Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Η περί θεού αυταπάτη - Richard Dawkins (μέρος 6)

Πιστεύω ότι θα σαπίσω όταν τιεθάνω, και δεν θα επιβιώσεχ τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αλη-θινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα• η ίδια υπερηφάνεια ττρέττει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κό-σμο. Ακόμη κι αν τα ανοχκτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπνπκή ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ξωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
To δοκίμιο τούτο τού Russell υτιήρξε γχα μένα πηγή έμπνευσης όταν το διά-βασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει.Ίσως ήθελα ασυνοίσθητα να του αποτΐσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil's Chaplain:
Υπάρχει κάτι περισσότερο ατιό μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κχ αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναξωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκε-σαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπερασπκό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» τού Yeats.
Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο πα-ραπάνω τιίπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φαντα-στικά, να μπορούν να παρηγορήσοντν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κά-νουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να ιιροσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντχ.
Αν τώρα στραφούμε στην παρηγορχά του δεύτερου τιτπου, εύκολα θα πι-στέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχε-δίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβαται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην aQa-
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
391
νασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποχθήσεις μπο-ρούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκχνοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη τιίστη στη μετα θανατον ζωή εχ'ναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ' ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γχατρό. To ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνο-νται αναμφισβήτητα. Όποιος τπστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, περίπου το 95% του πληθυσμού των ΗΠΑ πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή. Αφήνοντας κατά μέρος τούς επίδοξους μάρτυρες, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πόσοι μετριοπαθείς θρησκευ-όμενοι, από εκείνους που ισχυρίζονται ότι πιστεύουν κάτι τέτοιο, το πι-στεύουν πραγματικά, με όλη τους την καρδιά. Εάν ήταν πραγματικά εχλχ-κρινείς, δεν θα έπρεπε όλοι να αντιδρούν όπως και ο αββάς τού Άμπλφορθ όταν ο καρδινάλιος Basil Hume τού ανακοίνωσε ότι πέθαινε; Ο αββάς τότε ενθουσιάστηκε για λογαριασμό του: «Συγχαρητήρια! Λαμπρά νέα! Μακαρι να ερχόμουν μαζί σας».'°5 Ο αββάς, φαίνεται, ήταν όντως ειλικρινής πιστός. Αλλά η ιστορία του είναι τόσο σπάνια και απροσδόκητη ώστε σχεδόν προ-καλεί γέλιο —θυμίζει τη γελοιογραφία μιας νεαρής ολόγυμνης γυναίκας η οποία κρατά ένα πλακάτ με το σύνθημα «Κάνετε έρωτα, όχι πόλεμο», ενώ ένας περαστικός αναφωνεί «Αυτό θα πει ειλικρίνεια!». Γιατί δεν λένε όλοι οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι κάτι παρόμοιο με τον αββά όταν μαθαίνουν ότι κάποιος φίλος τους πεθαίνει; Όταν ο γιατρός λέει σε μια θρησκευόμενη γυναίκα ότι της μένοιιν μόνο λίγοι μήνες ζωής, γιατί εκείνη δεν ακτινοβο-λεί πάραυτα ενθουσιασμένη και δεν αδημονεχ, σαν να έχει μόλις κερδίσει διακοπές σπς Σεϋχέλλες («Δεν μπορώ να περιμένω!»); Γιατί οι πιστοί που την επισκέπτονται στο κρεβάτι του πόνου δεν την κατακλύζουν με μηνύ-ματα για όσους έχοΐΛ^ ήδη φύγει («Δώσε την αγάπη μου crtov θείο Ρόμπερτ όταν τον δεις...»);
Γιατί δεν φέρονται έτσι οι θρησκευόμενοι στους ετοιμοθάνοτους; Μή-πως επειδή κατά βάθος δεν πχστεύουν όλα όσα npoonoioimai ότι πιστεύ-ουν; Μήπως τα πιστεύουν, αλλά φοβούνται τη διαδικασία του θανάτου; Δεν θα είχαν αδικο, δεδομένου ότι εΐμαστε το μόνο εχ'δος όπου δεν επιτρέπεται στους γιατρούς να δώσουν ένα ανώδυνο τέλος στην επιθανάτια αγωνΐα κά-ποιου ατόμου. Αλλά σε τούτη την περίπτωση, γχατί η mo ισχυρή αντίθεση στην ευθανασία και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία προέρχεται από θρη-
392

σκευόμενους; Αφού αντιμετωπίζουν το θάνατο έχοντας ως πρότυπο τον «αββά τού Άμπλφορθ» ή τις «διακοπές στις Σεϋχέλλες», δεν θα ήταν ανα-μενόμενο ο\ θρησκευόμενοι να εμφανίζονται λιγότερο προσκολλημένοι με ιόσο παράδοξο τρόπο crcnv επίγεια ξωή; Κι όμως, αποτελεί αξιοσημείωιο γεγονός ότι, εάν συναντήσετε κάποιον σφόδρα ανπτιθέμενο στην ευθα-νασία ά στην υτιοβοηθούμενη αυτοκτονία, μπορείτε να στοιχηματίσετε ό-σο θέλετε ότι θα είναι θρησκευόμενος. Ως επίσημη δικαιολογία μπορεί να ιιροβάλει ότι κάθε φόνος αποτελεΐ αμάρτημα• αλλά γιατί να τον θεωρεί κα-νείς αμάρτημα εάν πιστεύεχ ειλικρινά ότι επισπεύδει το ταξΐδι προς τον πα-ράδεισο;
Η δική μου στάση απένανπ στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία, αντιθέ-τως, ξεκινά από την παρατήρηση του Μαρκ Τουέιν που αναφέρθηκε ήδη. To να είμαι νεκρός δεν θα διαφέρει από το να μην έχω γεννηθεί —θα είμαχ όπως ακριβώς ήμουν την εποχή του Γουλιέλμου του Κατακτητή ή των δει-νοσαύρων ή των τριλοβιτών. Δεν υπάρχει τΐποτε το φοβερό σε τούτη τη σκέψη. Αλλά η διαδικασία του θανάτου ενδέχεται κάλλιστα να είναι, ανάλο-γα με την τύχη μας, οδυνηρή και δυσάρεστη —το είδος της εμπειρίας από την οποία έχουμε συνηθίσει να προστατευόμαστε με γενική αναισθησία, όπως όταν μας αψαψείται η σκωληκοεχδής απόφυση. Εάν το κατοικίδιο ζώο σας πεθαίνει με πόνους, θα κατηγορηθείτε για σκληρότητα σε περί-πτωση που δεν καλέσετε γιατρό για να του χορηγήσει αναισθητικό από το οποίο δεν θα συνέλθει ποτέ. Αλλά εάν ο εν λόγω γχατρός κάνει το ίδιο για εσάς, διατρέχει τον κΐνδυνο να του ασκηθεΐ δίωξη για δολοφονία. Όταν θα πεθαίνω, θα ήθελα να μου αφαιρεθεί η ζωή υττό την επήρεια γενικής αναι-σθησίας σαν να επρόκειτο για οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αλλά δεν θα έχω το προνόμιο αυτό, διότι κατά κακή μου τύχη είμαι μέλος του είδους Homo sapiens αντί, λόγου xdptv, του Cants familiaris ή του Felis catus- εκτός εάν με-τακομίσω και εγώ, με τη σειρά μου, σε κάποιον περισσότερο προοδενττικό τόπο όπως η Ελβετία, η Ολλανδία ή το Όρεγκον. Γιατΐ σπανίζοιτν τόσο πολύ τέτοιοι φωτισμένοι και ευλογημένοι τόποι; Κυρίως λόγω της ευρείας επιρροής της θρησκείας.
Αλλά, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, δεν υπάρχεχ σημαντική διαφο-ρά μεταξύ αφαίρεσης της σκωληκοειδούς απόφυσης και αφαίρεσης της ζω-ής; Όχι πραγματικά• όχι εάν πρόκειται να πεθάνει κανείς οιπως ή άλλως• και όχι εάν ασπάξεταχ ειλικρινά τη θρησκευτική πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Εάν έχετε τέτοια πίστη, ο θάνατος αποτελεΐ απλώς μετάβαση ατιό μία ζωή σε μία άλλη. Εάν η μετάβαση είναι οδυνηρή, δεν πρέπει να τη ξήσετε χωρΐς αναισθητικό, όπως ακριβώς δεν θα θέλατε να υποστείτε αφαίρεση της σκωληκοειδούς απόφυσης χωρίς αναισθητικό. Θα περίμενε κανείς αφε-λώς ότι μάλλον εμείς που θεωρούμε το θάνατο τέλος και όχι μετάβαση θα
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
393
έπρετιε να ανπτασσόμαστε στην ευθανασία ή την υποβοηθούμενη αυτο-κτονία. Κι όμως, εμείς κυρίως τις υποστηρίζουμε.*
Στο ίδιο πνεύμα, τι να υποθέσουμε για την παρατήρηση μιας γνωστής μου υψηλόβαθμης νοσηλεύτριας, με πολυετή εμπειρχα στη διεύθυνση ενός οίκου ευγηρίας, όπου ο θάνατος δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο φαινόμενο; Έχει παρατηρήσει με την πάροδο του χρόνου ότι οι θρησκευόμενοι φοβού-νται το θάνατο περισσότερο ατιό όλους. Η παρατήρησή της θα πρέπει να ελεγχθεί με στατιστικές μεθόδους αλλά, υποθέτοντας ότι έχει δίκιο, τι συμ-βαίνεχ εδώ; Ό,τι και να συμβαίνει, εκ πρώτης όφεως δεν αποτελεί ισχυρή συνηγορία υπέρ της ικανότητας της θρησκείας να παρηγορεί τους ετοιμο-θάνατους.** Στην περίητωση των καθολικών, μήπως φοβούνται το καθαρ-τήρχο; Ο ευσεβής καρδινάλιος Hume αποχαιρέτησε ένα φίλο του με τα ε-ξής λόγια: «Λοιπόν, αντίο. Θα σε δω στο καθαρτήριο, υποθέτω». Εκείνο που εγώ υποθέτω είναι ότι υπήρχε μια σπίθα σκειιτικισμού στα ευγενικά εκείνα γηραιά μάτια.
Η διδασκαλία περί καθαρτηρίου συνιστά εξωφρενική αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο θεολογικός νους: To καθαρτήριο αποτε-λεί κάτι σαν τόϊΐο υποδοχής, μχα αίθουσα αναμονής κάηου στον Άδη όπου πηγαίνουν οι ψυχές των νεκρών εάν τα αμαρτήματά τους δεν είναι μεν αρ-κετά σοβαρά ώστε να καταλήξουν στην κόλαση, αλλά χρειάζονται μια μΐ-κρή δόση αναμόρφωσης και καθαρσης πριν γίνουν δεκτές στην αναμάρτη-τη ζώνη των ουρανών.*** Κατά τον Μεσαίωνα, η Εκκλησία πουλούσε «συγχωροχάρτια» έναντι χρημάτων. Τούτο ισοδυναμούσε με την εξαγορά μερχκών ημερών από το καθαρτήριο, και η Εκκλησία εξέδιδε κυρχολεκτικά (και με θράσος ανείπωτο) υπογεγρομμένα πιστοποιητικα τα οποία όριζαν
* Σύμφωνα με μια έρευνα στάσεων απέναντι στο θάνατο μεταξύ αμερικανών άθεων, το 50% επιθυμούσαν μια επιμνημόσυνη τελετή για τη ζωή τους• το 99% υποστήριζαν την αυτοκτονία με τη βοήθεια γιατρού για όσους το επιθυμούν, και το 75% το επιθυμούσαν για τον εαυτό τους• το 100% δεν ήθελαν καμία επαφή με προσωπικό νοσοκομείου που προωθεί τη θρησκεία. Βλ. http://nursestoner.com/myresearch.html. ** Ένας αυστραλός φίλος επινόησε μια Βαυμάσια φράση για να περιγράψει την τάση αύ-ξησης της θρησκευτικότητας με την ηλικία: «Συνωσιισμός για τον τελικό;» *** To καθαρτήριο δεν τιρέπεχ να συγχέεται με το «λι'μπο», τον τόπο όπου υποτι'θεται ότι πηγαίνουν τα βρέφη αν πεθάνουν αβάπτιστα. Μήπως και τα έμβρυα τα οποία έχουν υποστεί άμβλωση; Μήπως και οι βλαστοκύστεις; Με χαρακτηριστικά στομφώδες θρά-σος, ο ϊΐάπας Βενέδικτος ΙΣΤ' κατήργησε πρόσφατα το λίμπο. Σημαίνει άραγε τούτο ότι όλα τα μωρά που μαράζωναν εκεί επί αιώνες θα οδεύσουν ξαφνικά προς τον παράδει-σο; Ή μήπως μείνουν εκεί, και μόνο τα νεοαφιχθέντα θα γλιτώσουν από το λίμπο; Ή οι προγενέσιεροι πάπες έκαναν όλον αυτό τον καιρό λάθος, παρά το αλάθητό τους; Τέ-τοιου είδους πρόγματα υποτίθεται ότι πρέπει να τα «σεβόμαστε».
394

τον αριθμό των ημερών που είχαν εξαγορασιεί. Η Ρωμαιοκαθολική Εκ-κλησΐα είναι ο θεσμός για τα κέρδη του οποίου ίσως επινοήθηκε ειδικά ο χαρακτηρισμός ill-gotten (ανομα). Και από όλες τις προσοδοφόρες ετπχει-ρήσεις εξαπάτησης, η πώληση συγχωροχαρτιών πρέπει ασφαλώς να συγκα-ταλεχθεί ανάμεσα στις μεγαλύτερες απάτες της ιστορίας, το μεσαιωνικό α-ντίστοιχο των επιστολών από τη Νιγηρία στο Διαδΐκτυο* —αλλά πολύ mo ετπτυχημένο.
Ακόμη και TO 1903, ο πάπας Πίος Γ ήταν σε θέση να ορίσει τον ακριβή αριθμό των ημερών που είχε δικαίωμα να χαρίσει από το καθαρτήριο κάθε βαθμός ιεροσύνης: οι καρδινάλιοι διακόσιες ημέρες, οι αρχιεπΐσκοποι εκα-τό ημέρες, οι επίσκοποι μόνο πενήντα ημέρες. Τη δική του εποχή ωστόσο, τα συγχωροχάρτια δεν παραχωρούνταν άμεσα έναντι χρημάτων. Ακόμη και κατά τον Μεσαΐωνα, το χρήμα δεν ήταν το μόνο μέσο εξαγοράς μιας ανα-στολής από το καθαρτήριο. Μπορούσε κανείς να πληρώσει επίσης με προ-σευχές, είτε τχς δικές του ιιριν πεθάνει είτε "πς προσευχές άλλων για λογα-ριασμό του μετά το θάνατό του. Και τα χρήματα μπορούσαν να αγοράσουν προσευχές.Ένας πλούσιος είχε τη δυνατότητα να μεριμνήσει για την ψυχή του στην αιωνιότητα. To κολέγιο όπου φοίτησα στην Οξφόρδη, το New College, ιδρύθηκε το 1379 (ήταν όντως νέο τότε) από έναν από τους μεγά-λους φιλανθρώπους εκείνου του αιώνα, τον William του Wykeham, επΐσκο-πο του Γουίντσεστερ. Τον Μεσαίωνα, ένας επίσκοπος μπορούσε να ανα-δειχθεί σε Bill Gates της εποχής, ελέγχοντας το χσοδύναμο της λεωφόρου της πληροφορίας (προς τον Θεό) και συσσωρεύοντας τεράστια πλοιπη. Η ετπσκοΊτική του περιφέρεια ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, και ο Wykeham χρη-σιμοποίησε τα πλούτη και την επιρροή του για να ιδρύσει δύο μεγάλα εκ-παιδευτικά ιδρύματα, ένα στο Γουίντσεστερ και ένα στην Οξφόρδη. Η εκ-παίδευση είχε μεγάλη σημασία για τον Wykeham, αλλά, όπως αναφέρει η ε-πίσημη ιστορία τού New College —η οποία δημοσιειίτηκε το 1979 με την ευκαιρία της έκτης εκατονταετηρίδας από την ίδρυσή του—, βασικός σκο-πός του κολεγίου ήταν, «ως τόπος δεήσεων, να μεσολαβήσει για την ανά-παυση της ψυχής του. Προέβλεπε να υπηρετούν στο παρεκκλήσι δέκα ε-φημέριοι, τρεις νεωκόροι και δεκαέξι χορωδοί, και όριζε ότι αυτοί και μόνο αυτοί έπρεπε να παραμείνουν εάν μειώνονταν τα εισοδήματα του κολε-γίου». Ο Wykeham άφησε το New College στα χέρια της Αδελφότητας, ενός αυτοεκλεγόμενου σώματος το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει ως ενιαίος οργανισμός για περισσότερα από εξακόσχα χρόνια. Φαίνεται πως μας είχε
* Διαδεδομένη μορφή ηλεκτρονικής εξαπάτησης με στόχο την απόσηαση χρημάτων, συ-νώνυμη με την απάτη μεγάλης κλίμακας. (Σ.τ.μ.)
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
395
εμπιστοσύνη και έφυγε σίγουρος ότι θα συνεχίξαμε να προσευχόμαστε για την ψυχή του εις τους αιώνας των αιώνων.
Σήμερα τη θέση του εφημερίου στο κολέγιο καταλαμβάνει μόνο ένα ά-τομο,* ενώ δεν ιπιάρχουν νεωκόροι, καχ ο «χείμαρρος» προσευχών από αι-ώνα σε αιώνα γχα τον Wykeham σιο καθαρτήριο έχει συρρικνωθεί σε «λΐγες σταγόνες» δύο προσευχών ανά έτος. Μόνο η χορωδία ενισχύεται διαρκώς, και η μουσική της είναι όντως μαγευτχκή. Ακόμη και εγώ αισθάνομαι ενο-χές, ως μέλος εκείνης της Αδελφότητας, για την προδοσία της εμπιστοσύ-νης του. Σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής του, ο Wykeham έκανε ό,τι ένας σύγχρονος κροίσος που καταβάλλει μια μεγάλη προκαταβολή σε κά-ποια εταιρεία κρυογονχκής για να καταψύξει το σώμα του και να το διατη-ρήσει ανέγγιχτο από σεισμούς, κοινωνικές αναταραχές, πυρηνικό πόλεμο κοι άλλα δεινά, μέχρις ότου η ιατρική αποκτήσει κάποτε στο μέλλον τις α-παραίτητες γνώσεις ώστε να το αποψύξει και να θεραπεύσει τη νόσο από την οποία έπασχε. Μήπως εμείς, τα μεταγενέστερα μέλη της Αδελφότητας του New College, παραβιάξουμε το συμβόλαιο με τον ιδρυτή μας; Εάν ναχ, δεν είμαστε οι μόνοι. Εκατοντάδες ευεργέτες του Μεσαίωνα πέθαναν πι-στεύοντας ότι οι κληρονόμοι τους, ένανπ αδράς αμοιβής, θα προσεύχονταν για τις ψυχές τους στο καθαρτήριο. Αναρωτιέμαι πόσοι θησαυροί ευρωπαϊ-κής τέχνης και αρχηεκτονικής ξεκίνησαν ως προκαταβολές έναντι της αι-ωνχότητας, με μια εμπιστοοτίνη η οποία τώρα έχει προδοθεί.
Εκείνο όμως το οποίο ιτραγματικά με συναρπάζει σχετικά με τη διδα-σκαλία περί καθαρτηρίου είναχ τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν παρου-σιάσει οι θεολόγοι για αυτό: στοχχεία τόσο θεαματικά ασθενή ώστε γίνεται ακόμη πιο κωμχκή η σιγουριά με την οποία βεβαιώνονται. To λήμμα για το καθαρτήριο στην Catholic Encyclopedia έχει μχα παράγραφο με τίτλο «απο-δεΐξεις». To ισχυρότερο στοιχεχο υπέρ της ύπαρξης του καθαρτηρίου είναι το εξής: Εάν οι νεκροί πήγαιναν απλώς στον παράδεισο ή στην κόλαση α-νάλογα με τα αμαρτήματά τους ειτί Γης, δεν θα είχε νόημα να ττροσευχόμα-στε για αυτούς. «Διότι, προς τι οι προσευχές για τους νεκρούς, εάν δεν υ-πάρχει πίστη στη δύναμη της προσευχής να προσφέρει παρηγοριά για όσους προς το παρόν αποκλείονται από τη θέαση του Θεού;». Και όντως προσευχόμαστε για τους νεκρούς, δεν ει'ναι έτσι; Άρα το καθαρτήριο πρέ-πει να υπάρχεχ, αλλιώς οι προσευχές μας δεν θα είχαν νόημα! Ότιερ έδει δείξαι. Τούτο αποτελεί πράγματι παράδειγμα του τι θεωρεΐ λογικό συλλο-γισμό ο θεολογικός νους.
Η αξιοσημείωτη τοχπη ανακολονθία αντανακλάται, σε μεγαλύτερη κλίμα-
* Μια γυναίκα —τι θα έλεγε ο επίσκοπος William για αυτό;
396

κα, σε μια άλλη συνηθισμένη ανάπτυξη του επιχειρήματος της παρηγοριάς. Πρέπει να υπάρχει Θεός, λέει το επιχείρημα, διότι, εάν δεν υπήρχε, η ξωή θα ήταν κενή, άσκοπη, μάταιη, μια έρημος χωρίς νόημα και σημασία. Χρει-άζεται μήπως να τονίσουμε ότι η εν λόγω λογική καταπίπτει με το πρώτο χτύπημα; Ίσως η ξωή να είναι κενή. Ίσως οι προσευχές μας για τους νε-κρούς πράγματι να είναι άσκοπες. To να υποθέτουμε το αντίθετο ισοδυνα-μεί με το να υποθέτουμε ότι αληθεύει το συμπέρασμα το οποίο θέλουμε να αποδείξουμε. Αυτός ο δήθεν συλλογισμός είναι εμφανώς κυκλικός. Η ζωή κάποιου χωρίς τη σύζυγό του μπορεί κάλλιατα να είναι αβάσταχτη, έρημη και κενή, ωστόσο τούτο δεν αλλάζει δυστυχώς το γεγονός του θανάτου της. Υπάρχεχ κάτι το παιδιάστικο στην παραδοχή ότι κάποιος άλλος (οι γονείς στην περίπτωση των παιδιών, ο Θεός στην περίπτωση των ενηλίκων) οφεί-λει να δώσει στη ζωή μας νόημα και σκοπό. Μοιάζει με τα παιδιάστικα κα-μώματα εκείνων οι οποίοι, με την παραμικρή αναποδιά, ψάχνουν να βρουν εξιλαστήριο θύμα. Κάποιος άλλος πρέπει να ευθύνεται για την ευημερία μας, και κάποιος άλλος πρέπει να φταίει αν πλχιγωθούμε. Μήπως ένας πα-ρόμοιος παλιμπαιδισμός βρίσκεται στην πραγματικότητα πίσω από την «α-νάγκη» για έναν Θεό; Μήπως επιστρέφουμε πάλι στον Μτιίνκερ;
Η αληθινά ενήλικη οπτική, ανπθέτως, βρίσκεται στο ότι η ζωή μας είναι τόσο μεστή νοήματος, τόσο πλήρης και θαυμαστή όσο εμείς οι ίδιοι επιλέ-γουμε να την κανουμε. Και όντως μπορούμε να την κάνουμε αξιοθαύμα-στη. Εάν η επιστήμη προσφέρει παρηγοριά που δεν είναι υλική, τότε οδη-γούμαστε στο τελευταίο θέμα μου, την έμπνευση.
Έμπνενση
Εδώ πρόκειταχ για ζήτημα γούστου —ή προσωπικής κρίσης—, και η ελα-φρώς ατυχής σντνέπειά του είναι ότι η μέθοδος επιχειρηματολογίας την ο-ποία πρέπει να υιοθετήσω βασίζεται μάλλον στη ρητορική παρά στη λογική. To έχω ξανακάνει στο παρελθόν, ότιως και πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβα-νομένων του Carl Sagan στο Pale Blue Dot, του E.O. Wilson στο Biophilia (Βιοφιλία), του Michael Shermer στο The Soul of Science (H ψυχή της επι-στήμης) και του Paul Kurtz στο Affirmations (Βεβαιώσεις), για να αναφέρω μόνο πρόσφατα παραδείγματα. Στο βιβλίο μου Υφαίνοντας το ονράνιο τόξο προσπάθησα να εξηγήσω πόσο τυχεροί είμαστε που ζούμε, δεδομένου ότι η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων οι οποίοι σπορρίφθηκαν από τη συν-δυαστική λοταρία τού DNA δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν. Για όλους όσοι έχουμε την καλή τύχη να βρισκόμαστε εδώ, παρομοίασα τη σχετική συντομία της ζωής με μια φανταστική φωτεινή κουκκίδα από ακτίνα λέιζερ
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
397
n οποχ'α κινείται αργά πάνω σε έναν γιγάντιο κανόνα χρόνου. Τα πάντα πριν ή μετά την κουκκίδα καλιπιτονταχ από το ιιυκνό σκοτάδι του νεκρού πα-ρελθόντος ή του άγνωστου μέλλοντος. Έχουμε την εκπληκτική τύχη να βρισκόμαστε πάνω στη φωτεινή κουκκίδα.Όσο σύντομη και να είναι η ζωή μας στη Γη, το να σπαταλήσουμε έστω και ένα δευτερόλεπτο από αυτήν, ή το να παραπονιόμαστε ότι είναχ ανιαρή ή άδεια ή (όπως θα έλεγε ένα παι-δί) βαρετή, δεν θα μπορούσε, άραγε, τούτο να θεωρηθεί τιροσβολή απένα-ντι σε τρισεκατομμύρια αγέννητα που ποτέ δεν θα γνωρίσουν τη ζωή; Ό-ττως έχουν εξηγήσει καλύτερα από εμένα πολλοί άθεοι, η γνώση ότι έχουμε μόνο μία ξωή πρέπει να την καθιστά ακόμη πιο πολύτιμη. Η αθεϊσπκή ο-τιτική δικαιώνει και εξυψώνει τη ζωή, ενώ παράλληλα δεν κηλχδώνεται από τις αυταπάτες, τους ευσεβείς πόθους ή τους οικτιρμούς και την έλλειψη αυτοσεβασμού εκείνων που αισθάνονιαι ότι η ζωή τούς χρωστά κάτι. Με τα λόγια τής Emily Dickinson:
To ότι δεν θα ξανάρθει ποτέ
Eivcu που κάνει τη ξωή τόσο γλυκιά.
Εάν η κατάργηση του Θεού αφήνει ένα κενό, ο κάθε άνθρωπος θα το κα-λύψει με δχαφορετικό τρόπο. Ο δικός μου τρόπος περιλαμβάνει μια γερή δόση επιστήμης, της τίμιας και συστηματικής προσπάθειας για την ανακά-λυψη της αλήθειας σχετικά με τον ηραγματικό κόσμο. Βλέπω την ανθρώπι-νη προσπάθεια κατανόησης του Σιίμπαντος σαν μια επιχείρηση οικοδόμη-σης ενός προτύπου. Ο καθένας από εμάς οικοδομεί, νοερά, ένα πρότυπο του κόσμου στον οποίο βρίσκεται. To στοιχειώδες πρότυπο του κόσμου εί-ναι εκείνο που χρειάζονταν οι ηρόγονοχ μας γχα να επιβιώσουν. To «λογι-σμικό της προσομοίωσης» δημιουργήθηκε και διορθώθηκε από τη φυσχ-κή ετιιλογή ώοτε να ταιριάζει στον κόσμο με τον οιτοίο ήταν εξοικειωμένοι οι πρόγονοί μας στην αφρικανική σαβάνα: έναν τρισδιάστατο κόσμο με υ-λικά αντικείμενα μεσαίου μεγέθους, κινούμενα με μεσαίες ταχυτητες το ένα προς το άλλο. Ως απροσδόκητο δώρο, οι εγκέφαλοί μας συμβαίνει να έ-χουν αρκετή ισχύ ώστε να μπορούν να διανοηθούν ένα πολύ πλουσιότερο πρότυπο του κόσμου από TO μέτριο και ωφελιμιστχκό που χρειάζονταν οι πρόγονοί μας για να επιβιώσουν. Η τέχνη και η ετπστήμη αποτελούν ρα-γδαία αναπτυσσόμενες εκδηλώσεις του δώρου αυτού. Ας ζωγραφίσω μια τελειπαία εικόνα, για να εξηγήσω τη διίναμη της επιστήμης να διευρύνει τους ορίζοντες του νου και να προσφέρει ικανοποίηση στην ψυχή.
398

Η κατεξοχήν μπονρκα
Ένα ατιό τα θλιβερότερα θεάματα στον κόσμο μας σήμερα εΐναι η εικόνα μιας γυναίκας καλυμμένης από την κορυφή ώς τα νύχια στα άμορφα μαύ-ρα, που κρυφοκοιτάξει τον κόσμο μέσα από μχα μικρή σχισμή. Η μιιούρ-κα δεν αποτελεί μόνο όργανο κατατιίεσης των γυναικών και περιορισμό της ελευθερίας και της ομορφιάς τους• ούτε απλώς σύμβολο κατάφωρης αρ-σενικής σκληρότητας και τραγχκά ενδοτικής θηλυκής υιιοταγής. Θέλω να χρησιμοποιήσω το στενό άνοιγμα στο πέπλο ως σύμβολο για κάτι άλλο.
Τα μάτια μας βλέπουν τον κόσμο μέσω ενός στενού ανοίγματος, ενός πολύ μικρού παραθύρου στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. To ορατό φως είναι μχα φωτεινή χαραμάδα στο απέραντο αόρατο φάσμα, που εκτείνεται ατιό τα ραδιοκύματα (στην τιλευρά των μεγάλων μηκών κύματος) μέχρι τις ακτίνες γ (στην πλευρά των βραχέων). Δύσκολα εκτιμάται πόσο ακριβώς στενό εί-ναι, και η εξήγηση αποτελεί πρόκληση. Φανταστείτε μια πελώρια μαύρη μπούρκα, με μια συνηθισμένη σχισμή για τα μάτια, έστω 2 εκατοστομέτρων. Εάν το μήκος του μαύρου υφάσματος πάνω από το άνοιγμα αυτό συμβολί-ζει το τμήμα μικρών μηκών κύματος του αόρατου φάσματος και αν το μή-κος του μαύρου υφάσματος κάτω από το άνοιγμα συμβολίζει το τμήμα με-γάλων μηκών κύματος του αόρατου φάσματος, τότε πόσο μήκος πρέπει να έχει ουνολικά η μπούρκα ώστε να διαθέτει άνοιγμα 2 εκατοστομέτρων υτιό την ίδια κλίμακα; Δύσκολα θα εκφράσουμε κάτι τέτοιο κατανοητά χωρίς να ετπκαλεστούμε λογαριθμικές κλίμακες• τόσο τεράστια είναχ τα εν λόγω μή-κη. To τελειηαίο κεφάλαιο ενός βιβλίου όπως το ανά χείρας δεν αποτελεί κατάλληλο χώρο για να αρχίσουμε να μιλάμε για λογαρίθμους• πιστέψτε με όμως, θα επρόκειτο γχα την κατεξοχήν μπούρκα όλων των εποχών. To «πα-ράθυρο» των 2 εκατοστομέτρων ορατού φωτός είναι εξαιρετχκά μικρό σε σύγκριση με τα χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων μαύρου υφάσματος που αντχ-στοιχοιίν στο αόρατο τμήμα του φάσματος, από τα ραδιοκύματα στον ποδόγυρο μέχρι τχς ακτίνες γ στην κορυφή. Εκείνο που επιτελεί η επιστή-μη είναι να διευρχίνει το παράθυρο, σε τέτοιο βαθμό ώστε η φυλακή του μαύρου ενδύματος να εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά, προσφέροντας στις αισθήσεις μας ευχάριστη και χαροποιό ελευθερία.
Τα οπτικά τηλεσκόπια περιλαμβάνουν γυάλινους φακούς και κάτοπτρα για την εξερεύνηση των ουρανών, και μέσω αυτών βλέπουμε άστρα τα ο-ποία τυχαίνει να ακτινοβολούν στη στενή λωρίδα μηκών κύματος την οποία ονομάζουμε ορατό φως. Ωστόσο, αλλα τηλεσκόπια «βλέπουν» σε μήκη α-κτίνων X ή ραδιοκυμάτων, και μας παρουσιάξουν αφθονία δχαφορετικών όψεων του νυχτερινού ουρανού. Σε μικρότερη κλίμακα, κάμερες με κατάλ-ληλα φΐλτρα μπορούν να «δουν» στο υπεριώδες και να βγάλουν φωτογρα-
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
399
φίες ανθέων με μια αλλόκοτη γκάμμα σχεδίων και κηλίδων ορατών ατιό, και όπως φαίνεται «σχεδιασμένων» για, τα μάτια των εντόμων —εντελώς αόρα-των όμως από τον δικό μας γυμνό οφθαλμό. Τα μάτια των εντόμων έχουν ένα παράθυρο στο φάσμα παρόμοιο με το δχκό μας αλλά ελαφρά μετατοπι-σμένο προς το πάνω μέρος της μπούρκας: δεν μπορούν να δουν το ερυθρό αλλά βλέπουν μεγαλύτερο τμήμα του υττεριώδους απ' όσο εμείς —εισχω-ρούν στον «υπεριώδη παράδεισο».*
Η μεταφορά του στενού παραθύρου φωτός, το οποίο απλώνεται σε ένα θεαματικά ευρύ φάσμα, μας εξυπηρετεί και σε άλλους τομείς της επιστή-μης. Βρισκόμαστε στο μέσον περίπου μιας τεράστιας κλίμακας μεγεθών, α-τενίζοντας τον κόσμο με αισθητήρια όργανα και νευρχκά συστήματα εξο-πλισμένα ώστε να αντιλαμβάνονται και να κατανοούν αντικείμενα μόνο σε μια μικρής έκτασης μεσαία κλίμακα μεγεθών, και τα οποία κινούνται με μεσαίες ταχύτητες. Είμαστε εξοικειωμένοι με αντικεΐμενα μεγέθους μετα-ξύ λίγων χιλιομέτρων (η θέα από μια βουνοκορφή) μέχρι μερικών δεκάτων του χιλιοστομέτρου (η άκρη μιας βελόνας). Πέρα από αιπή την κλίμακα, α-κόμη και η φαντασία μας χωλαίνει, και έχουμε ανάγκη τη βοήθεια των ορ-γάνων και των μαθηματικών —τα οποία, ειττιιχώς, μπορούμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε. Η κλίμακα μεγεθών, αποστάσεων ή ταχυτήτων με την οποία η φαντασΐα μας νχώθεχ άνετα αποτελεί μια μικρή λωρίδα στο μέσον μιας πελώριας γκάμμας δυνατοτήτων, από την κλίμακα της κβαντικής πα-ραδοξότητας στο μικρότερο άκρο μέχρχ την κλίμακα της αϊνσταίνεχας κο-σμολογΐας στο μεγαλύτερο.
Η φαντασία μας, ανεπαρκώς εξοπλισμένη σε απελπιοτικό βαθμό, αδυνα-τεί να αντιμετωπίσει αποστάσεις πέρα από τη στενή μεσαία κλίμακα που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Προσπαθούμε να φανταστούμε ένα ηλεκτρόνιο ως μια μικροσκοπική σφαίρα, σε τροχιά γύρω από ένα μεγαλύ-τερο σύμπλεγμα σφαιρών που αντιπροσωπεύουν τα πρωτόνια καχ τα νετρό-νια. Δεν είναι καθόλου έτσι όμως. Τα ηλεκτρόνια δεν μοιάξουν με μικρές σφαίρες. Δεν μοχάζουν με τίποτε από όσα μπορούμε να αναγνωρίσουμε. Δεν είναι καν σαφές εάν το «μοιάξουν» σημαίνει κάτι όταν προσπαθούμε να πλησιάσουμε τόσο μακρχνούς ορίζοντες της πραγματικότητας. Η φαντασία μας δεν έχεχ ακόμα εφοδιαστεί με τρόπο ώστε να της επιτρέπει να δχεισδύ-
* «The Ultraviolet Garden» (Ο υπεριώδης παράδεισος) ήταν ο τίτλος μίας από τις πέντε χριοτουγεννιάτικες διαλέξεις μου για το Βασιλικό Ινστιτούτο, οι οποίες αρχικά προβλή-θηκαν από το BBC με γενικό τίτλο «Growing up in the Universe» (Μεγαλώνοντας στο Σύμπαν). Ολόκληρη η σειρά των πέντε διαλέξεων διατίθεται σε DVD στη διεύθυνση www.richarddawkins.net/home.
400

σει οτην επικράτεια του κβαντικού. Τίποτε σε εκείνη την κλίμακα δεν συ-μπεριφέρεται με τον τρόπο που η ύλη —όπως έχουμε εξελχχθεΐ να σκε-πτόμαστε— πρέπει να συμπεριφέρεται. Ούτε μπορούμε να συλλάβουμε τη συμπεριφορά αντχκειμένων τα οποία κχνούνταχ με κάποχο υιιολογίσιμο κλά-σμα της ταχύτητας του φωτός. Η κοχνή λογχκή μάς προδίδεχ, δχότχ εξελχ'-χθηκε σε έναν κόσμο όπου τίποτε δεν κχνεχ'ταχ πολύ γρήγορα, καχ τχ'ποτε δεν εχ'ναχ πολύ μχκρό ή πολύ μεγάλο.
Στο τέλος ενός δχάσημου δοκχμχ'ου οχετχκά με τους «δυνατούς κόσμους», ο σπουδαχ'ος βχολόγος J.B.S. Haldane έγραψε: «Τώρα πλέον, υποψχάξομαχ ότχ το Σύμπαν δεν είναι μόνο πχο αλλόκοτο an' ό,τχ υποθέτουμε, αλλά πχο αλλόκοτο an' ό,τχ μπορούμε να υποθέσουμε [...]. Υποψχάξομαχ ότχ υπάρ-χουν περχσσότερα στον ουρανό καχ τη Γη απ' όσα οποχαδήποτε φχλοσοφχ'α ονεχρεύεταχ ή μπορεχ' να ονειρευτεί». Παρεμπιπτόντως, θεωρώ πολύ ενδχα-φέρουσα την πρόταση ότχ η περχ'φημη ομχλχ'α τού Άμλετ, την οποχ'α επχκα-λεχ'ταχ ο Haldane, συνήθως δεν απαγγέλλεται σωστά. Η έμφαση κανονικά δίνεται στο «σου»:
Γεμάτος είναι ο ουρανός και η Γη, [Οράτιε,] Από πράγματα που η φχλοσοφία σου Ούτε στο όνειρό της μπορεί ποτέ να δει.
Πράγματι, τούτες οι γραμμές απαγγέλλονται συχνά με τρόπο ώστε να υπο-νοείται ότι ο Οράτιος εκπροσωπεί τους απανταχού ρηχούς ορθολογιστές και σκεττπκιστές. Κάποιοι ειδικοί, ωστόσο, τονίζουν τη «φιλοσοφία», απο-σιωπώντας σχεδόν το «σου». Η διαφορά δεν έχει μεγάλη σημασία για τους σκοτιούς μας εν προκειμένω, εκτός από το γεγονός ότι η δεύτερη ερμηνεία ταιριάζει με την «οποιαδήποτε φιλοσοφία» τού Haldane.
Ο άνθρωπος στον οποίο αφιέρωσα το ανά χείρας βιβλίο κέρδιζε τα προς το ζην γράφοντας για την παραδοξότητα της επιστήμης και σπρώχνοντάς τη μέχρι το σημείο της κωμωδίας. To απόσπασμα που ακολουθεί περιλαμ-βάνεται στην ίδια αυτοσχέδχα ομιλία στο Καίμπριτξ το 1998 την οποία ήδη ανέφερα στο Κεφάλαιο 1: «To γεγονός ότι ζούμε στον πυθμένα ενός βαθέ-ος φρέατος βαρύτητας, στην επιφάνεια ενός πλανήτη καλυμμένου από αέ-ρια, ο οποΐος περιφέρεται γύρω από μια πύρινη σφαίρα σε απόσταση 150 εκατομμυρίων χιλιομέτρων, και το θεωρούμε αυτό φνσιολογίκό, αποτελεΐ προφανώς ένδειξη για το πόσο διαστρεβλωμένη είναι συνήθως η αντίληψή μας». Εκεί ότιου άλλοι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας έπαιζαν με την παραδοξότητα της επιστήμης για να μας κεντρίσουν την αίσθηση του μυστηρίου, ο Douglas Adams τη χρησιμοτιοιούσε για να μας κάνει να γελά-σουμε —όσοι έχουν διαβάσει το The Hitchhiker's Guide to the Galaxy (Γυρί-
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
401
οτε tov Γαλαξχ'α με ωτοοτόπ)* ίσως σκεφθούν, γχα παράδεχγμα, τη «δχαδρο-μή άπειρης απιθανότητας». Μπορούμε να πούμε βάσχμα ότχ το γέλιο απο-τελεί την καλύτερη απάντηση σε μερικά από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σχίγχρονης φυσικής. Η εναλλακτική επιλογή, σκέπτομαι μερχκές φορές, εί-ναχ το κλάμα.
Η κβαντχκή μηχανχκή, το αχθέρχο αποκορύφωμα των επχστημονχκών επχ-τεχιγμάτων του 20ού αχώνα, δχατυπώνεχ ηροβλέψεχς γχα τον ηραγματχκό κό-σμο με λαμπρή επχτχπη'α. Ο Richard Feynman σχτνέκρχνε την ακρχ'βεχά της με την πρόβλεψη μχας απόστασης μεγαλης όσο το πλάτος της Βόρεχας Α-μερχκής με περχθώρχο σφάλματος το πάχος μχ'ας ανθρώπχνης τρχχας. Toxxtn η προβλεπτχκή επχτχιχχ'α φαίνεταχ να σημαχνεχ ότχ η κβαντχιαί θεωρχ'α πρέ-πεχ να εχ'ναχ αληθής υπό κάποχα έννοχα- τόσο αληθής όσο οτχδήποτε γνω-ρχ'ζουμε, συμπερχλαμβανομένων ακόμη καχ των πχο πεζών, κοχνότοπων γε-γονότων. Εντοχίτοχς, οχ νποθέσεις τχς οποχ'ες οφεχλεχ να κάνεχ η κβαντχκή θεωρχ'α προκεχμένου να φτάσεχ στχς προβλέψεχς της εχ'ναχ τόσο μυστηρχ-ώδεχς ώσιε ακόμη καχ ο χ'δχος ο μέγας Feynman αχσθάνθηκε υποχρεωμένος να παρατηρήσεχ (uTiapxoxjv δχάφορες παραλλαγές, από τις οποίες θεωρώ α-κρχβέστερη την εξής): «Εάν νομχ'ξετε ότχ κατανοείτε την κβαντχχαί θεωρχ'α, τότε δεν κατανοείτε την κβαντχχαί θεωρχ'α».**
Η κβαντχκή θεωρία είναχ τόσο αλλόκοτη ώστε οι φυσχκοί καταφεχτγουν στη μχ'α ή στην άλλη παράδοξη «ερμηνεχ'α» της- η λέξη «καταφεχίγουν» α-ποδεχκνύεταχ εύστοχη. Ο David Deutsch, στο βχβλχ'ο του The Fabric of Reality (To υφάδι της πραγματχκότητας), ασπάζεταχ την ερμηνεία των «πολΑών κόσμων» της κβαντχκής θεωρχ'ας, χ'σως επεχδή δεν μπορεχ' να της κατοχλογχ'-σεχ τχ'ποτα άλλο παρά μόνο ότχ εχ'ναχ εξωφρενχκά σηάταλη. Δέχεταχ ένα τε-ράστχο καχ γοργά αυξανόμενο πλήθος από σχίμπαντα, τα οποχ'α unapxoxjv παραλληλα καχ εχ'ναχ αμοχβαχ'ως μη ανχχνεύσχμα, παρεκτός μέσω της μχκρής θυρχδας των κβαντομηχανχκών πεχραμάτων. Σε κάποχα ατιό αυτά τα σχίμπα-ντα εχ'μαχ ήδη νεκρός• σε κάποχα άλλα, έχετε πράσχνο μουστάκχ κ.ο.κ.
Η ενολλακτχιαί «ερμηνεχ'α της Κοπεγχάγης» εχ'ναχ εξχ'σου εξωφρενχχαί —όχχ σπάταλη, απλώς οχτντρχπτχκά παράδοξη. Ο Erwin Schrodinger την εχ-ρωνειχχηκε με την παροχμχώδη γάτα του: Η γατα τού Schrodinger εχ'ναχ κλεχ-σμένη σε ένα αδχαφανές δοχεχ'ο με έναν φονχκό μηχανχσμό ο οποίος ενερ-γοποχεχ'ταχ από κάποχο κβαντομηχανχκό γεγονός. Πρχν ανοχ'ξουμε το δοχεχ'ο, δεν γνωρχ'ζοντμε εάν η γάτα εχ'ναχ νεκρή. Σύμφωνα με την κοχνή λογχκή ω-
* Ελληνική έκδοση: Φανταστικός Κόσμος, 2005. (Σ.τ.μ.)
** Μια παρόμοια παρατήρηση αποδίδεται στον Niels Bohr: «Οποιοσδήποτε δεν συγκλο-
νίξεται από την κβαντική θεωρία δεν την έχει κατανοήσει».
402

στόσο, η γάτα πρέπει να είναι είτε ζωντανή είτε νεκρή μέσα στο δοχείο. Η ερμηνεία της Κοπεγχάγης ανπφάσκει με την κοινή λογική: αυτό που υπάρ-χει πριν ανοίξουμε το κουτί είναι μια κάποια ιιιθανότητα. Μόλις ανοίξου-με το δοχείο, η κυματική συνάρτηση καταρρέει και απομένει ένα μοναδικό γεγονός: όντως η γάτα είναχ ή νεκρή ή ζωντανή. Πριν ανοΐξουμε το δοχείο, δεν ήταν ούτε νεκρή ούτε ζωντανή.
Σύμφωνα με την ερμηνεία των «πολλών κόσμων» για τα ίδια γεγονότα, σε κάποια σύμπαντα η γάτα είναι νεκρή ενώ σε άλλα ζωντανή. Καμι'α ερμη-νεία δεν ικανοποιεί την ανθρώπινη κοινή λογική ή τη δχαίσθησή μας. Οι πιο «σκληροί» φυσικοί δεν πολυνοιάζονται. Σημασία έχει ότι τα μαθηματι-κά «δουλεύουν», και οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται πειραμαπκά. Οι πε-ρισσότεροχ σπό εμάς είμαστε πολύ άτολμοι για να τους ακολουθήσουμε. Φαίνεται ότι χρειαξόμαστε κάποιο είδος οπτικοποίησης για ό,τι συμβαίνει «πραγματικά». Καταλαβαίνω, παρεμπιπτόντως, ότι ο Schrodinger πρότεινε αρχικά το νοητχκό του πείραμα με τη γάτα για να αποκαλύψει εκείνο που θεωρούσε παραλογισμό της ερμηνείας της Κοπεγχάγης.
Ο βιολόγος Lewis Wolpert πιστεύει ότι η παραδοξότητα της σύγχρονης φυσικής αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Η επιστήμη γενικά, σε αντίθεση με την τεχνολογία, παραβιάζει την κοινή λογική.156 Ο Wolpert υπολογίζει, για παράδειγμα, «ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα μόρια σε ένα ποτήρι νερό από όσα ποτήρια νερό χωρά συνολικά η θάλασσα». Εφόσον όλο το νερό του πλανήτη ανακυκλώνεται διαρκώς (μέσω εξάτμισης και υ-γροποίησης), φαίνεται πολύ λογικό να υποθέσουμε ότι, όποτε πίνουμε ένα ποτήρι νερό, πιθανότατα ένα μέρος του να έχει περάσεχ από την ουροδό-χο κύστη τού Όλιβερ Κρόμγουελ. Δεν ιπιάρχει, φυσικά, τίποτε το ιδιαίτε-ρο σχετχκά με τον Κρόμγουελ ή με τις ουροδόχους κύστεις. Μήπως δεν εισπνεύσατε μόλις ένα ατομο αζώτου το οποίο κάποτε εξέπνευσε ο τρίτος ιγουανόδους αριστερά από το ψηλό κυκαδόφυτο; Δεν αισθάνεστε ευτυχείς που ζείτε σε έναν κόσμο όπου όχι μόνο είναι δυνατή μια τέχοια σύμπτωση, αλλά κα\ όπου έχετε το προνόμιο να καταλαβαίνετε το γιατί; Και επιπλέον να το εξηγείτε σε κάποιον άλλο, όχι ως δική σας άποψη ή πεποίθηση αλ-λά ως κάτι τιου και εκείνος, κατανοώντας το συλλογισμό σας, θα νιώσει υποχρεωμένος να αποδεχθεΐ; Ίσως αυτό να εννοούσε ο Carl Sagan όταν ε-ξηγούσε το κίνητρό του για τη σιτγγραφή τού The Demon-Haunted World: Science as a Candle in the Dark (Στοιχειωμένος κόσμος):* «To να μην εξη-γούμε την επχστήμη μού φαίνεται διεστραμμένο. Όταν είναχ κανείς ερωτευ-μένος, τότε θέλει να το διαλαλήσει, να το πει σε όλο τον κόσμο. Τούτο το
* Ελληνική έκδοση: Έσοπτρον, 1998. (Σ.τ.μ.)
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
403
βιβλίο αποτελεί μια προσωπική κατάθεση, την εφ' όρου ζωής ερωτική μου σχεση με την ειιιστήμη».
Η εξέλιξη της πολύπλοκης ζωής, και μάλιστα η ίδια η ύπαρξή της σε ένα σύμπαν διεπόμενο από φυσικούς νόμους, είναι με θαυμαστό τρόπο εκ-πληκτική —ή μάλλον θα ήταν, εάν η έκπληξη δεν αποτελούσε συναίσθη-μα που μπορεί να δημιουργηθεί μόνο σε έναν εγκέφαλο ο οποίος αποτελεί προϊόν της ίδιας εκπληκτικής διαδικασίας. Υπό μια ανθρωπική έννοια επο-μένως, η ύηαρξή μας δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Θέλω ωστόσο να πιστεύω ότι εκφράξω τους συνανθρώπους μου όταν επιμένω να τη χαρα-κτηρίζω αδιανόητα εκπληκτική.
Αναλογιστείτε: Σε έναν τιλανήτη, καχ πιθανόν σε έναν μόνο πλανήτη από ολόκληρο το Σύμπαν, μόρια τα οποχ'α κανονικά δεν θα σχημάτιζαν τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι βράχου, συνενώνονται σε τεμάχια ύλιις με-γέθους βράχου και με τόσο εκπληκτική πολϋπλοκότητα ώστε είναχ ικανά να τρέχουν, να πηδούν, να κολυμπούν, να πετούν, να βλέπουν, να ακοιίνε, να συλλαμβάνοντν και να τρώγουν άλλα παρόμοια ζωντανά τεμάχια πολυ-πλοκότητας• ικανά σε μερικές περιπτώσεις να σκέπτονται, να έχουν σιχναι-σθήματα και να ερωτεύονται άλλα τεμάχια ιιολύπλοκης ύλης. Τώρα ουσια-στικά κατανοούμε πώς συμβαίνει αυτό —δηλαδή, μόλις μετά το 1859. Πριν από το 1859, αυτό θα φαινόταν πράγματι πάρα πολύ παράξενο. Τώρα, χάρη στον Δαρβίνο, είναι απλώς πολύ παράξενο. Ο Δαρβίνος άπλωσε το χέρι του στο παράθυρο της μπούρκας καχ το άνοχξε διάπλατα, αφήνοντας να εισβά-λει μια πλημυρίδα κατανόησης χωρίς προηγούμενο ως προς την εκθαμ-βωτική καινοτομία της και την ικανότητά της να εξυψώνει το ανθρώπινο πνεύμα —με πιθανή εξαίρεση την αναγνώριση από τον Κοπέρνικο ότι η Γη δεν αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος.
«Πες μου», ρώτησε κάποτε ένα φίλο του ο μεγάλος φιλόσοφος του 20ού αιώνα Ludwig Wittgenstein, «γιατί θεωρούμε ότι ήταν εύλογο να υποθέτει κάποτε ο άνθρωπος πως οΉλιος περιφέρεται γύρω από τη Γη και όχι ότι η Γη περιστρέφεται γύρω ατιό τον άξονά της;». Ο φίλος τού απάντησε: «Προ-φανώς επειδή απλά φαίνεται ότ\ οΉλιος γυρίζεχ γύρω από τη Γη». Ο Wittgenstein αποκρίθηκε: «Λοιπόν, πώς θα έπρεπε να φαίνεται εάν φαινόταν ότι περιστρέφεται η Γη;». Μερικές φορές αναφέρω σε διαλέξεις τούτη την ιιαρατήρηση του Wittgenstein, περιμένοντας ότι το ακροατήριο θα γελάσει. Αντιθέτως, φαίνεται να μένει εμβρόντητο και άφωνο.
Στον περιορισμένο κόσμο όπου εξελίχθηκαν οι εγκέφαλοί μας, είναι πι-θανότερο να κινούνται τα μικρά αντικείμενα και όχι τα μεγάλα, τα οποία φαίνονται ως υπόβαθρο της κίνησης. Καθώς περιστρέφεται η οικουμένη, τα ανπκείμενα που φαίνονται μεγάλα, καθότι πλησιέστερα —βουνά, δέ-ντρα καχ κτίρια, το ίδιο το έδαφος—, όλα κινοιτνται με τέλειο συγχρονισμό
404

μεταξύ τους και με τον παρατηρητή ως προς τα ουράνια σώματα όπως ο Ήλιος και τα άστρα. Οι εξελιγμένοχ εγκέφαλοΐ μας, αντί να προβάλουν τα βουνά και τα δέντρα του προσκηνίου πάνω στα ουράνια σώματα, προβάλ-λουν σε αυτά την ψευδαίσθηση της κίνησης.
Θέλω τώρα να επιμείνω cfto σημείο που ανέφερα προηγουμένως, ότι δη-λαδή ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, και ο λόγος για τον ο-ποίο η διαίσθησή μας μπορεΐ εύκολα να συλλάβει μερικά πράγματα ενώ άλ-λα όχι, οφεΐλονται στο cm οι ίδιοι οι εγκέφαλοίμας αποτελούν όργανα πον έχονν εξελιχθεί: πρόκειται για ενσωματωμένους υπολογιστές, εξελιγμένους έτσχ ώστε να μας βοηθούν να επιβιώνουμε σε έναν κόσμο —θα χρησψοποιήσω την ονομασία μέσος κόσμος— όπου τα σημαντικά για την επιβΐωσή μας αντικείμενα δεν ήταν ούτε ιΐολύ μεγάλα ούτε πολύ μικρά• έναν κόσμο όπου τα πράγματα είτε έμεναν ακίνητα είτε κινούνταν αργά σε σύγκριση με την ταχύτητα του φωτός• έναν κόσμο, τέλος, όπου το πολύ απίθανο μπορούσε με ασφάλεια να θεωρηθεί αδύνατο. To άνοιγμα στη νσητική μας μπούρκα είναι στενό, δχότι δεν χρειαζόταν να είναι φαρδύτερο για να βοηθήσει τους τιρογόνους μας να ειιιβιώσουν.
Η επιστήμη μάς διδάσκει, σε πεΐσμα τής κάθε διαίσθησης —όιτως αυτή έχει εξελιχθεί—, ότι τα φαινομενικώς στερεά πράγματα, όπως οι κρύσταλ-λοι και οι βράχοι, στην πραγματικότητα αποτελούνται σχεδόν εντελώς από κενό χώρο. Η γνωστή εικόνα παρχστάνει τον πυρήνα ενός ατόμου σαν μια μύγα στο μέσον ενός σταδίου, ενώ το γειτονικό άτομο βρίσκεται έξω ακρι-βώς από το στάδιο. Άρα, ακόμη και ο πιο σκληρός, στερεός, συμπαγής βρά-χος συνιστά «στην πραγματικότητα» σχεδόν κενό χώρο, σπαρμένο μόνο με μικροσκοπικά σωματίδια σε τόσο μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις ώστε δεν θα έπρεπε καν να υπολογίζονται. Γιατΐ, λοιπόν, οι βράχοι φαίνονται και γίνονται αισθητοί ως στερεοί, σκληροί και αδιαπέραστοι;
Δεν θα προσπαθήσω να φανταστώ πώς θα απαντούσε ο Wittgenstein σε τούτο το ερώτημα. Αλλά, ως εξελικτικός βιολόγος, θα αποκρινόμουν ως εξής: Οι εγκέφαλοί μας έχουν εξελιχθεί έτσι ώστε να βοηθούν τα σώματά μας να βρίσκουν το δρόμο τους στην κλίμακα του κόσμου στην οποία λει-τουργούν. Ποτέ δεν εξελιχθήκαμε για να πλέουμε στον κόσμο των ατόμων. Αν ήταν έτσι, ίσως οι εγκέφαλοί μας όντως θα αντιλαμβάνονταν τους βρά-χους ως πλήρεις κενού χώρου. Τα χέρια μας αισθάνονται τους βράχους σκληρούς και αδιαπέραστους, διότι δεν μπορούν να τους διαπεράσοι^. Ο λόγος για αυτό δεν οχετίξεται με το μέγεθος και τις αποστάσεις των σωμα-τιδίων που συνιστούν την ύλη. Αντιθέτως, σχετίζεται με τα πεδία δυνάμεων τα οποία συνδέονταχ με τα εν λόγω απομακρυσμένα μεταξύ τους σωματί-δχα στη «στερεά» ύλη. Η κατασκενή εννοιών όπως η στερεότητα και η αδια-περατότητα είναι χρήσιμη στους εγκεφάλους μας, διότι τέτοιες έννοιες μας
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
405
βοηθούν να καθοδηγούμε τα σώματά μας σε έναν κόσμο όπου τα αντικεί-μενα —τα οποία ονομάξουμε στερεά— δεν μπορούν να καταλαμβάνουν ό-λα ταυτόχρονα τον ίδιο χώρο.
Σε τούτο το σημείο ας κάνουμε ένα μικρό κωμικό διάλειμμα —από το The Men who Stare at Goats (Οι άνθρωποι nou ατενίξουν τις κατσχ'κες) του Jon Ronson:
Πρόκεχταχ γχα αληθινή ιστορία. Είναι καλοκαίρι τού 1983. Ο στρατηγός Albert Stubblebine ο τρίτος κάθεταχ στο γραφεχ'ο του στο Άρλχνγκτον της Βχρτζχ'νχας καχ ατενίζει τον τοχ'χο του, στον οποίο εχναχ αναρτημένα τα πολυάρχθμα παράσημά του. Τα παράσημα αυτά δχηγοιίνταχ μχα μαχφά καχ σπουδαία σταδχοδρομχ'α. Εχ'ναι αρχηγός της υπηρεσχ'ας τιληροφο-ρχών του στρατού των ΗΠΑ, με 16.000 στρατχώτες υπό τχς δχαταγές του... To βλέμμα του περνά από τα παράσημα στον χ'δχο τον τοίχο. Νχώ-θεχ ότχ πρέπεχ να κάνεχ κάτχ, έστω κι αν η σκέψη τον τρομάζεχ. Σκέπτε-ταχ την επχλογή που έχεχ: μπορεί να μείνεχ στο γραφεχ'ο του ή να πάεχ στη δχπλανή αχ'θουσα. Αυτή είναχ η επχλογή του. Καχ την έχεχ κάνεχ: κα-τευθύνεταχ στη δχπλανή αχ'θουσα... Σηκώνεταχ, απομακριίνεταχ από το γραφείο του καχ αρχχ'ζει να περπατά. Δηλαδή, σκέπτεταχ, από τχ τέλος πάντων εχ'ναχ φτχαγμένα κυρίως τα άτομα; Από χώρο! Επχταχχίνεχ το βη-ματχσμό του. Από τχ εχ'μαχ κυρίως φτιαγμένος εγώ; Σκέιιτεταχ. Από άτο-μα! Τώρα σχεδόν τρέχει. Από τχ εχναχ κυρχ'ως φτχαγμένος ο τοχχος; Σκέ-πτεταχ. Από άτομα! Αρα, αυτό που έχω να κάνω είναχ να αναμεχ'ξω τους χώρους... Κατόπχν, ο στρατηγός Stubblebine χτυπά τα μοι/tpa του στον τοχχο του γραφεχ'ου του. Καταρα, σκέπτεταχ. Ο στρατηγός Stubblebine εκπλήσσεταχ από τη σχινεχή αποτυχχ'α του να περάσει μέσα από τον τοχ'-χο. Γχατχ' δεν μπορεί να τα καταφέρεχ; Ίσως εχ'ναχ ψυχολογχκά φορτχσμέ-νος καχ δεν μπορεχ' να επχτιίχεχ τον απαχτούμενο βαθμό συγκέντρωσης. Δεν έχει καμχ'α αμφχβολχ'α ότχ η χκανότητα να περνάμε μέσα από τα α-ντχκεχμενα θα αποτελεχ' μχα μέρα ένα σϋνηθες εργαλεχ'ο στο οπλοστάσχο της συλλογχχαίς νοημοσιτνης. Καχ όταν αυτό συμβεχ', θα ήταν τότε αφε-λές να πχστέψοχηιε ότχ θα αναγγεχλεχ τη γέννηση ενός κόσμου δίχως πό-λεμο; Ποχος θα ήθελε να τα βάλεχ με ένα στρατό που θα μπορούσε να κάνεχ κάτχ τέτοχο;
Ο στρατηγός Stubblebine σωστά περχγράφεταχ ως ένας «μη οχτμβατχκός οτοχαστής» στην χοτοσελίδα της οργάνωσης την οποία τώρα, εν αποστρα-τεχ'α, δχευθχίνει με τη σύζυγό του.
Δεδομένου ότχ έχουμε εξελχχθεί στον μέοο κόσμο, βρίσκουμε εύκολο να συλλάβουμε δχαχσθητχκά χδέες σαν την ακόλουθη: «Όταν ένας στρατηγός κχνείταχ, με τη μεσαία ταχιττητα με την οποία κχνοιίνται οχ στρατηγοχ' καχ
406

άλλα αντικείμενα του μέσου κόσμου, και χτυπά ένα άλλο στερεό αντικείμε-νο του μέσου κόσμου όπως ένας τοίχος, τότε η πορεία του ανακόπτεται οδυνηρά». Οι εγκέφαλοί μας δεν είναι εφοδιασμένοι ώστε να μπορούν να φανταστούν την περίπτωση κατά την οποία ένα νετρίνο περνά μέσα από κάποιον τοΐχο, δχασχίζοντας τα τεράστια διάκενα από τα οποία «πραγματι-κά» αποτελείται ο τοΐχος. Ούτε μπορεί η νόησή μας να συλλάβει τι συμβαί-νει όταν κάτι κινείται σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός.
Η γυμνή ανθρώπινη διαίσθηση, η οποία εξελίχθηκε και διαπαιδαγωγή-θηκε στον μέσο κόσμο, δυσκολεύεται να πιστέψει ακόμη και τον Γαλιλαίο όταν διατυμπανίζει ότι το βλήμα ενός κανονχού και ένα φτερό, απουσία αντίστασης του αέρα, θα φτάσουν στο έδαφος την ίδια στιγμή αν ρκρθούν από έναν κεκλιμένο πύργο. Τούτο συμβαίνει διότι, στον μέσο κόσμο, η α-ντίσταση του αέρα είναι πάντα παρούσα. Εάν είχαμε εξελιχθεί σε κάποιο κενό, θα περιμέναμε ότι το φτερό και το βλήμα κανονιού θα φτάσουν στο έδαφος ταυτόχρονα. Έχουμε εξελιχθεί όμως ως κάτοικοι του μέσου κό-σμου, και τούτο θέτει περιορισμούς στο τι είμαστε ικανοί να φανταστούμε. Αν δεν είμαστε ιδχαίτερα προικισμένοι ή εξαιρετικά καλά εκπαχδευμένοι, το μχκρό παράθυρο της μπούρκας μας δεν μας επιτρέπει παρά να βλέπουμε μόνο τον μέσο κόσμο.
Κατά μία έννοια, λοιπόν, εμείς τα ζώα πρέπει να επιβιώνουμε όχι μόνο στον μέσο κόσμο αλλά και στο μικρόκοσμο των ατόμων και των ηλεκτρο-νίων. Οι ίδιες οι νευρικές ώσεις με τις οτιοίες σκεπτόμαστε και φανταζόμα-στε εξαρτώνται από δραστηριότητες στο μικρόκοσμο. Αλλά καμία ενέργεια που θα έπρεπε να εκτελέσουν οχ άγριοι πρόγονοί μας, καμία απόφαση που θα έπρεπε να πάρουν, δεν θα απαιτούσε την κατανόηση του μικρόκοσμου. Εάν ήμασταν βακτήρια, υπό το διαρκές σφυροκόπημα της θερμικής κίνη-σης μορίων, η κατάσταση θα διέφερε. Αλλά εμείς, οι κάτοικοι του μέσου κόσμου, εΐμαστε υιιερβολικά δυσκίνητοι και ογκώδεις για να παρατηρή-σουμε την κίνηση Brown. Παρομοίως, η ύπαρξή μας κυριαρχεΐται από τη βαρύτητα και δεν αντιλαμβάνεται την ανεπαίσθητη δύναμη της επιφανει-ακής τάσης. Ένα μικρό έντομο θα είχε ακριβώς αντίστροφες προτεραιότη-τες, θεωρώντας την επιφανειακή τάση κάθε άλλο παρά ανεπαίσθητη.
Ο Steve Grand, στο βιβλίο του Creation: Life and How to Make It (Δη-μιουργία. H ζωή και πώς κατασκευάζεται), γχνεται σχεδόν καυσηκός με την προκατάληψή μας σχετικά με την ύλη.Έχουμε την τάση να νομίξουμε ότι μόνο τα στερεά, υλικά «πράγματα» είναι «πραγματικά» πράγματα. Ία «κύματα» ηλεκτρομαγνητικών ταλαντώσεων στο κενό φαίνονται «μη πραγ-ματικά». Οι άνθρωποι της βικτωριανής εποχής νόμιξαν ότι τα κύματα έ-πρεπε να αποτελούν κύματα «σε» κάποιο υλικό μέσο. Δεν ήταν γνωστό κα-νένα τέτοιο μέσο, οπότε επινόησαν ένα και το ονόμασαν φωτοφόρο αιθέρα.
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
407
Έτσχ θεωρούμε την «πραγματική» ύλη άνετα κατανοητή μόνο και μόνο ε-πειδή οχ πρόγονοί μας εξελίχθηκαν με τρόπο ώστε να επιβιώνουν στον μέσο κόσμο, όιιου η ύλη είναι κατασκευή χρήσιμη.
Από την άλλη, ακόμη και εμείς, οι κάτοικοι του μέσου κόσμου, μπορού-με να πούμε ότι μια αμμοθυελλα είναι ένα «πράγμα» με κάτι ατιό την πραγ-ματικότητα ενός βράχου, μολονότι η ύλη στην αμμοθύελλα αλλάζει διαρ-κώς. Σε μια έρημο της Τανζανίας, στη σκιά τού Ολ Ντόνιο Λενγκάι, του ιερού ηφαιστεΐου των Μασάχ, υπάρχει μια μεγάλη θίνα αττό στάχτη προερ-χόμενη από έκρηξη του 1969. Ο άνεμος τη λαξεύει και της δίνει σχήμα. Αλλά το καταπληκτικό είναϊ ότι κινείται σαν ένα σώμα (πρόκειται για αυτό που αναφέρεται με τον τεχνχκό όρο «μπαρχάν»). Ολόκληρη η θίνα βαδίζει δχασχίζοντας την έρημο με κατεύθυνση προς τα δυτικά και με ταχύτητα σχεδόν 17 μέτρων ανά έτος. Διατηρεί οχήμα ημισελήνου και έρπει προς την κατεύθυνση που δείχνουν τα κέρατά της: Ο άνεμος σπρώχνει προς τα ττάνω την άμμο που βρίσκεται στην πιο ομαλή πλαγχά της. Τότε, καθώς κά-θε κόκκος άμμου φτάνει στην κορυφή της ράχης της, γλιστρά προς τα κάτω στην πιο απότομη πλαγιά, στο εσωτερικό της ημισελήνου.
Στην πραγματικότητα, ακόμη και ένα μπαρχάν είναι μάλλον «πράγμα» παρά κύμα.Ένα κύμα φαίνεται ότι κινείται οριζόντια πάνω στην ανοικτή θά-λασσα, όμως τα μόρια του νερού κινούνται κατακόρυφα. Παρομοίως, τα η-χητικά κύματα μπορεί να ταξιδεύουν από τον ομιλητή προς τον ακροατή, όχι όμως τα μόρια του αέρα —αλλιώς, θα ήταν άνεμος, όχι ήχος. Ο Steve Grand τονίζει ότι εσείς και εγώ μοιάζοντμε περισσότερο με κύματα παρά με σταθερά «πράγματα». Καλεί τον αναγνώστη του να αναλογχοτεί...
...μια εμπειρία από την παιδική σας ηλικία. Κάτι που θυμάστε με σα-φήνεχα, κάτι ιιου μπορείτε να δείτε, να αισθανθείτε, ίσως ακόμη και να μυρίσετε, σαν να βρίσκεστε όντως εκεί. Στο κάτω κάτω, ήσασταν πραγ-ματικά εκεί τότε —ή μήπως όχι; Πώς αλλιώς θα μπορούσατε να το θυ-μάστε; Εδώ όμως βρίσκεται η έκπληξη: δεν ήοασταγ εκεί. Ούτε ένα ά-τομο πάνω στο σώμα σας σήμερα δεν βρισκόταν εκεχ' όταν έλαβε χώρα το γεγονός εκείνο [...]. Η ύλη ρέει από τότιο σε τόπο και στιγμιαία συ-μπυκνώνεται για να γΐνει ό,τι είστε εσείς.Ό,τι κι αν νομίζετε επομένως, δεν είστε το υλικό από το οποχ'ο έχετε κατασκευαστεί. Αν τούτο δεν κά-νει τα μαλλιά σας να ορθωθούν, δχαβάστε το πάλι —είναχ σημαντικό.*
* Ισως κάποιοι αμφισβητήσουν την κυριολεκτική ορθότητα της πρότασης του Grand, λόγου χάριν για την περίπτωση των μορίων των οστών. To πνεύμα της, ωστόσο, σαφώς χσχύεχ. Είμαστε μάλλον ένα κύμα παρα ενα στατικό ολικό «πράγμα».
408

Η λέξη «πραγματικό» δεν ττρέπει να χρησιμοττοιείται αβασάνιστα. Εάν ένα νετρίνο δχέθετε εγκέφαλο εξελιγμένο από προγόνους μεγέθους νετρΐ-νου, θα έλεγε ότι οι βράχοι αποτελούνται «πραγματικά» από κενό κυρίως χώρο.Έχουμε εγκεφάλους που εξελίχθηκαν από προγόνους μεσαίου μεγέ-θους —οι οποίοι δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα από βράχους—, οπότε το δικό μας «πραγματικό» είναι ένα «πραγματικό» με βράχους στερεούς. To «πραγματικό» γχα ένα ζώο συνίσταται σε οτιδήποτε χρειάξεται ο εγκέφαλός του για να υποοτηρίξει τον αγώνα γχα την επιβίωσή του. Και καθώς διαφο-ρετικά είδη ζουν σε τέτοιους διαφορετικούς κόσμους, θα υπάρχει μια ενο-χλητική ποικιλία από «πραγματικά».
Ό,τχ βλέπουμε στον πραγματικό κόσμο δεν είναι ο ακατέργαστος πραγ-ματικός κόσμος αλλά ένα μοντέλο του, ρυθμισμένο και προσαρμοσμένο χάρη σε αισθητήρια δεδομένα —ένα μοντέλο κατασκευασμένο για να χρη-σιμεύει στην αντιμετώπιση του πραγματχκού κόσμου. Η φύση τού εν λόγω μοντέλου εξαρτάται από το είδος του ξώου. Ένα πτηνό χρειάξεται διαφο-ρετικό είδος μοντέλου για τον κόσμο από ένα ζώο που περπατά ή έρπει ή κολυμπά. Οι θηρευτές χρειάζονται διαφορετικού είδους μοντέλο από τα θηράματα, μολονότι οι κόσμοι τους αναγκασπκά επικαλύπτονται. Ο εγκέ-φαλος ενός πιθήκου πρέπει να διαθέτει λογισμικό κατάλληλο για την προ-σομοίωση ενός τρισδιάστατου λαβυρχ'νθου από κλαδιά και κορμούς. Ο εγκέφαλος ενός νωτονήκτη δεν χρειάζεται λογισμικό τριών διαστάσεων, δεδομένου ότι ξει στην επιφάνεια της λίμνης, στην «επιπεδοχώρα» τού Edwin Abbott. To λογισμικό ενός τυφλοπόντικα γχα την κατασκευή μοντέλων του κόσμου θα είναι εξειδικευμένο για υπόγεια χρήση. Ένας ποντικός α-σπάλακας τπθανόν διαθέτει λογισμικό για την απεικόνιση του κόσμου παρόμοιο με εκεχνο του τυφλοπόντικα. Αλλά ένας σκίουρος, μολονότι τρω-κτικό όπως ο ασπάλακας, πιθανόν έχει λογισμικό για τον κόσμο το οποίο μοιάζει πολύ περισσότερο με του πιθήκου.
Έχω διατυιτώσει την εικασία, στον Τυφλό ωρολογοποιό και αλλού, ότι οι νυχτερίδες ίσως «βλέπουν» χρώματα με τα αφτιά τους. To μοντέλο του κό-σμου που χρειάζεται μια νυχτερίδα για την πλοήγησή της σε τρεις διαστά-σεις, προκειμένου να συλλαμβάνει έντομα, πρέπει σίγουρα να μοιάζεχ με το μοντέλο που χρειάζεται ένα χελιδόνι γχα να εκχελέσει σχεδόν χα ίδια καθή-κοντα. To γεγονός ότι η νυχτερίδα χρησιμοποιεί την επιστροφή του ήχου για να ενημερώνει τις μεταβλητές στο μοντέλο της, ενώ το χελιδόνι χρησι-μοποιεί το φως, είναι συμπτωματικό. Υποθέτω ότι οι νυχτερίδες χρησιμο-ποιούν τις αντιληπτές αποχρώσεις —όπως το «ερυθρό» και το «κυανούν»— ως εσωτερικές σημάνσεις για κάποιες χρήσιμες πλευρές της ηχούς, ίσως την ακουστική υφή των επιφανειών- ακριβώς όπως τα χελιδόνια χρησιμο-ποιούν τις ίδιες αντιληπτές αποχρώσεις ως σημάνσεις για τα μακρά και τα
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
409
βραχέα μήκη κύματος του φωτός. Σημασία έχει ότι η φύση του μοντέλου εξαρτάται μάλλον από τον τρόπο με τον οποΐο πρόκειται να χρησιμοποιη-θεί ιιαρά από το αντίστοιχο είδος αίσθησης. To μάθημα το οποίο εξάγουμε από τις νυχτερίδες είναι το εξής: Η γενική μορφή του νοητικού μοντέλου —σε αντίθεση με τις μεταβλητές οι οποίες διαρκώς εισάγονται από τα αι-σθητικά νεύρα— αποτελεί προσαρμογή στον τρόπο ζωής του ζώου, στον ίδιο βαθμό με τις φτερούγες, τα πόδια και την ουρά του.
Ο J.B.S. Haldane, στο άρθρο για τους «δυνατούς κόσμους» το οποίο προ-ανέφερα, γράφει κάτχ σχετικό για εκείνα τα ζώα των οποίων ο κόσμος κυ-ριαρχείται από οσμές. Παρατήρησε ότι οι σκύλοι μπορούν να διακρίνουν δύο πτητακά λιπαρά οξέα που παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα —το κα-πρυλικό και το κσπροϊκό— όταν το καθένα είναι αραιωμένο σε αναλογία 1 προς 1 εκατομμύριο. Η μοναδική διαφορά έγκειται στο ότι η κύρια μορια-κή αλυσίδα του καπρυλικού οξέος έχει μήκος μεγαλύτερο κατά δύο άτομα άνθρακα από την κύρια αλυσίδα του καπροϊκού οξέος.Ένας σκύλος, υπέθε-σε ο Haldane, ίσως είναι ικανός να τοποθετήσει τα οξέα «κατά σειρά μορια-κού βάρους βάσει της οσμής τους, ακριβώς όπως κάποιος άνθρωπος μπο-ρεί να τοποθετήσει ένα σύνολο χορδών ιτιάνου κατά σειρά μήκους με βάση τις μουσικές νότες τους».
Υπάρχει ένα ακόμα λιπαρό οξύ, το καπρικό οξύ, το οποίο είναι σχεδόν όμοιο με τα άλλα δύο εκτός από το ότι έχει δύο επιπλέον άτομα άνθρακα στην κύρια αλυσίδα του.Ένας σκύλος ο οποίος δεν θα είχε μυρίσει ποτέ προηγουμένως καπρικό οξύ δεν θα δυσκολευόταν ίσως να φανταστεί την οσμή του περισσότερο απ' όσο θα δυσκολευόμασταν εμείς να φανταστού-με μια σάλπιγγα να παίζει κατά μία νότα ψηλότερα απ' ό,τι την ακούσαμε να ιιαίζει προηγουμένως. Θεωρώ εντελώς λογικό να υποθέσουμε ότι ένας σκύλος, ή ένας ρινόκερος, θα χρησιμοποιεί ως αρμονικές συγχορδίες μείγ-]ΐατα οσμών.Ίσως υπάρχουν δυσαρμονίες- ίσως όχι μελωδίες, καθότι οι με-λωδίες συγκροτούνται από νότες οι οποίες αρχίξουν ή τελειώνουν απότο-μα με ακριβή χρονισμό, σε αντίθεση με τις οσμές. Ή ίσως οι σκύλοι και οι ρινόκεροι οσφραίνονται με χρώματα. To επιχείρημα θα ήταν το ίδιο όπως με τις νυχτερίδες.
Για αλλη μία φορά, οι αντχλήψεις που ονομάζουμε χρώματα είναι εργα-λεία τα οποία χρησιμοποιούν οι εγκέφαλοί μας για να σημάνουν σημαντι-κές διακρίσεις στον εξωτερικό κόσμο. Οχ αποχρώσεις που αντιλαμβανό-μαστε —ό,τι οι φχλόσοφοι ονομάζουν ποιότητες— δεν συνδέονται εγγενώς με φως συγκεκριμένου μήκους κχίματος. Αποτελούν εσωτερικές σημανσεις όιαθέσιμες στον εγκέφαλο όταν κατασκευάζει το μοντέλο του για την εξω-τερική πραγματχκότητα, προκεχμένου να κάνει τις διακρίσεις που έχουν ι-διαίτερη σημασία γχα το κάθε ζώο. Στη δική μας ιιερίπτωση, ή στην περί-
410

ιπωση ενός πτηνού, τούτο σημαίνει φως διαφορετικών μηκών κύματος.
Στην περίπτωση της νυχτερίδας, διατύπωσα την εικασία ότι ίσως πρόκειται για επιφάνειες με διαφορετικές ανακλαστικές ιδιότητες, ή υφή —ίσως το ερυθρό για κάτι που λάμπει, το κυανούν για κάτι απαλό, το πράσινο για κάτι τραχύ. Και στην περΐπτωση ενός σκύλου ή ενός ρινόκερου, γιατί να μην είναι οσμές; Η ικανότητα να φανταζόμαστε τον ανοίκειο κόσμο μιας νυχτερΐδας ή ενός ρινόκερου, μιας αράχνης του νερού ή ενός τυφλοπόνπ-κα, ενός βακτηρίου ή ενός σκολύτη, είναι ένα από τα προνόμια τα οποία μάς προσφέρεχ η επιστήμη όταν τραβά το μαύρο ύφασμα της δικής μας μπούρκας και μας δείχνει την ευρύτερη έκταση εκείνου που βρίσκεται εκεί έξω, κάνοντάς μας να νιώθουμε αγαλλίαση.
Η μεταφορά του μέσου κόσμου —της ενδιάμεσης κλίμακας φαινομένων τα οποία μάς επιτρέπει να δούμε το στενό άνοιγμα της μπούρκας μας— χσχύει και γχα άλλες κλίμακες, ή «φάσματα». Μπορούμε να κατασκευάσου-με μια κλΐμακα απιθανοτήτων, με ένα παρόμοιο στενό παράθυρο μέσα από το οποχ'ο μπορεί να περνά η διαίσθηση και η φαντασία μας. Στο ένα άκρο του φάσματος των απιθανοτήτων βρΐσκονται όσα ενδεχόμενα ονομάζουμε αδύνατα. Τα θαύματα εΐναι γεγονότα εξαιρετικώς απίθανα. To άγαλμα της Παναγίας θα μπορούσε να μας κάνει κάποιο νεύμα με το χέρι του. Τα άτο-μα στην κρυσταλλική δομή του ταλαντώνονταχ όλα εμπρός-πίσω• και εφό-σον είναι τόσο πολλά, και αφού δεν υπάρχει κοινή προτΐμηση ως προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, το χέρι, όπως το βλέπουμε στον μέσο κό-σμο, παραμένει σταθερό σαν βράχος. Αλλά τα ταλαντευόμενα άτομα του χεριού θα μπορονσαν όλα να τνχει να κινηθούν ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση- και πάλι• και πάλι... Σε μια τέτοια περίπτωση, το χέρι θα κινη-θεί και θα το δοχίμε να νεύει. Θα μπορούσε να συμβεί, αλλά η πιθανότητα περί του αντιθέτου είναι τόσο μεγάλη ώστε, αν αρχΐξαμε να γράφουμε τον αριθμό της τη στιγμή της απαρχής του Σύμπαντος, δεν θα είχαμε μέχρι σήμερα συμπληρώσει αρκετά μηδενχκά της. Η ικανότητα να υπολογίζουμε τέτοιες πιθανότητες —η ικανότητα να ποσοτικοποιούμε το σχεδόν αδύνα-το αντί να σηκώνουμε απλώς τα χέρχα ψηλά με απελπισία— είναχ άλλο ένα παράδειγμα της απελευθερωτικής προσφοράς της επιστήμης στο ανθρώπι-νο πνεύμα.
Η εξέλιξη crtov μέσο κόσμο δεν μας έχει εφοδιάσει κατάλληλα για την αντιμετώπιση εξαιρετικά απίθανων γεγονότων. Αλλά στην απεραντοσύνη του αστρονομικού χώρου ή του γεωλογικού χρόνου, γεγονότα τα οποία στον μέσο κόσμο φαίνονται αδύνατα προκύπτει ότι είναι αναπόφευκτα. Η επιστήμη ανοίγει διάπλατα το στενό παράθυρο μέσα από το οποίο έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε το φάσμα των δυνατοτήτων. Ο υπολογισμός και η λογική μάς απελευθερώνοντν επχτρέποντάς μας να επισκεφθούμε περιο-
ΕΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ KENO;
411
χές δυνατοτήτων οι οποίες κάποτε φάνταζαν τιέρα σπό κάθε όριο —σαν κατοικίες δράκων. Χρησιμοποιήσαμε ήδη τούτη τη διεύρυνση του παραθύ-ρου στο Κεφάλαιο 4, όπου εξετάσαμε την απιθανότητα της τιροέλευσης της ζωής και το πώς στην κλίμακα του γεωλογικού χρόνου μπορεί να συμβεί α-κόμη και ένα σχεδόν αδύνατο χημικό γεγονός. Και εκεί εξετάσαμε το φά-σμα των δυνατών συμπάντων, το καθένα με το δικό του σύνολο νόμων και σταθερών, και την ανθρωπική αναγκαιότητα να βρεθούμε σε έναν από τους ελάχιστους φιλχκούς τόπους.
Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε τη φράση τού Haldane, «πιο αλλόκοτο απ' όσο μπορούμε να υποθέσουμε»; Μήπως πιο αλλόκοτο απ' όσο κατ' αρχήν μπορεί να υποτεθεΐ; Ή απλώς πιο αλλόκοτο απ' όσο εμείς είμαστε ικανοΐ να υποθέσουμε, με δεδομένους τους περιορισμούς της εξελικτικής μαθη-τείας των εγκεφάλων μας στον μέσο κόσμο; Θα μπορούσαμε άραγε, με την εκπαίδευση και την πρακτική, να απελευθερωθούμε από τον μέσο κόσμο, να απαλλαγοιίμε από τη μαύρη μπούρκα μας και να ειπτύχουμε κάποιο εί-δος δκησθητικής —ή έστω και απλώς μαθηματικής— κατανόησης του πο-λύ μικρού, του πολύ μεγάλου και του πολύ γρήγορου; Εχλχκρινά, δεν γνω-ρίζω την απάντηση, αλλά με συναρπάζει το γεγονός ότι ζω σε μια εποχή όπου η ανθρωπότητα επεκτείνει τα όρια της κατανόησης. Ακόμη καλι/τε-ρα, ίσως κάποτε ανακαλύψουμε ότι δεν υπάρχοντν όρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου