμηθείτε, βέβαια, ότι το «τραύ-μα» και η «οδύνη» δεν ιιροέρχονταν από βιαχοπραγίες εναντίον κάποιου ανθρώπου ή από πραγμσπκό πόνο οποιουδήποτε είδους: εκεχ'νο τιου τα προκάλεσε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μερικές μουντζούρες μελα-νιού σε μχα εφημερίδα την οτιοία κανένας έξω από τη Δανία δεν θα γνώρι-ζε ον δεν είχε διεξαχθεί εκεχ'νη η σκόπιμη εκστρατεία υποκίνησης ανατα-ραχών.
Δεν επιδοκιμάζω το να τφοσβάλλει ή να θίγει κανείς τους άλλους μόνο και μόνο για να το κάνει. Αλλά παραξενεύομαι και σαστίζω με την εξαιρε-τικά προνομχακή μεταχείριση που απολαμβάνει η θρησκεία μέσα στις κατά τα άλλα κοσμικές κοινωνίες μας.Όλοι οχ πολιτικοί έχουν συνηθίσει να βλέ-πουν ασεβείς γελοιογραφίες τους, και κανείς δεν προκαλεΐ βΐαιες αναταρα-χές για να τους υπερασπχστεί. Τι το τόσο ιδιαίτερο έχει η θρησκεία ώστε να της αποδίδουμε τέτοιον μοναδικό, προνομιακό σεβασμό; Όπως είπε και ο
50
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
H.L. Mencken: «Πρέπει να σεβόμαστε τη θρησκεία του διπλανού μας, αλλά μόνο υπό την έννοια και στο βαθμό ότιου σεβόμαστε τη θεωρία του ότι η γυναίκα του είναι όμορφη και τα παιδιά του έξυπνα».
Ζητώ να εξαιρεθεί το παρόν βιβλίο από τούτη την ανευ προηγουμένου και επηρμένη απαίτηση για σεβασμό στη θρησκεία. Δεν σκοπεύω να προ-σβάλω, αλλά δεν πρόκειται επίσης να μεταχειριοπ:ώ τη θρησκεία με περισ-σότερη αβρότητα απ' όση θα επιφύλασσα σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.
2
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY ΘΕΟΥ
Η θρησκεία της μίας εποχής αηοτελεί τη φιλολογική τέρψη της επόμενης.
—RALPH WALDO EMERSON
52

Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι, προφανώς, ο πιο αντχπαθητικός χαρα-κτήρας όλης της πεζογραφίας: φθονερός, και μάλιστα περήφανος για αυτό• ένα μικροπρεπές, άδικο και μνησίκακο πλάσμα, με την εμμονή να ελέγχει τα πάντα• ένας εκδικητικός, αιμοδιψής εκκαθαριστής εθνοτήτων• ένας μι-σογύνης, ομοφοβικός, ρατσχστής, βρεφοκτόνος, γενοκτόνος, τεκνοκτόνος, ανήθικος, μεγαλομανής, σαδομαζοχιστής, ιδιότροπος και μοχθηρός τύραν-νος. Όσοι γνωρΐζουμε εξ απαλών ονύχων τις πρακτικές του, ίσως αποκτού-με ανοσΐα απέναντι στον τρόμο που προκαλούν. Αλλά κάποιος νεοφώηστος, προικισμένος με την οπτική της αθωότητας, έχει πιο ξεκάθαρη αντίληψη. Ο γιος τού Ουίνστον Τοόρτσιλ, ο Randolph, άγνωστο πώς, είχε κατορθώσει να διατηρήσει την άγνοιά του γύρω από τις Γραφές, έως ότου ο Evelyn Waugh και ένας ακόμα συνάδελφός του αξιωματικός, ενώ υπηρετούσαν μαξί του στη διάρκεια του πολέμου, έβαλαν στοίχημα —σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνουν τον φωνακλά Randolph να σωπάσει— πως δεν θα κατάφερνε να διαβάσει ολόκληρη τη Βίβλο σε ένα δεκαπενθήμερο: «Δυστυ-χώς, δεν έφερε το αποτέλεσμα που ελπίζαμε. Δεν έχει ξαναδιαβάσει ποτέ άλλοτε την Αγία Γραφή και βρίσκεται τώρα σε φοβερή έξαψη• συνεχώς δια-βάξει χωρία μεγαλόφωνα ("Στουαιματίζω πως δεν ξέρατε ότι αυτό προέρ-χεται από τη Βίβλο...") ή πετάγεται καγχάζοντας "Θεέ μου, ο Θεός είναι κάθαρμα!".16 Ο Thomas Jefferson —πιο διαβασμένος εκείνος— είχε παρό-μοια άποψη, και περιέγραφε τον Θεό τού Μωυσή ως «ένα ον τρομακτικού χαρακτήρα —άσπλαχνο, εκδικητικό, ιδιότροπο και άδικο».
Είναι άδικο να επιτίθεται κανεχ'ς σε έναν τόσο εύκολο στόχο. Η Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού δεν ηρέπει να υποστηριχθεί ή να καταρρχφθεί στη βάση τής πιο αντιπαθητικής της πραγμάτωσης, του Ιεχωβά, αλλά ούτε και με βάση το χριστιανικό, γλυκανάλατο αντΐθετό της: το πρόσωπο του «πράου Ιησού, του ήμερου και άκακου». (Για να είμαστε δίκαιοι, η δημιουρ-γία αυτής της νερόβραστης περσόνας οφείλεται περισσότερο στους βικτω-ριανούς πιστούς του παρά στον ίδιο τον Ιησού• υπαρχει τίποτε πιο δακρύ-βρεκτα αηδιαστικό από το δίστιχο της κυρίας C.E Alexander, «Χρέος έχουν τα παιδχά των χρισπανών/Νά 'ναι υιιάκουα, γλυκά, και καλά σαν Αυτόν»;) Δεν επιδιώκω να ασκήσω κριτική στις ιδιαίτερες ιδιότητες του Ιεχωβά, του Ιησού, του Αλλάχ ή όποιου άλλου συγκεκριμένου θεού, όπως του Βάαλ, του Δία ή του Βόταν. Αντιθέτως, θα διατυπώσω την Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού έτσι ώστε να είναι περισσότερο υπερασπίσψη: νπάρχει μια νπε-ράνθρωηη, νηερφνσική διάνοια πον σκοπίμως σχεδίασε και δημιονργησε το Σύ-μπαν και οτιδήποτε νπάρχει μέσα σε αντό, σνμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Σε τούτο το βιβλίο όμως θα υποστηρίξω μια εναλλακτική υπόθεση: οποια-δήποτε δημιονργική διάνοια, αρκονντως πολύπλοκη ώστε να σχεδιάσει οτιδήπο-τε, γεννιέται μόνο ως το τελικό προϊόν μιας εκτεταμένης διεργασίας βαθμιαίας ε-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
53
ξέλιξης. Οι δημιουργικές διάνοιες, επειδή εξελίσσονται, κατ' ανάγκην φτά-νουν στο Σύμπαν με καθυοτέρηση, και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να ευθύ-νονται για το σχεδιασμό του. Ο Θεός, με την έννοχα που τον ορίσαμε, είναι μια αυταπάτη• και, όπως θα δειχτεί στα εττόμενα κεφάλαια, μια ολέθρια αυταπάτη.
Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού έχει πολλές εκδοχές, αφού είναχ θεμελιωμένη πάνω σε τοπικές αποκαλυπτικές παραδόσεις μάλλον, παρά σε αποδεικτικά στοιχεία. Οι ιστορικοί της θρη-σκείας αναγνωρίζουν μια πορεία από τον ανιμισμό των πρωτόγονων φυλών προς τον πολυθεϊσμό, όπως εκείνον των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των αρχαίων Σκανδχναβών, και έως το μονοθεϊσμό, όπως του ιουδαϊ-σμού καχ των παραγώγων του, της χριστιανικής θρησκείας και του ισλάμ.
Πολνθεϊσμός
Δεν είναι καθόλου σαφές γιατί η μετάβαση από τον πολυθεϊσμό στο μονο-θεϊσμό πρέπει να θεωρείται ως αυτονόητα προοδευτική κίνηση. Αλλά αυτή η άποψη τυγχάνει ευρείας αποδοχής —γεγονός που ώθησε τον Ibn Warraq, συγγραφέα τού Why I Am Not a Muslim (Γιατί δεν είμαι μουσουλμάνος) να επισημάνει πνευματωδώς ότι και ο μονοθεϊσμός εχναι με τη σειρά του κα-ταδικασμένος να αφαιρέσει έναν ακόμα θεό και να γχνει αθεϊσμός. Η Catholic Encyclopedia (Καθολική Εγκυκλοπαίδεια) απορρίπτει και τον πολυθεϊσμό και τον αθεϊσμό με την ίδια ανέμελη ευκολία: «Ο επίσημος, δογματικός αθεϊσμός αιποαναιρείται, και δεν έχει κερδίσει ποτέ de facto τη συναίνεση οποιουδήποτε σημαντικού αριθμού ανθρώπων. Ούτε ο πολυθεϊσμός, όσο εύκολα κι αν συναρπάζει τη φαντασία των απλών ανθρώπων, δεν θα μπο-ρούσε ποτέ να ικανοποιήσει το νου του φιλοσόφου».17
Ο μονοθεϊσπκός σοβινισμός ήταν μέχρι πρόσφατα εγγεγραμμένος στη νομοθεσία τόσο της Αγγλίας όσο και της Σκωτίας όσον αφορά τις φιλανθρω-πικές δωρεές. Οι νόμοχ έκαναν κατάφωρη διάκριση σε βάρος των πολυθεϊ-στικών θρησκειών ως ηρος την παραχώρηση φοροαπαλλαγών, ενώ αντιθέ-τως παρείχαν διευκολύνσεις σε φιλανθρωπικές δωρεές που αποσκοπούσαν στη διάδοση των μονοθεϊσηκών θρησκειών, καθώς αυτές απαλλάσσονταν από τον διεξοδικό λογιστικό έλεγχο ο οποίος πολύ ορθώς απαιτείταχ σε κάθε περίητωση κοσμικής δωρεάς. Φιλοδοξούσα μάλιοτα να ττείσω κάποχο μέλος της σεβαστής κοινότητας των ινδουιστών της Βρετανΐας να αναλάβει δράση και να καταθέσει αγωγή προκειμένου να ελεγχθεί αυτή η υπεροπτι-κή διακρχση σε βάρος του πολυθεϊσμού.
Φυσικά, πολύ καλιπερα θα ήταν να εγκαταλειφθεί εξ ολοκλήρου το επι-
54
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
χεΐρημα της διάδοσης της θρησκείας ως έρεισμα για φοροαπαλλαγές επί των δωρεών. Τα κοινωνικά οφέλη θα ήταν σημαντικά, εχδχκά μάλιστα οτις ΗΠΑ, όπου τα αφορολόγητα χρηματικά ποσά τα οποία ρουφούν οι εκκλη-σίες καχ τα οποία γεμίζοΐΑ^ τις ήδη παραφουσκωμένες τσέπες διάφορων τηλεευαγγελιστών φτάνουν σε μεγέθη που, χωρίς υπερβολή, μπορούν να χαρακτηριστούν χυδαία. Ο εύστοχα επονομαξόμενος Oral Roberts* είπε κάποτε στους τηλεθεατές του ότι ο Θεός του θα τον σκότωνε αν δεν του έ-στελναν 8 εκατομμύρια δολάρια. Είναι σχεδόν απίστευτο, καχ όμως έπιασε! Καχ αφορολόγητα! Ο Roberts εξακολουθεί να χαίρει άκρας υγείας, όπως καχ το Πανεηχστήμχο Oral Roberts στην Τάλσα τής Οκλαχόμα. Οι εγκαταστά-σεις του, αξχ'ας 250 εκατομμυρίων δολαρίων, ήταν παραγγελία του ίδιου του Θεού, με τα ίδια αυτά λόγια: «Ύψωσε τους μαθητές σου να ακούσουν τη φωνή Μου, να πάνε εκεί όπου το φως Μου φτάνει αμυδρό, όπου η φωνή Μου ακοχίγεταχ σιγανά, καχ όπου η θεραπευτική Μου δύναμη δεν είναι γνωστή, ακόμη και στα έσχαχα όρια της Γης. To δικό τους έργο θα ξεπερά-σεχ το δικό σου, και τούτο Μού δίνει μεγάλη ευχαρίστηση».
Τώρα που to ξανασκέφτομαχ, ο φανταστικός μου χνδουχστής μηννττής θα μπορούσε επίσης να ακολουθήσει τη στρατηγική τού «Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, τότε ενώσου μαζί τους». Ο πολυθεϊσμός του δεν είναι στην πραγματικότητα ττολυθεϊσμός αλλά μεταμφιεσμένος μονοθεϊσμός. Υπάρχει μόνο ένας Θεός —ο Θεός Βράχμα ο δημχουργός, ο Θεός Βχσνού ο προστά-της, ο Θεός Σχ'βα ο καταστροφέας, οι θεές Σαρασβάτι, Λάξμι και Παρβάτι (σύζυγοι των Βράχμα, Βισνού και Σίβα), ο θεός Γκανές (ο θεός-ελέφαντας) και εκατοντάδες άλλοχ, που είναχ όλοχ τους δχαφορετχκές μόνο εκδηλώσεχς ή ενσαρκώσεχς του ενός Θεού.
Κατά πάσα τπθανότητα, οχ χρχστχανοί θα χτποδέχονταν πχο εγκάρδχα τη μχκρή τοιίτη σοφχστεχ'α. Ποτάμχα ολόκληρα μεσαχωνχκού μελανχού, γχα να μη μχλήσουμε γχα τα ποτάμχα αίματος, έχουν κατασπαταληθεί γχα το «μυ-στήρχο» της Αγχ'ας Τρχάδας καχ γχα την καταστολή αχρέσεων όπως ο αρεχα-νχσμός. Ο Άρεχος ο Αλεξανδρεύς, τον 4ο α\ώνα μ.Χ., αρνήθηκε ότχ ο Ιησούς εχ'ναχ ομοονσιος (δηλαδή από την χ'δχα ουσχ'α, ή ιτπόσταση) με τον Θεό.'Ισως θα αναρωτχέστε τχ στην ευχή σημαχ'νεχ αχχτό. Ουσχ'α; Ποχα «ουσχ'α»; Τχ ακρχ-βώς εννοεχ'τε με τη λέξη «υπόσταση»; «Πολύ λχ'γα», φαίνεταχ να εχ'ναχ η μόνη λογχχαί απάντηση. Κχ όμως, αυτή η δχαμάχη δχ'χασε τη χρχστχανοσχίνη γχα έναν ολόκληρο αχώνα, καχ ο αυτοκράτορας Κωνσταντχ'νος δχέταξε να καοχίν όλα τα αντχ'γραφα του βχβλχ'ου του Άρεχου. Δχχοτόμηση της χρχστχα-
* Oral («προφορικός» ή «στοματικός») Roberts: αμερικανός τηλεευαγγελιστής. (Σ.τ.μ.)
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡ3Η TOY θΕΟΥ
55
νοσυνης μέσω τριχοτόμησης μιας τρίχας —αυτή υτπίρξε πάντοτε η μέθο-δος της θεολογίας.
Έχουμε άραγε έναν Θεό σε τρία μέρη ή τρεις Θεούς σε έναν; Η Catholic Encyclopedia μάς ξεκαθαρίζει το ζήτημα, σε ένα αριστούργημα αυστηρά προσεγμένου θεολογικού συλλογισμού:
Στην ενιαία Θεότητα υπάρχουν τρία Πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υχός και το Άγιο Πνεύμα, και αυτά τα τρία Πρόσωπα είναι ξεχωριστά το ένα από το άλλο.Έτσι, σύμφωνα με το Σύμβολο του Μεγάλου Αθανασίου: «Ο Πα-τήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός• δεν υπάρχουν όμως τρεις Θεοί, αλλά ένας Θεός».
Και σαν να μην ήταν αρκετά σαφές τούτο, η Catholic Encyclopedia ετπκαλεί-ται τον Γρηγόριο Νεοκαισαρείας τον Θαυματουργό, θεολόγο του 3ου αιώ-να:
Επομένως, στην Αγία Τριάδα κανένα πρόσωπο δεν έχει δημιουργηθεί ούτε και είναι υποδεέστερο κάποιου άλλου• ούτε υπάρχει κάτι που να έχει προστεθεί, σαν να μην υπήρχε από πριν και εισήχθη μεταγενέστε-ρα• συνεπώς, ο Πατήρ δεν υπήρξε ποτέ χωρίς τον Υιό, ούτε και ο Υιός χωρίς το Άγιο Πνεύμα• και αυτή, η Αγία Τριάδα, εΐναι ίδια και αμετά-βλητη στους αχώνες.
Όποια κχ αν ήταν τα θαιίματα που έδωσαν το προσωνχίμχό του στον Γρηγό-ρχο Νεοκαχσαρεχ'ας, σχ'γουρο δεν ήταν θαύματα εχλχκρχνούς σαφήνεχας. Ύα λόγια του αναδίδουν το χαρακτηριστικό σκοταδιστχκό άρωμα της θεολο-γίας, η οποχ'α —σε αντχθεση με την επχστήμη καχ τους περχσσότερους αλ-λους κλάδους της ανθρώπχνης γνώσης— δεν έχεχ προχωρήσει οχίτε βήμα εδώ καχ δεκαοκτώ αχώνες. Ο Thomas Jefferson είχε δίκιο, όιτως ττολυ συχνά άλλωστε, όταν εχ'πε: «Ο χλευασμός εχναι το μόνο όπλο που μπορεί να χρη-σιμοποχηθεί απέναντι σε ακατανόητες προτάσεις. Οι ιδέες πρέπει να είναι ξεκάθαρες πριν ασχοληθεί το λογικό μαζί τους• όμως κανένας άνθρωπος δεν απέκτησε ποτέ σαφή αντίληψη για την Αγία Τριάδα. Είναι απλώς τα "α-μπρακατάμπρα" των απατεώνων που αυτοαποκαλούνται ιερείς του Ιησού». Κάτι άλλο το οποίο δεν μπορώ να μη σχολιάσω είναι η αλαζονική σχγου-ριά με την οποία οι θρησκευόμενοχ παραθέτουν ασήμαντες λεπτομέρειες γχα τις οποίες ούτε έχουν ούτε και θα μπορούσαν ποτέ να έχουν οποιαδή-ποτε απόδειξη. Ίσως αυτό καθαυτό το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αποδει-κτικά στοιχεία για να υποστηριχθούν οι θεολογχκές απόψεις, είτε προς τη μία πλευρά είτε προς κάποια άλλη, είναι και εκείνο που τρέφει τη χαρα-
56

κτηρισπκά αμείλικτη εχθρότητα απένανπ σε όσους έχουν μια ελαφρώς δχαφορετχκή άποψη, εχδχκά μάλιστα όπως συμβαίνεχ στο πεδχ'ο του Τριαδι-σμού.
Ο Jefferson γελοχοποίησε το δόγμα σύμφωνα με το οποχ'ο, όπως το έθε-σε ο ίδχος, «Υπάρχουν τρεχς Θεοχ'», στην κρχτχκή του προς τον καλβχνχσμό. Εντούτοις, είναχ κατεξοχήν ο ρωμαιοκαθολχκός κλάδος του χρισπανχσμού εκεχ'νος που ωθεί στην υπερβολή τχς υιτοτροπχάζουσες ερωτοτροπίες του με τον πολυθεϊσμό. Η Μαρχ'α, «η Παντάνασσα», μχα θεά σε όλα της εκτός από το όνομα, η οποία σίγουρα συναγωνίξεταχ σθεναρά τον χ'δχο τον Θεό ως προς τχς προσευχές που της απευθύνονται, συμμετέχεχ επίσης στην (στους;) Αγία Τριάδα. To πάνθεον επεκτείνεται ακόμη περισσότερο με ένα στρατό αγΐων, που η δχαμεσολαβητχκή ισχύς τους τούς καθχστά όχχ ημίθε-ους μεν αλλά πάντως πολύ χρήσχμους να τους προσεγγχ'σεχ κανεΐς όσον αφορά τους τομεχ'ς της εχδχκότητάς τους. To Φόρουμ της Καθολχκής Κοχνό-τητας (Catholic Community Forum) προσφέρεχ τη βοήθεχά του παραθέτο-ντας έναν κατάλογο 5.120 αγίων,18 μαζί με τους τομείς ειδίκευσής τους, οχ οποχ'οχ περχλαμβάνουν από κοχλχακούς πόνους, θύματα κακοποχ'ησης, ανο-ρεξΐα, εμπόρους όπλων, σχδηρουργούς, κατάγματα, πυροτεχνουργούς έως εντερικές διαταραχές —για να αναφέρω λίγα μόνο. Καχ δεν πρέπει να ξε-χνάμε καχ τους τρεις Χορούς των Αγγέλων, που κατατάσσονται σε εννέα τάγματα: Σεραφείμ, Χερουβεχ'μ, Θρόνοχ, Κυρχότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές, Αρχάγγελοι (οι αρχηγοί όλων των αγγέλων) καχ οι απλοί, γνώρχμοι Άγγελοι, που τιεριλαμβάνουν και τους στενούς μας φίλους, τους προστάτες Φύλακες Αγγέλους. Εκεχ'νο που μου κάνεχ εντύπωση με τη μυθολογία του καθολχκχσμού εχ'ναι εν μέρεχ η κακογουστιά της, αλλά περχσσότερο απ' όλα η ανεμελιά με την οποία αυτοί οχ άνθρωποι κατασκευάζουν δχάφορες λε-πτομέρειες στην πορεία. Όλα τούτα αποτελούν ξεδχάντροπες επινοήσεις.
Ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β' πραγματοποχ'ησε περισσότερες αγιοποιή-σεχς απ' ό,τι όλοχ μαζχ' οι προκάτοχοί του των προηγούμενων αιώνων καχ εχ'χε μχα χδχαίτερη συμπάθεια προς την Παρθένο Μαρία. Οι πολυθεϊστχκές του τάσεχς καταδείχθηκαν δραματχκά όταν το 1981 υπήρξε στόχος δολοφο-νχιαίς απόπειρας στη Ρώμη, καχ απέδωσε την ετπβχ'ωσή του σε παρέμβαση της Θεοτόκου τής Φάτχμα: «Ένα χέρι μητρχκό οδήγησε τη σφαίρα». Δύσκο-λο να αντχσταθεχ'ς καχ να μην αναρωτηθεχ'ς γχατχ' δεν την κατηύθυνε έτσι ώστε να μην τον πλήξει καθόλου. Κάποιοι πάλι ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η ομάδα γιατρών που τον χειρουργούσε επί έξι ώρες άξχζε τουλάχιστον ένα μέρος των ευσήμων• αλλά μάλλον και τα δικά τους χέρια καθοδηγού-νταν από τη Μητέρα. Εδώ πρέπει να δώσουμε σημασία στο ότι, οτίμφωνα με την άποψη του πάπα, δεν ήταν απλώς η Θεοτόκος εκείνη που καθοδή-γησε τη σφαίρα, αλλά συγκεκριμένα η Θεοτόκος τής Φάτιμα. Προφανώς, η
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
57
Θεοτόκος της Λούρδης, η Θεοτόκος της Γουαδελούπης, η Θεοτόκος τής Μεντζουγκόργιε, η Θεοτόκος τής Ακίτα, η Θεοτόκος τού Ζεϊτούν, η Θεο-τόκος τού Γκαραμπαντάλ και η Θεοτόκος τού Νοκ ήταν απασχολημένες με άλλα θελήματα εκείνη τη στιγμή.
Πώς τα έβγαζαν πέρα οι αρχαίοιΈλληνες, οι Ρωμαίοι και οι Βίκχνγκς με κάτι τέτοια αινίγματα της πολυθεϊστικής θεολογίας; To Venus αποτελούσε άραγε ένα ακόμα όνομα για την Αφροδίτη ή αυτές οι δύο ήταν διαφορετι-κές θεές του έρωτα; Ο Θωρ με το σφυρί του ήταν μια διαφορετική εκδοχή τού Βόταν ή ξεχωριστός θεός; Ποιος νοχάζεται; Η ζωή άλλωστε είναι πολύ σύντομη για να ασχολείται κανείς με τη διάκριση ενός αποκυήματος της φαντασίας ατιό άλλα παρόμοχα. Έχοντας ευγενικά περιλάβεΐ τον πολυθεϊ-σμό γχα να προλάβω πιθανές κατηγορίες ότι τον αμέλησα, δεν θα πω περχσ-σότερα. Χάριν συντομίας, πάντως, θα αναφέρομαι σε όλες τις θεότητες, εί-τε πολυ- είτε μονοθεϊσπκές, απλώς με τον όρο «Θεός». Γνωρίζω ετη'σης πολύ καλά ότι ο Θεός τού Αβραάμ είναι (επιεικώς) επιθετικά αρρενωπός, και τούτο θα το διατηρήσω ως σύμβαση όσον αφορά τον τρόπο με τον ο-ποίο θα χρησιμοποιώ τις αντωνυμίες. Οι πιο καλλιεργημένοι θεολόγοι δι-ακηρύσσουν ότι ο Θεός δεν έχει φύλο, ενώ κάποιοι φεμινιστές θεολόγοι, επιδιώκοντας να αποκαταστήσουν ιοτορικές αδικίες, τον παρουσιάζουν θη-λυκό. Αλλά, στο κάτω κάτω, κατά τι διαφέρει ένα ανύπαρκτο θηλυκό αηό ένα ανύτιαρκτο αρσενικό; Υιιοθέτω ότι σε αυτή την εξωφρενική διασταύ-ρωση θεολογίας και φεμινισμού, η ύτιαρξη ίσως αποτελεί, πράγματι, ιδι-ότητα λιγότερο σημαντική ατΐ ό,τι το φύλο.
Καταλαβαχνω ότι οχ ετπκριτές της θρησκείας είναι δυνατόν να κατηγορη-θοι ν πως δεν εκτιμούν αρκοιτντως τη γόνιμη εκείνη ποικιλομορφία παρα-δόσεων και θεωρήσεων του Κόσμου που έχουν χαρακτηριστεί θρησκευτι-κές. Έργα βασιζόμενα και σε ανθρωπολογικές μελέτες —από το Golden Bough (Ο χρυσός κλώνος)* του James Frazer έως το Religion Explained (Η θρησκεία εξηγείται) του Pascal Boyer και το In Gods We Trust (Αποθέτουμε τις ελπίδες μας στους θεούς) του Scott Atran— τεκμηριώνουν με συναρπα-στικό τρόπο την αλλόκοτη φαινομενολογία της δεισιδαιμονίας και των τε-λετουργιών. Διαβάστε τέτοια βιβλία για να θαυμάσετε τον πλούτο της αν-θρώπινης αφέλειας.
Τοιίτο το βιβλχ'ο όμως δεν ακολουθεί αυτή τη μέθοδο. Ασκώ κριτική στην πίστη στο υπερφυσικό υπό οποχαδήποτε μορφή της, και ο πιο αποτελε-σματικός τρόπος για να προχωρήσω συνίσταται στο να επικεντρωθώ στη μορφή εκείνη που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι πχο οικεία στους ανα-
* Ελληνική έκδοση: Εκάτη, 5 τόμοι. (Σ.τ.μ.)
58

γνώστες μου —στη μορφή η οποία επενεργεί πιο ατιειλητικά σε όλες μας τις κοινωνίες. Οι περισσότεροι αναγνώστες μου θα έχουν ανατραφεί με τις διδασκαλίες μιας από τις τρεις mo «σημαντικές» μονοθεϊστικές θρησκείες του καιρού μας (τέσσερις, αν μετρήσει κανείς και το μορμονισμό), τα ίχνη των οποίων ανάγονται στον μυθολογικό πατριάρχη Αβραάμ. Θα είναι χρή-σιμο να κρατήσει ο αναγνώστης αυτή την οχκογένεια παραδόσεων στο νου του γχα το υπόλοιπο του βιβλίου.
Και τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να προλάβω ένα αντεπιχείρημα που αναπόφευκτα θα διατααιωθεχ σε σχέση με το βιβλίο μου• ένα αντεπι-χείρημα που, στην αντίθετη περίπτωση —και τόσο σίγουρα όσο σΐγουρο εί-ναι ότι η νύχτα ακολουθει' την ημέρα—, θα εμφανιστεί σε κάποια βι-βλιοκριτική: «Ο Θεός στον οποίο δεν πχστεύει ο Dawkins είναι ένας Θεός στον οποίο δεν πιοτεύω ούτε εγώ. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πάνω στον ου-ρανό ένας γέροντας με μακριά λευκή γενειάδα». Αυτός ο γέροντας είναι ένας άσχετος περισπασμός —τόσο βαρετός όσο μακρχά είναι η γενειάδα του. Μάλιστα, ο περισπασμός αυτός αποδεικνύεται κάτι χειρότερο από ά-σχετος: Η ίδια η ανοησία του αποσκοπεί στο να αποσπά την προσοχή από το γεγονός ότι εκείνο στο οποίο όντως πιοτεύει ο ομιλητής δεν υιιολείπε-ται σε ανοησία. To ξέρω ότχ δεν πιστεύετε σε έναν γενειοφόρο γέροντα θρονιασμένο πάνω στα σύννεφα, οπότε ας σταματήσουμε να αναλώνουμε το χρόνο μας με αυτό. Δεν επικρίνω κάποια συγκεκριμένη εκδοχή του Θεού ή των θεών. Στόχος μου είναι ο Θεός, όλοι οι θεοί, οτιδήποτε και κα-θετί υπερφυσικό, οπουδήποτε και οποτεδήποτε επινοήθηκε ή πρόκειται να επινοηθεί.
Μονοθεϊσμός
To μεγάλο άφατο κακό οτο κέντρο τον πολιτισμον μας είναι ο μονοθεϊσμός. Αηό ένα βαρβαρικό κείμενο της Εποχής τον Χαλκον, γνωστό ως Παλαιά Διαθήκη, έχονν γεννηθεί τρεις εχθρικές προς τον άνθρωπο θρησκεϊες —ο ιονόαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ. Αντές είναι θρησκείες με επονράνιονς θεούς. Eivat, κνριολεκτικά, πατριαρχικές —ο Θεός είναι ο Παντοδύναμος Πατέρας—, εξού και το μίσος προς τις γυναίκες για 2.000 χρόνια, σε εκείνες τις χώρες πον έχουν πληγεί από τον επονράνιο Θεό και τονς επίγειονς αρσενικονς αντιπροσώπονς τον.
—GORE VIDAL
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
59
Η παλαχότερη από τις τρεις αβραμχκές θρησκείες, και πρόγονος των άλλων δύο, είναι ο ιουδαϊσμός: αρχικά η φυλετική λατρεία ενός μοναδικού καχ κα-κότροπου Θεού, ο οποΐος είχε μια αρρωστημένη εμμονή με τους σεξουαλχ-κούς περιορισμούς, με τη μυρωδιά καμένης σάρκας, με την αίσθηση ανω-τερότητάς του απέναντι σε αντίπαλους θεούς καχ με την αποκλειστικότητα της εϊΐίλεκτης φυλής του της ερήμου. Κατά τη ρωμαϊκή κατοχή της Παλαχ-στίνης, ο χριστιανισμός θεμελιώθηκε από τον Παύλο της Ταρσού ως μια αχ'-ρεση του χουδαϊσμού, όχι τόσο αδιάλλακτα μονοθεϊσπκή και αποκλειστική, η οποία, ξεκινώντας από τους Εβραίους, απευθυνόταν και στον υπόλοχ-ΤΤΟ κόσμο. Μερικούς αιώνες αργότερα, ο Μωάμεθ και οι οπαδοί του επέ-στρεψαν στην αρχική, ανένδοτα μονοθεϊστική θρησκεία των Εβραχ'ων, αλλά —μη αποδεχόμενοι την αποκλεισπκότητα— θεμελΐωσαν το χσλάμ πάνω σε ένα νέο ιερό βιβλίο, το Κοράνι, προσθέτοντας καχ μια δυναμική ιδεολογία για εξάπλωση της πίστης μέσω στρατιωτικής κατίσχυσης. Και ο χρχστχανχ-σμός, επίσης, εξαπλώθηκε διά του ξίφους, το οποίο αρχικά κράδαχναν οι Ρωμαίοι —αφότου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος αναβάθμισε το χρχσπα-νχσμό από περιθωριακή λατρεχ'α σε ετη'σημη θρησκεία—, κατόπχν οι Σταυ-ροφόροχ και, αργότερα, οι κονκισταδόρες και άλλοχ ευρωπαίοι κατακτητές και άποικοι, συνοδευόμενοι από ιεραποστόλους. Όσον αφορά τους σκο-πούς μου σε τούτο το βιβλίο, και οι τρεις αβραμΐκές θρησκείες δύνανται να αντχμετωτηστοιίν ως αδιαχώριστες. Εκτός αν δηλώνεται κάτι διαφορετικό, θα έχω υπόψη μου κυρίως το χρισπανισμό, απλώς και μόνο επειδή αυτή η εκδοχή μού εΐναι περχσσότερο οχκεία. Για τους δικούς μου σκοπούς, οι διαφορές έχουν λιγότερη σημασία απ' όση οι ομοχότητες. Δεν θα ασχοληθώ δε καθόλου με άλλες θρησκείες, όπως ο βουδχσμός καχ ο κομφουκιανισμός. Μάλχστα, υπάρχουν λόγοι να μην αντχμετωπίζονταχ καθόλου τα εν λόγω συστήματα ως θρησκεχ'ες αλλά ως συστήματα ηθχκής και φχλοσοφίες ξωής.
Ο απλός ορχσμός της Υπόθεσης γχα την Ύπαρξη του Θεού με τον οποίο ξεκχ'νησα χρεχάζεταχ να αποκτήσεχ σάρκα καχ οοτά ττροκεχμένου να συμπε-ρχλάβεχ τον αβραμχκό Θεό. Αυτός ο Θεός όχχ μόνο δημχούργησε το Σύμπαν, αλλά είναι καχ ένας προσωπικός Θεός, ο οποίος κατοχκεί μέσα σε αυτό —ή χ'σως καχ έξω από αχηό (ό,τχ κχ αν σημαχνεχ τοιίτο)— καχ έχεχ τχς δυσάρε-στες ανθρώπχνες ιδιότητες που ανεφερα ήδη.
Οχ προσωπικές χδχότητες, εχ'τε ειχχάρχστες εχ'τε δυσάρεστες, δεν έχοχιν καμία σχέση με τον ντεϊστχκό Θεό του Βολταίρου καχ του Thomas Paine.*
* Ο Αγγλοαμερικανός Thomas Paine (1737-1809) ήταν συγγραφέας και πολιτικός θεωρη-τικός, του οποίου τα γραπτά ενέπνευσαν τους Αμερικανούς πον αγώνα τους για ανε-ξαρτησία από tnv Αγγλία. (Σ.τ.μ.)
60

Συγκρινόμενος με το ψυχωτχκό αντικοινωνχκό ον της Παλαιάς Διαθήκης, ο ντεϊστικός Θεός του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα εΐναι από κάθε άποψη μια ανώτερη ύπαρξη: αντάξιος της κοσμικής του Δημιουργίας, αγέρωχα αδιάφορος προς τις ανθρώτιινες υποθέσεις, θεσπέσια απόμακρος σπό τις χδιωτικές μας σκέψεις και ελτπ'δες, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις ρυπαρές αμαρτίες μας και τις μετάνοιες που μουρμουρίζουμε. Ο ντεϊσπκός Θεός είναχ ο φυσικός που δίνει τελειωτική μορφή σε κάθε φυσική, το άλφα και το ωμέγα των μαθηματικών, η αποθέωση όλων των σχεδιαστών- ο υ-περμηχανικός ο οποίος καθόρισε τους νόμους και τις σταθερές του Σύμπα-ντος, ρυθμίζοντάς τες με εξαιρετική ακρίβεια και προβλεπτικότητα, εκεί-νος ο οποίος πυροδότησε ό,τι θα ονομάζαμε σήμερα Μεγάλη Έκρηξη και ύστερα αποσύρθηκε, και κανείς πλέον δεν ξανάκουσε για αυτόν.
Σε καιρούς όπου η πίστη στον θεό ήταν ισχυρότερη, οι ντεϊστές καθυ-βρίζονταν ειιίσης, ως απαράλλακτοι με τους άθεους. Η Susan Jacoby, στο βιβλίο της Freethinkers: A History of American Secularism (Ελευθερόφρονες. Mm ιστορία της αμερικανικής εκκοσμίκευσης), παραθέτει έναν κατάλογο από επιλεγμένους χαρακτηρισμούς που αποδόθηκαν στον καημένο τον Thomas Paine: «Ιούδας, ερπετό, γουρούνι, λυσσασμένο σκυλί, μεθύστακας, κάθαρμα, αντίχρχστος, κτήνος, ψεύτης και, φυσικά, άπιστος». Ο Paine πέ-θανε εγκαταλελειμμένος (με την τιμητική εξαίρεση μόνο του Jefferson) από όλους τους φίλους του τους πολιτικούς που ένιωθαν ντροπή γ\α τις αντι-χριστιανχκές του απόψεις. Στην εποχή μας, τα πράγματα έχουν αλλάξει τόσο πολύ ώστε ot ντεϊστές μάλλον αντιπαραβάλλονται προς τους άθεους και κατατάσσονται μαζί με τους θεϊστές. Στο κάτω κάτω της γραφής, πχ-στεύουν σε μια ανώτερη διάνοια που δημιούργησε το Σύμπαν.
Η εκκοσμίκενση, ot Πατέρες τον Έθνονς και η θρησκεία στην Αμερική
Συνήθως αφήνεται να εννοηθεί ότι οι Πατέρες του Έθνους, οι θεμελιωτές της Αμερικανικής Δημοκρατίας, ήταν ντεϊστές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί από αυτούς πράγματι ήταν, μολονότι έχει υποστηριχθεί και ότι οι σημαντικότερο; εξ αυτών μάλλον υπήρξαν άθεοι. Σίγουρα πάντως, τα κεί-μενα που έγραφαν τότε για τη θρησκεία δεν μου αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι περισσότεροι θα δήλωναν άθεοχ αν ζούσαν στις μέρες μας. Πέρα όμως από τις προσωπικές τους θρησκευτικές αντιλήψεις, εκείνο που κατε-ξοχήν τούς χαρακτήριζε συλΑογχκά ήταν ότι υπήρξαν νποστηρικτές τον κοσμικού κράτονς, και σε αυτό το θέμα θέλω να οπραφώ σε "COOTO το μέρος του βιβλίου, ξεκινώντας με ένα —ίσως εκπληκτικό— παράθεμα από ομιλία
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY 0ΕΟΥ
61
του γερουσιαστή Barry Goldwater το 1981, το οποίο δείχνει ξεκάθαρα πόσο αφοσιωμένος ήταν στην παράδοση της εκκοσμίκευσης —πάνω στην οποία είχε θεμελιωθεΐ η Αμερικανική Δημοκρατία— αυτός ο υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ και ήρωας του αμερικανικού συντηρητισμού:
Δεν υπάρχει άλλη θέση στην οποία οι άνθρωποι να παραμένουν περισ-σότερο αμετακίνητοι όσο οτις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Ο ισχυ-ρότερος σύμμαχος που θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς σε μια ανπ-παράθεση είναι ο Ιησούς Χριστός ή ο Θεός ή ο Αλλάχ —ή όπως, τέλος πάντων, ονομάζει κανείς αυτή την ανώτερη ύπαρξη. Αλλά όπως συμ-βαίνει με κάθε ισχυρό όπλο, πρέπει κανεΐς να επικαλείται το όνομα του Θεού με φειδώ. Οι θρησκευτικές φατρίες που αναπτύσσονται σε ολό-κληρη τη χώρα δεν χρησιμοποιούν τη θρησκευτική επχρροή τους με σύνεση. Προσπαθούν να υποχρεώσουν τους ιθύνοντες της κυβέρνησης να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις δικές τους θέσεις. Αν τύχει να δια-φωνήσεις με μία από αυτές τις θρησκευτικές ομάδες πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο ηθικό ζήτημα, υποβάλλουν παράπονα, σε απειλούν με απώλεια χρημάτων ή φήφων ή και με τα δύο. Πραγματικά έχει εξαντλη-θεί η υπομονή μου με αυτούς τους κήρυκες, οι οποίοι κάνουν πολνπκή σε ολόκληρη τη χώρα και λένε σε εμένα, τον πολίτη, ότι αν θέλω να εί-μαι ηθικός άνθρωπος τότε θα πρέιτει να πιστεύω στο Α, το Β, το Γ ή το Δ. Τέλος πάντων, ποχοι νομίζουν ότχ είναι; Καχ πού βρίσκουν το θράσος και αιτό ιτού αντλούν το δικαίωμα να μου υπαγορεύουν τις ηθικές τους πεποχθήσεχς; Επιπλέον, είμαι πολύ θυμωμένος επειδή, ως νομοθέτης, χρειάζεται να ανέχομαι τις απειλές κάθε θρησκευτικής ομάδας που νο-μι'ζει ότι έχει κάποιο θεόπεμπτο δικαίωμα να ελέγχει την ψήφο μου σε κάθε ψηφοφορία της Γερουσχ'ας. Τους προεχδοποχώ λοχπόν σήμερα: θα τους πολεμήσω συστηματικά αν επιχεχρήσουν να χπιαγορεύσοΐΛΓ τις η-θχκές τους πεποχθήσεχς σε όλους τους Αμερχκανούς σχο όνομα του συ-ντηρητχσμού.19
Οχ θρησκευτχκές πεποχθήσεχς των Πατέρων του Έθνους αποτελοχίν θε-μελιακού ενδιαφέροντος ζήτημα για τους ιτροπαγανδιστές της σχίγχρονης αμερχκανχχαίς Δεξχάς, οχ οποχ'οχ αδημονούν να επιβάΑουν τη δική τους εκδο-χή της ιστορίας. Σε αντίθεση με την άποψή τους, TO γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν ιδρύθηκαν ως χρισπανικό κράτος δηλώνεται από τους όρους μιας συνθή-κης με την Τρίπολη, η οποία συνετάχθη το 1796 από τον George Washington και υπεγράφη το 1797 από τον John Adams:
Καθώς η διακυβέρνηση των ΗΙΊΑ δεν έχει θεμελιωθεί, uno οποιαδή-
62

ποτε έννοια, πάνω στη χρισπανική θρησκεία• καθώς δεν διάκειται αυτή καθαυτήν κατά κανέναν τρόπο εχθρικά προς τους νόμους, τη θρησκεία ή τη γαλήνη των μουσουλμάνων• και καθώς οι προαναφερθείσες Πολι-τείες δεν έχουν ποτε εμπλακεί σε πόλεμο ή εχθροπραξίες εναντίον ο-ποιουδήποτε μωαμεθανικού έθνους, δηλώνεται από τις δύο πλευρές ότι καμία αφορμή προερχόμενη από θρησκευτχκές αντιλήψεις δεν πρό-κειται να προκαλέσει ποτέ διαταραχή της αρμονικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.
Οι λέξεις με τις οποίες αρχίζεχ αυτό το απόσπασμα θα προκαλούσαν σήμε-ρα θυελλώδεις αντιδράσεις μεταξύ των ιθυνόντων στην Ουάσινγκτον. Κι όμως, ο Ed Buckner έχει δείξει πειστικά ότι δεν προκάλεσαν διχογνωμίες εκεχνη την εποχή,20 είτε μεταξύ των πολιτικών είτε των πολιτών.
Συχνά έχεχ επισημανθεί ότι, παραδόξως, μολονότι οι ΗΠΑ ιδρύθηκαν ως κοσμικό κράτος, σήμερα είναι η πλέον θρησκόληπτη χώρα της χριστιανο-σύνης, ενώ η Αγγλία, χώρα με επίσημη Εκκλησία, της οποίας ηγείται ο συ-νταγματικός μονάρχης, είναι από τις λιγότερο θρησκευόμενες. Με ρωτούν συνεχώς πώς συμβαίνει αυτό, και δεν γνωρίζω. Υποθέτω όμως ότι ίσως η Αγγλία έχει πλέον αποκάμει με τη θρησκεία ύστερα από τη μακρά και α-τιαίσχα ιστορία βίας μεταξύ θρησκευτικών ομάδων, με τους καθολικούς καχ τους προτεστάντες να παίρνουν εκ περιτροπής το πάνω χέρι και να δολο-φονούν συστηματικά τους αντιπάλους τους. Μχα άλλη υπόθεση πηγάζει από την παρατήρηση ότι η Αμερική αποτελεί χώρα μεταναστών. Ένας συ-νάδελφος παρατήρησε ότι οι μετανάστες, ξεριζωμένοι από τη σταθερότη-τα και την ασφάλεια της εκτεταμένης οικογένειάς τους στην Ευρώπη, πολύ πιθανόν να αντιμετώπισαν την Εκκλησία ως υποκατάστατο του σογιού τους στο ξένο έδαφος. Είναι ενδιαφέρουσα ιδέα, και θα άξχζε να διερευνηθεί πε-ραιτέρω. Αναμφίβολα, πολλοί Αμερικανοί θεωρούν την ενορΐα τους, η ο-ποία πράγματι παρουσιάξει κοινά χαρακτηριστικά με την εκτεταμένη οικο-γένεια, ως σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους.
Μια άλλη υπόθεση είναι ότι η θρησκοληψία της σημερινής Αμερικής πηγάζει κατά παράδοξο τρόπο από τον ίδιο τον κοσμικό χαρακτήρα του Συντάγματός της. Ακριβώς επειδή η Αμερική είναι ένα θεσμοθετημένα κο-σμικό κράτος, η θρησκεία έχει εξελιχθεΐ σε πεδίο ελεύθερης επιχειρημα-τικότητας. Αντίπαλες εκκλησίες ανταγωνίζονται για να προσεταιριστούν το εκκλησΐασμα —καθώς επίσης και τις παχυλές εισφορές που τους φέρ-νει—, και ο ανταγωνισμός τους δχεξάγεται με όλες τις επιθετικές, σκληρές μεθόδους πωλήσεων της ελεύθερης αγοράς. Όποια μέθοδος είναι αποδοτχ-κή για την πώληση απορρυιταντικών θεωρειται αποδοτική και για τον Θεό, και το αποτέλεσμα μοιάζει περίπου με τη θρησκευτική μανία των λιγότερο
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
63
μορφωμένων κοινωνικών τάξεων της σημερινής Αμερικής. Στην Αγγλία, α-ντιθέτως, η θρησκεία, καθώς τελεί υπό την αιγίδα της επίσημης Εκκλησίας, έχει καταλήξει να αποτελεί κάτι ελάχχστα περισσότερο από ένα ευχάριστο κοινωνικό πάρεργο, ελάχιστα αναγνωρίσιμο πλέον ως θρησκευτικό. Αυτή την αγγλική παράδοση περιγράφει εύστοχα στο κείμενό του στην εφημε-ρίδα Guardian ο Giles Fraser, αγγλικανός ιερέας που παραδίδει επίσης μα-θήματα φιλοσοφίας στην Οξφόρδη. To άρθρο τού Fraser έχει υπότιτλο «Η επισημοτιοίηση της Εκκλησίας της Αγγλίας αφαίρεσε τον Θεό από τη θρη-σκεία, αλλά μια περισσότερο δυναμική προσέγγιση σε ζητήματα πχ'στης ε-νέχει κινδύνους»:
Υπήρχε μια εποχή κατά την οποία ο εφημέριος της υπαίθρου αποτε-λούσε έναν από τους κύριους χαρακτήρες του αγγλικού δράματος. Αυ-τός ο μειλίχιος, εκκεντρικός τύπος με τους καλούς τρόπους, ο οποίος έπινε το τσάι του και φορούσε γυαλισμένα παπούτσια, εκπροσωπούσε ένα είδος θρησκείας που δεν έφερνε τους άθρησκους σε δύσκολη θέση. Δεν θα πάθαινε υπαρξιακή κρίση, ούτε θα σε κολλούσε στον τοίχο ρωτώντας σε αν έχεις σωθεί, και ούτε βέβαια επρόκειτο να εξαπολύσει σταυροφορίες με κηρύγματα από άμβωνος, ή να τοποθετήσει βόμβες στο όνομα κάποιας ανώτερης δύναμης.21
(Συγκρίνετε αυτό το άρθρο με το ποίημα του Betjeman που ανέφερα στην αρχή του Κεφαλαίου 1.) Ο Fraser φτάνει μάλιστα να πει ότι «ο ευγενικός εφημέρχος της υπαίθρου στην ουσία εμβολίασε πάρα πολλούς Αγγλους ενάντια στο χριστχανισμό». Τελειώνει το άρθρο του εκφράζοντας θλίψη για την πιο πρόσφατη τάση της Εκκλησίας της Αγγλίας να πάρει πάλι τη θρησκεία στα σοβαρά, και η τελειηαία φράση του αποτελεί μια προειδο-ττοίηση: «Η ανησυχία μου είναι ott μπορεί να ελευθερώσουμε το τζίνι του αγγλικού θρησκευτικού φανατισμού, που κοιμόταν ήσυχα για αιώνες μέσα σιο κουτί της επισημοποιημένης Εκκλησΐας».
To τζίνι του θρησκευτικού φανατισμού οργιάζει στη σύγχρονη Αμερική —οι Πατέρες του Έθνους σχγουρα θα είχαν φρίξει. Είτε πρέπει είτε όχι να αποδεχθούμε το παράδοξο και να αποδώσουμε την ευθύνη στο κοσμικό Σιίνταγμα που συνέταξαν οι ίδχοι, το σίγουρο είναι ότι οι Πατέρες υπήρξαν υπέρμαχοι της εκκοσμίκευσης καχ τπστευαν οτο διαχωρισμό θρησκείας και πολνπκής. Τούτο και μόνο αρκεί για να θεωρήσουμε ότι σήμερα, χωρίς αμ-φιβολία, θα τάσσονταν στο πλευρό εκείνων που αντιδρούν σε καταστάσεις όπως η κραυγαλέα επίδειξη των Δέκα Εντολών σε κρατικά, δημόσια κτίρια. Μπαίνει πάντως κανείς στον μεγάλο ιιειρασμό να εικάσει ότι τουλάχιστον μερικοί από αυτούς είχαν ενδεχομένως προχωρήσει πιο πέρα από τον ντεϊ-
64

σμό. Υπάρχει άραγε περίπτωση να ήταν αγνωστικιστές ή ακόμη και ηέρα για πέρα αθεϊστές; Η ακόλουθη δήλωση του Jefferson δεν διαφέρει σε τίπο-τε από ό,τι θα ονομάζαμε σήμερα αγνωστικισμό:
To να μιλά κανείς για υπάρξεις που δεν έχουν υλική υττόσταση εΐναχ σαν να μιλά για το τίποτε. To να λέει κάποιος ότι η ανθρώπχνη ψυχή, οι άγγελοι, ο Θεός δεν έχουν υλική υπόσταση ισοδυναμεί με το να λέει ότι όλα αυτά είναι ανύπαρκτα, ή ότι δεν υπάρχει Θεός, ούτε άγγελοι, ούτε ψυχή. Δεν μπορώ να κάνω κάποιον διαφορετικό συλλογισμό [...] χωρίς να βυθιστώ στην αττύθμενη άβυσσο των ονεΐρων και των φαντασμάτων. Εΐμαι ευχαριστημένος —και αρκετά απασχολημένος ήδη— με τα πράγ-ματα που υπάρχουν, και δεν χρειάξεται να βασανίζομαι ή να αναρωτιέ-μαι για όσα πιθανόν να υπάρχουν αλλά για τα οποία δεν έχω καμία α-πόδειξη.
Ο Christopher Hitchens, στη βιογραφία τού Jefferson με τίτλο Thomas Jefferson: Author of America (Thomas Jefferson. O δημιουργός της Αμερικής), πιστεύει ότι τηθανόν ο Jefferson να ήταν άθεος, ακόμη και σε μια εποχή ό-πως η δική του, όταν ήταν πολύ δυσκολότερο:
Όσο για το αν ήταν άθεος, πρέπει να επιφυλαχθούμε να αποφανθούμε, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, τουλάχιστον επειδή ο ίδιος όφειλε να συμπεριφέρεται με εξαφετική σωφροσύνη σε όλη τη διάρκεια της πο-λιτικής του ζωής. Αλλά όπως είχε γράψει και στον ανχψιό του, τον Peter Carr, από το 1787 ήδη, δεν πρέπει κανείς να αποφεύγει αιτεού του εί-δους την αναζήτηση από φόβο γχα τις ενδεχόμενες συνέπειες. «Αν τού-τη η αναξήτηση καταλήξει στην πίστη ότι δεν υπάρχει Θεός, θα βρεις πάντως to κίνητρο για την αρετή στην παρηγοριά και την ικανοποίηση που θα σου προσφέρει η άσκησή της, καθώς και στην αγάπη των άλλων την οποία θα σου εξασφαλίσει».
Η ακόλουθη συμβουλή τού Jefferson, από την ίδια επιστολή του προς τον Peter Carr, μου φαχνεται συγκινητική:
Ελευθερώσου από όλους τους φόβους των τιροκαταλήψεων, κάτω από
τους οποχους ζαρώνει δουλικά κάθε ασθενικός νους. Στερέωσε γερά τον ορθό λόγο στη θέση που του αρμόζει και ζήτα την κρίση του για κάθε γεγονός, για κάθε άποψη. Να αμφισβητείς ευθαρσώς ακόμη και την ύπαρξη του Θεού- διότι, αν υπάρχει, πρέπει να επιδοκιμάζει περισ-σότερο το σεβασμό προς τον ορθό λόγο παρά τον τυφλό φόβο.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ THN ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
65
Σχόλια του Jefferson όπως «Ο χρισπανισμός είναι το πιο διεστραμμένο σύστημα που διανοήθηκε ποτέ ο άνθρωπος» ταιριάζουν τόσο με τον ντεϊ-σμό όσο και με τον αθεϊσμό. To ίδιο και ο έντονος ανπκληρικαλισμός τού James Madison: «Εδώ και δεκαπέντε σχεδόν αιώνες, ο θεσμοθετημένος χρι-στιανισμός τελεΐ υπό δοκιμασία. Ποχοι ήταν οι καρποί του; Λίγο ή πολύ, παντού, η αλαζονεία και η οκνηρία μεταξύ των κληρικών• η άγνοια και η δουλοπρέπεια μεταξύ χων κοσμικών• ενώ ΚΟΛ για τις δύο πλευρές, η δεισι-δαιμονία, η μισαλλοδοξία και οι διωγμοί». Τα ίδια θα μπορούσαν να ειττω-θούν και για τα σχόλχα του Βενιαμίν Φρανκλίνου («Οι φάροχ είναι mo χρή-σιμοι αττό τις εκκλησίες»). Φαίνεται ότι ο Adams ήταν ντεϊστής με ισχυρά αντικληρικές απόψεις («Οι τρομακτικές μηχανές των εκκλησιασπκών συμ-βουλΐων [...]»), και ο ίδιος εξαπέλυσε μερικούς υττέροχους φιλιππικούς, ε-ναντίον του χρισπανισμού ειδικότερα: «Με τον τρόπο που εγώ καταλαβαί-νω το χριστιανισμό, ήταν και εΐναι μια εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Αλλά πώς, τέλος πάντων, εκατομμύρια μύθοι, ιστορίες και θρύλοι έχουν ανακα-τευτεί με την ιουδαϊκή και τη χρισπανική εξ αποκαλύψεως αλήθεια και τις έχουν μετατρέψει στην πιο αιματοβαμμένη θρησκεία που υπήρξε ποτέ;». Kat σε μια άλλη επιστολή του, αυτή τη φορά προς τον Jefferson, αναφέρει: «Σχεδόν ανατριχιάζω στη σκέψη να υπαινχχθώ το πιο ολέθριο παράδειγμα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου που έχει διατηρήσει η ιστορία —το Σταυρό! Σκέψου τι καταστροφές έχεχ προκαλέσει αυτή η μηχανή παραγω-γής δυστυχίας!».
Ό,τι κι αν ήταν ο Jefferson και οι συνεργάτες του —θεϊστές, ντεϊοτές, α-γνωστικιστές ή αθεϊστές—, υπήρξαν πάντως παθιασμένοι υπέρμαχοι της εκκοσμίκευσης, οι οποίοι πίστευαν ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ενός τιροέδρου, ή η απουσία τους, ήταν αποκλειστικά προσωπική του υπόθεση. Όλοι οι Πατέρες τουΈθνους, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους τιε-ποχθήσεις, θα εΐχαν μείνει εμβρόντητοι αν διάβαζαν τη μαρτυρία του δημο-σιογράφου Robert Sherman σχετικά με την απάντηση του Τζορτζ Μπους του πρεσβιτιερου σε ερώτηση του Sherman, αν αναγνώριζε τα ίσα πολντι-κά δικαιώματα και τον πατριωτισμό των άθεων Αμερικανών: «Όχι, δεν πι-στεύω ότι οι άθεοι θα έπρεηε να θεωρούνται πολίτες, και οιχτε θα έπρεπε να θεωρούνται πατριώτες. To έθνος μας είναι ένα έθνος υπό τη σκέπη χου Θεού».22 Αν υποθέσουμε ότι η μαρτυρία τού Sherman είναχ ακρχβής (δυ-στυχώς δεν χρησιμοποίησε μαγνητόφωνο, και καμία άλλη εφημερίδα δεν δημοσίευσε κάτι σχετικό εκείνο το διάστημα), δοκιμάστε να αντικατα-στήσετε τη λέξη «άθεοι» με το «Εβραίοι» ή με το «μουσουλμάνοι» ή με το «μαύροι». Αυτό θα σας δώσει ένα μέτρο της προκατάληψης και των διακρί-σεων που υφίστανται σήμερα οι άθεοχ Αμερικανοί. To άρθρο τής Natalie Angier, «Confessions of a lonely atheist» (Εξομολογήσεις μιας μοναχχκής ά-
66

θεης), οτους New York Times, αποτελεί μια θλιμμένη και συγκινητική περι-γραφή των αισθημάτων απομόνωσης που βιώνει ως άθεη στη σύγχρονη Αμερική.23 Εντούτοις, η απομόνωση των άθεων Αμερικανών αποτελεί πλά-νη, η οποία καλλιεργείται επιμελώς στηριγμένη στις προκαταλήψεις ενα-ντίον τους. Στην Αμερική νπιάρχουν πολύ περισσότεροι άθεοι ατι' ό,τι νο-μίζετε. Όπως ανέφερα και στον Πρόλογο, οι άθεοι Αμερικανοί είναι ιιολύ περισσότεροι από τους θρησκευόμενους Εβραίους, ωστόσο αποτελεί κοινό μυστικό ότι το εβραϊκό λόμπι συγκαταλέγεται σε εκείνα που ασκούν την ισχυρότερη ειιιρροή στην Ουάσινγκτον. Τι θα μπορούσαν άραγε να καταφέ-ρουν οι άθεοι Αμερικανοί εάν οργανώνονταν και εκείνοι κατάλληΛα;*
Ο David Mills, στο αξιοθαύμαστο βχβλίο του Atheist Universe (Σύμπαν χωρίς Θεό), αφηγείται ένα απίστευτο περιστατικό αστυνομικής αυθαιρε-σίας που μόνο σε ταινία δράσης θα μπορούσε να συμβεί —κχ όμως είναι α-ληθινό. Ένας χρισπανός θεραπευτής διεξήγε μια «Σταυροφορΐα Θαυμά-των», και επισκεπτόταν και την πόλη τού Mills μία φορά το χρόνο. Μεταξύ άλλων, ο εν λόγω θεραπευτής παρακινούσε τους διαβητικούς να πετάξουν την ινσουλίνη τους και τους καρκινοπαθείς VQ εγκαταλείψουν τη χημειοθε-ραπεία και, αντιθέτως, να προσευχηθούν για να γίνει θαύμα. Πολύ λογικά, ο Mills αποφάσισε να οργανώσει μια ειρηνική διαμαρτυρία για να προειδο-ποιήσει τον κόσμο.Έκανε όμως το λάθος να πάει στην αστυνομία, να τους μιλήσεχ για την πρόθεσή του και να ζητήσει την προστασία τους από ενδε-χόμενες επιθέσεις οπαδών του θεραττειηή. Ο πρώτος αστυνομχκός οτον ο-ποίο απευθύνθηκε τον ρώτησε με βαρύ ύφος: «Και δεν μου λέτε, εσείς θα διαμαρτυρηθείτε υπέρ του ή κατά του;».Όταν ο Mills απάντησε «φυσικά, ε-ναντίον του», ο αστυνομικός εΐπε ότι και ο ίδιος σχεδίαζε να παρευρεθεχ στη σύναξη του θεραπευτή και πως σκόπευε να φτύσει τον Mills κατάμου-τρα, καθώς θα περνούσαν δίπλα από τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας του.
Ο Mills τότε αποφάσισε να δοκιμάσει την τιίχη του με έναν άλλο αστυ-νομικό. Εκείνος όμως του είπε ότι, αν κάποιος οπαδός του θεραπευτή α-σκούσε βία κατά του Mills, ο ίδιος θα συλλάμβανε τον Mills, διότι «προσπα-θούσε να εμποδίσει το έργο του Θεού». Ο Mills πήγε στο σπίτι του και προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το αστυνομικό τμήμα, ελπί-ζοντας ότι θα έβρισκε περισσότερη κατανόηση από τα ανώτερα κλιμάκια. Τελικά τον συνέδεσαν με έναν αρχιφύλακα, ο οποχ'ος του είπε: «Αντε στο
* Ο Tom Flynn, εκδότης του περιοδικού Free Inquiry, θέτει το ζήτημα σθεναρά (στο «Secularism's breakthrough moment» [Η ώρα της ανάδυσης της εκκοσμίκευσης], Free Inquiry, 26:3, 2006, 16-17): «Αν εμείς οι άθεοι αισθανόμαστε απομονωμένοι και καταπιε-σμένοι, μόνο τον εαυτό μας πρέπει να κατηγορούμε. Αριθμητικώς, είμαστε ισχυροί. Ας αρχίσουμε να δείχνουμε τη δύναμή μας».
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
67
διάβολο τπα, φιλαράκο. Κανένας αστυνομικός δεν θέλει να προστατέψει έναν καταραμένο άθεο. Μακάρι κάποιος να σου σπάσει τα μούτρα καλώς». Καθώς φαίνεται, εκτός από τους κανόνες του συντακτικού, σε εκείνο το α-στυνομικό τμήμα παραβχ'αζαν και κάθε έννοια ευγένειας και συναίσθησης του καθήκοντος. Ο Mills αναφέρει ότι μΐλησε σε ηερίπου επτά ή οκτώ α-στυνομικούς εκείνη την ημέρα. Κανείς τους δεν θέλησε να βοηθήσει, και οι περισσότεροι μάλιστα τον απεΐλησαν ευθέως ότι θα βιαιοπραγούσαν εις βάρος του.
Υπάρχουν άφθονες τέτοιες ανεκδοτολογικές μαρτυρίες σχετικά με την προκατάληψη ενάντια στους άθεους, αλλά η Margaret Downey, ιδρύτρια του Δικτύου Υποστήριξης Ενάντια σπς Διακρίσεις (Anti Discrimination Support Network) διατηρεΐ ένα συοτηματικό αρχείο τέτοχων περιπτώσεων μέσω της Εταιρείας Ελεύθερης Σκέψης της Μείζονος Φιλαδέλφειας (Free-thought Society of Greater Philadelphia).24 H βάση δεδομένων που διατηρεί κατηγοριοποιεί τα περιστατικά με βάση το ηού συμβαίνουν —στην κοινό-τητα, στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, στα μέσα ενημέρωσης, crrnv οι-κογένεχα και οτους κυβερνητικούς κύκλους— και περιλαμβάνει περιτττώ-σεχς παρενόχλησης, απόλυσης, εγκατάλειψης από την οικογένεια έως και φόνο.25 Τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχει συγκεντρώσει η Downey α-ναφορικά με το μίσος και τις παρανοήσεις σχετικά με τους άθεους μας ο-δηγουν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατον για έναν άθεο να εκλεγεί σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα αν δχαλαλούσε ευθαρσώς τις θέ-σεις του. Η Βουλή των Αντιπροσώπων αριθμεί 435 μέλη, και η Γερουσία 100. Εάν λοιπόν υποθέσουμε ότι στην πλειονότητά τους αυτά τα 535 άτο-μα είναι υψηλού μορφωτικού εηιπέδου, από στατιστικής πλευράς θεω-ρείται σίγουρο ότι ανάμεσά τους θα υπάρχουν πολλοί άθεοι. Θα πρέπεχ μάλλον να είπαν ψέματα —ή έστω να απέκρυψαν τχς πεποιθήσεις τους— προκειμένου να εκλεγούν. Ποιος όμως θα μπορούσε να τους κατηγορήσει, με δεδομένο το εκλογικό σώμα που έπρεπε να πείσουν; Είναι καθολικώς αποδεκτό ότι η δημόσια παραδοχή αθεϊσμού αττό πλευράς υποψηφίου για την προεδρία ισοδυναμεί με την πολιτική αυτοκτονία του.
Ία όσα συμβαΐνουν σήμερα στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, και οι προε-κτάσεις τους, σίγουρα θα είχαν προκαλέσει φρίκη στον Jefferson, τον Washington, τον Madison, τον Adams και σε όλους τους φΐλους τους. Ό,τι κι αν ήταν —αθεϊστές, αγνωστικιστές, ντεϊστές ή χριστιανοί—, θα αποστρέφο-νταν τους θεοκράτες τής Ουάσινγκτον του 21ου αιώνα. Και ανπθέτως, θα έβλεπαν με συμπάθεια τους ιδρυτές του κοσμικού κράτους της μετααποι-κιακής Ινδίας, ιδιαίτερα τον θρήσκο Γκάντι («Είμαι ινδουιστής, είμαι μου-σουλμάνος, είμαι ιουδαίος, είμαι χριστιανός, είμαι βουδιστής!») και τον α-θεϊστή Νεχρού:
68

To θέαμα αυτού που ονομάζεται θρησκεία —ή, εν πάση περιπτώσει, οργανωμένη θρησκεία—, στην Ινδία και αλλού, μου προκαλεί αιιέχθεια και συχνά το έχω καταδικασει και έχω ευχηθεί να μιιορούσα να το εξα-λείψω. Σχεδόν πάντοτε δεΐχνει να αντιπροσωπεύει την τυφλή πίστη και την αντίδραση σε καθετί νέο, το δογματισμό και τη μισαλλοδοξία, τη δεισιδαιμονία, την εκμετάλλευση και τη διατήρηση παγιωμένων συμφε-ρόντων.
Ο ορισμός τον οποίο έδωσε ο Νεχρού στην κοσμχκή Ινδία που ονειρεύ-τηκε ο Γκάντι (μακάρι να είχε πραγματοποιηθεί, αντί για τον κατακερματι-σμό της χώρας τους μέσα σε λουτρό αίματος από τις θρησκευτικές διαμά-χες) θα μπορούσε κάλλιστα να είχε διατυπωθεί από τον ίδιο τον Jefferson:
Συξητάμε για μια κοσμική Ινδΐα [...]. Μερικοί τηστεύουν ότι ο συγκεκρι-μένος όρος σημαίνει κάτι αντίθετο στη θρησκεία. Αυτό προφανώς και δεν αληθεύεχ. Εκεΐνο που σημαίνει είναι ένα κράτος το οποίο τιμά εξι'-σου όλες τις θρησκείες και τους δίνει ίσες ευκαιρίες• η Ινδία έχει μακρά ιστορία θρησκευτικής ανοχής [...]. Σε μια χώρα όπως η Ινδχ'α, η οποία έχει πολλά διαφορετικά πχστεύματα και θρησκείες, δεν μπορεί να οικο-δομηθεί αληθινή εθνική συνείδηση παρά μόνο στη βάση ενός κοσμικού κράτους.26
Ο ντεϊσπκός Θεός, τον οποίο τιολλοί συνδέουν με τους Πατέρες του Έθνους, αποτελεί σίγουρα μια βελτίωση σε σύγκριση με το τέρας της Βί-βλον. Δυστυχώς δεν είναι περισσότερο πιθανό να υπάρχει —ή να υπήρξε— ούτε εκείνος. Υπό οποιαδήποτε μορφή, η Υπόθεση γχα την'Υπαρξη του Θεού είναι περιττή.* Ετπσης, η Υπόθεση για την 'Υπαρξη του Θεού σχεδόν αποκλείεταχ βάσει των νόμων των πιθανοτήτων. Θα επανέλθω σχετικά στο Κεφάλαιο 4, αφού θα έχω ασχοληθεί με τις υποτιθέμενες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, στο Κεφάλαιο 3. Εν τω μεταξύ, στρέφομαι στον α-γνωστικισμό, και στη λανθασμένη άποψη ότι η ύπαρξη και η μη ύπαρξη του Θεού είναι ένα ζήτημα που δεν πρέπει να θίγεται, καθώς βρίσκεταχ ε-κτός δικαιοδοσίας της επιστήμης.
* Όπως είπε ο Laplace, όταν ο Ναπολέων αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει ο διάσημος μαθηματικός να γραψει το βιβλίο του χωρι'ς να κάνει καμία αναφορά στον Θεό, «Κύριε, δεν χρειάσιηκα αυτή την υπόθεση».
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
69
Η ανεπάρκεια του αγνωστικισμον
Ο δυνατός, μυώδης χρισπανός,* που κήρυσσε από άμβωνος στο παλαιό παρεκκλήσι του σχολείου μου, άφηνε να διαφανεχ μια αμυδρή εκτίμηση για τους άθεους. Τουλάχιστον αυτοί είχαν το θάρρος να παραδέχονται τχς πε-πλανημένες αντιλήψεις τους. Εκείνους όμως που δεν μπορούσε καθόλου να ανεχτεί ο ιεροκήρυκας ήταν οι αγνωστικχστές: σαχλοί αισθηματΐες, σαν άνοστος χυλός, νερόβραστοι, αδύναμοι, ξέθωρες φιγούρες που μασούσαν τα λόγια τους. Είχε εν μέρει δίκιο, αλλά για εντελώς λανθασμένους λόγους. Στο ίδιο μοτίβο, κατά τον Quentin de la Bedoyere, o καθολικός ιστορικός Hugh Ross Williamson «σεβόταν τον αφοσιωμένο πιστό και επίσης τον α-φοσιωμένο άθεο. Την περιφρόνησή του τη φύλαγε γχα τις χλιαρές, ασπόν-δυλες μετριότητες, που φτεροκοπούσαν σαστισμένες κάπου ενδιάμεσα».27 Δεν είναι καθόλου κακό να δηλώνει κανείς αγνωστικιστής σε περιπτώ-σεις όπου δεν υττάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Αντιθέτως, συνιστά την εύλογη τοποθέτηση. Ο Carl Sagan κράτησε υτιερήφανα αγνωοτικιστική στάση όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει ζωή και αλλού στο Σύμπαν. Αφού αρνή-θηκε να δώσει οριστική απάντηση, ο συνομιλητής του τον πίεσε να πει τι ένιωθε βαθιά μέσα του, «οτα σωθικά του», και εκείνος τότε είπε την αξέχα-στη φράση: «Μα, προσπαθώ να μη σκέπτομαι με τα σωθικά μου. Αλήθεια, δεν είναι κακό να ετπφυλαχθεί κανείς να αποφανθεί έως ότου συγκεντρω-θούν όλα τα αποδεικτικά στοχχεία».28 To ζήτημα των εξωγήινων μορφών ζωής παραμένεχ ανοικτό. Είναι δυνατόν να δχατυπωθούν βάσιμα επιχειρή-ματα και για τις δύο απόψεις, αλλά δεν διαθέτουμε ειιαρκή στοιχεία ώοτε να προχωρήσουμε πιο πέρα από την απόδοση βαθμών πιθανότητας στη μία ή την άλλη. Μχα τέτοια αγνωστικιστική στάοη είναι η σωστότερη επιλογή όσον αφορά πολλά επιστημονικά ερωτήματα —όπως, λόγου χάριν, τι προ-καλεσε την εξαφάνιση ειδών στο τέλος του Περμίου, την πιο μαζική εξα-φάνιση τιου έχει να επιδείξει η ιοτορία των απολιθωμάτων. Η αιτία ίσως ήταν η πτώση κάποχου μετεωρίτη, όπως εκείνου που κατά πάσα πιθανότη-τα —βάσεχ των υπαρχουσών ενδείξεων— προκάλεσε τη μεταγενέστερη ε-ξαφάνιση των δεινοσαύρων. Πολλές άλλες θα μπορούσαν να είναι οι αιτίες —ή και κάποιος οχτνδυασμός αχτιών. Ο αγνωστχκισμός σχετχκά με τις αιτίες και των δύο προαναφερθεισών μαξικών εξαφανίσεων θεωρείται εύλογος. Τι θα λέγαχε όμως για το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού; Θα έπρεπε να εί-
* To πρότυπο του «μυώδους χριστιανού» πρωτοεμφανίστηκε στην Αγγλία σε γραπτά συνγραφέων της βικτωριανής εποχής. Τόνιζε την πνευματική (μέσω των χριστιανικών ιδεωδών) και σωματική εκγιίμναση. (Σ.τ.μ.)
70

μαστε αγνωστικιστές Km σε αυτή την περίπτωση; Πολλοί έχουν ατιαντήσει ορισπκώς ναι, με τέτοια σιγουριά που δείχνει να προδίδει άλλες διαθέσεις. Έχουν δίκιο;
Θα ξεκινήσω με τη διάκριση του αγνωσπκισμού σε δύο είδη. Ο Προσω-ρινός Αγνωστικισμός σιην Πράξη (ΠΑΙΊ) είναι η θεμιτή τήρηση ουδέτερης στάσης απέναντι σε ένα ερώτημα για το οποίο υπάρχει μεν οριστική απά-ντηση, αλλά δεν διαθέτουμε ακόμα αρκετά αποδεικτικά στοχχεία για να κα-ταλήξουμε σε αυτήν (ή δεν καταλαβαίνουμε τα διαθέσιμα στοιχεΐα ή δεν έ-χουμε τον απαιτούμενο χρόνο για να διαβάσουμε τα στοχχεία κ.λπ.). Ο ΓΊΑΠ θα ήταν η κατάλληλη στάση απέναντι στο ερώτημα των αιτίων της μαζικής εξαφάνισης στο Πέρμιο. Υπάρχει κάπου μια αλήθεια, και ελπίζουμε ότι κά-ποτε θα τη μάθουμε —αλλά για την ώρα δεν τη γνωρίζουμε.
Υπάρχει όμως και μια άκρως αναπόδραστη στάση αποφυγής οποιασδή-ποτε τοποθέτησης, την οποία θα ονομάσω Μόνιμο Αγνωστικχσμό Κατ' αρ-χήν (ΜΑΚ). Ο αγνωστικισμός του είδους ΜΑΚ προσφέρεται για ερωτήματα nou δεν μποροχίν να απαντηθούν ποτέ, όσα στοιχεία κι αν συγκεντρώσου-με, διότι η ίδια η έννοια της απόδειξης δεν ισχύει εν προκειμένω. To ερώ-τημα ανάγεται σε άλλο επίπεδο ή σε μια διαφορετική διασταση, πέρα από την εμβέλεια των αποδείξεων.Ένα σχετικό παράδειγμα αποτελεί εκείνο το χιλιοειπωμένο φιλοσοφικό ερώτημα αν βλέπουν και οι άλλοι το κόκκινο χρώμα όπως το βλέπω εγώ.'Ισως το δικό σου κόκκινο να είναι το δικό μου πράσινο, ή κάτι τελείως δχαφορετχκό από οποιοδήποτε χρώμα μπορώ να φανταστώ. Οι φιλόσοφοι παραθέτουν το ερώτημα τοιίτο ως μη επιδεχόμε-νο απάντησης, ανεξάρτητα από το πόσα αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να υ-πάρξουν κάποτε. Έτσι και μερικοί επιστήμονες και άλλοι διανοητές έχουν πειστεί —με μεγαλύτερη προθυμία απ' όση χρειάζεται, κατα την άποψή μου— ότι το ερώτημα για την ύπαρξη του Θεού ανήκεχ στη μονίμως απρο-σπέλαστη κατηγορία τού ΜΑΚ. Από εκεί, όπως θα δούμε, καταλήγο^τν στο παράλογο συμπέρασμα ότι αμφότερες οι εικασίες για ύπαρξη και μη ύ-παρξη του Θεού έχουν ακριβώς την ίδια πιθανότητα να είναι ορθές. Εγώ πρόκειται να υποστηρίξω μια πολύ διαφορετική άποψη: ο αγνωστικισμός σχετικά με την ύπαρξη του Θεού ανήκει αμετακίνητα στην προσωρινή κα-τηγορία, είναι ΠΑΠ: Ο Θεός ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Πρόκειται για επι-στημονικό ερώτημα• κάποια μέρα θα ξέροντμε την απάντηση, και εν τω με-ταξύ μπορούμε να διατυπώσουμε μερικά ισχυρά επιχειρήματα σχετικά με τχς πιθανότητες να υπάρχει.
Στην ιστορία των ιδεών συναντούμε παραδείγματα ερωτημάτων τα ο-ποία απαντήθηκαν αν και μέχρι τότε πιστευόταν ότι θα βρίσκονταν για πά-ντα πέρα από τις δυνατότητες της επιστήμης. To 1835, ο διακεκριμένος γάλλος φιλόσοφος August Comte έγραψε για τα άστρα: «Δεν θα μπορέσου-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY 0ΕΟΥ
71
με ττοτέ να μελετήσουμε, με καμία μέθοδο, τη χημική τους σύσταση ή την ορυκτολογική τους δομή». Αλλά πριν καλά καλά προλάβει να γράψει αυτές τις λέξεις, ο Fraunhofer είχε αρχίσει ήδη να χρησιμοποιεί το φασματοσκό-πιό του για να αναλύσει τη χημική σύσταση του Ήλιου. Σήμερα, οι ψαομα-τοσκότιοι ανατρέπουν καθημερινά τον αγνωστικισμό τού Comte με τις εξ αποστάσεως αναλύσεις της ακριβούς χημικής σύστασης ακόμη πιο μακρι-νών άστρων.29Όποιο κι αν ήταν το είδος του αγνωσπκισμού τού Comte ως προς τα άστρα, η διδακπκή τούτη ιστορΐα δείχνει ότι τουλάχιστον πρέπει να είμαοτε περισσότερο επιφυλακτικοί πριν διακηρύξουμε πομπωδώς την αιώνια ορθότητα του αγνωστικισμού. Εντούτοις, όταν η συζήτηση θίγει το κρίσιμο ζήτημα του Θεού, ένας μεγάλος αριθμός φιλοσόφων και επιστη-μόνων υιοθετούν τον αγνωστικισμό με μεγάλη ευχαρίστηση, αρχής γενομέ-νης από εκείνον που επινόησε την ίδια τη λέξη, τον Τ.Η. Huxley.30
Ο Huxley διατύπωσε τον ορισμό του νέου όρου του ενώ όρθωνε το ανά-στημά του απέναντι σε μια προσωπική επίθεση. Ο διευθυντής τού King's College του Λονδίνου, ο αχδεσχμότατος δρ Wace, είχε εκφράσει την περι-φρόνησή του για τον «δειλό αγνωσπκισμό» τού Huxley:
Μπορεί να προτιμά να αυτοαποκαλείται αγνωστικιστής, αλλά του πρέ-ιιει ένας παλαιότερος χαρακτηρισμός —είναι άθρησκος, δηλαδή ά-πιστος. Η λέξη άθρησκος ενδεχομένως φέρεχ μια δυσάρεστη σημασχα —και ίσως δικαΐως τη φέρει. Εχ'ναχ, ως ώφειλε, δυσάρεστο γχα κάποιον να χρειάζεται να πει ευθέως ότι δεν πιοτεύει στον Ιησού Χριστό.
Ο Huxley δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που θα ανππαρερχόταν μια τέ-τοια πρόκληση, και η απάντησή του, το 1889, υπήρξε τόσο καυστική ό-σο αναμενόταν (μολονότι δεν παρεξέκλινε ποτέ από τους αβρούς τρόπους του: τα δόντια τού «μπουλντόγκ του Δαρβίνου» είχαν ακονιστεί από την α-στική βικτωριανή ειρωνεία). Στο τέλος, αφού ανταπέδωσε στον δρ Wace τα δέοντα, και με το παραπάνω, ο Huxley επανήλθε στη λέξη «αγνωστικχστής» και εξήγησε πώς τη βρήκε. Κάποιοι άλλοι, παρατήρησε,
παρουσιάζονταν αρκετά σίγουροι ότι είχαν κατακτήσει μια ορισμένη «γνώση» —είχαν δηλαδή, λιγότερο ή περισσότερο επχτυχώς, λύσει το πρόβλημα της ύπαρξης [του Θεού]• ενώ εγώ ήμουν απολύτως σΐγουρος ότι δεν το είχα λύσει, και μάλιστα είχα πειστεί ότι το πρόβλημα δεν ε-πιδέχεται λύση. Και, με τον Χιουμ και τον Καντ στο πλευρό μου, δεν θεώρησα τον εαυτό μου αλαξόνα που ενσιερνιξόμουν θερμά αυτή την άποψη [...]. Έτσι, κατότπν πολλής σκέψης επινόησα ένα χαρακτηρισμό ο οποίος μου φάνηκε κατάλληλος, εκείνον του «αγνωατικισιή».
72

Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Huxley εξήγησε ότι οι αγνωστικιστές δεν έχουν καμία πίστη, ούτε καν πίστη στην ανυπαρξία του Θεού.
Μάλιστα, ο αγνωσπκισμός δεν είναι πίστη σε κάτι αλλά μια μέθοδος, της οποίας η ουσία βρίσκεται στπ διεξοδική εφαρμογή μίας και μοναδι-κής αρχής [...]. Θετικά, η αρχή μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Σε ζητή-ματα της διάνοιας, ακολούθησε τη λογική σου έως εκεί όπου μπορεί να σε οδηγήσει, χωρίς να υπολογΐζεις τύιοτε άλλο. Καχ αρνητικά: Σε ζη-τήματα της διάνοιας, μην προσποιείσαι ότι υπάρχει βεβαιότητα σε συμπεράσματα τα οποία δεν έχουν αποδειχθεί ή δεν εηιδέχονται από-δειξη. Αυτή είναι κατ' εμέ η αγνωσπκισπκή πίστη• αν μάλιστα κανείς την κρατήσει ακέραιη και ακηλίδωτη, δεν θα ντραπεί να κοιτάξει το Σύμπαν κατάματα, ό,τι κι αν του επιφυλάσσει το μέλλον.
Αυτά τα λόγια τυγχάνουν του απόλυτου σεβασμού κάθε επιστήμονα, και πράγματι κανείς δεν θα μπορούσε να ασκήσει επχπόλαιη κριτική στον Τ.Η. Huxley. Εκεΐνος όμως, καθώς είχε επικεντρωθεί στο απολύτως αδύνατο της απόδειξης και της διάψευσης της ύπαρξης του Θεού, φαίνεται ότι αγνοού-σε τη λεπτή έννοια της πιθανότητας. To γεγονός ότι δεν μπορούμε ούτε να αποδείξουμε ούτε να διαψεύσουμε την ύπαρξη κάποιου πράγματος δεν καθιστά την ύιιαρξη και τη μη ύπαρξή του ισότψες. Δεν νομίζω ότι ο Huxley θα διαφωνούσε επ' αυτού, και υποψιάζομαι ότι, όταν έδινε την αντίθε-τη εντύπωση, στην πραγματικότητα υποχωρούσε ως προς ένα ζήτημα, ώ-στε να διασφαλίσει την αποδοχή της άποψής του σχετικά με κάποιο άλλο. Όλοι έχουμε κάνει το ίδιο, κάποιες φορές.
Αντίθετα με τον Huxley, θα υποσιηρίξω ότι η ύπαρξη του Θεού είναι επιστημονική ιτπόθεση όπως και κάθε άλλη. Μολονότι δύσκολα ελέγχεται στην πράξη, ανήκει στην κατηγορία τού ΠΑΠ, όπως και οι δχαφωνίες σχε-τικά με τις εξαφανίσεις ειδών κατά το Πέρμιο ή το Κρητιδικό. Η ύτταρξη ή η μη ύπαρξη του Θεού συνιστά επιστημονικό δεδομένο σχετικά με το Σύ-μπαν, δεδομένο το οποίο είναι ανακαλύψιμο, αν όχι στην πράξη, τουλάχι-στον κατ' αρχήν. Εάν ο Θεός ιτπήρχε, και αποφάσιζε να το φανερώσει, θα μπορούσε να τερματίσει ο ίδιος την αντιπαράθεση με ένα αποστομωτικό επιχείρημα ιτπέρ του, παταγωδώς και κατηγορηματχκώς. Αλλά ακόμη κι αν η ύπαρξη του Θεού δεν αποδειχθεί ή δεν διαψευστεί ποτέ με βεβαιότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα υπάρχοντα στοιχεία και η λογική μποροιίν να οδηγήσουν σε έναν ιτπολογισμό της πιθανότητας να υπάρχει, η οποία θα διαφέρει πολύ ατιό το 50%.
Ας πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά την ιδέα ενός φάσματος πιθανοτήτων, και ας τοποθετήσουμε τις ανθρώπινες κρίσεις σχετικά με την χίπαρξη του
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
73
Θεού σε διαφορετικά σημεία του, μεταξύ δύο αντίθετων άκρων βεβαχότη-τας. To φάσμα είναι συνεχές, αλλά μπορεί να αναπαρασταθεί με τα εξής επτά σημαντικά σημεία:
1. Πιθανότητα 100% υπέρ της ύπαρξης του Θεού. Ισχυρά θεϊστής. Όπως είπε και ο C.G. Jung, «Δεν τπστεύω, γνωρίζω».
2. Πολύ μεγάλη πιθανότητα αλλά λιγότερη από 100%. De facto θεϊοτής. «Δεν μπορώ να ξέρω με βεβαιότητα, αλλά έχω ισχυρή πίστη στον Θεό και περνώ τη ζωή μου αποδεχόμενος ότι υτταρχει».
3. Πιθανότητα πάνω από 50% αλλά όχι πολύ μεγαλύτερη. Τυπικώς αγνω-στικχοτής, με κλίση όμως ττρος το θεϊσμό. «Διατηρώ πολλές αμφιβολίες, αλλά τείνω να πιστεύω ότι σπάρχει Θεός».
4. Πιθανότητα ακριβώς 50%. Πλήρως και αμερόληπτα αγνωστικιστής. «Η ύπαρξη και η μη ύπαρξη του Θεού έχουν ακριβώς ίσες πιθανότητες».
5. Πιθανότητα μικρότερη από 50% αλλά όχι πολύ μχκρότερη. Τυτπκώς α-γνωοτικχστής αλλά με κλίση προς τον αθεϊσμό. «Δεν γνωρίζω αν ο Θεός υπάρχει ή όχι, αλλά κλίνω προς το σκεπτικισμό».
6. Πολύ μικρή ιιιθανότητα, αλλά μεγαλύτερη ατιό μηδέν. De facto αθεϊστής. «Δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα, αλλά νομι'ζω ότι η ύπαρξη του Θεού είναι ελάχιστα πιθανή και περνώ τη ζωή μου αποδεχόμενος ότι δεν υπάρχει Θεός».
7. Ισχυρά αθεϊστής. «Γνωρίζω ότι δεν υπάρχει Θεός, με την ΐδια βεβαιότη-τα που ο Jung "γνωρίζει" ότι υτιάρχει».
Θα εκπλησσόμουν αν έβρισκα πολλούς ανθρώπους οτην έβδομη κατη-γορία, αλλά την περιλαμβάνω και αυτή —για λόγους συμμετρίας προς την κατηγορία 1, η οποία είναι αρκετά πολυπληθής. Η ίδια η φύση της ηίοτης επιτρέπεχ τη διατήρηση μιας πεποίθησης απουσία αποχρώντων λόγων (ο Jung πίστευε επίσης ότι ορισμένα βιβλία στο ράφι του εκρήγνυντο αυθόρ-μητα με έναν δυνατό κρότο). Οι αθεϊστές δεν έχουν καθόλου πίστη• και η λογχκή από μόνη της δεν θα μπορούσε ποτέ να ωθήσει κάποιον στην αττό-λυτη πεποΐθηση ότι κάτι δεν υπάρχει, πέραν πασης αμφιβολίας. Επομένως, η έβδομη κατηγορία είναι εκ των πραγμάτων πιο ολιγομελής σπό τη διαμε-τρικά αντίθετή της, την πρώτη κατηγορία, η οποΐα έχεχ πολλούς «αφοσιω-μένους» κατοίκους. Τον εαυτό μου τον κατατάσσω στην έκτη κατηγορία, αλλά με κλίση προς την έβδομη —είμαι αγνωστικιστής μόνο στο βαθμό ό-που είμαι αγνωστικιοτής και σχετικά με τις νεράιδες στο βάθος του κήπου.
74
To φάσμα των πχθανοτήτων λειτουργεί καλά γχα τον ΠΑΠ. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται δελεαστικό το να τοποθετήσει κανείς τον ΜΑΚ στο μέσον του φάσματος, αποδίδοντας στην χίπαρξη του Θεού πιθανότητα 50%, αλλά δεν είναι σωστό. Οχ αγνωστικιστές τύπου ΜΑΚ δχατεχ'νονταχ ότι δεν μπο-ρούμε να πούμε τίποτε, είτε προς τη μία κατεύθυνση είτε προς την άλλη, σχετικά με το ερώτημα για την ύπαρξη του Θεού. Η ερώτηση αυτή, σύμ-φωνα με τους αγνωστικιστές τού ΜΑΚ, είναι αδύνατον να απαντηθεί κατ' αρχήν, καχ έτσι αρνούνταχ κατηγορηματικά να τοποθετηθούν οπουδήποτε εντός του φάσματος των πιθανοτήτων. To γεγονός ότι δεν μπορώ να γνω-ρΐζω αν στο δικό σου κόκκινο αντιστοιχεί το δικό μου πράσινο δεν συνεπά-γεταχ ότι η πχθανότητα να αληθεύεχ η εν λόγω πρόταση ισοχτιαχ με 50%. Η συγκεκριμένη πρόταση στερείται πλήρως νοήματος, οπότε δεν εχναχ δυνα-τόν να της αποδοθεί κάποια πιθανότητα. Εντούτοις, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτελεί σύνηθες λάθος να κάνει κάποιος το λογικό άλμα από την προκείμενη —ότι το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού είναι θεωρητικώς αδύνατον να απαντηθεί— στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη και η μη ύπαρξή του έχουν ίσες πιθανότητες.
Η ίδια πλάνη μπορεί να εκφραστεί και μέσω της συζήτησης σχετχκά με το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης• με τούτη τη μορφή παρουσιάζεται γλαφυρά στην ηαραβολή τού Bertrand Russell για την ουράνχα τσαγιέρα:
Πολλοί θρήσκοι μχλούν σαν να υποχρεούνται οι σκεπτχκιστές να δια-ψεύσουν τα παραδεδεγμένα δόγματα, και όχι σαν να πρέπει να τα απο-δείξουν όσοι τα πιστεύουν. Αυτό φυσικά είναι λάθος. Αν εγώ έλεγα πο-τέ ότι ανάμεσα στη Γη και στον Άρη υπάρχει μχα πορσελάνινη τσαγιέρα που περιφέρεται γύρω από τον 'Ηλιο σε ελλειπτική τροχιά, κανένας δεν θα μπορούσε να διαψεύσει την πρότασή μου —υπό την προϋτιόθεση ότι θα είχα μεριμνήσει να προσθέσω πως η τσαγιέρα είναι τόσο μικρή ώστε δεν μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη και με τα τπο ισχυρά μας τηλε-σκόπια. Εάν όμως έφτανα στο σημείο να πω ότι, εφόσον η πρότασή μου δεν μπορεί να διαψευστεί, η αμφισβήτησή της ατιό την ανθρώπινη λογχκή αποτελεί ασυγχώρητο θράσος, τότε θα θεωροχίνταν, καχ πολύ σωστά, ότι λέω ανοησίες. Εάν όμως η ιίπαρξη μιας τέτοιας τσαγιέρας βεβαιωνόταν από αρχαχ'α βχβλία, διδασκόταν ως ιερή οιλήθεχα κάθε Κυ-ρχακή και ενσταλαζόταν στο νου των παχδχών στο σχολεχο, οχ ενδοχα-σμοχ' κάποχου γχα το αν θα έπρεπε να πχστέψεχ στην ύπαρξή της θα α-ποτελούσαν πλέον σημάδχ εκκεντρχκότητας, καχ ο αμφχσβητχ'ας θα δεχόταν τχς φροντχδες του ψχιχχάτρου —σε μχα πχο πεφωτισμένη επο-χή— ή εκεχ'νες του χεροεξεταστή —σε κάποχα παλαχότερη.31
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
75
Ας μην αναλώσουμε άλλο το χρόνο μας εξηγώντας για ποιο λόγο κανένας, cm' όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν λατρεύει τσαγιέρες.* Αν μας τιίεξαν ό-μως, δεν θα διοπάζαμε να δηλώσουμε την ισχυρή μας πεποίθηση ότι σίγου-ρα δεν υπάρχει τσαγιέρα σε τροχιά στο Δχάστημα. Εντούτοις, από μια αυ-στηρώς λογική σκοτπά, θα έπρεπε να δηλώνουμε όλοι αγνωστικίστές ως προς την τσαγιέρα: δεν μπορούμε να αποδείξουμε με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει ουράνια τσαγιέρα. Στην ττράξη, επομένως, αττομακρυνόμαοτε αττό τον α-γνωστικισμό ως προς την τσαγιέρα και πλησχάζουμε τον ατσαγιερισμό.
Ένας φίλος μου που ανατράφηκε με τις αρχές του ιουδαϊσμού και συνε-χίζει να τηρεί την αργία του Σαββάτου καχ άλλα ιουδαϊκά έθιμα από αφο-σι'ωση στην πολιτισμική κληρονομιά του, περιγράφει τον εαυτό του ως «α-γνωστικιστή ως τιρος τη νεράιδα των δοντιών». Θεωρεί ότι η ύπαρξη του Θεού δεν είναχ πιθανότερη από την ύπαρξη της νεράιδας των δονηών. Κα-μία από τις δύο υποθέσεις δεν μπορεί να διαψευοτεί, αλλά αμφότερες έ-χουν εξίσου ελάχιστες πιθανότητες να ισχύουν. Ο ίδιος είναι αθεϊοπής στον ίδιο μεγάλο βαθμό τιου είναι και ανεραϊδιστής• και αγνωστικιστής σχετικά και με τα δύο, στον ίδιο μχκρό βαθμό.
Η τσαγιέρα τού Russell αντιιιροσωπεύει, φυσικά, ένα άπειρο πλήθος πραγμάτων των οποίων την ύπαρξη μπορούμε να συλλάβοντμε αλλά όχχ να διαψεύσουμε. Ο Clarence Darrow, αμερικανός μεγαλοδικηγόρος, είπε: «Δεν πιστεύω στον Θεό όπως δεν πιστεύω και στη Μαμά Χήνα».** Ο δημοσιο-γραφος Andrew Mueller υποστηρίζει ότι η προσχώρηση σε μια ορισμένη θρησκεία «δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο παράξενο πράγμα από το να ε-πχλέξει κανείς να τηστεύει ότι η υφήλχος έχει σχήμο ρόμβου και ότι την ξε-γέννησαν από το Σύμπαν με τις δαγκάνες τους δύο γιγάντιοι πράσχνοι α-στακοί με τα ονόματα Εσμεράλδα και Κιθ».32 Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο αόρατος, άυλος, ανεπαίσθητος μονόκερως, τη διάψευση του οποίου ε-τπχειρούν κάθε χρόνο τα παιδχά στο Camp Quest.*** Τη σπγμή τούτη, μια
* Ίσως βιάστηκα να το πω. Η Independent της 5ης Ιουνίου 2005 δημοσίευσε το ακόλου-θο: «Επίσημες πηγές της Μαλαισίας αναφέρουν ότι τα μέλη κάποιας θρησκειηικής αίρε-σης που έκτισε μια ιερή τσαγιέρα σε μέγεθος σπιτιού έχουν ιιαραβιάσει τους κανονι-σμούς της πολεοδομίας». Βλ. επίσης TO ειδησεογραφικό δελτίο τού BBC στη διεύθυνση http://news.bbc.co.Uk/2/hi/asia-pacific/4692039.stm.
** Η Mother Goose (Μαμά Χήνα) είναι φανταστικό πρόσωπο, που υποτίθεται ότ\ επινό-ησε τραγουδάκια για μικρά παιδιά. (Σ.τ.μ.)
*** To Camp Quest (Κατασκήνωση της αναζήτησης) οδηγεί τον αμερικανικό θεομό της καλοκαιρινής κατασκήνωσης προς μια αξιοθαύμαστη κατεύθυνση. Σε αντίθεση με άλλες θερινές κατασκηνώσεις οι οποίες διαπνέονται από θρησκευτικά ή προσκοπικά ιδεώ-δη, το Camp Quest, που ιδρύθηκε από τους Edwin και Helen Kagin στο Κεντάκι, διευ-θύνεται από ουμανιστές θιασώτες της εκκοσμίκευσης. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να σκέ-
76

δημοφιλής θεότητα στο Διαδίκτυο —και εξίσου μη διαψεύοημη όσο και ο Ιεχωβά ή οποιαδήποτε άλλη θεότητα— είναι το Ιπτάμενο Τέρας των Μα-καρονιών, και υπάρχουν τιολλοί που διατείνονται ότι τους έχει αγγίξει με τη μακαρονοειδή του απόφυση.33 Χάρηκα ιδιαίτερα όταν είδα ΟΤΛ το Εναγ-γέλιο τον Ιπτάμενον Τέρατος των Μακαρονιών έχει πλέον εκδοθεί και σε βι-βλίο,34 με μεγάλη επιτυχία. Δεν το διάβασα, αλλά γιατί να διαβάσει κανείς ένα ευαγγέλιο όταν γνωρίζει ότι λέει την αλήθεια; Παρεμπχπτόντως —σπως αναμενόταν— ένα μεγάλο σχΐσμα έχει ήδη διχάσεχ τους πιστούς, με αποτέ-λεσμα τη δημιουργία της Αναμορφωμένης Εκκλησίας του Ιπτάμενου Τέρα-τος των Μακαρονιών.35
Με όλα τούτα τα υπερβολικά παραδείγματα θέλω να δείξω ότι, μολονό-τι δεν επιδέχονται διάψευση, κανένας δεν θεωρεί ότι η ύπαρξη και η μη ύπαρξή τους έχουν ίσες πιθανότητες. Ο Russell υποστήριζε ότι η απόδειξη βαρύνει αυτούς που πιστεύουν, και όχι εκείνους που δεν πιστεύουν. Εγώ υποστηρίζω ότι οι πιθανότητες ύπαρξης της τσαγιέρας (ή του Ιπτάμενου Τέρατος των Μακαρονιών, ή της Εσμεράλδας και του Κιθ ή του μονόκερω κ.λπ.) δεν είναι ίσες με τις πιθανότητες μη ύπαρξής της.
To γεγονός ότι οι διαστημικές τσαγιέρες και οι νεράιδες των δοντιών εί-ναι ανεπίδεκτες διάψευσης δεν θεωρείται από κανέναν λογικό άνθρωπο ως το είδος του συμπεράσματος που θα έκρινε την όποια ενδιαφέρουσα αντι-ιιαράθεση. Κανένας μας δεν αισθάνεται την υποχρέωση να διαψεύσει την ύπαρξη των εκατομμυρίων παρατραβηγμένων πραγμάτων που μπορεί να παραγάγει μια αστείρευτη ή καλπάζουσα φαντασία. Έχω ανακαλύψει και εφαρμόζω μια αρκετά διασκεδαστική στρατηγική όταν με ρωτούν αν είμαι άθεος: επισημαίνω ότι και ο ερωτών είναι άθεος όσον αφορά τον Δία, τον Απόλλωνα, τον Άμμωνα Ρα, τον Μίθρα, τον Βάαλ, τον Θωρ, τον Βόταν, το Χρυσό Μόσχο και το Ιπτάμενο Τέρας των Μακαρονιών. Εγώ απλώς προχω-ρώ κατά έναν ακόμα θεό.
Όλοι θεωρούμε ότι δικαχούμαστε να εκφράσουμε τον εξαιρετικά έντονο σκεπτικισμό μας ώς το σημείο μάλιστα της απερίφραστης δυσπιστΐας —με τη διαφορά ότι, όσον αφορα τους μονόκερους, τις νεράιδες των δοντιών και τους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, της Ρώμης, της Αιγύπτου και των Βί-κινγκς, δεν υπάρχει (σήμερα) ανάγκη να μπούμε σε τέτοιο κόιιο. Στην πε-ρίπτωση του αβραμικού Θεού, ωστόσο, πρέπει να μπούμε στον κόπο, διότι
πτονται ανεξάρτητα και κριτικα, ενώ ταυτόχρονα διασκεδάζουν με όλες τις συνήθεις υπαι'θριες δραστηριότητες (www.camp-quest.org). Και άλλες τέτοιες κατασκηνώσεις με παρόμοια ιδεώδη έχουν ξεφυτρώσει κιόλας στο Τενεσί, στη Μινεσότα, στο Μίσιγκαν, στο Οχάιο και στον Καναδά.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
77
μια μεγάλη μερίδα των ανθρώπων με τους οποίους μοιραζόμαστε τον πλα-νήτη διατηρούν πράγματι την ισχυρή πεποίθηση ότι υπάρχει. Η τσαγιέρα τού Russell δείχνει ότι η ευρύτατα διαδεδομένη πίστη στον Θεό, εν συγκρί-σεχ με την πίστη σε ουράνιες τσαγιέρες, δεν επιφορτίζει τη λογική με το βάρος της απόδειξης• ίσως τελικά και να την επιφορτίζει όμως, για λόγους πρακτχκής πολιτικής. Η αδυναμία απόδειξης της μη ύπαρξης του Θεού εί-ναι αποδεκτή και τετριμμένο θέμα, έστω και μόνο υπό την έννοια ότι δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε με απόλυτη βεβαιότητα τη μη ύπαρξη ο-ποιουδήποτε πράγματος. Σημασία δεν έχει το αν η ύπαρξη του Θεού μπο-ρεί ή όχι να διαψευστεί (που δεν μπορεί), αλλά το αν η ύπαρξή του είναχ πιθανή. Πρόκειται για άλλο ζήτημα. Ορισμένα πράγματα τα οποία δεν επι-δέχονται διάψευση κρίνονται, πολύ λογικά, ως πολύ λιγότερο πιθανά απ' ό,τι άλλα, παρομοίως ανεπίδεκτα διάφευσης πράγματα. Δεν υπάρχει κανέ-νας λόγος να θεωρούμε ότι το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού δεν γίνεται να τοποθετηθεί στο φάσμα των τπθανοτήτων. Και οπωσδήποτε δεν είναι λογικό να υτιοθέτουμε ότι, μόνο και μόνο επειδή η ύτταρξη του Θεού δεν μπορεί να σποδειχθεί ή να διαψευστεί, η πιθανότητα της ύπαρξής του ι-ooihai με 50%. To αντίθετο, μάλχστα, όπως πρόκειται να δούμε.
ΝΟΜΑ
Όπως ο Thomas Huxley υποχώρησε και προσποιήθηκε ότι συμμερίζεται τον εντελώς αμερόληπτο αγνωστικισμό —ο οποίος βρίσκεταχ ακριβώς στο μέσον του φάσματός μου με τα επτά σημεία—, έτσι και οι θεϊστές κάνουν το ίδιο από την αντίθετη κατεύθυνση, και για έναν παρόμοιο λόγο. Ο θεο-λόγος Alister McGrath το καθιστά κεντρικό ξήτημα στο βχβλίο του Dawkins' God: Genes, Memes and the Origin of Life (O Θεός τού Dawkins. Γονίδια, μι-μίδια και η προέλευση της ζωής). Πράγματι, ύστερα από μια αξιοθαύμα-στα αντικειμενική σύνοψη του επιστημονικού μου έργου, ιδού το μοναδχκό επιχείρημα που φαίνεται να μου αντιτάσσει: το αναντίρρητο αλλά και απο-γοητευτικά ανίσχυρο επιχείρημα ότι δεν μπορεί κανείς να διαψεύσει τπν ύπαρξη του Θεού. Σελίδα τη σελίδα, καθώς διάβαξα τον McGrath, έτπασα τον εαυτό μου να γράφει τη λέξη «τσαγιέρα» στα περιθώρια των σελίδων. Επχκαλοιίμενος και πάλι τον Τ.Η. Huxley, ο McGrath λέει: «Αγανακτισμένος πλέον και με τους θεϊστές και με τους αθεϊστές, καθώς αμφότεροι έκαναν ματαίως δογματικές δηλώσεις βάσει ανεπαρκών εμπειρικών στοιχείων, ο Huxley δήλωσε ότι το ερώτημα της ύτιαρξης του Θεού δεν μπορούσε να α-παντηθεί με βάση την επιστημονική μέθοδο».
Ο McGrath οχτνεχίζει παραθέτοντας σχόλια του Stephen Jay Gould, στο
78
ΐδιο πνεύμα: «To λέω σε όλους τους συναδέλφους μου, όπως το έχω ειια-ναλάβει εκατομμύρια άλλες φορές (από τις ακαδημαϊκές συζητήσεις έως τις εμπεριστατωμένες πραγμαχείες): η ετιιστήμη ατιλώς δεν μπορεί (με τις δόκιμες μεθόδους της) να αποφανθεί ως προς τη δυνατότητα να εποπτεύ-εται η Φύση από τον Θεό. Δεν την επιβεβαιώνουμε ούτε και την αρνούμα-στε• απλώς δεν μπορούμε να εκφέρουμε κρίση επ' αυτού ως επιστήμονες». Εκτός από τον πλήρη αυτοπεποίθησης, σχεδόν εκφοβιστικό τόνο της κα-τηγορηματικής δήλωσης του Gould, ποια, άραγε, είναι η αιτιολόγησή της; Γιατί, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να εκφέρουμε κρίση για τον Θεό, ως επιστή-μονες; Και γιατί η τσαγιέρα τού Russsell ή το Ιπτάμενο Τέρας των Μακαρο-νχών δεν βρίσκονται εξίσου στο απυρόβλητο απέναντχ στον επιστημονικό σκεπτικισμό; Όπως θα υποστηρίξω σύντομα, ένα σύμπαν με κάποιον δη-μιουργικό ετιόπτη θα ήταν πολύ διαφορετικό είδος σύμτιαντος από εκείνο που δεν θα ειχε τέτοιον επόπτη. Γιατί, λοιπόν, αυτό δεν αποτελεί επιστη-μονακό ξήτημα;
Σε ένα από τα λιγότερο εκτιμώμενα βιβλία του, το Rocks of Ages (Βράχοι των αιώνων),* ο Gould ώθησε την τέχνη της ευελιξίας έως τη δουλική επί-κυψη. Εκεί εισήγαγε το ακρωνύμιο ΝΟΜΑ από τη φράση non-overlapping magisteria (μη επικαλυπτόμενες περιοχές δικαιοδοσίας):**
To δίκτυο, ή η περιοχή δικαιοδοσίας, της επιοτήμης καλύπτει την ε-μπειρική σφαίρα: από τι είναι φτιαγμένο το Σύμπαν (δεδομένα) και για-τί λειτουργεί με αυτό τον τρόπο (θεωρία). Η περιοχή δικαιοδοσίας της θρησκείας εκτείνεται στα ερωτήματα για το έσχατο νόημα και τις ηθι-κές αξΐες. Αυτές οι δύο περιοχές δικαιοδοσίας δεν επικαλύπτονται και ούτε περιέχουν όλες τις όψεις της αναζήτησης της αλήθειας (σκεφθεί-τε, για παράδειγμα, την περιοχή δικαιοδοσίας της τέχνης και το νόημα του κάλλους). Τια να αναφέρω τα παλαιά κλισέ, η ετιιστήμη ασχολείται με την ηλικία των βράχων, και η θρησκεία με το βράχο των αιώνων- η ετηστήμη μελετά την πορεία των ουρανών και η θρησκεία την πορεία προς τους ουρανούς.
Όλα τούτα ακούγονται πάρα πολύ ωραία —έως ότου τα σκεφθεί κανείς
* Rock of Ages: γνωστός χριοτιανικός ύμνος, καλβινικής έμττνευσης, χρονολογούμενος από τα τέλη του 18ου αιώνα. (Σ.τ.μ.)
** Η έκφραση non-overlapping magisteria παραπέμπει στον όρο magisterium, ο οποίος, για την Καθολική Εκκλησία, σημαίνει το ανώτατο όργανο διδαχής, αποτελούμενο από τον πάπα και τους επισκόπους, με αποκλειστική δικαιοδοσία να ερμηνεύει τα ιερά κεί-μενα και να διατυπώνει δόγματα. (Σ.τ.μ.)
Η ΥΠΟΘΕΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΗΗ TOY θΕΟΥ
79
λίγο περισσότερο. Ποια είναχ εκείνα τα έσχατα ερωτήματα, που, όταν τχ'θε-νται, η επιστήμη οφείλει να παραμερχ'ζεχ με πολύ σεβασμό μπροστά στη θρησκεία;
Ο Martin Rees, ο δχακεκριμένος αστρονόμος τού Καίμπριτζ στον οττοίο έχω ήδη αναφερθεί, αρχίζει το βιβλίο του Our Cosmic Habitat (To κοσμικό μας ενδχαχτημα) θέτοντας δύο πιθανά έσχατα ερωτήματα και δίνοντας μχα ευνοϊκή προς την έννοια των ΝΟΜΑ απάντηση. «To κατεξοχήν μυστήριο είναι το γχατχ' υπάρχει καν κάτι. Τι εμφυσά ζωή στις εξισώσεχς και τις ενερ-γοποιεί σε ένα πραγματικό Σύμπαν; Τέτοιου είδους ερωτήματα όμως βρί-σκονται πέρα από τις δυνατότητες της επιστήμης: ανήκουν στην περιοχή των φιλοσόφων και των θεολόγων». Θα προτχμούσα να πω ότχ, εάν πράγ-ματχ βρχσκονταχ πέρα από την επχστήμη, τότε σίγουρα βρίσκονταχ πέρα καχ από την περχοχή των θεολόγων (καχ πολύ αμφχβάλλω αν οχ φχλόσοφοχ θα εχ^χαρχστούσαν τον Martin Rees που τους στοχβάζεχ μαζχ' με τους θεολό-γους). Μπαχ'νω στον πεχρασμό να προχωρήσω περαχτέρω καχ να αναρω-τηθώ με ποια έννοχα, τέλος πάντων, μπορεί να θεωρηθεί ότχ οι θεολόγοχ έχονν μχα περχοχή. Κάθε φορά που χη θυμάμαχ, εξακολουθεχ' να μου φαχ'-νεταχ πολύ αστεχ'α η παρατήρηση την οποχ'α εχ'χε κάνει ένας πρώην δχευθυ-ντής του κολεγίου μου στην Οξφόρδη. Κάποχος απόφοχτος της θεολογίας εχχε ντποβάλεχ αίτηση γχα υποτροφχ'α ως νέος ερεχινητής, αλλά το θέμα της δχδακτορχιαίς του δχατρχβής στη χριστχανχχαί θεολογχ'α ώθησε το δχευθυντή να πεχ: «Έχω σοβαρότατες αμφχβολχες σχετχκά με το αν καν αποτελεχ' καθ' οιανδήποτε έννοχα θέμα».
Τχ εχ'δους εχδημοσχίνη, που δεν δχαθέτουν οχ επχστήμονες, μποροιίν να καταθέσουν οχ θεολόγοχ όσον αφορά θεμελχώδη κοσμολογχκά ερωτήματα; Σε κάποχο άλλο βχβλχ'ο μου εχχα αναφέρεχ την απάντηση ενός αστρονόμου από την Οξφόρδη, ο οποχ'ος, όταν του έθεσα ένα από αυτά τα θεμελχώδη ερωτήματα, είπε: «Α, τώρα βγαίνουμε από την επχκράτεια της επχστήμης. Εδώ πρέπεχ να παραδώσω τη σκχττάλη στον καλό μας φχλο τον εφημέρχο». Δεν ήμοιτν εκείνη τη στχγμή αρκετά ετοχμόλογος γχα να δώσω την απάντη-ση που αργότερα έγραψα: «Μα γχατχ' στον εφημέρχο; Γχατχ' όχχ στον ιαιπου-ρό ή στο μάγεχρα;». Γχατχ' οχ επχστήμονες δείχνοχχν αυτό τον πεχθήνχο σεβα-σμό μπροστά στχς φχλοδοξχ'ες των θεολόγων, όσον αφορά ερωτήματα τα οηοχ'α οχ θεολόγοι σχγουρα δεν είναχ περχσσότερο αρμόδχοχ από τους επχ-στήμονες να απαντήσουν;
Έχεχ καταντήσεχ πλέον κουραστχκό κλισέ (καχ, σε αντχ'θεση με πολλά άλλα κλιαέ, δεν αληθεύεχ καν) ότχ η επχστήμη ασχολεχταχ με ερωτήματα γχα το πώς, αλλά μόνο η θεολογχ'α εχ'ναχ κατάλληλα εξοπλχσμένη γχα να απαντή-σει σε ερωτήματα οχετικά με το γχατί. Τχ, επχτέλους, είναι μχα ερώτηση γχα το γχατχ'; Όποχα πρόταση αρχίζεχ με τη λέξη «γχατχ» δεν συνχστά απαραίτη-
80

τα και δόκιμη ερώτηση. Γιατί οι μονόκεροι είναι κούφιοι; Μερικές ερωτή-σεις απλούστατα δεν αξίζουν απάντηση. Τι χρώμα έχει η αφαίρεση; Τι μυ-ρωδιά έχει η ελπίδα; To γεγονός ότι μια ερώτηση μπορεί να εκφραστεί ως γραμματικώς ορθή πρόταση δεν σημαίνει ότι έχει νόημα, ή ότι δικαιούται την αμέριστη προσοχή μας. Και, ακόμη κι αν το ερώτημα είναι πραγματικό, το γεγονός ότι δεν μπορεί η επιστήμη να το απαντήσει δεν σημαίνει απα-ραιτήτως ότι μπορεί να το απαντήσει η θρησκεία.
Ίσως υπάρχουν μερικά ηραγματικά βαθιά και πλήρη νοήματος ερωτήμα-τα τα οποία θα βρίσκονται για πάντα πέρα από τις δυνατότητες της επιστή-μης.Ίσως η κβαντική θεωρΐα να βρίσκεται ήδη ενώπιον του ανεξιχνίαστου. Αλλά αν η ετπστήμη δεν μπορεί να απαντήσει κάποιο έσχατο ερώτημα, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορεί να το απαντήσει η θρησκεία; Υποψιά-ζομαι ότι ούτε ο αστρονόμος τού Καίμπριτζ οιηε εκείνος της Οξφόρδης πίστευαν πράγματι ότι οι θεολόγοι εΐχαν οποιαδήποτε ειδικότητα που θα τους επέτρεπε να απαντήσουν ερωτήματα τόσο θεμελιώδη ώστε να αδυνα-τεί να τα απαντήσει η επιστήμη. Υποψιάζομαι ότι και οι δύο αστρονόμοι, για μία ακόμα φορά, ελίσσονταν για να φανούν ευγενικοί: οι θεολόγοι δεν έχουν κα; τίποτε σημαντικό να πουν για οτιδήποτε• ας τους πετάξουμε ό-μως ένα ψιχουλάκι κι ας τους αφήσουμε να ανησυχούν για δυο-τρΐα ερωτή-ματα που κανένας δεν μπορεί να απαντήσει —και ίσως κανένας δεν θα το καταφέρει ποτέ. Αντίθετα με τους φίλους μου τους αστρονόμους, δεν νο-μίζω ότι θα έπρεπε να τους ρίξουμε ούτε καν ένα ψιχουλάκι. Δεν βρίσκω προς το παρόν κανέναν σημαντικό λόγο να υποθέσουμε ότι η θεολογία (σε αντΐθεση με τη βιβλική ιστορία, τη λογοτεχνία κ.λπ.) αποτελεί όντως γνω-στικό πεδίο υπό οποιαδήποτε έννοια.
Παρομοίως, μάλλον θα συμφωνήσουμε όλοι ότι η αρμοδιότητα της επι-στήμης να προσφέρει συμβουλές που αφορούν ηθικές αξίες είναι, τουλάχι-στον, αμφισβητήσιμη. Αλλά θέλει πράγματι ο Gould να παραχωρήσει στη θρησκεία το δικαίωμα να μας υπαγορεύει τι είναι καλό και τι κακό; To γεγο-νός ότι δεν έχει τίποτε άλλο να συνεισφέρει στην ανθρώπινη γνώση δεν οχτνιστά λόγο να δώσουμε στη θρησκεία την άδεια να μας λέει τι να κάνου-με. Και σε ποια θρησκεία, επί τη ευκαιρία; Σε εκείνη με την οποία έτυχε να ανατραφούμε; Και σε ποιο κεφάλαιο, και σε ποιο βιβλίο της Βίβλον θα έ-πρεπε να στραφούμε —διότι κάθε άλλο παρά συμφωνούν μεταξύ τους, και μάλιστα μερικά είναι απεχθή, με οποιοδήποτε λογικό κριτήριο. Πόσοι από εκείνους που επιμένουν στην κυριολεκτική ερμηνεΐα της Βίβλον έχουν δια-βάσει αρκετά μεγάλο τμήμα της ώστε να διαπιστώσουν ότι προβλέπει την ποινή του θανάτου για τη μοιχεία, για το μάζεμα ξύλων την ημέρα του Σαβ-βάτου και για την αυθάδεια των τέκνων προς τους γονείς τους; Αν απορρί-ψουμε το Αεντερονόμιον και το Λενιτικόν (όπως κάνουν όλοι οι πεφωτισμέ-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
81
νοι της ετιοχής μος), με ποια κριτήρια αποφασίζουμε ποιες από τις ηθχκές αξίες της θρησκείας θα αποόεχθονμε;Ή μήπως πρέπει να ξεψαχνίσουμε όλες τις θρησκείες του κόσμου ώσπου να βρούμε κάποια που οι διδαχές της να μας ταιριάζουν; Αν ναι, και πάλι τιρέπει να ρωτήσουμε: με ποιο κριτήριο θα επιλέξουμε; Από την άλλη, αν πράγμσπ διαθέτουμε ανεξάρτη-τα κριτήρια ώοτε να επιλέγουμε μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών δεο-ντολογιών, γιατί να μην παρακάμψουμε το μεσάζοντα και να μην προ-χωρήσουμε κατευθείαν στην ηθική ετπλογή χωρίς ανάμειξη της θρησκεΐας; Θα επανέλθω σε τούτα τα ερωτήματα σιο Κεφάλαιο 7.
Πραγματικά, τπστεύω ότι ο Gould δεν εννοούσε αρκετά από όσα έγραψε στο Roch of Ages. Ότιως προανέφερα, όλοι έχουμε υποχωρήσει σε κάποιες τιεριπτώσεις για να μη δυσαρεστήσουμε κάηοιον ανάξιο αλλά ισχυρό αντί-παλο, καχ to μόνο που μπορώ να συμπεράνω είναι ότι ο Gould έκανε ακρι-βώς αυτό. Είναι ωστόσο πιθανό να εννοούσε πράγματι την κατηγορηματι-κή δήλωσή του ότι η επιστήμη δεν έχει απολύτως τΐποτε να πει σχετικά με το ερώτημα της ύτιαρξης του Θεού: «Δεν την επιβεβαχώνουμε ούτε και την αρνούμαστε• απλώς δεν μπορούμε να εκφέροντμε κρίση επ' αυτού ως επι-στήμονες». Τούτο ηχεί σαν αγνωστικισμός του οριστικού και αμετάκλητου τύπου, ολοκληρωτικά ΜΑΚ. Υπονοεί ότι η επιστήμη δεν μπορεί να εκφέ-ρει ούτε καν πιθανοκρατικές κρΐσεις σχετικά με το ερώτημα. Αυτή η εντυτιω-σχακά, ευριίτατα διαδεδομένη πλάνη —μερικοί την επαναλαμβάνουν σαν μάντρα, αλλά λίγοχ, υποψιάζομαι, την έχουν σκεφθεί καλά— ενσαρκώνει ε-κείνο που ονομάζω «ανεπάρκεια του αγνωστικισμού». Ο Gould, παρεμπι-πτόντως, δεν ήταν αμερόληπτος αγνωστικιστής, αλλά έκλινε χσχυρά προς τον de facto αθεϊσμό. Αν δεν μπορούμε να πούμε τίποτε σχετικά με την ύ-παρξη του Θεού, τότε σε ποια βάση διατύπωσε την τταραπάνω κρίση;
Η Υπόθεση για την Ύτιαρξη του Θεού υποστηρίζει ότι η πραγματικότη-τα μέσα στην οποία κατοικούμε περχέχεχ έναν υτιερφυσικό παράγοντα, ο οποίος σχεδίασε το Σύμπαν και —τουλάχχστον σιίμφωνα με αρκετές εκδο-χές της υπόθεσης— το συντηρεί και μάλιστα παρεμβαίνει σε αυτό με θαύ-ματα, τα οποία αποτελούν προσωρινές παραβιάσεις των δικών του, κατά τα άλλα μεγαλειωδών και αμετάβλητων, νόμων. Ο Richard Swinburne, ένας ατιό τους κορυφαίους θεολόγους της Βρετανίας, είναι εντυπωσιακά σαφής πάνω στο ζήτημα, στο βιβλίο του Is There a God? (Υπάρχει Θεός;):
Αυτό που ισχυρίξεται ο θεϊστής σχετικά με τον Θεό είναι ότι Εκείνος έχει τη δύναμη να δημιουργεί, να συντηρεί ή να εκμηδενίζεχ τα πάντα, μχκρά ή μεγάλα. Και μπορεί επίσης να κάνει αντικείμενα να κινούνται ή να πράττει οτιδήποτε άλλο [...]. Έχει τη δυνατότητα να κάνει τους ϋλανήτες να κινούνται με τον τρόπο που ανακάλυψε ο Kepler ή να κά-
82

νει την πυρίτιδα να εκρήγνυται όταν της βάζουμε φωτιά με ένα σπίρτο• ή μπορεί να κάνει τους πλανήτες να κινηθούν με εντελώς διαφορετι-κούς τρόπους, και τις χημικές ουσίες να εκρήγνυνται —ή όχι— κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που τώρα διέπουν τη συμπεριφορά τους. Ο Θεός δεν περιορίζεται από τους νόμους της Φύ-σης• Εκείνος τους δημιουργεί και μπορεί να τους αλλάξει ή να τους κα-ταργήσει —αν το επιλέξει.
Πανεύκολο, έτσι;Ό,τι κι αν είναχ όμως τούτο, σΐγουρα προχωρεί πολύ πέρα ατιό τις ΝΟΜΑ. Και, ό,τι κι αν υποστηρίξουν, όσοι επιστήμονες προσυπο-γράφουν τις «μη επικαλυπτόμενες περιοχές δικαιοδοσίας» πρέπει να παρα-δεχθούν ότι ένα σύμπαν με έναν υπερφυσικό, ευφυή δημιουργό αποτελεΐ πολύ δχαφορετικό είδος σύμπαντος από εκείνο το οποίο δεν έχει τέτοιο δημιουργό. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο υτιοθετικά σύμπαντα δεν θα μπο-ρούσε να είναι περισσότερο θεμελιώδης, κατ' αρχήν, έστω κι αν δεν είναι εύκολο να την εξετάσει κανείς στην πράξη. Και αυτή η διαφορά υπονο-μεύει την αυτάρεσκη, θελκτική επιταγή ότι η επιστήμη οφείλει να σιωπά μπροστά στον κεντρικό ισχυρισμό της θρησκείας για την ύπαρξη του Θεού. Η παρουσία ή απουσία μιας δημιουργικής υπερδιάνοιας αποτελεί χωρίς καμία αμφιβολία επιστημονικό ερώτημα, έστω κι αν οτην πράξη δεν έχει δοθεΐ —προς το παρόν τουλάχιστον— ορισπκή απάντηση. To ίδιο ισχύει για την αλήθεια ή το ψεύδος των ιστοριών με (ίαύματα, πανω στις οποΐες βασΐξονται οι θρησκείες για να εντιπιωσιάζουν μυριάδες πιστούς.
Ο πατέρας του Ιησού ήταν άνθρωπος; Η μητέρα του διατήρησε την παρ-θενία της τη σπγμή της γέννησής του; Εΐτε υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποφανθούμε σχετχκά είτε όχι, πρόκειται για αυστηρώς επιστημονικά ερωτήματα, που κατ' αρχήν επιδέχονται οριστική απάντηση: ναι ή όχι. Ο Ιησούς πράγματι ανέστησε τον Λάζαρο από τους νεκρούς; Είναι αλήθεια ότι και ο ίδιος αναστήθηκε, τρεις ημέρες μετά τη σταύρωσή του; Για κάθε τέτοιο ερώτημα υπάρχει απάντηση, είτε μπορούμε να την ανακαλύψουμε στην πράξη είτε όχι, και τούτη είναχ μια αυστηρά επιστημονική απάντη-ση. Στην ελάχιστα πιθανή περίπτωση όπου θα είχαμε ποτέ στη διάθεσή μας σχετικά στοιχεΐα, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε αμιγώς και εξ ο-λοκλήρου επιστημονικές μεθόδους για να αποφανθούμε οριστικά. Για να δραματοποιήσουμε λίγο τα πράγματα, φανταστείτε ότι, χάρη σε ορισμένες ασυνήθιστες συγκυρίες, κάποιοι ιατροδικαστές αρχαιολόγοι φέρνουν κά-ποτε στο φως στοιχεία βασισμένα σε γενετικό υλικό, τα οποία δείχνουν ότι, όντως, ο Ιησούς δεν είχε βιολογικό πατέρα. Πιστεύετε μήπως ότι οι απολο-γητές της θρησκείας θα σήκωναν αδιάφορα τους ώμους και θα έλεγαν πε-ρίπου τα εξής; «Και ποιος νοιάζεται; Τα αποδεικτικά στοιχεία στην επιστή-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΕΗ TOY θΕΟΥ
83
μη δεν έχουν καμία σχέση με τα θεολογικά ερωτήματα. Λάθος επικράτεια! Εμάς μας απασχολούν μόνο τα εσχατολογικά ερωτήματα και οι ηθικές α-ξίες. Ούτε το DNA ούτε και καμία άλλη ετπστημονική ένδειξη δεν θα μπο-ρούσε ποτέ να αφορά τούτο το ξήτημα, ούτως ή άλλως.»
Η χδέα και μόνο ακούγεται αστεία. Μπορείτε να ατοιχηματίσετε με σι-γουριά ότι οι απολογητές της θρησκείας θα άρπαζαν τέτοιες ετπστημονικές αποδείξεις, αν ποτέ ανευρίσκονταν, και θα τις βροντοφώναζαν ώς τα ουρά-νια. Οι ΝΟΜΑ αποτελούν προσφιλή σύλληψη, μόνο και μόνο επειδή δεν υ-πάρχουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να υποστηρίξουν την Υηόθεση για την Ύπαρξη του Θεού. Μόλις εμφανιζόταν έστω και η παραμικρή υπόνοια ενδείξεων υπέρ της θρησκευτικής πίστης, οι απολογητές της θρησκείας θα πετούσαν τις ΝΟΜΑ ατιό το παράθυρο, χωρίς χρονοτριβή. Αν εξαιρέσει κα-νείς τούς πιο καλλιεργημένους θεολόγους (αλλά και αυτοΐ ακόμη αρέσκο-νται να διηγούνται ιστορίες για θαύματα στους αδαείς, για να αυξάνουν το πλήθος του εκκλησχάσματός τους), υποθέτω ότι για πολλούς θρήσκους τα λεγόμενα «θαύματα» αποτελούν τον ισχυρότερο λόγο για να πιστεύουν• και τα θαύματα, εξ ορισμού, παραβιάζουν τις αρχές της ετπστήμης.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δείχνει να προσβλέπει αφενός οτις ΝΟΜΑ, αλλά, αφετέρου, θεωρεί την πραγματοποίηση θαυμάτων ως προσόν απα-ραίτητο για την αγιοποίηση κάποιου. Ο εκλιπών βασιλιάς των Βέλγων είναχ ιπιοψήφιος άγιος λόγω της θέσης ηου πήρε ενάντια στην έκτρωση. Τώρα μάλιοτα γίνονται και ενδελεχείς έρευνες για να διαπιστωθεί μήπως μερικές θαυματουργές ιάσεις μπορούν να αποδοθούν σε προσευχές που του απευ-θύνθηκαν μετά το θάνατό του. Δεν αστειεύομαι. Έτσι έχουν τα πράγματα, και αυτή εχναχ η συνήθης κατάσταση όσον αφορά ιστορίες αγΐων. Φαντάζο-μαι ότι όλα τούτα φέρνουν σε αμηχονίο τούς πιο φωτισμένους κύκλους της Εκκλησίας. Πάντως, αποτελεί μυστήριο για εμένα —τόσο σκοτεινό όσο τουλάχιστον και τα μυστήρια που απασχολούν τους θεολόγους— το γιατί να παραμένει στους κόλπους της Εκκλησΐας ένας άνθρωπος που μπορεΐ να χαρακτηριστεί καλλιεργημένος.
Αν ερχόταν ανπμέτωτιος με ιστορίες για ΰαύματα, υττοθέτω ότι ο Gould θα απαντούσε με τον ακόλουθο τρόπο: To όλο ζήτημα με τις ΝΟΜΑ είναι ότι αποτελούν διμερή συμβιβασμό. Από τη στιγμή που η θρησκεία εισβάλ-λει στο έδαφος της επιστήμης και αρχίζει να ανακατεύεται στον κόσμο της πραγματχκότητας μιλώντας για θαύματα, τότε παύει πλέον να συνιστά θρη-σκεία όπως την εννοεί ο Gould, και η μεταξύ τους εγκάρδια συμφωνία δχα-λύεται. Σημειώστε όμως ότι η απαλλαγμένη από θαύματα θρησκεία που υπερασπίζεται ο Gould δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους περισσότερους θεϊστές, οι οποίοι δεΐχνουν εμπράκτως την πίστη τους είτε στο στασίδι εΐ-τε πάνω στο χαλακι της ττροσευχής. Θα τους ιιροξενούσε μάλιστα πολύ
84

βαριά απογοήτευση. Για να προσαρμόσω το σχόλιο της Αλίκης για το βιβλίο της αδελφής της πριν βρεθεί στη Χώρα των Θαυμάτων, σε τι χρησιμεύει ένας Θεός που δεν κάνει θαύματα και δεν απαντά σε προσευχές; Θυμη-θείτε επίσης τον τινευματώδη ορισμό τον οποίο έδωσε ο Ambrose Bierce στο ρήμα «προσεύχομαι»: «Η αίτηση να καταργηθούν οι νόμοι του Σύμπα-ντος γχα χάρη ενός μοναδικού αιτούντος, ο οποίος μάλιστα έχει προηγου-μένως εξομολογηθεί πως είναι ανάξιος». Υπάρχουν αθλητές οι οποΐοι πι-στεύουν ότι ο Θεός τούς βοηθά να νικούν —απέναντι σε αντιπάλους οχ οποίοι, όπως φαίνεται, δεν είναι λιγότερο αντάξιοι της εύνοιάς του. Υπάρ-χουν οδηγοί που ιησιεύουν cm ο Θεός τους φυλά μια θέση στάθμευσης —στερώντας την, καθώς φαίνεται, από κάποιον άλλο. Αυτού του τύτιου ο θεϊσμός είναι δημοφιλής σε βαθμό που προκαλεί ντροπή, και φαίνεται μάλ-λον απίθανο να επηρεαστεί από κάτι τόσο (επιφανειακώς) λογικό όσο ot ΝΟΜΑ.
Παρ' όλα αυτά, ας παρακολουθήσουμε τον Gould κι ας «ψαλιδίσουμε» τη θρησκεία μας έως ότου ειπτύχουμε τον ελάχχστο «παρεμβατισμό»: ούτε θαύματα ούτε προσωπική ετπκοινωνία ανάμεοα σε εμάς και τον Θεό προς αμφότερες τις κατευθύνσεις ούτε τιαιχνίδια με τους νόμους της φυσικής ούτε καταπάτηση του χώρου της επιστήμης. To πολύ ηολύ, κάποια λιγοοτά ντεϊσπκά «δεδομένα εισόδου» στις αρχικές συνθήκες του Σύμπαντος, έτσι ώστε, εν καιρώ, να δημιουργηθούν τα άστρα, τα φυσικά στοιχεία, η χημεία και οι πλανήτες, και να εξελιχθεί η ζωή. Είναι σίγουρα επαρκής αυτός ο διαχωρισμός; Μποροιίν, αλήθεια, να επιβιώσουν οι ΝΟΜΑ με τούτη την πιο μετριοπαθή και σεμνή θρησκεία;
Ίσως να το πιστεύετε. Εγώ όμως ιπιοστηρΐζω ότχ ακόμη και ο μη παρεμ-βατικός Θεός των ΝΟΜΑ, μολονότι θα ήταν λιγότερο βίαιος και άχαρος από τον αβραμικό Θεό, θα εξακολουθούσε να αποτελεί, αν τον εξετάζαμε δίκαια και αμερόληπτα, μια επιστημονική υπόθεση. Επανέρχομαι στο θέμα μας: ένα σύμτιαν μέσα στο οποίο είμοστε μόνοι —αν εξαιρέσουμε άλλα λο-γικα όντα που έχουν εξελιχθεί με αργούς ρυθμούς— διαφέρει πολύ ατιό εκείνο όπου υπάρχει ένας αρχικός καθοδηγητικός παράγοντας, στο ευφυ-ές σχέδιο του οποίου οφείλει την ύπαρξή του. Δέχομαι ότι, στην πράξη, μπορει' να μην είναι τόσο εύκολο να διακρίνουμε το ένα είδος σύμπαντος από το άλλο. Εντούτοις, υιιάρχει κάτι τιολύ ιδιαίτερο στην υπόθεση του έ-σχατου σχεδίου και κάτι εξίσου ιδιαίτερο σχετικά με τη μόνη γνωστή εναλ-λακτική θεώρηση: τη βαθμιαία εξέλιξη υπό την ευρεία έννοκα. Είναι σχεδόν ασυμβίβαστα διαφορετικές.Όσο καμία άλλη θεωρία, η θεωρΐα της εξέλιξης πράγματι προσφέρει μια εξήγηση για την ύπαρξη οντοτήτων, οι οποίες σε διαφορετχκή περίπτωση θα αποκλείονταν, για •πρακτικούς σκοιιούς, ως α-πίθανες. Και το συμπέρασμα της επιχειρηματολογίας αυτής, όπως θα δεί-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΒΗ TOY θΕΟΥ
85
• ξω στο Κεφάλαιο 4, αποτελεί σχεδόν θανάσιμο πλήγμα κατά της Υπόθεσης για την Ύπαρξη του Θεού.
To μεγάλο πείραμα της προσενχής
Μια διασκεδαστική, αν και αξιοθρήνητη επίσης, μελέτη περιπτώσεων σχε-τικά με τα θαύματα είναι το μεγάλο πείραμα της προσευχής: άραγε η προ-σευχή υπέρ των ασθενών βοηθά στην ανάρρωσή τους; Είναι πολύ συνη-θισμένο να αναπέμπονται προσευχές, είτε κατ' ιδίαν είτε σε επίσημους τό-πους λατρείας, για την ίαση αρρώστων. Ο εξάδελφος του Δαρβίνου, ο Francis Galton, υπήρξε ο πρώτος που ανέλυσε επιστημονικά την περίπτωση να φέρνει αποτέλεσμα η προσευχή υπέρ κάποιου προσώπου. Πρόσεξε ότι κάθε Κυριακή, σε πολλές εκκλησίες στη Βρετανία, ολόκληρο το εκκλησΐα-σμα προσευχόταν δημοσίως για την καλή υγεΐα της βασιλικής οικογένειας. Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να έχουν εξαιρετική ευεξία, συγκρινόμενοι με εμάς τους υπόλοιπους, αφού για λογαριασμό μας προσεύχονται μόνο οι πιο αγα-πημένοι μας άνθρωποι;* Ο Galton το εξέτασε και δεν βρήκε στατιστικές διαφορές. Η πρόθεσή του μπορεί να ήταν βέβαια σατιρική, όπως και όταν προσευχόταν πάνω σε τυχαία επιλεγμένες εκτάσεις εδάφους για να δει αν τα φυτά εκεΐ θα μεγαλωναν γρηγορότερα (αλλά δεν μεγάλωναν).
Πχο πρόσφατα, ο φυσικός Russell Stannard (ένας από τους τρεις γνωστό-τερους θρήσκους επιστήμονες της Βρετανίας, όπως θα δούμε) συμμετείχε σε μια πρωτοβουλίο που χρηματοδοτήθηκε —φυσικά— από το Ίδρυμα Templeton, για να εξεταοτεί πειραματικά η υπόθεση ότι η προσευχή υπέρ νοσούντων βελτιώνει την υγεία τους.36
Για να διεξαχθούν σωστά τέτοιου είδους πειράματα, πρέπει να είναι δχ-πλά-τυφλά —και αυτή η προϋπόθεση τηρήθηκε αυστηρά. Οι ασθενείς το-ποθετήθηκαν, με αυστηρώς τυχαία δεχγματοληψία, είτε στην πειραματική ομάδα (για την οποία απευθιίνονταν προσευχές) είτε στην ομάδα ελέγχου (για την οποία δεν απευθιίνονταν προσευχές). Ουτε οι ασθενείς, αλλά ούτε και οι γιατροί τους ή εκείνοι που τους φρόντιζαν, ούτε οι πειραματιστές επιτρεπόταν να γνωρίζουν για ποιους από τους ασθενείς απευθιίνονταν προσευχές καχ ποιοι ανήκαν στην ομάδα ελέγχου. Όσοι απηύθυναν τις «πειραματικές» προσευχές έπρεπε βέβαια να γνωρίζουν το όνομα του αν-
* Όταν το κολέγιό μου εξέλεξε το διευθυντή που ανέφερα προηγουμένως, οι εταίροι του κολεγι'ου ήπιαν στην υγεία του και στα τρία επόμενα δει'πνα. To τρίτο βράδυ, στο λόγο που εκφώνησε απαντώντας, δήλωσε με πολλή λεπτότητα: «Αισθάνομαι ήδη καλύ-τερα».
86

θρώττου γχα τον οποίο προσεύχονταν —αλλιώς, πώς θα ήξεραν για ικηον α-κριβώς προσεύχονται; Αλλά δόθηκε μεγάλη προσοχή στο να γνωρίξουν μόνο το όνομα και το πρώτο γράμμα του επωνύμου του αντίστοιχου ατό-μου. Καθώς φαίνεται, τούτο αρκούσε για να βοηθήσει τον Θεό να εντοπί-ξει το σωστό κρεβάτι στο νοσοκομείο.
Και μόνο η ιδέα της διεξαγωγής τέτοιων πειραμάτων αξίζει μια γενναία δόση χλευασμού —και τιράγματχ η μελέτη γελοιοποιήθηκε δεόντως. Απ' όσο γνωρίζω, ο κωμικός Bob Newhart δεν σκάρωσε κάποιο σχετικό σκετς, αλλά μπορώ σχεδόν να ακούσω τη φωνή του:
Πώς εΐπατε, Κύριε; Δεν μπορείτε να με θεραπεύσετε επειδή ανήκω στην ομάδα ελέγχου;... Α, καταλαβαίνω, οι προσευχές της θείας μου δεν αρκούν. Αλλά, Κύριε, ο κύριος Evans στο διπλανό κρεβάτι... Τι είπατε, Κύριε;... Για τον κύριο Evans γίνονταν χίλιες προσευχές την ημέρα; Μα, Κύριε, ο κύριος Evans δεν γνωρίζει χίλιους ανθρώπους... Α, αναφέρο-νταν σε αυτόν σαν John Ε.Όμως, Κύριε, πώς ξέρατε ότι δεν εννοούσαν John Ellsworthy;... Α, εντάξει, χρησιμοποιήσατε την παντογνωσία σας για να καταλάβετε γχα ποιον John Ε. μιλούσαν. Μα, Κύριε...
Αγνοώντας θαρραλέα τους χλευασμούς, η ερευνητική ομάδα επέμεινε στο έργο της, ξοδεύοντας 2,4 εκατομμύρια δολάρια του Ιδρύματος Tem-pleton, με επΐ κεφαλής τον δρ Herbert Benson, έναν καρδιολόγο από το Ια-τρικό Ινστιτούτο Νου/Σώματος (Mind/Body Medical Institute) που βρί-σκεται κοντά στη Βοστόνη. Νωρίτερα, ένα δελτίο Ίυπου από το'Ιδρυμα Templeton είχε αναφέρει ότι ο δρ Benson πίστευε «πως αρχΐζουν να συ-γκεντρώνονται αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της δια-μεσολαβητικής προσευχής σε κλινικό περιβάλλον». Ασφαλώς, λοιπόν, η έρευνα βρισκόταν σε καλά χέρια, και δεν φαινόταν τπθανό να πληγεί από σκεπτικισπκές δονήσεις. Ο δρ Benson και η ομάδα του παρακολούθησαν συνολικά 1.802 ασθενεΐς σε έξι νοσοκομεία.Όλοι τους υποβλήθηκαν σε πα-ρακαμπτήριο επέμβαση (μπαϊπάς). Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε τρεις ομά-δες. Για τους ασθενείς της ομάδας 1, κάποιοι πιστοί απηύθυναν προσευ-χές, αλλά οι ασθενείς δεν το γνώριζαν. Για την ομάδα 2 δεν προσευχόταν κανένας, και οι ασθενείς επίσης δεν το γνώριζαν. Οι ασθενείς της ομάδας 3 γνώριζαν ότι κάποιοι προσεύχονταν ιπιέρ της υγείας τους. Με τη σύγκριση των ομάδων 1 και 2 εξετάζεται η αποτελεσματικότητα της διαμεσολαβη-τικής προσειηαίς. Με τη συμπερίληψη της ομάδας 3 εξετάζονται πιθανές ψυχοσωματικές επιδράσεις που μπορεί να έχει στον ασθενή η γνώση ότι κάποιοχ προσεύχονται για λογαριασμό του.
Τις προσευχές απηύθυναν οι τηστοί τριών εκκλησιών, από τη Μινεσότα,
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ THN ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
87
τη Μασαχουσέτη καχ το Μχζούρι. Όλες οι εΐίκλησίες βρχ'σκονταν μακρχά από τα τρία νοσοκομεΐα. Οχ πχστοί αυτοί, ότιως προαναφέρθηκε, γνώριξαν μόνο το όνομα και το αρχικό του επωνύμου του ασθενούς για τον οτιοίο προσειίχονταν. Καχ επεχδή η σωστή πεχραματική πρακτχκή επχβάλλεχ να εξχσώνονται οι συνθήκες όσο γίνεταχ περχσσότερο, δόθηκε στους πχστούς η οδηγία να περχλαμβάνουν στχς δεήσεις τους τη φράση «γχα μχα επιτυχιί ε-πέμβαση με γρήγορη, υγιή ανάρρωση καχ χωρίς επιπλοκές».
Τα αποτελέσματα, που δημοσχεχχτηκαν στο American Heart Journal tou Απριλίου 2006, ήταν ξεκάθαρα: Δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους ασθε-νείς για τους οποίους κάποιοι προσεύχονταν και τους ασθενεΐς για τους οποίους δεν γίνονταν προσευχές. Τι μεγάλη έκπληξη! Υπήρχε, πάντως, μια διαφορά ανάμεσα στους ασθενείς που ήξεραν ότι κάποχοι προσεύχονταν υττέρ της υγείας τους και στους ασθενείς που δεν γνώριζαν τίηοτε, είτε γί-νονταν προσευχές και για αυτούς είτε όχχ• αλλά η διαφορά ήταν η αντίθε-τη της αναμενόμενης. Όσοι γνώρχζαν ότχ κάποχοχ προσεύχονταν γχα χάρη τους παρουσίασαν πολύ περχσσότερες ετηπλοκές απ' ό,τχ οχ ασθενείς που δεν γνώρχζαν τίποτε. Άραγε ο Θεός προκάλεσε μερικές ανωμαλίες για να δείξεχ την αποδοκχμασχ'α του γχα όλο αυΐΌ το θεοπάλαβο εγχεχ'ρημα; Πιθα-νότερο φαίνεταχ ότχ οχ ασθενεχ'ς που ήταν ενήμεροχ γχα τχς προσευχές υπέρ της υγεχ'ας τους απέκτησαν, συνεπεχ'α αυτής της επίγνωσης, περχσσότερο στρες: «άγχος γχα την επίδοσή τους», όπως το έθεσαν οχ ερευνητές. Ο δρ Charles Bethea, ένας από τους ερευνητές, είπε: «Μπορεχ' επίσης να τους προκάλεσε ανηουχχα, να τους έκανε να αναρωτηθοχίν "εχ'μαχ άραγε τόσο άρρωστος που χρεχάστηκε να καλέσουν κόσμο να προσευχηθεχ' γχα εμέ-να;"». Στη σημερχνή δχκομανή εποχή μας, εχναχ άραγε υπερβολικό να ελπχ'-ζεχ κανεχ'ς ότχ αυτοχ' οχ ασθενεχ'ς, οχ οποχ'οχ υπέστησαν επχπλοκές επεχδή γνώρχζαν ότχ κάποχοχ απηύθυναν πεχραματχκές προσεχχχές υπέρ της υγείας τους, θα καταθέσουν ομαδχιαί αγωγή εναντχ'ον του Ιδρύματος Templeton;
Δεν προκαλεχ' έκπληξη το ότχ οχ θεολόγοχ εξέφρασαν τη διαφωνία τους στη δχεξαγωγή αυτής της μελέτης, πχθανότατα επεχδή ανησχχχούσαν μήπως γελοχοποχήσεχ τη θρησκεία. Ο Richard Swinburne, θεολόγος του Πανετπ-στημχ'ου της Οξφόρδης, γράφοντας μετά την αποτυχία της μελέτης, εξέ-φρασε τχς ενστάσεχς του λέγοντας ότχ ο Θεός απαντά σε προσευχές μόνο όταν αναπέμπονταχ γχα βάσχμους λόγους.37 Οχ προσευχές γχα κάποχον συ-γκεκρχμένο άνθρωπο καχ όχι γχα έναν άλλο, απλώς καχ μόνο επεχδή έτσχ έπεσε ο κΑήρος κατά το σχεδχασμό ενός δχπλού-τυφλού πεχράματος, δεν γχ'νονταχ γχα βάσχμο λόγο. Ο Θεός θα κατάλαβε το τέχνασμα. Αυτό ακρχβώς ήθελα να θίξω με την αλά Bob Newhart σάτχρά μου, καχ ο Swinburne έχεχ δχ'κιο που το θχ'γεχ επχ'σης. Όσον όμως αφορά άλλα σημεχ'α του άρθρου του, καμία σάτχρα δεν φαχ'νεταχ αρκετή γχα τον ίδιο τον Swinburne. Όχχ γχα πρώ-
88

τη φορά, προσπαθεί να αιτιολογήσει την ύπαρξη του πόνου σε έναν κόσμο που κυβερνάται από τον Θεό:
Ο πόνος μου μού δίνει την ευκαιρία να δείξω κουράγιο και υπομονή. Σε εσένα δίνει την ευκαιρία να δείξεις συμπόνια και να με βοηθήσεις να τον απαλύνω. Και οτην κοινωνία δίνει την ευκαιρία να επιλέξει ανά-μεσα στο αν θα επενδύσει ή όχι χρήματα στην προσιιάθεια να βρεθεί θεραπεία [...]. Μολονότι ένας καλός Θεός νιώθει πόνο για τις δοκιμα-σίες μας, σίγουρα η σοβαρότερη μέριμνά Του συνίοταται στο αν ο καθέ-νας μας θα δείξει υπομονή, συμπόνια και γενναιοδωρία, και αν θα δια-μορφώσει έτσι ευλαβή χαρακτήρα. Μερικοί άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να αρρωστήσουν για το καλό τους, ενώ άλλοι έχουν μεγάλη α-νάγκη να αρρωστήσουν για να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους σημαντικές επιλογές. Μόνο με αυτό τον τρόπο είναι δυνατόν να ενθαρ-ρυνθούν ορισμένοι να κάνουν σημαντικές επιλογές για το ΤΛ είδους άνθρωποι πρόκειται να γίνουν. Κάποιοι άλλοι όμως δεν εκτιμούν τόσο την αρρώσπα.
Αυτό το γκροτέσκο δείγμα συλλογισμού, το τόσο διαβολεμένα χαρακτη-ριστικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο θεολογικός νους, μου θυμί-ζει μια τηλεοπτική συζήτηση που είχα κάποτε με τον Swinburne και τον καθηγητή Peter Atkins, συνάδελφό μας από την Οξφόρδη. Ο Swinburne σε καποιο σημεΐο επιχείρησε να δικαιολογήσει το Ολοκαύτωμα λέγοντας ότι έδωσε στους Εβραίους μια θαυμάσια ευκαιρία να δείξουν θάρρος και ανωτε-ρότητα. Ο Peter Atkins βρυχήθηκε μεγαλοπρεπώς: «Που να σαπίσεχς στην κόλαση».*
Ένα ακόμα τντπικό παράδειγμα θεολογχκού συλλογισμού υπάρχει και στη συνέχεια του άρθρου τού Swinburne. Πολύ σωστά υποστηρίζει ότχ, αν ο Θεός ήθελε να αποδείξει την ι/παρξή Του, θα έβρισκε καλύτερους τρόπους να το επιτύχει από το να επηρεασει ελαφρώς τα στατιστικά στοιχεία ανάρ-ρωσης μιας πειραματικής ομάδας καρδιοπαθών σε σχέση με εκείνα της ο-μάδας ελέγχου. Αν ο Θεός υπήρχε και ήθελε να μας πείσει για αυτό, θα μπορούσε να «γεμίσει τον κόσμο με υπερθαύματα». Και τώρα ο Swinburne ξεφουρνίζει το μαργαριτάρι του: «Υπάρχουν ούτως ή άλλως πολλά απο-
* Αυτή η στιχομυθία κόπηκε από την τελική εκδοχή της συζήτησης. To ότι η παρατή-ρηση του Swinburne αποτελεί τυπικό δείγμα της θεολογίας του μαρτυρείται και από ένα παρόμοιο σχόλιό του σχετικα με τη Χιροσίμα, στο βιβλι'ο The Existence of God (H ύπαρ-ξη του Θεού) (2004): «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινε ένας άνθρωπος λιγότερος στη Χιρο-σίμα. Τότε θα δίνονταν λιγότερες ευκαιρι'ες για επίδειξη θάρρους και συμπόνιας [...]».
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΗΗ TOY θΕΟΥ
89
δεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη του Θεού, και τα υπερβολικά πολλα ίσως δεν θα μας έκαναν καλό». Τα υπερβολικά πολλά ίσως δεν θα μας έκαναν καλό! Ξαναδιαβάστε το! Τα νπερβολικά πολλά αποδεικτικά στοιχεία ίσως δεν θα μας έκαναν καλό. Ο Richard Swinburne μέχρι πρόσφατα κατείχε έδρα θεολο-γίας μεγάλου κύρους στη Βρετανία και είναι εταίρος της Βρετονικής Ακα-δημίας. Όποχος ψάχνει για θεολόγο, δεν υπάρχει ηερίπτωση να βρει πιο διακεκριμένο.Ίσως όμως δεν έχει ανάγκη από θεολόγο.
Ο Swinburne δεν ήταν ο μόνος θεολόγος που αποκήρυξε την προανα-φερθείσα μελέτη μετά την ολοκλήρωσή της. Οι New York Times επίσης πα-ραχώρησαν το χώρο μχας ετπφυλλίδας στον αιδεσιμότατο Raymond J. Lawrence, για να εξηγήσει για ποιο λόγο οι ευσυνείδητοι θρησκευτικοί ηγέτες «θα βγάλουν έναν αναστεναγμό ανακούφισης» επειδή δεν υπήρξαν ενδεί-ξεχς γχα την αποτελεσματικότητα της διαμεσολαβητικής προσευχής.38 Ά-ραγε, θα τα έλεγε αλλιώς αν η μελέτη τού Benson είχε κατορθώσει να απο-δείξει τη δύναμη της προσευχής;Ίσως όχχ, αλλά μπορείτε να εΐστε σΐγουροι ότι πάρα πολλοί άλλοι πάστορες και θεολόγοι θα το έκαναν. To κείμενο του αιδεσιμότατου Lawrence αξι'ζει να μνημονευτεί πρωτίστως για την ακό-λουθη αποκάλυψη: «Προσφάτως, ένας συνάδελφος μου ανέφερε την πε-ρίπτωση μιας ευσεβούς, μορφωμένης γυναίκας, η οποι'α κατήγγειλε τον θεράποντα ιατρό του άντρα της για παράβαση επαγγελματικής δεοντολο-γίας. Ύου καταλόγισε ότι, κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του συξύγου της, ο γιατρός δεν προσευχόταν γχα εκείνον».
'ΑΛλοι θεολόγοι ένωσαν τις δυνάμεις τους με σκεπτικιστές του τύπου των ΝΟΜΑ και υποστήριξαν ότι η διερειίνηση της προσευχής κατ' αυτό τον τρόπο συνιστά σπατόλη χρημάτων, δεδομένου ότι η μελέτη της επίδρασης υπερφυσικών δυνάμεων βρίσκεται εξ ορισμού εκτός των δυνατοτήτων της επιστημονικής μεθόδου. Αλλά, όπως σωοτά αναγνώρισε και το Ίδρυμα Templeton όταν χρηματοδότησε την εν λόγω έρευνα, η εξέταση της υπο-τιθέμενης δύναμης της διαμεσολαβητικής προσευχής βρίσκεται, τουλάχι-στον θεωρητικώς, εντός των δυνατοτήτων της επχστήμης. Είναι δηλαδή δυ-νατόν να διεξαχθεί ένα διπλό-τυφλό πείραμα, και τούτο ακριβώς έγινε. Θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε θετικά ευρήματα. Αν είχε συμβεί κάτι τέ-τοιο, τπστεύετε ότι θα βρισκόταν έστω και ένας απολογητής της θρησκείας που θα απέρρνπτε τη μελέτη, με το αιτιολογικό ότι η ετπστημονική έρευνα δεν έχει καμία σχέση με τα ζητήματα πίστης; Φυσνκά όχι.
Περιττεύει να πούμε ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του πειράματος δεν πρόκειται να κλονίσουν τους πιστούς. Ο Bob Barth, ο πνευματικός ηγέτης των πιστών τού Μιζούρι, οι οποίοι απηύθυναν μέρος των πειραματικών προσευχών, δήλωσε: «Ένας πιστός θα έλεγε ότι αυτή η μελέτη είναι ενδια-φέρουσα, αλλά εμείς προσευχόμαστε εδώ και πολύ καιρό, κοχ γνωρίζου-
90

με ότι η προσευχή φέρνει αποτέλεσμα, ενώ η έρευνα σχετικά με την προ-σευχή καχ την πνευματικότητα μόλις τώρα αρχίζει». Ναχ, καλά: γνωρίζουμε εξαιτίας της πίστης μας ότι η προσευχή εχ'ναχ αποτελεσματική, και επομέ-νως, αν τα στοιχεία δεν καταφέρνοιτν να το δείξουν, εμείς απλώς θα επχμέ-νουμε ώσπου να πάρουμε το αποτέλεσμα τιου θέλουμε.
Η σχολή εξελικηκών Neville Chamberlain
Ίσως το απώτερο κΐνητρο των επιστημόνων που επχμένουν στις ΝΟΜΑ —δηλαδή στην άποψη ότι η Υηόθεση για την Ύπαρξη του Θεού δεν πλήτ-τεται καθόλου από την επχστήμη— είναι η ιδιότυπη αμερικανική πολιτική η Οϊΐοία έχει δχαμορφωθει' υπό την απειλή του λαϊκιστικού δημχουργισμού. Σε διάφορες περχοχές των ΗΠΑ, η επιστήμη δέχεται επίθεση από μια καλά οργανωμένη, με πολλές πολιτχκές δχασυνδέσεχς καχ, κυρίως, αδρά χρηματο-δοτούμενη αντίθετη παράταξη, καχ φυσικά η διδασκαλία της θεωρίας της εξέλιξης βρίσκεται στα χαρακώματο της πρώτης γραμμής. Οι επιστήμονες δχκαχολογημένα αισθάνονται ότι απεχλοχτνταχ, αφού το μεγαλύτερο μέρος των ερευνητικών κονδυλίων προέρχεται σε τελική ανάλυση από το κράτος, καχ οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι οφείλουν να λογοδοτοχίν όχι μόνο στους καλά ενημερωμένους αλλά και στους αδαείς και τους προκατειλημμένους ψηφοφόρους τους επίσης.
Για την αντχμετώπιση απειλών τέτοχου εχδους, διαμορφώθηκε ένα λόμπχ ιτπεράσπχσης της θεωρίας ιης εξέλχξης, με πχο αξχοσημείωτο εκπρόσωπο το Εθνχκό Κέντρο γχα τη Δχδασκαλχ'α της Επχστήμης (National Center for Science Education, NCSE). Επί κεφαλής τού NCSE είναχ n Eugenie Scott, ct-κούραστη ακτχβχ'στρχα της επχστήμης, η οποχ'α έχεχ πρόσφατα εκδώσεχ καχ το βχβλχ'ο Evolution vs. Creationism (Η εξέλχξη ενάντχα στο δημχουργχσμό). Ένας από τους κύρχους πολχτχκούς στόχους τού NCSE εχ'ναχ ο προσεταχρχ-σμός καχ η κχνητοποχηση της «σώφρονος» μερχ'δας της θρησκευόμενης κοχ-νής γνώμης: δηλαδή του κύρχου ρεύματος των ανθρώπων της Εια λησχ'ας, οχ οποχ'οχ δεν αντχτάσσονταχ στη θεωρχ'α της εξέλχξης καχ χ'σως τη θεωροιίν άσχετη με την πχ'στη τους (ή, από κάποχα περχ'εργη οταχχαί, ακόμη καχ xjno-στηρικτχχαί της). Σε axrro το κύρχο ρεχίμα κληρχκών, θεολόγων καχ μη φο-νταμενταλχστών θρήσκων, οι οιιοίοχ ντρέπονταχ γχα το δημχουργχσμό δχότχ δυσφημχ'ζεχ τη θρησκεχ'α, αποσκοπεί να απευθυνθεί η ομάδα πχ'εσης της θε-ωρίας της εξέλχξης. Καχ ένας τρόπος γχα να το καταφέρεχ κανεχ'ς αχπό εχ'ναχ να ενδώσεχ κάπως, αποδεχόμενος τχς ΝΟΜΑ —να συμφωνήσεχ ότχ η επχ-στήμη δεν αποτελεχ' με κανέναν τρόπο απεχλή, επεχδή δεν έχεχ καμχ'α σχέ-ση με τους χσχυρχσμούς της θρησκείας.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
91
'Αλλη μια διακεκριμένη μορφή από τον κύκλο εκείνο που θα μπορούσε να ονομαστεί «σχολή εξελικτικών Neville Chamberlain»* είναι ο φιλόσοφος Michael Ruse. Ο Ruse έχει πολεμήσει ετπτυχώς το δημιουργισμό,39 τόσο με κείμενά του όσο και στα δικαστήρια. Δηλώνει άθεος, αλλά σε άρθρο του στο Playboy υποστηρίζει όχι
εμείς που αγαπάμε την επιστήμη πρέπει να καταλάβουμε ότχ ο εχθρός του εχθρού μας είναι φίλος μας. Πολύ συχνά οι εξελικτικοί σπαταλούν το χρόνο τους απευθύνοντας προσβολές σε δυνάμει συμμάχους τους. Αυτό χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τους εξελικτικούς που είναι επίσης οπαδοί της εκκοσμίκευσης. Οι αθεϊστές αναλώνουν περισσότερο χρόνο επικρί-νοντας καλοπροαίρετους χριστιανούς απ' ό,τι αντιμετωπίζοντας τους δημιουργιστές.Όταν ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β' έγραψε την ετπστολή με την οποία αποδεχόταν το δαρβινχσμό, ο Richard Dawkins αντέδρασε λέγοντας ότι απλούοτατα ο πάπας είναι υποκριτής, ότι δεν θα μπορού-σε ποτέ να ενδιαφερθεί αλπθινά για την ετπστήμη και ότι ο ίδιος προ-τιμά απλώς έναν έντιμο φονταμενταλιστή.
Για λόγους τακτικής και μόνο, αναγνωρίζω την επιφανειακή γοητεία του παραλληλισμού που κάνει ο Ruse με τον αγώνα κατά του Χίτλερ: «Ο Ουίν-στον Τσόρτσιλ και ο Φράνκλιν Ρούζβελτ αντιπαθούσαν τον Στάλιν και τον κομουνισμό. Στην πορεία όμως διαπίστωσαν ότχ έπρεπε να συνεργαστούν με την ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά του Χίτλερ. Παρομοΐως, όλοι οι εξελχκτικοί πρέπει να συνεργαστούν για να πολεμήσουν το δημιουργισμό». Τελικά, ηά-ντως, τάσσομαι στο πλευρό του συναδέλφου μου Jerry Coyne, γενετιστή α-πό το Σικάγο, ο οποίος έγραψε ότι ο Ruse
αδυνατεί να κατανοήσει την αληθχνή φύση της διαμάχης. Η διαμάχη δεν αφορά μόνο τον αγώνα της εξέλιξης ενάντια στο δημιουργισμό. Για επι-στήμονες όπως ο Dawkins και ο Wilson [Ε.Ο. Wilson, ο διακεκριμένος βιολόγος του Πανεπιστημίου Harvard], ο πραγμαηκός πόλεμος μαίνεται ανάμεσα στον ορθολογισμό καχ τη δεισιδαιμονία. Η επιστήμη συνχστά μία μόνο μορφή ορθολογισμού, ενώ η θρησκεχα είναι η πιο συνήθης μορφή δεισιδαιμονίας. Ο δημιουργισμός αποτελεί απλώς ένα σύμπτω-μα εκείνου που θεωρούν ως τον μείξονα εχθρό, δηλαδή της θρησκείας.
* Ο συγγραφέας υπονοεί την ύπαρξη αναλογίας με τη μετριοπαθή πολιτική που ακο-λουθούσε ο βρετανός πρωθυπουργός Neville Chamberlain απέναντι στον επεκτατισμό τού Χίτλερ τις παραμονές τού Β' Παγκόσμιου Πολέμου. (Σ.τ.μ.)
92
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
Η θρησκεία μπορεί να υπάρξει χωρίς to δημιουργισμό, αλλά ο δημιουρ-γισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη θρησκεία.40
Πράγματι, έχω κάτι κοινό με τους δημιουργιστές.'Οπως και εγώ, αλλά σε αντίθεση με τη «σχολή Chamberlain», οι δημιουργιστές δεν αναγνωρίζουν τις ΝΟΜΑ και τις χωριστές δικαιοδοσίες. Χωρΐς καθόλου να σέβονται το χώρο της ετπστήμης, οι δημιουργιοτές απολαμβάνουν να τον ποδοηατούν απ' άκρου εις άκρον. Και ετππλέον, πολεμούν βρόμίκα. Σε υττοθέσεχς που εκδικάζονται στη φτωχή ενδοχώρα της Αμερικής, οι δικηγόροι των δη-μιουργιστών αναφέρονται σε εξελικτικούς οι οποίοι δηλώνουν ανοικτά ά-θεοι. Γνωρίζω —προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια— ότι το όνομά μου έχει χρησιμοτκηηθεί κατ' αυτό τον τρόπο. Πρόκειται για αποτελεσματική τα-κτική, καθώς τα σώματα ενόρκων που έχουν συγκροτηθεί με τυχαία επιλο-γή τηθανότατα θα περιλαμβάνουν άτομα γαλουχημένα με την πίστη ότι οι άθεοι είναι δαίμονες με σάρκα και οστά, στην ίδια κατηγορία με τους παχ-δόφιλους ή τους «τρομοκράτες» (το σύγχρονο αντΐστοιχο των μαγισσών τού Σάλεμ και των κομουνιστών της εποχής τού Μακάρθι).
Αν κάποιος δικηγόρος δημιουργιστών με έβαξε ποτέ να καταθέσω, θα κέρδιζε αμέσως τους ενόρκους, απευθύνοντάς μου απλώς την ερώτηση: «Η γνώση που αποκτήσατε σχετικά με την εξέλιξη σας εξώθησε να ενστερνι-στείτε τον αθεϊσμό;». Θα όφειλα να απαντήσω «ναι», και έτσι, με μία μόνο κίνηση, θα εΐχα χάσει την εύνοια των ενόρκων. Ανπθέτως, δικαστικώς ορθή απάντηση από μέρους των ιπιερμάχων της εκκοσμίκευσης θεωρείται η εξής: «Οι θρησκευτικές μου πεποιθήσεις, ή η απουσία τους, είναι ιδιωτική ντπόθεση που δεν αφορά αυτό εδώ to δικαστήριο και ουδόλως σχετίζεται με την επιστήμη μου». Εγώ δεν θα μττορούσα ποτέ να πω κάτι τέτοιο, για λόγους τους οποίους θα εξηγήσω οτο Κεφάλαιο 4.
Η Madeleine Bunting, δημοσιογράφος τής Guardian, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Why the intelligent design lobby thanks God for Richard Dawkins» (Γιατχ' to λόμπι του ευφυούς σχεδίου ευχαριστεί τον Θεό που υπάρχει ο Richard Dawkins).41 Φαίνεται ότι για τη συγγραφή αυτού του άρθρου της δεν συμβουλεύτηκε κανέναν άλλο παρά μόνο τον Michael Ruse. Θα μπο-ρούσε μάλιστα να το είχε γράψει ο ίδιος ο Ruse αντ' αυτής.*
* To ίδιο θα μπορούσε να ειιιωθεί για το άρθρο «When cosmologies collide» (Όταν oi κοσμολογίες συγκρούονται) (New York Times, 22 Ιανουαρίου 2006), το οποίο έγραψε η αξιοσέβαστη δημοσιογράφος Judith Shulevitz. Για το σιρατηγό Μοντγκόμερι, ο πρώτος κανόνας του πολέμου ήταν: «Μην προελαύνετε προς τη Μόσχα». Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει ένας πρώτος κανόνας και για την επιστημονική δημοσιογραφία: «Πάρτε συ-νέντευξη από έναν τουλάχιστον ακόμα άνθρωπο εκτός από τον Michael Ruse».
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
93
Ο Daniel Dennett απάντησε παραπέμποντας, πολύ έξυπνα και με εμφα-νή χιουμοριστική διάθεση, σιον Θείο Remus:*
Μου φαίνεται πολύ διασκεδασπκό το ότι δύο Βρετανοί —η Madeleine Bunting και ο Michael Ruse— έχουν αμφότεροι εξαπατηθεχ' όπως και οι χαρακτήρες μιας πολύ γνωστής αμερικανικής αλληγορι'ας («Why the intelligent design lobby thanks God for Richard Dawkins», 27 Μαρτίου). Όταν n αΑεπού τπάνει τον κούνελο, εκείνος την παρακολεί: «Ω, σε θερ-μοπαρακαλώ, καλή μου αλεπού, κάνε μου ό,τι θέλεις, αλλά μη με πετάξεις μέσα σε εκείνους τους απαίσιους βάτους!» —όπου και κατα-λήγεχ, σώος και αβλαβής, αφού η αλεπού κάνει ακριβώς αυτό. Όταν ο αμερικανός προπαγανδιστής William Dembski απευθύνεται περχπαι-κτικά crtov Richard Dawkins, λέγοντάς του να συνεχίσεχ την καλή δου-λειά που κάνει για λογαριασμό του ευφυούς σχεδίου, η Bunting και ο Ruse το καταπίνουν! «Πωπώ, καλή μου αλεπού, η κατηγορηματική και χωρίς περιστροφές δήλωσή σου —ότι η εξελικτική βιολογία διαψεύδει την ύπαρξη του δημιουργού Θεού— διακυβεύει τη διδασκαλία του μα-θήματος της βιολογΐας, αφού, αν τα διδάξει κανείς αυτά, θα παραβιάσει το διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους!». Μάλιστα. Επομένως πρέπει να διδάσκουμε ψχθυριστά καχ τη φυσιολογία, διότι και εκείνη θεωρεί την παρθενογένεση αδύνατη [...].42
Όλο το ζήτημα (συμπεριλαμβανομένης και μιας επίκλησης του κούνελου μέσα από τους βάτους) αναλύεται διεξοδικά από το βιολόγο RZ. Myers, το ιστοημερολόγιο του οποίου, με τίτλο Pharyngula, αποτελεί αξχόπιστη πηγή δηκτικών σχολίων.43
Δεν υπονοώ ότι οι συνάδελφοί μου από την ομάδα που τηρεί πολιτική κατευνασμού είναι οπωσδήποτε ανέντιμοι. Ενδέχεται να πιστεύουν ειλικρι-νά στις ΝΟΜΑ, μολονότι δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ αν έχουν σκεφθεί το θέμα σε βάθος και πώς συμβιβάζει ο νους τους τις εσωτερικές συγκρούσεχς που προκιπιτουν. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε, αλλά αν κανείς θέλει να κατανοήσει τις δημόσιες δηλώσεις των επιστημόνων σχετικά με ζητήμα-τα θρησκείας, καλά θα κάνει να μην ξεχνά και το πολιτικό πλαίσιο: τις ε-ξωφρενικές οττγκρούσεχς πολιτισμικών παραδόσεων που στταράσσουν την Αμερική.
* Ο Θείος Remus είναι ένας φαντασπκός χαρακτήρας που δημιούργησε ο Joel Chandler Harris, για να αφηγηθεί τους μύθους της λαϊκής παράδοσης των Αφροαμερικανών των Νότιων Πολιτειών. Πολλοί μύθοι έχουν διδακτικό χαρακτήρα, και ένας από τους πρω-ταγωνιστές τους είναι ο σκανδαλιάρης κούνελος. (Σ.τ.μ.)
94

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου