Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Η περί θεού αυταπάτη - Richard Dawkins (μέρος 3)

αλλόκοτης ιτπόθεσης του πολυσύμπαντος συνιστά διαφορά στατιστικής α-πιθανότητας. To πολυσύμπαν, με ό,τι αλλόκοτο συνεπάγεταχ, είναι απλό. Ο Θεός, ή οποιοσδήποτε νοήμων ενεργός παράγοντας με την ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις και να υπολογίζει, πρέπει να είναι εξαιρετχκά απίθα-νος με την χ'δια ακρχβώς στατιστχιαί έννοια που είναι καχ οχ οντόχητες τχς ο-ποίες υποτχ'θεταχ ότχ εξηγεί. To πολυσύμπαν χ'σως φαίνεταχ εξωφρενχκό ως προς το τεράστχο πλήθος συμπάντων. Εάν όμως το καθένα από αυτά τα σύ-μπαντα είναχ απλό όσον αφορά τους θεμελχώδεις νόμους του, τότε δεν υ-ποθέτουμε τχ'ποτε εξαιρετικά απίθανο. To ακρχβώς αντχ'θετο πρέπει να λε-χθεχ' για κάθε εχ'δος δχάνοχας.
Ως γνωστόν, μερχκοί φυσχκοί εχναχ θρήσκοι (ανέφερα ήδη δύο Βρετα-νούς, τον Russel Stannard καχ τον αχδεσχμότατο John Polkinghorne). Αυτοχ' λοιπόν, βασιζόμενοχ εύλογα στο πόσο αηΐθανο εχ'ναχ να έχουν συντονιστεί όλες οχ φυσικές σταθερές στχς λχγο-πολύ στενές «ζώνες της Χρυσομαλλού-σας», προβάλλουν την άποψη ότχ πρέπεχ να υπάρχει μχα κοσμική δχάνοχα η οποχ'α πέτυχε το συντονχσμό σκόπχμα. Έχω ήδη απορρχ'ψεχ αυτού του εχ'-δους τχς προτάσεις, δχότι θέτουν μεγαλιττερα προβλήματα απ' όσα λιίνουν. Αλλά τχ απαντοιίν οχ θεϊστές; Πώς αντχμετωπχ'ζουν το επχχεχ'ρημα ότχ ένας Θεός ικανός να σχεδχάσεχ ένα σύμπαν, προσεκτικά και προνοητικά συντο-νισμένο ώστε να οδηγεί στη δική μας εξέλιξη, πρέπει να αποτελεί εξαιρε-τικά πολύπλοκη και απίθανη οντότητα η οποία χρήζει μεγαλύτερης εξήγη-σης απ' όση υποτίθεται OTt προσφέρει;
Ο θεολόγος Richard Swinburne, όπως θα ηεριμέναμε, νομίζεχ ότι διαθέ-τει μια απάντηση σε αυτό το πρόβλημα και την εκθέτει στο βιβλίο του 75 There a God?. Καταρχάς, δείχνει τις καλές του προθέσεις καταδεχκνύοντας πειστικά γιατί πρέπει παντα να προτιμάμε την απλούστερη υπόθεση η ο-ποία ταιριάξει στα γεγονότα. Η επιστήμη εξηγεί πολύπλοκα πράγματα με βάση τις αλληλεπιδράσεις απλούστερων πραγμάτων —σε τελική ανάλυ-ση, τχς αλληλεπιδράσεις στοιχειωδών σωματιδίων. Εγώ (και, τολμώ να πω, εσείς) θεωρώ γοητευτικά απλή την ιδέα ότι τα πάντα συγκροτούνται από στοιχειώδη σωματίδια, τα οποία —μολονότι πολυάριθμα— κατατάσσονται σε ένα μικρό, πεπερασμένο σύνολο τνπων σωματιδίου. Αν το αντιμετωπί-ζουμε αυτό με σκετιτικισμό, ίσως οφείλεται ακριβώς στο ότι θεωρούμε τη ουγκεκριμένη ιδέα υπερβολικά απλή. Αλλά για τον Swinburne δεν είναι κα-θόλου απλή• το εντελώς αντίθετο.
Δεδομένου ότι ο αριθμός σωματιδίων κάθε τύπου, λόγου χάριν των η-λεκτρονίων, είναι μεγάλος, ο Swinburne θεωρεί ότι δεν αποτελεί σύμπτω-ση το γεγονός ότι τόσο πολλά σωματίδια έχουν τις ίδιες ιδιότητες. Γχα ένα ηλεκτρόνιο, θα μπορούσε να το χωνέψει. Αλλά να υπάρχουν δισεκατομμύ-ρια και δισεκατομμύρια ηλεκτρονίων όλα με τις ίδιες ιδιότητες; Ε, αυτό τού
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
175
φαίνεται απίστευτο. Κατά τη γνώμη του, θα ήταν απλούστερο καχ πιο φυ-σιολογικό —η δε απαχτηση για εξήγηση θα ήταν μχκρότερη— εάν όλα τα η-λεκτρόνια διέφεραν μεταξύ τους. Ακόμη χειρότερα, κανονικά κανένα ηλε-κτρόνιο δεν θα έπρεπε να διατηρεχ τχς χδιότητές του πάνω από μία στιγμή κάθε φορά• όλα θα έπρεπε να αλλάζουν ιδιότροπα, άτακτα και φευγαλέα από τη μία σπγμή στην άλλη. Αυτή είναι η άποψη του Swinburne γχα την απλή, φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων. Καθετί περισσότερο ομοχ-όμορφο (εκείνο που εσείς ή εγώ θα χαρακτηρίζαμε απλούστερο) απαιτεί ειδική εξήγηση. «Ακριβώς επειδή τα ηλεκτρόνια και τα κομμάτια χαλκού και όλα τα άλλα υλικά αντικείμενα έχουν στον 20ό αιώνα τις ίδιες χδχότη-τες που είχαν και στον 19ο, τα πράγματα τώρα είναι όπως εΐναι».
Εδώ υπεχσέρχεταχ ο Θεός. Σώζει την κατάοταση διατηρώντας σκόπιμα και συνεχώς τις ιδιότητες όλων εκείνων των δισεκατομμυρίων ηλεκτρονί-ων KCU κομματιών χαλκού, και εξουδετερώνοντας χην κατά τα άλλα εγγενή τάση τους να ολλάζουν απότομα και αλλοπρόσαλλα. Νά λοχπόν γιατί όταν έχετε δει ένα ηλεκτρόνιο είναι σαν να τα έχετε δει όλα• νά γιατι' τα επχμέ-ρους κομμάτια χαλκού συμπεριφέρονταχ όλα σαν κομμάπα χαλκού- νά για-τχ' κάθε ηλεκτρόνχο καχ κάθε κομμάτχ χαλκού παραμένεχ απαράλλακτο από TO ένα μχκροδεΐΓτερόλεπτο στο άλλο, καχ από τον έναν αχώνα στον άλλο. Όλα αυτά συμβαχ'νοχΛ^ δχότχ ο Θεός κρατά σταθερά το δάκτυλό του πάνω στο κάθε σωματίδχο, περχορίζοντας τις απερχ'σκεπτες υπερβολές του καχ υ-ποχρεώνοντάς το να συμβαδίζεχ με τα όμοχά του, έτσι ώοτε όλα να παρα-μένουν χ'δχα.
Πώς τολμά όμως ο Swinburne να χαρακτηρχ'ζεχ απλή μχα τέτοχα υπόθε-ση, γχα έναν Θεό ο οποχος ιφατά αμέτρητα δάκτυλα πάνω σε «δύστροπα» ηλεκτρόνια; Φυσικά, κάθε άλλο παρά απλή είναι. Ο Swinburne αυτάρε-σκα οχτνεχχ'ζεχ to χέχνασμά του με εκπληκτικό δχανοητικό θράσος. Βεβαχ-ώνεχ, χωρχ'ς καμχ'α αχτχολόγηση, ότχ ο Θεός εχ'ναχ μόνο μία μοναδική υηόστα-ση. Τχ θαυμαστή οχκονομία εξηγητχκών αχτχ'ων, σε οϋγκρχση με όλον εκεχ'νο τον ιτπέρογκο αρχθμό ανεξάρτητων ηλεκτρονχων που τυχαχ'νεχ να εχ'ναι όλα ίδχα!
Ο θεϊσμός ιχποστηρίξει ότι η αχτία γχα την ύπαρξη —και τη δχατήρηση σε ιίπαρξη— κάθε υπαρκτού αντικεψένου είναι μία μόνο υπόσταση, ο Θεός. Υποστηρίζει επχ'σης ότχ κάθε χδχότητα οποχασδήποτε ουσίας ο-φεχλεται στο γεγονός ότχ ο Θεός την προκαλεί ή επιτρέπεχ την χίπαρξή της. Η αποδοχή λχ'γων αχτχών αποτελεί βασχκό χαρακτηρχστχκό απλής εξήγησης. Από αχχτή την άποψη, δεν μπορεχ' να υπάρχει απλούστερη εξήγηση από εκεχ'νη που υποθέτεχ μχ'α μόνο αχτία. Ο θεϊσμός εχ'ναι α-τχλούστερος από τον ιτολυθεχσμό. Καχ ο θεϊσμός δέχεταχ ως μοναδχιαί
176

αιτχ'α ένα πρόσωπο [με] άπειρη δύναμη (ο Θεός μπορεί να κάνει οτχδή-ποτε εχ'ναχ λογχκά δχινατόν), άπειρη γνώση (ο Θεός γνωρχ'ξεχ καθετχ' που εχ'ναχ λογχκά δχινατόν να γνωσθεί) καχ άπεχρη ελευθερχ'α.
Ο Swinburne παραδέχεταχ γενναχόψυχα ότχ ο Θεός δεν μπορεχ' να επχτε-λέσεχ κατορθώματα τα οποία εχ'ναχ λογικώς αδύνατα, καχ αχσθανόμαστε ευ-γνώμονες γχα τη χάρη που μας κάνεχ. Έχοντας πεχ καχ αυτό, δεν υπάρχεχ πλέον όρχο στους εξηγητχκούς σκοπούς τους οποίους εξχπιηρετεχ' η άπεχ-ρη δχίναμη του Θεού. Δυσκολεύεταχ η επχστήμη να εξηγήσεχ το X; Κανέ-να πρόβλημα. Μην αοχολείστε πλέον με το X. Η άπεχρη δχίναμη του Θεού ιτροσφέρεταχ άκοπα να το εξηγήσεχ (μαζχ' με όλα τα άλλα), καχ αποτελεχ' την νπιέρτατη απλή εξήγηση δχότχ, στο κάτω κάτω, υπάρχεχ μόνο ένας Θεός. Τχ θα μπορούσε να είναχ απλούοτερο;
Στην πραγματχκότητα, τα πάντα.Ένας Θεός χκανός να παρακολουθεχ' καχ να ελέγχεχ δχαρκώς την ατομχχαί κατάσταση κάθε σωματχδχ'ου στο Σύμπαν δεν μπορεί να εχ'ναχ αττλός. Η χπιαρξή Του αυτή καθαυτήν χρεχάξεταχ μχα ε-ξήγηση-μαμούθ. Ακόμη χεχρότερα (από την άποψη της απλότητας), άλλες πτυχές της γχγαντχαίας συνείδησης του Θεού απασχολοχίνταχ ταυτόχρονα με τα έργα, τα αχσθήματα καχ τχς προσεχιχές κάθε ανθρώπχνου όντος —καχ κάθε νοήμονος εξωγήχνου που χ'σως χπιάρχεχ σε άλλους πλανήτες του δχκού μας καχ άλλων 100 δχσεκατομμυρχ'ων γαλαξχών. Επχπλέον, σύμφωνα με τον Swinburne, πρέπεχ να αποφασίξεχ δχαρκώς να μην επεμβαχ'νεχ θαυματουργά γχα να μας σώσεχ όταν πάσχουμε από καρκχ'νο. Κάτχ τέτοχο δεν θα το έκανε ποτέ, δχότχ «εάν ο Θεός ατταντούσε στχς περχσσότερες προσευχές γχα να θεραπευτεί ένας σχιγγενής μας ατιό καρκίνο, τότε ο κορκίνος δεν θα OXJVI-στούσε πρόβλημα προς επχ'λυση γχα τους ανθρώπους». Καχ τότε πώς θα περνούσαμε το χρόνο μας;
Δεν προχωροχίν όλοχ οχ θεολόγοχ τόσο όσο ο Swinburne. Εντοχίτοχς, ο χ-σχυρχσμός ότχ η Υπόθεση γχα την Ύπαρξη του Θεού εχναχ απλή απαντά καχ σε άλλα σχίγχρονα θεολογχκά κεχ'μενα. Στο βχβλχ'ο του God, Chance and Necessity (Θεός, τχίχη καχ αναγκαχότητα), το οποχ'ο δημοσχεχχιηκε το 1996, ο Keith Ward —καθηγητής τότε στην χπιό βασιλική αιγίδα έδρα θεολογίας στην Οξφόρδη— ήταν πολύ σαφής σχετχκά με αυτό το ζήτημα:
Στην πραγματχκότητα, ο θεϊοτής θα χσχυρχστεί ότχ ο Θεός εχναχ μχα πολύ κομψή, λχτή καχ γόνχμη εξήγηση για την χίπαρξη του Σχίμπαντος. Εχναχ λχτή δχότχ αποδχ'δεχ την χ5παρξη καχ τη φύση όλων απολχ/χως των πραγμάτων στο Σύμπαν σε ένα μόνο ον, σε μία τελική αηία, η οποχ'α καθορίζει το λόγο γχα την χχηαρξη των πάντων, σχ^χπεριλαμβανομένου του εαιτΐΌύ της. Εχ'ναχ κομψή δχότχ όλη η φύση του Θεού καχ η χίπαρξη
ΓΐΑΤΙ ΕΐΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
177
του Σύμπαντος μπορεί να εξηγηθούν κατά τρόπο κατανοητό ατιό μία κρίσχμη ιδέα —την ιδέα του τελειότατου δυνατού όντος.
Όπως ο Swinburne, έτσι και ο Ward παρανοεΐ τη σημασΐα της εξήγησης Ken εηίσης φαίνεται ότι δεν κατανοεί τι σημαίνει να χαρακτηρίζουμε κάτι ως απλό. Δεν καταλαβαίνω εάν ο Ward θεωρεί όντως ατιλό τον Θεό ή εάν το παραπάνω απόστιασμα εκπροσωπούσε μχα προσωρινή άσκηση «χάριν του επιχειρήματος». Ο σερ John Polkinghorne, στο βιβλίο του Science and Christian Belief (Ετπστήμη και χριστιανική πίστη), παραθέτεχ την παλαι-ότερη κριτική τού Ward για την άποψη του Θωμά Ακινάτη: «To βασικό της σφάλμα συνΐσταται στο ότι υποθέτει πως ο Θεός είναι λογικά απλός —απλός όχι μόνο με την έννοια ότι η ύπαρξή Του είναι αδιαίρετη, αλλά με την κατά πολύ ισχυρότερη έννοια πως ό,τι αληθεύεχ για κάθε μέρος του Θεού αληθεύει επίσης για το όλον. Είναι εντελώς λογικό, ωστόσο, να υτιο-θέσουμε ότι ο Θεός, αν και αδιαίρετος, είναι εσωτερικά πολύπλοκος». Ο Ward έχει δίκιο εδώ. Πράγματι, ο βιολόγος Julian Huxley, το 1912, όρισε την πολιπτλοκότητα βάσεχ της «ετερογένειας των μερών», εννοώντας ένα ι-διαίτερο είδος λεχτουργικής αδιαιρετότητας.71
Ο Ward σε άλλα σημεία προσφέρει ενδείξεις της δυσκολίας που αντιμε-τωπίζει ο θεολογικός νους στην προσπάθειά του να συλλάβει την προέ-λευση της πολυπλοκότητας της ζωής. Παραθέτει έναν άλλο θεολόγο-ετπ-στήμονα, το βιοχημικό Arthur Peacocke (το τρίτο μέλος της τριάδας των βρετανών θρήσκων επιστημόνων), ο οποίος δέχεται την ύπαρξη μιας «ρο-■πής προς αυξανόμενη πολνπιλοκότητα» μέσα στην έμβια ύλη. Ο Ward χα-ρακτηρίξεχ την εν λόγω ροπή ως «εγγενή στάθμιση της εξελικτικής αλλα-γής που ευνοεί την πολυπλοκότητα». Στη συνέχεια προτείνει ότ\ μχα τέτοια προδιάθεση «ίσως είναι κάποια οτάθμιση της διαδχκασίας μεταλλάξεων, προκειμένου να εξασφαλιστεχ η εμφάνιση περισσότερο πολιίπλοκων με-ταλλάξεων». Ο Ward το αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό, όπως αρμόζει άλ-λωστε. Η εξελικτική ώθηση προς την ηολυπλοκότητα δεν προέρχεται, του-λάχιστον σε εκείνες τις γενεαλογικές γραμμές στις οποίες παρατηρείται, από κάποια εγγενή ροπή για αυξανόμενη πολυπλοκότητα ούτε από προ-διατεθειμένες μεταλλάξεχς. Προέρχεται από τη φυσική επιλογή: τη διαδι-κασία η οποία, εξ όσων γνωρίξουμε, είναι η μόνη που μπορεί να παραγάγει πολυπλοκότητα από την απλότητα. Η θεωρία της φυσικής επιλογής είναι τιραγματικά απλή —το ίδιο και η απαρχή από την οποία ξεκινά. Από την άλλη, εξηγεί κάτχ ανείπωτα πολύπλοκο —περισσότερο πολύπλοκο απ' οτι-δήποτε μπορούμε να φανταστονίμε, εκτός από έναν Θεό ικανό να το σχε-διάσει.
178
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΙΗ
Ένα ιντερλονδιο στο Καίμπριτζ
Σε ένα πρόσφατο συνέδριο στο Καΐμιτριτζ με θέμα την ετπστήμη και τη θρησκεία —όπου προέβαλα το επιχείρημα το οποΐο ονομάζω εδώ «ετπχεί-ρημα του Έσχατου Μπόινγκ 747»—, βίωσα μια «τονωτική» αποτυχία, ού-■τως ειπεΐν, της ιιροσπάθειας να εππευχθεί ομόνοια σχετικά με TO ζήτημα της απλότητας του Θεού. Η εμπειρία υπήρξε όντως αποκαλυπτική, και θα ήθελα να τη μοιραστώ μαξί σας.
Καταρχάς, πρέπει να εξομολογηθώ (αυτή είναι πιθανόν η σωστή λέξη) ότχ χορηγός του συνεδρίου ήταν το Ίδρυμα Templeton. To ακροατήριο α-ποτελούσαν λίγοι επίλεκτοι βρετανοί και αμερικανοί δημοσιογράφοι που ασχολούνταν με επιστημονικά θέματα. Εγώ ήμουν ο μόνος άθεος μεταξύ δεκαοκτώ προσκεκλημένων ομιλητών. Ένας από τους δημοσιογράφους, ο John Horgan, ανέφερε στο ρεπορτάζ του ότι όλοι τους είχαν λάβει το γεν-ναΐο ποσό των 15.000 δολαρίων για να συμμετάσχουν στο συνέδριο, συν τα χρήματα για όλα τα έξοδα. Εξεπλάγην όταν το άκουσα. Η μακρά εμπειρία μου ατιό ακαδημαϊκά συνέδρια δεν περιλάμβανε περιπτώσεις όπου το α-κροατήριο (σε αντίθεση με τους ομιλητές) πληρωνόταν για να συμμετά-σχει. Αν το γνώριζα, θα μου είχαν γεννηθεί αμέσως υποψίες. Μήπως ο Templeton χρησιμοποιούσε τα χρήματά του για να εξαγοράσει τους επιστη-μονχκούς συντάκτες; Ο John Horgan αργότερα αναρωτήθηκε για το ίδιο, και έγραψε ένα άρθρο για τις εμπειρίες που αποκόμισε γενικά από το συ-νέδριο.72 Εκεί αποκάλυψε, προς μεγάλη μου λύπη, ότχ η πολυδιαφημιζό-μενη συμμετοχή μου ως ομιλητή είχε συμβάλει στο να ξεπεράσει —όπως καχ άλλοι— τις αμφιβολίες του:
Ο βρετανός βιολόγος Richard Dawkins, η συμμετοχή του οποίου στη συνάντηση συνέβαλε στο να πείσει εμένα και άλλους για την εγκυρότη-τά της, υπήρξε ο μόνος ομιλητής ο οποίος αποκήρυξε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ως αοιίμβατες με την επιστήμη, ανορθολογικές κοι βλαβε-ρές. Οι άλλοι ομιλητές —τρεις αγνωστικιστές, ένας ιουδαίος, ένας ντε-ιστής και δώδεκα χριοτιανοί (ο μουσουλμάνος εισηγητής ματαίωσε την παρουσία του την τελευταία στιγμή)— παρουσίασαν μια προοπτική η οποία έκλινε οαφώς υπέρ της θρησκείας και του χριστιανισμού.
To άρθρο τού Horgan είναι ελκυστικά αμφίρροπο. Παρά τχς επιφυλάξεις του, αναφέρει ότι αποκόμισε κάποχες εμπειρίες τις οποίες σαφώς εκτίμησε (καθώς και εγώ, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια).Έγραψε χαρακτηρχ-στικά:
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
179
Οχ συζητήσεις μου με τους πιστούς με έκαναν να εκτιμήσω βαθχ/χερα το λόγο που μερικοΐ ευφυείς, μορφωμένοι άνθρωποι ασπάξονται τη θρησκεχ'α.Ένας ομιλητής αναφέρθηκε στην εμπειρία της γλωσσολαλίας, και ένας άλλος περιεγραψε τη οτενή σχέση του με τον Ιησού. Οι πεποι-θήσεχς μου δεν άλλαξαν, άλλαξαν όμως κάποιων άλλων. Τουλάχιστον ένας δήλωσε ότι η πίστη του κλονχ'στηκε ως αποτέλεσμα της ανατομής της θρησκείας από τον Dawkins. Και εάν το Ίδρυμα Templeton μπορεί να προκαλέσει έστω καχ ένα τόσο μικρό βήμα προς το όραμά μου γχα έναν κόσμο χωρχ'ς θρησκεχ'α, πόσο κακό μπορεχ' να εχ'ναχ;
To άρθρο τού Horgan επαναδημοσχεχχτηκε από τον πράκτορα πνευμα-τχκών δχκαχωμάτων John Brockman στην χοτοσελίδα του Edge (η οποχ'α συχνά περχγράφεταχ ως ένα δχαδχκτυακό επχστημονχκό οαΛόνχ), όπου προ-κάλεσε ποχκχ'λες αντχδράσεχς, σχψπερχλαμβανομένης καχ εκεχ'νης του θεω-ρητχκού φυσχκού Freeman Dyson. Απάντησα στον Dyson, παραθέτοντας τα λόγχα από την ομχλχ'α του όταν του απονεμήθηκε το βραβεχ'ο Templeton. Εχ'τε του άρεσε είτε όχχ, αποδεχόμενος το βραβεχ'ο Templeton, ο Dyson είχε στείλεχ ένα χσχυρό μήνυμα στον κόσμο. Θα μπορούσε να εχςληφθεχ' ως προ-σχιπογραφή της θρησκείας από έναν εκ των πλέον διακεκρχμένων φυσχκών παγκοσμχως:
«Μου αρκεχ' να ανήκω στο πλήθος των χρχοτχανών οχ οποχοχ δεν ενδχα-φέρονταχ πολύ γχα το τρχαδχκό δόγμα ή γχα την χστοριχαί αλήθεχα των Εναγγελίων».
Μήπως όμως δεν θα έλεγε τοχίτο ακρχβώς κάθε άθεος επχστήμονας εάν ή-θελε να ακούγεταχ ως χρχστχανός; Παρέθεσα καχ άλλα αποσπάσματα από την ομχλχ'α τού Dyson, παρεμβάλλοντας —με σατχρχιαί δχάθεση— φαντα-στχκές ερωτήσεχς (με πλάγχα γράμματα) σε ένα στέλεχος του Ιδρύματος Templeton:
Ω, θέλετε κάτι λίγο πιο βαθν, επίσης; Τι θα λέγατε για το εξής:
«Δεν κάνω σαφή δχάκρχση ανάμεσα στο νου καχ τον Θεό. Θεός εχ'ναχ ε-κεχ'νο που γχνεταχ ο νους όταν ιπτερβαχ'νεχ την κλίμακα της κατανόησής μας».
Αρκούν όσα είπα; Μηορώ τώρα να επιστρέψω στη φνσική μον; Ω, δεν είναι ακόμα αρκετά; Καλά λοιπόν, τι λέτε για αυτό:
«Ακόμη καχ στη μακάβρχα χστορχα του 20ού αχώνα δχακρχνω κάποχες εν-
180

δείξεις προόδου στη θρησκεία. Τα δύο πρόσωπα που εκφράζουν όλα τα δεχνά του αιώνα μας, ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Ιωσήφ Στάλιν, ήταν αμ-φότεροι δηλωμένοι άθεοι».*
Μπορώ να φνγω τώρα;
Ο Dyson θα μπορούσε εύκολα να ανασκευάσει το συμπέρασμα ατιό τα παραπάνω αποσπάσματα της ομιλίας του εάν εξηγούσε σαφώς ποιες εν-δείξεις σιηρίζουν την πίστη στον Θεό, με κάτι περισσότερο από την έν-νοχα του Αϊνστάιν την οποία, όπως εξήγησα στο Κεφάλαιο 1, μπορούμε όλοι να αποδεχθούμε κατά τετριμμένο τρόπο. Αν κατάλαβα σωστά, το ζή-τημα που θέτει ο Horgan είναΐ ότι τα χρήματα του Ιδρύματος Templeton διαφθείρουν την επιοτήμη. Είμαι όμως σίγουρος ότι ο Freeman Dyson κάθε άλλο παρά μπορεί να διαφθαρεί. Αλλά η ομιλία του παραμένει ατυχής, αφού φαίνεται ότι συνιστά παράδειγμα για άλλους. To βραβείο Templeton είναι δύο τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από το δέλεαρ που προσφέρθηκε στους δημοσιογράφους στο Καίμπριτζ —μεγαλύτερο ακόμη και από το βραβείο Νόμπελ. Στο πνεύμα τού Φάουστ, ο φιλόσοφος φίλος μου Daniel Dennett μού είπε κάποτε αστειευόμενος: «Richard, αν ποτέ βρεθείς σε δύ-σκολους καιρούς...».
Για καλό ή για κακό, παρακολούθησα το συνέδριο στο Καίμπριτξ επί δύο ημέρες, δίνοντας τη δική μου ομιλία και σιψμετέχοντας στη συξήτηση σε αρκετές άλλες. Προκάλεσα τους θεολόγους να απαντήσουν στο ερώτημα ότι ένας Θεός ικανός να σχεδιάσει ένα σύμπαν, ή οτιδήποτε άλλο, πρέπει να είναι πολύπλοκος και στατιστικά απίθανος. Η ισχυρότερη απάντηση που έλαβα ήταν ότι ήθελα να επιβάλω με ωμό τρόπο την ετπστημονική γνωσιοθεωρία σε μια απρόθυμη θεολογία.** Οι θεολόγοι πάντα όριζαν τον Θεό ως απλό. Πώς τολμούσα εγώ, ένας επιστήμονας, να υτιαγορεύσω οτους θεολόγους ότι ο Θεός τους έπρεπε να είναι πολύπλοκος; Τα επιστημονικά επιχειρήματα, όπως εκείνα τα οποία ουνήθιζα να χρησιμοποιώ στον δικό μου τομέα, ήταν ακατάλληλα εφόσον οι θεολόγοι υποστήριζαν σταθερά ότι ο Θεός βρίσκεται πέρα από την επιστήμη.
Δεν σχημάτισα την εντύπωση ότχ οι θεολόγοι οι orroiot αμιίνθηκαν με τετοιες υττεκφυγές υττήρξαν ανέντιμοι με τη θέλησή τους. Νομίζω ότι το έκαναν με κάθε ειλικρίνεια. Εντούτοις, δεν μπορούσα παρά να θυμηθώ το
* Ασχολούμαι με αυτή τη συκοφαντία στο Κεφάλαιο 7.
** Αυτή η κατηγορι'α θυμίζει τις ΝΟΜΑ, με τους παραφουσκωμένους ισχυρισμούς nou
με απασχόλησαν στο Κεφάλαιο 2.
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
181
σχόλιο του Peter Medawar σχετικά με το βιβλίο The Phenomenon of Man (To φαινόμενο του ανθρώπου) του πατρός Teilhard de Chardin, στην κατά πά-σα πιθανότητα περισσότερο αρνητική βιβλιοκριτική όλων των εποχών: «Ο συγγραφέας μπορεί να απαλλαγεί από την κατηγορία της ανεντιμότη-τας επειδή απλώς, πριν παραπλανήσει άλλους, κατέβαλε μεγάλη προσπά-θεια για να παραπλανήσει τον εαυτό του».73 Οι θεολόγοι που συνάντησα στο Καίμπρχτζ αυτοπροσδιορίζονταν ως «γνωσιοθεωρητική αοψαλάς ζώ-νη», όπου δεν μπορούσε να τους αγγίξει η ορθολογική επιχειρηματολογΐα, διότι είχαν διακηρνξει αξιωματικά ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν. Ποιος ήμουν εγώ που θα έλεγα ότι το ορθολογικό επιχείρημα αποτελούσε το μόνο απο-δεκτό εΐδος επιχειρηματολογίας; Υπάρχουν και άλλοι τρόποι απόκτησης γνώσης εκτός από τον επιστημονικό, και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας από αυτούς για να γνωρίσουμε τον Θεό.
Όηως φάνηκε στις συζητήσεις, ο σημαντικότερος από αυτούς τους δια-φορετικούς τρόπους γνώσης συνίσταται στην προσωπική, υποκεχμενχκή ε-μπειρία του Θεού. Αρκετοί συζητητές στο Καίμπριτζ ισχυρίστηκαν ότι ο Θεός τούς μίλησε, μέσα στα κεφάλια τους, τόσο ξωντανά και προσωπικά όσο θα τους μιλούσε ένας άλλος άνθρωπος. Ασχολήθηκα με τις αισθητη-ριακές πλάνες και τις ψευδαισθήσεις στο Κεφάλαιο 3, αλλά στο συνέδριο του Καίμπριτζ προσέθεσα δύο ακόμα σημεχ'α: Πρώτον, εάν ο Θεός όντως ε-πικοινωνούσε με ανθρώπους, το γεγονός αυτό ασφαλώς και δεν βρισκόταν έξω από τη δικαιοδοσία της επχστήμης. Ο Θεός εφορμά από την εξώκοσμη περιοχή όπου κατοικεί, εισβάλΑει στον δικό μας κόσμο όπου τα μηνύματά του συλλαμβάνονται από ανθρώπινους εγκεφάλους —και μας λέτε ότι αυτό το φαινόμενο δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη; Δεύτερον, ένας Θεός ικανός να στέλνει κατανοητά οή]ΐατα σε εκατομμύρια ανθρώπους ταυτό-χρονα —και να λαμβάνει μηνύματα από όλους αυτούς ταυτόχρονα— κάθε άλλο παρά απλός πρέπει να είναι. Οπόση ευρυζωνικότητα! Ο Θεός δεν δι-αθέτει μεν εγκέφαλο με νευρώνες ούτε έναν κεντρχκό επεξεργαστή από τιυ-ρίτιο, αλλά, εάν όντως έχει τις δυνάμεις rrou Του αποδίδονται, τότε πρέπει να διαθέτει κάτι κατασκευασμένο με πολύ πιο περίπλοκο (καχ καθόλου τυ-χαίο) τρόπο απ' ό,τι ο μεγαλύτερος εγκέφαλος ή ο μεγαλύτερος υπολογι-στής που γνωρίζουμε.
Επανειλημμένα οι θεολόγοι φίλοχ μου τόνιζαν ότι πρέπει να υφίσταται καποιος λόγος που υιιάρχει κάτι και όχχ το τίποτα. Πρέπει να δεχτούμε την ύπαρξη μχας πρώτης αιτίας των πάντων, και κάλλιστα μποροιίμε να της δώ-σουμε το όνομα Θεός. Ναχ, είπα, αλλά πρέπει να είναι απλή• επομένως, μπορούμε να της δώσουμε οποιοδήποτε όνομα αλλά όχι πάντως το «Θεός» (εκτός εάν αφαιρέσουμε από τη οπ^κεκριμένη λέξη όλο το νοημσπκό φορ-τίο με το οποίο την εννοούν οι περισσότεροι θρήσκοχ). Η πρώτη αιτία την
182
οτιοία αναζητάμε πρέπεχ να χπιήρξε η απλή βάση ενός αυτοανυψοιίμενου γερανού ο οποίος τελικά ιίψωσε τον Κόσμο όπως τον γνωρίζουμε στιιν πα-ρούσα πολύπλοκη ύπαρξή του. To να λέμε ότι το αρχικό πρώτο κινούν υ-πήρξε αρκετά περΐπλοκο γχα να προσφερθεί σε ένα ευφυές σχέδιο —γχα να μην αναφερθούμε στην ικανότητα να διαβάζει το νου εκατομμυρίων αν-θρώπων ταυτοχρόνως— ισοδυναμεί με το να χιάρεχς ένα «τέλειο χέρι» στο μιιριτζ. Κοιτάξτε γύρω σας τον έμβιο κόσμο• το δάσος βροχής του Αμαζο-νίου με το πλούσιο πλέγμα από κληματίδες, βρομελιώδη, ρίζες καχ θόλους• με τις στρατχές από μυρμήγκχα και με τους ιαγουάρους του, με τους ταιτχ-ρους και τα πεκάρχ, τους δενδροβατράχους καχ τους παπαγάλους. Αχπό που βλέπετε εχ'ναχ το στατχσπκό χσοδχίναμο ενός «τέλεχου χερχού» στα χαρ-τχά (αναλογχστεχτε όλους τους άλλους τρόπους με τους οποχ'ους θα μπο-ρούσατε να παροχλλάξετε τα συστατχκά μέρη, από τους οποίους κανένας δεν θα λεχτουργούσε) —με τη δχαφορά ότχ γνωρχ'ζοχηαε πώς σχηματχστηκε: με τη βαθμχαχ'α δράση του γερανού της φυσχκής επχλογής. Δεν εξεγείρονταχ μόνο οχ επχστήμονες μπροστά στην τυφλή αποδοχή της δχτνατότητας αυ-θόρμητης ανάδυσης μχας τέτοχας απχθανότητας- αντχδρά επίσης ο κοχνός νους. Η χδέα ότχ η πρώτη αχτχ'α, το μεγάλο άγνωστο που ευθχχνεταχ γχα την ιίπαρξη του κάτχ αντχ' γχα το τχποτα, εχ'ναχ ένα ον χκανό να σχεδχάσεχ το Σύ-μπαν καχ να μχλά σε 1 εκατομμύρχο ανθρώπους ταυτόχρονα, οττνχστά πλή-ρη παραίτηση από την ευθχίνη γχα την αναζήτηση μχας εξήγησης. Αποτελεχ' τρομακτχκή επχ'δεχξη αχπ:άρεσιαις καχ ασυλλόγιστης πχ'στης σε μχα άνωθεν έλξη.
Δεν νπτοστηρχζω κάποχο εχδος στενά επχστημονχστχκού τρόπου σκέψης. Αλλά το απολχχτως ελάχχστο που πρέπεχ να δχαθέτεχ κάθε έντχμη αναζήτη-ση της αλήθεχας όταν επχδχώκεχ να εξηγήσεχ τέτοχες τερατώδεχς απχθανό-τητες —όπως ένα δάσος βροχής, έναν κοραλλχογενή ύφαλο ή το Σύμπαν— είναι ο γερανός και όχχ το άγκχστρο εξ ουρανού. Ο γερανός δεν χρειάζεταχ να είναχ η φυσχκή επχλογή. Πρέπεχ βέβαια να παραδεχθούμε ότχ κανεχ'ς δεν σκέφθηκε ποτέ κάτχ καλχττερο, ωστόσο θα μπορούσε να χιπάρχεχ καχ κάτχ άλλο, το οποχ'ο δεν έχεχ ακόμα ανακαλυφθεχ. Όταν κατανοηθεχ' καλχπερα ο «πληθωρχσμός», που οχ φυσχκοχ' δέχονταχ ότχ συνέβη σε κάποχο κλάσμα του πρώτου επτάκχς εκατομμυρχοστού της ύπαρξης του Σιίμπαντος, ίσως απο-δεχχθεχ' ότχ εχ'ναχ ένας κοσμολογχκός γερανός ο οποίος στέκεταχ ηλάχ στον βχολογχκό γερανό του Δαρβχνου. Ισως, πάλχ, ο ασύλληιττος γερανός που α-ναξητοχίν οχ κοσμολόγοχ να αποτελεχ' εκδοχή της χ'δχας της χδέας του Δαρ-βχ'νου —^το μοντέλο τού Smolin ή κάτχ παρόμοχο.Ή χ'σως εχ'ναχ το πολυσύ-μπαν μαζχ' με την ανθρωπχκή αρχή που ασπάζεταχ ο Martin Rees καχ άλλοχ. Πχθανόν να εχναχ καχ ένας υπεράνθρωπος σχεδχαστής —αλλά, εάν σιψβαχ'-νεχ αυτό, αοψαλέσταχα δεν θα εχ'ναχ ένας σχεδχαοτής ο οποχ'ος ξεφιίτρωσε
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΛΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
183
ξαφνικά ή που υπήρχε πάντα. Εάν χο Σύμπαν μας έχεχ σχεδιαστεί (πράγμα ττου δεν το πιστεύω καθόλου) και, ειτιπροσθέτως, εάν ο σχεδιαστής διαβά-ζει τις σκέψεις μας και μοιράζει πάνσοφες συμβουλές, συγχώρεση και λύ-τρωση, τότε ο ίδιος ο σχεδιαστής πρέπει να συνιστά το τελικό ττροϊόν κά-ποιας σωρευτικής διαδικασίας ή γερανού, ίσως μια εκδοχή δαρβινισμού σε ένα άλλο σύμπαν.
Η τελευταία γραμμή άμυνας των επικρχτών μου στο Καίμπριτζ ήταν η επίθεση. Ολόκληρη η κοσμοαντίληψή μου καταδικάστηκε ως «ίδιον του 19ου αχώνα». Πρόκειται για τόσο κακό επιχείρημα ώστε σχεδόν παρέλειφα να to αναφέρω. Δυστυχώς όμως, το συναντώ μάλλον συχνά. Εννοείται ότι το να πούμε πως ένα ειιχχείρημα ανήκει στον 19ο αιώνα δεν σημαίνει ότι εξηγουμε πού σφάλλει. Κάποιες ιδέες του 19ου αιώνα ήταν πολύ καλές, και μία από τις καλύτερες υπήρξε η ετηκίνδυνη ιδέα του Δαρβίνου. Πάντως, αυτό το ιδιαίτερο είδος χαρακτηρισμών φαίνεται κάπως υπερβολικό όταν προέρχεται —όπως συνεβη στη συγκεκριμένη περίπτωση— από έναν ειιι-στήμονα (διακεκριμένο γεωλόγο τού Καίμπριτζ, ο οποΐος σίγουρα είχε προ-χωρήσει πολύ στο δρόμο τού Φάουστ προς ένα μελλοντικό βραβείο Tem-pleton), ο οποίος δικαιολόγησε τη χριστχανική πΐστη του επικαλούμενος την «ιστορικότητα», όπως είπε, της Καινής Διαθήκης. Κατά τον 19ο αιώνα οι θεολόγοι, ιδιαίτερα στη Γερμανία, αμφισβήτησαν σοβαρά αυτή την υποτιθέ-μενη χστορικότητα, χρησιμοποιώντας βασιζόμενες σε ενδείξεις μεθόδους της ιστορικής επιστήμης. Τούτο επισημάνθηκε πράγματι αμέσως από τους θεολόγους στο συνέδριο του Καίμπριτζ.
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζω τις λοιδορίες περί «19ου αιώνα» από παλιά. Συμβαδίζουν με τχς ειρωνείες περί «άξεστου άθεου». Συμβαδίζουν με το σαρκασμό του τύπου: «Σε αντίθεση με ό,τι πιοτεύεις —χα, χα, χα—, εμείς δεν πιοτεύουμε πλέον σε ένα γέρο με μακριά άσπρη γενειάδα —χα, χα, χα». Και τα τρία ειρωνικά αστεία είναι κωδική ονομασία για κάτι άλλο, όπως ακριβώς όταν ζούσα στην Αμερχκή στα τέλη της δεκαετΐας τού 1960, η έκ-φραση «νόμος και τάξη» αποτελούσε την κωδική ονομασία που χρησιμο-ποιούσαν οι πολνπκοί για την προκατάληψη κατά των μαυρων. Ποιο, λοι-πόν, είναι το κωδικοποιημένο νόημα της φράσης «θυμίξεχς τόσο πολύ 19ο αιώνα» στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τη θρησκεία; Είναι η κωδική ονο-μασία γχα το εξής: «Είσαι τόσο άξεστος και αγροίκος! Πρέπει να είσαι ιιολύ αναίσθητος και ανάγωγος για να μου υποβάλλεις τέτοιες καίριες, ευθείες ερωτήσεις όπως "Πιστεύεις στα θαιίματα;" ή "Πιστεύεις ότι ο Ιησούς γεν-νήθηκε από μια παρθένο;". Δεν γνωρίζεις ότχ στην καθωσπρέπει κοινωνία δεν κάνουμε πια τέτοιες ερωτήσεις; Αυτό το είδος ερωτήσεων εξέλιπε ήδη κατά τον 19ο αιώνα». Σκεφθείτε όμως γιατί αποτελεί αγένεια να υποβάλ-λουμε τέτοιες ευθείες ερωτήσεχς επί γεγονότων οε θρήσκους συνανθρώ-
184
Η ΠΈΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
πους μας σήμερα. Διότι προκαλούν αμηχανχα! Αλλά εκείνο μάλλον που προκαλεί αμηχανία είναι μια καταφατική απάντηση.
Η σύνδεση με τον 19ο αιώνα έγχνε τώρα σαφής. Ο 19ος αιώνας υηήρξε η τελευταία εποχή κατά την οποία ένα μορφωμένο άτομο μπορούσε να πα-ραδεχθεί ότχ πιστεύεχ σε θαύματα —όπως η γέννηση από παρθένο— χωρίς να ντρέπεται. Όταν πχεστοχίν, πολλοί σύγχρονοι μορφωμένοι χρχστχανοχ' εί-ναι τόσο πιστοί ώστε δεν μπορούν να αρνηθούν τη γέννηση από παρθένο και την ανάσταση. Νιώθουν όμως αμηχανία διότι ο ορθολογχκός νους τους αναγνωρίζει τον παραλογισμό, οπότε θα προτιμούσαν να μην ερωτηθούν. Επομένως, εάν κάποιος σαν εμένα επιμένει στο ερώτημα, θα κατηγορηθεί ότχ «έχει μείνει στον 19ο αιώνα». Είναι πράγματι πολύ αστείο, αν το σκε-φθείτε.
Έφυγα από το συνέδριο ενθαρρυμένος καχ τονωμένος, με ενχσχυμένη την πεποχθησή μου ότχ το επχχείρημα της απχθανότητας —ο ελχγμός με το «Έσχατο Μπόχνγκ 747»— αποτελεί πολύ σοβαρό επχχεχ'ρημα εναντχ'ον της ιίπαρξης του Θεού, οτο οποχ'ο δεν έχω ακούσεχ ακόμα κανένα θεολόγο να δίνεχ πεχστχιαί απάντηση, παρά τχς αναρίθμητες ευκαχρίες καχ προκλήσεχς. Ο Daniel Dennett το περχγράφεχ σωστά ως «μχα μη επχδεχόμενη ανασκευής δχάψευση, εξχ'σου συντρχπτχκή σήμερα όσο όταν ο Φίλων το χρησχμοποχού-σε γχα να κατατροπώσεχ τον Κλεάνθη στο Dialogues (Δχάλογοχ) τού Χχουμ πρχν από δύο αχώνες.Ένα άγκχστρο εξ ουρανού στην καλιττερη περχπτωση θα ανέβαλλε απλώς τη λύση του προβλήματος, αλλά ο Χχοχιμ δεν μπορούσε να σκεφθεί κανένα γερανό, οπότε ενέδωσε».74 Ο Δαρβίνος, φυσχκά, προσέ-φερε τον ζωτχκό γερανό. Πόσο θα άρεσε στον Χχοχψ!
To irapov κεφάλαχο ττερχέχεχ το κεντρικό εη-ιχείρημα του βιβλίου μου, οιτό-τε, με τον κίνδυνο της επανάληψης, θα το σχχνοψχ'σω σε μχα σεχρά έξχ αριθ-μημένων σημείων.
1. Μι'α από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανθρώπινη διάνοια, ανά τους αιώνες, ήταν να εξηγηθεί πώς αναδύεται η πολύπλοκη, απίθανη ε-ιιίφαση σχεδίου.
2. Εκ φύσεως μπαίνουμε στον πειρασμό να αποδώσουμε την εηϊφαση σχε-δίου σε πραγματικό σχέδιο. Στην περίπτωση ενός ανθρώπινου τεχνήμα-τος, ο σχεδιαστής είναι όντως ένας νοήμων μηχανικός. Αχσθανόμαστε επχσης τον πεχρασμό να εφαρμόσουμε την χ'δχα λογχιαί σε ένα μάτχ ή μχα φτερούγα, σε μχα αράχνη ή στον άνθρωπο.
3. Ο πεχρασμός εξαπατά, δχότχ η χχπόθεση του σχεδχαστή θέτεχ αμέσως το μεγαλχίτερο πρόβλημα: Ποχος σχεδχ'ασε το σχεδχαστή; To συνολχκό πρό-
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
185
βλημα με to οποίο ξεκινήσαμε ήταν το πρόβλημα της εξήγησης της στατιστικής απιθανότητας. Προφανώς δεν αποτελεί λύση το να δεχτού-με κάτι περισσότερο απίθανο. Χρειαζόμαστε ένα «γερανό», όχι ένα «ά-γκιστρο εξ ουρανού», διότι μόνο ένας γερανός μπορεί να επιτελέσει, βαθμιαία και εύλογα, το έργο της ανόδου ατιό την απλότητα στην κατά τα άλλα απΐθανη πολυπλοκότητα.
4. Ο μεγαλοφυέστερος και ισχυρότερος γερανός που έχει ανακαλυφθεί μέ-χρι τώρα είναι η δαρβινική εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής. Ο Δαρβΐνος και οι διάδοχοί του έχουν δείξει πώς τα έμβια όντα, με τη θεαματχκή στατιστική απιθανότητά τους και την επίφαση οχεδίου, έχουν εξελιχθεί με αργά βαθμιαία βήματα από απλές αφετηρίες. Μπορούμε πια να πού-με με ασφάλεια ότι η ιιλάνη του σχεδχου στα έμβια όντα είναχ ακριβώς αυτό —μια πλάνη.
5. Δεν διαθέτουμε ακόμα έναν αντίστοιχο γερανό για τη φυσική. Κάποια θεωρία πολυσύμπαντος θα μπορούσε κατ' αρχήν να παίξει για τη φυσι-κή τον ίδιο εξηγητικό ρόλο που παΐζει για τη βιολογία ο δαρβινισμός. Αυτό το είδος εξήγησης είναι κάπως λιγότερο ικανοποιητικό ατιό τη βιο-λογχκή εκδοχή του δαρβινισμού, διότι απαιτεί πολύ περισσότερα από την καλή τύχη. Εντοιχτοις, η ανθρωπική αρχή μάς επιτρέπει να δεχτού-με πολύ περισσότερη καλή τύχη από εκείνη με την οποία αισθάνεταχ ά-νετα η περιορισμένη ανθρώπινη δχαίσθησή μας.
6. Δεν ιιρέιτει να εγκαταλείψουμε την ελιτίδα ότι θα εμφανιστεί ένας καλύ-τερος γερανός στη φυσική, εξίσου ισχυρός όσο ο δαρβινισμός στη βιολο-γία. Αλλά ακόμη και στην απουσία ενός πλήρως ικανοποιητικού γερανού ισότιμου με τον βιολογικό, οι σχετχκά αδύναμοι γερανοί τους οποίους διαθέτουμε προς το παρόν, με τη βοήθεια της ανθρωιπκής αρχής, είναι προφανώς καλύτεροι από την ατελέσφορη υπόθεση του άνωθεν αγκί-στρου ενός ευφυούς σχεδιαοτή.
Εαν γχνει δεκτό το επιχείρημα του παρόντος κεφαλαίου, τότε η επί γε-γονότων προϋπόθεση της θρησκείας —η Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θε-ού— αποδεικνύεται αίολη. Ο Θεός σχεδόν σίγουρα δεν υπάρχει. Αυτό συνιστά το κύριο σιηιπέρασμα του βιβλίου μέχρις εδώ. Ακολουθούν δε διά-φορα ερωτήματα: Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι δεν υπάρχεχ Θεός, η θρησκεία δεν διαθέτει ήδη πολλά ισχυρά σημεία; Δεν προσφέρει παραμυθία; Δεν νουθετεί τους ανθρώπους να πράττονιν το κολό; Εάν δεν υπήρχε η θρη-σκεία, πώς θα γνωρίζαμε τι είναι σωστό; Γιατί, ούτως ή άλλως, τόση εχθρό-τητα; Εάν η θρησκεία είναι πλάνη, γιατί κάθε πολιτισμός παγκοσμίως έχει
186

τη δική του; Είτε αλήθεια είτε πλάνη, η θρησκεία είναι πανταχού παρούσα• από πού λοιπόν προέρχεται; Τούτο το τελευταίο ερώτημα θα εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.
5
01 ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Για έναν εξελικτικό ψνχολόγο, οι οικονμενικοί εξωφρενισμοί των θρησκεντικών τελετονργιών, με το κόστος
τονς σε χρόνο, πόρονς, πόνο και στέρηση, πρέπει να
νποδηλώνονν εξίσον έντονα όσο τα οπίσθια ενός μανδρίλου
ότι η θρησκεία είναι πιθανόν ηροσαρμοστική.
—MAREK ΚΟΗΝ
188

Η δαρβινική επιταγή
Ο καθένας έχει την αγαπημένη του θεωρία για την προέλευση της θρη-σκείας και για την παρουσία της σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς: Προσφέρει παρηγορία και ανακούφιση• ενθαρρύνεί τη συντροφικότητα της ομάδας• ικανοποιεί τη δίψα μας να κατανοήσουμε το λόγο της ύιιαρξής μας. Θα επανέλθω σε εξηγήσεις αυτού του τύπου σε λίγο, αλλά τιρος το παρόν θέλω να θέσω ένα ερώτημα το οποίο προέχει (και είναι βασικότερο για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια): ένα δαρβινχκό ερώτημα σχετχκά με τη φυσική επιλογή.
Γνωρίζοντας ότι αποτελούμε προϊόντα δαρβινικής εξέλιξης, ιιρέπει να αναρωτηθούμε ποια τιίεση —ή πιέσεις— άσκησε η φυσική επιλογή ώοτε να ευνοηθεί αρχικά η τάση προς τη θρησκεία. To ερώτημα καθίσταται ιδι-αίτερα πιεστικό αν εξηγήσουμε κάποιες βασικές δαρβινικές έννοιες με οικο-νομικούς όρους: Η θρησκεία είναι τόσο δαπανηρή, τόσο σπάταλη• από την άλλη, η δαρβινική επιλογή έχει τη συνήθεχα να βάζει στο στόχαστρο και να εξαλείφει τη σπατάλη. Η Φύση είναι μίζερος λογιστής, τσιγκουνεύεται α-κόμη και τις δεκάρες, κοιτάζει συνεχώς το ρολόι, τιμωρεί την παραμικρή υπερβολή. Ακαταμάχητα και ασταμάτητα, όπως εξήγησε ο Δαρβίνος, «η φυσική επιλογή, κάθε ημέρα και κάθε ώρα, εξετάξει σχολαστικά κάθε πα-ραλλαγή, και την πιο μικρή, σε όλο τον κόσμο• απορρίπτει οτιδήποτε κακό, διατηρεί και συσσωρεύει ό,τι είναι καλό• εργαζεται σιωπηρά και ασυναίσθη-τα, όταν και όπου βρίσκει την ευκαιρία, για τη βελτίωση κάθε οργανχκής ύ-παρξης». Εάν ένα άγριο ξώο σντνηθίζει να επιδίδεται σε κάποια άχρηστη δραοτηριότητα, τότε η φυσική επχλογή θα ευνοήσει τα ανταγωνιστικά άτο-μα που αφιερώνουν, αντίθετα, το χρόνο και την ενεργητικότητά τους στην επιβίωση και την αναπαραγωγή. Η Φύση δεν μπορεί να ανεχτεί επιπόλαι-ους εξωφρενισμούς. Σε αυτήν κυριαρχεί ο ανελέητος ωφελιμισμός, έστω κι αν τούτο δεν είναι πάντα φανερό.
Εκ πρώτης όψεως, η ουρά ενός παγονιού είναι ένας κατεξοχήν εξωφρε-νισμός. Σίγουρα δεν ευνοεί την επιβι'ωση του κατόχου της. Ωφελεί ωστόσο τα γονίδια που τον καθιστούν περισσότερο θεαματικό από τους ανταγωνι-στές του. Στην οικονομία της Φύσης, η ουρά αποτελεί διαφήμιση για την προσέλκυση θηλυκών. To ίδιο χσχύει για τον κόπο και το χρόνο που αφιε-ρώνει ένας αρσενικός πτιλονόρρυγχος στην αναδενδράδα του: τη στολίζει με φύλλα, κλωνάρια, πολύχρωμους καρπούς, άνθη και —όταν είναχ δχαθέ-σχμα— χάντρες, μικροαντικείμενα και πώματα από φιάλες.Ή, για να διαλέ-ξω ένα παράδειγμα που δεν αφορά διαφήμιση, υπάρχει και το «λουτρό με μυρμήγκια»: η παράξενη συνήθεια μερικών ιττηνών, όπως οι καρακάξες, να «λούονται» σε μια μυρμηγκοφωλιά ή να στολίζουν τα φτερά τους με μυρ-
Οΐ ΡΐΖΕΣ THE θΡΗΣΚΕΙΑΣ
189
μήγκια. Κανείς δεν είναι σΐγουρος για το όφελος από αυτό το λουτρό με μυρμήγκια —ίσως πρόκειται για κάποιο είδος υγιεινής, για τον καθαρισμό των φτερών από παράσιτα• υπάρχουν καχ διάφορες άλλες χπιοθέσεχς, καμχ'α από τις οποίες δεν στηρχ'ζεταχ χκανοποχητχκά από τις ενδείξεις. Αλλά η α-βεβαιότητα σχετικά με τις λεπτομέρειες δεν εμτιοδίζεχ —ούτε πρέπεχ να εμποδίξει— τους δαρβχνχοπές να υποθέτουν με βεβαχότητα ότι το λουτρό με μυρμήγκια πρέπει να γχ'νεταχ «γχα» κάποιο λόγο. Στην περχ'πτωση αυτή, ο κοινός νους πχθανόν θα συμφωνήσεχ, αλλά η δαρβχνχκή λογχιαί έχεχ έναν χδιαίτερο λόγο να πιστεύεχ ότι, εάν τα ιιτηνά δεν το έκαναν, θα ζημιώνο-νταν οχ στατχστχκές τχροοπτχκές τους γχα γενετχκή ετητυχία, έστω κχ αν δεν γνωρχ'ζουμε προς το παρόν την ακρχβή δχαδρομή της ζημχ'ας. To οχτμπέρα-σμα προκχίπτεχ από τη δχπλή προϋπόθεση ότχ η φυσχιαί επχλογή τχμωρεχ' τη σπατάλη χρόνου καχ ενέργεχας καχ ότχ έχεχ παρατηρηθεχ' πως τα πτηνά συ-στηματχκά αφχερώνουν χρόνο καχ ενέργεχα στο λοχπρό με μυρμήγκχα. Εάν η συγκεκρχμένη «προσαρμοστχκή» αρχή μπορεχ' να δχακηριιχθεχ' με μία πε-ρχεκτχκή φράση, αυχή εχ'ναχ —ομολογουμένως με κάπως ακραίους καχ υ-περβολχκούς όρους— η φράση του Richard Lewontin, διακεκρχμένου γενε-τχστή τού Harvard: «Νομίζω ότχ σε τούτο το σημείο ουμφωνοχίν όλοχ οχ εξελχκτχκοχ', δηλαδή ότχ ουσχαστχκά εχ'ναι αδιίνατον να γχ'νει καλύτερη δου-λεχά από εκεχ'νη που κάνει ένας οργανισμός στο δικό του Γίεριβάλλον».75 Εάν το λοιχτρό με μυρμήγκχα δεν εξχτπηρετούσε την επχβχ'ωση καχ την ανα-παραγωγή, η φυσχχαί επχλογή θα εχ'χε ιτρο πολλού ευνοήσεχ τα άτομα που το αποφεχίγοχιν. Ένας δαρβχνχστής χ'σως αχσθανθεί τον πεχρασμό να πεχ το χ'δχο γχα τη θρησκεχα- εξού καχ η ανάγιαι γχα την παρούσα οχτζήτηση.
Γχα έναν εξελχκτχκό, οχ θρησκεχττχκές τελετουργχ'ες «ξεχωρχζοχιν όπως το παγόνχ σε ένα ηλχόλουστο ξέφωτο» (η φράση είναχ του Daniel Dennett). Η θρησκεχττχκή συμπερχφορά αποτελεχ, κατά κάποχον τρόπο, το ανθρώπχνο ανάλογο του λοχχτρού με μυρμήγκχα ή του στολχ'σματος της αναδενδράδας. Απαχτεχ' χρόνο, καταναλώνεχ ενέργεχα, ουχνά εχ'ναχ εξχ'σου εντντπωσχακά φα-νταχτερή όσο το πτίλωμα ενός παραδείσχου πουλχού. Η θρησκεχ'α μπορεχ' να θέσει σε κίνδιτνο τη ζωή του ευσεβούς ατόμου, καθώς καχ τη ζωή άλλων. Χχλχάδες άνθρωποχ έχουν βασανχστεχ' λόγω της ηίστης τους σε μχα θρη-σκεχ'α, ή έχουν καταδχωχθεχ από ζηλωτές γχα κάτχ που —σε πολλές περχ-πτώσεχς— αποτελεχ' ελάχχστα δχαφορετχκή ενεχλλακτχχαί πχ'στη. Η θρησκεχ'α καταβροχθχ'ζεχ πόρους, μερχκές φορές σε τεράστχα ΐίλχ'μακα: ένας μεσαχ-ωνχκός καθεδρχκός ναός μπορούσε να απαχτήσεχ 100 εργατοαχώνες γχα την κατασκευή του, ωστόσο δεν χρησχμοποχήθηκε ποτέ ως κατοχκχ'α ή γχα κάποχον πραγματχκα χρήσχμο σκοπό. Μήπως λεχτουργούσε ως ένα είδος αρχχτεκτονχκής ουράς του παγονχού; Αν ναχ, ποχος ήταν ο στόχος της δχα-φήμχσης; Η θρησκευτχκή μουσχκή καχ οχ λοτρεντπκοί πίνακες ζωγραφχκής
190

μονοπώλησαν σε μεγάλο βαθμό τα ταλέντα του Μεσαίωνα και της Αναγέν-νησης. Ευσεβείς άνθρωποι έχουν πεθάνει για τους θεούς τους και έχουν σκοτώσει για χάρη τους• έχυσαν το αίμα τους αυτοτιμωρούμενοι, ορκίστη-καν να περάσουν όλη τη ζωή τους άγαμοι ή σε μονασπκή σιωπή, όλα στην υπηρεσία της θρησκείας. Για ποιο λόγο; Ποιο το όφελος από τη θρησκεία;
Λέγοντας «όφελος», ο δαρβινιστής κατά κανόνα εννοεί κάποια αυξημέ-νη δυνατότητα ετπβΐωσης των γονιδίων ενός ατόμου. Αλλά εν προκειμένω το σημανπκό σημείο είναι ότι το δαρβινικό όφελος δεν περιορίζεται στα γονίδια του ατομικού οργανισμού. Υπάρχουν τρεις δυνατοί εναλλακτικοί στόχοι για το όφελος: Ο ένας προκύπτει από τη θεωρία της επιλογής ομά-δας, και θα επανέλθω σε αυτό. Ο δεύτερος αποτελεί απόρροια της θεωρίας την οποία υποστήριξα στο βιβλίο The Extended Phenotype (Ο διευρυμένος φαινότυτιος): είναι πιθανό το υπό παρατήρηση άτομο να λειτουργεί χειρα-γωγούμενο από την επιρροή γονιδίων κάποιου άλλου ατόμου, ίσως ενός παρασίτου. Ο Daniel Dennett μάς θυμίζει ότι το κοινό κρυολόγημα είναι καθολικό σε όλους τους λαούς όπως και η θρησκεία, ωστόσο δεν θα ισχυ-ριζόμασταν ότι τα κρυολογήματα μας ωφελούν. Μας είναι γνωστά άφθο-να παραδείγματα ζώων τα οποία υποχρεώνονται να συμπεριφερθούν με τρόπο που ευνοεί τη μετάδοση ενός παρασίτου στον επόμενο ξενιστή του. Συμπύκνωσα αυτό το ζήτημα στο «κεντρικό θεώρημα του διευρυμένου φαι-νοτύπου»: «Η συμπεριφορά ενός ζώου τείνει να μεγιστοποχήσει τις πιθανό-τητες επιβίωσης των γονιδίων "για" αυτή τη σιηιπεριφορά, είτε τα εν λόγω γο\α'δια βρίσκονται στο σώμα του ζώου που εμφανίζει τη συγκεκριμένη CJU-μπεριφορά είτε όχι».
Τρίτον, το «κεντρικό θεώρημα» μπορεί να αντικαταστήσει τον όρο «γο-νίδια» με τον γενικότερο όρο «αντιγραφείς». To γεγονός ότι η θρησκεία εί-ναι πανταχού παρούσα σημαίνει πιθανόν ότι έχει λειτουργήσει προς κάποιο όφελος, αλλά ενδέχεται να μην αφορά εμάς ή τα γονίδιά μας.Ίσως να λει-τουργεί μόνο ιιρος όφελος των ίδιων των θρησκευτικών ιδεών, εφόσον συ-μπεριφέρονται ως οιονεί γονίδια, ως αντιγραφείς. Θα ασχοληθώ με αυτό στη συνέχεια, στην ενότητα με τίτλο «Ελαφροπάτα, γιατί πατάς τα μιμΐδιά μου».* Εν τω μεταξύ, παραμένω στις περισσότερο παραδοσιακές ερμηνεί-ες του δαρβινισμού, σύμφωνα με τις οποίες υποτίθεται ότι το «όφελος» ση-μαίνει όφελος για την ατομική επιβίωση και αναπαραγωγή.
Κάποιες φυλές κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως οι Αβορίγχνες της Αυ-
* Παράφραση του στίχου «Tread softly, because you tread on my dreams» (Ελαφροπάτα, γιατί πατάς τα όνειρά μου) από το ποίημα He wishes for the cloths of heaven (Μια ευχή για τα υφάδια τ' ουρανού) τού W.B. Yeats. (Σ.τ.μ.)
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
191
στραλίας, υποτίθεται πως ζουν όπως περίπου ζούσαν και οι μακρινοί πρό-γονοί μας. Ο αυστραλονεοζηλανδός φιλόσοφος της επιστήμης Kim Sterelny επισημαίνει μια δραματική αντίθεση στη ζωή τους. Αφενός, οι Αβορίγινες διαθέτουν εξαιρετχκή ικανότητα επχβίωσης σε συνθήκες που ιτποβάλλουν σε σκληρότατη δοκιμασία τις ιτρακτικές δεξιότητές τους. Αφετέρου, συ-νεχίζεχ ο Sterelny, το είδος μας είναι μεν ευφυές αλλά διεστραμμένα ενφνές. οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, που κατέχουν τόσες γνώσεις για τον φυσικό κό-σμο και για το πώς να επιβιώνουν σε αυτόν, ταυτόχρονα παραφορτώνουν το νου τους με πεποιθήσεις ολοφάνερα λανθασμένες, για τις οποΐες ο όρος «άχρηστες» αποτελεί γενναίο ευφημισμό. Ο ίδιος ο Sterelny είναι εξοικειω-μένος με λαούς Αβορίγχνων της Παπούα Νέας Γουχνέας. Επιβιώνουν σε δυσχερέστατες συνθήκες όπου η ανεύρεση τροφής είναι δύσκολη, χάρη σε «μια θρυλικά πλήρη κατανόηση του βιολογικού περιβάλλοντός τους. Αλλά συνδυάξουν αυτή την κατανόηση με βαθιές και καταστροφικές εμμονές σχετικά με τη μαγεία και τη μόλυνση από τη γυναικεία εμμηνόρροια. Πολ-λες αιτό τις τοιιικές κουλτούρες κατατρύχονται από φόβους αιιέναντι στη μαγεία και τις μαγγανείες, και από τη βία ττου συνοδεύει τέτοιους φόβους». Ο Sterelny μάς καλεί να εξηγήσουμε «πώς γινεται να είμαστε ταυτόχρονα τόσο έξυχτνοι και τόσο ανόητοι».76
Μολονότι οι λεπτομέρειες διαφέρουν από τόπο σε τόπο, όλοι οι γνωστοί πολιτισμοΐ διαθέτουν κάποια εκδοχή των χρονοβόρων τελετουργιών που καταβροχθίζουν πλούτο και προκαλούν εχθρότητα, των αντιπαραγωγικών θρησκευτικών φαντασιώσεων που αντιφάσκουν με τα γεγονότα. Κάποια μορφωμένα άτομα ίσως εγκαταλεΐψουν τη θρησκεία, ωστόσο όλοι έχουν ανατραφεί στο πλαχ'σιο μιας θρησκευτικής κουλτούρας, και συνήθως χρει-άστηκε να λάβουν συνειδητή απόφαση για να την εγκαταλείψουν. To παλιό αστείο της Βόρειας Ιρλανδίας, «Ναι, αλλά είσαι προτεστάντης άθεος ή κα-θολικός άθεος;», αποπνέει πχκρή αλήθεια. Η θρησκευτική συμιτεριφορά μπορεΐ να χαρακτηριστεί καθολχκή μεταξύ των ανθρώπων με τον ίδιο τρό-πο που μπορεί να θεωρηθεί καθολική η ετεροφυλόφιλη συμπεριφορά. Και οχ δύο γενικεύσεις επιτρέπουν κάποιες ατομχκές εξαιρέσεις, αλλά όλες αυ-τές οι εξαιρέσεχς καταλαβαίνουν θαυμάσια τον κανόνα από τον οποΐο απο-μακριίνθηκαν. Τα καθολικά χαρακτηριστικά ενός είδους απαιτοιίν μια δαρ-βινική εξήγηση.
Προφανώς, δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγηθεί το δαρβινικό πλεο-νέκτημα της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Αφορά τη γέννηση μωρών, ακόμη και σε εκείνες τις περνπτώσεις όπου η αντισύλληψη ή η ομοφυλοφιλία φαχ'-νεται να το διαψεύδουν. Αλλά τι μπορούμε να πούμε για τη θρησκευτική συμπεριφορά; Γιατί οι άνθρωποι νηστεύουν, γονατίζουν, κάνουν μετάνοιες, αυτομασηγώνοηαι, υποκλίνονταχ μανιωδώς μπροστά σε ένα τείχος, οργα-
192

νώνουν οταυροφορΐες, ή αλλιώς ετπδίδονται σε δαπανηρές πρακτικές οι ο-ποίες φθείρουν τη ζωή τους και, σε ακραίες περιπτώσεις, την τερματίζουν;
Άμεσα πλεονεκτήματα της θρησκείας
Οι ενδεΐξεις ότι η θρησκειτπκή πίστη προστατεύεχ τους ανθρώπους από α-σθένειες σχετιζόμενες με το στρες είναι λιγοστές και αδύναμες. Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να εκτιλαγούμε αν κάποια φορά αυτό αλήθευε, για τον ίδχο λόγο που οι προσευχές μπορεί να θεραπεύουν σε λίγες περιπτώσεις. Περιτ-τεύει, ελπίζω, να προσθέσω ότι τέτοια ευεργετικά σποτελέσματα δεν αυ-ξάνουν καθόλου την αληθοτχμή των ισχυρισμών της θρησκείας.Όπως είπε ο George Bernard Shaw, «To γεγονός ότι ένας πιστός είναι ευτυχέστερος από ένα σκεπτικιστή δεν σημαΐνει τίποτε περισσότερο ατιό το γεγονός ότι ο μεθυσμένος αισθάνεται ευτυχέστερος από τον ξεμέθυστο».
Εκτός των άλλων, ένας γιατρός μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή του τια-ρηγορώντας ή καθησυχάζοντάς τον. Αυτό δεν πρέπει να αγνοείται αβασά-νιστα. Ο γτατρός μου βέβαια δεν εφαρμόξει τη θεραπεία με προσευχές ή με το άγγιγμα των χεριών του, αλλά πολλές φορές «θεραπεύτηκα» ακαριαία από κάποια ασήμαντη πάθηση ακούγοντας την καθησυχαατική φωνή ενός ευφυούς προσώπου με στηθοσκόπιο. To φαινόμενο πλασέμπο (εικονικό φάρμακο) έχεχ στοιχειοθετηθεί πλήρως, και δεν αποτελεί καθόλου μυστή-ριο. Ψεύτικα χάπχα, χωρίς καμία απολύτως φαρμακολογική δράση, βελτιώ-νουν αποδεδειγμένα την υγεία. Για αυτό το λόγο οι διπλές-τυφλές δοκιμές φαρμάκων πρέπει να χρησιμοποιούν πλασέμπο στις ομάδες ελέγχου. Για αυτό το λόγο τα ομοιοπαθητικά φάρμακα φαίνεται να λειτουργούν, μολο-νότι σε τέτοιο βαθμό αραιωμένα ώστε περιέχουν τόση ποσότητα ενεργού συστατικού όση και το πλασέμπο —μηδέν μόρια. Επί τη ευκαιρία, οι για-τροί τώρα φοβούνται να συστήσουν πλασέμπο στην κανονική πρακτχκή, διότχ η νομοθεσία τούς υποχρεώνει να το αναφέρουν σε πρακτικά στα ο-ποία ο ασθενής έχει πρόσβαση, πράγμα που φυσικά ακυρώνει την αποτε-λεσματχκότητα του πλασέμπο. Οχ ομοχοπαθητχκοχ' χ'σως έχουν μεγαλχττερη επχτχιχχ'α, δχότχ, σε αντίθεση με τους παραδοσχακούς γχατρούς, τους επχτρέ-πεταχ ακόμα να χορηγοιτν πλασέμπο —με δχαφορετχκό όνομα. Έχοιχν επχ'-σης μεγαλχίτερη άνεση χρόνου, καχ έτσχ μποροιίν να συζητοχίν περχσσότε-ρο με τον ασθενή καχ να τον περχποχοιίνταχ επχμελέστερα. Επχπλέον, στχς απαρχές της μακράς χστορχ'ας της, η φήμη της ομοχοπαθητχκής ενχσχύθη-κε από το γεγονός ότχ οχ συνταγές της δεν προκαλούσαν καμχ'α απολχχτως βλάβη —σε αντίθεση με τχς ετπκίνδυνες πρακτικές της παραδοσιακής ια-τρικής, όπως η αφαίμαξη.
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
193
Είναι μήπως η θρησκεία ένα πλασέμπο που παρατείνει τη ξωή μειώνο-ντας το στρες; Πιθανώς, μολονότι η εν λόγω θεωρία πρέπει να ανπμετωπί-σει τα πυρά των σκετιτικιστών, οι οποίοχ επισημαΐνουν τις πολλές περιιττώ-σεις όπου η θρησκεία προκαλεί μάλλον παρά καταπολεμά το στρες. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε, για παράδειγμα, ότι η υγεία βελτιώνεται από τη σχεδόν μόνχμη κατάσταση νοσηρής ενοχής ενός ρωμαιοκαθολικού ο οποίος χαρακτηρίζεται από τα φυσιολογικά ανθρώιιινα ελαττώματα και από λιγό-τερη του φυσιολογικού ευφυΐα.Ίσως δεν είναι δίκαιο να ξεχωρΐζουμε τους καθολικούς. Η αμερικανίδα κωμικός Cathy Ladman παρατηρεί: «Όλες οχ θρησκείες είναι ίδιες: βασικά ενοχή, με διαφορετικές γιορτές». Σε κάθε πε-ρίπτωση, νομίζω ότι η θεωρία τού πλασέμπο δεν είναι αντάξια του ευρέως διαδεδομένου, παγκόσμιου φαινομένου της θρησκείας. Δεν πιστεύω ότι έ-χουμε θρησκεΐα επειδή αυτή μείωνε τα επίπεδα στρες των προγόνων μας. Είναι μια ανεπαρκής θεωρία, μολονότι το πρόβλημα του στρες έπαιξε ίσως έναν ετπκουρικό ρόλο. Η θρησκεία συνχστά μεγάλο φαινόμενο και απαχτεί εξίσου μεγάλη θεωρία για την εξήγησή της.
Άλλες θεωρίες αγνοούν εντελώς τη σημασία των δαρβινικών εξηγήσε-ων. Εννοώ προτάσεις όπως «η θρησκεία ικανοποιεί την περχέργειά μας γχα το Σύμπαν καχ για τη θέση μας σε αυτό» ή «η θρησκεΐα παρηγορεί». Πιθα-νόν εδώ υπάρχει κάποια ψυχολογική αλήθεια, όπως θα δούμε στο Κεφά-λαιο 10, αλλά καμχα από τις δύο προτάσεις δεν συνχστά δαρβινική εξήγηση. Όπως σημείωσε δηκτικά ο Steven Pinker σχετικά με τη θεωρία της παρηγο-ρχάς, στο βιβλίο του How the Mind Works (Πώς λειτουργεί ο νους): «Θέτει απλώς το ερώτημα γιατίνα εξελιχθεί ένας νους κατά τρόπο ώστε να βρίσκει παρηγοριά σε πεποχθήσεις τις οποίες μπορεχ' καθαρά να αναγνωρίσεχ ως ε-σφαλμένες.Όποιος τρέμει από το κρύο δεν βρίσκει παρηγοριά αν πιστέψει ότι ζεσταίνεται- όποιος βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με ένα λιοντάρι δεν ησυχάζει με τη σκέψη ότι πρόκειται για λαγό». Στην ελάχιστη των πε-ριπτώσεων, η θεωρία της παρηγοριάς πρέπει να μεταφραστεί σε δαρβινι-κούς όρους, και αυτό είναι δυσκολότερο απ' όσο φαντάζεστε. Οι ψυχολο-γικές εξηγήσεις γχα το γεγονός ότι οι άνθρωποχ θεωροιίν κάποχα πεποίθηση ευχάριστη ή δυσάρεστη είναι εξηγήσεις που αφορούν τα άμεσα —όχι τα απώτατα— αίτια.
Οι δαρβινισιές δίνουν μεγάλη σημασία σε τούτη τη διάκριση μεταξύ ά-μεσου και απώτατου. Η άμεση εξήγηση για την έκρηξη στον κύλινδρο μιας μηχανής εσωτερικής καύσης επικαλεΐται το σπινθηριστή. Η απώτατη εξή-γηση αφορά το σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε η έκρηξη: την ώθηση ε-νός εμβόλου στον κύλινδρο, στρέφοντας κάποιον στροφαλοφόρο άξονα. Η άμεση αιτία της θρησκείας ίσως είναι η υιιερδραστηριότητα σε κάποιον αυγκεκριμένο κόμβο του εγκεφάλου. Δεν πρόκειται να επιμεχνω στη νευρο-
194
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΊΉ
λογική ιδέα ενός «θεϊκού κέντρου» στον εγκέφαλο, διότι δεν ασχολούμαχ εδώ με άμεσα ερωτήματα. Τούτο δεν σημαίνεχ ότι τα υποτιμώ. Συνιστώ το βιβλίο How We Believe: The Search for God in an Age of Science τού Michael Shermer, για μια περιεκτική πραγμάτευση• περιλαμβάνει την ιιρόταση του Michael Persinger και άλλων ότχ οι εμπειρίες θρησκευτικών οραμάτων σχε-τίζονται με την επνληψΐα κροταφικού λοβού.
Αλλά σε τούτο το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με τις δαρβινχκές απώτατες εξηγήσεις. Εάν οι νευροφυσιολόγοι βρουν ένα «θεϊκό κέντρο» crtov εγκέ-φαλο, οι δαρβινικοί ειτιστήμονες σαν εμένα θα θελήσουν να κατανοήσουν καχ την επχλεκτχκή ττχ'εση που το ευνόησε. Γχατί όσοχ πρόγονοχ' μας εχχαν τη γενετική τάση να αναπτύξουν ένα θεχ'κό κέντρο επιβχωσαν καχ απέκτησαν περχσσότερους απογόνους από τους ανταγωνχστές τους που δεν είχαν τέ-τοχα τάση; To δαρβχνχκό απώτατο ερώτημα δεν εχ'ναχ καλύτερο ούτε βαθύ-τερο ούτε περχσσότερο επχστημονχκό αττό το νευρολογχκής φύσεως άμεσο ερώτημα. Αλλά με αυτό ασχολούμαι εδώ.
Οχ δαρβχνχστές δεν ικανοποιούνται ούτε με πολχτχκές εξηγήσεχς, όπως «Η θρησκεχ'α είναχ το μέσο που χρησχμοποχεχ' η άρχουσα τάξη γχα να χαλχ-ναγωγεχ' τα χαμηλότερα οπ:ρώματα». Ασφαλώς οχληθεύεχ το γεγονός ότχ οχ μαύροχ σΐίλάβοχ crtnv Αμεριχαί έβρχσκαν παρηγορχά στχς υποσχέσεχς γχα μέλλουσα ξωή, πράγμα που απάλυνε τη δυσαρέσκεχά τους γχα τοι3τη τη ζωή —καχ έτσχ ωφελούσε τους χδιοκτήτες τους. To ζήτημα κατά πόσον οχ θρησκεχ'ες σχεδχάζονταχ σκόπχμα από κχ^χκούς ιερείς ή άρχοντες είναι εν-διαφέρον, και πρέπει να προκαλεί την προσοχή των ιστορικών. Δεν συνιστά όμως, αυτό καθαυτό, δαρβινικό ερώτημα. Ο δαρβχνιστής εξακολουθεί να θέλει να μάθει γιαχί οι άνθρωποι είναι ενάλωτοι οτα θέλγητρα της θρησκείας και συνεπώς πρόσφοροι για εκμετάλλευση από ιερείς, πολιτικούς και βασι-λείς.
Εάν ένας επιτήδειος ήθελε να χειραγωγήσει κάποιους, θα χρησιμοποχ-ούσε ίσως τη σεξουαλχκή λαγνεία για να πετύχει το σκοπό του• ωστόσο ε-ξακολουθεί να απαιτεχται μια δαρβινική εξήγηση του λόγου για τον onoxo κάτχ τέτοιο λεχτουργεί. Στην περίπτωση του σεξουαλχκού πόθου, η απά-ντηση εχναχ εχίκολη: οχ εγκέφαλοχ' μας έχουν οργανωθεχ' κατά τρόπο ώστε να νχώθουν ειχχαρχ'στηση με το σεξ, δχότχ το σεξ, στη φυσχολογχκή μορφή του, δημχουργεχ' μωρά. Ένα ακόμη πχο αδχ'στακτο άτομο χ'σως χρησχμοποχήσεχ βασανχστήρχα γχα να επχτχίχεχ τους σκοπούς του. Καχ πάλχ, ο δαρβχνχστής πρέπει να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο τα βασανιστήρια είναι αποτελε-σματικά: διότι θα κάνουμε σχεδόν τα πάντα προκειμένου να αποφιίγουμε τον έντονο πόνο. Και πάλι φαίνεται προφανές έως και κοχνότοπο, αλλά ο δαρβινιστής ιτρέπει να το εξηγήσει ρητά: η φυσική επιλογή έχει καταστή-σει την αίσθηση του πόνου ένδειξη απειλητικής για τη ζωή σωματικής βλά-
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ θΡΗΣΚΕΙΑΣ
195
βης και μας έχει προγραμματχ'σεχ να την αποφεύγουμε. Εκεχ'να τα σπάνχα ά-τομα που δεν μπορούν να αισθανθούν πόνο —ή δεν νοιάζονται γχα αυ-τόν— συνήθως πεθαίνουν πρόωρα από τραύματα τα οποία οι υπόλοιποι άνθρωποι θα είχαν φροντίσεχ να αποφύγουν. Είτε γίνεται όργανο κυνικής εκμετάλλευσης είτε απλώς εκδηλώνεται αυθόρμητα, τι εξηγεί τελικά τον πόθο για τους θεούς;
Επιλογή ομάόας
Συχνά αποδεικνύεται —ή καθομολογείταχ— ότχ κάποχες υποτχθέμενες α-πώτατες εξηγήσεχς OXJVXOTOXJV θεωρίες περχ' «επχλογής ομάδας». Επχλογή ομάδας εχ'ναχ η αμφχλεγόμενη χδέα ότχ η δαρβχνχκή επχλογή επχλέγεχ μετα-ξύ εχδών ή άλλων ομάδων ατόμων. Ο αρχαχολόγος τού Καχ'μπρχτζ Colin Renfrew εκφέρεχ την άποψη ότχ ο χρχστχανχσμός επχβχωσε μέσω κάποχας μορ-φής επχλογής ομάδας, δχότχ ενίσχυσε την χδέα της νομχμοφροσχίνης καχ της αδελφχχαίς αγάπης εντός της ομάδας, βοηθώντας έτσχ τχς ομάδες θρησκευ-ομένων να επχβχώσουν εχς βάρος λχγότερο θρησκευόμενων ομάδων. Ο αμε-ρχκανός υηέρμαχος της επχλογής ομάδας D.S. Wilson ανέπτυξε ανεξάρτη-τα καχ εκτενέστερα μχα παρόμοχα άποψη στο βχβλίο του Darwin's Cathedral (Ο καθεδρχκός ναός του Δαρβίνου).
Θα παραθέσω ένα φανταστχκό παράδεχγμα γχα να δεχ'ξω τη μορφή που θα αποκτούσε μχα θεωρχ'α επχλογής ομάδας γχα τη θρησκεχ'α. Μχα φυλή με έναν ευέξαπτο αρεχμάνχο «θεό του πολέμου» κερδχ'ζεχ οχτνεχώς στους πολέ-μους εναντχ'ον ανταγωνχστχκών φυλών των οποχ'ων οχ θεοί προτρέποχιν σε εχρήνη καχ αρμονχ'α, ή φυλών χωρχ'ς καθόλου θεούς. Όσοχ πολεμχστές πχ-στεύουν ακραδαντα ότχ ο μαρτυρχκός θάνατος θα τους στεχ'λεχ κατευθεχ'αν στον παράδεχσο πολεμοιίν γενναχ'α καχ θυσχάζουν οχκεχοθελώς τη ζωή τους. Επομένως, φυλές με τέτοχου εχ'δους θρησκεχ'α έχουν ηερχσσότερες πχθανό-τητες να επχβχώσοιτν σε δχαφυλετχκές συρραξεχς, να αρπάξουτν τα ζώα της ηττημένης φυλής καχ να κάνοχχν παλλακχ'δες τχς αχχμάλωτες γιιναχ'κες της. Θχιγατρχκές φυλές αναπτύσσονταχ ραγδαχα από τον κύρχο κορμό τέτοχων ε-πχτυχημένων φυλών καχ εξαπλώνονταχ αναπτύσσοντας περχσσότερες θυ-γατρχκές φυλές, οχ οποχ'ες λατρεύοχιν όλες τον χ'δχο φυλετχκό θεό. Παρε-μπχπτόντως, η χδέα ότχ μχα ομάδα γεννά θχχ^ατρχκές ομάδες, όπως σμήνη μελχσσών ξεπετάγονταχ από την κυψέλη, δεν στερεχταχ βάσης. Ο ανθρωπο-λόγος Napoleon Chagnon χαρτογράφησε μχα τέτοχα δχάσπαση χωριών στην ιιολυσυζητημένη μελέτη του γχα τους Γχανομαμό, τον «άγρχο λαό» της νο-τχοαμερχκανχχαίς ζοχίγΐίλας.77
Ο Chagnon δεν είναι ιπιοστηρχκτής της επχλογής ομάδας, ούτε εγώ άλ-
196

λωστε. Εκφράζονται ισχυρότατες αντιρρήσεις επ' αυτού. Δεδομένου ότι συμμετέχω crtn διαμάχη, πρέιτει να προσέξω και να μην ξεφύγω από την κύρια ιτορεία του παρόντος βιβλίου. Μερχκοχ' βιολόγοι συγχέουν την αληθι-νή επιλογή ομάδας (εκείνη, λόγου χάριν στο υποθετικό παράδειγμά μου για το θεό του πολέμου) με κάτι άλλο το οτιοχ'ο ονομάξονν επιλογή ομάδας, αλ-λά με λεπτομερέστερη εξέταση αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επιλογή του συγγενούς ή για αμοιβαίο αλτρουχσμό (βλ. Κεφάλαιο 6).
Ακόμη και όσοι υποβαθμίζουν το ρόλο της επχλογής ομάδας δέχονται ότι είναι κατ' αρχήν δυνατή. To ερώτημα έγκειται στο κατά πόσο συνιστά σημαντική δύναμη στην εξέλιξη. Όταν συγκρίνεται με την ειπλογή σε κα-τώτερο εηίπεδο —όπως όταν η επιλογή ομάδας προβάλλεται ως εξήγηση για την ατομική αυτοθυσΐα—, υπερισχύει μάλλον η κατώτερου επχπέδου επιλογή. Στην υποθετική μας φυλή, φανταστεχ'τε κάποχον ιδιοτελή πολεμι-οτή σε ένα στρατό ότιου κυρχαρχοιίν οχ επχ'δοξοι μάρτυρες της ελευθερίας, πρόθυμοχ να ιιεθάνουν γχα τη φυλή και να κερδίσουν την ουράνχα αμοιβή. Καθώς δεν ρΐχνεταχ στην πρώτη γραμμή της μάχης μιας και θέλει να σώσει το κεφάλι του, οι πιθανότητες να καταλήξει με το μέρος των νικητών μεχ-ώνονται ελάχιστα. Η αυτοθυσία των συντρόφων του θα τον ωφελήσει ιτε-ρχσσότερο ατι' ό,τχ θα ωφελήσει κατά μέσον όρο τον καθένα από αυτούς, δχότχ θα είναι όλοι τους νεκροχ'. Έχεχ περχσσότερες πχθανότητες από τους άλλους να αναπαραχθεί, και τα γονίδχά του —υπεύθυνα για την άρνησή του να γίνει μάρτυρας— έχουν περισσότερες πιθανότητες να μεταδοθούν στην επόμενη γενεά. Συνεπώς, οι τάσεις για αυτοθυσία θα εχναι μειωμένες στχς μελλοντχκές γενεές.
Πρόκειταχ γχα απλοποχημένο υποθετικό παράδειγμα, αλλά φωτχ'ζει ένα μόνιμο πρόβλημα της επιλογής ομάδας. Οι θεωρι'ες εττιλογής ομάδας για την ατομχκή αχχτοθυσχ'α είναι πάντα ευάλωτες στην εκ των έσω υπονόμευ-ση: οι θάνατοι και οι αναπαραγωγές των ατόμων πραγματοποχοιίνταχ σε μχ-κρότερη χρονική κλίμακα και με μεγαλύτερη οχτχνότητα από τις ομαδικές εξαφανίσεις και διασχίσεις. Είναι βέβαια δυνατόν να σχεδχαστούν μαθημα-τικα μοντέλα που οδηγούν σε ειδικές συνθήκες στις οποίες η επιλογή ομά-δας ενδέχεται να αποβαίνει ισχυρή από εξελικτική άποψη. Οι ειδικές αυτές συνθήκες συνήθως δεν απαντούν στη Φύση, ωστόσο μπορεί να υποστηρι-χθεί ότι οι θρησκείες στις ανθρώπινες φυλετικές ομάδες ενισχύουν τέτοιες —κατά τα άλλα μη ρεαλιστικές— ειδικές συνθήκες. Πρόκειται για ενδχαφέ-ρουσα θεωρητχκή άποψη, αλλά εδώ δεν θα επιμείνω σε αυτή- θα αναγνωρΐ-σω μόνο ότι ο ίδιος ο Δαρβίνος, μολονότι συνήθως υποοτήριζε σθεναρα την επιλογή σε επνπεδο μεμονωμένου οργανισμού, πλησίασε πολύ στην ιδέα της επιλογής ομάδας όταν πραγματευόταν τχς ανθρώτιχνες φυλές:
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ θΡΗΣΚΕΙΑΣ
197
Εάν δύο φυλές πρωτόγονων ανθρώπων, που ζούσαν στην ίδια χώρα, άρχιζαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, και αν η μία φυλή περιλάμβα-νε (με όμοιες τχς υπόλοιπες συνθήκες) μεγαλύτερο αριθμό θαρραλέων, αλληλέγγυων και πιστών μελών, πάντα έτοιμων να ενθαρρύνουν τους άλλους απένανη οτον κίνδυνο, να βοηθήσουν και να υπερασπίσουν αλ-λήλους, τότε αυτή η φυλή αναμφίβολα θα επιτύγχανε καλύτερα και θα κατακτούσε την άλλη [...]. Οι ιδιοτελείς και οι εριστικοί δεν συσπειρώ-νονται, και χωρίς συσπείρωση τχ'ποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί. Αν μια φυλή διαθέτει τις παραπάνω ιδιότητες σε υψηλό βαθμό, θα επεκταθεί και θα νικήσει άλλες φυλές• στην πορεία του χρόνου, ωστόσο, κρίνο-ντας από όλη την ιστορία του παρελθόντος, θα καταβληθεί με τη σειρά της από κάποια άλλη, περισσότερο προικισμένη φυλή.78
Για να ικανοποιήσω τους ειδικούς βιολόγους που τυχόν διαβάζουν τούτες τις γραμμές, πρέπει να προσθέσω ότι ο Δαρβίνος δεν αναφερόταν αυστηρά στην επιλογή ομάδας, με την πραγματική έννοια της ανάδυσης θυγατρικών ομάδων από επιτυχημένες ομάδες με συχνότητα που μπορεί να μετρηθεί σε ένα μεταπληθυσμό ομάδων. Μάλλον εΐχε κατά νου φυλές με αλτρουιστι-κά συνεργάσιμα μέλη, οι οποίες επεκτείνονται και γίνονται περισσότερο πολυπληθείς. To μοντέλο του Δαρβχ'νου προσεγγίζει περισσότερο την εξά-πλωση του φαιού σκίουρου στη Βρετανία εις βάρος του ερυθρού: οικολογι-κή αντικατάσταση, όχι αληθινή επιλογή ομάδας.
Η θρησκεία ως παραπροϊόν
Εν πάση περιπτώσει, θα αφήσω πλέον κατά μέρος την επιλογή ομάδας και θα παραθέσω τη δική μου άποψη για τη δαρβινική επιβιωτική αξία της θρησκείας. Είμαι ένας από τους όλο και περισσότερους βιολόγους οι οποί-οι θεωρούν τη θρησκεία παραηροϊόν κάποιου άλλου φαινομένου. Γενχκότε-ρα πιστεύω ότι όλοι όσοι διατυπώνοντμε εικασίες σχετικά με τη δαρβινική επιβιωτική αξία είμαστε αναγκασμένοι να σκεπτόμαστε μήπως έχουμε να κάνουμε με ένα παραπροϊόν. Όταν ρωτάμε σχετικά με την επιβιωτική αξία οποιουδήποτε, ι'σως υποβάλλουμε λάθος ερώτηση —και μάλλον χρειάζεται να την αναδιατυπώσουμε με προσφορότερο τρόπο. Ίσως το χαρακτηρισπ-κό που μας ενδιαφέρει (εν προκειμένω η θρησκεΐα) δεν έχει άμεση επιβιω-τική αξία το ίδιο, αλλά είναι παραπροϊόν κάποιου άλλου το οποίο έχει. Θε-ωρώ χρήσιμο να εχσαγάγουμε την ιδέα του παροπροϊόντος με μια αναλογία από τον δικό μου επιστημονικό τομέα, τη συμπεριφορά των ξώων.
Μερικα νυκτόβια λεπιδόπτερα έλκονται από το φως των κεριών, και
198

τοχίτο δεν φαχ'νεταχ να συμβαχ'νεχ τυχαία: καταβάλλουν πράγματχ προσπά-θεχα να γχ'νουν παρανάλωμα του πυρός. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρχ'σου-με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά τους «αυτοκαταστροφχκή» καχ, με αυτή την προκλητχκή ονομασχ'α, να αναρωτηθοχίμε πώς εχναχ δχινατόν να την έχεχ εχτνοήσεχ η φυσχκή επχλογή. Θέλω όμως να τονχ'σω το εξής: πρέπεχ να ανα-δχατυτιώσουμε το ερώτημα πρχν καν ειτχχεχρήσοχιμε να δώσοχιμε μχα λογχκή απάντηση. Δεν πρόκεχταχ γχα τάση αυτοκτονχ'ας. Η φαχνομενχκή αχττοκτονχ'α εχ'ναχ η ακούσχα ανεπχθύμητη ενέργεχα ή το παραπροϊόν κάποχου άλλου πράγματος. Παραπροϊόν... τίνος; Λοχηόν, χδού μχ'α δχΛΌτότητα, η οποία θα βοηθήσεχ να εξηγήσουμε το ζήτημα.
Ο τεχνητός φωτχσμός εχσήχθη πρόσφατα στο νχπττερχνό σκηνχκό. Μέχρχ πρότχνος, τα μόνα φώτα που αντχ'κρχξε κανεχ'ς τη νύχτα ήταν η Σελήνη καχ τα άστρα. Βρχ'σκονταχ στο οπτχκό άπεχρο, οπότε οχ ακτχ'νες τους εχναχ HQ-ράλληλες. Αχπό τα καθχστά κατάλληλα γχα χρήση ως πυξχ'δες. Εχ'ναχ γνωστό ότχ τα έντομα χρησχμοποχοιτν ουράνχα αντχκεχ'μενα, όπως ο Ήλχος καχ η Σε-λήνη, γχα να κατευθχίνονταχ με ακρίβεχα σε ευθεχ'α γραμμή, καχ μποροχίν να χρησιμσποχήσοχτν την χδχα πυξχ'δα, με αντίθετο τρόπο, για την επχστροφή στην εστία τους ύστερα ατιό μχα εξόρμηση. To νευρχκό σιίστημα των εντό-μων έχει την χκανότητα να θετει έναν προσωρινό εμπειρικό κανόνα τού ε-ξής τύπου: «Ακολούθησε πορεχ'α τέτοχα ώοτε οχ φωτεχνές ακτχ'νες να προ-σπχ'πτουν στο ματχ σου υπό γωνχ'α 30 μοχρών». Εφόσον τα έντομα έχουν σχίνθετους οφθαλμούς (με ράβδους που εκτείνονται ακτινωτά από το κέ-ντρο του οφθαλμού σαν τα αγκάθχα ενός σκαντζόχοχρου), TOXJTO μπορεχ' πρακτχκά να σημαχνεχ κάτχ ατιλό: να δχατηρηθεχ' το φως σε μία οττγκεκρχμέ-νη ράβδο, ή ομματίδχο.
Αλλά η φωτεχνή ττυξχ'δα εξαρταταχ αποφασχστχκά από την παρουσχ'α του ουράνχου αντχκεχμένου στο οπτχκό άπεχρο. Αν αυτό δεν οχτμβαχνεχ, οχ ακτί-νες δεν εχ'ναχ παράλληλες, ολλά anoicAxvoxjv όπως οχ ακτχ'νες ενός τροχού. Ένα νευρχκό σύστημα το οποχο εφαρμόζεχ τον εμπεχρχκό κανόνα που υπα-γορεύεχ πορεχ'α υπό γωνία 30 μοχρών (ή οποχαδήποτε οξεχ'α γωνχ'α) προς έ-να κοντχνό κερχ, σαν να επρόκεχτο γχα τη Σελήνη στο οπτχκό άπεχρο, θα κα-τευθχίνεχ το έντομο, μέσω σπεχροεχδούς τροχχάς, στη φλόγα. Μπορεχ'τε να το σχεδχάσετε οχ ίδχοχ, με κάποχα οξεία γωνχ'α, λόγου χάρχν 30 μοχρών, καχ θα κατασκευάσετε μχα όμορφη λογαρχθμχιαί σπεχ'ρα που κατςχλήγει στο κερχ'.
Μολονότχ μοχραχ'ος εν προκεχμένω, ο παραπάνω εμπεχρχκός κανόνας εχ'-ναχ γενχκά αποτελεσματχκός, δχότι οχ περχπτώσεχς όπου τα έντομα αντχκρχ'-ζουν ένα κερί σπανχ'ζουν σε σχίγκρχση με τχς περχπτώσεχς όπου αντχκρίζοχτν τη Σελπνη. Δεν δίνουμε σημασία στα εκατοντάδες έντομα που σιωιιηλά καχ αποτελεσματχκά προσανατολχ'ξονταχ με τη βοήθεχα της Σελήνης ή ενός φω-τεχνού άστρου, ή ακόμη καχ της οχχνοφεγγχάς από μχα μακρχνή πόλη. Βλέ-
Ol ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
199
πουμε μόνο τις πεταλουδίτσες nou ατροβιλίζονται πάνω στο κερί μας και διατυπώνουμε τη λανθασμένη ερώτηση: Γιατί αυτοκτονούν όλες αυτές οι πεταλουδίτσες; Θα έπρεπε, αντιθέτως, να ρωτήσουμε γιατί έχουν νευρικά συστήματα προσανατολισμού βάσεχ διατήρησης μιας σταθερής γωνίας με τις φωτεινές ακτίνες —τακτική την οποία αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν α-ποτυγχάνει. Όταν αναδιατυπωθεί το ερώτημα, το μυστήριο διαλύεται. Δεν θα έπρεπε να το ονομάζουμε αυτοκτονία. Πρόκειται γχα παραπροϊόν δυσ-λειτουργΐας μιας συνήθως χρήσιμης πυξίδας.
Τώρα, ας εφαρμόσουμε την ιδέα του παραπροϊόντος στην ανθρώπινη θρησκευτική συμπεριφορά. Μεγάλο ποσοστό ανθρώπων —το 100% ενίο-τε— έχουν πεποιθήσεις καταφανώς αντίθετες με αποδεδειγμένα επιστημο-νχκά γεγονότα, καθώς και με ανταγωνισπκές θρησκείες άλλων. Οι άνθρωποι όχι μόνο διατηρούν αυτές τις πεποιθήσεις με παθιασμένη βεβαιότητα, αλλά επίσης αφιερώνουν χρόνο και πόρους οτις δαπανηρές δραστηριότη-τες τις οποίες συνεπάγονται. Πεθαίνουν ή σκοτώνουν για αυτές. Τούτο, φυσικά, μας καταπλήσσει —όπως ακριβώς μας κατέπλησσαν οι πεταλουδί-τσες με την «αυτοκαταστροφική συμπεριφορά» τους. Αμήχανοι, ρωτάμε γιατΐ. Αλλά και εδώ θέλω να πω ότι πιθανώς διατυπώνουμε λάθος ερώτη-ση. Η θρησκευτική συμπεριφορά ίσως συνιστά μια δυσλειτουργία, μια α-στοχία, το ατυχές παραπροϊόν μιας ιπιοκείμενης ψυχολογικής τάσης η ο-ποΐα σε άλλες συνθήκες είναι, ή ήταν κάποτε, χρήσιμη. Από την άποψη αυτή, η τάση την οποία ευνόησε η φυσική επιλογή στους προγόνους μας δεν ήταν η θρησκεία καθαυτήν• είχε κάποιο άλλο όφελος, και μόνο περι-στασιακά εκδηλώνεται ως θρησκευτική συμπεριφορά. Θα κατανοήσουμε τη θρησκευτική συμπεριφορά μόνο όταν τη μετονομάσουμε.
Εάν, λοιπόν, η θρησκεία αποτελεί παραπροϊόν, τότε τίνος παραπροϊόν είναι; Ποιο είναι το ανπ'στοιχο της συνήθειας των νυκτόβιων λεπιδοπτέρων να ιιροσανατολίξονται με ουράνιες φωτεινές πυξίδες; Ποιο είναι το πρω-ταρχικά πλεονεκτικό χαρακτηριστικό το οποίο μερικές φορές οδηγεί σε δυσλειτουργίες και παράγει θρησκεία; Θα εκφράσω την άποψή μου με ένα παράδειγμα, όμως πρέπει να τονίσω ότι πρόκειται μόνο για παράδειγμα του είδονς του πράγματος που εννοώ, και θα προχωρήσω σε τιαράλληλες προτάσεις άλλων. Επιμένω πολύ περισσότερο στη γενική αρχή ότι το ερώ-τημα πρέπει να τεθεί σωοτά —και να αναδιατυπωθεί, αν είναι αναγκαίο— παρά σε κάποια επιμέρους απάντηση.
Η ιδιαίτερη υπόθεσή μου αφορά παχδιά. Περισσότερο από κάθε άλλο εχ'-δος, επιβιώνουμε με τη βοήθεια της συσσωρευμένης εμπειρίας παλαιότε-ρων γενεών, και αυτή η εμπειρία πρέπει να μεταδοθεί στα παιδιά γχα την προστασία και την ευημερία τους. Θεωρητικά, τα παιδιά μπορούν να μά-θουν οπό την προσωπική τους εμπενρία ότι δεν πρέπει να πλησιάζουν πο-
200

λύ το χενλος ενός γκρεμού, να μη δοκιμάζουν άγνωστα κόκκινα μούρα, να μην κολυμπούν σε νερά γεμάτα κροκόδειλους. Αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότχ θα υιιάρχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στους παιδικούς εγκεφά-λους ιιου κατέχουν τον εξής εμπειρικό κανόνα: Πίστευε, χωρίς να ρωτάς, οτιδήποτε σου λένε οι μεγαλύτεροί σου. Να υπακούς τους γονείς σου• να υ-πακούς τους γέροντες της φυλής, ιδιαίτερα όταν μιλούν με σοβαρό, επιτα-κτικό τόνο. Να εμπιστεύεσαι τους μεγαλύτερούς σου χωρίς αντίρρηση. Αυ-τός ο κανόνας είναι γενχκά πολύτιμος για ένα παχδί. Αλλά, όπως συμβαΐνει με τα λεπιδόπτερα, μπορεί να οδηγήσει και σε ανεπιθύμητες συνέπειες.
Ποτέ δεν ξέχασα ένα τρομακτικό κήρυγμα, στο ιιαρεκκλήσι του σχολεί-ου μου όταν ήμουν μικρός. Βέβαια, το θεωρώ τρομακτικό εκ των υστέρων: εκεχνη την εποχή, το παιδικό μου μυαλό το δέχτηκε όπως το εννοούσε ο ιεροκήρυκας. Μας διηγήθηκε μια ιστορία για ένα λόχο στρατιωτών που έ-καναν γυμνάσια δίπλα σε μια σΐδηροδρομική γραμμή. Κάποια στιγμή, απο-σπάστηκε η προσοχή του λοχία, και δεν έδωσε την εντολή να σταματή-σουν. Οι στρατιώτες είχαν εκπαιδευτεί να είναι τόσο πολύ ευπειθείς ώστε συνέχισαν να βαδΐζουν κατευθείαν πάνω στο τρένο που ερχόταν. Τώρα, φυσικά, δεν ιιιστεύω την ιστορία και ελπίζω να μην την πίστευε και ο ιερο-κήρυκας. Αλλά την πιστευα όταν ήμουν εννέα ετών, διότι την άκουγα από έναν σεβάσμιο ενήλικα. Ο δε ιεροκήρυκας, είτε το πίστευε είτε όχι, επιθυ-μούσε εμείς τα παιδιά να θαυμάζουμε και να έχουμε ως πρότυπο τη δουλι-κή καχ χωρΐς αντίρρηση υπακοή των στρατιωτών στην οσοδήποτε εξωφρε-νική διαταγή μιας προσωπικότητας με κύρος. Όσον αφορά εμένα, νομίζω ότι όντως τη θαυμάζαμε. Ως ενήλικας, μου φαίνεται σχεδόν αδύνατο να δεχτώ ότι ο παιδικός μου εαυτός αναρωτιόχαν εάν θα είχα το θάρρος να εκτελέσω το καθήκον μου βαδίζοντας προς το τρένο. Έτσι όμως αισθανό-μουν, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Προφανώς το κήρυγμα μου έκανε βαθιά ε-ντύττωση, αφού το θυμήθηκα και σας το διηγήθηκα.
Βέβαια, δεν πιστεύω ότι ο ιεροκήρυκας μας μετέδιδε ένα θρησκευτχκό μήνυμα. Μάλλον ήταν στρατιωτικό παρά θρησκευτχκό, στο πνεύμα του ποι-ήματος Charge of the Light Brigade (Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας) του Tennyson, στο οποίο μπορούσε κάλλιστα να είχε αναφερθεί:
«Ελαφρά Ταξιαρχΐα, εμπρός!»
Υπάρχει μεταξύ σας κανείς δειλός;
Όχι, οι στρατιώτες δεν απειθούν
Ακόμη κι όταν λάθος τούς διοικούν:
Δουλειά τους δεν είναι να απαντούν,
Δουλειά τους δεν εΐναι να αναρωτηθούν,
Δουλειά τους εχναι μόνο να σκοτώσουν και να σκοτωθούν:
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ θΡΗΣΚΕΙΑΣ
201
Στην κοιλάδα του Θανάτου, εξακόσια παλικάρια Όρμησαν σαν τα λιοντάρια.
(Μΐα από τις παλαχότερες, γεμάτες παράσιτα ηχογραφήσεχς της ανθρώπι-νης φωνής που έγιναν ποτέ εΐναι του ίδιου του λόρδου Tennyson καθώς διάβαζε αυτό το ποίημα, και η υπόκωφη απαγγελία, μέσα από μια μακριά, σκοτεινή σήραγγα από τα βάθη του παρελθόντος, φαντάζει απόκοσμα ται-ριαστή.) Από την άποψη της ανώτατης διοίκησης, θα ισοδυναμούσε με τρέ-λα να επιτραπεί σε κάθε μεμονωμένο στρατιώτη να κρίνει πότε θα υπα-κούει τις διαταγές και πότε όχι. Τα κράτη των οποίων οι στρατιώτες δρουν με δική τους πρωτοβουλία —αντί να υτιακούουν σε εντολές— συνήθως χάνουν τους πολέμους. Από την άποψη του κράτους, τούτο παραμένει κα-λός εμπεχρικός κανόνας, έστω κι αν μερικές φορές οδηγεί σε επιμέρους κα-ταστροφές. Οι στρατιώτες εκπαιδεύονται έτσι ώστε να μεταβληθούν όσο το δυνατόν περισσότερο σε αυτόματα ή ιπιολογιστές.
Οι υπολογιστές κάνουν ό,τι τους πούμε. Υπακούουν δουλικά οποιαδή-ποτε εντολή τούς δοθεί στη γλώσσα προγραμμσπσμού τους. Αυτός είναι ο λόγος που κάνουν χρήσιμα πράγματα όπως η επεξεργασία κειμένου και οι υπολογισμοί λογισπκών φύλλων. Αλλά το αναπόφευκτο παραπροϊόν είναι ότι υπακούουν και κακές εντολές με τον ίδιο αυτοματισμό. Δεν μπορούν να διακρΐνουν εάν μια εντολή θα έχει καλό ή κακό αποτέλεσμα. Απλώς υπα-κούουν, όπως υποτίθεται ότι πρέπει να κάνοντν οι οτρατιώτες. Εκείνο που καθισιά τους υπολογιοτές χρήσιμους είναι η υπακοή τους χωρίς αντιρρή-σεχς, και το ίδιο ακριβώς τους καθιστά αναπόφευκτα ευάλωτους σε «ιούς» και «σκουλήκια». Ένα κακόβουλο λογισμικό που λέεχ «Αντίγραψέ με και στείλε με σε κάθε διεύθυνση που βρίσκεις σε αυτό τον σκληρό δΐσκο» θα εκτελεστεί, και κατόπχν θα εκτελεστεί πάλι από τους υπολογιοτές στους οποίους απευθύνεται, σε μια εκθετικά εξελισσόμενη δχαδχκασΐα. Είναι δύ-σκολο, ίσως αδύνατο, να σχεδιαστεί ένας υηολογιστής υπάκουος και ταυ-τόχρονα άτρωτος στις μολύνσεις.
Έπειτα από όσα είπα, θα έχετε καταλάβει το επιχείρημά μου σχετικά με τους παχδικούς εγκεφάλους και τη θρησκεία: η φυσική επιλογή οικοδομεί παιδικούς εγκεφάλους με την τάση να πιστεύουν οτιδήποτε τους λένε οι γονείς τους και οι γέροντες της φυλής. Μια τέτοια εσπειθής υπακοή έχει τεράστια σημασία για την επιβίωση: είναι ανάλογη με τον προσανατολισμό του εντόμου μέσω της Σελήνης. Ωστόσο, η άλλη όψη της ευπειθούς υπα-κοής είναι η δουλική ειπιιοτία, με αναπόφευκτο παραπροϊόν την ευπάθεια σε μολύνσεις από ιούς του νου. Για θαυμάσιους λόγους σχετικούς με τη δαρβινική επιβίωση, οι παιδικοί εγκέφαλοι έχουν ανάγκη να εμπιστεύονται τους γονείς και όσους γηραιότερους ιχποδεικνύουν οι γονεΐς. Αυτόματη συ-
202
Η ΠΕΜ θΕΟΥ ΑΥΤΛΠΑΤΗ
νέπεια αυτού είναι ότι όποιος εμπιστεύεται αδυνατεί να διακρίνει την καλή από την κακή συμβουλή: To παιδί δεν μπορεί να γνωρίζει ότι η συμβουλή «Μην τσαλαβουτάς στη γεμάτη κροκόδειλους λίμνη» είναι καλή, αλλά η συμβουλή «Πρέπει να θυσχάσεις μια κατσίκα όταν είναι πανσέληνος, αλ-λιώς δεν θα έρθουν οι βροχές» είναι στην καλύτερη περίπτωση σιιατάλη χρόνου και κατσικιών. Και οι δύο νουθεσίες μοιάζουν άξιες εμπιστοσύνης. Και οι δύο προέρχονται από σεβαστή πηγή και διατυπώνονται με επίσημη σοβαρότητα η οποία εμπνέει σεβασμό και απαιτεί υπακοή. To ίδιο ισχύει γχα προτάσεχς σχετικά με τον Κόσμο, την ηθικότητα και την ανθρώπινη φύση. Και, πιθανότατα, όταν το παιδί μεγαλώσει και αποκτήσει δχκά του παιδιά, είναχ φυσιολογικό να τους τα μεταδώσει όλα —τόσο τα ανόητα όσο καχ τα λογχκά—, με την ίδια μεταδοτική σοβαρότητα.
Σύμφωνα με το παραπάνω μοντέλο, θα πρέπει να περχμένουμε ότ\, σε διαφορετχκές γεωγραφικές περιοχές, διαφορετχκές αυθαίρετες πεποιθήσεις —με καμΐα βάση επΐ γεγονότων— θα μεταδίδονται από γενεά σε γενεά και θα γίνονται εξίσου πιστευτές ως χρήσιμα δείγματα παραδοσιακής σοφίας, όπως η πεποίθηση ότι η κοπριά είναι καλή για τη σοδειά. Πρέιιει επίσης να αναμένουμε ότι προλήψεις και άλλες αβάσιμες πεποιθήσεις θα εξελιχθούν τοπικά —μεταβαλλόμενες διαμέσου των γενεών— είτε με τυχαία γενετική παρέκκλιση είτε με κάποιο ανάλογο της δαρβινικής επιλογής, αναδεικνύο-ντας τελικά ένα μοτίβο σημαντικής απόκλισης από τον κοινό πρόγονο. Οι γλώσσες απομακρύνονται από μια κοινή καταγωγή με την πάροδο του χρό-νου και τη γεωγραφική απομόνωση (θα επιστρέψω σε τούτο το ζήτημα στη συνέχεια). To ίδιο φαίνεται να ισχύει για αβάσιμες και αυθαίρετες πεποιθή-σεις και απαγορεύσεις, οχ οποίες μεταδίδονται από γενεά σε γενεά —πε-ποιθήσεις ευνοημένες ίσως από τη χρήσιμη ικανότητα προγραμματισμού του παιδικού εγκεφάλου.
Οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν πλήρη επίγνωση τόσο της τρωτόχητας του παιδικού εγκεφάλου όσο και της σημασίας της κατήχησης εξ απαλών ονύχων. Η καυχησιολογΐα του ιησουίτη, «Δώσε μου το ετιτάχρονο παιδί σου, και θα σου το φέρω άνθρωπο», δεν παύει να είναχ ακριβής (ή απειλητχκή) μολονότι κοινότοπη. Πιο πρόσφατα, ο James Dobson, ιδρυτής του σύγχρο-νου επονείδιστου κινήματος «Επικεντρώσου στην Οικογένεια» (Focus on the Familly),* γνωρίζει εξίσου καλά την αρχή: «Εκείνοι που ελέγχουν τη δχδασκαλία των παιδιών και τις εμπειρίες τους —τι θα βλέπουν, τι θα α-
* Γέλασα όταν διάβασα τη φράση «ειπκεντρώσου στη δική σου καταραμένη οικογένεια» σε ένα αυτοκόλλητο πάνω σε κάποιο αυτοκι'νητο στο Κολοράντο, αλλά τώρα μου φαι'νε-ται λιγότερο αστει'ο. Κάποια παιδιά ίσως πρέπει να προστατευθούν από την κατήχηση των ίδιων των γονέων τους (βλ. Κεφάλαιο 9).
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ θΡΗΣΚΕΙΑΣ
203
κούνε, πώς θα σκέπτονται και σε τι θα πιστεύουν— θα καθορίσουν τη μελ-λοντική πορεία του έθνους».79
Θυμηθείτε όμως: η συγκεκριμένη πρότασή μου σχετικά με τη χρήσιμη ευπιστία του παιδικού νου αποτελεί μόνο ένα παράδειγμα του είδους της κατάστασης η οποία αντιστοιχεί πιθανόν crtov προσανατολισμό των εντό-μων με τη βοήθεχα της Σελήνης ή των άστρων. Ο ηθολόγος Robert Hinde, στο Why Gods Persist (Γιατί επιμένουν ox θεοί), και οι ανθρωπολόγοι Pascal Boyer, στο Religion Explained, και Scott Atran, στο In Gods We Trust, έχουν προβάλει ανεξάρτητα τη γενική εικόνα της θρησκείας ως παραπροϊόντος κανονικών ψυχολογικών προδιαθέσεων —πολλών παραπροίόντων, θα έλε-γα, διότι οι ανθρωπολόγοι ενδιαφέρονται ιδχαίτερα να τονίσουν την ποικι-λία των θρησκειών παγκοσμίως καθώς και τα κοινά τους σημεία. Τα ευρή-ματα των ανθρωπολόγων μάς φαίνονται παράδοξα επειδή απλώς μας είναι ανοίκεια. Όλες οι θρησκευτχκές πεποιθήσεις φαίνονται παράδοξες σε ό-σους δεν ανατράφηκαν με αυτές. Ο Boyer ετησκέφθηκε και μελέτησε τους Φανγκ τού Καμερούν, οχ οποίοι πιστεύουν
ότι οχ μάγισσες έχουν ένα επιπλέον εσωτερικό ζωόμορφο όργανο με το οποι'ο πετούν τις νύχτες και καταστρέφουν τη σοδειά άλλων ανθρώ-πων ή δηλητηριάζουν το αίμα τους. Φημολογείται επίσης ότχ αυτές οχ μάγισσες συγκεντρώνονται μερικές φορές για τεράστια φαγοπότια, ό-που καταβροχθίζοντν τα θύματά τους και σχεδιάζουν μελλοντικές επχ-θέσεχς. Πολλοχ' θα σας πουν ότχ ο φχ'λος ενός φχ'λου εχ'δε πράγματχ μάγχσσες να πετοχίν τη νύχχα πάνω από το χωρχό, καθχσμένες σε ένα μπανανόφυλλο καχ εξακοντχ'ζοντας μαγχκά βέλη σε δχάφορα ανχίποητα θχίματα.
Ο Boyer σντνεχχ'ζεχ με ένα προσωπχκό περχστατχκό:
Ανέφερα αυτήν καχ άλλες εξωτχκές χστορχ'ες στη διάρκεχα ενός δεχ'πνου σε ένα κολέγχο του Καχ'μπρχτζ, όταν κάποχος από τους καλεσμένους μας, δχακεκρχμένος θεολόγος τού Καχ'μπρχτζ, γύρχσε και μου εχ'πε: «Νά τχ κάνεχ την ανθρωπολογχ'α τόσο ονναρπασπιαί αλλά καχ τόσο δύσκολη: Πρέιτει να εξπγείτε πώς οι άνθρωποι μπορούν να πιστεύονν τέτοιες ανοη-σίες».Έμε\να εμβρόντητος. Η συζήτηση προχώρησε πρχν προλάβω να σκεφθώ μχα κατάλληλη απάντηση —κάτχ σχετχκό με τσαγχέρες και κα-τσαρόλες.
Αν υποθέσουμε ότι ο θεολόγος τού Καίμπριτζ ήταν παραδοσιακός χριστχα-νός, θα πίστευε πιθανόν σε κάποιο σντνδυαομό των εξής:
204

• Την εποχή των προγόνων, ένας άντρας γεννήθηκε από παρθένο μητέρα χωρίς τη συμμετοχή βιολογικού πατέρα.
• Ο ίδιος απάτωρ άντρας είπε κάποτε «βγες έξω» σε ένα φίλο του ονόμα-τι Λάζαρο, ο οποίος ήταν νεκρός αρκετές ημέρες και είχε αρχίσει να μυ-ρίζει άσχημα, και ο Λάζαρος αναστήθηκε αμέσως.
• Ο απάτωρ άντρας επανήλθε ο ίδιος στη ζωή τρεις ημέρες μετά την ταφή του.
• Σαράντα ημέρες αργότερα, ο απάτωρ άντρας ανέβηκε στην κορυφή ενός λόφου και «ανελήφθη» στους ουρανούς.
• Αν σιγομουρμουρίσεις κάτι ή ακόμπ και αν το πεις από μέσα σου, ο απά-τωρ άντρας και ο «πατέρας» του (ο οποίος συμτιίπτει με τον ίδιο) θα ει-σακούσει τις σκέψεις σου και ίσως δράσει αναλόγως.Έχει την ικανότη-τα να ακούει ταυτοχρόνως τις σκέψεις όλων των ανθρώπων στον κόσμο.
• Ό,τι και να κάνεις, κακό ή καλό, ο ίδιος απάτωρ άντρας τα βλέπει όλα, έστω κι αν δεν τα βλέπει κανείς άλλος. Μπορείτε να ανταμειφθείτε ή να τιμωρηθείτε αναλόγως, ακόμη και μετά θάνατον.
• Η παρθένος μητέρα του απάτορος άντρα δεν πέθανε ποτέ, αλλά το σώ-μα της «μετέστη» στους ουρανούς.
• To ψωμί και το κρασί, εάν ευλογηθούν από ιερό πρόσωπο (το οποίο πρέ-ιτει απαραιτήτως να διαθέτει όρχεις), «γίνονται» το σώμα και το αίμα του απάτορα άντρα.
Τι νόημα θα έβγαζε από όλα αυτά ένας αντικειμενικός ανθρωπολόγος που θα συναντούσε για πρώτη φορά τοχίτες τις πεποιθήσεις εάν έκανε εργασία πεδίου οτο Καίμπρχτζ;
Ψνχολογίκά προόιατεθειμένοί για θρησκεία
Η ιδέα των ψυχολογικών παραπροϊόντων απορρέει, φυσχκά, από τον σημα-νπκό και αναπτυσσόμενο τομέα της εξελικτικής ψνιχολογίας.80 Οι εξελικτι-κοί ψυχολόγοι εκφράζουν την άποψη ότι, ακριβώς όπως το μάτι είναι ένα εξελχγμένο όργανο για την όραση και η φτερούγα ένα εξελιγμένο όργανο για την πτήση, έτσι και ο εγκέφαλος συγκροτεΐται από μια συλλογή οργά-νων (ή «λειτουργικών μονάδων») ώστε να αντιμετωπίζει πολλές εξειδικευ-μένες ανάγκες επεξεργασίας δεδομένων. Μια λειτουργική μονάδα ασχολεί-
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
205
ται με τη συγγένεια, μια άλλη με τις αμοιβαΐες ανταλλαγές, κάποια άλλη με την ενσυναίσθηση κ.λπ. Η θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί παραπροϊόν δυ-σλειτουργίας αρκετών από αυτές τις λειτουργικές μονάδες —για παράδειγ-μα, των λειτουργικών μονάδων για τη διαμόρφωση θεωριών σχετικών με άλλους τρόπους σκέψης, για το σχηματχσμό συμμαχιών και για τις διακρΐ-σεις υπέρ των ημετέρων και κατά των ξένων. Καθένα από αυτά θα μπορού-σε να θεωρηθεί το ανθρώπινο ισοδύναμο του προσανατολισμού των εντό-μων με τη βοήθεια της Σελήνης, ευάλωτου σε δυσλειτουργίες με τον ίδιο τρόπο που πρότεινα και για την ευπιοτία της παιδικής ηλικΐας. Ο ψυχολό-γος Paul Bloom, ένας ακόμα ιπιοοτηρικτής της άποψης πως «η θρησκεία είναι παραπροϊόν», επισημαίνει το γεγονός ότι τα παιδιά έχουν φυσική τάση προς μια δνϊστική θεωρία του νου. Η θρησκεία, κατά την άποψή του, αποτελεί παραπροϊόν ενός τέτοιου ενστικτώδους δυϊσμού. Θεωρεί ότι ε-μείς οι άνθρωποι, και χδιαίτερα τα παιδιά, είμαστε γεννημένοι δυϊστές.
Ο δυϊστής αποδέχεται μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ύλης και νου. Ο μονιστής, ανπθέτως, πιστεύει ότι ο νους αποτελεί εκδήλωση της ύλης —του υλικού μέρους ενός εγκεφάλου ή ίσως ενός υπολογιστή— και δεν μπορεΐ να υπάρχει χωριστά από την ύλη. Ο δυϊστής πιστεύει ότι ο νους εί-ναι κάποιο είδος ϊΐνεύματος το οποίο ενοικεζ'στο σώμα• εννοείται επομένως ότι μπορεί να αφήσει το σώμα και να υπάρξει κάπου αλλού. Οχ δυϊστές πρόθυμα ερμηνεύουν τχς ψυχικές νόσους ως «κατάληψη από δχαβόλους», από πνεχίματα που εδρεύουν προσωρχνά στο σώμα, οπότε μποροχίν να «α-ποβληθοχίν». Οχ δυϊστές προσωποποχοχίν άψυχα φυσχκά αντχκεχ'μενα με την παραμχκρή ευκαχρία, βλέποντας πνεύματα καχ δαίμονες ακόμη και στους καταρράκτες ή στα σύννεφα.
To μυθιστόρημα Vice Versa (Αντιστρόφως) του F. Anstey, χρονολογούμε-νο από το 1882, έχει ααψαλώς νόημα για ένα δυϊστή, αλλά πρέπει να είναι ολοκληρωτακά ακατανόητο για έναν πεπεισμένο μονιστή όπως εγώ. Ο κύ-ριος Bultitude και ο γχος του ανακαλιίπτουν μυστηρχωδώς ότι έχουν ανταλ-λάξει τα σώματά τους. Ο πατέρας, προς μεγάλη χαρά του γιου, είναι υπο-χρεωμένος να πηγαίνει οτο σχολεΐο με το σώμα του γιου του• ενώ ο γιος, με το σώμα του πατέρα, σχεδόν καταστρέφει την πατρική επιχείρηση με τις ανώριμες αποφάσεις του. Παρόμοιο θέμα πραγματεύεται ο P.G. Wodehouse στο Laughing Gas (To αέρχο του γέλιου), όπου ο μαρκήσιος Havershot καχ ένας ανήλικος κινηματογραφικός αστέρας ναρκώνονται ταυτόχρονα σε γει-τονικές οδοντιατρικές πολυθρόνες και ξυπνοιίν έχοντας ανταλλάξει σώμα-τα. Και εδώ, η πλοκή έχει νόημα μόνο για ένα δυϊστή. Πρέπει VQ σπάρχει κάτι που αντιστοιχεί στον μαρκήσιο Havershot αλλά δεν αποτελεί τμήμα του σώματός του —πώς αλλιώς θα μπορούσε να ξυπνήσει μέοα στο σώμα ενός παιδιού;
206

Όπως οι περχσσότεροχ ετηστήμονες, δεν είμαι δυϊστής, ωστόσο μπορώ να απολαύσω το Vice Versa καχ το Laughing Gas. Ο Paul Bloom θα έλεγε ότι τούτο συμβαίνει διότι, παρόλο που έχω μάθει να είμαχ διανοητικά μονχ-στής, ανήκω στο ανθρώπινο είδος και συνεπώς έχω εξελιχθεί ως ενσπκτώ-δης δυϊστής. Η ιδέα ότι υπάρχεχ ένα εγώ κουρνιασμένο κάπου πίσω από τα μάτια μου και ικανό, τουλάχιστον στα μυθιστορήματα, να μεταναοτεύοει οτο κεφάλχ κάποιου άλλου, εχ'ναχ βαθιά ριζωμένη μέσα μου καχ σε όλα τα ανθρώπινα όντα, όσο κι αν αποδεχόμαστε το μονισμό. Ο Bloom υποστηρχ-ξει τη θεωρχ'α του με πεχραματχκά στοχχεχ'α ότχ τα παχδχά έχουν περχσσότε-ρες πχθανότητες να εχ'ναχ δυ'χ'στές απ' ό,τχ οχ ενήλχκες —χδχαχ'τερα τα πολύ μχκρά παχδχά. Τοχίτο χπτοδηλώνεχ ότχ στον εγκέφαλο έχεχ αναπτχιχθεχ' μχα τάση προς το δυ'χσμό καχ, σχίμφωνα με τον Bloom, δημχουργεχ' τη φυσχκή προδχάθεση να υχοθετονίμε θρησκεχχπκές χδέες.
Ο Bloom θεωρεχ' επίσης ότχ έχουμε την εγγενή προδχάθεση να εχ'μαστε δημχουργχστές. Η φυσχχαί επχλογή «δεν έχεχ δχαχσθητχκό νόημα». Τα παχδχά τεχ'νουν να αποδχ'δοχτν σκοπούς στα πάντα, όπως μας λέεχ η ψχιχολόγος Deborah Keleman στο άρθρο της «Are children "intuitive theists"?» (Εχ'ναχ τα παχδχά «δχαχσθητχκά θεϊστές»;).81 Τα σχίννεφα χχπάρχουν «γχα να βρέχοχιν». Οχ μυτεροί βράχοχ χπιάρχουν «γχα να ξχίνονται τα ζώα όταν έχουν φαγού-ρα». Η απόδοση σκοπού στα πάντα ονομάζεταχ τελεολογχ'α. Τα παχδχά α-σπάζονταχ εκ γενετής την τελεολογχ'α, καχ πολλοχ' δεν απαλλάσσονταχ από αυτήν οχχχε όταν μεγαλώσοχΑ^.
Ο εκ γενετής δυ'χ'σμός καχ η εκ γενετής τελεολογχ'α μάς προδχαθέτοχΓν, σε κατάλληλες συνθήκες, γχα τη θρησκεχ'α, όπως ακρχβώς η αντίδραση του λε-πχδοπτέρου στη φωτεχνή πυξχ'δα το προδχαθέτεχ γχα ακούσχα «αχηοκτονχ'α». Ο εγγενής δυ'χ'σμός μας μάς προετοχμάζεχ να πχστεύουμε σε μχα «ψιτχή» η οποχ'α μάλλον ενοχκεχ' crto σώμα παρά αποτελεχ' αναπόσπαστο τμήμα του. Ειίκολα λοχηόν μηοροχίμε να φανταστοχίμε ότχ ένα τέτοχο πνειίμα μεταβαχ'-νεχ κάπου αλλού μετά το θάνατο του σώματος. Επίσης, εύκολα μτιοροχίμε να δχανοηθούμε την χίπαρξη μχας θεότητας ως καθαρού πνεύματος —όχχ ως αναδυόμενη χδχότητα πολχίπλοκης ύλης, αλλά ως κάτχ που υπάρχεχ ανε-ξάρτητα αηό την ύλη. Εχ'ναχ ακόμη πχο προφανές ότχ η παχδχκή τελεολογχ'α μάς προετοχμάζεχ γχα τη θρησκεχ'α. Εάν όλα έχουν ένα σκοτιό, τχ'νος εχ'ναχ ο σκοπός; Του Θεού, φυσχκά.
Ποχο εχ'ναχ όμως το αντχ'στοχχο της χρησιμότητας της φωτεχνής πυξχ'δας του εντόμου; Γχατχ' άραγε ευνόησε η φυσχιαί εηχλογή το δυ'χ'σμό καχ την τε-λεολογχ'α στους εγκεφάλους των προγόνων μας καχ των παχδχών τους;Έως αυτό το σημεχ'ο, η παρουσχ'αση της θεωρχ'ας περχ' «εγγενώς δυ'χ'στών» έχεχ απλώς υποθέσεχ ότχ οχ άνθρωποχ υχοθετοχίν το δυϊσμό καχ την τελεολογία εκ γενετής. Ποχο όμως εχ'ναχ το δαρβχνχκό πλεονέκτημά τους; Η πρόβλεψη
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ βΡΗΣΚΕΙΑΣ
207
της συμπερχφοράς των όντων του κόσμου μας είναι σημαντική για την ετπ-βίωσή μας —και, όπως θα περιμέναμε, η φυσική επιλογή έχει διαμορφώσει τους εγκεφάλους μας έτσι ώστε να το επιτυγχάνουν με αποτελεσματικότη-τα και ταχύτητα. Μήπως ο δυϊσμός και η τελεολογία μάς εξυπηρετούν σε κάτι τέτοιο; Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την υπόθεση αν ανατρέξουμε σε ό,τι ο Daniel Dennett έχει ονομάσει προθετική στάση.
Ο Dennett έχει προτει'νει μια χρήσιμη τριπλή ταξινόμηση των «στάσεων» που υιοθετούμε στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε —και άρα να προ-βλέψουμε— τη συμπεριφορά οντοτήτων όπως τα ζώα, οι μηχανές ή οι ό-μοιοί μας:82 είναι η φυσική στάση, η στάση του σχεδίου και η προθετική στάση. Η φυσική στάση λειτουργεί πάντα κατ' αρχήν, διότχ σε τελική ανάλυ-ση τα πάντα υποτάσσονται στους νόμους της φυσικής. Εντούτοις, η νοητι-κή επεξεργασία υτιό το πρίσμα της φυσικής στάσης ενδέχεται να είναι πολύ αργή: εάν καταπιαστούμε με τον υπολογισμό όλων των αλληλεπιδράσεων των κινητών μερών ενός σύνθετου ανπκειμένου, η πρόβλεψη της συμπερι-φοράς του πιθανότατα θα γίνει «κατόπιν εορτής». Για κάθε ανπκείμενο το οποίο έχει πράγματι σχεδιαστεί, όπως ένα πλυντήριο ή μια βαλλίστρα, η στάση τον οχεδίον είναι μια οικονομική συντόμευση. Μπορούμε να προβλέ-ψουμε πώς θα οαιμπεριφερθεί το αντικείμενο παρακάμπτοντας τη φυσηαί και ετπκαλούμενοι κατευθείαν το σχέδιο. Όπως λέει ο Dennett,
Σχεδόν όλοι μπορούν να προβλέψουν πότε θα σημάνει ένα ξυπνητήρι, ακόμη και με την mo εηιφανειακή επιθεώρηση της όψης του. Δεν γνω-ρίζουμε —ούτε και ενδιαφερόμαστε να μάθουμε— εάν κουρδΐζεται με ελατήριο, εάν λειτουργεί με συσσωρευτή ή με το φως του Ήλιου, εάν έχει κατασκευαστεί με ορειχάλκινους τροχούς και ρουμπχνια ή με μι-κροτσίπ πυριτίου —υποθέτουμε απλώς ότι έχει σχεδιαστεί για να ση-μαίνει την ώρα στην οποία ρυθμίζεται.
Τα έμβια όντα δεν έχουν σχεδιαστεί, αλλά η δαρβινική φυσική επιλογή επχτρέπει να εφαρμοστεί μια εκδοχή της στάσης του σχεδίου και σε αυτά. Λόγου χάριν, συντομεύουμε τη διαδικασία κατανόησης της καρδιάς εάν υ-ποθέσουμε ότι έχει «σχεδιαστεί» για να αντλεί αίμα. Ο Karl von Frisch οδη-γήθηκε crtn διερεύνηση της έγχρωμης όρασης των μελισσών (σε πείσμα της παραδοσιακής άποψης ότι έχουν αχρωματοψία), διότι υπέθεσε ότι τα ζω-ηρά χρώματα των ανθέων είχαν «σχεδιαστεί» για να τις προσελκύουν. Τα εισαγωγικά μπαίνουν για να αποτρέψουν κακόπιστους δημιουργιστές να ι-σχυριστούν ότι ο μεγάλος αυστριακός ζωολόγος ανήκει σε αυτούς. Εννοεί-ται ότι εκείνος ήταν αξιοθαύμαστα ικανός να μεταφράσει τη στάση του σχεδίου σε κατάλληλους δαρβινικούς όρους. »
208

Η προθετική στάση συνκπά επχ'σης συντόμευση, αλλά καλύτερη αιιό τη στάση του σχεδίου.Ένα ον δεν υποτίθεται απλώς ότχ έχει σχεδιαστεί για κάποιο σκοπό, αλλά ότι αποτελεί, ή περιέχει, έναν ενεργό παράγοντα με •προθέσεις οχ οποίες καθοδηγούν τχς πράξεχς του. Αν έρθετε αντιμέτωποι με μια τίγρη, καλά θα κάνετε να μην καθυστερήσετε να προβλέψετε την πχθα-νή συμιιεριφορά της. Μη νοιαοτείτε γχα τις φυσικές αρχές που διέπουν τα μόριά της και ξεχάστε το σχέδιο των μελών της, των νυχιών και των δο-ντιών της. To αχλουροεχδές προτίθεται να σας καταβροχθχ'σεχ και θα χρησχ-μοποιήσει τα μέλη, τα νυχια και τα δόντια του με ευκινησία καχ εφευρετχ-κότητα ώστε να πραγματοττοχήσεχ την ηρόθεσή του. Ο ταχχχτερος τρόπος να μαντέψετε τη συμπερχφορά του εχ'ναχ VQ ξεχάσετε τη φυσχκή καχ τη φυ-σχολογχ'α καχ να επχκεντρωθεχ'τε κατευθεχ'αν στχς επχθετχκές προθέσεχς του. Σημεχώστε ότχ, ότιως ακρχβώς η οτάση του σχεδχ'ου λεχτουργεί τόσο γχα πράγματα που δεν έχοχ^ όντως σχεδχαστεί όσο καχ γχα πράγματα που έ-χουν σχεδιαοτεί, έτσι και η προθετχκή οτάση λειτουργεί για πράγματα που δεν έχουν σκόπχμες ουνεχδητές προθέσεχς αλλά καχ γχα όσα έχουν.
Θεωρώ εντελώς λογχκό να χπιοθέσουμε ότχ η προθετχκή στάση έχεχ ε-ιιιβιωτική αξία ως εγκεφαλικός μηχανισμός ο οποίος επιταχιίνει τη λήψη αποφάσεων σε δύσκολες περχστάσεχς καχ σε κρίσχμες κοχνωνχκές καταοτά-σεχς. Δεν εχναχ εξίσου άμεσα σαφές ότχ ο δυϊσμός αποτελεχ' αναγκαίο ουνα-κόλουθο της προθετικής στάσης. Δεν θα επχμεχ'νω σε τοιχτο το ζήτημα εδώ, ωστόσο νομχ'ζω ότχ θα μπορούσε να υποστηρχχθεί πως κάττοιου εχ'δους θε-ωρία γχα άλλους τρόπους σκέψης, η οποία εύλογα θα χαρακτηρχζόταν δυϊ-στχκή, ίσως να βρχ'σκεταχ πχ'σω από την προθετχκή στάση —χδχαίτερα σε πε-ρχ'πλοκες κοχνωνχκές καταστάσεχς, καχ εχδχκότερα εκεχ' όπου ιτπεχσέρχεταχ η ανώτερον βαθμού ττροθετικότητα.
Ο Dennett αναφέρεταχ σε τρίτου βαθμον προθετίκότητα (ο άντρας πχ'στευε ότχ η γυναχ'κα γνώρχζε πως την ήθελε), τέταρτον βαθμον (η γυναχκα κατάλα-βε ότι ο άντρας πχ'στευε πως η γυναίκα γνώριζε ότι την ήθελε), ακόμη καχ πέμπτον βαθμον προθετχκότητα (ο σαμάνος μάντεψε ότχ η γχ^αχ'κα κατάλα-βε πως ο άντρας πχ'στευε ότχ η γυναίκα γνώρχζε πως την ήθελε). Πολύ χιψη-λοχ' βαθμοχ' προθετχκότητας πχθανόν ατ\αντούν μόνο σε μυθχστορήματα, ό-πως το δχακωμωδεχ' ο Michael Frayn στο εύθυμο δχήγημά του The Tin Men (Ox τενεκεδένχοχ άνθρωποχ): «Παρατηρώντας τον Νοχτνόπουλο, ο Ρχκ γνώ-ρχζε ότχ ήταν σχεδόν σχ'γουρος πως η Άννα αχσθανόταν εντονότατη ηερχ-φρόνηση γχα την αδυναμχ'α τού Φχντλχνγκτσάχλντ να καταλάβεχ τα αχσθή-ματά της για τον Φιντλινγκτσάιλντ, και εκείνη γνώρχζε επίσης ότι η Νίνα γνώρχζε πως η χ'δχα γνώρχζε εκείνο που γνώρχζε ο Νοχτνόπουλος [...]». To γεγονός όμως ότχ μπορούμε να γελάμε με τέτοχα μυθχστορηματχκά ηερχ'-πλοκα συμπεράσματα γχα τχς σκέψεχς των άλλων ίσως μας λέεχ κάτχ σημα-
01 ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
209
νπκό σχετικά με τον τρόπο που ο νους μας έχει διαμορφωθεί από τη φυσι-κή επιλογή για να λειτουργεί στον πραγματικό κόσμο.
Η προθετική στάση, κατώτερων βαθμών τουλάχιστον, εξοικονομεί χρό-νο που ίσως είναι ζωτικός για την επιβίωση, όπως κάνει και η στάση του σχεδίου. Συνεπώς, η φυσική επιλογή διαμόρφωσε τους εγκεφάλους μας έτσχ ώστε να υιοθετούν την προθετική στάση προκεψένου «να κόβουν δρό-μο». Είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι να αποδίδουμε προθέσεις σε όντα των οποίων η συμπεριφορά έχεχ σημασία γχα εμάς. Για άλλη μία φορά, ο Paul Bloom παραθέτει πειραματικά στοιχεία ότι τα παιδχά επχδεχκνύουν χδχαχ'τερη τάση να ιηοθετούν την προθετική στάση: όταν τα μωρά βλέπουν ένα αντχκεχ'μενο να ακολουθεχ' φαχνομενχκά κάποχο άλλο (γχα παράδεχγμα, στην οθόνη του υπολογιστή), υποθέτουν ότχ γίνονταχ μάρτυρες μχας πραγ-ματχκής καταδχ'ωξης από έναν εμπρόθετο ενεργό παράγοντα, καχ το δεί-χνουν εκφράζοντας έκπληξη όταν ο υποτχθέμενος δχώκτης δεν συνεχίζει την καταδίωξη.
Η στάση του σχεδχ'ου καχ η προθετική στάση συνιστούν χρήσχμους μηχα-νχσμούς του εγκεφάλου, σημαντχκούς γχα την επιτάχυνση της πρόβλεψης της συμπερχφοράς όντων τα οποχ'α έχουν ουσχαστχιαί σημασία για την επι-βίωση, όπως είναι οι θηρευτές ή οι πιθανοί σύντροφοι. Αλλά, όπως συμβαί-νει και με αλλους μηχανισμούς του εγκεφάλου, οι εν λόγω στάσεις ενδέχε-ται να παρουσιάσουν δυσλειτουργίες. Τα παχδιά, καθώς και οι πρωτόγονοι λαοί, αποδίδουν προθέσεις στον καιρό, στα κύματα και στα ρυάκια, στους βράχους που πέφτουν.Όλοι τείνουμε να κάνουμε το ίδιο με τις μηχανές, χ-διαίτερα όταν μας απογοητεύουν —λόγου χάριν, όταν χαλά το αυτοκίνητο ή ο υπολογιστής μας. Ο Justin Barrett επινόησε τον όρο «συσκευή υπερ-δραστήριας ανίχνευσης ενεργών παραγόντων» για να περιγράψει αυτή την κατάσταση. Ανιχνεύουμε με περισσή ενεργητχκότητα ενεργούς παράγοντες εκεί όπου δεν υπάρχουν, και έτσι αποδίδουμε στη Φύση δόλο ή ευμένεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι απλώς αδιάφορη. Συλλαμβάνω τον εαυτό μου να τρέφει προς στιγμήν αισθήματα άγριας οργής εναντίον κάποιου α-θώου άψυχου αντικειμένου όπως η αλυσίδα του ποδηλάτου μου. Πρόσφα-τα αναφέρθηκε η χαρακτηριστική περίπτωση ενός ά\α:ρα ο οποίος πάτησε το λυμένο κορδόνι του οτο Μουσείο Fitzwilliam τού Καίμπριτξ, κατρακύλη-σε στις σκάλες και έσπασε τρία ανεκτίμητης αξίας βάζα της δυναστείας των Τσινγκ: «Προσγειώθηκε ανάμεσα στα βάζα, που θρυμματίστηκαν σε χι-λχάδες κομμάτια. Καθόταν ακόμα εκεί εμβρόντητος όταν έφτασε το προσω-πικό. Όλοι στέκονταν τριγύρω του άφωνοι και ταραγμένοι. Ο άντρας έδει-χνε συνεχώς το κορδόνι του λέγοντας με τρεμάμενη φωνή "Νά, αυτός είναι ο ένοχος"».83
Αλλες εξηγήσεις της θρησκείας ως παραπροϊόντος έχουν προταθεί από
210
Η ΠΕΡΙΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
τους Hinde, Shermer, Boyer, Atran, Bloom, Dennett, Keleman κ.ά. O Dennett έχει εκφράσει την ιδιαίτερα ελκυστική άποψη ότι ο παραλογισμός της θρη-σκείας ίσως αποτελεί παραπροϊόν ενός ειδικού εγγενούς μηχανισμού ανορ-θολογικότητας στον εγκέφαλό μας: της τάσης μας, η οποι'α πιθανώς έχει γενετικά πλεονεκτήματα, να ερωτευόμαστε.
Η ανθρωπολόγος Helen Fisher, στο Why We Love (Γιατί ερωτευόμαστε), περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την τρέλα του ρομαντικού έρωτα και τις υ-περβολές του σε σύγκριση με ό,τι φαΐνεται σπολύτως αναγκαίο. Ας το δού-με ως εξής: Από την οπτική ενός αντρα, λόγου χάριν, είναι απίθανο οποια-δήποτε γυναίκα από όσες γνωρίζει να είναι εκατό φορές τπο γοητευτική από την πλησιέστερη ανταγωνίστριά της, ωστόσο μάλλον έτσι θα την περι-γράψει όταν «νιώθει ερωτευμένος». Αντί για τη φανατικά μονογαμική αφο-σίωση προς την οποία ρέπουμε, κάποιο εΐδος «πολυέρωτα» είναι εκ πρώ-της όψεως περισσότερο λογικό («πολυέρωτας» σημαίνει ότι μπορεί κανείς να αγαπά ταυτοχρόνως αρκετά μέλη χου αντίθετου φύλου, ακρχβώς όπως μπορούμε να αγαπάμε περισσότερα από ένα κρασιά, συνθέτες, βιβλία ή αθλήματα). Ευχαρίστως δεχόμαστε ότι μπορούμε να αγαπάμε πολλά παι-διά, γονείς, αδέλφια, δασκάλους, φίλους ή κατοικίδια ξώα. Αν το σκεφθού-με έτσι, δεν φαίνεται εντελώς παράδοξη η ολοκληρωτική αποκλεχσπκό-τητα την οποχα αναμένουμε από τον συζυγικό έρωτα; Και όμως, είναι αυτό που προσδοκούμε —και που επιδιώκουμε να επιτύχουμε. Πρέπεχ να υπάρ-χει ένας λόγος.
Η Helen Fisher και άλλοι έχουν δείξει ότι ο έρωτας συνοδεύεται από μοναδικές εγκεφαλικές καταστάσεις, ουμπεριλαμβανομένης της παρουσίας χημικών ουσιών οι οποίες δροιτν στα νεύρα (κάτι σαν φυσικά φάρμακα) και είναι εξαιρετικά εξεχδικευμένες και χαρακτηριστικές της κατάστασης. Οι ε-ξελικτικοί ψυχολόγοι συμφωνούν μαξί της ότι το παράλογο του «κεραυνο-βόλου έρωτα» ίσως είναι ένας μηχανισμός που εξασφαλίζει την αμοιβαία αφοσχωση και πίοτη των γονέων, τουλάχιστον για όσο χρόνο απαιτεί η από κοινού ανατροφή ενός παιδιού. Από δαρβινική άποψη, χωρίς αμφιβολία έχει μεγάλη σημασία η επιλογή ενός καλού συντρόφου, γχα ποχκίλους λό-γους. Αλλά, αφότου γίνει η επιλογή ουντρόφου —έστω και κακή— και συλ-ληφθεί το παιδί, μεγαλύτερη σημασία έχει η προσκόλληση σε τούτη τη συ-γκεκριμένη «επιλογή» —με οποιεσδήποτε συνθήκες— τουλάχιστον μέχρι να απογαλακχιστεί το παχδί.
Είναι άραγε δυνατόν να αποτελεί η παράλογη θρησκεία ιιαραπροϊόν των μηχανισμών ανορθολογικότητας, οι οποίοι αρχικά αναπτύχθηκαν στον ε-γκέφαλό μας μέσω φυσικής επιλογής για την περΐπτωση του έρωτα; Βεβαί-ως, η θρησκευτική πίστη έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστχκά με τον έρωτα (αμφότερα δε εμφανίζουν συμπτώματα που παρατηρούνται όταν κάποιος
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΧΚΕΙΑΣ
211
βρίσκεται υπό την επήρεια εθιστικού ναρκωτικού*). Ο νευροψυχίατρος John Smythies εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιοχών του εγκεφάλου που δραστηριοποιούνται από αυτά τα δύο είδη μανίας. Εντούτοις, επισημαίνει και κάποιες αξιόλο-γες ομοιότητες:
Μία αιιό τις πολλές εκδηλώσεις της θρησκείας είναι η σφοδρή αγάπη για ένα ιπιερφυσικό πρόσωπο, δηλαδή τον Θεό, σε συνδυασμό με τον βαθύ σεβασμό προς τις εικόνες του ΐδιου προσώπου. Η κινητήρια δύ-ναμη στη ζωή του ανθρώπου συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στα εγωισπ-κά γονΐδιά μας και τις διεργασίες ενίσχυσης. Σημαντική θετική ενίσχυ-ση απορρέεχ από τη θρησκεία: το θερμό και καθησυχαστικό αίσθημα ότι μας αγαπούν και μας προστατεύουν σε έναν επικίνδυνο κόσμο, η απαλ-λαγή από το φόβο του θανάτου, η εξ ουρανού βοήθεια ως ανταπόκριση των προσευχών μας σε δύσκολους καιρούς κ.λπ. Παρομοίως, ο ρομα-νπκός έρωτας για ένα άλλο πραγμσπκό πρόσωπο (συνήθως του ανπ'θε-του φύλου) αποκαλύπτει την ι'δια έντονη επικέντρωση στον άλλο και σχετικές θετικές ενχσχύσεις. Τα εν λόγω αισθήματα μπορούν να γεν-νηθούν από εικόνες του άλλου, όπως γράμματα, φωτογραφίες ή και —όπως συνηθιζόταν κατά τη βικτωριανή εποχή— τούφες από μαλλιά. Η ερωτική κατάσταση έχει πολλά φυσιολογικά επακόλουθα, όπως το να στενάζει κανείς σαν φυσερό.84
Συνέκρινα τον έρωτα με τη θρησκεία το 1993, όταν παρατήρησα ότι τα συμπτώματα που παρουσίαζε ένα άτομο «προσβεβλημένο» από θρησκεία «ενδέχεται να θυμίζουν εκπληκτικά τα συμιιτώματα που συνήθως συνδέο-νται με τη σεξουαλχκή επιθυμία. Αυτή είναι μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη στον εγκέφαλο, καχ δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι κάποιοι ιοί έχουν εξελιχθεί με τρόπο ώστε να την εκμεταλλεύονται» (οι «ιοί» εδώ απο-τελοιίν μεταφορική έκφραση για τις θρησκείες: ο τΐτλος του άρθρου μου ήταν «Viruses of the mind» [Ιοί του νου]). To διάσημο οργασμικό όραμα της αγίας Τερέζας τής Άβιλα είναι πασίγνωστο και δεν χρειάζεται να επαναλη-φθεί. Πχο σοβαρά, και λιγότερο αισθησιακά, ο φιλόσοφος Anthony Kenny καταθέτει μια συγκινητική μαρτυρία για την καθαρή απόλαυση που ανα-μένει όσους κατορθώνουν να πιστέψουν στο μυστήριο της «μετουσίωσης». Αφού πρώτα περιγράφει τη χειροτονία του ως ρωμαιοκαθολικού ιερέα,
* Βλ. την περιγραφή μου για το επικίνδυνο ναρκωτικό Gerin Oil: R. Dawkins, «Gerin Oil», Free Inquiry, 24:1, 2003, 9-11.
212
Η ΠΕΡΙ βΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
εξουσιοδοτημένου να καθαγιάξει με το άγγιγμα των χεριών, συνεχίζεχ περι-γράφοντας πόσο ζωντανά θυμάται
την έξαρση nou ένιωθα τους τιρώτους μήνες αφότου εκρίθην άξιος να τελώ τη Θεία Λειτουργία. Ενώ παλιότερα μου άρεσε να μένω ξαπλωμέ-νος μέχρι αργά και να τεμιιελιάζω, τώρα πηδούσα νωρίς από το κρεβά-τι, σε πλήρη εγρήγορση και γεμάτος έξαψη στη σκέψη της μεγαλειώ-δους πράξης που εΐχα το προνόμιο να εκτελέσω [...].
To άγγιγμα του σώματος του Χριστού, η εγγύτητα του ιερέα προς τον Ιησού, ήταν εκείνο που με συνάρπαζε περισσότερο. Ατένιζα την όστια μετά τον καθαγιασμό της, σαγηνευμένος σαν εραστής που κοχτάζει στα μάτια την αγαπημένη του [...]. Εκείνες οι πρώτες μου ημέρες ως ιερέα έχουν μείνει στη μνήμη μου ως ημέρες ϊΐληρότητας και δειλής εστυ-χίας• ως κάτι πολύτιμο, ωστόσο πολύ εύθραυστο για να διατηρηθεΐ, όπως μια ρομαντική ερωτική ιοτορΐα που τερματίστηκε απότομα από την πραγματικότητα ενός αταίριαστου γάμου.
To ισοδύναμο της αντίδρασης μιας πεταλούδας στη φωτεινή ιιυξίδα της είναι η φαινομενικά παράλογη αλλά χρήσιμη συνήθεχα να ερωτευόμαστε ένα και μόνο ένα μέλος του αντίθετου φύλου. To παραπροϊόν λόγω δυσλει-τουργίας —ισοδύναμο με το πέταγμα προς τη φλόγα του κεριού— είναι να ερωτευόμαστε τον Ιεχωβά (ή την Παρθένο ή τον Αλλάχ) και να προβαίνου-με σε παράλογες πράξεις με κίνητρο έναν τέτοιο έρωτα.
Ο βιολόγος Lewis Wolpert, στο Six Impossible Things Before Breakfast (Έξι αδύνατα πράγματα πριν από το πρωινό), εκφράζει την άποψη —η οποία μπορεί να θεωρηθεί γενίκευση της ιδέας του εποικοδομητικού ανορθολο-γισμού— ότι μια παράλογα ισχυρή πεποίθηση προφυλάσσει ατιό την αστά-θεια του νου: «Εάν τα πιστεύω που έσωζαν ζωές δεν ήταν ισχυρά, αυτό θα σήμαινε μειονεκτήματα κατά την πρώιμη εξέλιξη του ανθρώπου. Θα otrvi-στούσε σοβαρό μειονέκτημα, για παράδειγμα, εάν άλλαζε κανεΐς ουνεχώς γνώμη την ώρα που κυνηγούσε ή κατασκεύαζε εργαλεία». To επιχείρημα του Wolpert συνεπάγεται ότι, σε ορισμένες τουλάχιστον περιστάσεις, είναι προτιμότερη η επιμονή σε μια παράλογη πεποίθηση από την αμφιταλά-ντευση, έστω κι αν νέα στοιχεία ή ένας συλλογισμός ευνοούν την αλλαγή. Είναι εύκολο να δούμε το επιχείρημα περί «έρωτα» ως ειδική περΐπτωση, και αντίστοιχα είναι εύκολο να δούμε την «παράλογη επιμονή» τού Wolpert ως μία ακόμα χρήσιμη ψυχολογική προδιάθεση, ικανή να εξηγήσει σημα-ντικές όφεις της παράλογης θρησκευτικής συμπεριφοράς: μολαταύτα, πα-ραμένει ακόμα ένα παραπροϊόν.
Στο βιβλίο του Social Evolution (Κοινωνική εξέλιξη), ο Robert Trivers α-
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
213
νέπτυξε περισσότερο την εξελχκτχκή θεωρία του περί αυτοεξαπάτησης, που είχε διατυπώσει το 1976. Η αυτοεξαπάτηση είναι
η απόκρυφη της αλήθειας ατιό τον συνεχδητό νου ώσιε να διαφεύγει αποτελεσματικότερα την προσοχή των άλλων. Στο δχκό μας είδος ανα-γνωρίζουμε ότι οι λοξές ματιές, οι ιδρωμένες παλάμες και οι σπασμένες φωνές δείχνουν ίσως την αγωνία που συνοδεύει τη συνειδητή γνώση της επιχειρούμενης εξαπάτησης.Όταν κάποιος παύει να έχει συνείδη-ση της εξαπάτησης που διαπράττει, κρύβεχ τέτοια σημάδια από τον πα-ρατηρητή. Μπορεχ' να ψεύδεται χωρίς τη νευρικότητα που συνοδεύει την εξαπάτηση.
Ο ανθρωπολόγος Lionel Tiger λέει κάτι παρόμοιο στο Optimism: The Biology of Hope (Αισιοδοξία. H βιολογία της ελπίδας). Η σύνδεση με το είδος του εποικοδομητικού ανορθολογχσμού στο οποίο μόλις αναφερθήκαμε φαίνεται στην παράγραφο του Trivers σχετικά με την «αντιληπτική άμυνα»:
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να βλέπουν συνειδητά ό,τι ειτιθυμούν να δουν. Τους είναι κυριολεκτικά δύσκολο να δουν πράγματα με αρνητικές συνδηλώσεις, ενώ βλέπουν με αυξανόμενη ευκολία οτχδήποτε θετικό. Για παράδειγμα, λέξεις που προκαλούν άγχος, είτε λόγω της προσωπχ-κής ιστορίας κάποιου είτε εξαιτίας πειραματικού χειρισμού, απαχτοχίν περισσότερες διευκρινΐσεις πριν γίνουν για πρώτη φορά ανπληιπές.
Η σχέση με τους ευσεβείς πόθους της θρησκείας δεν χρειάζεται περχσσό-τερες διευκρινίσεις.
Με όλα αυτά επιθυμώ να υποστηρίξω τη γενική θεωρία της θρησκείας ως τυχαίου παραπροϊόντος —όταν κάτι χρήσιμο δυσλειτουργεί. Οι λεπτο-μέρειες είναι ποικίλες, περίπλοκες και αμφιλεγόμενες. Για να την εξηγήσω, θα συνεχίσω να χρησιμοποιώ τη θεωρία μου περί «εύπιστου παιδιού» ως αντιπροσωπευτική των θεωριών «παραπροϊόντος» γενικά. Η εν λόγω θεω-ρία —ότι ο παιδικός εγκέφαλος είναι, για βάσιμους λόγους, ευάλωτος σε μολύνσεις από νοητικούς «ιούς»— θα φανεί σε μερικούς αναγνώστες ατε-λής. Ο νους είναι ίσως ευάλωτος, γιατί όμως να προσβάλλεται από αντό τον ιό αντί για κάποιον άλλο; Μήπως κάποιοι ιοί δχαθέτουν χδχαχτερη χκανότη-τα να προσβάλλουν έναν ευάλωτο νου; Γχατχ' η «μόλυνση» εκδηλώνεταχ υπό τη μορφή θρησκεχ'ας αντχ' γχα... —τχ άραγε; Κάτχ που θέλω να πω εχναχ ότχ δεν έχεχ σημασχ'α ποχο χδχαχ'τερο εχ'δος ανοησχας μολχίνεχ τον παχδχκό εγκέ-φαλο. Αφότου μολχινθεχ, ιο παχδί θα μεγαλώσεχ KQX θα μολχτνεχ την επόμε-νη γενεά με την ίδια ανοησχα, όποια κι αν είναι αυτή.
214

Mta ανθρωττολογική επισκόπηση όττως Ο χρνσός κλώνος τού Frazer μάς εντυπωσιάζει με την ποικιλία των παράλογων πεποιθήσεων των ανθρώπων. Αφότου εδραιωθούν σε μια κουλτούρα, επιμένουν, εξελίσσονται και απο-κλχνουν, με τρόπο που θυμίζει τη βιολογική εξέλιξη. ΕντούτΌΐς, ο Frazer δχακρίνει ορισμένες γενικές αρχές, γχα παράδειγμα την «ομοιοπαθητική μα-γεία», κατά την οποΐα ξόρκια και μάγια δανείζονται κάποια συμβολική όψη του ανηκειμένου από τον πραγματικό κόσμο το οποίο θέλουν να επηρεά-σουν. Ένα παράδειγμα με τραγικές συνέπειες αποτελεί η πίστη στις αφρο-δισιακές ιδχότητες της σκόνης από κέρατο ρινόκερου —ένας ανόητος μύ-θος που βασΐζεταχ στην υποτιθέμενη ομοιότητα του κέρατου με σφριγηλό πέος. To γεγονός ότι η ομοιοπαθητική μαγεία είναι ευρέως διαδεδομένη δείχνει ότι η ανοησία που προσβάλλει τους ευάλωτους εγκεφάλους δεν εί-ναι εντελώς τυχαία ή αυθαίρετη.
Αν επεκτείνουμε την αναλογία με τη βιολογι'α, φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει ένας μηχανισμός αντίστοιχος της φυσικής επι-λογής. Μήπως μερικές ιδέες διαδίδονται ευκολότερα από άλλες λόγω κά-ποιας εγγενούς γοητείας ή προσόντος ή επειδή είναι συμβατές με υπάρ-χουσες ψυχολογικές προδιαθέσεις; Θα μπορούσε άραγε αυτό να εξηγήσει τη φύση και τις ιδιότητες των σημερινών θρησκειών, με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούμε τη φυσική επχλογή για να εξηγήσουμε τους ζωντανούς ορ-γανισμούς;Έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι «προσόν» εδώ σημαίνεχ μό-νο την ικανότητα επιβίωσης και διάδοσης. Δεν σημαίνει έκφραση θετικής αξιολογικής κρίσης —κάτι για το οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε υπερή-φανοι ως άνθρωποι.
Ακόμη και σε ένα εξελικτχκό μοντέλο δεν χρειάζεται να υπάρχει οποια-δήποτε φυσική επιλογή. Οι βιολόγοι αναγνωρίζουν ότι ένα γονίδιο μπορεί να διαδίδεταχ σε κάποιον πληθυσμό όχι επειδή είναι καλό αλλά απλώς ε-πειδή είναι τυχερό. Τούτο ονομάζεταχ γενετική παρέκκλιση. Η σημασία της σε σύγκριση με τη φυσική επιλογή παραμένει αμφιλεγόμενη. Γίνεται ωστό-σο ευρέως αποδεκτή τώρα υπό τη μορφή της επονομαζόμενης ουδέτερης θεωρίας της μοριακής γενετικής. Εάν ένα γονίδιο μεταλλάσσεται σε διαφο-ρετική παραλλαγή του εαυτού του η οποΐα έχει τιανομοιότυπο αποτέλεσμα, τότε η διαφορά είναι ουδέτερη, και η ετπλογή δεν μπορεί να ευνοήσει το ένα ή το άλλο. Εντούτοις, λόγω του επονομαζόμενου στη στατιστική δειγ-ματοληπτικού σφάλματος από τη μία γενεά στην άΑλη, η νέα μεταλλαγ-μένη μορφή μπορεί εν τέλει να αντικαταστήσει την αρχική στη δεξαμενή γονιδίων. Πρόκειται για αληθινή εξελικτική αλλαγή σε μοριακό επίπεδο (έστω κι αν δεν παρατηρείται αλλαγή στους οργανισμούς ως σιίνολα). Συ-νιστά ουδέτερη εξελικτική αλλαγή, η οποια δεν οφείλει τίποτε σε επιλε-κτικό πλεονέκτημα.
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
215
To πολιτισμικό ισοδύναμο της γενετικής παρέκκλισης συνιστά πεισπκή επιλογή, την οποία δεν μπορούμε να παραλείψουμε όταν εξετάξουμε την εξέλιξη της θρησκείας. Η γλώσσα εξελίσσεται με οιονεί βιολογικό τρόπο, χωρΐς καθορισμένη κατεύθυνση κατά την εξέλιξή της, με τρόπο που μοιά-ζει πολύ με τυχαΐα παρέκκλιση. Κληροδοτείται μέσω ενός πολιτισμικού αναλόγου της γενετικής, μεταβαλλόμενη αργά μέσα στους αιώνες, μέχρχς ότου τελικά οι διάφοροι κλάδοι της αποκλίνουν τόσο ώστε καταλήγουν α-μοιβαία ακατανόητοι. Ίσως η εξέλιξη της γλώσσας να καθοδηγείται εν μέ-ρει από ένα είδος φυσικής επιλογής, ωστόσο τούτη η άποψη δεν φαίνεται πολύ πειστική. Θα εξηγήσω στη συνέχεια ότι μια παρόμοια ιδέα έχει προ-ταθεί για μεγάλης κλίμακας γλωσσικές τάσεις, όπως η μεγάλη φωνηεντική μεταβολή* η οποΐα πραγματοποιήθηκε στην αγγλική γλώσσα από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα. Εντούτοις, μια τέτοια λειτουργική υπόθεση δεν είναι α-παραίτητη για να εξηγήσουμε τα περισσότερα από όσα παρατηρούμε. Πι-θανώς η γλώσσα να εξελίσσεται φυσιολογικά με το πολιτισμικό ισοδύναμο της τυχαΐας γενετικής παρέκκλισης. Σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, από τα AaxivtKO προήλθαν εξελικτικά οι διάφορες λατινογενείς γλώσσες (ισπανικά, πορτογαλικά, ιταλικά, γαλλικά, ραιτορομανικά) και οι διάφορες διάλεκτοι αυτών των γλωσσών. Και δεν είναι καθόλου προφανές ότι τούτες οι εξελι-κτικές αλλαγές αντανακλούν πλεονεκτήματα ή «επιλεκτικές πιέσεις».
Εικάζω ότι οι θρησκείες, όπως οι γλώσσες, εξελίσσονται με αρκετά τυ-χαίο τρόπο, από επαρκώς αυθαίρετα αρχικά στάδια, γεννώντας την άξια α-πορίας —και μερικές φορές επικίνδυνη— ποικιλία που παρατηρούμε. Πα-ράΑΑηλα, είναι δυνατόν μια μορφή φυσικής επιλογής, σε συνδυασμό με τη θεμελιώδη ομοχομορφία της ανθρώπινης ψυχολογίας, να φροντίζει ώστε οι ποικΐλες θρησκείες να έχουν σημαντικά κοινά χαρακτηρισπκά. Πολλές θρη-σκείες, για παράδειγμα, διδάσκουν το αντικειμενικά απίθανο αλλά υποκει-μενικά ελκυστικό δόγμα ότι οι προσωπικότητές μας επιβιώνουν μετά τον σωμσπκό θάνατο. Η ίδια η ιδέα της αθανασίας επιβιώνει καχ διαδίδεται δι-ότι ενισχύει ευσεβείς πόθους μας. Και οι ευσεβείς πόθοι παίζουν σημαντι-κό ρόλο, διότι η ανθρώπινη ψυχολογία έχει τη σχεδόν καθολική τάση να χρωματίζει τις πεποιθήσεις με επιθυμίες («Η επιθυμία σου, Harry, ήταν πα-τέρας της σκέψης εκείνης», όπως είπε στο γιο του ο Ερρίκος Δ', Μέρος II**).
* Μεγάλη φωνηεντική μεταβολή (ή μετατόπιση) (Great Vowel Shift): η μεταβολή που επήλθε στο φωνολογικό σύστημα της αγγλικής, κατά την εποχή του Τσόσερ• εκτός του ότι άλλαξε την προφορά των φωνηέντων, προκάλεοε και αναστάτωση οτην ορθογραφία για αρκετούς αιώνες. (Σ.τ.μ.)
** To αστείο δεν είναι δικό μου: 1066 and All That. [«1066 και όλα τα σχετικά. Ευκολο-μνημόνευτη ιστορία της Αγγλίας, αποτελούμενη από όλα όσα μπορείτε να θυμηθείτε,
216

Φαίνεται σίγουρο ότι πολλά χαρακτηριοτικά της θρησκείας είναι καλώς τιροσαρμοσμένα για να υιιοβοηθούν την επιβίωση της ίδιας της θρησκείας και την επιβίωση των σχετικών χαρακτηριστικών, μέσα στη χοάνη της αν-θρώπινης κουλτούρας. Προκύπτει τώρα το ερώτημα εάν η κατάλληλη προ-σαρμογή επιτυγχάνεται με το «ευφυές σχέδιο» ή με τη φυσική επιλογή. Η απάντηση πιθανόν είναι «και με τα δύο». Από την πλευρά του σχεδίου, οι θρησκευτικοί ηγέτες αποδεικνύονται ικανότατοι σε λογοκοπίες και τεχνά-σματα που υποβοηθούν την επιβίωση της θρησκείας. Ο Μαρτίνος Λούθη-ρος είχε πλήρη επίγνωση ότι η λογική αποτελούσε τον κύριο εχθρό της θρησκείας, και προειδοποιούσε συχνά γχα τους κχνδύνους που αντιπροσώ-πευε: «Η λογική είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της πίστης• ποτέ δεν γίνεται αρωγός των πνευματικών πραγμάτων, αλλά πολύ συχνά αγωνίζεται ενα-ντίον του Θείου Λόγου, αντχμετωπίζοντας με περιφρόνηση όλα όσα προέρ-χονται από τον Θεό».85 Και πάλι: «Όποιος θέλει να είναι χριστιανός πρέπει να αποστρέφει το βλέμμα από τη λογική του». Επίσης: «Η λογική πρέπεχ να καταστραφεί σε όλους τους χριστιανούς». Ο Λούθηρος δεν δυσκολευό-ταν να σχεδιάσει ευφυώς μη ευφυείς όψεις μιας θρησκείας για να τη βοη-θήσει να επιβιώσει. Τούτο όμως δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ο ίδιος, ή οποιοσδήποτε άλλος, όντως τις σχεδίασε. Μπορούσαν επίσης να είχαν ε-ξελχχθεί με μια (όχι γενετική) μορφή φυσικής επιλογής, όπου ο Λούθηρος δεν υπήρξε οτχεδιαστής αλλά οξυδερκής παρατηρητής της αποτελεσματι-κότητάς της.
Μολονότι η συμβατική δαρβινχκή επιλογή είναι δντνατόν να έχει εΐΑΌή-σει τις ψυχολογικές προδιαθέσεις που παράγουν τη θρησκεία ως παραπρο-ιόν, θεωρείται απίθανο να διαμόρφωσε τις λεπτομέρειες. Έχω ήδη αναψέ-ρει ότι, εάν πρόκειται να εφαρμόσουμε κάποια μορφή θεωρίας επχλογής στις εν λόγω λεπτομέρειες, δεν πρέπει να επικεντρωθούμε στα γονίδια αλ-λά στα πολιτισμικά τους ισοδύναμα. Είναι άραγε οι θρησκείες κάτι σαν ε-κείνο που συγκροτεί τα μιμίδια;
συμπεριλαμβανομένων 103 καλών πραγμάτων, 5 κακών βασιλιάδων και 2 γνησίων χρο-νολογιών»: παρωδία του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας στις αρχές του 20ού ακόνα, των W.C. Sellar και R.J. Yeatman. To αοτει'ο έγκειται στο ότι στο εν λόγω βιβλίο οι βασι-λείς αναφέρονται ως σαιξπηρικά έργα: Ερρίκος Δ', Μέρος II. (Σ.τ.μ.)]
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
217
Ελαφροπάτα, γιατί πατάς τα μψίόιά μου
Η αλήθεια, σε θρησκεντικά ζητήματα, είναι αηλώς η άποψη πον έχει επιβιώσει.
—OSCAR WILDE
To παρόν κεφάλαιο ξεκίνησε με την παρατήρηση ότι, εφόσον η δαρβινική φυσική επιλογή απεχθάνεται τη σπατάλη, κάθε καθολικό χαρακτηριστικό ενός είδους —όπως η θρησκεία— πρέπει να έχει προσφέρει κάποιο πλεο-νέκτημα, αλλιώς δεν θα ενχε επιβιώσει. Παρατήρησα όμως ότι το πλεονέ-κτημα δεν χρειάζεται να αντανακλάται στην επχβίωση ή την αναπαραγωγι-κή επιτυχία του ατόμου. Όπως είδαμε, το πλεονέκτημα για τα γονίδια του ιού του κρυολογήματος εξηγεί επαρκώς την καθολική παρουσία αυτής της απαίσιας αδιαθεσίας στο είδος μας.* Δεν χρειάζεται καν να είναι το γονίδιο αυτό Ήου ωφελείται. Οποιοσδήποτε ανηγραφέας αρκεί. Ία γονίδια αποτε-λούν μόνο το προφανέστερο παράδειγμα αντιγραφέα. 'Αλλοι υποψήφιοι εΐ-ναι οι ιοί των υττολογιστών και τα μιμίδια —μονάδες πολιτισμικής κληρο-νόμησης και θέμα τούτης της ενότητας. Προκειμένου να κατανοήσουμε τα μιμίδια, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε λίγο προσεκτικότερα πώς ακριβώς λειτουργεί η φυσική επιλογή.
Στη γενικότερη μορφή της, η φυσική επιλογή πρέπει να επιλέγει με-ταξύ εναλλακτικών αντιγραφέων. Ο ανπγραφέας είναι ένα σύνολο κωδι-κοποιημένων πληροφοριών το οποίο κατασκευάζει ακριβή αντίγραφα του εαυτού του και, περιστασχακά, ανακριβή αντίγραφα, ή «μεταλλάξεις». Η δαρβινική άποψη αφορά ακριβώς αυτό. Όσες παραλλαγές του αντιγραφέα συμβαίνει να είναι καλές στην αντιγραφή γίνονται περισσότερες, εις βαρος άλλων παραλλαγών που δεν είναι καλές. Αυτό συνιστά τη φυσική επιλογή στη στοιχειωδέστερη μορφή της. Ο αρχετυτιικός αντιγραφέας είναι ένα γο-νίδιο, ένα τμήμα DNA το οποίο αναδιιτλασιάξεται —σχεδόν πάντα με εξαι-ρετχκή ακρίβεια— σε απροσδιόριστο αριθμό γενεών. To κεντρικό ερώτημα για τη θεωρΐα των μιμιδίων είναι εάν υπάρχουν μονάδες πολιτχσμικής μίμη-σης οι οποίες να συμπεριφέρονται σαν αληθινοί αντιγραφείς, όπως τα γο-νίδια. Δεν λέω ότι τα μιμίδια αναγκαστικά είναι ακριβώς ανάλογα των γονι-
* Ιδιαίτερα οτο έθνος όπου ανήκω, σύμφωνα με το εθνικό στερεότυπο «Void I'anglais α-vec son sangfroid habituel» (ιδού o Άγγλος με το συνηθισμένο αναθεματισμένο κρύωμά του)• από το Fractured French (Σπασμένα γαλλικά) του F.S. Pearson, όπου υπάρχουν και άλλες μεταφράσεις-μαργαριτάρια, όπως «coup de grace» (χορτοκοπτική μηχανή). [Οι γαλ-λικές φράσεις στην πραγματικότητα σημαίνουν, αντιστοίχως, «ιδού ο Άγγλος με τη συ-νηθισμένη ψυχραιμία του» και «χαριστική βολή». (Σ.τ.μ.)]
218

δίων, αλλά απλώς ότι όσο περισσότερο μοιάζουν με γονίδια τόσο καλύτερα θα λειτουργεί η θεωρία των μιμιδίων- και σκοπός τονχιης της ενότητας εί-ναι να διερωτηθεί εάν η θεωρία των μιμιδίων μπορεί να λειτουργήσει στην ειδική περίπτωση της θρησκεΐας.
Στον κόσμο των γονιδίων, τα ιιεριστασιακά σψάλματα κατά την αντι-γραφή (μεταλλάξεις) φροντίζουν ώστε η γονιδιακή δεξαμενή να περιέχει εναλλακτικά ιιαραλλάγματα καθενός γονιδίου —«αλληλόμορφα»— τα ο-ποία επομένως μπορούν να θεωρηθούν ανταγωνχσπκά μεταξύ τους. Αντα-γωνιστικά ως προς τι; Για την ιδιαίτερη χρωμοσωμική σχισμή, ή «τόπο», η οποία ανήκει στο συγκεκριμένο σύνολο αλληλομόρφων. Και τιώς ανταγωνί-ζονται; Όχι με μάχη κατευθείαν μόριο προς μόριο, αλλά δι' ανππροσώπου. Οι αντιπρόσωποι είναι τα «φαινοτυπικά χαρακτηριστικά» τους —όπως το μήκος των τιοδιών ή το χρώμα του τριχώματος: εκδηλώσεις γονχδίων οι ο-ποίες αποκτούν σάρκα και οστά ως ανατομία, φυσιολογΐα, βιοχημεία ή συ-μπεριφορά. Η μοίρα ενός γονιδίου σντνήθως είναι συνδεδεμένη με τα οώ-ματα στα οποία κατοικεί διαδοχικά. Στο βαθμό που επηρεάζει αυτά τα σώματα, επχδρά και σπς δικές του πιθανότητες να επιβχώσει στη γονιδια-κή δεξαμενή. Στην αλληλοδιαδοχή των γενεών, η συχνότητα των γονιδίων στη γονιδιακή δεξαμενή αυξάνεται ή μειώνεται χάρη στους φαινοτυπικούς αντιιιροσώπους τους.
Μήπως το ίδιο ουμβαίνει με τα μιμίδια; Μία άποψη ως προς την οτιοία δχαφέρουν από τα γονίδια είναχ ότι δεν ιπιάρχει τίποτε που να αντιστοιχεί προφανώς crta χρωμοσώματα ή τους γενετικούς τόπους ή τα αλΑηλόμορφα ή τον εγγενή ανασυνδυασμό. Η μιμιδιακή δεξαμενή είναι λιγότερο δομη-μένη και λιγότερο οργανωμένη από τη γονιδιακή δεξαμενή. Εντούτοις, δεν αποτελεί προφανή ανοησία να μιλάμε για μιμιδιακή δεξαμενή, όπου τα ε-πιμέρους μιμίδια παρουσιάζονται ίσως με «συχνότητα» η οποία δύναται να μεταβάλλεται ως συνέπεια ανταγωνιστικών αλληλεπιδράσεων με εναλλα-κτικά μιμίδχα.
Κάποιοι έχουν διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με τις εξηγήσεις βάσει μιμιδίων, για ποικίλους λόγους οι οποίοι συνήθως πηγάζουν από το γεγο-νός ότι τα μιμίδια δεν μπορούν να παρομοιαστούν εντελώς με τα γονίδια. Ο ακριβής φυσχκός χαρακτήρας ενός γονιδίου είναι τώρα πια γνωστός (μια ακολουθία crco DNA), ενώ των μιμιδίων όχι, και διάφοροι «μιμιδιαστές» προκαλοιίν αμοιβαία σύγχυση, μεταπηδώντας από το ένα φυσικό μέσο στο άλλο. Μόνο στους εγκεφάλους υπάρχουν τα μιμίδια;Ή κάθε έντυπο και η-λεκτρονικό αντίγραφο ενός, λόγου χάριν, συγκεκριμένου ασυνάρτητου πε-ντάστιχου δικαιοιίται επχ'σης να ονομαστεί μιμίδιο; Τέλος, ενώ τα γονίδια αναπαράγονται με πολύ υψηλή πιστότητα, γιατΐ τα μιμίδια —εάν αναπαρά-γονται καν— το πράττουν με χαμηλή πιστότητα;
Ol ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
219
Τα εν λόγω υποτιθέμενα προβλήματα των μιμιδίων αποτελούν υπερβο-λή. Η σημαντικότερη αντίρρηση συνίοταται στον ισχυρισμό ότι τα μχμίδια αντιγράφονται με ανεπαρκώς υψηλή πιστότητα ώστε δεν είναι δυνατόν να λεχτουργήσουν ως δαρβινικοί ανπγραφείς. Υπάρχει δε η υποψία ότι, εάν ο «μεταλλακτικός ρυθμός» σε κάθε γενεά είναχ υψηλός, τότε το μιμίδιο θα μεταλλαχθεί μέχρι να εξαφανιατεί, πριν προλάβει η δαρβινική επιλογή να επιδράσει κάπως στη συχνότητά του εντός της μιμιδιακής δεξαμενής. To πρόβλημα, ωστόσο, είναι απατηλό. Φανταστείτε έναν αρχιξυλουργό —ή έναν προϊστορικό επεξεργαστή πυριτολίθου— να επιδεικνύει μια συγκεκρι-μένη τεχνική σε έναν νεαρό μαθητευόμενο. Εάν ο μαθητευόμενος αναπα-ράγει πιστά κάθε κίνηση του χερχού του αρχιξυλουργού, τότε πράγματι θα περιμέναμε να μεταλλαχθεί το μιμίδιο μέχρι να γίνει αγνώριστο σε διάστη-μα λίγων «γενεών» μεταβΐβασης από αρχιτεχνίτη σε μαθητευόμενο. Αλλά, φυσικά, ο μαθητευόμενος δεν αναπαράγει πιστά κάθε κΐνηση του χεριού —κάτι τέτοιο θα φαινόταν γελοίο. Αντιθέτως, παρατηρεί το σκοπό που προσπαθεί να επιτύχει ο αρχιξυλουργός, και τον μιμείται. Για παράδειγμα, προσπαθεί να καρφώσει ένα καρφί μέχρι να μην εξέχεχ καθόλου η κεφαλή του, με οσαδήποτε σφυροκοπήματα χρειαστούν —τα οποία πιθανόν να μην είναι όσα χρειάστηκε ο αρχιξυλουργός. Τέτοιου είδους κανόνες μπορονίν να μεταδοθοιίν σε απροσδιόριστο αριθμό «γενεών» μίμησης, ανεξάρτητα από το ότι οι λεπτομερειες της εκτέλεσής τους μπορούν να ποικίλλουν από ά-τομο σε άτομο και από τη μια τιερίπτωση στην άλλη. Οι πόντοι στο πλέξι-μο, οι κόμιιοι στα σχοινιά ή στα δίχτυα του φαρέματος, οι διαφορετικοί xponot δχπλώματος στο οριγκάμι, χρήσιμα τεχνάσματα στην ξυλουργία ή την αγγειοττλαστική: όλα μπορούν να αναχθούν σε διακριτά στοιχεία τα οποία όντως έχουν την ευκαιρία να μεταδοθούν με απροσδιόριστο αριθμό γενεών μίμησης χωρίς μεταβολή. Οι λεπτομέρειες ίσως κυμοίνονται ακανό-νιστα, αλλά η ουσία μεταδίδεται αμετάλλακτη —και τούτο είναι το μόνο που χρειάζεται για να λειτουργεί η αναλογία των μιμιδίων με τα γονίδια.
Στον πρόλογο που έγραψα για το βιβλίο The Meme Machine (Η μχμιδια-κή μηχανή) της Susan Blackmore, παρουσίασα το παράδειγμα μιας διαδι-κασίας οριγκάμι για την κατασκευή ενός μοντέλου κινεζικού ιστιοφόρου. Πρόκειται για πολύ περίπλοκη συνταγή, με τριάντα δύο διπλώσεις (ή πα-ρόμοιες πράξεις). To τελικό αποτέλεσμα (το ίδιο το κινεξικό ιστιοφόρο) εί-ναι ένα διασκεδασπκό αντικείμενο, όπως και τουλάχιστον τρία ενδχάμεσα στάδια στην «εμβρυολογΐα» του —δηλαδή, το «καταμοράν», το «κουτί με δύο καπάκια» και η «κορνίζα». To όλο εγχείρημα πράγματι μου θυμίζει τις διπλώσεις και τις εγκολπώσεις που σχηματίζονταχ στη μεμβράνη ενός εμ-βρύου κατά τη μετατροπή του από βλαστίδιο σε γαστρίδιο και νευρίδιο. Έμαθα να κατασκευάζω το κινεξικό ιστιοφόρο όταν ήμουν παιδί από τον
220

πατέρα μου, ο οποίος, στην ίδια περίπου ηλικία, είχε μάθεχ την τέχνη στο δημοτικό σχολείο. Μια μανία κατασκευής κινεζικών ιστιοφόρων, την ο-ποία είχε ξεκινήσει η διευθύντρια του σχολείου, είχε διαδοθεί εκείνη την ε-ποχή σαν ετιιδημία, κατόπιν κόπασε, πάλι σαν επιδημία/Υστερα από είκο-σι έξι χρόνια, όταν η διευθύντρια είχε προ πολλού φύγει, πήγα στο ίδιο σχολείο. Επανεισήγαγα τη μανία, διαδόθηκε για άλλη μία φορά σαν επιδη-μία, κατόπχν κόπασε πάλι. To γεγονός ότι μια τέτοια διδακτή τεχνική μπο-ρεί να μεταδοθεί σαν επιδημία μάς λέει κάτι σημαντικό για την υψηλή πι-στότητα της μιμιδιακής μετάδοσης. Μπορούμε να είμαοτε σίγουροι ότι τα ιστιοφόρα που κατασκεύασαν τα παιδιά της γενεάς του ιιατέρα μου στη δεκαετία τού 1920 δεν διέφεραν σε γενικές γραμμές από εκείνα που κατα-σκεύασε η δική μου γενεά οτη δεκαετία τού 1950.
To φαινόμενο μπορεί να διερευνηθεί συστηματικότερα με μια παραλλα-γή του παιδικού παιχνιδιού των «κινεζικών ψιθύρων» (γνωστό και ως «χα-λασμένο τηλέφωνο»): Παίρνετε διακόσιους ανθρώπους οι οποίοι δεν έ-χουν ποτέ πριν κατασκευάσει κινεξικό ιστιοφόρο και τους βάζετε στη σειρά σε είκοσι ομάδες των δέκα ατόμων. Συγκεντρώνετε τους πρώτους από κά-θε ομάδα γύρω από ένα τραπέξι και τους δείχνετε πώς να κατασκευάξουν ένα κινεζικό ιοτιοφόρο. Κατόπιν στέλνετε τον καθένα από αυτούς να διδά-ξει αποκλεισηκά το δεύτερο άτομο της ομάδας του, δείχνοντάς του πάλι την τεχνική της κατασκευής. Στη συνέχεια, κάθε μέλος της δεύτερης «γε-νεάς» διδάσκει το τρίτο άτομο της ομάδας του κ,ο.κ., μέχρι το δέκατο μέ-λος τής κάθε ομάδας. Συγκεντρώνετε όλα τα ισποφόρα που κατασκευάστη-καν καθ' όλη αυτή τη διαδικασία και σημειώνετε πάνω τους τον αριθμό της αντίστοιχης ομάδας καχ «γενεάς» για μεταγενέοτερη εξέταση.
Δεν έχω ακόμα κάνει το πείραμα (θα το ήθελα), αλλά διαθέτω μχα ισχυ-ρή πρόβλεψη για το αποτέλεσμα: δεν θα καταφέρο^τν και οι είκοσι ομάδες να μεταδώσουν την τεχνική ακέραιη μέχρι το δέκατο μέλος τους, ωστόσο ένας σημαντικός αριθμός θα το καταφέρει. Σε κάποιες από τις ομαδες θα γίνουν λάθη: ίσως κάποχος αδύνατος κρΐκος της αλυσίδας ξεχάσεχ ένα ζω-τικό βήμα της διαδικασίας, οπότε προφανώς θα αποτύχουν όλοι ot επόμε-νοι.Ίσως η ομάδα 4 φτάσει μέχρι το στάδιο του «καταμαράν», αλλά κατό-πιν θα ξεστρατίσει. Ίσως το όγδοο μέλος της ομάδας 13 παραγάγεχ ένα «μεταλλαγμένο» αντχκείμενο μεταξύ του «κουτιού με δύο καπάκια» και της «κορνίξας», οπότε το ένατο και δέκατο μέλος της ομάδας του θα αντιγρά-ψουν τη μεταλλαγμένη εκδοχή.
Έχω και μια επχπλέον πρόβλεψη για τις ομάδες στχς οποίες η τεχνική μεταδΐδεται με επιτιιχία μέχρι τη δέκατη γενεα: αν κατατάξουμε τα ιστιο-φόρα κατά σειρά «γενεάς», δεν θα παρατηρήσουμε καμία συστηματική επι-δείνωση της ποιότητας από γενεά σε γενεά. Εάν, εξάλλου, πραγματοποιή-
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΧΚΕΙΑΣ
221
σουμε ένα πείραμα παρόμοχο με το προηγούμενο αλλά με τη διαφορά ότι η τεχνική που θα μεταδίδεται δεν θα αφορά το οριγκάμι αλλά την αντιγρα-φή του ιχνογραφήματος ενός ιστχοφόρου, τότε σίγουρα θα υπάρχει συστημα-τική επιδείνωση της ακρίβειας με την οποία το σκίτσο της πρώτης γενεάς θα «επιβιώνει» στη δέκατη γενεά.
Στην εκδοχή του πεχράματος με τα ιχνογραφήματα, όλα τα σκίτσα της δέκατης γενεάς θα έχουν μχα αμυδρή ομοχότητα με αυτά της πρώτης γε-νεάς. Καχ στο εσωτερχκό κάθε ομάδας, η ομοχότητα θα χεχροτερεύεχ λίγο-πολύ σταθερά καθώς θα προχωρούμε στχς δχαδοχχκές γενεές. Αντχθέτως, στην εκδοχή με το ορχγκάμχ, τα σφάλματα ή θα εμφανΐζονταχ μονομχάς ή καθόλου: θα εχ'ναχ «ψηφιακές» μεταλλάξεχς. Είτε μχα ομάδα δεν θα κάνεχ καθόλου λάθη καχ το ιστιοφόρο της δέκατης γενεάς δεν θα εχ'ναχ κατά μέ-σον όρο χεχρότερο ούτε καλύτερο από εκείνο χης πέμπτης ή της πρώτης γενεάς• εχ'τε θα εμφανχστεχ' μχα «μετάλλαξη» σε κάποχα γενεά καχ όλες οχ μετέπεχτα ιτροσπάθεχες θα καταλήγουν σε πλήρη αποτυχία, συχνά αναπα-ράγοντας πιστά το μετάλλαγμα.
Ποχα εχ'ναχ η κρχ'σχμη δχαφορά μεταξύ των δύο περχπτώσεων; To ότχ η τεχνχκή τού ορχγκάμχ συνίσταται σε μια σειρά δχακρχτών πράξεων, καμία από τις οποίες δεν είναι δύσκολο να εκτελεστεί καθαυτήν. Μάλλον οι ενέρ-γειες μοχάξουν με το «διπλώνουμε και τις δύο πλευρές στη μέση». Κάποιο μέλος μιας ομάδας ενδέχεται να μην εκτελέσει σωστά αυτό το βήμα, ωστό-σο θα είναι σαφές σιο επόμενο μέλος της ομάδας τι προσπαθείνα κάνει. Τα βήματα του οριγκάμι «αυτοκανονικοποιοιίνται»• αυτό ακριβώς τα καθιστά «ψηφιακά». Μοιάζει με την περίπτωση του αρχχξυλουργού, η πρόθεση του οποίου (να σφηνώσει το καρφί στο ξύλο χωρίς να προεξέχει η κεφαλή του) είναι προφανής οτον μαθητευόμενό του, ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες των χτυπημάτων με το σφυρί. Ή εκτελείς σωστά ένα συγκεκριμένο βήμα τού οριγκάμι ή όχχ. Η ιχνογράφηση, αντιθέτως, συνχσιά αναλογική τεχνική: Όλοι μπορούν να προσπαθήσουν, αλλά κάποιοι αντιγράφουν ένα σχέδιο με μεγαλύτερη οκρΐβεια από άλλους, και κανείς δεν το αντιγράφει τέλεια. Ε-πίσης, η πιστότητα του αντιγράφου εξαρτάταχ από το χρόνο και την προ-σοχή που του αφιερώνουμε, και αυτές εΐναι ποσότητες μεταβαλλόμενες κατά τρόπο οχτνεχή. Επιπλέον, κάποια μέλη των ομάδων μάλλον 0c εξωρα-ίζουν καχ θα «βελτιώνουν» —αντί να αντιγράφουν αυστηρά— το προηγού-μενο μοντέλο.
Οι λέξεις —τουλάχιστον όταν γχνονται κατανοητές— αυτοκανονικοποι-οιίνται όπως οι ιιράξεχς τού οριγκάμι. Στη συνηθχσμένη εκδοχή του χαλα-σμένου τηλεφώνου, το πρώτο παιδί ακούει μια ιστορία ή μια φράση και ιτρέπεΐ να τη μεταβιβάσει στο διπλανό του. Εάν η φράση αποτελείται το πολύ από ετιτά λέξεις, στη μηχρική γλώσσα ό^ον των παιδιών, είναι ιιολύ
222
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΊΉ
πχθανό να επιβιώσει αμετάλλακτη μέχρι τη δέκατη γενεά. Εάν όμως διατυ-πώνεταχ σε μια άγνωστη ξένη γλώσσα, οπότε τα παιδιά υποχρεώνονται να τη μιμηθούν φωνητικά αντί λέξη προς λέξη, το μήνυμα δεν επιβιώνει. Η τιορεία αλλοίωσης από γενεά σε γενεά είναι τόχε παρόμοια με την περί-πτωση του ιχνογραφήματος, και θα καταλήξει σε διαστρέβλωση. Όταν το μήνυμα έχει νόημα στη γλώσσα των παιδιών και δεν περιέχει καθόλου α-νοίκειες λέξεις όπως «φαινότυπος» ή «αλλχιλόμορφο», τότε επιβιώνει. Αντί να μχμείται φωνητικά τους ήχους, κάθε παιδί αναγνωρίζει την κάθε λέξη ως μέλος ενός πεπερασμένου λεξιλογίου και επιλέγει την ίδια λέξη, μολονότι πιθανότατα με διαφορετική προφορά, όταν τη διαβιβάζει στο επόμενο παι-δί. Η γραπτή γλώσσα αυτοκανονικοποιείται επίσης, διότι ορνιθοσκαλίσμα-τα οτο χαρτί, όσο κι αν διαφέρουν στις λετττομέρειες, θα βασίζονται όλα σε ένα πεπερασμένο αλφάβητο είκοσι έξι, λόγου χάριν, γραμμάτων.
To γεγονός ότι τα μιμίδια μπορούν μερικές φορές να εμφανίσουν πολύ υψηλή πιστότητα, λόγω διαδικασιών αυτοκανονικοποίησης τέτοιου είδους, αρκεί για να απαντηθούν μερικές από τις πιο κοινές αντιρρήσεχς nou προ-βάλλονται στην αναλογία μεταξύ μιμιδίων και γονιδίων. Σε κάθε περίπτω-ση, ο κύριος σκοπός της θεωρίας των μιμιδίων, σε τούτο το πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής της, δεν είναι να προσφέρει μια πλήρη θεωρία των πολι-τισμών, ισάξια με τη γενετική των Watson και Crick. Όταν πρότεινα τα μι-μίδια, αρχικός μου σκοπός στην πραγματικότητα ήταν να αμφισβητήσω την εντύπωση ότι το γονίδιο αποτελούσε το μοναδικό δαρβινικό παιχνίδι —εντύττωση που κινδύνευε να δημιουργεί το Εγωισηκό γονίδιο. Ο Peter Ri-cherson και ο Robert Boyd τονΐζουν τούτο το σημείο στον τίτλο του πολύ-τιμου και βαθυστόχαστου βιβλΐου τους Not by Genes Alone (Όχι μόνο με τα γονίδια), μολονότι δεν ιποθετούν τον όρο «μιμίδια» αλλά προτιμούν τον ό-ρο «ηολνπσμικά παραλλάγματα». Ο Stephen Shennan εμπνεύστηκε το βχ-βλίο του Genes, Memes and Human History (Γονίδια, μιμίδια και ανθρώπινη ιστορία) από ένα προηγούμενο εξαιρετικό βιβλίο, το Culture and the Evolutionary Process (Κουλτούρα και εξελικτική διαδικασία), των Boyd και Richer-son. 'Αλλα βιβλία που πραγματεύονται τα μιμίδια είναι τα: The Electric Meme (To ηλεκτρικό μιμίδιο) του Robert Aunger, The Selfish Meme (To εγωισπκό μιμίδιο) της Kate Distin και το Virus of the Mind: The New Science of the Meme (Ιός του vou. H νέα επιστήμη του μιμιδίου) του Richard Brodie.
Εκείνη όμως που έχει προβάλει τη θεωρία των μιμχδίων περισσότερο από οποιονδήποτε είναι η Susan Blackmore, στο βιβλίο της The Meme Machine. Φαντάξεται επανειλημμένα έναν κόσμο γεμάτο με εγκεφάλους (ή άλ-λους υποδοχείς ή διόδους, όπως οι υπολογιστές ή οι ζώνες ραδιοσυχνο-τήτων) και μιμίδια που αντογωνίζονται γιο VQ τους καταλάβουν. Όπως συμβαίνει με τα γονίδια σε μια γονιδιακή δεξαμενή, κυριαρχούν τα μιμίδια
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
223
που διαθέτουν την ικανότητα να ανπγράφονται. Τούτο ίσως οφείλεται στην άμεση ελκυστικότητά τους, όπως συμβαίνει, υποθέτουμε, με το μιμίδιο της αθανασίας για μερικούς ανθρώπους.Ή διότι ανθούν παρουσία άλλων μιμι-δίων τα οποία έχουν ήδη γίνει πολυάριθμα στη μιμιδιακή δεξαμενή. Αυτό οδηγεί στο σχηματισμό συμιιλεγμάτων μιμιδίων, ή «μιμιπλεγμάτων».Όπως συμβαίνει συνήθως με τα μιμίδια, τα κατανοούμε αν στραφούμε στη γονι-διακή αφετηρία της αναλογίας.
Για διδακτικούς σκοπούς, μεταχεχρίστηκα τα γονίδια σαν απομονωμένες μονάδες που δρουν ανεξάρτητα. Αλλά, φυσικά, δεν είναι ανεξάρτητα μετα-ξύ τους, και τούτο το γεγονός φαίνεται με δύο τρόπους. Πρώτον, τα γονί-δια διατάσσονται γραμμικά κατά μήκος χρωμοσωμάτων, και έτσι συνήθως ταξιδεύουν από γενεά σε γενεά συνοδευόμενα από άλλα συγκεκριμένα γο-νίδια που καταλαμβάνουν γειτονικούς χρωμοσωμικούς τότιους. Εμείς οι ε-παΐοντες ονομάζουμε αυτό το είδος σύνδεσης σννόεση, αλλά δεν θα ανα-φερθώ περισσότερο σε τούτο, διότι τα μιμίδια δεν έχουν χρωμοσώματα, αΛΛηλόμορφα ή εγγενή ανασυνδυασμό. Η άλλη άποψη κατά την οποία τα γονίδια δεν είναι ανεξάρτητα διαφέρει πολύ από τη γενετική σύνδεση, και εδώ υπάρχει μια καλή αναλογία με τα μιμίδια. Αφορά την εμβρυολογία, η οποΐα διαφέρει εντελώς από τη γενετική, αν και πολλοί τις συγχέουν. Τα σώματα δεν συναρμολογούνται σαν μωσαϊκά φαινοτυπχκών τεμαχι'ων, που το καθένα αποτελεί συνεισφορά κάποιου διαφορετικού γονιδίου. Δεν υπάρ-χει ένα προς ένα απεικόνιση μεταξύ γονιδίων και μονάδων ανατομίας ή συ-μπεριφοράς. Τα γονίδχα «συνεργάζονται» με εκατοντάδες άλλα γονίδια στον προγραμματισμό των αναπτυξιακών διεργασιών, οι οποίες κορυφώνονται με το σχηματχσμό του σώματος, όπως ακριβώς οι λέξεις μιας συνταγής συνερ-γάζονται σε μια μαγειρική διεργασία η οποία κορυφώνεται σε ένα έδεσμα. Δεν ισχύει ότι κάθε λέξη της συνταγής αντιστοχχεί σε διαφορετχκή μπουκιά του εδέσματος.
Ία γονίδια, λοιπόν, συνεργάζονται οχινασπισμένα για να οικοδομήσουν αώματα, και αυτή είναι μία από τις σημαντικές αρχές της εμβρυολογίας. Νιώθουμε τον πειρασμό να ποιίμε ότχ η φυσική επιλογή ευνοεί τους συνα-σπισμούς γονιδΐων εν είδει κάποιας επιλογής ομάδας μεταξύ εναλλακτικών συνασπισμών. Τούτο όμως μαρτυρεί σνίγχυση. Στην πραγματικότητα, τα άλλα γονίδχα της γονιδιακής δεξαμενής σντνιστοιίν βασικό τμήμα του περι-βάλλοντος εντός του οποίου επχλέγεται κάθε γονίδιο απέναντι στα αλληλό-μορφά του. Εφόσον το καθένα από αυτά επιλέγεται έτσι ώστε να έχει επι-τυχία παρουσία των άλλων —τα οποία επίσης επιλέγονται με παρόμοιο τρόπο—, αναδνονται οι συνασπισμοί συνεργαξόμενων γονχδίων. Εδώ έχουμε κάτι ιιου μοιάζει μάλλον με ελεύθερη αγορά ιιαρά με σχεδιασμένη οικονο-μία: Υπάρχει κρεοπώλης και αρτοποιός, ίσως όμως όχι κατασκευαστής κε-
224

ριών. To αόρατο χέρι της φυσχκής επιλογής καλύπτει αυτό το κενό. Εδώ βρίσκεταχ η διαφορά με την ύπαρξη ενός κεντρικού σχεδιαστή ο οποίος ευ-νοεί την τριάδα «κρεοπώλης-αρτοποιός-κατασκευαστής κερχών». Η ιδέα των συνεργαζόμενων συνασπισμών που συγκροτούνται από το αόρατο χέρι θα αναδειχθεχ' σε κεντρικό θέμα όσον αφορά την κατανόηση θρησκευτικών μιμιδίων και του τρότιου λειτουργΐας τους.
Διαφορετικά είδη συνασπισμών γονιδίων αναδύονται σε διαφορετχκές γονιδιακές δεξαμενές. Οι γονιδιακές δεξαμενές των σαρκοφάγων ζώων δια-θέτουν γονίδια τα οποία προγραμματίζουν αισθητήρια όργανα ανίχνευσης θηραμάτων, νύχια για τη σύλληψη θηραμάτων, δόντια ικανά να ξεσχίζουν σάρκες, ένζυμα για την πέψη κρέατος και πολλά άλλα γονΐδια, όλα λεπτά ρυθμισμένα να συνεργάζονται μεταξύ τους. Την ίδια σηγμή, σπς γονιδιακές δεξαμενές των χορτοφάγων ευνοούνται διαφορετικά σύνολα αμοιβαία συμ-βατών γονιδίων για τη συνεργασία μεταξύ τους. Είμαστε εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι ένα γονίδιο ευνοείται βάσει της συμβατότητας του φαινοτύπου του με το εξωτερχκό περιβάλλον του είδους: έρημο, δαση ή οτιδήποτε άλ-λο. Τώρα θέλω να τονχ'σω ότι ευνοείται επίσης βάσει της συμβατότητάς του με τα άλλα γονίδια της συγκεκριμένης γονιδιακής δεξαμενής στην οποία ανήκει. Ένα γονίδιο σαρκοφάγου δεν θα μπορούσε να επιβιώσει σε μια γονιδιακή δεξαμενή χορτοφάγου, και αντιστρόφως. Μακροπρόθεσμα και ατιό την άποψη του γονιδΐου, η γονχδιακή δεξαμενή του είδους —το σύνο-λο των γονιδΐων τα οποΐα αναμειγνύονται επανειλημμένα μέσω της εγγε-νούς αναπαραγωγής— οχινιστά το γενετικό περιβάλλον εντός του οποίου κάθε γονχδιο επιλέγεται βάσει της ικανότητάς του να συνεργάξεται. Μολο-νότι οι μιμιδιακές δεξαμενές είναι σε μικρότερο βαθμό κερματισμένες και δομημένες απ' ό,τι οι γονιδιακές δεξαμενές, μπορούμε και εδώ να μχλήσου-με για μιμιδιακή δεξαμενή ως σημαντικό τμήμα του «περιβάλλοντος» κάθε μιμιδΐου στο μιμιπλέγμα.
To μιμιπλέγμα συνίσταται σε ένα σύνολο μιμιδχων τα οποία, μολονότι δεν διαθέτουν από μόνα τους μεγάλη ικανότητα επιβίωσης, διαθέτοιτν τέ-τοια ικανότητα παρουσία άλλων μελών του μιμιπλέγματος. Στην προηγού-μενη ενότητα εξέφρασα αμφιβολίες σχετικά με το εάν οι λεπτομέρειες της εξέλιξης της γλώσσας ευνοούνται από κάποιο είδος φυσικής επιλογής. Δι-ατύπωσα την εικασΐα ότι η εξέλιξη της γλώσσας διέπεται, αντιθέτως, από τυχαΐες αλλαγές. Μπορούμε να φανταστούμε ότι ορισμένα φωνήεντα και σύμφωνα ακούγονται καλύτερα από άλλα σε ορεινές περιοχές, και επομέ-νως εξελίσσονται σε χαρακτηριστικά διαλέκτων —λόγου χάριν, της Ελβε-τίας, του Θιβέτ και των Άνδεων— ενώ άλλοι φθόγγοι είναχ κατάλληλοι για ψιθυρίσματα σε πυκνά δάση και άρα χαρακτηρίξουν γλώσσες των Πυγμαί-ων και του Αμαζονίου. To παράδειγμα όμως που ανέφερα σχετικά με τη
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
225
φυσική επιλογή γλωσσών —τη θεωρία ότχ η μεγάλη φωνηεντική μεταβολή ενδέχεται να έχει λειτουργική εξήγηση— δεν είναι τέτοιου τύπου• μάλλον αφορά τη συναρμογή μιμιδίων με αμοιβαίως συμβατά μιμιπλέγματα. Ένα φωνήεν άλλαξε πρώτο, για άγνωστους λόγους —ίσως επειδή η μίμηση κά-ποιου δημοφιλούς ή ισχυρού ατόμου ήταν του συρμού, όπως υιιοτίθεται ότι συνέβη με την καταγωγή του ισπανικού ψευδίσματος. Δεν έχει σημασία πώς ξεκίνησε η μεγάλιι φωνηεντχκή μεταβολή: υποτίθεται ότι ατιό τη σπγ-μή που άλλαξε το πρώτο φωνήεν, άλλα φωνήεντα έπρεπε να ακολουθή-σουν κατά πόδας ώστε να μειωθούν οι ασάφειες κ.ο.κ., εν είδει χιονοστιβά-δας. Σε TOUTO TO δευτερο σιάδιο της διαδικασίας, τα μιμίδια ετηλέγονται στο υπόβαθρο των ήδη υπαρχουσών μιμιδιακών δεξαμενών, οπιγκροτώντας ένα νέο μιμιπλέγμα αμοιβαΐα συμβατών μιμιδίων.
Έχουμε λοιπόν πλέον όλα τα εφόδια για να στραφούμε στη θεωρία των μιμιδίων γχα τη θρησκεία. Κάποιες θρησκευτικές ιδέες, όπως κάποια γονί-δια, πιθανόν επιβιώνουν λόγω των απόλυτων χαρισμάτων τους. Αυτά τα μι-μίδια θα επιβίωναν σε οποιαδήποτε μιμιδχακή δεξαμενή, ανεξάρτητα από τα άλλα μιμίδια που τα περιβάλλουν (πρέπει να επαναλάβω και εδώ το κρί-σιμο σημείο ότι «χάρισμα» με αυτή την έννοια σημαίνει απλώς «ικανότητα επιβίωσης στη δεξαμενή», όχι αξιολογική κρίση). Κάποιες θρησκευτικές ιδέες επιβιώνουν διότχ εχ'ναι συμβατές με άλλα μιμίδια, ήδη πολυάριθμα στη μιμιδιακή δεξαμενή —ως τμήματα ενός μιμιπλέγματος. Ακολουθεί έ-νας κατάλογος κάποιων θρησκευτικών μιμιδίων τα οποία θα μπορούσαν ί-σως να έχουν επχβιωτική αξία στη μιμχδιακή δεξαμενή, είτε λόγω απόλυτου «χαρίσματος» είτε λόγω συμβατότητας με ένα υπάρχον μιμιπλέγμα:
• Θα επιβιώσεις μετά θάνατον.
• Εαν τιεθάνεις ως μάρτυρας, θα πας σε ένα ιδιαίτερα θα\ηαάσιο μέρος του παραδείσου, όπου θα απολαμβάνεις εβδομήντα δύο παρθένες (ας σκε-φθούμε λίγο τις άτυχες νέες).
• Οι αιρετικοί, οχ βλάσφημοι και οι αποστάτες πρέπει να θανατώνονται (ή να τιμωρούνται με άλλους τρόπους, όπως για παράδειγμα με εξοβελισμό από τις οικογένειές τους).
• Η πΐστη στον Θεό συνιστά υπέρτατη αρετή. Εάν κλονιστεί η πίστη σου, να εργαστείς σκληρά για να την αποκαταστήσεις και να ικετεύεις τον Θεό να σε βοηθήσει σιην απκτπ'α σου. (Όταν συζητήσαμε το στοίχημα του Pascal, ανέφερα την παράξενη υπόθεση ότι το μόνο που πραγματικά επι-θυμεί ο Θεός από εμάς είναι η πίστη. Τότε, το αντιμετώπισα ως παραδο-ξότητα• τώρα έχουμε μια εξήγηση.)
226

• Η θρησκευτική πίστη (πίστη χωρίς αποδείξεις) είναι αρετή. Όσο περχσ-σότερο αψηφάς τις αποδείξεις τόσο πιο ενάρετος είσαι. Οι «δεξιοτέχνες» πιστοί ot οποίοι κατορθώνουν να τηστέψουν κάπ αληθινά αλλόκοτο, α-στήρικτο και αναπόδεικτο, σε πείσμα των αποδεικτικών στοιχείων και της λογικής, ανταμείβονται ιδιαίτερα πλουσιοπάροχα.
• Οι πάντες, ακόμη και όσοι δεν έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις, πρέπει να τρέφουν για αυτές ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου αυθόρμητο και αναμ-φισβήτητο σεβασμό απ' ό,τι για άλλα είδη πεποιθήσεων (το συναντήσα-με στο Κεφάλαιο 1).
• Υπάρχουν κάποια αλλόκοτα πράγματα (όπως η Αγία Τριάδα, η μετου-σίωση, η ενσάρκωση) τα οποία δεν προορίξονται να γίνουν κατανοητά από εμάς. Μην προσπαθήσεις καν να κατανοήσεις κάποιο από αυτά, διό-τι η απόιιειρα πιθανόν να το καταστρέψει. Μάθε να κατακτάς την πλη-ρότητα ονομάζοντάς τα μνστήρια. Θυμήσου τη σφοδρή καταδίκη της λο-γικής από τον Μαρτίνο Λούθηρο και αναλογίσου πόσο προστατευτική θα αποδεχκνυόταν για την επιβίωση των μιμιδίων.
• Η γλυκιά μουσική, η τέχνη και οι Γραφές αποτελούν αυτοαναπαραγόμε-να δείγματα θρησκευτχκών ιδεών.*
Μερικά σημεία τού παραπάνω καταλόγου έχουν πιθανότατα απόλιπη ε-πιβιωτική αξία και θα ευδοκιμούσαν εντός οποχουδήποτε μιμιπλέγματος. Αλλά, όπως συμβαίνει με τα γονΐδια, μερικά μιμίδια επιβιώνουν μόνο στο σωστό υπόβαθρο άλλων μιμιδίων, καταλήγοντας στη συγκρότηση εναλλα-κτικών μιμιπλεγμάτων. Δύο διαφορετικές θρησκείες μπορούν να θεωρη-θούν ως δύο εναλλακπκά μιμιπλέγματα. Ίσως το ισλάμ αντιστοιχεί σε ένα σαρκοφάγο σύμπλεγμα γονιδίων και ο βουδισμός σε ένα χορτοφάγο. Οι ι-δέες μιας θρησκείας δεν είναι «καλύτερες» από τις ιδέες κάποιας άλλης με απόλυτη έννοια, όπως ακριβώς τα «σαρκοφάγα» γονίδια δεν είναι «καλύ-τερα» από τα «χορτοφάγα». Τα θρησκευτικά μιμίδια αυτού του εΐδους δεν διαθέτουν κάποια απόλυτη κλίση για επιβίωση• εντούτοις, εΐναι καλά υιιό
* Διαφορετικές σχολές και τεχνοτροπίες μπορούν να αναλυθούν ως εναλλακτικά μιμι-πλέγματα, καθώς οι καλλιτέχνες αντιγράφουν ιδέες και μοτίβα από προγενέστερους καλλιτέχνες, και καθώς τα νέα μοτίβα επιβιώνουν μόνο εάν εναρμονίζονται με άλλα. Πράγματι, όλο το ακαδημαϊκό γνωστικό αντικείμενο ιστορία της τέχνης, με την εξεζη-τημένη διερεύνηση της πορείας εικονογραφιών και συμβολισμών, μπορεί να θεωρηθεί περίτεχνη μελέτη στο θέμα της μιμιπλεκτικότητας. Οι λεπτομέρειες είτε θα έχουν ευ-νοηθει' είτε όχι από την παρουσία υπαρκτών μελών της μιμιδιακής δεξαμενής, και μετα-ξύ αυτών θα υπαρχουν συχνά θρησκευτικά μιμίδια.
01 ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
227
την έννοια ότι ευδοκιμούν παρουσία άλλων μιμιδίων της ίδιας θρησκείας, αλλά όχι παρουσία μιμιδίων της άλλης θρησκείας. Βάσει αυτού του μοντέ-λου, ο ρωμαιοκαθολικχσμός και το ισλάμ, λόγου χάριν, δεν σχεδιάστηκαν απαραιτήτως από συγκεκριμένα άτομα, αλλά εξελίχθηκαν χωριστά ως ε-ναλλακτικές συλλογές μιμιδίων που ευδοκιμούν παρουσΐα άλλων μελών του ίδιου μιμιπλέγματος.
Οι οργανωμένες θρησκείες οργανώνονται από ανθρώπους: από ιερείς και επισκόπους, ραββίνους, ιμάμηδες και αγχατολάχ. Αλλά, γχα να επαναλάβω το σημείο που τόνισα αναφορικά με τον Μαρτίνο Λούθηρο, τούτο δεν ση-μαίνει ότι τις συνέλαβαν και τις σχεδίασαν άνθρωποι. Ακόμη και όταν έγι-ναν αντικειμενο εκμετάλλευσης και χειραγώγησης προς όφελος ισχυρών προσώπων, οι θρησκείες κατά πάσα πιθανότητα απέκτησαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους εν πολλοίς από μη συνειδητή εξέλιξη —όχι με γενε-τική φυσική επιλογή, η οποία είναι τόσο αργή ώστε δεν εξηγεί τη γοργή ε-ξέλιξη και απόκλιση των θρησκειών. Ο ρόλος της γενετικής φυσικής επιλο-γής σε τούτη την ιστορία έγκειται στο ότι παρέχει τον εγκέφαλο, με όλες τις κλίσεις και τις προδιαθέσεις του —το «υλχσμικό» και το χαμηλού επιπέ-δου «λογισμικό», τα οποία αποτελούν το υπόβαθρο της μιμιδιακής επιλο-γής. Με δεδομένο το εν λόγω υπόβαθρο, νομίζω ότχ η κάποιου είδους μι-μιδιακή φυσική επιλογή προσφέρει μια πιθανή εξήγηση της λεπτομερούς εξέλιξης επιμέρους θρησκειών. Στα πρώτα στάδια της εξέλιξης μιας θρη-σκείας, πριν οργανωθεΐ, απλά μιμίδχα επιβιώνουν χάρη στην καθολική τους ελκυστικότητα απέναντι οτην ανθρώπινη ψυχολογία. Εδώ ακριβώς αλληλε-πικαλύπτονται η μιμιδιακή θεωρια της θρησκείας και η ψυχολογική θεω-ρία της θρησκείας ως παραπροϊόντος. Τα μεταγενέστερα στάδια —όταν πια μια θρησκεία οργανώνεται, καθίσταται περι'τεχνη και οσοδήποτε διαφορε-τική από άλλες θρησκείες— αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά από τη θεω-ρία των μιμχπλεγμάτων —τους συνασπισμούς αμοιβαία συμβατών μιμιδίων. Αυτό όμως δεν αποκλείει τον επιπρόσθετο ρόλο σκόπιμης χειραγώγησης από ιερείς και άλλους. Οι θρησκείες πιθανώς είναι σχεδιασμένες, τουλάχι-στον εν μέρει, με ευφυΐα, όπως οι σχολές και οι τάσεις στην τέχνη.
Μχ'α θρησκεία η οποία ο»χεδιάστηκε ευφυώς, σχεδόν εξ ολοκλήρου, είναχ η σαϊεντολογία, ωστόσο υποψιάζομαι ότι αποτελεί εξαΐρεση.Ένας άλλος υ-ποψήφιος ως εξ ολοκλήρου σχεδιασμένη θρησκεία εΐναι ο μορμονισμός. Ο Joseph Smith, ο ευρηματικά ψευδολόγος χδρυτής του, έφτασε στο σημείο να συντάξει μια εντελώς νέα ιερά βίβλο, τη Βίβλο τον Μορμόν, επινοώντας από το τίποτε μια ολόκληρη νέα πλαστή αμερικανχκή ιοτορία, γραμμένη σε πλαστά αγγλικά του 17ου αιώνα. Ο μορμονισμός, ωστόσο, έχει εξελιχθεί, α-φότου χαλκεύτηκε κατά τον 19ο αιώνα, και έχει πλέον καταστεί μία ατιό τις αξχοσέβαστες κύριες θρησκείες της Αμερικής —και μάλιστα πολλοί ισχυρί-
228

ζονται ότι εχναι η ταχύτερα ανατιτυσσόμενη, ενώ κατά καχρούς γΐνεται λό-γος για την υποβολή υποψηφιότητας μορμόνου για την προεδρία.
Οι περισσότερες θρησκείες εξελίσσονται. Επομένως, οποιαδήποτε θεω-ρια εξέλιξης των θρησκειών υιοθετήσουμε, πρέπεχ οπωσδήποτε να είναχ ι-κανή να εξηγήσει την εκπληκτική ταχύτητα της διαδικασίας θρησκευτικής εξέλιξης, υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Μία μελέτη περιπτώσεων παρατί-θεται στη συνέχεχα.
Αατρείες φορτίον
Στην ταινία Ένας προφήτης μα τι ηροφήτης, ένα από τα πολλα ϊΐράγματα στα οποία είχε δίκιο η ομάδα των Μόντι Πάιθον ήταν η εξαιρετική ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαδοθεί μια νέα θρησκευτική λατρεία. Μπορεί να ξε-πηδήσει ανά πάσα στιγμή και κατόπχν να ενσωματωθεί σε μια κουλτού-ρα, όπου παίζεχ ανησυχητικά κυρίαρχο ρόλο. Οι «λατρεΐες φορτίου» (cargo cults) της Μελανησίας και της Νέας Γουινέας, στον Ειρηνικό, μας προσφέ-ρουν το πιο φημισμένο παράδειγμα από την ηραγματική ζωή. Ολόκληρη η ιστορία κάποιων από αυτές τις λατρείες —από τη γέννηση μέχρι την εξά-λειψή τους— είναι ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη των πιστών. Σε αντί-θεση με τη λατρεία του Ιησού, για την καταγωγή της οποίας δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία, διαθέτουμε ολόκληρη την πορεία των γεγονότων (ακό-μη καχ εδώ όμως, όπως θα δούμε, κάποιες λειηομέρειες έχουν πλέον χα-θεί). Μπορούμε να διατυπώσουμε τη συναρπασπκή εικασία ότι η λατρεία του χρισπανχσμού σχεδόν σίγουρα εγκαινιάστηκε με αρκετά παρόμοιο τρό-πο και εξαπλώθηκε με την ίδια περίπου μεγάλη ταχύτητα.
Η κύρια πηγή μου για τις λατρείες φορτίου είναι το Quest in Paradise (Αναξήτηση στον παράδεισο) του David Attenborough, ο οποίος εΐχε την ευγενή καλοσιίνη να μου το παρουσιάσει. To μοτίβο είναι το ίδιο για όλες αυτές τις λατρείες, από τις αρχαιότερες, του 19ου αιώνα, μέχρι τις περισ-σότερο γνωστές, οχ οποίες αναπτυχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Φαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση οι κάτοικοι των νησιών του Ειρηνικού έ-μειναν κατάπληκτοι μπροστά στα θαυμαστά υπάρχοντα των λευκών αποί-κων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών υπαλλήλων, των στρατιωτών και των χεραποστόλων.Ίσως ιχπήρξαν θύματα του τρχτου νόμου τού Arthur C. Clarke, στον οποχο αναφέρθηκα στο Κεφάλαχο 2: «Οποχαδήποτε επαρ-κώς προηγμένη τεχνολογχ'α δεν δχαφέρεχ από τη μαγεχ'α».
Οχ νησχώτες παρατήρησαν ότχ οχ λευκοχ' απολάμβαναν αχχτά τα «θαχίμα-τα» αλλά δεν τα κατασκεύαξαν οχ ίδχοχ: όταν κάποια αντχκεχ'μενα χρεχάζο-νταν επχσκευή, αποστέλλονταν μακρχά, καχ έφταναν καχνούργχα δχαρκώς ω
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ θΡΗΣΚΕΙΑΣ
229
«φορτίο» με πλοία ή, αργότερα, αεροπλάνα. Κανείς λευκός δεν παρατηρή-θηκε ποτέ να κατασκευάζει ή να επισκευάζει οτιδήποτε, και μάλιστα κα-νείς δεν έκανε κάτι το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποιου είδους χρήσιμη εργασχ'α (προφανώς το να κάθεται κανείς πίσω από ένα γραφείο α-νακατεύοντας χαρτιά αποτελούσε θρησκεσπκή ιεροτελεστία).Όπως φαί-νεται, λοιπόν, το «φορτίο» έπρεπε να είχε υπερφυσική προέλευση. Προς επίρρωσιν αυτού, οι λευκοί έκαναν ορισμένα πράγματα τα οποία δεν μπο-ρούσαν παρά να συνιστούν τελετουργίες:
Κατασκευάζουν ψηλούς πυλώνες με σύρματα δεμένα πάνω τους• κάθο-νται και ακούν μικρά κουτιά, τα οποία βγάζουν φως και εκπέμπουν πα-ράξενους ήχους και πνιγμένες φωνές• πείθουν τους ντόπιους να ντυ-θούν με ομοιόμορφα ρούχα και τους κάνουν να βαδίζουν πάνω-κάτω —δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς περισσότερο άχρηοτη ασχολία από αυτήν. Και τότε, ο χθαγενής καταλαβαίνει ότι βρήκε την απάντηση στο μυστήριο: αυτές οι ακατανόητες πράξεις είναι οι τελετουργίες που εκτελούν οι λευκοί για να πείσουν τους θεούς να στεΐλουν το φορτίο. Εάν ο ιθαγενής θέλει το φορτίο, τότε πρέπει και αυτός να κάνει τα ίδια.
Είναι εκπληκτικό ότι παρόμοιες λατρείες φορτίου ξεφύτρωσαν ανεξάρ-τητα σε νησιά τα οποία ήταν πολύ απομακρυσμένα το ένα από το άλλο, τό-σο γεωγραφικά όσο και πολιτισμικά. Ο David Attenborough μάς λέει ότι
οι ανθρωπολόγοι έχουν παρατηρήσει δύο διαφορετικές λατρευτικές εκ-δηλώσεις στη Νέα Καληδονία, τέσσερις στις Νήσους του Σολομώντος, τέσσερις στα νησιά Φίτζι, επτά στις Νέες Εβρίδες και πάνω από πενή-ντα στη Νέα Γουινέα, οι περισσότερες από τις οποίες είναι εντελώς α-νεξάρτητες καχ ασύνδετες μεταξύ τους. Στην πλειονότητά τους, αυτές οι θρησκείες ισχυρίζονται ότι ένας συγκεκριμένος μεσσίας θα φέρει το φορτίο όταν φτάσει η ημέρα της αποκάλυψης.
Η παράλληλη ευδοκίμηση τόσο πολλών ανεξάρτητων αλλά παρόμοιων λα-τρειών υποδηλώνει κάποια κοινά χαρακτηρισηκά της ανθρώπινης ψυχολο-γίας γενικά.
Μχα διάσημη λατρεία οτο νησί Τάνα των Νέων Εβρίδων (γνωστό ως Βα-νουάτου μετά το 1980) επιβιώνεχ ακόμα. Στο κέντρο της βρίσκεται ένα μεσ-σιανικό πρόσωπο ονόματι John Frum. Οι παλαιότερες αναφορές στον John Frum σε επίσημα κυβερνητπκά αρχεία ανάγονται μέχρχ το 1940 μόνο, αλλά, ακόμη και για έναν τόσο πρόσφατο μύθο, δεν είναι γνωστό με σιγουριά εάν πρόκειται όντως γχα υπαρκτό πρόσωπο. Ένας θρύλος τον περιέγραφε ως
230

μικρόσωμο άντρα, με ψιλή φωνή καχ ξεθωριασμένα μαλλιά, που φορούσε πανωφόρι με λαμπερά κοντμπιά/Εκανε παράξενες προφητείες και κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να στρέψεχ τους ανθρώπους κατά των ιεραποστόλων. Τελικά επέστρεψε στους προγόνους, αφού υποσχέθηκε θριαμβευτική δεύ-τερη παρουσία, φορτωμένος με πλούσχο φορτίο. To αποκαλυπτχκό όραμά του περιλάμβανε έναν «μεγάλο κατακλυσμό• τα βουνά θα ισοπεδώνονταν και οι κοιλάδες θα πλημύρχζαν•* οι ηλικιωμένοχ θα ξανάβρισκαν τη νχότη τους και οι ασθένειες θα εξαφανχ'ζονταν- οι λευκοί θα εκδιώκονταν από το νησί για να μην ετπσιρέψουν ποτέ• κοι φορτίο θα έφτανε σε μεγάλες ποσό-τητες, ώστε όλοχ να αηοκτήσουν όσο ήθελαν».
Προς μεγάλη ανησυχχ'α της αποχκχακής κυβέρνησης, ο John Frum rrpo-φήτευσε επχ'σης ότχ, κατά τη δειχχερη παρουσχ'α του, θα έφερνε ένα νέο νό-μχσμα, με την ανάγλυφη παράσταση μχας καρύδας. Συνεπώς, όλοχ έπρεπε να ξεφορτωθοχίν τα χρήματα των λεντκών. To 1941, αυτό οδήγησε σε όργχο δαπανών• οχ άνθρωποχ έπαψαν να εργάζονταχ, καχ η οχκονομία του νησχού χχπέστη σοβαρή ζημχά. Η αποχκχαιαί δχοχκηση συνέλαβε τους χπιοκχνητές, ωστόσο δεν μπορούσε να εξουδετερώσεχ τη λατρεία, ό,τχ καχ να έκανε• οχ εΐίΐίλησχ'ες καχ τα σχολεχ'α των χεραποστολών ερημώθηκαν.
Λχ'γο αργότερα, εμφανχ'στηκε ένα νέο δόγμα, ότχ ο John Frum ήταν βασχ-λχάς της Αμερχχαίς. «Θεόσταλτα» αμερχκονχκά στροτεύματα εχ'χαν φτάσεχ σπς Νέες Εβρχ'δες περχπου εκεχ'νη την εποχή και, θαιίμα θαχψάτων, συμπε-ρχλάμβαναν μαύρους οχ οποχ'οχ δεν ήταν φτωχοχ' όπως οχ νησχώτες, αλλά
εφοδχασμένοχ με φορτχ'ο εξχ'σου πλούσχο με τους λεχτκούς στρατχώτες. Άγρια συγκχ'νηση κατέΐίλυσε την Τάνα. Η ημέρα της αποκάλνπρης πλη-σίαζε. Οι πάντες άρχχσαν να προετοχμάζονται γχα την άφιξη του John Frum.'Evaq από τους ηγέτες εχ'πε ότχ ο John Frum θα ερχόταν από tnv Αμερχκή με αεροπλάνο, καχ εκατοντάδες άντρες βάλθηκαν να καθαρχ'-ζουν το κέντρο του νησιού από τους θάμνους, ώστε να υτχάρχεχ ένας δχάδρομος γχα την προογείωση του αεροπλάνου.
Ο δχάδρομος δχέθετε έναν «πύργο ελέγχου» από μπαμπού καχ «ελεγκτές ε-ναέρχας κυκλοφορίας» που φορούσαν ψεχχχχκα ακουστχκά από ξύλο. Υπήρ-χαν επχ'σης ψεχηχκα αεροτιλανα σχο «δχάδρομο», ως δέλεαρ, με σκοηό να προσελκύσουν το αεροπλανο τού John Frum.
* Να συγκριθεί με τον Ησαΐα 40:4: «Κάθε φαρόγγι ας ιτφωθει', κάθε βουνό και κάθε λό-φος ας χαμηλώσει». Η ομοιότητα δεν δείχνει αναγκαία κάποιο θεμελιώδες χαρακτηρι-στικό της ανθρώπινης φυχής ή του «συλλογικού ασυνείδητου» του Jung. Τα εν λόγω νη-σιά μαστίζονταν επί μακρόν από ιεραποστόλους.
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
231
Τη δεκαετία τού 1950, ο νεαρός David Attenborough ταξίδεψε στην Τάνα μαζί με έναν εικονολήϊττη, τον Geoffrey Mulligan, για να ερευνήσει τη λα-τρεία τού John Frum. Αφού κατέγραψαν άφθονα στοιχεία για τη θρησκεία, τελχκά οδηγήθηκαν και στον αρχχερέα της, έναν άντρα ονόματι Nambas. Ο Nambas αναφερόταν με οικειότητα στο μεσσία του ως John και ισχυριζόταν ότι του μιλούσε τακτικά στο «ραδιόφωνο». Αυτό («ράδιο ανήκει John») δεν ήταν παρά μια ηλικιωμένη γυναίκα με ένα καλώδιο γύρω από τη μέση της, η οποία έπεφτε σε έκσταση και έλεγε ασυναρτησίες, τις οποίες ο Nambas ερμήνευε ως λόγχα τού John Frum. Ο Nambas ισχυρΐστηκε επίσης ότι γνώ-ριζε εκ των προτέρων την επικείμενη επίσκεψη του Attenborough, διότι ο John Frum τού το είχε αποκαλύψει στο «ραδιόφωνο». Ο Attenborough ζή-τησε να δει το «ραδιόφωνο», αλλά συνάντησε (πράγμα αναμενόμενο) άρνη-ση. Άλλαξε θέμα και ρώτησε εάν ο Nambas εΐχε δει ποτέ τον John Frum:
Ο Nambas κατένευσε ζωηρά. «Εγώ βλέπει αυτόν φορές πολλές». «Με τι μοιάζει;».
Ο Nambas με έδειξε με το δάκτυλό του. «'τός μοιάζει εσένα. 'τός έχεχ άσπρο πρόσωπο. 'τός ψηλός. 'τός ζει Νότια Αμερική».
Αυτή η λεπτομέρεια αντιφάσκει με τον προαναφερόμενο θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο ο John Frum ήταν κοντός. Με τέτοιον τρόπο εξελίσσονται οι θρύλοι.
Πιστεύεται ότι η ημέρα της ετπστροφής τού John Frum θα είναι η 15η Φεβρουαρΐου, αλλά το έτος ηαραμένει άγνωστο. Κάθε χρόνο στις 15 Φε-βρουαρχου, λονπόν, οχ οπαδοί του τελούν μια θρησκευτική τελετή για να τον καλωσορίσουν. Μέχρι στιγμής δεν έχει επιστρέψει, αλλά δεν απογοη-τεύονται. Ο David Attenborough είιιε σε έναν πιοτό ονόματι Sam:
«Αλλά, Sam, έχουν περάσει δεκαεννέα χρόνια αφότου ο John είπε ότχ θα έρθει το φορτίο. To υποσχέθηκε ξανά και ξανά, ωστόσο το φορτίο δεν έρχεται. Δεν είναι πολύς χρόνος τα δεκαεννέα χρόνια για να περι-μένει κανείς;».
Ο Sam σήκωσε το βλέμμα από το έδαφος και με κοίταξε. «Αν εσείς μπορείτε να περιμένετε 2.000 χρόνια για να έρθει ο Ιησούς Χριστός και δεν έρχεται, τότε εγώ μπορώ να περιμένω περισσότερο από δεκαεννέα χρόνια για τον John».
To βιβλίο τού Robert Buckman, Can We Be Good without God? (Μπορούμε να εχμαστε καλοί χωρίς Θεό;), αναφέρει την ίδΐα αξιοθαιίμαστη απάντηση ενός οπαδού τού John Frum, τούτη τη φορά σε κάποχον καναδό δημοσιο-
232
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
γράφο, περίπου σαράντα χρόνια μετά την επίσκεψη του David Attenbo-rough.
Η βασίλισσα Ελισάβετ και ο πρίγκιπας Φίλιππος επισκέφθηκαν την πε-ρχοχή το 1974, και στη συνέχεια ο πρΐγκνπας θεοποιήθηκε σε μια δεύτε-ρη εκδοχή της λατρείας τού John Frum (σημειώστε, για ακόμα μία φορά, πόσο γρήγορα μπορούν να μεταβληθούν οι λετπομέρεχες κατά την εξέλιξη της θρησκείας). Ο πρίγκιπας είναι όμορφος άντρας και πρέπει να έδειχνε επιβΑητικός και εντυπωσιακός με τη λευκή ναυτική στολή του και την πε-ρικεφαλαία με το λοφίο, οπότε δεν προκαλεί εντύπωση το ότχ εκείνος, και όχι η βασίλισσα, εξυψώθηκε με τέτοιον τρόπο —πέρα από το γεγονός ότι στην τοπχκή κουλτούρα των ιθαγενών δύσκολα θα γινόταν αποδεκτή μια θηλυκή θεότητα.
Δεν θέλω να υπερτονίσω τη σημασία των λατρειών φορτίου του νότιου Ειρηνικού. Προσφέρουν ωστόσο ένα συναρτιαστικό σύγχρονο πρότυχτο του τρόπου με τον οποίο οι θρησκείες ξεφυτρώνουν σχεδόν από το τίποτε. Ει-δικότερα, μας προσφέρουν τέσσερα διδάγματα σχετικά με την καταγωγή των θρησκειών γενικά, και θα τα εκθέσω εδώ με συντομία: Πρώτον, μ\α λα-τρεία μπορεί να αναδυθεί και να διαδοθεί με εκπληκτική ταχύτητα. Δεύ-τερον, τα ίχνη της καταγωγής της χάνονται ταχύτατα μέσω κάποχας δια-δικασίας. Ο John Frum, εάν υπήρξε καν, πρέηει να έζησε στο πρόσφατο παρελθόν• εντούτοις, ακόμη και η δική του ιστορικότητα αμφισβητεΐται. To χρίχο δίδαγμα έχει να κάνε\ με χην ανεξάρτηχη ανάδυοη Ήαρόμοχων λα-τρειών σε διαφορετικά νησιά: η συστηματχκή μελέτη των ομοιοτήτων μπο-ρεί να μας διδάξει κάτι σχετικά με την ανθρώπινη ψχτχολογία και την επι-δεκτικότητά της για θρησκεία.
Τέταρτον, οχ λοτρεΐες φορτίου έχουν κοινά στοιχεία όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με παλαιότερες θρησκείες. Ο χριστιανισμός και άλλες αρχαί-ες θρησκείες με παγκόσμχα εξάπλωση ίσως να άρχισαν ως τοπικές λατρείες σαν εκείνη του John Frum. Πράγματι, λόγιοι όπως ο Geza Vermes, καθηγη-τής εβραϊκών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έχει προτείνει ότι ο Ιησούς υπήρξε μία αηό τις πολλές τέτοιες χαρισματικές προσωπικό-τητες οι οποίες εμφανίστηκαν στην Παλαιστχνη εκείνη την εχτοχή, και πε-ριβλήθηκαν ατιό παρόμοχους θρύλους. Οι περισσότερες από εκείνες τις λα-τρείες εξέλιπαν. Η μόνη που επιβίωσε, κατά την παραπάνω άποψη, είναι atrtn την οποία συναντάμε σήμερα. Στο πέρασμα μάλιστα των αιώνων έχει ακονιστεί από περαιτέρω εξέλιξη (μιμιδιακή επιλογή, αν θέλετε να TO δια-τυπώσουμε έτσι) για να καταλήξει σε ένα εξεζητημένο σύστημα —ή μάλ-λον οε αποκλΐνοντα οχινολα συστημάτων-απογόνων, τα οποία κυριαρχούν σήμερα σε μεγάλα τμήματα του κόσμου. Οι θάνατοι χαρισματικών σύγχρο-νων προσωπικοτήτων, όπως ο Χαϊλέ Σιλασιέ, ο Έλβις Πρίσλεϊ και η πρι-
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
233
γκίπισσα Νταϊάνα, μας προσφέρουν άλλες ευκαιρίες να μελετήσουμε τη γοργή ανάδυση λατρειών και τη μεταγενέστερη μιμιδιακή εξέλιξή τους.
Αυτά είναι όλα όσα θέλω να πω σχετικά με τις ρίξες της ίδιας της θρη-σκείας, εκτός από μχα σύντομη ανασκόπηση στο Κεφάλαιο 10, όπου θα ιτραγματευθώ το φαινόμενο του «φανταστικού φίλου» της παιδικής ηλι-κίας, με θέμα τις ψυχολογικές «ανάγκες» που καλύτττει η θρησκεία.
Συχνά πιστεύεται ότι οι ρίζες της ηθικότητας βρίσκονται στη θρησκεία, και στο επόμενο κεφάλαιο θέλω να αμφισβητήσω αυτή την άποψη. Θα υ-ποστηρίξω ότι η καταγωγή της ηθικότητας μπορεί επίσης να αποτελεί α-ντικείμενο ενός δαρβινικού ερωτήματος. Ακριβώς όπως ρωτήσαμε «Ποια είναι η δαρβινική επιβιωτική αξία της θρησκείας;», έτσι μπορούμε να υπο-βάλουμε το ίδιο ερώτημα σχετικά με την ηθικότητα. Μάλιστα, η ηθικότη-τα πιθανόν προηγήθηκε της θρησκείας. Ακριβώς όπως canv περίτττωση της θρησκείας αποστασχοποιηθήκαμε από το ερώτημα και το αναδιατυττώσαμε, έτσι και στην περίπτωση της ηθικότητας θα δούμε ότι αυτή μπορεί να θε-ωρηθεί μάλλον παραπροϊόν κάποιου άλλου πράγματος.

6
ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
Παράξενη η κατάστασή μας εδώ στη Γη. Ο καθένας από
εμάς κάνει μια ονντομη επίσκεψη σε τοντο τον κόσμο,
μη γνωρίζοντας το γιατί, κι όμως, μερικές φορές σαν
να μαντενει ένα σκοπό. Από τη σκοπιά της καθημερινής
ζωής ωστόσο, νπάρχει κάη πον όντως γνωρίζονμε:
ότι ο άνθρωηος βρίοκεται εδώ για χάρη άλλων ανθρώπων
—ηάνω αηό όλα, yia εκείνους πον από το χαμόγελο και
την ενημερία τονς εξαρτάται η δχκή τον εντνχία.
—ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ
236

Πολλοί θρησκευόμενοι δυσκολεύονταχ να φανταστούν πώς μπορεί κανείς να εΐναι καλός, ή ακόμη και να θέλει να είναι καλός, χωρίς θρησκεία. Θα ε-ξετάσω τέτοια ξητήματα crto παρόν κεφάλαιο. Οι αμφιβολίες όμως προχω-ρούν περισσότερο και ωθούν κάποιους θρησκευόμενους σε παροξυσμούς μίσους εναντίον όσων δεν συμμερίξονται την πίστη τους. Αυτό έχει ιδιαίτε-ρη σημασία, διότι αντιλήψεις περί ηθχκής βρίσκονται κρυμμένες πίσω από θρησκευτικές συμπεριφορές σχετικά με άλλα ζητήματα τα οποία ουδόλως συνδέονται με την ηθχκότητα. Η αντίθεση στη διδασκαλία της εξέλιξης σε μεγάλο βαθμό δεν συνδέεται με την εξέλιξη καθαυτήν ούτε με οτιδήποτε επιστημονικό, αλλά τροφοδοτείται από ηθική αγανάκτηση. Τούτο εκτείνε-ται από την αφελή ιδέα πως «Εάν διδάξετε στα παιδιά σας ότι εξελΐχθηκαν από τις μαϊμούδες, τότε θα συμπεριφέρονται σαν μαϊμούδες», έως το πιο ε-ξεζητημένο υπόγειο κίνητρο ολόκληρης της στρατηγικής «αιχμής» του «ευ-φυούς σχεδίου», όπως αποκαλύπτεται ανελέητα από την Barbara Forrest καχ τον Paul Gross οτο βιβλίο τους Creationism's Trojan Horse: The Wedge of Intelligent Design (O δούρειος ίππος του δημιουργισμού. Η αιχμή του ευφυ-ούς σχεδίου).
Λαμβάνω πολλές ετηστολές αναγνωστών των βιβλίων μου,* από τις ο-ποίες οι περισσότερες είναι εγκάρδια φιλικές, κάποιες χρήσιμες λόγω των παρατηρήσεών τους και μερικές κακόβουλες —ακόμη και μοχθηρές. Καχ το κΐνητρο των πιο κακόβουλων, οφείλω να το πω μετά λύπης μου, κατά κανόνα είναχ η θρησκεία. Τέτοιες καθόλου χριστιανικές ύβρεις δέχονται συ-νήθως όσοι θεωρούνται εχθροί του χριστιανισμού. Γχα παράδειγμα, παρα-θέτω μια επιστολή που δημοσιεύτηκε στο Διαδίκτυο απευθυνόμενη στον Brian Flemming, συγγραφέα και σκηνοθέτη τού The God Who Wasn't There (O Θεός rrou δεν ήταν εκεί),86 μιας σοβαρής και συγκινητικής ταινίας η οποία ιτποστηρίζει τον αθεϊσμό. Με τίτλο «Να καίγεσαι ενώ εμείς θα γελά-με» και με ημερομηνία 21 Δεκεμβρι'ου 2005, η επιστολή προς τον Flemming έχει ως εξής:
Σίγουρα έχεις θράσος. Θα μου άρεσε να πάρω ένα μαχαίρι, να ξεκοιλιά-σω εσάς τους ανόητους και να ουρλιάζω από χαρά καθώς θα ξεχύνονται τα σωθικά σας. Προσπαθείτε να ξεκινήσετε έναν ιερό πόλεμο στον ο-ποίο κάποια ημέρα εγώ, και άλλοι σαν εμένα, ίσως έχουμε τη χαρά να κάνουμε αυτά που αναφέρω mo πάνω.
* Περισσότερες απ' όσες μπορώ να ελπίζω ότι θα απαντήσω επαρκώς, πράγμα για το ο-ποίο ζητώ συγγνώμη.
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
237
Ο επιστολογράφος φαΐνεται ότι σε τούτο το σημείο αναγνωρίζει καθυστε-ρημένα ιτως το λεξιλόγιό του δεν είναι πολύ χριστιανικό, διότι συνεχίζει mo μεγαλόψυχα:
Ωστόσο, ο ΘΕΟΣ μάς διδάσκει να μη ζητάμε εκδίκηση, αλλά να τιροσευ-χόμαστε για όλους τους ομοίους σου.
Η μεγαλοψυχία του όμως δεν κρατά πολύ:
Θα ανακουφιστώ αν μάθω ότι η τιμωρία που θα σου ειτιβάλει ο ΘΕΟΣ θα είναι χίλιες φορές χειρότερη απ' οτιδήποτε μπορώ να σου κάνω εγώ. Πάντως ΣΙΓΟΥΡΑ θα υποφέρεις αιωνίως για τις αμαρτίες τχς οποχ'ες α-γνοεχ'ς εντελώς. Η Οργή του ΘΕΟΥ δεν θα δείξει έλεος. Για το καλό σου, ελπίζω να σου αποκαλυφθεί η αλήθεχα πρχν το μαχαίρχ φτάσεχ στη σάρ-κα σου. Καλά ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑϋ!
Υ.Γ. Εσύ καχ οχ όμοχοχ' σου δεν έχετε χδέα τχ σας περχμένεχ [...]. Ευχαρχ-στώ τον ΘΕΟ που δεν εχ'μαχ στη θέση σου.
Θεωρώ άκρως αχνχγματχκό το γεγονός ότχ μχα απλή θεολογχιαί δχαφορά μπορεχ' να παραγάγεχ τέτοχο διιλητήρχο. Ακολουθεί ένα δείγμα από τχς επχ-στολές προς τη σχίνταξη του περχοδχκού Freethought Today, το οποχ'ο εκδχ'-δεταχ από το'Ιδρυμα γχα την Ελευθερχ'α από τη Θρησκεχ'α (Freedom from Religion Foundation, FFRF) καχ δχεξάγεχ εχρηνχχαί εκστρατεχ'α κατά της υπο-νόμευσης του συνταγματχκού χωρχσμού Εχαίλησχας καχ Κράτους:
Γεια σας, τυροφάγοχ βρομχάρηδες. Εμεχ'ς οχ χρχσηανοΐ είμαστε πολύ πε-ρχσσότεροι απ' ό,τι εσείς οχ χαμένοχ. ΔΕΝ υπάρχει χωρισμός της Εκ-κλησίας από το Κράτος, καχ εσεχ'ς οι εχδωλολάτρες θα ηττηθεχτε [...].
Τχ σχέση έχεχ to τυρχ'; Κάποχοχ αμερχκανοχ' φίλοχ μου έχοχιν πχθανολογήσεχ σχίνδεση με την πανθομολογοιιμένως φχλελεύθερη Πολχτεχ'α τού Ουχσκόν-σχν —έδρα τού FFRF και κέντρο της βιομηχανίας γαλακτοκομικών—, αλλά σίγουρα θα πρέπεϊ να υπάρχει καχ κατι άλλο. Και τι να πούμε για εκείνες τις γαλλικές «τυροφάγες μαϊμούδες nou σηκώνουν ψηλά τα χέρια»;* Ποια είναι η σημειολογία του τυριού; Συνεχίζουμε:
* Μειωτική και προσβλητική έκφραση, διαδεδομένη μεταξύ μερικών αμερικανικών κύ-κλων με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ. To «φηλά τα χέρια» παραπέμπει στη γρήγορη πα-ράδοση της Γαλλίας κατα τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. (Σ.τ.μ.)
238
Η ΠΕΡΙΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
Σκουπίδια που λατρεύετε τον Σατανά [...]. Παρακαλώ να πεθάνετε και να πάτε στην κόλαση [...]. Ελπίζω να σας χτυπήσει μια οδυνηρή ασθέ-νεια όπως ο καρκίνος του εντέρου και να ιιεθάνετε αργά και οδυνηρά, για να μπορέσετε να συναντήσετε τον Θεό σας, τον ΣΑΤΑΝΑ [...]. Κοί-τα, φιλαράκο, αυτή η ελευθερία από τη θρησκεία βρομάει [...]. Και ε-σείς, αδερφές και παλιολεσβίες, καθίστε και κοιτάξτε πού πηγαίνετε, γιατί ο Θεός θα σας βρει εκεί που δεν το περιμένετε [...]. Αν δεν σας α-ρέσει τούτη η χώρα και αυτό πάνω στο (και για το) οποίο ιδρύθηκε, ξε-κονμπιστείτε και πηγαίνετε κατευθείαν στην κόλαση [...]. Υ.Γ. Πηδήξου, κομουνιστική πόρνη [...]. Έξω οι μαύροι κώλοι σας από •ης ΗΠΑ [...]. Δεν έχετε καμΐα δικαιολογία. Η Δημχουργία είναι ιπιεραρ-κετή απόδειξη της παντοδύναμης δύναμης του ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙ-ΣΤΟΥ.
Γιατί όχχ της παντοδυναμίας τού Αλλάχ; Ή του Βράχμα; Ή ακόμη και ιου Ιεχωβά;
Δεν θα φύγουμε ήσυχα. Αν στο μέλλον χρειαστεί βχ'α, να θυμάστε μόνο ότι εσείς την προκαλέσατε. To τουφέκι μου είναι γεμάτο.
Γιατί —δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ— υποτίθεται ότι ο Θεός χρεχάζεται τέτοια βίαιη υπεράσπιση; Δεν είναι άλλωστε θαυμάσια ικανός να φροντίσει τον εαυτό Του; Να έχετε ιχπόψη σας, μέσα σε όλα αυτά, ότι ο αρχισντντά-κτης που υβρίζεται και απειλείται με τόση αγριότητα είναι μια ευγενική και γοητειχπκή νεαρή γυναίκα.
Ίσως επειδή δεν ζω στην Αμερική, οι περισσότερες από τις υβριστικές επιστολές που λαμβάνω δεν μοιάζουν ακριβώς με τις παραπάνω, αλλά πά-ντως ούτε αυτές αποπνέουν τη μεγαλοψυχία για την οποία διακρινόταν ο ιδρυτής του χριστχανισμού. Η επιστολή που ακολουθεί, με ημερομηνία Μά-ιος 2005, από έναν βρετανό γιατρό, μολονότι ξεχειλίξει σίγουρα από μίσος, μου δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι μάλλον οικτρή παρά κακόβουλη, και αποκαλιίπτει πώς όλο το ξήτημα της ηθικότητας συνιστά βαθιά πηγή εχθρότητας απέναντι στον αθεϊσμό. Ύστερα από κάποιες προκαταρκτικές τταραγράφους —όπου επιτχ'θεται δριμύτατα στην εξέλιξη (και όπου ρωτά σαρκαστικά εάν ένας «νέγρος» βρίσκεται «ακόμα στη διαδικασία της εξέλι-ξης»), προσβάλλει τον Δαρβίνο προσωπικά, αναφέρει παραπλανητικά τον Huxley ως ανπεξελικτικό και με παροτρύνει να διαβάσω ένα βιβλίο (το έχω διαβάσει) το οποίο υποστηρίζει ότι ο Κόσμος έχει ηλικία μόνο 8.000 ετών (μπορεί αλήθεια να εΐναι γιατρός;)—, καταλήγει:
01 ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΧΤΕ ΚΑΛΟΙ;
239
Τα βιβλία σας, to κύρος σας στην Οξφόρδη, όσα αγαπάτε στη ζωή και έχετε επιτύχει, όλα αποτελούν άσκηση ολοκληρωτικής ματαιότητας [...]. To ερώτημα-πρόκληση του Καμί κρίνεται αναπόφευκτο: Γιατί δεν αυτοκτονούμε όλοι; Πράγματι, η άποψή σας για τον Κόσμο έχει αυτού του είδους το αποτέλεσμα οε σπουδαστές και πολλούς άλλους [...] ότχ όλοι εξελιχθήκαμε από τυφλή τύχη, από το τίιιοτα, και επιστρέφουμε στο τίποτα. Ακόμη κι αν η θρησκεία αποτελούσε ένα ψέμα, εχναι καλύ-τερο —πάρα πολύ καλύτερο— να πιστεύουμε σε κάποιον ευγενή μύθο, σαν εκείνον του Πλάτωνα, εάν τούτο οδηγεί σε πνευματική γαλήνη για όσο ζούμε. Αλλά η δική σας αντΐληψη για τον Κόσμο οδηγεί στο άγχος, στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά, τη βία, το μηδενχσμό, τον ηδονχσμό, την επιστήμη τύπου Φρανκενστάιν, και την κόλαση επί της Γης, και στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο [...]. Αναρωτιέμαι πόσο ευτυχής είστε εσείς οτις προσωπικές σας σχέσεις. Διαζευγμένος; Χήρος; Γκέι; Άνθρω-ποι σαν εσάς δεν νιώθουν ποτέ ευτυχείς, αλλιώς δεν θα προσπαθούσαν τόσο σκληρά να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει ευτυχία ούτε νόημα σε τί-ποτε.
Η λεπτότητα αισθημάτων στη συγκεκριμένη επιστολή, αν όχι καχ το ύ-φος της, είναι αντιπροσωπευτικά πολλών. Ο δαρβινισμός, πιστεύει αυτός ο άνθρωπος, είναι εγγενώς μηδενιστικός, διδάσκει ότχ εξελιχθήκαμε από τυ-φλή τύχη (για πολλοστή φορά, η φυσική επιλογή αποτελεί το ακριβώς αντίθετο μιας τυχαίας διαδικασίας) και εξαφανιζόμαστε όταν πεθάνουμε. Ως άμεση συνέπεχα μιας τέτοιας υποτιθέμενης αρνητικότητας, έπονται όλων των ειδών τα κακά. Φαντάζομαι ότι δεν ήθελε πραγματικά να υπονοήσει πως η χηρεία μπορεί να ττηγάζει άμεσα από το δαρβινισμό μου, αΑλά η ε-πιστολή του, αναφέροντας κάτι τέτοχο, είχε φτάσει σε εκείνο το επίπεδο μανιασμένης κακοβουλίας την οποία επανειλημμένα διακρίνω μεταξύ των χριστιανών επιστολογράφων μου. Έχω αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο, το Unweaving the Rainbow (Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο),* οπο ύστατο νόημα, στην ποίηση της επιστήμης και στην ανασκευή —ειδικά και διά μακρών— της κατηγορίας περί μηδενιστικής αρνητικότητας, οπότε δεν θα επεκταθώ εδώ. Τούτο το κεφάλαιο ασχολείται με το κακό και το αντίθετό του, το καλό• με την ηθικότητα: ποια είναι η προέλευσή της, γιατί πρέπει να την α-γκαλιάσουμε καχ εάν χρειαζόμαστε χη θρησκεία προς τουτο.
* Ελληνική έκδοση: Τραυλός, 2000. (Σ.τ.μ.)
240

Έχει δαρβινική προέλενση το ηθικό μας αίσθημα;
Αρκετά βιβλία, συμπεριλαμβανομένων των Why Good is Good (Γιατί το καλό είναι καλό;) του Robert Hinde, The Science of Good and Evil (H ετηστήμη του καλού και του κακού) του Michael Shermer, Can We Be Good Without God? τού Robert Buckman και Moral Minds (Ηθικός νους) του Marc Hauser, έ-xouv υττοστηρίξει ότι το περί δχκαχ'ου και αδίκου αίσθημά μας εΐναι δννα-τόν να προέρχεται από το δαρβινικό μας παρελθόν. Στην παρούσα ενότη-τα εκθέτω τη δική μου εκδοχή του επιχειρήματος.
Εκ πρώτης όψεως, η δαρβινική ιδέα ότι κινητήρια δύναμη της εξέλιξης εχ'ναχ η φυσική επχλογή φαίνεται ακατάλληλη να εξηγήσει όση καλοσύνη διαθέτουμε, ή τα συναισθήματα ηθχκότητας, ευπρέπειας, ενσυναίσθησης και ελέους. Η φυσική επιλογή μπορεί εύκολα να εξηγήσει την πείνα, το φόβο καχ τον σεξουαλχκό πόθο, αφού όλα οχτμβάλλουν ευθέως στην επχβχ'ω-σή μας ή τη διατήρηση των γονιδΐων μας. Αλλά τι γίνεταχ με τον βασανχσπ-κό οίκτο που αισθανόμαστε όταν βλέπουμε ένα ορφανό παχδί να κλαΐει, μια ηλικιωμένη χήρα απελτπσμένη στη μοναξιά της ή ένα ζώο να βογκά από πόνο; Τι μας κάνει να νιώθουμε την έντονη παρόρμηση να στείλουμε ανώ-νυμα μια χρηματική συνεισφορά ή ρουχισμό στα ΰύματα ενός τσουνάμι στην άλλη άκρη του κόσμου, τα οποία δεν θα συναντήσουμε ποτέ και τπ-θανότατα δεν θα μας ανταποδώσουν τη χάρη; Από πού προέρχεται ο καλός Σαμαρείτης μέσα μας; Μήπως η καλοσχίνη δεν είναι ασύμβατη με τη θεω-ρία του «εγωιστικού γονχδχ'ου»; Όχι. Πρόκεχται γχα οττνηθχσμένη παρεξήγη-ση της θεωρχ'ας —μχα λυπηρή (καχ, εκ των υστέρων, προβλέψχμη) παρεξή-γηση.* Χρεχάζεταχ οπωσδήποτε να τονχ'σουμε τη σωοτή λέξη. Η έμφαση πρέπεχ να δοθεχ' στο εγωχσχχκό γονίδιο, δχότχ έρχεταχ σε αντχ'θεση με τον ε-γωχστχκό οργανχσμό, φέρ' εχπείν, ή με το εγωχστχκό είδος. Ας το εξηγήσω.
Σύμφωνα με τη λογχκή του δαρβχνχσμού, η μονάδα στην χεραρχχ'α της ξωής η οποχ'α επχβχώνεχ καχ περνά ατιό το φχ'λτρο της φυσχκής επχλογής θα τεχ'νεχ να εχναχ εγωχστχχαί. Στον κόσμο επχβχώνοχχν όσες μονάδες επχτχτγχά-νουν να επχβχώσοχτν εις βάρος των ανταγωνχστών τους στο ίδχο με αχττές ε-
* Πάγωσα όταν διάβασα στην Guardian («Animal Instincts», 27 Μαΐου 2006) ότι το Εγωι-στικό γονίδιο είναι το αγαπημένο βιβλίο τού Jeff Skilling, διευθύνοντος συμβούλου της επονείδιστης Enron Corporation, και ότ\ τον ενέπνευσε να οσχοληθεί με τον κοινωνικό δαρβινισμό. Ο Richard Conniff, δημοσιογράφος τής Guardian, προσφέρει μια καλή εξή-γηση —βλ. http://money.guardian.co.Uk/workweekly/story/0,1783900,00.html. Προσπά-θησα να προλάβω παρόμοιες παρεξηγήσεις στη νέα εισαγωγή μου με αφορμή την τρια-κονταετή επετειακή έκδοση του Εγωιοτικού γονιδίον, που μόλις κυκλοφόρησε από τον Oxford University Press.
Oi ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
241
πίπεδο ιεραρχίας. Τούτο ακριβώς σημαίνει ο όρος «εγωιοτικό» εν προκειμέ-νω. Αναδύεται τώρα το ερώτημα: Ποχο είναι το επίπεδο της δράσης;Όλη η ιδέα του εγωιστικού γονιδίου, με τη σωστή έμφαση οτη δεύτερη λέξη, έ-γκειται στο ότι η μονάδα της φυσχκής επιλογής (δηλαδή η μονάδα του ι-δΐου συμφέροντος) δεν συνίσταται στον εγωισπκό οργανισμό ούτε στην ε-γωιστική ομάδα ή το εγωισπκό είδος ή το εγωισπκό οικοσύστημα, αλλά στο εγωιστικό γονίδιο. To γονίδιο είναι εκείνο το οποίο, με τη μορφή της πληροφορίας, είτε επιβιώνει επί πολλές γενεές είτε όχι. Αντίθετα με το γο-νίδιο (και το μιμίδιο, θα μπορούσαμε να υηοστηρίξουμε), ο οργανισμός, η ομάδα καχ το εχ'δος δεν αποτελούν τον σωστό τύπο οντότητας που να μηο-ρεί να παίξει το ρόλο μονάδας υιιό αυτή την έννοια, διότι δεν παράγουν α-κριβή αντίγραφα του εαιπού τους και δεν ανταγωνίζονται σε μια δεξαμενή τέτοιων αυτοαναπαραγόμενων οντοτήτων. Touro ακριβώς εΐναι που κάνουν τα γονίδια, και αυτό αποτελεί την —ουσχαοτικά λογχκή— δικαιολογία για να ξεχωρίσουμε το γονίδιο ως μονάδα «εγωισμού», με την ειδική δαρβινι-κή έννοια του όρου.
Ο ιιλέον προφανής τρόπος με τον οποίο τα γονίδια εξασφαλΐζουν τη δική τους «εγωισπκή» επιβίωση σε σχέση με άλλα γονίδια είναι μέσω του προγραμματισμού μεμονωμένων οργανισμών ώστε να είναι εγωιστικοί. Υ-πάρχουν πράγματι πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιβίωση του με-μονωμένου οργανισμού θα ευνοήσει την ετιιβίωση των γονιδίων που με-ταφέρει μέσα του. Αλλά διαφορετχκές περιτττώσεις ευνοοιίν διαφορετχκές τακτικές: κάποιες φορές —όχι χδχαίτερα σπάνιες— τα γονίδχα εξασφαλί-ζουν τη δική τους εγωιστική επιβίωση επηρεάζοντας τους οργανισμούς ώ-στε να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά. Τέτοιες περιπτώσεις έχουν πλέον κατανοηθεί αρκετά ικονοποχητχκά και εμπίπτουν σε δύο βασικές κατηγο-ρίες.Ένα γονχ'διο το οποίο προγραμματίζει μεμονωμένους οργανισμούς ώ-στε να ευνοούν τα γενετικά συγγενή του είναι στατιστικώς πιθανό να ω-φελεΐ αντΐγραφά του. Η συχνότητα ενός τέτοιου γονιδίου στη γονιδιακή δεξαμενή μπορεί να αυξηθεΐ μέχρις ότου ο αλτρουισμός μεταξύ συγγενών καταστεί ο κανόνας. Η καλοσύνη κάποιου απέναντι στα παιδιά του απο-τελεί το πιο προφανές παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι μέλισσες, οχ σφήκες, τα μυρμήγκια, οι τερμίτες και, σε μικρότερο βαθμό, ορισμένα σπονδυλωτά όπως οι ποντικοί ασπάλακες, οι σουρικάτες και οι τσικλιτάρες έχουν σχηματίσει μέσω της εξέλιξης κοινωνίες στις οποίες τα μεγαλύτερα νεογνά φροντίζουν τα νεότερα (με τα οποία πιθανώς μοιράζονται τα ίδια υ-πεύθυνα για τη φροντίδα γονίδχα). Γενικά, όπως έδειξε ο αείμνηστος συνά-δελφός μου W.D. Hamilton, τα ζώα συνήθως φροντχ'ξουν, υπερασπίζονται, μοιράζονται τους πόρους, προειδοποιούν για τον κίνδυνο ή συμπεριφέρο-νται με διάφορους τρόπους αλτρουιοτικά απέναντι στους στενούς συγγε-
242

νείς, λόγω της στατισπκής πιθανότητας οι συγγενείς να φέρουν αντίγραφα των ίδιων γονιδίων.
Ο άλλος κύριος τύπος αλτρουισμού για τον οποίο έχουμε μια καλώς ε-πεξεργασμένη δαρβινική λογική εξήγηση είναι ο αμοιβαίος αλτρουισμός («βάστα με να σε βαστώ»). Η εν λόγω θεωρία, την οποία εισήγαγε αρχικά στην εξελικτική βιολογία ο Robert Trivers και η οποία εκφράζεται συχνά με τη μαθηματική γλώσσα της θεωρίας παχγνχ'ων, δεν εξαρτάται από την κοι-νότητα γονιδίων. Πράγματι, λειτουργεί εξίσου καλά, ίσως καλύτερα, μετα-ξυ μελών πολύ διαφορετικών ειδών, οπότε συχνά ονομάζεται συμβίωση. Η ίδια αρχή αποτελεί επίσης τη βάση κάθε εμπορίου και συναλλαγής μεταξύ ανθρώπων. Ο κυνηγός χρειάζεται ένα δόρυ και ο σιδηρουργός θέλει κρέας. Η ασυμμετρία μεσολαβεί για ένα διακανονισμό. Η μέλισσα χρειάζεται νέ-κταρ KQi TO άνθος χρειάζεται επικονίαση. Ία άνθη δεν μπορούν να πετά-ξουν, έτσι «πληρώνουν» τις μέλισσες με νόμισμα το νέκταρ, για να δανει-στούν τα φτερά τους. Τα πουλιά μελισσοδείκτες μπορούν να ανακαλύψουν τις φωλιές των μελισσών, αλλά δεν μπορούν να εισβάλουν σε αυτές. Οι μελλιβόρες (συγγενείς του ασβού) μπορούν να εισβάλουν στχς φωλιές των μελισσών, αλλά δεν έχουν φτερά ώστε να τις εντοπίσουν.Έτσι, οι μελισσο-δείκτες οδηγούν τις μελλιβόρες (και μερικές φορές τους ανθρώπους) στο μέλι με ένα ειδικό προκλητικό πέταγμα, το οποίο δεν χρησιμοποιούν για κανέναν άλλο σκοπό. Και οχ δύο πλευρές ωφελούνται από τη συναλλαγή. Ένα κομμάτι χρυσού ίσως βρίσκεται κάτω από μια μεγάλη πέτρα, πολύ βα-ριά για να τη μετακινήσει εκείνος που το ανακαλύτττει. Καταφεύγει λοιπόν στη βοήθεια άλλων, έστω κι αν χρειαστεί να μοιραστεί το χρυσό, διότι χω-ρΐς τη βοήθειά τους δεν θα αποκτούσε τίποτε. Τα ζωικά βασίλεια βρίθουν τέτοιων αμοιβαίων σχέσεων: βούβαλοι και βουφάγοι, σωληνοειδή άνθη και κολιμπρί, επινέφελοι και λαμπρίδες-καθαριστές, αγελάδες και μικροοργα-νχσμοί στο πεπτικό τους σύστημα. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός λειτουργεί ε-ξαιτίας ασυμμετρχών μεταξύ αναγκών και ικανότητας για την ικανοποίησή τους. Νά γιατί λειτουργεί ιδιαίτερα καλά μεταξύ διαφορετικών ειδών: οι α-συμμετρίες εκεί είναι μεγαλύτερες.
Μεταξύ των ανθρώπων, οχ συναλλαγματικές καχ το χρήμα συνιστούν τρόπους οι οποίοι επιτρέπουν καθυστερήσεις στις συναλλαγές. Τα συναλ-λασσόμενα μέρη δεν παραδίδουν τα αγαθά τανποχρόνως, αλλά μποροιίν να χρεώνονται για το μέλλον, ακόμη και να εμπορεύονται το χρέος με άλλους. Εκτός από τους ανθρώπους, κανένα ζώο σε άγρια κατάσταση, απ' όσο γνω-ρίζω, δεν διαθέτει το αντίστοιχο του χρήματος. Αλλά η ανάμνηση της ταυ-τότητας ατόμων παίζει τον ίδιο περίπου ρόλο, αλλά πιο «ανεπίσημα». Οι νυχτερίδες βαμπίρ μαθαχνουν ποχα άτομα της κοινωνικής ομάδας τους εί-ναι αξιόπιστα ως προς την πληρωμή των χρεών τους (οε αναμασημένο
Ol ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΊΉΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
243
αίμα) και ποια άτομα εξαπατούν. Η φυσική επιλογή ευνοεί γονίδια τα ο-ποία προδιαθέτουν τα άτομα, σε σχέσεις ασύμμετρων αναγκών και ευκαι-ριών, να δίνουν όταν μπορούν και να ζητούν ανταπόδοση όταν δεν μπο-ρούν. Ευνοεί επίσης τις τάσεις ιτρος απομνημόνευση των ιητοχρεώσεων, διατήρηση παραπόνων, αστυνόμευση των σχέσεων ανταλλαγής και τιμωρία όσων εξαπατούν παίρνοντας αλλά όχι δίνοντας όταν έρθει η σειρά τους.
Και τούτο διότι πάντα θα υπάρχουν απατεώνες, και οι ευσταθείς λύσεις των παιγνιοθεωρητικών γρίφων του αμοιβαίου αλτρουισμού πάντοτε περιέ-χουν ένα στοιχείο τιμωρίας της εξαπάτησης. Η μαθηματική θεωρία επιτρέ-πει δύο ευρεΐες κλάσεις ευοταθών λύσεων σε «παίγνια» αυτού του είδους. Η λύση «να είσαι πάντα κακός» είναχ ευσταθής κατά το ότι, εαν όλοι οι άλ-λοι κάνουν το ίδιο, ένα μοναδικό καλό άτομο δεν μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Αλλά υπάρχει άλλη μία στρατηγική η οποία φαίνεται επίσης ευ-σταθής («ευσταθής» σημαίνει ότι, αφότου υττερβεί μια κρίσιμη συχνότητα εντός του πληθυσμού, καμία εναλλακτική λύση δεν είναι καλύτερη). Πρό-κειταχ για τη στρατηγχκή «να εΐσαχ καλός αρχικά καχ όχι καχύποπτος απέ-ναντι στους άλλους. Στη συνέχεια, να ανταποδίδεις τις καλές πράξεις με καλές, αλλά να εκδικείσαι τις κακές πράξεις». Στη γλώσσα της θεωρίας παι-γνίων, αυτή η στρατηγική (ή η οικογένεια σχετικών στρατηγικών) έχει διά-φορα ονόματα, όπως «μία σου καχ μία μου»* ή «αμοιβαιότητας και ανταπό-δοσης» ή «ίσου πλήγματος». Είναι ευσταθής από εξελικτική άποψη υπό ορισμένες συνθήκες, με την έννοια ότι, δεδομένου ενός πλχιθυσμού ο ο-ποίος κυριαρχείται από ανταποδότες, κανένα κακό άτομο και κανένα ανε-πχφύλακτα καλό άτομο δεν θα έχει καλύτερη τιίχη. Υπάρχουν άλλες, συνθε-τότερες παραλλαγές τού «μία σου και μία μου», οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καλύτερα αποτελέσμοτα.
Έχω αναφέρει τη συγγένεια και την ανταπόδοση ως δίδυμους πυλώνες του αλτρουισμού σε έναν δαρβινικό κόσμο, αλλά ιηιάρχουν δευιερεύουσες δομές οι οποίες στηρίζονται οτους βασχκούς αυτούς πυλώνες. Ιδιαίτερα στην ανθρώπινη κοχνωνία, με τη γλώσσα και το κουτσομπολιό, η φήμη εί-ναι σημαντική.Ένα άτομο ίσως φημίζεται για την ευγένεια και τη γενναιο-δωρία του. Ένα άλλο άτομο ίσως έχει τη φήμη ότι είναι αναξιόπιστο, ότι εξατιατά καχ παραβιάζει τις συμφωνίες. Κάποιο άλλο ίσως έχει τη φήμη ότχ φέρεται γενναιόδωρα απέναντχ σε όσους έχουν κερδίσεχ την εμπιστοσύνη του, αλλά ότι τιμωρεί ανελέητα όσους το εξαπατούν. Η απλή θεωρχ'α του αμοιβαίου αλτρουισμού αναμένει από τα ζώα κάθε είδους να βασίζουν τη
* Ο καθιερωμένος αγγλικός όρος είναι «tit-for-tat»: καλή συμπεριφορά έναντι καλής, κα-κή ένανπ κακής. (Σ.τ.μ.)
244

συμτιεριφορά τους στην ασυνείδητη ανταπόκριση σε τέτοια χαρακτηριστχκά των ομοίων τους. Στις ανθρώπινες κοινωνίες εκμεταλλευόμαστε τη δύναμη της γλώσσας για τη διάδοση της φήμης, συνήθως με τη μορφή κουτσομπο-λχού. Δεν χρειάζεται να έχει υτιοστεί κάποιος προσωπικά την άρνηση του X να κεράσει όταν έρθει η σειρά του. Μαθαίνει από τις διαδόσεις ότι ο X εί-ναι «σπαγκοραμμένος», ή —προσθέτοντας μια ειρωνική νότα στο παρά-δειγμα— ότι ο Ψ είναι τρομερός σπερμολόγος. Η φήμη έχει σημασία, καχ οι βιολόγοι μπορούν να αναγνωρίσουν μια δαρβινική ετπβιωτική αξία όχι α-πλώς όταν είναι κανείς καλός ανταποδότης, αλλά και όταν καλλχεργεί τη φήμη ότι είναι καλός ανταποδότης. To βιβλΐο The Origins oj Virtue (H κατα-γωγή της αρετής) του Matt Ridley, εκτός του ότι αποτελεί μια γλαφυρή πε-ριγραφή όλου του τομέα της δαρβινικής ηθικότητας, κρίνεται ιδιαΐτερα κα-λό και όσον αφορά τη φήμη.*
Ο νορβηγοαμερικανός οικονομολόγος Thorstein Veblen και, κατά δια-φορετικό μάλλον τρόπο, ο ισραηλχνός ξωολόγος Amotz Zahavi έχουν προ-σθέσει μια επιπλέον συναρπασπκή ιδέα. Η αλτρουιστική προσφορά ίσως αποτελεί διαφήμιση κυριαρχίας ή ανωτερότητας. Οι ανθρωπολόγοι τη γνω-ρΐζουν ως «φαχνόμενο πότλατς», ονομασία προερχόμενη από το έθιμο κά-ποιων φυλών του βορειοδυτικού Ειρηνικού να ανταγωνίξονται μεταξύ τους επιδιδόμενες σε καταστροφικά υπερπολυτελείς εορτές. Σε ακραίες περι-τιτώσεις, τέτοιοχ ανταποδοτικοί «αγώνες διασκέδασης» συνεχίζονταχ μέχρις ότου η μία πλευρά να περιπέσει σε πλήρη ένδεια, χωρίς ο νικητής να βρί-σκεταχ σε καλύτερη κατάσταση. Η έννοια της «επιδεικτικής καταναλωσης» του Veblen κατι σημαίνει για πολλούς παρατηρητές της σύγχρονης σκηνής. Η συνεισφορά τού Zahavi, παραγνωρισμένη από τους βιολόγους επί πολλά χρόνια μέχρις ότου επιβεβαιώθηκε με τη βοήθεια λαμπρών μαθηματχκών μοντέλων από τον θεωρητικό Alan Grafen, συνίσταται στην εισαγωγή μιας εξελικτικής εκδοχής της ιδέας τού πότλατς. Ο Zahavi μελετά αραβικές τσί-χλες, μικρά φαιόχρωμα πτηνά τα οποία ζουν σε κοινωνικές ομάδες και φροντίζουν τα νεογνά τους συνεργατικά. Όπως πολΑά μικρά πτηνά, οι τσΐ-
* Η φήμη δεν περιορίζεται στους ανθρώπους. Έχει πρόσφατα δειχτεί ότι ισχύει σε μία από τις κλασικές περιπτώσεις αμοιβαίου αλτρουισμού μεταξύ ζώων, τη συμβιωτική σχέ-ση μεταξύ μικρών ψαριών καθαριστών και μεγάλων ψαριών πελατών τους. Σε ένα ευ-φυές πείραμα, ορισμένες λαμπρίδες-καθαριστές (Labroides dimidiatus), για τις οποίες ο υποφήφιος πελάτης είχε παρατηρήσει ότι ήταν επιμελείς καθαριστές, φαινόταν πιθα-νότερο να επιλεχθούν από τον πελάτη σε σχέση με τις ανταγωνιστικές Labroides για τις οποίες είχε παρατηρηθεί ότι αμελούσαν να καθαρίσουν. Βλ. R. Bshary και A.S. Grutter, «Image scoring and cooperation in a cleaner fish mutualism» (Διαμόρφωση εικόνας και συνεργασι'α σε μια αμοιβαιότητα μεταξύ ψαριών καθαριστών), Nature, 441, 975-978, 22 Ιουνίου 2006.
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
245
χλες κρώζουν προειδοποιητικά και επίσης προσφέρουν τροφή η μία στην άλλη. Μια συνήθης δαρβινική μελέτη τέτοιων αλτρουιστικών ενεργειών θα αναζητούσε, καταρχάς, σχέσεις ανταπόδοσης και συγγένειας μεταξύ των πτηνών. Όταν μια τσίχλα τρέφει σύντροφό της, το κάνει επειδή αναμένει να τραφεί η ίδια αργότερα; Ή μήπως ο αποδέκτης της εύνοιάς της εΐναχ στενός γενετικός συγγενής; Η ερμηνεία τού Zahavi ξαφνιάζει: Οι κυρίαρχες τσίχλες επιβεβαιώνουν την κυριαρχία τους τρέφοντας τις κυριαρχούμενες. Για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορική γλώσσα στην οποία αρέσκεται ο Zahavi, το κυρίαρχο πτηνό μοιάζει να λέει: «Κοίτα πόσο ανώτερός σου εί-μαι• έχω τη δυνατότητα να σε τρέφω».Ή «Κοίτα πόσο ανώτερος είμαι• τολ-μώ να εκθέσω τον εαυτό μου στα γεράκια, καθισμένος σε ένα ψηλό κλαδί, στο ρόλο του φρουρού που θα προειδοποιήσει το υπόλοιπο σμήνος το ο-ποίο τρέφεται στο έδαφος». Οι παρατηρήσεις τού Zahavi και των συνεργα-τών του στηρίζουν μάλιστα την άποψη ότι ot τσίχλες ανταγωνίζονται έντο-να για τον επικΐνδυνο ρόλο του φρουρού. Και όταν μια υποδεέστερη τσίχλα επιχειρήσει να προσφέρει τροφή σε κάποια κυρίαρχη, η φαινομενική γεν-ναιοδωρία αποκρούεται βίαια. Η ουσία της ιδέας τού Zahavi είναι ότι η δια-φήμιση ανωτερότητας επικυρώνεται ατιό το κόστος της. Μόνο ένα γνησίως ανώτερο άτομο έχει τη δυνατότητα να διαφημίζει το γεγονός με ένα δα-πανηρό δώρο. Τα άτομα αγοράζουν την επιτυχία, ως προς την προσέλκυση ερωτικών συντρόφων για παράδειγμα, μέσω δαπανηρών επιδείξεων ανωτε-ρότητας, συμπεριλαμβανομένης της επιδεικτικής γενναιοδωρίας και της α-νιδιοτελούς ανάληψης κχνδιίνων.
Διαθέτουμε τώρα τέσσερχς καλούς δαρβινικούς λόγους για να εΐναι τα άτομα αλτρουιστικά, γενναιόδωρα ή «ηθικά» μεταξύ τους. Πρώτον, υπάρχει η ειδική περίπτωση της γενετικής σντγγένεχας. Δεύτερον, υπάρχει η αντα-πόδοση: το αντΐτιμο για μια εκδούλευση, και η εκδούλευση με την «προσ-δοκία» ανταμοιβής. Ως συνέπεια αυτών υπάρχει, τρίτον, το δαρβινικό όφε-λος της απόκτησης φήμης για γενναιοδωρία και ευγένεια. Και τέταρτον, εάν ο Zahavi έχει ιιράγματι δίκιο, υπάρχει το πρόσθετο ιδιαίτερο όφελος της επιδεικτχκής γενναιοδωρίας ως τρόπου αγορας ανόθευτης, αυθεντικής διαφήμισης.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της προϊστορίας μας, οι άνθρωποι ζούσαμε σε συνθήκες ευνοϊκές νια την εξέλιξη καχ των τεσσάρων ειδών αλτρουισμού. Ζούσαμε σε χωριά ή, νωρίτερα, σε διακριτές περιφερόμενες ομάδες σαν μπαμπουίνοι, απομονωμένοι εν μέρει από γειτονικές ομάδες ή χωριά. Τα περισσότερα ατιό τα μέλη της ίδιας ομάδας θα έπρεπε να ήταν συγγενείς, σε οτενότερες σχέσεις μεταξύ τους παρά με μέλη άλλων ομάδων —άφθο-νες ευκαιρίες για την εξέλιξη του αλτρουισμού μεταξύ συγγενών. Και, είτε συγγενείς είτε όχι, συνήθως θα συναντούσαν τα ίδια άτομα επανειλημμένα
246

σε όλη τη ζωή τους —ιδανικές συνθήκες για την εξέλιξη του αμοιβαΐου αλ-τρουισμού• ιδανικές επίσης συνθήκες για την οικοδόμηση της φήμης του αλτρουιστή, και εξίσου ιδανχκές για τη διαφήμιση της επιδεικτικής γενναι-οδωρίας. Μέσω οποιασδήποτε ή όλων των τεσσάρων διαδρομών, οι γενε-τικές τάσεις προς τον αλτρουχσμό θα είχαν μεταξύ των πρώτων ανθρώπων ευνοηθεί. Εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί οι προϊστορικοί πρόγονοί μας θα ήταν καλοί στο εσωτερικό της δικής τους ομαδας αλλά κακοί —μέχρι ση-μείου ξενοφοβίας— απέναντι σε άλλες ομάδες. Αλλά γιατί —τώρα που οι περισσότεροι ζούμε σε μεγάλες πόλεις όπου δεν μας περιβάλλουν πλέον οι συγγενείς μας και όπου κάθε ημέρα συναντάμε άτομα τα οποία δεν πρόκει-ταχ ποτέ να ξανασυναντήσουμε—, γιατί εξακολουθούμε να είμαστε τόσο καλοί μεταξύ μας, μερικές φορές απέναντι και σε άλλους οχ οποίοι θα μπο-ρούσε να θεωρηθεί ότι ανήκουν σε μια εξωομάδα;
Έχει σημασία να μην κάνουμε λάθος ως προς την εμβέλεχα της φυσικής επιλογής. Η επιλογή δεν ευνοεί την εξέλιξη κάποιας επίγνωσης του τι εί-ναι καλό για τα γονίδιά μας. Αυτή η ετιίγνωση έπρεπε να περιμένει μέχρι τον 20ό αιώνα για να φτάσεχ σε γνωστικό επίπεδο, και ακόμη και τώρα η πλήρης κατανόηση περιορίζεται σε μια μειονότητα ειδικών επιστημόνων. To τι ευνοεί η φυσική επχλογή συνίσταται σε εμπειρχκούς κανόνες, οι ο-ποΐοι λειτουργούν στην πράξη προκειμένου να προάγουν τα γονίδια στα ο-ποία οφείλονταχ. Οι εμπειρικοί κανόνες, από τη φύση τους, μερικές φορές αστοχοιίν. Στον εγκέφαλο ενός πτηνού, ο κανόνας «αναζήτησε μικρά πράγ-ματα που κρώζουν στη φωλχά σου και ρίξε τροφή στο κόκκινο σημείο του ανοικτού οτόματός τους» έχει συνήθως ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των γονιδίων στα οποία οφείλεταχ, διότι τα αντικεΐμενα που κρώζουν με ανοι-κτό (ττόμα στη φωλιά ενός ενήλικου πτηνού κανονικά ει'ναι δικοί του από-γονοι. Ο κανόνας αστοχεί εάν ένα άλλο νεογνό εισχωρήσει κάπως στη φω-λιά, όπως ο\τνηθιξουν να κάνουν με πονηριά οι κούκοχ. Είναι άραγε δυνατόν οχ παρορμήσεις «καλού Σαμαρείτη» που διαθέτουμε να αποτελούν δυσλει-τουργίες, αστοχίες, αναλογες με εκείνες των μητρικών ενστίκτων μιας κα-λαμοποταμίδας όταν εργάξεται εξαντλητικά για χάρη ενός νεαρού κούκου; Μια ακόμη περισσότερο οικεΐα αναλογία είναχ η ανθρώπινη παρόρμηση για την υιοθεσι'α ενός παχδιού. Εδώ πρέπει να σπεύσω να προσθέσω ότι ο όρος «δυσλειτουργία» έχει αυστηρά δαρβινικό νόημα μόνο. Δεν υπονοεί τίποτε υποτιμητικό.
Η ιδέα περί «λάθους» ή «παραπροϊόντος», την οποία ασπάζομαι, λεχ-τουργεί ως εξής: Την εποχή των προγόνων μας, όταν ζούσαμε σε μικρές και σταθερές ομάδες σαν μπαμπουίνοι, η φυσική επιλογή εγκατέστησε στους εγκεφάλους μας αλτρουισηκές παρορμήσεις, δίπλα σης παρορμήσεις για σεξ, τις παρορμήσεις πεΐνας, ξενοφοβίας κ,λπ.Ένα νοήμον ζευγάρι μπορεί
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
247
να έχει διαβάσει Δαρβίνο και να γνωρΐζει ότι η απώτατη αιτία για τις σεξου-αλικές παρορμήσεις του είναι η διαιώνιση του είδους. Γνωρίζουν επίσης ότχ η γυναίκα δεν μπορεί να συλλάβει αν παίρνει αντισυλληπτικά χάπια. Κι όμως, δεν βλέπουν τη σεξουαλική επιθυμία τους να μειώνεται καθόλου λό-γω αυτής της γνώσης. Η σεξουαλική επιθυμία είναι σεξουαλική επιθυμία, και η ισχύς της, στην ψυχολογία ενός ατόμου, δεν εξαρτάται από την απώ-τατη δαρβινική πίεση που υπήρξε κινητήρχα δύναμή της. Αποτελεΐ ισχυ-ρή παρόρμηση, η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από την απώτατη αιτιολόγη-σή της.
Υποστηρίζω ότι το ίδιο ισχύει και με την παρόρμηση για ευγένεια —γχα αλτρουισμό, γενναιοδωρία, ενσυναίσθηση, έλεος. Την εποχή των προγόνων μας, είχαμε την ευκαιρία να ετπδεικνύουμε αλτρουισμό μόνο απέναντι σε στενούς συγγενείς και δυνάμει αντσποδότες. Σήμερα δεν υπάρχει πλέον αυτός ο περιορισμός, αλλά ο εμπειρικός κανόνας επιμένει. Γιατί όχι; Είναι ακριβώς όπως η σεξουαλική επιθυμία. Δεν μπορούμε πλέον παρά να αι-σθανθουμε λύττη όταν βλέπουμε κάποιο δυστυχή να κλαίει (ο οποίος δεν έχει σχέση με εμάς ούτε με τη δυνατότητα ανταιιόδοσης) όπως ακριβώς αισθανόμαστε επχθυμία για ένα μέλος του αντίθετου φύλου (ίσως άγονο ή καθ' οποιονδήποτε τρόπο ανίκανο για ανατταραγωγή). Και οτις δύο περχ-πτώσεις πρόκειται γχα δυσλειτουργΐες, για δαρβινικά λάθη —ευλογημένα, πολχχτιμα λάθη.
Μη διανοηθείτε ουτε στχγμή ότι ο δαρβινικός αυτός λόγος μειώνει ή υ-ποβιβάξει τα ευγενή αχσθήματα της συμπόνιας και της γενναιοδωρίας• ού-τε της σεξουαλικής επιθυμχας. Η σεξουαλική επιθυμία, όταν διοχετεύεται στους διαύλους της γλωσσικής κουλτούρας, αναδεικνύεται σε σπουδαία ποίηση και δραματουργία: στα ερωτχκά ποιήματα του John Donne, για πα-ράδειγμα, ή στο Ρωμαίος και Ιονλιέτα. Και φυσικά το ίδιο συμβαίνει με τη δυσλειτουργία που σχετίζεται με τον αναπροσανατολισμό της βασισμένης σε συγγένεια και σε ανταπόδοση συμπόνιας. Η μεγαλοψνιχία απέναντι σε ένα χρεώστη στον Έμπορο της Βενετίας είναι, θεωρούμενη εκτός οχτμφραζο-μένων, εξίσου μη δαρβινική όσο και η υιοθεσία ενός παιδιού:
Η χάρη πού 'χει το έλεος δεν επιβάλλεται, στάζει σαν τη γλυκιά βροχή απ' τον ουρανό πάνω στο χώμα.
Ο σεξουαλικός πόθος συνιστά εν πολλοίς κινητήρια δύναμη της φιλοδο-ξίας και των αγώνων του ανθρώπου, και αποτελεί σε μεγάλο βαθμό δυσλει-τουργία. Δεν υπάρχει λόγος να μην ισχύει TO ίδιο για τον πόθο να είμαστε γενναιόδωροι και να συμπάσχουμε, εάν τούτο αποτελεί δυσλειτουργία της
248

ζωής των προγόνων στο χωριό. Ο καλύτερος τρόπος για να αναπτύξει η φυσική επιλογή αμφότερα τα εΐδη πόθου την εποχή των προγόνων μας ή-ταν να εγκαταστήσει εμπειρικούς κανόνες crtov εγκέφαλο. Τέτοιοι κανόνες μάς επηρεάζουν ακόμα σήμερα, έστω κι αν οι συνθήκες τούς καθιστούν α-κατάλληλους για την αρχική λειτουργία τους.
Τέτοιοι εμπειρικοί κανόνες εξακολουθούν να μας επηρεάζουν, oxt με έναν καλβινιστικά αιτιοκρατικό τρόπο, αλλά φιλτραρισμένοι από τις εκπο-λιτιστικές επιρροές της φιλολογίας και του εθίμου, του νόμου και της πα-ράδοσης —και, φυσικά, της θρησκείας. Όπως ακριβώς ο πρωτόγονος εγκε-φαλικός κανόνας του σεξουαλικού πόθου περνά μέσα από το φίλτρο του πολνπσμού για να αναδυθεί στις ερωτικές σκηνές τού Ρωμαίος και Ιονλιέτα, έτσι καχ οι πρωτόγονοι εγκεφαλικοί κανόνες της βεντέτας «εμείς απέναντι σε αυτούς» αναδύονται με τη μορφή των ασταμάτητων αγώνων μεταξύ Κα-πουλέτων και Μοντέγκων, ενώ οι πρωτόγονοι εγκεφαλικοί κανόνες του αλ-τρουισμού και της ενσυναίσθησης καταλήγουν στη δυσλειτουργία που μας χαροποιεί κατά τη φρονηματισπκή συμφιλίωση της τελικής σαιξπηρικής σκηνής.
Μια μελέτη περιτπώσεων για ης ρίζες της ηθικότητας
Εάν το ηθικό μας αίσθημα, όπως η σεξουαλική μας επιθυμΐα, είναι όντως βαθιά ριξωμένο στο δαρβινικό παρελθόν μας, rrpiv από τη θρησκεία, τότε θα πρέπει να αναμένουμε ότι η έρευνα του ανθρώπινου πνεύματος θα απο-κάλυπτε κάποια ηθικά καθολικά στοιχεχα, που θα ξεπερνοιίν γεωγραφι-κούς, πολιτισμικούς και —το mo κρίσιμο— θρησκευτικούς φραγμούς. Ο Marc Hauser, βιολόγος στο Πανεπιστήμιο Harvard, στο βιβλίο του Moral Minds, έχει διευρύνεχ μια γόνιμη σειρά νοητικών πειραμάτων τα οποία προ-τάθηκαν αρχικά από ηθικούς φιλοσόφους. Η μελέτη τού Hauser θα εξυπη-ρετήσει έναν πρόσθετο σκοπό, την εισαγωγή του τρόπου σκέψης των ηθι-κών φιλοσόφων. Τίθεται ένα υποτιθέμενο ηθικό δίλημμα, και η δυσκολία που αισθανόμαστε απέναντί του μας διδάσκει κάτι για το περί καλού και κακού αίσθημά μας. Ο Hauser προχωρεί πέρα από τους φιλοσόφους καθό-τι διενεργεί πραγματικές στατιστικές επισκοπήσεις και ψυχολογικά πειρά-ματα, χρησιμοποιώντας ερωτηματολόγια στο Διαδίκτυο, για παράδειγμα, προκενμένου νο διερευνήσει το ηθικό αίσθημο των ανθρώπων. Από την πα-ρούσα άποψη, το ενδιαφέρον είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καταλή-γουν στα ίδια συμπεράσματα όταν αντιμετωπίζουν αυτά τα ερωτήματα, και η συμφωνία τους ως προς τις αποφάσεις καθαυτές εΐναι ισχυρότερη από
Ol ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
249
την ικανότητά τους να εκφράσουν τους λόγους για τους οποίους το κάνουν. Τούτο ακριβώς θα έπρειτε να περιμένουμε εάν στον εγκέφαλό μας έχει α-ναπτυχθεί ένα ηθικό αίσθημα, όπως το σεξουαλικό μας ένσπκτο ή ο φόβος μας για τα ύψη ή, όπως προτιμά να λέει ο ίδιος ο Hauser, η ικανότητά μας για απόκτηση γλώσσας (οι λεπτομέρειες ποικίλλουν από κουλτούρα σε κουλτούρα, αλλά η υποκείμενη βαθιά δομή της γραμματικής είναι καθολι-κή).Όπως θα δούμε, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ανπδρούν σε τού-τες τις ηθικές δοκιμασίες και η ανικανότητά τους να εκφράσουν το λόγο φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό δεν εξαρτώνται από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή and την απουσία τέτοιων πεποιθήσεων. To μήνυμα του βι-βλίου τού Hauser, για να το εκφράσω με τα δικά του λόγια, είναι το εξής: «Η κινητήρια δύναμη των ηθικών κρίσεών μας συνίσταται σε μια καθολική ηθική γραμματική, μχα λειτουργία του νου η οποία εξελίχθηκε σε διάστη-μα εκατομμυρίων ετών κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει ένα σύνολο αρ-χών για την οικοδόμηση μιας γκάμμας δυνατών ηθικών συστημάτων.Όπως συμβαίνει με τη γλώσσα, οι αρχές που συνχστούν την ηθική γραμματική μας πετούν χαμηλά, ασύλληπτες από το ραντάρ της επίγνωσής μας».
Αντιπροσωπευτικές των ηθικών διλημμάτων τού Hauser είναι διάφορες παραλλαγές της χστορίας ενός ακυβέρνητου βαγονιού πάνω σε σιδηροτρο-χιές, το οποίο ατιειλεί να σκοτώσει κάποιους ανθρώιιους. Στην απλούστε-ρη εκδοχή, φανταζόμαστε ένα πρόσωπο, την Ντενίς, να στέκεται μπροστά σε ένα κλειδί, έχοντας τη δυνατότητα να εκτρέψει το βαγόνι σε μια παρα-καμπτήριο γραμμή, σώζοντας έτσχ τη ζωή πέντε ανθρώπων παγιδευμένων στην κύρια γραμμή. Δυστυχώς, υπάρχει ένας άνθρωηος παγιδευμένος οτην παρακαμπτήριο. Εφόσον όμως είναι μόνον ένας, υπολεχπόμενος αριθμη-τικά από τους πέντε παγιδευμένους στην κύρχα γραμμή, οχ περχσσότεροχ συμφωνοχίν ότχ εχ'ναχ ηθχκά επχτρεπτό, αν όχχ υποχρεωτχκό, να γυρχ'σει η Ντενίς το κλεχδχ' καχ να σώσεχ τους πέντε σκοτώνοντας τον έναν. Αγνοοχίμε χτποθετχκές δυνατότητες, όπως ότχ ο ένας άνθρωπος στην παρακαμπτήρχο χ'σως είναχ ο Μπετόβεν ή ένας στενός φίλος μας.
Περχσσότερο επεξεργασμένες εκδοχές αυτού του νοητχκού πεχράματος οδηγοχίν σε μχα σεχρά ηθχκών ερωτημάτων που προκαλοχίν αυξανόμενο προ-βληματχσμό: Τχ οχιμβαίνει στην περίπτωση όπου το βαγόνχ μπορεί να στα-ματήσεχ αν ρχ'ξουμε ένα μεγάλο βάρος στην πορεχ'α του από μια υπερκεχ'-μενη γέφυρα; Αυτό εχ'ναχ εύκολο: προφανώς πρέπεχ να ρίξουμε το βάρος. Αλλά τχ να κάνουμε εάν το μόνο δχαθέσχμο μεγάλο βάρος εχ'ναχ ένας ειπρα-φής άντρας ηου κάθεταχ στη γέφυρα θαυμάζοντας το ηλχοβασίλεμα; Σχε-δόν όλοι συμφωνοχχν ότχ εχναχ ανήθχκο να σπρώξουμε τον εύσωμο άντρα από τη γέφυρα, έστω κι αν, από μία άποψη, το δίλημμα φαίνεται να αντι-στοιχεί σε εκείνο της Ντενίς, όπου το γύρισμα του κλειδιού σκοτώνει έναν
250

για να σώσει πέντε. Οι τιερισσότεροι δχαισθανόμαστε έντονα ότι υπάρχει κρίσιμη διαφορά μεταξύ των δύο περιτπώσεων, μολονότι μπορεί να μην εί-μαστε σε θέση να την αρθρώσουμε.
To ρίξχμο του ευτραφούς άντρα από τη γέφυρα θυμίζει ένα άλλο δίλημ-μα που εξετάζει ο Hauser: Πέντε ασθενείς σε κάποιο νοσοκομείο πεθαί-νουν, ο καθένας από ανεπάρκεια διαφορετικού οργάνου. Ο καθένας θα μπο-ρούσε να σωθεί εάν βρισκόταν δότης για το ελαττωματικό του όργανο, αλλά δεν υπάρχει κανείς. Τότε ο χειρουργός ιιαρατηρεί ότι στην αίθουσα αναμο-νής περιμένει ένας υγιής άντρας, του οποίου τα πέντε όργανα είναχ όλα σε καλή κατάσταση και κατάλληλα γχα μεταμόσχευση. Στην περίπτωση τούτη δεν θα βρεθεί σχεδόν κανείς να πει ότι η ηθική πράξη είναι να σκοτωθεί ο ένας για να σωθούν οι πέντε.
Όπως συμβαίνει με τον ευτραφή άντρα στη γέφυρα, η κοινή διαχσθηση των περισσότερων είναι ότχ ένα τυχαία παρευρισκόμενο άτομο δεν πρέπει να υττοστεί ξαφνικά μια τόσο απαίσια μεταχείριση και να χρησιμοποιηθεί προς όφελος άλλων χωρΐς τη συγκατάθεσή του. Ο Ιμάνουελ Καντ διατύ-πωσε την περίφημη αρχή ότι ένα λογικό ον δεν πρέπει ποτέ να χρησιμο-ποιεΐται ως απλό ακούσιο μέσο για κάποιο σκοπό, ούχε καν με σκοπό το ό-φελος άλλων. Τούτο φαΐνεται να ιιροσφέρει την κρχ'σιμη διαφορά μεταξύ της περίπτωσης του εύσωμου άντρα στη γέφυρα (ή αυτού στην αΐθουσα α-ναμονής του νοσοκομείου) και του ατόμου στην παρακαμπτήριο της Ντε-νι'ς. Ο ευτραφής άντρας οτη γέφυρα χρησιμοποιείται θετικά ως το μέσο για να σταματήσει το ακυβέρνητο βαγόνι. Τούτο σαφώς παραβχάζει την καντια-νή αρχή. Ο άνθρωπος στην παρακαμιιτήριο δεν χρησιμοποιείταχ για τη σω-τηρία της ζωής των πέντε ανθρώπων πάνω στην κύρια γραμμή. Εκείνο που χρησιμοποιείται είναι η παρακαμπτήριος, και αυτός έχει απλώς την κακή τύχη να βρι'σκεται εκεί. Αλλά, όταν η διαφορά τίθεται με αυτό τον τρόπο, γιατί μας ικανοποιεί; Κατά τον Καντ, είναι ένα ηθικό απόλυτο. Κατά τον Hauser, είναι εγκατεστημένο μέσα μας από την εξέλιξή μας.
Οι υποθετικές περιπτώσεις σχετικά με το ακυβέρνητο βαγόνι γίνονται βαθμιαία περισσότερο ευρηματικές, και τα ηθικά διλήμματα περισσότερο βασανιστικά ομοίως. Ο Hauser αντιπαραβάλλει τα διλήμματα δύο υποθετι-κών προσώπων ονόματι Νεντ και Όσκαρ: Ο Νεντ στέκεται δίπλα στις σιδη-ροτροχιές. Σε αντίθεση με την Ντενίς, η οποία μπορούσε να εκτρέψει το βαγόνχ στην παρακαμτττήριο, το κλειδί τού Νεντ το εκτρέπει σε μχα παρά-καμψη η οποία επιοτρέφει οτην κύρια γραμμή ακριβώς πριν από το σημείο όπου βρίσκονται οχ πέντε άνθρωποι. To απλό γύρισμα του κλειδιού δεν βο-ηθά: το βαγόνι θα πέσει ούτως ή άλλως πάνω στους πέντε. Εντούτοις, συμ-βαΐνει να βρίσκεται ένας εξαιρετχκά ευτραφής άντρας στην παράκαμψη, αρκετά βαρύς ώστε να σταματήσει το βαγόνι. Πρέπει ο Νεντ να γυρίσει το
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ; 251
κλειδί και να εκτρέφει το τρένο; Σύμφωνα με τη διαίσθηση των περισσότε-ρων, δεν πρέπει. Αλλά ποια ει'ναι η διαφορά μεταξύ των διλημμάτων τού Νεντ και της Ντενΐς; Υποτίθεται ότι οι άνθρωποι εφαρμόζουν διαισθητικά την καντιανή αρχή. Η Ντενίς εκτρέπεχ το βαγόνχ εμποδίζοντάς το να πέσει πάνω στους πέντε, και το άτυχο θύμα στην παρακαμπτήριο αποτελεί «πα-ράπλευρη απώλεια», σύμφωνα με τη χαριτωμένη φράση του αμερχκανού νητουργού Ντόναλντ Ράμσφελντ. Δεν χρησιμοποιείται από την Ντενίς για να σωθούν οι άλλοι. Στην πραγματικότητα, ο Νεντ χρησιμοποιεί τον ευτρα-φή άντρα για να σταματήσει το βαγόνι, και οι περχσσότεροι (ίσως ασυναΐ-σθητα), ότιως και ο Καντ (ο οποίος το σκέιιτεται με κάθε λεπτομέρεια), το θεωρούν κρίσιμη διαφορά.
Η διαφορά προβάλλει και στο δίλημμα του'Οσκαρ: Η κατάσταση του Όσκαρ είναι παρόμοια με εκείνη τού Νεντ, εκτός του ότι υπάρχει ένα με-γάλο σιδερένιο σώμα στην παράκαμψη της γραμμής, αρκετά βαρύ για να σταματήσει το βαγόνχ. Ο Όσκαρ ασφαλώς δεν πρέπει να έχει πρόβλημα να αποφασίσει να γυρίσει το κλεχδί και να εκτρέψει το βαγόνι. Αλλά συμβαίνει να περπατά ένας άνθρωπος μπροσιά από το σιδερένιο σώμα. Θα σκοτωθεί σίγουρα εάν ο Όσκαρ γυρίσει το κλειδί, το ίδιο σίγουρα με τον ευτραφή ά-ντρα τού Νεντ. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο οδοιπόρος τού Όσκαρ δεν χρησιμοποιείται για να σταματήσει το βαγόνι: αποτελεί παράπλευρη ατιώ-λεια, όπως στο δίλημμα της Ντενίς. Όπως ο Hauser, και όπως τα περισσό-τερα άτομα στα πειράματα του Hauser, αισθάνομαι ότι ο Όσκαρ επιτρέπε-ται να γυρίσει το κλειδί, όχι όμως ο Νεντ. Αλλά επχ'σης δυσκολεύομαι πολύ να δικαιολογήσω αυτή τη διαίσθησή μου. To σημείο που θέλει να τονίσει ο Hauser είναι ότι τέτοχες ηθικές διαισθήσεις συχνά δεν έχουν υποστεί επαρ-κή νοητική επεξεργασία, ωστόσο είναι έντονες οικως ή άλλως, λόγω της ε-ξελχκτικής κληρονομιάς μας.
Σε ένα ενδιαφέρον εγχείρημα στον τομέα της ανθρωπολογίας, ο Hauser και οι συνεργάτες του προσάρμοσαν τα ηθικά πειράματά τους στους Κού-να, μια μικρή φυλή της Κεντρικής Αμερικής με λιγοστές επαφές με Δυτι-κούς και καμία επίσημη θρησκεΐα. Οι ερευνητές αναδιατχτπωσαν το νοητι-κό πείραμα με το βαγόνι στη βάση τοπικά κατάλληλων ισοδυνάμων, όπως κροκόδειλοι που κολυμπούν προς μονόξυλα. Με κάποιες ελάχιστες δια-φορές, οι Κούνα επιδεικνύουν τις ίδιες ηθικές κρίσεις με εμάς τους υπό-λοιπους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παρόν βιβλχο έχει το ότι ο Hauser αναρωτή-θηκε επίσης εάν οι θρησκευόμενοι διαφέρουν από τους άθεους ως προς τις ηθικές τους διαισθήσεις. Ασφαλώς, εάν η ηθικότητά μας προέρχεται από τη θρησκει'α, πρέπει να διαφέρουν. Φαίνεται ωοτόσο cm xoirto δεν συμβαί-νεχ. Ο Hauser, εργαζόμενος μαζί με τον ηθικό φιλόσοφο Peter Singer,87 επι-
252

κεντρώθηκε σε τρία υποθετικά διλήμματα και συνέκρινε την κρχση άθεων με την κρίση θρησκευόμενων. Σε κάθε περχ'τπωση, ζητήθηκε από τους συμ-μετέχοντες στο πείραμα να επιλέξουν εάν μχα ιπτοθετχκή ενέργεχα εχ'ναχ η-θχκά «υποχρεωτχκή», «επχτρεπτή» ή «απαγορευμένη». Τα τρχ'α δχλήμματα ήταν:
1. To δίλημμα της Ντενΐς. To 90% των ανθρώπων εχπε ότχ ήταν επχτρειπό να εκτραπεχ' το βαγόνχ, σκοτώνοντας τον ένα γχα να σωθοχίν οχ πέντε.
2. Βλέπετε ένα παχδχ' να πνίγεταχ σε μχα λχ'μνη καχ δεν διαφαίνεται άλλος τρόπος σωτηρχ'ας. Μπορεχ'τε να σώσετε το παχδχ', αλλά έτσχ θα καταστρέ-ψετε το παντελόνχ σας. To 97% συμφώνησε ότχ πρέπεχ να σώσετε το παχ-δχ' (είναχ εκπληκτχκό ότχ ένα 3% φαίνεταχ να προτχμά να σώσεχ το παντε-λόνχ του).
3. To δχ'λημμα με τη μεταμόσχευση οργάνων που περχγράφηκε προηγουμέ-νως. To 97% συμφώνησε ότχ είναχ ηθχκά ανεπχ'τρεπτο να αρπάξοχτν τον χχγιή άνθρωπο στην αίθουσα αναμονής καχ να τον θανατώσουν γχα τα όρ-γανά του, σώζοντας έτσχ τιέντε άλλους ανθρώπους.
To κύρχο συμπέρασμα της μελέτης των Hauser καχ Singer ήταν ότχ δεν χπιάρχεχ στατχστχκώς σημαντχκή δχαφορά μεταξύ άθεων καχ θρησκευόμενων στη δχατύπωση των παραπάνω κρχ'σεων. Τοιίτο φαίνετα\ να συμφωνεχ' με την άποψη, την οποία εγώ καχ πολλοί άλλοχ πρεσβεύοχιμε, ότχ δεν χρεχαζό-μαστε τον Θεό γχα να εχμαστε καλοχ' —ή κακοχ'.
Εάν δεν νπάρχεί Θεός, γιατί να είμαστε καλοί;
Δχατχπιωμένο με ανπ:ό τον τρόπο, to ερώτημα ηχεί ενττελές. Όταν κάποχος θρησκευόμενος μου το απευθχτνεχ έτσχ (καχ πολλοχ' το κάνουν), νχώθω αμέ-σως τον πεχρασμό να του απαντήσω προκλητχκά ως εξής: «Διιλαδή μου λες ότχ προσπαθεχ'ς να εχ'σαχ κοχλός μόνο καχ μόνο γχα να κερδίσεχς την έγκρχση καχ την ειτχβράβευση του Θεού, ή γχα να αποφιίγεχς την αποδοκχμασχα καχ την τχμωρχ'α Του; AXJTO δεν εχ'ναχ ηθχκότητα- σημαίνεχ απλώς ευτελή κολα-κεχ'α, ταπεχνωτχχαί σχιμπερχφορά, σημαίνεχ να κοχτάς οχτνεχώς τη μεγάλη κά-μερα στον ουρανό, ή τον μχκροσκοπχκό κορχό μέσα στο κεφάλχ σου, που ■παρακολουθούν καθε κίνησή σου, ακόμη καχ κάθε ταπεινή σκέψη σου». Όπως εχπε ο Αχνστάχν, «Εάν οχ άνθρωποχ εχ'ναχ καλοχ' μόνο καχ μόνο επεχδή φοβοχίνταχ την τχμωρία καχ προσδοκοχίν αμοχβή, τότε εχ'μαστε πράγμοτχ θλχβεροχ'». Ο Michael Shermer, στο βχβλχ'ο του The Science of Good and Evil,
Οΐ ΡΐΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
253
το ονομάζει φραγμό στη συζήτηση. Εάν συμφωνεχτε πως, χωρίς Θεό, θα «δχαπράττατε ληστείες, βιασμούς καχ δολοφονίες», τότε αποκαλύπτεται ότι κατά βάθος είστε ανήθικο άτομο, «και καλά θα κάναμε να κρατηθούμε σε απόσταση ατιό εσάς». Εάν, από την άλλη, δέχεστε ότι θα συνεχίζατε να εί-στε καλός καχ χωρίς θεία επίβλεψη, τότε έχετε υπονομεύσει καίρια τον χ-σχυρισμό σας ότι χρεχάζεταχ απαραιτήτως ο Θεός για να είμαστε καλοί. Υ-ποψιάξομαχ ότχ τιολλοχ' θρησκευόμενοχ όντως πχστεύουν πως η θρησκεία τούς ωθεχ' να είναχ καλοχ', χδχαχ'τερα εάν ανήκουν σε ένα από εκεχνα τα δόγ-ματα τα οποχ'α εκμεταλλεύονταχ συστηματικά την προσωπχκή ενοχή.
Έχω την εντχίπωση ότχ πρέπεχ να δχαθέτεχ κανεχ'ς πολύ λίγο αυτοσεβασμό γχα να νομχζεχ ότχ, εάν εξαφανχστεχ' ξαφνχκά από τον κόσμο η πχ'στη στον Θεό, θα γχ'νουμε όλοχ πωρωμένοχ καχ εγωχστχκοχ' ηδονχστές, χωρχ'ς ευσπλα-χνχ'α, χωρχ'ς έλεος, χωρίς γενναχοδωρχ'α, χωρχ'ς τχ'ποτε που αξχ'ζεχ να ονομά-ξεταχ καλό. Πχστεύεταχ ευρέως ότχ ο Ντοστογχέφσκχ εχχε αχτπί την άποψη, πχθανώς εξαηίας κάποχων παρατηρήσεων που έβαλε στο στόμα τού Ιβάν Καραμαζόφ:
[Ο Ιβάν] παρατήρησε σοβαρά ότχ κανένας απολνίτως νόμος της Φύσης δεν υποχρεώνεχ τον άνθρωπο να αγαπά την ανθρωπότητα, καχ εάν υ-πήρχε όντως η αγάπη —αν υπήρξε καν στον κόσμο μέχρι τώρα—, αυτό δεν οφεχλόταν σε φυσικό νόμο, αλλά αποκλεχσπκά στην πίοτη του αν-θρώπου στη δχκή του aQavaoia. Προσέθεσε ακόμα ότχ αυτό ακριβώς συνχστούσε τον φυσχκό νόμο, δηλαδή ότχ, από τη στχγμή που θα κατα-οτρεφόταν η πΐστη του ανθρώπου στη δική του αθανασια, τότε όχι μόνο θα εξαφανχξόταν η ικανότητά του για αγάπη αλλά και οι ξωτικές δυνά-μεχς οι οποίες συντηρούσαν τη ξωή σε τοιχτη τη Γη. Και, επχπλέον, τί-ποτε δεν θα ήταν πλέον ανήθικο τα πάντα θα επιτρέπονταν, ακόμη και η ανθρωποφαγία. Και τέλος, σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, διακή-ρυξε ότι για κάθε άτομο —όπως εσείς και εγώ, γχα παράδειγμα— που δεν ττχστεύεχ οχχχε στον Θεό οχίτε στη δχιαί του aQavaoia, ο φυσχκός νό-μος πρέπεχ αμέσως να καταστεχ' το εντελώς αντχ'θετο του βασχσμένου στη θρησκεχ'α προγενέστερου νόμου, καχ ότχ ο εγωχσμός, φτάνοντας μέ-χρχ καχ τη διάπραξη εγκλημάτων, όχχ μόνο θα ήταν επχτρειττός, αλλά καχ θα αναγνωριζόταν ως ο ουσχώδης, ο πλέον λογχκός, ακόμη και ο πλέον εχιγενής λόγος χίπαρξης τιχς ανθρώπχνιχς κατάστασης.88
Αφελώς ίσως, τεχ'νω προς μχα λχγότερο κυνχχαί άποψη γχα την ανθρώιτχ-νιχ φύση απ' ό,τχ ο Ιβάν Καραμαζόφ. Χρεχαξόμαστε πράγματχ αστυτνόμευση —είτε από τον Θεό είτε ατιό εμάς τους ίδχους— γχα να μη οττμπεριφερόμα-στε εγωχστχκά καχ εγκληματχκά; Επχθυμώ δχακαώς να πχστεύω ότχ δεν χρεχ-
254

άζομαχ τέτοχα επχ'βλεψη —οχχτε εσύ, αγαπητέ αναγνώστη. Από την άλ-λη, γχα να ιςλονχ'σω απλώς την εμπχστοσχίνη μας, σημεχώνω την απογοη-τευπκή εμπεχρχ'α τού Steven Pinker σχετχκά με μχα απεργχα της αστυνομίας στο Μόντρεαλ, την οποχ'α περχγράφει στο βχβλίο του The Blank Slate (Άγρα-φο χαρτί):
Ως νεαρός έφηβος στον χπιερήφανα εχρηνχκό Καναδά κατά τη ρομαντχ-ιαί δεκαετία τού 1960, πχ'στευα ειλχκρχνά στον αναρχισμό τού Μπακού-νχν. Περιγελούσα το επιχείρημα των γονέων μου ότχ, εάν η κυβέρνηση κατέθετε ποτέ τα όπλα της, θα γινόταν κόλαση. Οι αντχ'θετες προβλέ-ψεις μας δοκιμάστηκαν στις 8:00 π.μ. της 17ης Οκτωβρίου 1969, όταν η αστυνομία τού Μόντρεαλ κατέβηκε σε απεργία. Στις 11:20 π.μ. είχε λη-στεναεί η πρώτη τράπεξα. Μέχρι το μεσημέρι, τα περχσσότερα κεντρικά καταστήματα είχαν κλείσεχ εξαχτι'ας των λεηλασιών. Σε διάστημα λίγων ακόμα ωρών, οδηγοί ταξχ έκαψαν το γκαράζ μχας ανταγωνχσπκής υπη-ρεσΐας που διέθετε λχμουξχ'νες γχα διαδρομές προς το αεροδρόμιο, κά-ποχος ελεύθερος σκοπευτής σκότωσε έναν άντρα της επαρχχακής αστυ-νομίας, ταραξίες εισέβαλαν σε αρκετά ξενοδοχεία καχ εστχατόριο, καχ ένας γχατρός έσφαξε τον επίδοξο διαρρήκτη του σπιτιού του σε κάποιο προάστχο. Μέχρι το τέλος της ημέρας, έξι τράπεζες είχαν ληοτευτεί, εκατό καταστήματα είχαν λεηλατηθεί, δώδεκα εμπρησμοί είχαν δια-πραχθεί, σαράντα βιτρχνες είχαν γίνεχ κομμάτια, καχ οχ ζημχές σε πε-ριουσχες έφτασαν το ύψος των 3 εκατομμυρίων δολαρχ'ων, πρχν οι αρχές της πόλης αναγκαστούν να κοιλέοουν το στρατό καχ, φυσικά, την έφιπ-πη αστυνομία γχα την αποκατάσταση της τάξης. Αυτή η αποφασισπ-κή εμπειρική δοκχμασία έκανε κομμάτια τχς πολχτχκές μου πεποχθή-σεις [...].
Ίσως καχ εγώ να είμαχ πολύ αφελής καχ να πχστεύω ότχ οχ άνθρωποχ θα πα-ρέμεναν καλοχ' αν δεν τους παρατηρούσε καχ δεν τους αστυνόμευε ο Θεός. Από την άλλη, όμως, χτποτίθεταχ ότχ η πλεχονότητα του πληθυσμού τού Μόντρεαλ πχ'στευε στον Θεό. Γχατχ' λοιπόν δεν τους σχτγκράτησε ο φόβος του Θεού όταν η γήχνη αστυνομχ'α εγκατέλεχψε προσωρχνά τη σκηνή; Μή-πως η απεργχα στο Μόντρεολ δεν υπήρξε πολύ καλό φυσχκό πείραμα γχα να δοκχμαστεχ' η υτιόθεση ότχ η πχ'στη στον Θεό μάς κάνει καλούς; Ή μή-πως εχ'χε δίκχο ο κιτνχκός H.L. Mencken όταν παρατήρησε καυστχκά: «Οχ άν-θρωποχ λέμε ότχ χρεχαζόμαστε τη θρησκεία, ενώ αυτό που εννοοιίμε στην πραγματχκότητα εχ'ναχ ότχ χρεχαζόμαστε την αστυνομχ'α».
Προφανώς, δεν συμπεριφέρθηκαν όλοχ άσχημα στο Μόντρεαλ μόλχς εξαφανίστηκε η αστχχνομία. Θα έχεχ ενδχαφέρον να μάθουμε εάν υπήρξε
Οΐ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΗθΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
255
κάποια οτατιστική τάση, οσοδήποτε ελαφρά, που να δείχνει ότι οι θρη-σκευόμενοχ λεηλάτησαν και κατέστρεψαν λιγότερο από τους μη θρησκευ-όμενους. Τολμώ να προβλέψω ότι μάλλον το ανπ'θετο ισχύει. Λέγεται συχνά με κυνισμό ότι δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα. Τείνω να υτιοψιάζο-μαι (βάσει κάποιων στοιχείων, μολονότι είναι ίσως απλοϊκό να συνάγονται συμπεράσματα από αυτά) ότι υπάρχουν πολύ λίγοι άθεοι στις φυλακές. Δεν ισχυρίζομαι υποχρεωτικά ότχ ο αθεϊσμός ενισχύει την ηθικότητα, μολονότι ο ουμανισμός —το σύστημα ηθικής που συχνά συνοδεύει τον αθεϊσμό— πιθανόν την ενισχύει. Μια άλλη σοβαρή πιθανότητα είναι ότι ο αθεϊσμός συσχετίζεται με κάποιον τρίτο παράγοντα, όπως η ανώτερη εκπαίδευση, η ευφυΐα ή η στοχαστική σκέψη, που θα μπορούσαν να αντιστρατευθούν τις εγκληματικές παρορμήσεις. Τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ερευνών σί-γουρα δεν ιπιοστηρίζουν την κοινή άποψη ότι η mcrrn σε κάποια θρηοκεία συσχετίζεται θετικά με την ηθχκότητα. Τα στοιχεία συσχετισμού δεν θεω-ρούνται ποτέ τελεσίδικα, αλλά τα ακόλουθα δεδομένα, τα οποία περιγρά-φει ο Sam Harris στο βιβλίο του Letter to a Christian Nation (Επιστολή σε έ-να χριστιανικό έθνος), είναχ εντυπωσιακά.
Αν και η υηοστήριξη πολιτικών κομμάτων στις ΗΠΑ δεν αποτελεί ακρι-βή δείκτη θρησκευτικότητας, όλοι γνωρίξουν ότι οι λεγόμενες «κόκκι-νες [ρεπουμπλικανικές] πολιτείες» είναι πρωταρχικά κόκκινες λόγω της συντρχπτικής πολιτικής επιρροής συντηρητνκών χριστιανών. Εάν υ-πήρχε στενός συσχετισμός μεταξύ χριοηανικού συντηρητισμού και κοι-νωνικής υγείας, θα περιμέναμε να δούμε κάποιο σημάδι του στην Αμε-ρική των κόκκινων πολιτειών. Δεν το βλέπουμε όμως. Από τις είκοσι πέντε πόλεις με τα χαμηλότερα ποσοστά βίαιων εγκλημάτων, το 62% α-νήκεχ σε «γαλάξχες» [δημοκρατικές] πολιτείες και το 38% σε «κόκκινες» [ρεπουμπλικανικές] πολιτείες. Από τις είκοσι πέντε πλέον επικίνδυνες πόλεις, το 76% βρίσκεται σε κόκκινες πολιτείες και το 24% σε γαλάζιες. Στην πραγματικότητα, τρεις ατιό τις πέντε πλέον επικίνδυνες πόλεις των ΗΠΑ ανήκουν οτην «ευσεβή» Πολιτεία τού Τέξας. Οι δώδεκα πολι-τείες με τα υψηλότερα ποσοστά διαρρήξεων είναι κόκκινες. Είκοσι τέσ-σερις από τις είκοσι εννέα πολιτείες με τα υψηλότερα ποσοστά κλοπών είναι κόκκινες. Από τις είκοσι δύο πολιτείες με τα υψηλότερα ποσοστά δολοφονχών, οι δεκαεπτά είναι κόκκινες.*
* Σημειώστε ότι οι αμερικανικές σνιμβάσεις σχετικά με τα χρώματα είναι ακριβώς αντί-θετες από τις βρετανικές, όπου το γαλάζιο είναι το χρώμα του Συντηρητικού Κόμματος ενώ το κόκκινο, όπως στον υπόλοιπο κόσμο, συνδέεται παραδοσιακά με την πολιτική α-ριστερα.
256

Η συστηματική έρευνα, αν μη τι άλλο, τείνει να στηρίζει τέτοια δεδομένα συσχετισμών. Ο Gregory S. Paul, oto περιοδικό Journal of Religion and Society (2005), συνέκρινε συστηματικά δεκαεπτά οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες και κατέληξε στο συντρνπτικό συμπέρασμα ότι «υψηλότερα ποσοστά πίστης και λατρείας ενός Δημιουργού συσχετΐζονται με υψηλότερα τιοσο-στά ανθρωποκτονιών, νεανικής καχ πρώιμης θνησιμότητας, μολύνσεων από σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήμαΐα, εφηβικής εγκυμοσύνης και αμβλώσε-ων στις ττλούσιες δημοκρσπ'ες». Ο Daniel Dennett, στο Breaking the Spell, σχολιάζει δηκτικά τέτοιου είδους μελέτες γενικά:
Περιττεύει να πούμε ότι τα αποΐελέσματα τούτα πλήττουν τόσο καίρια τους συνήθεις ισχυρισμούς περί μεγαλύτερης ηθικής αρετής μεταξύ των θρησκευόμενων, ώστε ακοΛθύΐιησε σημαντικό κύμα επιπρόσΐιετων ερευνών με την πρωτοβουλία θρησκειτπκών οργανώσεων, οι οποχ'ες επιχείρησαν να τα ανασκευάσοιίν [...]. Ένα πράγμα για το οποίο μπο-ρούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι, εάν υπάρχει σημαντικός θετικός συσχετισμός μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς και θρησκεσπκής ένταξης, •πρακτικής ή πίστης, τότε θα ανα^αλυφθεί σύντομα, δεδομένου ότι τόσο πολλές θρησκευτικές οργανώσειζ πασχίξουν να επιβεβαιώσουν επιστη-μονικά τις σχετηκές παραδοσιακές πεποιθήσεις τους (εντυπωσιάξονται όμως πολύ από την ικανότητα της επιστήμης να ανακαλύπτει την αλή-θεια, όταν αυτή στηρίζει εκείνο που ήδη πιστεύουν). Κάθε μήνας που περνά χωρίς μια σχετική απόδειξη ενισχύει την υποψι'α όχ\ απλούσια-τα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Οι ττερχσσότεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι θα συμφωνήσουν ότι η ηθικότητα απουσία αστυνόμευσης είναι, τρόίΐον τινά, πιο αληθινή από το είδος της πλαστής ηθικότητας η σποία εξαφανίζεται όταν απεργεί η ασιυνομία ή ό-ταν σβήνει η κατασκοπευτική κάμερα —είτε πρόκεχται για αληθινή κάμε-ρα παρακολούθησης και ελέγχου ενός χώρου είτε γχα φανταστική στον ου-ρανό. Ωστόσο, ίσως δεν είναι σωστό να ερμηνεύουμε το ερώτημα «Εάν δεν υπάρχει Θεός, γχατί να είμαστε καλοί;» με τέτοιον κυνικό τρόπο.* Κάποιος θρησκευόμενος στοχαστής θα μπορούσε να προσφέρεχ μια γνηαχότερα η-θική ερμηνεία, στο πνεύμα της ακόλουθης δήλωσης ενός φαντασπκού α-πολογητή. «Εάν δεν πιστεύετε στον Θεό, δεν πιστεύετε ότι υπάρχουν από-λυτα τφότυπα ηθικότητας. Ίσως τιροτίθεσθε να είστε καλός όσο κανένας
* Ο H.L. Mencken, και ιτάΛι με χαρακτηρ»σπκό κυνισμό, όρισε τη συνείδηση ως την εσω-τερική εκείνη φωνή η οποία μας προειδοποιεί ότι καποιος μπορεί να μας βλέπει.
Οΐ ΡΙΖΕΣ THX ΗθΙΚΟΤΗΤΑΙ: ΓΐΑΤΙ ΕΐΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ;
257
άλλος στον κόσμο, αλλά πώς θα αποφασίσετε τχ είναι καλό και τι κακό; Μό-νο η θρησκεία μπορεί τελικά να προσφέρει το μέτρο του καλού και του κα-κού. Χωρΐς θρησκεία, πρέπει να το χαράζετε εσείς στην πορεία. Τουτο θα αποτελούσε ηθικότητα χωρίς κανόνες: ηθικότητα που αυτοσχεδιάζεται στα χυφλά. Εάν η ηθικότητα συνιστά ατιλώς ζήτημα επιλογής, τότε ο Χίτλερ θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι υπήρξε ηθικός σύμφωνα με τα δικά του πρότυ-πα τα εμπνευσμένα από την ευγονική, οπότε το μόνο που απομένεΐ στον ά-θεο είναι να κάνει μια προσωπική επιλογή ζωής με διαφορετικές κατευ-θυντήριες αρχές. Ο χριστχανός, ο ιουδαίος ή ο μουσουλμάνος, αντιθέτως, μπορούν να χσχυριστούν ότι το κακό έχει απόλυτο νόημα, αληθινό σε κάθε χρόνο και χώρο, σύμφωνα με το οποίο ο Χίτλερ ήταν απολύτως κακός».
Ακόμη κι αν όντως χρειαξόμασταν τον Θεό γχα να είμαστε ηθικοΐ, η ύ-παρξή Του δεν θα γινόταν, φυσικά, ως εκ τονττου περισσότερο πιθανή, αλλά απλώς περισσότερο ειηθυμητή (πολλοί αδυνοτοιίν να διακρίνουν τη διαφο-ρά). Ωστόσο, εδώ πρόκειται για κάτι άλλο. Ο φανταστικός θρησκευόμενος απολογητής μου δεν χρειάζεται να παραδεχθεί ότι η κολακεία απέναντι στον Θεό αποτελεΐ το θρησκευτικό κίνητρο της αγαθοεργίας. Μάλλον ισχυ-ρίξεται ότι, από οπουδήποτε κχ αν προέρχεται το κίνητρο της καλοσύνης, χωρίς Θεό δεν θα υπήρχε κανένα κριτήριο για να αποφασιστείχι είναι καλό. Θα μπορούσε ο καθένας να φτιάξει τον δικό του ορισμό του καλού και να συμπεριφέρεται αναλόγως. Όσες ηθικές αρχές βασίζονται μόνο στη θρη-σκεία (σε ανπδιαστολή προς τον «χρυσό κανόνα», ούτως ειπείν, ο οποίος συχνά συνδέεται με θρησκείες, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από αλλού) μπο-ρούν να ονομαστούν απόλυτες. To καλό εΐναι καλό και το κακό είναι κακό, και δεν ψάχνουμε να αποφασίσουμε σχετικά με ειδικές περιιιτώσεις ανάλο-γα, για παράδειγμα, με το εάν κάποιος υποφέρει. Ο θρησκευόμενος απολο-γητής μου θα ισχυριζόταν ότι μόνο η θρησκεία μπορεί να προσφέρει τη βάση της απόφασης για το τι είναι καλό.
Μερικοί φιλόσοφοι, κατά κύριο λόγο ο Καντ, έχουν προσπαθήσει να συ-ναγάγουν απόλυτες ηθικές αρχές από μη θρησκευτικές πηγές. Μολονότι θρησκευόμενος ο ίδιος, όπως ήταν σχεδόν αναπόφευκτο την εποχή του,* ο Καντ προσπάθησε να βασίσει την ηθχκότιηα στο καθήκον χάριν του καθή-κοντος και όχι χάριν του Θεού. Η διάσημη κατηγορική προσταγή του μας προτρέπει να «δρούμε μόνο σύμφωνα με τον κανόνα βάσει του οποίου
* Πρόκειται για τη συνήθη ερμηνεία των απόψεων του Καντ. Εντούτοις, ο διακεκριμένος φιλόσοφος A.C. Grayling έχει νπτοστηρίξει πειστικά (New Humanist, Ιούλιος-Αύγουστος 2006) ότι, μολονότι ο Καντ ακολουθούσε δημοσίως τις θρησκευτικές συμβάσεις της ε-■ποχής του, σιην ιιραγματικότητα ήταν άθεος.
258

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου