Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Η περί θεού αυταπάτη - Richard Dawkins (μέρος 2)

Στη μετριοπαθή πολχτική τύπου ΝΟΜΑ θα επανέλθουμε σε επόμενο κε-φάλαιο. Τώρα επιοτρέφω στον αγνωοτικισμό και στην τπθανότητα να κατα-φέρουμε να καταπολεμήσουμε την άγνοιά μας ώστε να μειώσουμε την α-βεβαιότητά μας σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού.
Μίκρά πράσινα ανθρωπάκια
Ας υποθέσουμε ότι η παραβολή τού Bertrand Russell δεν αναφερόταν στην ύπαρξη μιας τσαγιέρας στο Διάστημα αλλά στην ύπαρξη ζωής στο Διά-στημα —θέμα για το οποίο ο Carl Sagan αρνήθηκε, με αλησμόνητο τρό-πο, να σκεφθεί με τα σωθικά του. Ούτε και τούτη την υπόθεση μπορούμε να διαψεύσουμε, επομένως η μόνη αυστηρώς λογική στάση είναι ο αγνω-στικισμός. Εντούτοις, η ύπαρξη ζωής στο Διάστημα δεν αποτελεί πλέον επιπόλαιη υπόθεση. Δεν μας δίνει αμέσως την εντύπωση της ακραχας απι-θανότητας. Μπορούμε να αναπτύξουμε ενδιαφέροντα επιχειρήματα βασι-σμένα στην έλλειψη στοιχείων και μπορούμε να πούμε ποιες ενδείξεις θα μείωναν την αβεβαιότητά μας. Σΐγουρα θα εξαγριωνόμασταν αν η κυβέρνη-σή μας ξόδευε χρήματα γχα πανάκριβα τηλεσκόπια που μοναδικό στόχο θα είχαν την αναζήτηση μιας διαστημικής τσαγιέρας. Αλλά μπορούμε να α-ντιληφθούμε τη χρησιμότητα των δαπανών για το πρόγραμμα Αναζήτησης Εξωγήινης Νοημοσιτνης (SETI), για όλα εκείνα τα ραδιοτηλεσκόπια που σα-ρώνουν τους ουρανούς με την ελπίδα ότι θα συλλάβουν κάποιο σήμα ευφυ-ών εξωγήινων όντων.
Επαίνεσα τον Carl Sagan διότι αρνήθηκε να στηριχτεί σε «σπλαχνικά» σντναχσθήματα για να αποφανθεί σχετικά με την ύπαρξη εξωγήινης ζωής. Μπορούμε όμως (όπως έκανε και ο ίδιος) να επιχειρήσουμε μχα νηφάλια α-ποτίμηση του τι θα χρειαζόταν να γνωρίζουμε προκειμένου να υπολογίσου-με τις σχετικές πιθανότητες. Μπορούμε απλούστατα να αρχίσουμε με έναν κατάλογο ζητημάτων για τα οποία έχουμε άγνοια, όπως κάνει η περίφημη εξίσωση του Drake, η οποία, όπως χαρακτηριστικά είπε ο Paul Davies, συ-γκεντρώνει πολλές τπθανότητες. Η εν λόγω εξίσωση ορίζει ότι, για να υπο-λογίσουμε τον αριθμό των πολιτισμών που έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα στο Σύμπαν, πρέπει να πολλαπλασιάσουμε εητά όρους: τον αριθμό των άστρων, τον αριθμό των παρόμοιων με τη Γη πλανητών ανά άστρο, και την τηθανό-τητα για διάφορα άλλα που δεν χρειάξεται να τα αναφέρω, διότι εδώ θέλω απλώς να τονίσω ότι όλα αυτά είναι άγνωστα, ή ποσότητες που ιπιολογίζο-νται με τεράσπα περιθώρια σφάλματος. Όταν πολλαπλασιάζονται τόσο ποΛλοί όροι, οι οποίοι είναι είτε εντελώς άγνωστοι είτε σχεδόν τελείως ά-γνωστοι, το γινόμενο —το πλήθος των εξωγήινων πολιτισμών— έχει τόσο
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥπΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
95
κολοσσιαία περιθώρια σφάλματος ώστε ο αγνωστικισμός προβάλλει ως πολύ λογική στάση, αν όχι ως η μόνη αξιόπιστη.
Βέβαια, μερικοΐ από τους όρους της εξίσωσης του Drake έχουν πλέον καταστεί λιγότερο άγνωστοι arr' όσο ήταν όταν ο Drake την κατέστρωσε το 1961. Εκείνη την εποχή, το ηλιακό μας σύστημα —οι εννέα πλανήτες οι ο-Τίοχ'οχ περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο, το κεντρικό άστρο— ήταν το μόνο γνωστό (μαζί βεβαίως με τα τοπικά ανάλογα που μας παρείχαν τα συστή-ματα δορυφόρων του Δία και του Κρόνου). Η ακριβέστερη εκτίμησή μας για το πόσα πλανητικά συστήματα μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν βασι-ζόταν σε θεωρητικά μοντέλα, πάντα βέβαια σε συνδυασμό με την ανετπ'ση-μη «αρχή της μετριότητας» —την αίσθηση (η οποία εΐχε ηροέλθει από τα δυσάρεστα ιοτορικά μαθήματα του Κοπέρνικου, του Hubble και άλλων) ότι μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστος ο τόπος όπου τυχαίνει να ζούμε. Δυστυχώς, η αρχή της μετριότητας υηοβαθμίστηκε με τη σειρά της από την «ανθρωπική» αρχή (βλ. Κεφάλαιο 4): Αν το ηλιακό μας σύστημα είναι πράγματι το μοναδικό στο Σύμπαν, τότε σε αυτό τον τόπο πρέπει κατ' α-νάγκην να ζούμε και εμείς, ως όντα που σκέπτονταχ για τέτοια ζητήματα. To ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας μπορούσε αναδρομικά να σημαίνει ότι ζούμε σε έναν κάθε άλλο παρά μέτριο τόπο.
Ωστόσο, οι σημερινές εκτιμήσεις περί αφθονίας ηλιακών συστημάτων δεν βασίζονται πλέον στην αρχή της μετριότητας αλλά σε άμεσα αποδει-κτικά στοιχεία. To φασματοσκόπιο, η νέμεση του θετχκισμού τού Comte, ξαναχτυπά. Τα τηλεσκόπιά μας δεν είναι αρκετά ισχυρά ώστε να διακρίνουν άμεσα πλανήτες περιφερόμενους γύρω από άλλα άστρα. Εντούτοις, η θέση των άστρων διαταράσσεται από τη βαρυτική έλξη που ασκεΐταχ από τους πλανήτες τους καθώς αυτοί κινούνται γύρω τους, και τα φασματοσκόηια μπορούν να ανιχνεύσουν τις μετατοπίσεις Doppler στο φάσμα του άστρου, τουλάχιστον όταν ο πλανήτης εΐναι αρκούντως μεγάλος. Με χρήση κυρίως αυτής της μεθόδου, γνωρίζουμε μέχρι στιγμής —ενόσω γράφω τούτες τις γραμμές— ότι υπάρχουν 170 εξωηλιακοί πλανήτες οι οποίοι περιφέρονται γύρω από 147 άστρα,44 αλλά ο αριθμός τους θα έχει αοψαλώς αυξηθεί όταν πχα θα διαβάζετε εσείς το βιβλίο.Έως τώρα έχουν παρατηρηθεί μόνο ογκώ-δεις πλανήτες σαν τον Δία, διότι μόνο τέτοιοι πλανήτες επηρεάζουν το φάσμα των άστρων τους σε βαθμό ανιχνεύσιμο από τα σημερινά φασματο-σκόπια.
Έχουμε λοιπόν βελτιώσει —τουλάχιστον ποσοτικώς— την εκτίμησή μας σχετικά με έναν προηγουμένως μυστηριώδη όρο της εξίσωσης του Drake. To γεγονός αυτό επιτρέπει μια μικρή —αλλά αρκετά σημαντική— αποστα-σιοποίηση ατιό τον αγνωστικισμό σχετικά με την τελική τιμή της εξίσωσης. Πρέπει να εξακολουθήοουμε να είμαστε αγνωστικιστές όσον αφορά την ύ-
96

ιιαρξη ζωής αλλού στο Σύμπαν —αλλά κάπως λιγότερο αγνωσπκιοτές, α-κριβώς επειδή τώρα είμαστε κάπως λιγότερο αδαείς. Η επιστήμη μπορεί να πριονίσει σιγά σιγά τον αγνωστικισμό, με τρόπους τους οποίους ο Huxley απαρνήθηκε όταν υηοχωρούσε ως προς το ζήτημα για την ύπαρξη του Θεού. Υποστηρίζω ότι, παρά την ευγενική ιπιοχώρηση του Huxley, του Gould και πολλών άλλων, το ζήτημα για την ύπαρξη του Θεού δεν είναχ κατ' αρχήν και για πάντα απροσπέλαστο από την επιστήμη. Όπως συνέβη και με τη φύση των άστρων, τιαρά τα όσα υποστήριξε ο Comte, και όπως με την πιθανότητα να υπάρχει ξωή σε πλανήτες γύρω ατιό αυτά τα άστρα, η επιστήμη μπορεί να πραγματοποιεί πιθανοκρατικές τουλάχιστον εισβολές στην επικράτεια του αγνωσπκισμού.
Όταν όρχσα την Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού, χρησιμοποίησα πα-ραπλήσια τις λέξεις «υπεράνθρωπο» και «υπερφυσχκό». Για να καταστήσω σαφή τη διαφορά, φανταστείτε ότι ένα ραδιοτηλεσκόηιο του προγράμμα-τος SETI πράγματχ λαμβάνει κάποτε ένα σήμα από το Διάστημα, το οποίο αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν είμαστε μόνοι στο Σιίμπαν. Παρεμπιπτόντως, το ερώτημα σχετικά με το τι τιίπου σήμα θα μας έπειθε ότι το έστειλαν νοήμονα όντα δεν είναι απλό. Για να το διαπιστώσουμε, ας αντχστρέψουμε το ερώτημα: Εμείς ποιον ευφυή τρόπο θα μεταχειριζόμα-σταν για να γνωστοποιήσουμε την παρουσΐα μας σε εξωγήινους ακροατές; Οι ρυθμικοί παλμοί δεν θα επαρκούσαν. Η Jocelyn Bell Burnell, η ραδιοα-στρονόμος που ανακάλυψε τον πρώτο πάλσαρ το 1967, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ ατιό την ακρίβεια της περιοδικότητας των παλμών του (1,33 παλμοί ανά δευτερόλεπτο) ώστε τους ονόμασε, με αρκετή δόση χιούμορ, σήμα LGM (εκ του «Little Green Men» —μικρά πράσινα ανθρωπάκια). Η ίδια ανακάλυψε αργότερα έναν δεύτερο πάλσαρ, με διαφορετχκή περίοδο και σε άλλο σημείο του ουρανού, γεγονός το οποίο κατέρριψε την ιπιόθε-ση για τα μικρά πράσινα ανθρωπάκια. Πολλά (μη νοήμονα) φυσικά φαινό-μενα μπορούν να παραγάγουν ρυθμούς με αξιοθαύμαστη περιοδικότητα: από κλαδιά που λυγίζουν στο φύσημα του ανέμου ώς το νερό που στάζει, και από χρονικές καθυοτερήσεις σε αυτορρυθμιζόμενους βρόχους ανάδρα-σης έως ουράνια σώματα κχνούμενα σε τροχιά. Μέχρι σήμερα μάλιστα έ-χουν ανακαλυφθεί πάνω από χίλιοι πάλσαρ στον Γαλαξία μας, και θεωρείται γενικώς αποδεκτό ότι είναχ περιστρεφόμενοι αστέρες νετρονίων οι οποίοι εκπέμποΐΑ^ ραδιοκύματα σε κανονικά χρονικά διαστήματα, «σαρώνοντας» το Διάστημα όπως η δέσμη φωτός ενός φάρου. Προκαλεί πράγματι έκπλη-ξη η διαπίστωση ότι η περιστροφή ενός άστρου μετριέταχ σε κλίμακα δευ-τερολέπτων (φανταστείτε η ημέρα μας να διαρκούσε 1,33 δειπερόλεπτα και όχι 24 ώρες), αλλά και όσα άλλα γνωρίξουμε για τους αστέρες νετρο-νίων είναι επίσης εκπληκτικά. Ας επαναλάβουμε όμως αυτό που μας ενδια-
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ TOY θΕΟΥ
97
φέρει εδώ: σήμερα γνωρίζουμε ότι το «φαινόμενο πάλσαρ» είνοι προϊόν φυσικών νόμων και όχι κάποιου είδους νοημοσύνης.
Επομένως, ένας απλός ρυθμός δεν θα αρκούσε να σηματοδοτήσει τη νο-ήμονα παρουσία μας στο Σύμπαν που βρΐσκεται εκεί «έξω» και περιμένει. Οχ πρώτοι αριθμοί (όσοι δηλαδή διαιρούνται επακρχβώς μόνο με τη μονά-δα και τον εαυτό τους) συχνά προτείνονταχ ως συνταγή της ετητυχίας, διό-τι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποια απολύτως φυσική διεργασία η οποία θα μπορούσε να τους παραγάγει. Εΐτε πάντως με την ανίχνευση πρώτων αριθμών είτε με κάποιο άλλο μέσο, φανταστείτε ότι η έρευνα για εξωγήινη νοημοσύνη πράγματι καταφέρνει να συγκεντρώσει ακλόνητες εν-δείξεις για την ύπαρξη εξωγήινης νοημοσύνης, με πιθανό ετιακόλουθο τη μεταβίβαση τεράστιου όγκου γνώσεων και σοφίας —λΐγο-πολύ στο πνεύμα έργων επιστημονικής φαντασίας, όπως το A for Andromeda (Α όπως Ανδρο-μέδα) του Fred Hoyle ή το Contact (Επαφή) του Carl Sagan. Πώς θα έπρε-πε να απαντήσουμε; Μια δικαιολογημένη αντίδραση θα ήταν να τους λα-τρέψουμε, αφού οποιοσδήποτε πολιτισμός κατόρθωνε να μεταδώσει ένα σήμα από τέτοια τεράστια απόσταση πιθανότατα θα ενχε φτάσει σε εξαιρε-τικά ανώτερο επίπεδο πολιτισμού συγκριτικά με εμάς. Ακόμη όμως κι αν αυτός ο πολνπσμός δεν είναι περισσότερο εξελιγμένος ατιό τον δικό μας καχά τη στιγμή της μετάδοσης του σήματος, η τεράστια απόσταση που με-σολαβεί μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι, όταν πια το μήνυμα θα έχει φτάσεχ σε εμάς, εκεΐνοι θα βρίσκονται χιλχετίες πιο μπροστά από εμάς (ε-κτός αν έχουν αυτοκαταστραφεί, πράγμα όχχ απίθανο, επίσης).
Είτε όμως μάθουμε ποτέ για την ιτπαρξή τους είτε όχι, είναι πολύ τπ-θανόν να υπάρχουν «υπεράνθρωποι» εξωγήινοι πολιτισμοί, για να μην πω «θεϊκοί», με τρόπους που ξεπερνούν τη φαντασία κάθε θεολόγου. Ία τεχνο-λογικά τους επχτειίγματα θα μας φαίνονταν τόσο υπερφυσικά όσο υπερφυ-σικά θα φαίνονταν και τα δικά μας σε κάποιον χωρικό του Μεσαίωνα αν «τηλεμεταφερόταν» crtov 21ο αιώνα. Φανταστείτε την αντίδρασή του μπρο-στά σε κάποιον φορητό υπολογιστή, σε ένα κινητό τηλέφωνο, στη βόμβα υδρογόνου ή σε ένα τζάμπο τξετ.'Οηως το έθεσε ο Arthur C. Clarke με τον εμπνευσμένο τρίτο νόμο του, «Οποιαδήποτε επαρκώς προηγμένη τεχνολο-γχ'α δεν διαφέρει από τη μαγεία». Τα σημερινά τεχνολογικά θαχίματα δεν θα εντυπωσίαζαν τους αρχαίους λιγότερο απ' ό,τι οι ιστορίες για τον Μωυσή, που χώρισε τα ύδατα, ή για τον Xpicrto, που περπάτησε πάνω τους. Οι ε-ξωγήινοι του «σήματος SETI» θα ήταν για εμάς κάτι σαν θεοί, όπως ακριβώς και οι ιεραπόστολοι είχαν αντιμετωπιστεί σαν θεοί (εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο αυτό το σεβασμό που δεν τους άξιξε) όταν επισκέφθηκαν τιρωτό-γονους τιολιτισμούς κουβαλώντας όπλα, τηλεσκόπχα και αστρονομικούς χάρτες οι οποίοι προέβλεπαν τις εκλείψεις με ακρίβεια δευτερολέπτου.
98

Από ποια άποψη, λοιπόν, οι πιο εξελιγμένοι εξωγήινοι του SETI δεν θα θεωρούνταν θεοί; Από ποια άποψη θα ήταν υπεράνθρωποι αλλά όχι υπερ-φυσικοί; ΑΗΟ μια πολύ σημαντική άποψη, η οποία μάς οδηγεί στην καρδιά τούτου του βιβλίου: Η κρίσιμη διαφορά μεταξύ θεών και θεϊκών εξωγήι-νων δεν βρίσκεται στις ιδιότητές τους αλλά στην προέλευσή τους. Όντα ε-παρκώς πολύπλοκα ώστε να είναχ νοήμονα αποτελούν προϊόντα μιας δια-δικασίας εξέλιξης. Όσο θεϊκά κι αν μας φαίνονται όταν τα συναντάμε, αυτά τα όντα δεν υπήρξαν έτσι εξαρχής. Πολλοί συγγραφείς επιστημονικής φα-ντασίας, όπως ο Daniel F. Galouye στο Counterfeit World (Πλαστός κόσμος), έχουν φτάσει στο σημείο να υποθέσουν (και δεν μπορώ να σκεφθώ πώς θα μπορούσα να τον διαψεύσω) ότι ζούμε σε μχα προσομοίωση υπολογιστή, την οποία έχει προγραμματίσει κάποχος απείρως πιο προηγμένος πολιτι-σμός. Αλλά και οι ίδιοι οι κατασκευαστές της προσομοίωσης πρέπει να προέρχονται από κάπου. Οι νόμοι των πιθανοτήτων αποκλείουν την αυτό-ματη εμφάνισή τους, χωρίς την ιπιαρξη αιιλούστερων προγονικών μορφών. Πιθανότατα οφείλουν την ύπαρξή τους σε μια (ίσως όχι και τόσο οικεία σε εμάς) εκδοχή δαρβινικής εξέλιξης: σε κάποιο είδος «γερανού» που ανυψώ-νεται με βαθμιαία βήματα και όχι σε ένα «άγκιστρο εξ ουρανού»,* για να χρησιμοποιήσω την ορολογία τού Daniel Dennett.45 Τα άγκιστρα εξ ουρανού —των θεών συμπεριλαμβανομένων— είναι μαγικά ξόρκια. Δεν παρέχουν αξιόπιστες εξηγήσεις, ενώ τα ίδια απαιτούν περισσότερες εξηγήσεις απ' όσες προσφέρουν. Οι γερανοΐ αποτελούν αξιόπιστες εξηγητικές κατασκευ-ές. Η φυσική επιλογή είναι ο πρωταθλητής όλων των γερανών της ιστορίας. Έχει ανυψώσει τη ζωή από την πρωτόγονη απλότητα στα ύψη της πολυ-πλοκότητας, της ομορφιάς και του φαινομενχκού σχεδίου τα οποία μάς κα-ταπλήσσουν σήμερα. Τούτο θα αποτελέσει κεντρικό θέμα του Κεφαλαίου 4, με τΐτλο «Γιατί είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπάρχει Θεός». Αλλά πριν npo-χωρήσω στον κύριο λόγο για τον οποίο δεν παραδέχομαι την ύπαρξη του Θεού, οφείλω να ασχοληθώ με τα επιχειρήματα υπέρ της πίστης που έ-χουν διατυπωθεί στη διάρκεια της ιστορίας.
* Ο φιλόσοφος Daniel Dennett, στο βιβλίο του Darwin's Dangerous Idea (Η επικίνδυνη ιδέα του Δαρβίνου), αναφέρθηκε σε cranes (γερανούς) και skyhooks (άγκιστρα εξ ουρα-νού). «Άγκιστρα εξ ουρανού» για τη στήριξη των θέσεών τους αναζητούν όσες επιστη-μονικές θεωρήσεις αποδέχονται δυνάμεις ή διεργασι'ες που είναι ποιοτικά διαφορετικές από —και δεν εξηγούνται με— τη λογική της βαθμιαίας εξέλιξης. Αντιθέτως, οι «γερα-νοί», ως ενδιάμεσου επιπέδου πολυπλοκότητας μηχανισμοί, έχουν οι ίδιοι αναδυθεί μέ-σω εξέλιξης και συμβάλλουν στην ανάπτυξη πιο πολύπλοκων δομών. (Σ.τ.μ.)
3
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY ΘΕΟΥ
Στο ίδρνμά μας δεν θα έπρεπε να νπάρχει έδρα καθηγητή θεολογίας.
—THOMAS JEFFERSON
100

Τα ετπχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού συστηματοποχούνταν γχα αι-ώνες από τους θεολόγους, ενώ κάποιοι άλλοχ, συμπεριλαμβανομένων δχά-φορων γυρολόγων τής κακώς εννοοιίμενης «κοινής λογικής», προσέθεσαν καχ μερικά συμπληρωματικά.
Οι «αποόείξεις» τον Θωμά Ακινάτη
Οι πέντε «αιτοδεχ'ξεις» ττου διατύπωσε ο Θωμάς Ακινάτης τον 13ο αιώνα δεν αποδεικνύουν τχποτε, καχ —μολονότχ έχω κάποχους ενδοχασμούς όταν το αναφέρω, δεδομένης της εκτχμησης που χαχ'ρει— είναχ εύκολο να κατα-δεχχθεχ' η κενότητά τους. Οχ πρώτες τρεχς αποτελοιίν απλώς δχαφορετχκούς τρόπους γχα να εχπωθεχ' το χ'διο πράγμα, άρα μπορούμε να τχς εξετάσου-με όλες μαζί. Καχ οχ τρεχς περχέχοχιν την έννοχα της άπεχρης ανοδρομής: η απάντηση σε κάποχο ερώτημα εγεχ'ρεχ ένα πρότερο ερώτημα κ.ο.κ., επ' ά-πεχρον.
1. To κινούν ακίνητον. Τίποτε δεν κχνεχ'ταχ χωρίς ένα πρότερο KXVOXJV. AXJTO μάς οδηγεχ' σε μχα άπεχρη αναδρομή, από την οποχ'α μόνη δχέξοδος είναχ ο Θεός. Κατ' ανάγχαιν, η ηρώτη κχ'νηση προκλήθηκε από κάτχ, καχ αυτό το κάτχ το ονομάζουμε Θεό.
2. Η πρώτη αιτία. Τχ'ποτε δεν προκαλείταχ από μόνο του. Κάθε αιτιατό έχει ένα πρότερο αχτχο, πράγμα που μας ωθεί ξανά σε αναδρομή. Toxrtn πρέ-πεχ να τερματχστεΐ σε μχα πρώτη αχτία, την οποχ'α ονομάξουμε Θεό.
3. To κοσμολογικό επιχείρημα. Πρέπεχ να υπήρχε μια εποχή κατά την οποχ'α τα φυσχκά πράγματα δεν υφχ'σταντο. Αφού όμως τα φυσχκά πράγματα τώρα imapxoxjv, τότε κάτχ μη φυσχκό πρέπεχ να τα δημχούργησε, καχ aura το κάτχ το ονομάζουμε Θεό.
Καχ τα τρχ'α παραπάνω επχχεχρήματα βασχ'ζονταχ στην χδέα της αναδρομής καχ επικαλοχίνταχ τον Θεό γχα τον τερματχσμό της. Περχέχοχχν την εντελώς αθεμελχ'ωτη παραδοχή ότχ ο χδχος ο Θεός εξαιρείταχ από την αναδρομή. Ακόμη κχ αν επχτρέψουμε τη βολχιαί τούτη πολχττέλεχα της αυθαχ'ρετης ε-πχνόησης ενός τέρματος σε μχα άπεχρη αναδρομή, καχ της απόδοσης ονό-ματος σε airro επεχδή μόνο καχ μόνο το έχουμε ανάγκη, δεν χπιάρχεχ κανέ-νας απολχχτως λόγος να προχκίσοχιμε το εν λόγω τέρμα με οποχαδήποτε χδχότητα από όσες αποδχ'δονταχ ουνήθως στον Θεό: παντοδυναμχα, παντο-γνωσία, αγαθότητα, σοφχ'α, δημχουργικότητα, γχα να μην αναφερθούμε καχ στα δχάφορα ανθρώπχνα χαρακτηριστικά όπως το να εχσακούεχ προσεχιχές,
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
101
να συγχωρεΐ αμαρτίες και να διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις. Παρεμπιπτό-ντως, δεν διέλαθε την προσοχή των μελετητών της λογικής το γεγονός ότι η παντογνωσία και η παντοδυναμία συνιστούν αλληλοαποκλειόμενες έν-νοιες. Εάν ο Θεός εΐναι παντογνώστης, τότε γνωρίζει ήδη τον τρόπο με τον orroio ο ίδιος θα παρέμβει για να αλλάξει το ρου της ιστορίας, ασκώντας την παντοδυναμία του. Τούτο όμως σημαίνει ότι ο Θεός αδυνατεί να αλλά-ξει γνώμη σχετικά με την παρέμβασή του, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι παντοδύναμος. Η Karen Owens εξέφρασε το πνευματώδες αυτό πα-ράδοξο με στίχους εξίσου ευφυείς:
'Αραγε ο παντογνώστης Θεός μπορεί, Εκείνος που γνωρίζει το μέλλον, να βρει Την ιταντοδυναμι'α γχα ν' αλΑάξει Τη γνώμη Του τη μελλονπκή;
Για να επιστρέψουμε στην άπειρη αναδρομή και στη ματαιότητα της ε-πίκλησης του Θεού για να την τερματίσουμε, θα ήταν προτιμότερο —από πλευράς οικονομίας σκέψης— να επινοήσουμε, λόγου χάριν, μχα «χωρο-χρονική ανωμαλία τύπου ΜεγάληςΈκρηξης», ή κάποια άλλη, άγνωστη ώς τώρα, φυσική έννοια. To να ονομάζουμε αυτό το τέρμα «Θεό» είναι στην καλύτερη περίπτωση αναποτελεσματικό και στη χειρότερη ολέθρια παρα-πλανητικό. Η «παράλογη συνταγή για μικροψιλοκαμωμένες κοτολέτες» τού Edward Lear μάς προτρέηει: «Προμηθευτείτε μερικά βοδινά φιλέτα και, αφού τα κόψετε στα μικρότερα δΐΛ^ατά κομμάτια, συνεχίστε και κόψτε τα σε ακόμη μικρότερα, οκτώ ή και εννέα φορές». Μερικές αναδρομές πράγ-ματχ φτάνουν σε ένα φυσικό τέλος. Παλαιότερα, ot επιστήμονες αναρω-τιούνταν τι θα συνεβαινε αν κατάφερνε κάποιος να διαιρέσει ένα κομμάτι μέταλλο —από χρυσό, φέρ' ειπείν— στα μικρότερα δυνατα κομμάτια. Δεν θα ήταν άραγε δυνατόν κάθε τέτοιο κομμάτι να κοπεί πάλι στα δύο, ώστε να παραχθεί ένα ακόμη πιο μχκροσκοπικό τεμάχιο χρυσού; Αυτός όμως ο α-τέρμων τεμαχισμός θα λάμβανε τέλος στο άτομο: To μικρότερο δυνατό τε-μάχιο χρυσού είναχ ο πυρήνας, αποτελούμενος ατιό ακριβώς 79 πρωτόνχα και λίγο περισσότερα νετρόνια, τα οποία συνοδεύονται από ένα σμήνος 79 ηλεκτρονΐων. Εάν «κόψεις» το χρυσό mo πέρα από το άτομο, ό,τι κι αν προκύψει δεν θα εΐναι χρυσός. To άτομο παρέχει ένα φυσικό τέλος στη συ-γκεκριμένη αναδρομή. Δεν είναι όμως καθόλου σαφές ότι ο Θεός αποτελεί το φυσικό τέρμα στις αναδρομές του Ακινάτη —και η συγκεκριμένη διατύ-πωση δεν φείδεται καθόλου επιείκειας, όπως θα διαπχστώσουμε στη οχτνέ-χεια. Ας προχωρήσουμε λοιπόν περαιτέρω στον κατάλογο του Ακινάτη.
102

4. To επιχείρημα εκ τον βαθμού. Παρατηρούμε ότι τα πράγματα στον Κόσμο διαφέρουν μεταξύ τους. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, διάφοροι βαθ-μοί αγαθότητας ή τελειότητας. Αλλά οι εκτχμήσεχς μας για αυτούς τους βαθμούς βασχ'ζονταχ οτη σιίγκριση με κάποιο μέγιστο. Εμείς οι άνθρωποχ μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα καλοί καχ κακοί, άρα αποκλείεται να ενυ-πάρχει μέσα μας η μέγχσχη αγαθότητα. Συνεπώς, πρέπεχ να ιπιάρχεχ κά-ΤΓΟΧΟ άλλο μέγιστο, το οποίο θέτει το μέτρο της τελειότητας, και ονομά-ζουμε αυτό το μέγχστο Θεό.
Είναι τοχττο ειιχχεχρημα; Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να υπο-στηρίξει ότι οι άνθρωποι δχαφέρουν και ως προς τη δυσοσμία τους, αλλά μπορούμε να τους συγκρίνουμε μόνο σε σχέση με ένα τέλεχο και μέγιστο επίπεδο δυνατής δυσοσμίας. Συνεπώς, ιτρέπεχ να υπάρχει κάποιο εξαιρε-τικά, απαράμιλλα δύσοσμο ον, και αυτό το ονομάζουμε Θεό. Ή συγκρίνετε ως προς οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, και θα καταλήξετε σε ένα εξίσου βλα-κώδες συμπέρασμα.
5. To τελεολογίκό επιχείρημα, ή επιχείρημα εκ τον σχεδίον. Τα όντα του Κό-σμου, εχδικά τα έμβια, δίνουν την εντιχπωση ότι κάποιος τα έχει σχεδιά-σει. Τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο ε-κτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Συνεπώς, πρέπεχ να υπήρξε κάποιος σχε-διαστής, και τον ονομάζουμε Θεό.* Ο ίδιος ο Ακινάτης χρησιμοποίησε την αναλογία του κννούμενου προς το στόχο βέλους, αλλά ένας σύγχρο-νος αντχαεροπορικός πύραυλος που ανιχνεύεχ θερμότητα θα εξυπηρε-τούσε το σκοπό του mo αποτελεσματικά.
To ειτιχείρημα εκ χου σχεδίου είναι το μόνο που χρησιμοποιείται τακτι-κά ακόμη και σήμερα, και πολλοί εξακολουθοιίν να το αντιλαμβάνονται ως το έσχατο και αποστομωτικό επιχείρημα. Είχε εντυπωσιάσει και τον νεαρό Δαρβίνο όταν, ως φοιτητής ακόμη στο Καίμπριτζ, το είχε διαβάσει στο βι-βλίο Natural Theology (Φυσχκή θεολογία) του William Paley. Δυστυχώς γχα τον Paley, ο ώρχμος πλέον Δαρβχ'νος το κονχορτοποχ'ησε. Πράγματχ, η πλέον συντρχπτχκή νχ'ιαι που κατήγαγε ποτέ ο ορθολογχσμός ενάντχα στχς παραδε-δεγμένες αντχλήψεχς υπήρξε πχθανότατα η απροσδόιαιτη κατάρριψη αυτού του επχχεχρήματος από τον Κάρολο Δαρβχ'νο. Χάρη στον Δαρβίνο, θεωρεί-
\
* Αυτό μού θυμίζει τον αξέχαστο συλλογισμό που εισήγαγε λάθρα σε μια ευκλείδεια α-πόδειξη ένας συμμαθητής μου, όταν μελετούσαμε μαζί γεωμετρία: «To τρίγωνο ΑΒΓ μοιά-ζει να είναι ισοσκελές. Επομένως...».
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΧ TOY θΕΟΥ 103
ται πλέον εσφαλμένος ο ισχυρισμός τιως τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαΐνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Η εξέλιξη μέσω της φυσικής ετπλογής, ανερχόμενη σε εξαίσια ύψη πολυπλοκότητας και κομψότητας, παράγει μια εξαιρετική επίφαση σχεδιασμού. Στα κορυ-ψαία μάλιστα προϊόντα αυτού του ψευδοσχεδιασμού συγκαταλέγονται τα νευρικά συστήματα, που —μεταξύ των πιο ταπεινών επιτευγμάτων τους— επιδεικνύουν εμπρόθετη συμπεριφορά, η οποία, ακόμη και οτο πιο μικρο-σκοτιικό έντομο, μοιάζει πολύ περισσότερο με τον προηγμένο πύραυλο α-νΐχνευσης θερμότητας τιαρά με ένα απλό βέλος που κατευθύνεται στο οτό-χο του. Θα επανέλθω διεξοδικότερα οτο επιχεΐρημα εκ του σχεδίου στο Κεφάλαιο 4.
To οντολογικό επιχείρημα και άλλα a priori επιχειρήματα
Τα επιχειρήματα υτιέρ της ιΐπαρξης του Θεού ανήκουν σε δύο κύριες κατη-γορίες, στα a priori και στα a posteriori. Τα πέντε επιχειρήματα του Θωμά Ακινάτη αποτελοιίν a posteriori επιχειρήματα, βασιζόμενα σε ετησκόπηση του Κόσμου. To γνωστότερο από τα a priori επιχειρήματα, εκείνα δηλαδή που βασίζονται σε καθαρά αφηρημένους προεμηειρικούς λογικούς συλλο-γισμούς, είναι το οντολογικό επιχείρημα, το οποίο διατυπώθηκε από τον άγιο Άνσελμο του Καντέρμπερι το 1078 και αναδιατυπώθηκε υπό δχάφορες μορ-φές από πολυάριθμους φιλοσόφους μεταγενέστερα. Η πιο παράξενη πλευ-ρά του ετιιχειρήματος του Ανσέλμου είναι πως αρχικά δεν απευθυνόταν στους ανθρώπους αλλά στον ίδιο τον Θεό, υπό μορφή προσευχής (εν προ-κεχμένω, θα περίμενε κανείς ότι οποιαδήποτε οντότητα έχει την ικανότη-τα να εισακούει προσευχές δεν θα είχε ανάγκη να πειστεί η ίδχα γχα την ύ-παρξή της).
Μποροιίμε, έλεγε ο Άνσελμος, να διανοηθοιίμε ένα ον τόσο τέλειο ώστε οποιοδήποτε τελειότερο από αυτό να είναι αδιανόητο. Αλλά και ένας ά-θεος μπορεί κάλλιστα να διανοηθεί κάποιο τέτοιο ον, ένα ον τέλειο σε υ-περθετικό βαθμό —μολονότι στην πραγματικότητα θα αρνιόταν την ύηαρ-ξή του. Εντοιίτοις, συνεχίζει ο Άνσελμος, ένα ον το οποίο δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, ως εκ της ανυπαρξίας του ακριβώς, δεν είναι τέλειο. Συ-νεπώς οδηγούμαστε σε ανπ'φαση και —ω του θαύματος—, ορίστε, ο Θεός υπάρχει!
Επχτρέψτε μου να μεταφράσω τοιίτο το παιδαριώδες επιχείρημα στη γλώσσα που του αρμόζει, δηλαδή τη νηπιακή:
104

«Βάζω στοίχημα πως μπορώ να αποδείξω ότι ο Θεός υπάρχει.»
«Στονχημα ότι δεν μπορείς.»
«Καλά λοιπόν. Φαντάσου το πιο τέλειο, τέλειο, τέλειο δυνατό πράγμα.»
«Ωραία, και;»
«Κοίτα, αυτό το τέλεχο, τέλειο, τέλειο ττράγμα είναι ττραγματικό; Υπάρ-
χει;»
«Όχι, βρίσκεται μόνο στο νου μου.»
«Αλλά εάν υπήρχε πράγματι, θα ήταν ακόμη mo τέλειο —επειδή ένα
πραγματικά τέλειο πράγμα είναι σίγουρα καλύτερο από ένα ανόητο
ψευτοπράγμα. Άρα απέδειξα ότι ο Θεός υπάρχει. Χα χα! Όλοι οι άθεοι
είναι ανόητοι.»
'Έβαλα τον μικρό μου εξιπτνάκχα να διαλέξει τη λέξη «ανόητος» εσκεμμέ-να. Ο ίδιος ο Άνσελμος μνημονεύει τον πρώτο στίχο του Ψαλμον 13 («Είπε μέσα στην καρδιά του ο ανόητος: Δεν υπάρχει Θεός [...]»), και μάλιστα είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει τη λέξη «ανόητος» (στα λατινικά insipiens) για τον υποθετικό του άθεο:
Ετιομένως, και ο ανόητος ακόμη είναι πετιεισμένος ότι υπάρχει κάποιο πράγμα, τουλάχχστον μέσα στη διάνοια, του οποίου τίποτε τελειότερο δεν μπορούμε να συλλάβονιμε. Επειδή, όιαν ακούει για auto, το αντι-λαμβάνεται• και οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό υπάρχει στη διάνοια. Και είναι βέβαιο πως ένα τέτοιο ον, τελειότερο του οποίου τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να σκεφθούμε, δεν μπορεί να υπάρχει στη διάνοια και μόνο. Καθότι, αν υηοθέσουμε ότι υπάρχει μόνο μέσα στη διάνοια, τότε μπορούμε να διανοηθούμε ότχ υπάρχει στην πραγματικότητα• το οτιοίο είναι τελειότερο ακόμη.
Η ιδέα και μόνο ότι μεγαλόσχημα σιηαπεράσματα συνάγονται μέσω λεκτχ-κών τεχνασμάτων αυτού του είδους προσβάλλεχ την αισθητική μου, και επομένως πρέπει να προσέξω να μην εμπλακώ σε διαξιφισμούς για λέξεις όπως το «ανόητος». Ο Bertrand Russell (ο οποίος βέβαια δεν ήταν ανόητος) διατύιιωσε την εξής ενδιαφέρουσα άποψη: «Είναι πιο εύκολο να πειστεί κανείς ότι [το οντολογικό επιχείρημα] δεν ευσταθεί από το να προσπαθή-σει VQ βρει σε ποιο ακριβώς οημείο εντοπίζεταχ TO σφάλμα του». Ο ίδιος όμως, στα χρόνια της νεότητάς του, είχε για ένα σύντομο διάστημα πειστεί για την ορθότητά του:
Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή, μια ημέρα τού 1894, καθώς περπατούσα στην οδό Trinity, όχαν με μια αναλαμπή κατάλαβα (ή νόμισα πως κατά-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΒΗΣ TOY θΕΟΥ
105
λαβα) ότχ το οντολογικό επιχείρημα είναι εγκυρο. Είχα βγει έξω για να αγορασω ένα κουτχ' καπνό• στο δρόμο της επιστροφής, ξαφνικά πέταξα το κουτί στον αέρα και, ξαναπιάνοντάς το, αναφώνησα: «Μα την αλή-θεια, το οντολογικό επιχείρημα είναι ακλόνητο».
Γιατί άραγε, αναρωτιέμαι, δεν είπε: «Μα την αλήθεια, το οντολογικό επι-χείρημα φαΐνεται ευλογοφανές. Δεν είναι όμως υπερβολικά εύκολο να προ-κύτιτει μια μεγάλη αλήθεια για το Σύμτιαν από ένα απλό τταιχνίδι λέξεων; Καλύτερα να οτρωθώ οτη δουλειά για να επιλύσω τούτο εδώ nou μοιάζει με παράδοξο όπως εκείνο του Ζήνωνα». Οι αρχαίοιΈλληνες δυσκολεύο-νταν πολύ να αντιληφθούν την «απόδειξη» του Ζήνωνα ότι ο Αχχλλέας δεν θα προλάβει ποτέ τη χελώνα.* Αλλά ήταν επίσης αρκετά σώφρονες ώστε να μη συμπεράνουν ότι ο Αχιλλέας πράγματι δεν θα κατορθώσει ιιοτέ να φτάσεχ τη χελώνα. Αντιθέτως, ονόμασαν το εν λόγω ετπχείρημα «παράδο-ξο», ελπίζοντας να το εξηγήσουν οι επόμενες γενεές μαθημσπκών. Ο Russell, φυσικά, διέθετε τα κατάλληλα προσόντα για να αντιληφθεί πως δεν έ-πρεπε να πετά στον αέρα κουτιά με καπνό, φωναζοντας όλο χαρά ότι ο Αχιλλέας δεν θα καταφέρει να προλάβει τη χελώνα. Γιατί άραγε δεν υηήρ-ξε το ίδιο προσεκτικός και με τον άγιο Άνσελμο; Υποθέτω πως οφείλεται στο ότι ο Russell πταν ένας εξαιρετικά αμερόληπτος άθεος, υπέρ το δέον πρόθυμος να πεχοτεί για χην αντίθετη αποψη εάν το απαιτούσε η λογική.**
* To παράδοξο του Ζήνωνα είναι πασίγνωστο, οπότε μπορούμε να περιοριστούμε σε μια υποσημείωση: Ο Αχιλλέας είναι δέκα φορές ταχύτερος από τη χελώνα, και για αυτό το λόγο δίνει στο ζώο ένα προβάδισμα, έστω 100 μέτρων. Ο Αχιλλέας τρέχει 100 μέτρα, και η χελώνα προηγείται κατά 10 μέτρα. Ο Αχιλλέας καλύπτει τα 10 μέτρα και η χελώνα βρι'-σκεται 1 μέτρο πιο μπροστά. Ο Αχιλλέας καλνίπτει το 1 μέτρο και η χελώνα ακόμα προ-ηγείται κατα 1/10 του μέτρου κ,ο.κ., επ' άπειρον, οπότε ο Αχιλλέας δεν φτανει ποτέ τη χελώνα.
** Τσως στις ημέρες μας νινόμαστε μάρτυρες ενός παρόμοιου γεγονότος, με την πολυ-συζητημένη αλλαξοπιστία του φιλοσόφου Antony Flew, ο οποι'ος ανακοίνωσε σε μεγάλη ηλικία ότι ασπάστηκε την πίστη σε κάποια θεότητα (γεγονός που προκάλεσε πληθώρα δημοσιεύσεων στο Διαδίκτυο). Δεδομένου ότι ο Russell τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, ίσως ο φερόμενος ως προσηλιτπσμός τού Flew ανταμειφθεί με το βραβείο Templeton. Ένα πρώτο βήμα προς αυτή χην κατεύθυνση ει'ναι η επαίσχΐΑ^τη απόφασή του να απο-δεχθεί, το 2006, το «Βραβείο Philip Ε. Johnson για την Ελευθερία και την Αλήθεια». Ο πρώτος στον οποίο απονεμήθηκε το εν λόγω βραβείο ήταν ο δικηγόρος Philip Ε. Johnson, θεμελιωτής της «στρατηγικής αιχμής» του ευφυούς σχεδίου. Ο Flew θα είναι ο δεύ-τερος κατά σειρά. To ι'δρυμα που απονέμει το βραβει'ο είναι το Βιβλικό Ινστιτούτο τού Λος Άντζελες (Bible Institute of Los Angeles, BIOLA). Δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς αν ο Flew αντιλαμβάνεται ότι τον χρησιμοποιούν. Βλ. και Victor Stenger, «Flew's flawed science» (H ελαττωματική ετπστήμη τού Flew), Free Inquiry, 25:2, σελ. 17-18, 2005• www.secularhumanism.orgy index.php?section=library&page=stenger_25_2.
106

'Η, ίσως, η απάντηση βρίσκεται σε κάτι που έγραψε ο ίδιος ο Russell το 1946, αρκετό καιρό αφότου είχε καταρρίψει το οντολογικό ετιιχει'ρημα:
Ιδού το ιτραγματικό ερώτημα: Υπάρχει κάτχ που μπορούμε να σκεφθού-με, για TO οποίο αποδεικνύεται ότι, και μόνο επειδή το σκεφθήκαμε, υπάρχει και έξω από τη σκέψη μας; Κάθε φιλόσοφος θα ήθελε να απα-ντήσει «ναι», διότι έργο του φιλοσόφου είναι να ανακαλύπτει πράγμα-τα γ\α τον Κόσμο με τη σκέψη μάλλον -παρά μέοω παρατήρηοης. Αν το «ναι» είναι η σωστή απάντηση, τότε υπάρχει μια γέφυρα μεταξύ της κα-θαρής σκέφης καχ των πραγμάτων. Αν όχι, τότε δεν υπάρχει.
Εγώ, αντιθέτως, θα αισθανόμουν αυτομάτως πολύ βαθιά καχυιτοψΐα απέ-ναντι σε όποιο συλλογισμό κατέληγε σε ένα τόσο σπουδαίο συμπέρασμα χωρίς να αντλεί τίποτα από τα δεδομένα της πραγμσπκότητας. Ίσως αυτό δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο ατιό το ότι είμαχ επιστήμονας και όχι φι-λόσοφος. Ανά τους αιώνες, οι φχλόσοφοι έχουν πράγματι ιιάρει στα σο-βαρά το οντολογικό επιχείρημα, τοποθετούμενοι είτε υπέρ είτε κατά. Ο αθεϊστής φχλόσοφος J.L. Mackie πραγμαχεύεται το ζήτημα με ιδχαντερη σα-φήνεια στο βιβλίο The Miracle of Theism (To θαιίμα του θεϊσμού). To εννοώ ως φνλοφρόνηση όταν λέω ότι μπορούμε να ορίσουμε το φιλόσοφο ως ε-κείνον τιου δεν προτίθεται να δεχτεί την ειιίκληση απλώς της κοινής λογι-κής ως επαρκή απάντηση.
Οι πιο αποφασιστικές ανασκευές του οντολογχκού επιχειρήματος αποδί-δονται ουνήθως στους φιλοσόφους Ντέχβιντ Χιουμ (1711-1776) και Ιμάνου-ελ Καντ (1724-1804). Ο Καντ διαπίστωσε «δόλο» στην αμφιλεγόμενη πα-ραδοχή του Ανσέλμου ότι η «ύπαρξη» είναι περισσότερο «τέλεια» από τη μη ιίπαρξη. Ο αμερικανός φιλόσοφος Norman Malcolm το έθεσε ως εξής: «To δόγμα ότι η ύπαρξη συνιστά κάποιου είδους τελειότητα μου φαίνεται ιδιαίτερα αλλόκοτο. Είναι λογικό και σωστό να ιτω ότχ το σπίτι μου θα είναι καλύτερο αν έχει μόνωοη παρά αν δεν έχει• αλλά τι νόημα έχει να τίω ότι θα είναι καλιίτερο σιτίτι αν ιπιάρχει παρά αν δεν υτιάρχει;».46 Ένας άλλος φι-λόσοφος, ο Αυοτραλός Douglas Gasking, υποστήριξε την ίδια θέση στην ει-ρωνική «απόδεχξή» του ότι ο Θεός δεν υπάρχει (ο Gaunilo, σύγχρονος του Ανσέλμου, είχε διατυτιώσει μια παρόμοια εις άτοπον απαγωγή):
1. Η Δημιουργία του Κόσμου είναι το mo Οαυμαστό ειτίτεντγμα που θα μιτο-ρούσαμε να φανταστούμε.
2. Η αξία ενός επιτεύγματος εκπηγάζει από (α) αυτή καθαυτήν την ποιό-τητά του και (β) την ικανότητα του δημιουργού του.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
107
3. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανικανότητα (ή ελαττωματικότητα) του δη-μιουργού τόσο πιο εντυπωσιακό είναι το επίτευγμά του.
4. Η πλέον ανυπέρβλητη ελαττωματικότητα για ένα δημιουργό θα ήταν η μη ύπαρξή του.
5. Επομένως, αν θεωρήσουμε ότι το Σύμιταν αποτελεί προϊόν ενός δη-μιουργού ο οποχος ιχπάρχει, τότε μπορούμε να συλλάβουμε ένα ον ακό-μη τελειότερο —δηλαδή ένα ον που δημιούργησε τα πάντα, μολονότι το χ'δχο δεν υπήρχε.
6. Επομένως, ένας υπάρχων Θεός δεν αποτελεί ένα ον τελειότερο του ο-ποχου τχ'ποτε τελειότερο δεν θα μπορούσαμε να διανοηθούμε, δχότι ακό-μη mo αξεπέραστος και απΐστευτος δημιουργός θα ήταν ένας Θεός που δεν θα υπήρχε.
Άρα:
7. Ο Θεός δεν υπάρχεχ.
Περχττεύει βέβαια να ποχίμε ότχ ο Gasking δεν απέδεχξε πράγματχ ότι ο Θεός δεν υπάρχεχ. Ακρχβώς όπως οχίτε ο Άνσελμος απέδεχξε την ύπαρξή του. Η μόνη διαφορά είναι ότχ ο Gasking αστεχευόταν. Όπως διαπίστωσε, η ύπαρξη ή η μη χχπαρξη του Θεού εχ'ναχ πολύ σημαντχκό ερώτημα γχα να απαντηθεί μέσω «διαλεκτικών ταχυδακτυλουργιών». Δεν νομίζω μάλιστα ότχ ο αμφχλεγόμενος τρόπος χρήσης της χ3παρξης ως ένδεχξης τελεχότητας αττοτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του επιχειρήματος. Έχω ξεχάσει πλέον πώς το κατάφερα, αλλά κάποτε εχ'χα «σκανδαλχ'σεχ» μχα ομήγυρη θεολόγων καχ φχλοσόφων διασκευάζοντας το οντολογχκό επχχείρημα έτσι ώστε να α-ποδεχ'ξω ότχ τα γουρούνχα πετοιίν. Καχ εκεχ'νοχ αχσθάνθηκαν την ανάγχαι να καταφχιγοχΛτ στην τροπχιαί λογχχαί γχα να αποδείξουν ότχ έκανα λάθος.
To οντολογχκό επχχεχ'ρημα, όπως καχ όλα τα a priori ετπχεχρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού, μου θυμίζεχ το γέροντα στην χστορχ'α που μας δχηγείταχ ο Aldous Huxley, ο οποχ'ος ανακάλντψε μχα μαθηματική απόδεχξη χχπέρ της ντπαρξης του Θεού:
To m δχά του μηδενός χσοχχταχ με άπεχρο, όταν το m είναχ οποχοσδήπο-τε θετχκός αριθμός. Τον ξέρεχς αιττό τον τχίπο, έτσχ; Ε, λοχπόν, γιατί να μην αναγάγουμε την χσότητα σε απλούσχχρη μορφή, πολλαπλασχάξο-ντας κοχ τχς δύο πλευρές της με το μηδέν; Στην περίπτωση αυτή θα έ-χουμε ότι το m xoovrtax με άπεχρο επί το μηδέν. Αχπό σημαχνεχ ότχ ένας
108

θετικός αριθμός είναι το γχνόμενο του μηδενός επί το άπειρο. Δεν απο-δεικνύει τούτο πως μια άπειρη δύναμη δημιούργησε το Σύμπαν από το τίποτε; Αυτό δεν δενχνει;
Δυστυχώς, δεν είναχ βέβαιο ότι αληθεύει η πασίγνωστη χστορία σχετχκά με τον Ντιντερό, τον εγκυκλοπαιδιστή του Διαφωτισμού, και τον Euler, τον ελβετό μαθηματικό: Λέγεται ότχ η Μεγάλη Αχκατερχ'νη οργάνωσε μχα αντχ-παράθεση μεταξύ των δύο, κατά την οποχ'α ο θεοσεβής Euler απηύθηνε την εξής πρόκληση στον άθεο Ντχντερό: «Κύρχε, (α + b")/n = χ, επομένως ο Θεός υτχάρχει. Απαντήστε!».
Η χστορχ'α αφήνεχ να εννοηθεί ότχ ο Ντχντερό, επεχδή δεν ήταν μαθημα-τχκός, υποχρεώθηκε να υποχωρήσει σαοτχσμένος. Εντούτοις, όπως εχ'χε ε-πχσημάνεχ καχ ο Β.Η. Brown το 1942 στο περχοδχκό American Mathematical Monthly, ο Ντχντερό στην πραγματχκότητα ήταν καλός μαθηματχκός, άρα μάλλον δεν θα είχε εξαπατηθεί από το λεγόμενο «επχχεχ'ρημα δχά της τύ-φλωσης με επιστήμη» (εν προκεχμένω με τα μαθηματχκά). Ο David Mills, στο βχβλχ'ο του Atheist Universe, παραθέτεχ μχα ραδχοφωνχκή συνέντευξη που παραχώρησε σε έναν θρήσκο δημοσχογράφο, ο οποχ'ος επχκαλέστηκε το νόμο δχατήρησης της μάζας-ενέργεχας προσπαθώντας ανεπχτυχώς να τον τυφλώσεχ δχά της επχστήμης: «Εφόσον όλοχ αποτελούμαστε από ύλη καχ ενέργεχα, δεν οαινηγορεχ' τοχχτη η επχστημονχιαί αρχή υπέρ της πχ'στης στην αιώνια ξωή;». Ο Mills απάντησε με περχσσότερη χπιομονή καχ ευγένεχα απ' ό,τι θα είχα κάνει εγώ, μχας και εκείνο που είπε ο δημοσιογράφος, με-θερμηνευόμενο, σήμαινε —ούτε λΐγο ούτε πολύ— το εξής: «Όταν πεθαί-νουμε, κανένα από τα άτομα του σώματός μας (και καμία ποσότητα ενέρ-γειας) δεν χάνεται. Επομένως, είμαστε αθάνατοι».
Ακόμη και εγώ, με τη μακρά μου εμπειρία, δεν έχω ποτέ συναντήσει ευ-σεβείς πόθους τόσο πολύ ανόητους.Έχω βρει όμως πολλές καταπληκτικές «αποδείξεις» στο http://www.godlessgeeks.com/LINKS/GodProof.htm, έναν ιδιαίτερα αστείο κατάλογο τριακοσίων τουλάχιστον «αποδείξεων της ύηαρ-ξης του Θεού». Παραθέτω έξι πολύ διασκεδαστικές από αυτές, ξεκινώντας από την απόδειξη υπ' αριθμόν 36.
36. Επιχείρημα εκ της μη ολοσχερονς καταστροφής: Ένα αεροπλάνο κατέπεσε και σκοτώθηκαν 143 επιβάτες και όλο το πλήρωμα.Ένα παιδί όμως επι-βίωσε με εγκαύματα μόλις τρχτου βαθμού. Επομένως, ο Θεός υπάρχει.
37. Επιχείρημα εκ των ηιθανών κόσμων: Εάν τα πράγματα είχαν γίνει διαφο-ρετικά, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, πράγμα πολύ κακό. Ε-πομένως, ο θεός υπάρχει.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΒΗΣ TOY θΕΟΥ
109
38. Επιχείρημα εκ της βονλήσεως και μόνον: Πιοτεύω οτον Θεό! Πιστεύω στον Θεό! Πιστεύω, πιστεύω, πιστεύω! Πχστεύω στον Θεό! Επομένως, ο Θεός υπάρχει.
39. Επιχείρημα εκ της μη πίστης: Η πλειονότητα του πληθυσμού της Γης δεν πιστεύει στο χριστιανισμό. Αυτή ακριβώς ήταν η πρόθεση του Σατανά. Επομένως, ο Θεός υτιάρχει.
40. Επιχείρημα εκ της μεταθανάτιας εμπειρίας: Ο άνθρωπος X πέθανε όντας άθεος. Τώρα διατποτώνει το λάθος του. Επομένως, ο Θεός υπάρχει.
41. Επιχείρημα εκ τον συναισθηματικον εκβιασμον: Ο Θεός σε αγαπά. Πώς εΐ-ναι δυνατόν να είσαι τόσο άκαρδος και να μην πιστεύεις σε Αυτόν; Ε-πομένως, ο Θεός υπάρχει.
7b επιχείρημα για το ωραίο
Ένας άλλος χαρακτήρας από την προαναφερθεΐσα ιστορία τού Aldous Huxley απέδειξε την ύπαρξη του Θεού παίζοντας στο γραμμόφωνο το κουαρ-τέτο εγχόρδων No 15 σε λα ελάσσονα του Μπετόβεν (το heiliger Dank-gesang). Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, τούτο το επιχείρημα είναι πολύ δημοφιλές πράγματι. Δεν θυμάμαι πλέον πόσες φορές μού έχουν απευθύ-νει —με λιγότερο ή περισσότερο προκλητικό τρόπο— την ερώτηση: «Και τότε πώς εξηγείτε το φαινόμενο Σαίξπηρ;» (ή αντικαταστήστε με: Σού-μπερτ, Μιχαήλ'Αγγελο και τόσους άλλους, ανάλογα με το γούστο σας). Δεν χρειάζεται να πω περισσότερο για το εν λόγω επιχείρημα. Πάντως, η λογι-κή του ποτέ δεν εκτίθεται με σαφήνεια, και όσο το σκέτπεται κανείς τόσο περισσότερο κενό το βρίσκει. Τα όψιμα κουαρτέτα τού Μπετόβεν είναι ο-μολογουμένως θεσπέσια. To ίδιο βέβαια και τα σονέτα τού Σαίξπηρ. Είναι θεσπέσια, είτε υπάρχει Θεός είτε δεν υπάρχει. Δεν αποδεικνύουν την ύ-παρξή Του• ατιοδεικνύουν απλώς την ύτιαρξη του Μπετόβεν και του Σαίξ-πηρ. Λέγεται μάλιστα πως ένας μεγάλος μαέστρος είιιε κάποτε: «Αν μπο-ρείς να ακούσεις Μότσαρτ, τι ανάγκη έχεις τον Θεό;».
Κάποτε είχα προσκληθεί στη βρετανική ραδιοφωνική εκπομπή Desert Island Discs (Δίσκοι του ερημονησιού), όπου διαλέγεις τους οκτώ δίσκους που θα ήθελες να έχεις μαζί σου αν επρόκειτο να ναυαγήσεις σε ένα ερη-μονήσι. Μεταξύ άλλων επέλεξα και το Mache dich, mein Herze, rein, ατιό τα Κατά Ματθαίον Πάθη τού Μπαχ. Ο συνομιλητής μου δεν μπορούσε να κα-ταλάβει πώς ήταν δυνατόν να επιλέγω θρησκευτική μουσική όντας άθεος. Με την ΐδια λογχκή τότε, μπορεί κάποιος να πει: μα πώς γίνεται να σου α-
110

ρέσουν τα Ανεμοδαρμένα vxpn ενώ γνωρίζεις πολύ καλά ότι η Κάθυ και ο Χήθκλιφ δεν υπήρξαν ποτέ;
Θα μπορούσα όμως να είχα θίξει ένα ετηπλέον ζήτημα, το οτιοίο πρέπει να τίθεται κάθε φορά που αποδίδεται στην πίστη η ύπαρξη, λόγου χάριν, της Καπέλα Σιστΐνα ή του Εναγγελισμον της Θεοτόκον τού Ραφαήλ. Ακόμη και οι μεγάλοι καλλιτέχνες πρέπει να κερδίσουν το ψωμί τους, και επο-μένως θα αναλάβουν όσες παραγγελχ'ες μπορούν. Δεν έχω λόγους να αμφι-σβητώ ότι ο Ραφαήλ και ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν χριστιανοί —εξάλλου αποτελούσε μάλλον τη μοναδική επιλογή στην εποχή τους—, αλλά το γε-γονός αυτό είναι σχεδόν συμπτωματικό. Χάρη στην τεράστια ττεριουσία της, η Εκκλησία ανέλαβε τη χορηγία πολλών έργων τέχνης κατά την Ανα-γέννηση. Εάν η ιστορΐα είχε εξελχχθεί διαφορετικά, και ο Μιχαήλ Άγγελος είχε αναλάβει την τιαραγγελία να κοσμήσεχ την οροφή κάποιου γιγαντιαίου Μουσείου Επιστήμης, δεν θα είχε πιθανότατα δημιουργήσει κάτι εξίσου, τουλάχιστον, εμπνευσμένο, όσο και η Καπέλα Σιστίνα; Τι θλιβερό που δεν θα ακούσουμε ποτέ τη Σνμφωνία τον Μεσοξωικον τού Μπετόβεν, ή την όπε-ρα To όιαστελλόμενο Σνμπαν τού Μότσαρτ. Και τι κρίμα που στερηθήκαμε το Ορατόριο της εξέλιξης του Χάιντν —αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να απο-λαμβάνουμε τη Αημιονργία του. Γιο να προσεγγίσουμε το επχχείρημα από την άλλη πλευρά, τι θα γινόταν αν —όπως μου λέει η γυναίκα μου και με κάνει να ανατριχιάζω— ο Σαίξπηρ ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται με παραγγελίες από την Εκκλησία; Θα είχαμε οπωσδήποτε χάσει τον Άμλετ, τον Βασιλιά Ληρ και τον Μάκβεθ. Και τι θα είχαμε κερδίσει στη θέση τους; Κάτι από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα; Συνεχίστε να ονειρεύε-στε, λοιπόν.
Αν ιτπάρχει κάποιο λογικό επιχείρημα που να συνδέει την νπιαρξη της υψηλής τέχνης με την ιίπαρξη του Θεού, οι υποστηρικτές αυτής της άπο-φης δεν το διατυπώνουν ρητά. To θεωρούν αυταιιόδεικτο, πράγμα φυσικά λανθασμένο πέρα για πέρα.Ίσως θα έτιρειιε να το θεωρήσουμε ως μία ακό-μα εκδοχή του επιχειρήματος εκ του σχεδίου: ο μουσικός εγκέφαλος του Σούμπερτ αποτελεί θαύμα απιθανότητας, με πολύ μικρότερη πιθανότητα αυθόρμητης ανάδσσης απ' όση ο οφθαλμός των σπονδυλωτών.Ή πιο πεζά, ίσως με τούτο εκφράζεται ένα είδος φθόνου της μεγαλοφυΐας: Πώς τολμά ένα άλλο ανθρώπινο ον να δημιουργεί τόσο όμορφη μουσική/ποίηση/τέχνη, ενώ εγώ δεν μπορώ; Άρα πρέπει να είναι ο Θεός που τα δημιουργεί.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
111
To επιχείρημα της προσωπικής «εμπειρίας»
Ένας από τους πιο έξυπνους και ώριμους συμφοιτητές μου, ο οποίος ήταν πολύ βαθιά θρησκευόμενος, είχε πάει κάποτε για κάμπινγκ στα νησιά της Ιρλανδικής Θάλασσας. Τα μεσάνυχτα, εκείνος και η κοπέλα του ξύπνησαν από τη φωνή του διαβόλου —του ίδιου του ΣατανάΙ Ο φίλος μου δεν μπό-ρεσε ποτέ να ξεχάσει εκείνη την τρομακτική εμπειρία, η οποία υπήρξε ένας από τους παράγοντες που τον οδήγησαν να ακολουθήσει τον μονασπ-κό βίο. Ως νέος, είχα εντυπωσιαστεί από την ιστορία του, και αργότερα την αφηγήθηκα σε μια παρέα ζωολόγων που τα έπιναν σε κάποια παμπ της Οξφόρδης. Δύο ατιό αυτούς έτυχε να είναι ϊΐεπειραμένοι ορνιθολόγοι, και ξεκαρδίστηκαν οτα γέλια. «Μύχος!», φώναξαν μαζί. Ο ένας προσέθεσε ότχ οι στριγγλχές και τα κακαρίσματα αυτού του πτηνού είναι ο λόγος που σε διάφορα μέρη του κόσμου τού έχει δοθεί το προσωνύμιο «πουλί του διαβό-λου».
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό επειδή νομίξουν ότι έχουν δει κάποιο όραμά του —ή έναν άγγελο ή μια Παρθένο ντυμένη στα γαλάζια— με τα ίδια τους τα μάτια. Ή επειδή άκουσαν τη φωνή του. Αυτό το επιχεί-ρημα προσωπικής εμπειρίας είναι το πεχστχκότερο για όσους ισχυρίζονται ότι εΐχαν παρόμοια εμπειρία, αλλά το λιγότερο πειστικό για οποιονδήηοτε άλλον —πόσω μάλλον για όποιον έχει αρκετές γνώσεις ψυχολογίας.
Λέτε ότι είχατε άμεση εμπειρία του Θεού; Ε, λοιπόν, μερικοΐ άνθρωποι λένε ότι βίωσαν την εμπειρία ενός ροζ ελέφαντα, αλλά αυτό πιθανότατα δεν σας εντυπωσιάξει. Ο Peter Sutcliffe, ο αντεροβγαλτης τού Γιόρκσαϊρ, άκουγε πολύ καθαρά τον Ιησού να του λέει να σκοτώσει γυναίκες, και φυ-λακίστηκε ισόβια. Ο Τζορτζ Μπους λέει ότι ο Θεός τού είπε να εισβάλει στο Ιράκ (τι κρίμα που δεν προσφέρθηκε να του αποκαλύψει και ότι δεν υπήρχαν εκεί όπλα μαζικής καταστροφής). Πολλοί τρόφιμοι ασύλων νομί-ζουν ότι είναι ο Ναπολέοντας ή ο Τσάρλι Τσάπλιν, ή ότι όλος ο κόσμος συ-νωμοτεί εναντίον τους, ή ότι μηορούν να μεταδίδοΐΑ^ τη σκέψη τους σε άλ-λους ανθρώπους. Δεν τους κακοκαρδίζουμε, αλλά ούτε βέβαια παίρνουμε στα σοβαρά τις ένδοθεν εξ αποκαλχίψεως πεποιθήσεις τους, κυρίως επειδή ελάχιστοι άλλοι τις συμμερίζονται. Οι θρησκευτικές εμπεχρίες διαφέρουν μόνο κατά το ότι όσοι ισχυρίζονται πως τις έχουν βιώσει είναι πολυάριθμοι. Δεν θα χαρακτηρίζατε λοιπόν υπερβολικά κυνικό τον Sam Harris όταν έ-γραφε, στο The End of Faith (To τέλος της πίστης):
Έχουμε διάφορες ονομασίες για τους ανθρώπους οι οποΐοι τρέφουν πολλές πεποιθήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει λογική αιτιολόγηση. Όταν οι πεποιθήσεις τους είναχ ιδιαΐτερα συνήθεις, τους αποκαλούμε
112

«θρήσκους»• αλλιώς, είναι ττολύ πιθανό να ονομαστούν «τρελοΐ», «ψυ-χωτικοί» ή «παραληρηματικοί» [...]. Προφανώς, η ψυχική υγεχ'α καθο-ρίζεταχ από τους αριθμούς. Κχ όμως, αποτελεί απλώς ιστορική συγκυ-ρία το ότι σπς κοινωνίες μας θεωρείται φυσιολογικό να πιστεύεις πως ο Δημιουργός του Σύμπαντος μπορεί να ακούσει τις σκέψεις σου, ενώ αντιθέτως θεωρείται ψυχική ασθένεχα το να πιστεύεις ότι επικοινωνεί μαξί σου με κώδικα Μορς, ρίχνοντας ρυθμικά τις σταγόνες της βροχής ΟΙΟ παράθυρο του υπνοδωματίου σου. Και έτσι, ενώ οι θρησκευόμενοι άνθρωποι δεν είναι εν γένει τρελοί, οτιωσδήποτε είναι τρελές οι βασι-κές πεποιθήσεις τους.
Θα επανέλθω οτο ζήτημα των ψευδαισθήσεων στο Κεφάλαιο 10.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος «τρέχει» ένα ιιρώτης τάξεως «λογισμικό rrpo-σομοίωσης». Επειδή τα μάτια μας δεν του προσφέρουν πιστές φωτογρα-φίες του εξωτερικού κόσμου ούτε μια ακριβή κινηματογράφηση των όσων συμβαίνουν στην πορεία του χρόνου, κατασκευάζεχ μόνος του ένα συνεχώς ανανεούμενο μοντέλο —ανανεούμενο μεν, με κωδικοποιημένους παλμούς που διατρέχουν συνεχώς το οπτικό νεύρο, αλλά όμως κατασκευασμένο. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο σπς οπτικές πλάνες.47 Μια μεγάλη κατηγορία από τέτοιες πλάνες, χαρακτηριστικό παράδεχγμα των οποίων αποτελεί ο κύβος τού Necker, προκύπτουν επειδή τα αισθητηριακά δεδομένα που προσλαμ-βάνει ο εγκέφαλος είναι σιηαβατά με δύο διαφορετχκά μοντέλα της πραγ-ματικότητας. Ο εγκέφαλος, μη διαθέτοντας κάποια βάση για να επιλέξει, παλινδρομεί μεταξύ των δύο, και έτσι κχνούμαστε συνεχώς από το ένα εσω-τερικό μοντέλο στο άλλο. Η εικόνα που βλέπουμε φαίνεται κυριολεκτικά να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη.
To λογισμχκό προσομοίωσης του εγκεφάλου προσφέρεταχ κυρίως για την κατασκευή προσώπων και φωνών. Πάνω στο περβάζι μου έχω μια πλασπ-κή μασκα τού Αϊνστάιν. Από την μπροστινή πλευρά της φαίνεται, φυσικά, σαν ένα στερεό, τρισδιάστατο πρόσωπο. To καταπληκτικό όμως είναι ότι, όταν την κοιταζεις από την πίσω —την κοίλη— πλευρά της, η μάσκα δίνει πάλι την εντύπωση τρισδιάστατου προσώπου, πράγμα πολύ παράξενο. Κα-θώς κινείσαι γύρω της, το πρόσωπο μοιάζει να σε ακολουθεί —όχι με τον ανεπαίσθητο και αφύσχκο τρόπο με τον οποίο λέγεται ότι σε ακολουθούν τα μάτια τής Μόνα Λίζα. Η κοίλη μάσκα πραγματικά, αληθινά φαίνεται να κινείται. Όσοι δεν έχουν βιώσει άλλοτε αυτή την οπτική απάτη σαστίζουν από έκπληξη. Αν μάλιστα η μάσκα τοποθετηθεί πάνω σε μια αργά περχ-στρεφόμενη βάση, τότε δίνει την αίσθηση ότι στρέφεται κατά τη σωστή φορά όταν αντικρίζουμε την κυρτή όψη της, αλλά κατά την αντίθετη φορά όταν βλέπουμε την κοίλη επιφάνειά της. Έτσι, όταν παρακολουθούμε τη
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY ΘΕΟΥ
113
μετάβαση από τη μία όψη στην άλλη, τότε η πλευρά που εμφανχ'ζεταχ φαί-νεται σαν να «τρώει» την άλλη ιτλευρά. Πρόκειταχ για μια καταπληκτχκή αισθητηρχακή πλάνη, καχ αξίζεχ να μπεΐτε στον κόπο να τη δείτε. Μερικές φορές, ακόμη κι αν πλησιάσετε ττολύ κοντά στην κοίλη ιτλευρά, δεν θα κα-ταφέρετε να διακρίνετε ότι είναι «πραγματχκά» κοίλη. Αλλά και μόλις τη δείτε, ξαφνικά συμβαίνει πάλχ μια μετάβαση, η οποία ενδέχεται να είναι α-νπστρετττή.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν υπάρχει κανένα τέχνασμα στην κατασκευή της μάσκας. To φαινόμενο μπορεχ' να παραχθεί με οποιαδήποτε κοίλη μάσκα. Η ταχυδακτυλουργία βρίσκεται μόνο μέσα στον εγκέφαλο του θεατή. To εσω-τερικό λογισμικό προσομοίωσης προσλαμβάνει δεδομένα που υποδηλώ-νουν την παρουσία ενός προσώπου —ίσως τίποτε περισσότερο από δύο μάτια, μια μύτη και ένα στόμα περίπου στις σωστές θέσεχς τους. Αφού λά-βεχ αυτά τα αδρό ίχνη, ο εγκέφαλος επιτελεί όλα τα υττόλοιπα. To λογχσμι-κό προσομοίωσης προσώπων αναλαμβάνει αμέσως δράση και κατασκευ-άζει ένα στερεό μοντέλο προσώπου, μολονότι η πραγματικότητα που έχει παρουσιαστεί στα μάτια είναι εκείνη ενός κοίλου προσωπείου. Η ψευδαί-σθηση της περιστροφής κατά την αντχθετη φορά προκχίιττεχ καθότχ (εχ'ναχ αρκετά δύσκολο, αλλά θα το καταλάβετε αν το σκεφθεχ'τε προσεκτχκά) η εν λόγω περιστροφή αιιοτελει τον μόνο λογχκό τρόπο ερμηνείας των οπτικών δεδομένων όταν περχστρέφεται μχα κοχλη μάσκα, αλλά εμεχ'ς αντχλαμβανό-μαστε μχα στερεά μάσκα.48 Μοιάζεχ με την οφθαλμαπάτη τιου προκαλεχ' ο ττεριοτρεφόμενος δίσκος ενός ραντάρ, την οποία αντιλαμβανόμαστε μερι-κές φορές στα αεροδρόμχα. Έως ότου ο εγκέφαλος επχσχρέψεχ στο σωστό μοντέλο για το δίσκο τού ραντάρ, εκείνο το οποχ'ο βλέπουμε εχ'ναχ ένα ε-σφαλμένο μοντέλο του που περχστρέφεταχ κατά την αντχ'θετη φορά με πολύ παράξενο τρόπο.
Τα αναφέρω όλα αυτά μόνο καχ μόνο γχα να δεχ'ξω τχς τεράστχες δυνατό-τητες του λογχσμικού προσομοίωσης του εγκεφάλου. Εχναχ ικανό να κα-τασκευάσει «οράματα» και «παρουσίες» με τη μεγαλύτερη δυνατή αλη-θοφάνεια. Για ένα λογχσμικό τέτοχων δυνατοτήτων, η προσομοχωση ενός φαντάσματος ή ενός αγγέλου ή της Παρθένου Μαρίας αποδεχκνύεταχ πα-νεύκολη χτπόθεση. Τα χ'δχα χσχύοχ/ν καχ όσον αφορά την ακοή. Όταν ακοιίμε έναν ήχο, αυτός δεν μεταβχβάζεταχ πχστά μέσω του ακουστχκού νεύρου, οιπ:ε αναμεταδίδεταχ στον εγκέφαλο σαν από κάποχο ηχοσύστημα υψη-λής πχστότητας. Όπως και στην περχ'πτωση της όρασης, ο εγκέφαλος κα-τασκευάζεχ ένα ηχητχκό μοντέλο, βασχζόμενος σε συνεχώς ανανεούμενα α-κουστχκά δεδομένα. Γχα αχηό το λόγο ακούμε το σάλπχσμα της τρομπέτας ως μχ'α καχ μοναδχκή νότα, καχ όχι ως τη συνχσταμένη απλών αρμονχκών η οποία ιτροσδχ'δεχ στον ήχο τη μεταλλχιαί χροχά του. Στο κλαρχνέτο η χ'δχα
114
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
νότα ηχεί «ξύλχνη», ενώ στο όμποε ακούγεται «στριγγή», λόγω διαφορετι-κών μείξεων αρμονικών. Αν χειριστείτε προσεκτικά ένα συνθεσάιξερ ώστε να απομονώσετε τις ξεχωρχστές αρμονικές τη μία μετα την άλλη, ο εγκέφα-λος θα τις ακούσει για ένα σύντομο διάστημα ως συνδυασμό απλών τόνων, έως ότου το λογισμικό προσομοίωσής του «μπει οτο νόημα», καχ στο εξής θα έχετε την εμπειρία μΐας και μοναδικής νότας από τρομπέτα, όμποε ή όποιο άλλο όργανο. Τα φωνήεντα καχ τα σύμφωνα της ομιλίας κατασκευάζονται στον εγκέφαλο με τον ίδιο περίπου τρόπο, ενώ παρομοίως, σε ένα άλλο ε-πίπεδο, κατασκευάξονται τα υψηλότερης τάξεως φωνήματα και λέξεις.
Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, άκουσα ένα φάντασμα: μχα μουρμουριστή α-ντρική φωνή, σαν να απήγγελλε ή να προσευχόταν. Σχεδόν μπορούσα, αλ-λά όχι εντελώς καθαρά, να ξεχωρΐσω τις λέξεις, οι οποίες ηχούσαν με σο-βαρό, αυστηρό τόνο. Μου εΐχαν αφηγηθεί χστορίες για κριπιτες ιερέων* σε παλαιά σπίτια, και είχα φοβηθεί. Σηκώθηκα όμως από το κρεβάτι μου και πήγα ώς την πηγή του ήχου. Καθώς πλησίαζα, γινόταν όλο και δυνατότε-ρος ώσπου ξαφνικά «μεταστράφηκε» εντελώς μέσα στο κεφάλι μου. Τώρα βρισκόμοΐΛ' αρκετά κοντά για να δχαπιστώσω περί τίνος επρόκειτο στην πραγματικότητα: Ο άνεμος, περνώντας μέσα από την κλειδαρότρυπα, δη-μιουργούσε ήχους τους οποίους είχε χρησιμοποιήσει ο εγκέφαλός μου γχα να κατασκευάσει ένα μοντέλο αντρικής φωνής, και μάλιστα με τόνο σοβα-ρό. Αν ήμουν περισσότερο υποβόλιμος, ενδεχομένως θα είχα «ακούσει» όχι μόνο ακατανόητες ομιλίες αλλά και συγκεκριμένες λέξεις και προτάσεις. Αν μάλιστα είχα λάβει και θρησκευτική ανατροφή, αναρωτιέμαι τι άραγε θα μου είχε διηγηθεί ο άνεμος.
Μια άλλη φορά, όταν ήμουν περΐπου στην ίδια ηλικία, είδα ένα γιγαντι-αίο, στρογγυλό πρόσωπο να με κοιτάζει, με μοχθηρία, μέσα από το παρά-θυρο ενός κατά τα άλλα συνηθισμένου σπιτιού σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό. Πλησίασα δεχλά, ώσπου έψτασα αρκετά κοντά για να δω τχ ήταν στην πραγματικότητα: οι πτυχώσεις της κουρτίνας δημιουργούσαν ένα α-σαφές σχήμα, σαν πρόσωπο. To ίδιο το πρόσωπο και η διαβολική όψη του είχαν κατασκευαοτεί από τον φοβισμένο παιδικό μου εγκέφαλο. Την 11η Σεπτεμβρίου 2001, πολλοί ευσεβείς άνθρωποι νόμισαν πως είδαν το πρό-σωπο του Σατανά μέσα στους καπνούς που έβγαιναν από τους Δίδυμους Πύργους —δεισιδαιμονία η οποία ενισχύθηκε από μχα φωτογραφία που δημοσιεύτηκε στο Διαδίκτυο και κυκλοφόρησε ευρύτατα.
* Ο συγγραφέας αναφέρεται σε μυστικούς χώρους που είχαν διαμορφωθεί μέσα σε σπί-τια, για να κρύβονται οι καθολικοί κληρικοι' οι οποίοι συνέχιζαν το έργο τους όταν ο κα-θολικισμός τελούσε υπό διωγμό στην Αγγλία. (Σ.τ.μ.)
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΗΗΣ TOY θΕΟΥ 115
Στην κατασκευή μοντέλων είναι άριστος ο ανθρώπινος εγκέφαλος.Όταν κοιμόμαστε, το μοντέλο ονομάζεται «όνειρο»• όταν είμαστε ξύπνιοχ, λέγε-ται φαντασία ή, αν πρόκειται για ιδιαίτερα ζωηρή παράσταση, ψευδαίσθη-ση.Όιτως θα δούμε οτο Κεφάλαιο 10, κάττοια παιδιά βλέιτουν καθαρά τους «φαντασακούς φΐλους» τους, ακριβώς σαν να ήταν πραγματικοί. Αν είμα-στε εύπιστοι, τότε δεν αναγνωρίζουμε την ψευδαίσθηση ή τα έντονα όνει-ρα ως τέτοια, και ισχυριζόμαστε ότι είδαμε ή ακούσαμε κάποιο φάντασμα• ή έναν άγγελο• ή τον Θεό• ή —ειδικά αν ουμβαίνει να είμαστε νεαρής ηλι-κίας, γυναίκες και καθολικές— την Παρθένο Μαρία. Αυτά τα οράματα και τα «φανερώματα» σίγουρα δεν συνιστούν βάσιμους λόγους για να πιστεύει κανείς ότι τα φαντάσματα ή οι άγγελοι, οι θεοί ή οι παρθένοι υτιάρχουν και στην πραγματικότητα.
Εκ πρώτης όψεως, μαζικά οράματα —όπως εκείνο στη Φάτιμα της Πορ-τογαλίας το 1917, όπου 70.000 προσκυνητές είδαν τον Ήλιο να «αποκολ-λάται από τον ουρανό και να κατρακυλά πάνω στο πλήθος»49— είναι πιο δύσκολο να αγνοηθούν. Δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς εύκολα πώς τόσοι άνθρωποι είχαν την ίδια ψευδαίσθηση. Αλλά είναι ακόμη δυσκολότερο να δεχτούμε ότι το εν λόγω γεγονός όντως συνέβη, χωρίς να το δει ολόκληρη η υπόλοιπη υφήλιος —και όχι μόνο να το δει, αλλά και να βιώσει τον κα-ταστροφικό αφανισμό ολόκληρου του ηλιακού συστήματος, καθώς και ε-πιταχύνσεις ικανές να εξακοντίσουν τους πάντες στο Διάστημα. Αναηό-φευκτο έρχεται στο νου μου η λογική δοκιμασία που πρότεινε ο Ντέιβιντ Χιουμ σχετικά με τα θαύματα: «Καμία μαρτυρία δεν επαρκεί για να εξακρι-βωθεί η ύπαρξη θαύματος, εκτός εάν η μαρτυρία είναι τέτοια ώστε η διά-ψευσή της να αποτελεί ακόμη μεγαλιίτερο θαύμα από το γεγονός που η ίδια αηοπεχράται να καθιερώσει».
Ίσως να φαίνεται απίθανο ότι 70.000 άνθρωποι έπαθαν ταυτόχρονα τια-ραλήρημα, ή ότι συνωμότησαν και ψεύδονταν μαζικώς- ή ότι πρόκειται για ιστορική ανακρίβεια το ότι τόσοι άνθρωποι ισχυρίστηκαν πως είδαν τον Ήλιο να χορεύει• ή ότι όλοι είδαν ταυτόχρονα έναν αντικατοπτρισμό επει-δή είχαν πειστεί να κοιτάζουν επί ώρα τον Ήλιο κατάματα, πράγμα που μάλλον έβλαψε την όρασή τους. Εντούτοις, καθεμία από τούτες τις φαινο-μενικά ελάχιοτα πιθανές εξηγήσεις είναι πολύ περισσότερο πιθανή από την εναλλακτική: ότι η Γη ξαφνικά αποσπάστηκε βίαια από την τροχιά της, και το ηλιακό σύστημα καταστράφηκε, χωρίς να το αντιληφθεί κανένας άλλος στον κόσμο ολόκληρο έξω από τη Φάτιμα. Ε, η Πορτογαλία δεν είναι δα και τόσο απομονωμένη χώρα!
Αρκετά όμως είπαμε για τις προσωτπκές «εμπειρίες» θεών ή άλλων θρη-σκευτικών φαινομένων. Αν είχατε ποτέ μια προσωπική εμπειρία τέτοιου είδους, ίσως να πιστεύετε βαθιά ότι ήταν πραγματική. Μην περιμένετε
116

όμως ότι οι υπόλοιποι θα δώσουμε βάση σε ό,τι λέτε, ειδικά μάλχστα αν γνωρίζουμε έστω καχ λίγα πράγματα για τον εγκέφαλο καχ τχς αξχοθαύμα-στες λειτουργίες του.
To επιχείρημα αττό τις Γραφές
Ακόμη καχ σήμερα κάποιοι άνθρωποι πεχ'θονται να πιστέψουν στον Θεό από τις ενδείξεις που προσφέρουν οι Γραφές.Ένα σύνηθες επιχείρημα, που % μεταξύ άλλων αποδχδεταχ και στον C.S. Lewis* (ο οποίος θα έπρεπε να προσέχει τι λέεχ), ορίζει ότι, εφόσον ο Ιησούς ισχυρίστηκε πως εχ'ναχ Υιός του Θεού, τότε πρέτιει είτε να είχε δίκιο είτε να ήταν παράφρων είτε να έ-λεγε ψέματα: «τρελός, ψεύτης ή Θεός». Καταρχάς, ελάχιστα ιστορχκά στοι-χεία επιβεβαιώνουν ότι ο Ιησούς όντως ισχυρίστηκε ιτως είχε θε'χ'κή υπό-σταση. Αλλά ακόμη κι αν υπήρχαν χσχυρά αποδεικτικά στοιχεία επ' αυτού, το εν λόγω τρίλημμα θα εξακολουθούσε να παραμένει γελοιωδώς ανεπαρ-κές. Μια τέταρτη πιθανή εξήγηση, σχεδόν υπερβολικά προφανής για να χρειάζεται καν αναφορά, είναι ότι ο Ιησούς απλά έκανε λάθος. Πολλοί άν-θρωποι κάνουν λάθη. Εν πάση τιεριπτώσει όμως, όπως ανέφερα ήδη, δεν υπάρχουν ισχυρά ιστορικά στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι ο ίδιος θεω-ρούσε την προέλευσή του θεϊκή.
To γεγονός ότι κάτι είναι απλώς καταγεγραμμένο αποτελεί πειστικό επχ-χείρημα για ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει να διατυπώνουν ερωτή-σεις όπως: «Ποιος TO έγραψε, και πότε;», «Πώς ήξεραν τι να γράψουν;», «Ά-ραγε εκείνοχ, γράφοντας στην εποχή τους, εννοούν πράγματι αυτό που εμείς, στην εποχή μας, καταλαβαίνουμε;», «Ήταν άραγε αμερόληπτοι πα-ρατηρητές, ή μήπως είχαν απώτερους στόχους οι οποίοι επηρέαζαν τη γραφή τους;». Από τον 19ο αιώνα ήδη, οχ εργασΐες εμβριθών θεολόγων έ-χουν τεκμηριώσει την άποψη ότι τα Εναγγέλια δεν συνιστούν αξιόπιστες καταγραφές όσων συνέβησαν πραγματικά. Όλα γράφτηκαν πολύ αργότερα από TO θάνατο του Ιησού, και επίσης μετα τις Επιστολές του Παύλου, οχ ο-ποίες δεν αναφέρουν σχεδόν κανένα από τα δήθεν γεγονότα της ζωής του Ιησού. Κατόπιν, όλα αντιγράφηκαν και ξαναανπγράφηκαν, μέσω μχας δια-δχκασίας που θυμΐζεχ το παιχνίδχ «χαλασμένο τηλέφωνο» (βλ. Κεφάλαιο 5), από αντιγραφεΐς οι οποίοι όχι μόνο δεν ήταν αλάνθαστοχ, αλλά εχ'χαν καχ τχς δχκές τους θρησκευτχκές προτεραχότητες.
* Ο C.S. Lewis (1898-1963) ήταν καθηγητής στην Οξφόρδη και το Καίμπριτζ, στενός φί-λος τού J.R.R. Tolkien. Υπήρξε άθεος, αλλά αργότερα προσηλυτι'στηκε. Έγραψε μια σει-ρά αλληγορικών βιβλίων γνωσχά ως Τα χρονικά τής Napvta. (Σ.τ.μ.)
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡ3ΗΣ TOY θΕΟΥ
117
Ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι απώτεροι θρησκευτι-κοί στόχοι χρωματίζουν τα γεγονότα είναι η τρυφερή ιστορία της γέννησης του Ιησού στη Βηθλεέμ καχ της ακόλουθης σφαγής των αθώων νηπίων από τον Ηρώδη. Όταν γράφτηκαν τα Εναγγέλια, ττολλα χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού, κανένας δεν γνώριζε τον τόπο της γέννησής του. Μια προφη-τεία όμως της Παλαιάς Διαθήκης (Μιχαίας, 5:2) είχε κάνει τους Εβραίους να προσδοκούν ότι ο προ πολλού αναμενόμενος Μεσσίας θα γεννιόταν στη Βηθλεέμ. Εν όψει αυτής της προφητείας, ο Ιωάννης αναφέρει σαφώς στο Εναγγέλιό του ότι οι πιστοί είχαν εκπλαγεί που ο Μεσσίας δεν είχε γεννηθεί στη Βηθλεέμ: «Κάποιοι έλεγαν: "Αυτός εΐναι ο Μεσσίας". Ενώ άλλοι έλεγαν: "Ο Μεσσίας θα έρθει από τη Γαλιλαία; Οι Γραφές δεν εχπαν ότι ο Μεσσίας θα προέρχεται από τους απογόνους τού Δαβίδ, και θα γεννηθεί στη Βηθλε-έμ, τον τόπο καταγωγής τού Δαβίδ;"».
Ο Ματθαίος και ο Λουκάς χειρίζονται το πρόβλημα διαφορετικά, απο-φασίζοντας ότχ ο Ιησούς έπρεπε να είχε γεννηθεί στη Βηθλεέμ. Τον οδη-γούν όμως εκεί σπό διαφορετικές διαδρομές. Ο Ματθαίος τοποθετεί εξαρ-χής τη Μαρία και τον Ιωσήφ στη Βηθλεέμ, ενώ μετακομίζουν crtn Ναζαρέτ πολύ καιρό μετά τη γέννηση του Ιησού, επιστρέφοντας από την Αίγυτττο όπου είχαν καταφύγει για να γλιτώσουν από το βασιλιά Ηρώδη και τη σφα-γή των αθώων νηπΐων. Ο Λουκάς, αντιθέτως, αναφέρει ότι η Μαρία και ο Ιωσήφ ζούσαν στη Ναζαρέτ πριν γεννηθεί ο Ιησούς. Και για VQ τους πάει στη Βηθλεέμ την κρίσιμη στιγμή, ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία, γράφει ότχ, όταν ο Κυρήνιος ήταν έπαρχος της Συρίας, ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος διέταξε να γίνεχ απογραφή γχα φορολογικούς σκοπούς, οπότε όλοι έπρεπε να μεταβούν «στον τόπο της καταγωγής τους». Ο Ιωσήφ κατα-γόταν «από την οικογένεια και τη γενεά τού Δαβίδ», επομένως έπρεπε να απογραφεί «στην πόλη τού Δαβίδ, που ονομάζεται Βηθλεέμ». Φαινόταν κα-λή λύση. Ωοτόσο, από ιοτορική άποψη, όλα τούτα είναι εντελώς παράλογα, όπως έχουν (μεταξύ άλλων) επισημάνεχ ο Α.Ν. Wilson στο Jesus (Ιησούς) καχ ο Robin Lane Fox στο The Unauthorized Version (H ανεπίσημη εκδοχή). •tP Δαβίδ, εάν καν είχε υπάρξει, εΐχε ζήσει σχεδόν χίλια χρόνια πριν από τη Μαρία και τον Ιωσήφ. Γιατΐ στην ευχή θα απαιτούσαν οι Ρωμαίοι από τον Ιωσήφ να πάει στην πόλχι όπου εΐχε ζήσει ένας τόσο μακρινός του πρόγο-νος πριν από μία ολόκληρη χιλιετία; Είναι σαν να έπρεπε εγώ, λόγου χάριν, να αναφέρω σε ένα έντυπο απογραφής την Ασμπι ντε λα Ζους της Αγγλίας ως πόλη καταγωγής μου, εφόσον κατάφερνα να ανιχνεύσω το γενεαλογικό μου δέντρο έως και τον Seigneur de Dakeyne, ο οποίος είχε εγκαταοταθεί εκεί ακολουθώντας τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή.
Επνπλέον, ο Λουκάς αποδεχκνύεται φοβερά ανακριβής ως προς τχς χρο-νολογίες του, αναφερόμενος ανενδοίαστα σε γεγονότα τα onoia οι ιστορχ-
118

κοί μπορούν πλέον να ελέγξουν ανεξάρτητα. Πράγματι εγινε απογραφή επί Κυρήνιου, αλλά ήταν τοπική απογραφή, όχι διατεταγμένη από τον Αύγου-σιο για όλη την αυτοκρατορΐα, και μάλιστα διεξήχθη πολύ αργότερα —το 6 μ.Χ., δηλαδή πολύ μετά το θάνατο του Ηρώδη. Ο Lane Fox συμπεραίνει ότχ η «ιστορία του Λουκά είναι ιστορικώς αδύνατη και εσωτερικώς ασυνάρ-τητη», αλλά κατανοεί τη δύσκολη θέση του Λουκά και την ειιιθυμία του να εκπληρώσει την προφητεία του Μιχαία.
Στο τεύχος Δεκεμβρίου 2004 τού Free Inquiry, ο Tom Flynn, ετημελητής αυτού του εξαιρετικού περιοδικού, δημοσίευσε μια σειρά άρθρων που τεκ-μηριώνουν τις αντιφάσεις και τα χάσματα της προσφιλούς ιστορίας των Χριστουγέννων. Ο ίδιος ο Flynn καταγράφει τις ηολλές αντιφάσεις μεταξύ Ματθαίου και Λουκά, των μόνων από τους Ευαγγελιστές οι οποίοι ασχο-λούνται με τη γέννηση του Ιησού.50 Ο Robert Gillooly δείχνει πώς όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του θρύλου του Ιησού —όπως το άστρο τής Βηθλε-έμ, η γέννηση από παρθένο, η προσκύνηση των Μάγων, τα θαύματα, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ανάληψη— είναι δανεισμένα —μέχρι την τια-ραμικρή λειιτομέρεια— από άλλες αρχαχότερες θρησκείες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ο Flynn υποστηρίζει ότι η επιθυμία του Ματ-θαίου να εκπληρώσει τις μεσσιανικές προφητείες (καταγωγή ατιό τον Δα-βίδ, γέννηση στη Βηθλεέμ) για χάρη των ιουδαίων αναγνωστών του ήρθε σε πλήρη σύγκρουση με την ετιιθυμία του Λουκά να προσαρμόσει το χριστια-νισμό στα μέτρα των εθνικών αξιοποιώντας για αυτό το λόγο παραδοσιακά Βέματα των παγανχστικών ελΑηνιστικών θρησκειών (γέννηση από παρθένο, λατρεία από βασιλείς κ.λπ.). Οι αντιφάσεις που προκύιπουν είναι πασιφα-νέσιατες, αλλά οι πιστοί τχς παραβλέπουν συστηματικά.
Οι καλλιεργημένοι χριστιανοί δεν έχουν ανάγκη τον George Gershwin για να πειστούν ότι «τα πράγματα που πρόκειται να διαβάσεις στη Βίβλο δεν είναι απαραίτητα έτσι». Υπάρχουν όμως πολλοί αφελείς χριστιανοί οι οηοί-οι νομίζουν ότι τα πράγματα έχοΐΑ' απολύτως έτσι —και παίρνουν τη Βίβλο στα σοβαρά, ως κυριολεκτχκή και ακριβή καταγραφή της ιστορίας, και επο-μένως ως αποδεικτικό στοιχείο που υποστηρίζει τις θρησκευτικές τους ηε-ποιθήσεις. Αναρωτιέμαι αν αυτοί οι άνθρωποι ανοίγουν ποτέ το βιβλι'ο που κατά τη γνώμη τους καταγράφει την πάσα αλήθεια. Πώς συμβαίνει και δεν εντοπίξουν αυτές τις κραυγαλέες αντιφάσεις;Ένας ακριβολόγος, άραγε, δεν θα προβληματιζόταν από το γεγονός ότι ο Ματθαίος ανιχνεύει την καταγω-γή τού Ιωσήφ από το βαοτλιά Δαβίδ μέσω είκοσι οκτώ ενδιάμεσων γενεών, ενώ ο Λουκάς βρίσκει σαράντα μία τέτοιες γενεές; Καχ το χειρότερο, η επι-κάλυψη ονομάτων μεταξύ των δύο καταλόγων είναι σχεδόν μηδενχκή! Σε κάθε περίπτωση πάντως, εάν ο Ιησούς πράγματι γεννήθηκε από μια παρθέ-νο, η γενεαλογική σειρά τού Ιωσήφ είναι ασχετη με την όλη ιστορία, και
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΒΟΥ
119
δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, όσον αφορά τον Ιησού, για να εκπληρω-θεί η προφητεία της ΪΙαλαχάς Διαθήκης ότι ο Μεσσίας οφείλει να κατάγεται από τον Δαβίδ.
Ο Bart Ehrman, αμερικανός ερευνητής της Βίβλον, σε ένα βιβλίο του με υπότιτλο The Story Behind Who Changed the New Testament and Why (H ά-γνωστη ιστορία. Ποιος άλλαξε την Καινή Αιαθήκη και γιατί), εκθέτει την τε-ράστια αβεβαιότητα η οποία καλύπτει σαν ομίχλη τα κείμενα της Καινής Διαθήκης* Στηνεισαγωγή του βιβλίου, ο καθηγητής Ehrman περιγράφει με συγκινητικό τρόπο το ττροσωπικό του διδακτικό ταξίδι —πώς από δογμα-τικός τπσιός της Βιβλου έγινε βαθυστόχαοτος σκεπτικιστής—, ταξίδι στο ο-ΤΚΗ'Ο οδηγήθηκε από τη σταδιακή επχγνωση των σφαλμάτων των Γραφών. To σημαντικό μάλισια είναι ότι, καθώς ανερχόταν στην ιεραρχία των αμε-ρικανικών πανετπστημίων —από το κατώτατο σημείο της, το Βιβλικό Ινσπ-τούτο Moody, στο Κολέγιο Wheaton, το οποίο (αν και όχι πολύ υψηλότερα στην κλίμακα) δεν παύει να αποτελεί το πνευματικό λίκνο τού Billy Graham,** και έως τη Θεολογική Σχολή τού Πρίνστον—, τον προειδοποιού-σαν σε κάθε του βήμα ότι θα δυσκολευόταν να διατηρήσει τον δογματικό χριστιανισμό του καθώς θα ερχόταν ανπμέτωπος με τον επικίνδυνο προο-δευτισμό. Όντως έτσι έγινε —και εμείς, οι αναγνώστες του, αποκομίσαμε τα οφέλη. Άλλα αναζωογονητικά κχπ εικονοκλαστικά βιβλία κριτικής της Βίβλον είναι το The Unauthorized Version τού Robin Lane Fox που ανέφερα ήδη και το The Secular Bible: Why Nonbelievers Must Take Religion Seriously (H κοσμική Βίβλος. Γιατί οι άθρησκοι οφείλουν να πάρουν τη θρησκεία στα σοβαρά) του Jacques Berlinerblau.
Τα τέσσερα Εναγγέλια που τελχκά περιελήφθησαν στον επίσημο κανόνα επιλέχθηκαν, λίγο ή πολύ αυθαΐρετα, από ένα μεγαλύτερο δείγμα τουλάχι-στον δώδεκα βιβλίων, οτα οποία περιλαμβάνονται τα Εναγγέλια του Θωμά, του Πέτρου, του Νικοδήμου, του Φιλίππου, του Βαρθολομαίου και της Μαρίας Μαγδαληνής.51 Σε αυτά τα επιπλέον Εναγγέλια αναφερόταν ο Thomas Jefferson, σε μια επιστολή προς τον ανχψιό του:
* Αναφέρω τον υπότιτλο, διότι μόνο για αυτόν είμοι σι'γουρος. To αντίτυπο που διαθέ-τω έχει εκδοθεί από τον οίκο Continuum του Λονδίνου, με τον τίτλο Whose Word Is It? (Ποιου είναι ο Λόγος;). Τίποτα όμως σε αυτή την έκδοση δεν με βοηθά να διαπιστώσω αν πρόκειται για το ίδιο βιβλίο που εξέδωσε ο Harper τού Σαν Φρανσίσκο (το οποίο δεν έχω δει), με κύριο τίτλο Misquoting Jesus (Παραφράζοντας τον Ιησού). Υποθέτω ότι πρό-κειται για το ίδιο βιβλίο, αλλά γιατί κάνουν οι εκδοτικοί οι'κοι τέτοια πράγματα; ** Billy Graham (1918- ): γνωστός ευαγγελιστής που κήρυσσε με περιοδείες σε όλη την Αμερική. (Σ.τ.μ.)
120
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
Ξέχασα να σημειώσω, αναφερόμενος στην Καινή Διαθήκη, ότι πρέπει να διαβάσεις όλες τχς ιστορίες για τον Χριστό, όχχ μόνο των επονομαξό-μενων Ευαγγελιστών αλλά και εκείνων τους οποίους ένα συμβούλιο κληρικών αποκάλεσε για λογαριασμό μας ψευδοευαγγελιστές. Διότι τούτοι οι ψευδοευαγγελιστές διατείνονταν επίσης ότι ήταν τόσο θεό-•πνευστοι όσο και οι υπόλονποι, και χρειάζεται να κρίνεις τους ισχυρι-σμούς τους με τη δική σου λογική, και όχι με τη λογική εκείνων των κληρικών.
Ία Εναγγέλια που δεν περιλήφθηκαν στον κανόνα ίσως απορρίφθηκαν από εκείνους τους κληρικούς επειδή περιείχαν ιστορίες ακόμη mo ενοχλη-τικά αβάσιμες cm' ό,τι τα τέσσερα «κανονικά». To Εναγγέλιο του Θωμά, τια-ραδείγματος χάρχν, αναφέρει πολλά περιστατικά από την παιδική ηλικία του Ιησού, ο οποίος χρησιμοποιεί καταχρηστικά τις μαγικές του δυνάμεχς όπως θα έκανε ένα πειραχτήρι ξωτικό, μεταμορφώνοντας σκανδαλιάρικα τους φίλους του σε κατσίκια ή δίνοντας ζωή σε σπουργΐτκι από λάσπη ή βοηθώντας τον πατέρα του στο ξυλουργείο μακραίνοντας θαυματουργά μια σανίδα.* Πολλοί θα πουν ότι, ούτως ή άλλως, κανείς δεν πιστεύεχ τέτοιες ντπερβολικές ιστορΐες. Αλλά δεν υτιάρχουν ούτε περισσότεροι ούτε λιγότε-ροχ λόγοι για να πιστεύουμε τα τέσσερα κανονικά Εναγγέλια. 0\ αφηγήσεις τους ανήκουν επίσης στην κατηγορία των θρύλων, αμφισβητούμενες ως προς την ιστορική τους αλήΒεια όσο και οι χστορίες του Βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης.
* Ο Α.Ν. Wilson, οτο Jesus, αμφισβητεί την ιδέα ότι ο Ιωσήφ ήταν ξυλουργός. Η ελληνι-κή λέξη τέκτων πράγματι σημαίνει ξυλουργός, αλλά αποτελεί μετάφραση της αραμαϊκής λέξης naggar, η οποία επι'σης σήμαινε τον τεχνίτη ή τον μορφωμένο άνθρωπο. Τούτο α-ποτελεί μόνο ένα από τα αρκετά λάθη δημιουργικής μετάφρασης τα οποία μαστίζουν τη Βίβλο. To πιο γνωστό είναι η εσφαλμένη μεταφραση της εβραϊκής λέξης του Ησαΐα για τη νεαρή γυναίκα (almah) με την ελληνική λέξη παρθένος. Αν και πρόκειται για λάθος που μπορεί να γίνει εύκολα (σκεφθείτε τις αγγλικές λέξεις «υπηρέτρια» [maid] και «α-νύπαντρη γυναι'κα» [maiden] για να καταλάβετε πώς μπορεί να συνέβη), τούτο το μετα-φραστικό ολίσθημα επρόκειτο να διογκωθεί ανεξέλεγκτα και να παραγάγει όλη την ε-ξωφρενική ιστορία ότι η μητέρα του Ιησού ήταν παρθένος! To μόνο που μπορεί να συναγωνιστεί το εν λόγω λάθος ως κορυφαίο δείγμα δημιουργικής μετάφρασης όλων των εποχών αφορά και πάλι παρθένους. Ο Ibn Warraq έχει υποστηρίξει με άφθονη δόση ειρωνείας ότι, στην πασίγνωστη υπόσχεση για προσφορά εβδομήντα δύο παρθένων σε κάθε μουσουλμάνο μάρτυρα, η λέξη «παρθένοι» αποτελεί λανθασμένη απόδοση του «λευκές σταφίδες καθαρές σαν κρύσταλλο». Αν τούτο είχε γίνει ευρύτερα γνωστό, φα-ντάζεστε τιόσα αθώα Ούματα αποστολών αυτοκτονίας θα είχαν ίσως σωθεί; (Ibn Warraq, «Virgins? What virgins?» [Παρθένοι; Ποιες παρθένοι;], Free Inquiry, 26:1, 2006, σελ. 45-46).
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΕΗΣ TOY θΕΟΥ
121
Τα κοχνά στοιχεία των τεσσάρων κανονικών Εναγγελίων προέρχονται όλα σχεδόν από την ίδια πηγή: από το Εναγγέλιο του Μάρκου —ή από κάποχο χαμένο έργο, του οποίου η αρχαχότερη σωζόμενη παραλλαγή είναι το Εναγ-γέλιο του Μάρκου. Κανένας δεν γνωρίζει ιιοιοι ακριβώς ήταν οι τέσσερις Ευαγγελιστές, αλλά θεωρεχ'ταχ σχεδόν βέβαιο ότχ δεν γνώρισαν ποτέ προ-σωτπκά τον Ιησού. Τα περισσόχερα από τα γραιτυά τους δεν αντχπροσωπεύ-ουν κατά κανέναν τρόπο μια φιλότιμη προσπάθεχα καταγραφής ιοτορικών γεγονότων, αλλά αντχθετα αποτελούν απλές αναδιατυττώσεις της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς οι Ευαγγελιοτές είχαν απόλυτα πεχστεί ότι η ζωή του Ιη-σού έπρετιε να εκπληρώσει τχς προφητεχ'ες της Παλαιάς Διαθήκης. Μάλχστα, θα μπορούσε να προβληθεχ' η χσχυρή —μολονότχ όχχ ευρέως αποδεκτή— υττόθεση ότχ ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, όπως έχεχ μεταξύ άλλων υποστη-ρχ'ξεχ καχ ο καθηγητής G.A. Wells του ΠανετπστημχΌυ του Λονδίνου, σε μχα σειρά βιβλίων του, οχψπερχλαμβανομένου τού Did Jesus exist? (Υπήρξε ο I-ησούς;).
Μολονότχ ο Ιησούς πχθανόν υπήρξε, οχ έγκρχτοχ μελετητές της Βίβλον κατά κανόνα δεν θεωροχίν την Καινή Διαθήκη (καχ προφανώς οιίτε την Πα-"Καιά Διαθήκή) ως αξχότιχστη καταγραφή των χστορχκών γεγονότων, οπότε δεν πρόκεχταχ να εξετάσω ττεραχτερω αν η Βίβλος αποτελεί αποδεικτικό στοχ-χείο χίπαρξης οποχασδήποτε θεότητας. Όπως δχορατχκά έλεγε καχ ο Thomas Jefferson, όταν έγραφε στον χτροκάτοχό του John Adams: «Θα έρθεχ κάποτε η ημέρα όπου η μυστχκχστχιαί γέννηση του Ιησού, από το Ανώτατο Ον, τον Πατέρα Του, μέσα οτη μήτρα μχας Παρθένου, θα κατατάσσεταχ μαζχ' με το μύθο της γέννησης της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία».
To μυθχστόρημα The Da Vinci Code (Κώδχκας Da Vinci) του Dan Brown* καχ n ομώνχψη ταχνχ'α προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στους εχαίλησχαστχ-κούς κύκλους. Οχ χρχστχανοχ' παροτριίνθηκαν να μποϊκοτάρουν την ταχνχ'α καχ να δχαδηλώσοχτν έξω από τους κχνηματογράφους που την πρόβοχλλαν. Πρόκεχχαι πράγματχ για μια χστορία χαλχευμένη, ατιό την αρχή ώς το τέλος της: επχνοημένη, κατασκευασμένη, σκέτη μυθοπλασχα. Από αυτή την άπο-ψη εχναχ ακρχβώς ό,τχ καχ τα Εναγγέλια. Η μόνη δχαφορά ανάμεσα στον Κώ-δικα Da Vinci καχ στα Εναγγέλια είναχ ότχ τα Εναγγέλια αποτελοχίν αρχαχ'α μυ-θοπλασχα ενώ ο Κώδικας Da Vinci σχίγχρονη.
122

To επιχείρημα yia τη θρησκευηκή πίστη διακεκριμένων ετηστημόνων
Η σνντριπηκή πλειονότητα των διαπρεπών όιανοητών δεν πιστεύει στη χρισηανική θρησκεία, αλλά αηοφενγονν να το αποκαλνψονν δημοσίως επειόή φοβοννται μήπως χάσουν το εισόδημά τονς.
—BERTRAND RUSSELL
«Ο Νεύτων ήταν θρήσκος. Ποιος είσαι εσύ που θα βάλεις το\ εαυτό σου πάνω από τον Νεύτωνα, τον ΓαλιΛαίο, τον Kepler και τόσους άλλους; Αν άν-θρωποι σαν αυτούς δεν είχαν πρόβλημα με τον Θεό, πώς τολμάς να έχεις εσύ;». Μολονότι δεν αλλάζουν τίποτα σε ένα επιχείρημα τόσο σαθρό ήδη, μερικοί απολογητές της θρησκείας προσθέτουν στον κατάλογο ακόμη και το όνομα του Δαρβίνου, για τον οποίο ακούγονται επίμονες —αν και ολο-φάνερα ψευδεΐς— φήμες ότι δήθεν μετανόησε στο νεκροκρέβατό του,* α-φότου άρχισε να τις διαδίδει σκοπίμως κάποια «λαΐδη Hope»** —η οποία σκάρωσε τη ουγκινητική και απίθανη ιστορία με τον Δαρβίνο γερμένο στο προσκέφαλο να ξεφυλλίζεχ στο απογευματινό φως την Καινή Αιαθήκη και να εξομολογείται ότι όλη η υπόθεση της εξέλιξης ήταν ένα λάθος. Σε αυτή την ενότητα θα επικεντρωθώ κυρίως στους επιστήμονες, διότι —για ευκό-λως εννοούμενους λόγους— αυτούς συνήθως επιλέγουν όσοι κατονομά-ζουν με υτιερηφάνεια διαπρεπείς ανθρώπους ως υποδείγματα θρησκευτι-κότητας.
Ο Νεύτων πράγματι δήλωνε θρησκευόμενος. Και έτσι έκαναν σχεδόν όλοι έως —πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου— τον 19ο αι-ώνα, οπότε άρχισαν να υποχωρούν οι κοινωνικές και δικαστικές πιέσεις για την καθομολόγηση πίστης και να αυξάνονται τα επιστημονικά στοιχεία που υποστήριζαν την εγκατάλειψή της. Υπήρξαν φυσικά και εξαιρέσεις, προς
* Έως και εμένα εχουν τιμήσει με προφητείες ότι τάχα θα μετανοήσω στο νεκροκρέβα-τό μου. Επαναλαμβάνονται μάλιστα με μονότονη κανονικότητα (βλ., παραδείγματος χά-ριν, Steer 2003), και κάθε επανάληψη προσπαθει' να πείσει ότι είναι πνευματώδης και πρωτότυπη. Ίσως πρέπει να λάβω προληπτικα μέτρα για να προστατεύσω τη μεταθανά-τια φήμη μου. Η Lalla Ward προσθέτει: «Γιατί να μπλέκει κανείς με νεκροκρέβοτα; Αν πρόκειται να προδώσεις τις αρχές σου, κάνε το εγκαίρως για να κερδίσεις και το βραβείο Templeton, και ύστερα απόδωσέ το σε γερον-πκή άνοια».
** Πρόκειται για την αγγλίδα ευαγγελική Elizabeth Hope (1842-1922), η οποι'α το 1915 ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί τον Δαρβίνο, λίγο τιριν αιιό το θάνατό του. Η οικογέ-νεια του Δαρβίνου όμως διέψευσε τους ισχυρισμούς της. (Σ.τ.μ.)
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΗΗΣ TOY θΕΟΥ
123
αμφότερες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και πριν από τον Δαρβίνο δεν ήταν όλοι θρήσκοι, όπως αποδεικνυει ο James Haught στο βιβλίο του 2000 Years of Disbelief: Famous People with the Courage to Doubt (Δύο χιλιάδες χρόνια σκεπτικισμού. Διάσημοι άνθρωποι με το θάρρος της αμφισβήτησης). Εξάλ-λου, κάποιοι διακεκριμένοι ετπστήμονες συνέχισαν να τπστεύουν και μετά τον Δαρβίνο. Δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ότι ο Michael Faraday πίστευε βαθιά crto χριστιανισμό, ίσως ακόμη και αφου πληροφορή-θηκε το έργο του Δαρβίνου. Ο Faraday ήταν μέλος της σαντεμανιανής αί-ρεσης,* οι οπαδοί της οποχ'ας πίστευαν (παρατατικός χρόνος, αφου έχουν σχεδόν εκλείφει πλέον) οτην κυριολεκτική ερμηνεία της Βίβλον, έπλεναν τελετουργικά τα πόδια των νέων προσηλύτων και τραβούσαν κλήρους για να μάθουν το θέλημα του Θεού. Ο Faraday έγινε πρεσβύτερος της αΐρεσης το I860, ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση της Καταγωγής των ειδών, και πέ-θανε ως σαντεμανιανός το 1867. Ο James Clerk Maxwell, θεωρητικός ομό-λογος του πειραματικού Faraday, ήταν επίσης ευσεβής χριστιανός, όπως και ο άλλος πυλώνας της βρετανικής φυσικής του 19ου αιώνα, ο William Thomson (λόρδος Kelvin), ο οποίος μάλχστα προσπάθησε να δείξει ότι η εξέλχξη αποκλειόταν ως ενδεχόμενο λόγω έλλειψης επαρκούς χρόνου. Οι λανθασμένες χρονολογήσεις του μεγόλου θεωρητικού της θερμοδυναμχκής οφείλονταν στην παραδοχή ότι ο Ήλιος, ως ένα είδος φωτιάς, έκαιγε καύ-σιμα τα οποία λογικώς έπρεπε να εξαντληθοιίν σε δεκάδες —και όχχ σε χι-λιάδες— εκατομμύρια χρόνια. Φυσικά, την εποχή του λόρδου Kelvin η πυ-ρηνική ενέργεχα ήταν άγνωστη. Ευτυχώς όμως, κατά τη συνάντηση της Βρετανικής Ένωσης το 1903, έλαχε στον σερ George Darwin, τον δεύτερο γχο του Δαρβίνου, να δικαιώσει τον πατέρα του —ο οποίος δεν είχε χριστεί ιππότης—, επικαλούμενος την ανακάλυψη του ραδίου από το ξεύγος Curie, και να ανατρέψει έτσι τους παλαιότερους ντπολογισμούς τού εν ζωή α-κόμα λόρδου Kelvin.
Καθώς προχωρούμε στον 20ό αιώνα, συναντώνται όλο και πιο σπάνια μεγάλοι επιστήμονες οι οποίοι να δηλώνουν θρήσκοι.Έχω την υηοψία ότι οι περισσότεροι από τους πλέον πρόσφατους κορυφαχ'ους επιστήμονες εί-ναι θρήσκοι μόνο με την αϊνσταΐνεια έννοια, καχ τούτο, όπως υτιοστήριξα στο Κεφάλαιο 1, αποτελεχ' κακή χρήση του όρου. Εντούτοις, υπάρχουν κά-notox όντως καλοί επιστήμονες οι οηοίοι είναχ επίσης ειλικρινώς θρήσκοι, με την κυριολεκτική, παραδοσιακή έννοια της λέξης. Μεταξύ των σύγχρο-νων βρετανών επιστημόνων, τρία ονόματα ακούγονται μονίμως: Peacocke,
* Οι σαντεμανιανοί (Sandemanians) είναι αίρεση που αποσχίστηκε από τον πρεσβυτε-ριανό κλάδο της Εκκληαίας της Σκωτίας τον 17ο αιώνο. (Σ.τ.μ.)
124

Stannard και Polkinghorne. Και ox τρεις τους είτε έχουν κερδίσει το βραβείο Templeton είτε ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο του Ιδρύματος Temple-ton. Ύστερα από φιλικές συζητήσεχς, δημόσιες και ιδιωτικές, που είχα με όλους τους, εξακολουθώ να απορώ, όχι τόσο για την πίστη τους στην ύτταρ-ξη κάποιου είδους κοσμικού νομοθέτη, αλλά για την πίστη τους στις λεητο-μέρειες της χριστιανικής θρησκείας: ανάσταση νεκρών, άφεση αμαρτιών και όλα τα σχετικά.
Αντίστοιχες περιπτώσεις υπάρχουν και στις ΗΠΑ, ότιως για παράδειγμα ο Francis Collins, ο διοικητικός διευθυντής του αμερικανικού κλάδου του επίσημου Προγράμματος γχα τη Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Γονιδιώ-ματος.* Εντούτοις, όπως συμβαίνει και στη Βρετανΐα, αποτελούν «σπάνιο εΐδος» και αρκετά συχνά προκαλούν τη θυμηδία των συναδέλφων τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα. To 1996 πήρα συνέντευξη από το φίλο μου James Watson, τη μεγαλοφυΐα που έθεσε τα θεμέλχα του Προγράμματος γχα τη Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στον κήτιο του Κολεγίου Clare στο Καίμπριτξ, για τους σκοπούς ενός ντοκιμαντέρ τού BBC, με θέμα τον Gregor Mendel, τη μεγαλοφυΐα που θεμελίωσε την ίδια τη γενετική. Ο Mendel, ως αυγουστινιανός μοναχός, ήταν φυσικά θρήσκος• ας μην ξεχνά-με όμως ότι έζησε τον 19ο αιώνα, όταν το μοναχικό σχήμα αποτελούσε τον ευκολότερο τρόπο για να εργαστεί κανείς στην επιστήμη του: ήταν το αντί-στοιχο μιας σημερινής υποτροφίας για έρευνα. Ρώτησα τον Watson εάν γνώριζε πολλούς σύγχρονους επιστήμονες που είναι θρήσκοι. Απάντησε: «Ουσιαοτικά κανέναν. Πότε πότε συνανχώ κάποιον και αισθάνομαι λίγο αμήχανος (γελά), επειδή, ξέρεις, δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν άν-θρωποι που αποδέχονται εξ αποκαλύψεως αλήθειες».
Ο Francis Crick, ο συνθεμελιωτής, μαζί με τον Watson, όλης της επανά-στασης στη μοριακή γενετική, παραιτήθηκε από τη θέση του ως εταίρου του Κολεγίου Churchill στο Καΐμπριτζ, λόγω της απόφασης του κολεγίου να χτίσει παρεκκλήσι (κατ' εντολήν ενός από τους ευεργέτες). Στη συνέ-ντευξη που πήρα από τον Watson στο Κολέγιο Clare, του επισήμανα ότι, σε αντίθεση προς τον ίδιο και τον Crick, μερικοί άνθρωποι δεν διαπιστώνουν καμιά αντίφαση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, διότι, όπως ισχυρίζονται, η επιστήμη ασχολείται με το πώς λειτουργούν τα πράγματα, ενώ η θρη-σκεία με το σκοπό για τον οποίο υπάρχουν. Ο Watson αποκρίθηκε με έντο-νο ύφος: «Ε, λοιπόν, δεν νομίζω ότι τα πράγματα υπάρχουν για οποιονδή-
* Δεν πρέπει να συγχέεται με το ανεπίσημο πρόγραμμα για τη χαρτογράφηση του αν-θρώπινου γονιδιώματος, του οποίου επί κεφαλής είναι αυτός ο λαμπρός (και μη θρή-σκος) «κουρσάρος» της επιστήμης, ο Craig Venter.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
125
ποτε σκοπό. Είμαστε απλώς προϊόντα της εξέλχξης. Ίσως κάποιος να μου έλεγε: "Πωχτώ, η ζωή σου πρέπει να είναι πολύ άχαρη αν δεν πιστεύεις όχι υπάρχεχ κάποιος σκοπός". Εγώ όμως προσβλέπω σε ένα ωραίο μεσημερχα-νό». Και, όντως, απολαύσαμε μαζί ένα ωραίο γεύμα.
Οχ απέλπιδες προσπάθειες των ατιολογητών της θρησκείας να ανακαλύ-φουν πραγματικά διακεκριμένους επιστήμονες οι οποίοι είναι επίσης θρή-σκοχ δχνουν ολοφάνερα την εντχίπωση αναζήτησης «βελόνας στα άχυρα». Η μόνη σχετική χστοσελίδα που κατάφερα να βρω χσχυριζόταν ότχ περιεχ'χε έναν κατάλογο «χριστχανών ειπστημόνων κατόχων βραβείου Νόμττελ», αλ-λά τελχκά περχείχε μόνο έξι ονόματα, από ένα σχχνολο μερχκών εκατοντά-δων επχστημόνων βραβευμένων με Νόμπελ. Ατιό αυτούς τους έξχ μάλχστα, οι τέσσερχς δεν είναχ καν νομπελίστες• καχ γνωρχ'ζω με απόλυτη βεβαχότη-τα ότχ τουλάχχστον ο ένας αχτό αυτούς δεν εχ'ναι γνήσχος χτχστός, αλλά εκ-ΐίλησιάζεταχ αποκλεχστχκά γχα κοχνωνικούς λόγους. Μχα πιο συστηματική μελέτη τού Benjamin Beit-Hallahmi βρήκε ότι «μεταξύ των κατόχων βρα-βείου Νόμπελ, τόσο για τις επισχήμες όσο και για τη λογοτεχνία, ο βαθμός θρησκευτικότητας ήταν αξιοσημείωτα μικρός, σε σιίγκριση με τους πληθυ-σμούς χης προέλευσής τους».52
Μια μελέτη των Larson και Witham, δημοσιευμένη το 1998 στο κορυ-φαίο περιοδικό Nature, έδεχξε ότι, από τους αμερικανούς επιστήμονες οι ο-ποίοχ θεωροιίνταχ από τους ομοτχ'μους τους ως αρκετά δχακεκρχμένοχ ώ-στε να εΐίλεγοιτν στην Εθνική Ακοδημία Εηχστημών (NAS) των ΗΠΑ (το α-ντχ'στοχχο των εταίρων της Βασιλχκής Εταχρεχ'ας της Βρετανχας), μόνο το 7% ηερίπου πχστεύεχ σε κάττοιον προσωπχκό Θεό.53 Αυτή η σαρωτχκή επχκράτη-ση των αθεϊοτών αποτελεχ το ακρχβώς αντχ'θετο του προφχ'λ του ευρχχτερου αμερχκανχκού πληθυσμού, ο οποχ'ος σε ποσοοτό 90% πχοτεύει σε κάποχο εχ'δος υπερφυσχκού όντος. To ηοσοστό γχα τους λχγότερο διακεκρχμένους επχστήμονες, οχ οποίοχ δεν έχουν εχίλεγεχ στη NAS, εχ'νοχ ενδχάμεσο. Όπως καχ στο δεχ'γμα των περχσσότερο δχαπρεπών, οχ θρησκευόμενοχ αποτελοχίν καχ εδώ μεχονότητα —αλλά λχγότερο εντχτπωσχακή, της τάξεως του 40%. Α-κρχβώς ό,τχ περχ'μενα: οχ αμερικανοχ' επχστήμονες εχ'ναχ λχγότερο θρήσκοχ από τον οχτνολχκό αμερχκανχκό πληθυσμό, καχ οχ πλέον δχακεκρχμένοχ επχ-στήμονες εχναχ οχ λχγότερο θρήσκοχ απ' όλους. Εντύπωση προκαλεχ η εκ δχαμέτρου αντχ'θεση μεταξύ θρησκευτχκότητας του αμερχκανχκού πληθυ-σμού γενχκότερα καχ αθε'χσμού τής ελχ'τ των δχανοοχτμένων.54
Εχ'ναχ κάπως αστεχο το γεγονός ότχ η βασχκή χστοσελχ'δα των δημχουργχ-στών, με όνομα Answers in Genesis (Απαντήσεχς στη Γένεση), αναφέρεχ τη μελέτη των Larson καχ Witham όχχ ως ένδεχξη ότχ κάτχ δεν πάεχ καλά με τη θρησκεχα, αλλά ως όπλο στην εσωτερχχαί τους διαμάχη με αντίπαλους απο-λογητές της θρησκείας, οι οποχοχ χπιοστηρχξουν ότι η εξέλχξη εχναι συμβα-
126

τή με τη θρησκεία. Υπό τον εκπληκτικό τίτλο «Η NAS είναι άθεη ώς το κό-καλο»,55 η εν λόγω ιστοσελίδα μνημονεύει ασμένως την καταληκτική παρά-γραφο της επιστολής των Larson και Witham προς τον επιμελητή τού Nature.
Ενώ συγκεντρώναμε τα ευρήματά μας, η NAS εξέδωσε ένα φυλλάδιο με το οποίο ενθάρρυνε τη διδασκαλία της εξέλιξης στα δημόσχα σχολεία, πράγμα που αποτελεί μόνχμο σημείο τριβής ανάμεσα στην επιστημονι-κή κοινότητα και σε μερικούς συντηρητικούς χριστιανούς σπς ΗΠΑ. To φυλλάδιο δχαβεβαιώνει τους αναγνώστες: «Η ύπαρξη ή μη του Θεού αποτελεί ερώτημα απέναντι στο οποίο η επιστήμη τηρεί ουδετερότη-τα». Ειιίσης, ο Bruce Alberts, πρόεδρος της NAS, δήλωσε: «Πολλά εξέ-χοντα μέλη αυτής της ακαδημίας είναι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι, άτομα που πιστεύουν οτην εξέλιξη• πολλοί δε εξ αυτών είναι βιολόγοι». Η δική μας έρευνα υποστηρίζει το αντίθετο.
Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο Alberts ενστερνίζεται τις ΝΟΜΑ, για τους λό-γους που ανέλυσα στην ενότητα με επικεφαλίδα «Η σχολή εξελικτικών Neville Chamberlain» (βλ. Κεφάλαιο 2). Αλλά η ιστοσελίδα Answers in Genesis έχει πολύ διαφορετχκούς στόχους.
Αντίστοιχη της NAS των ΗΠΑ είναι για τη Βρετανία (και για την Κοινο-πολιτεία, rrou τιεριλαμβάνει τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ινδία, το Πακιστάν, την αγγλόφωνη Αφρική κ.λπ.) η Βασιλική Εται-ρεία. Καθώς τούτο το βιβλίο όδευε προς το τυπογραφείο, οι συνάδελφοί μου R. Elisabeth Cornwell και Michael Stirrat συνέταξαν τη δική τους ανά-λογη —αλλά ηερισσότερο διεξοδική— μελέτη σχετικά με τις θρησκεχτηκές απόψεις των εταίρων της Βασιλικής Εταιρείας. Τα συμπεράσματα των συγ-γραφέων θα δημοσιευτούν συνολικά αλλού, αλλά μου παραχώρησαν ευγε-νικά την άδεια να αναφέρω μερικά πρώτα ενδεικτικά αποτελέσματά τους εδώ. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια τυπική τεχνική διαβάθμισης στά-σεων, την κλΐμακα τύπου Lickert με επτά σημεία. Τα ερωτηματολόγια ε-οπάλησαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε όσους εκ των 1.074 εταί-ρων της Βασιλικής Εταιρείας δχέθεταν ηλεκτρονική διεύθυνση (δηλαδή στη μεγάλη πλειονότητα), καχ απάντησε περίπου το 23% (ένα σχετικώς καλό ποσοστό για τέτοιου είδους μελέτη). To ερωτηματολόγιο περιείχε διάφορες προτάσεις, όπως: «Πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό, δηλαδή σε έναν Θεό ο οποίος ενδιαφέρεται ατομικά για τους ανθρώπους, εισακούει και απαντά σε προσευχές, ασχολείται με την αμαρτία και με τα ανομήματα και κρίνει τους ανθρώπους». Για κάθε πρόταση, έπρεπε να ετπλέξουν έναν αριθμό από to 1 (για την έκφραση πλήρους διαφωνίας με την πρόταση) έως το 7 (για
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
127
την έκφραση της ιιλήρους συμφωνίας τους). Είναι κάπως δύσκολο να συ-γκρίνει κανείς ευθέως τα αποτελέσματά τους με εκείνα της έρευνας των Larson και Witham, καθώς οι Larson και Witham έδωσαν στους δικούς τους ακαδημαϊκούς μια κλίμακα με τρία μόνο σημεία και όχι εητά, αλλά η γενι-κή τάση είναι η ίδια: Η συντριπτική πλειονότητα των εταίρων της Βασιλχ-κής Εταιρείας, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των ακαδημαϊκών στις ΗΠΑ, είναι άθεοι. Μόνο το 3,3% των εταίρων συμφώνησε με την πρόταση ότι υπάρχει ένας προσωηικός Θεός (δηλαδή επέλεξαν το 7 της κλίμακας), ενώ το 78,8% διαφώνησε πλήρως (δηλαδή επέλεξαν το 1). Αν ορίσει κανείς ως «πιστούς» όσους επέλεξαν το 6 ή το 7 και ως «μη πιστούς» εκείνους rrou επέλεξαν το 1 ή το 2, τότε διαπιοτώνει τη συντριπτική διαφορά: 213 άθεοι έναντι 12 μόνο τηστών. Όπως είχαν διαπιστώσει οι Larson και Witham, αλλά και οι Beit-Hallahmi και Argyle, οι Cornwell και Stirrat βρήκαν επίσης ότι υπήρχε μια μικρή αλλά στατιστχκώς σημανπκή τάση των επιστημό-νων των βιολογικών πεδίων να είναχ ακόμη περισσότερο άθεοι απ' ό,τι οι επιστήμονες των φυσικών ετηστημών. Για περισσότερες λεπτομέρειες, και γχα όλα τα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματά τους, μπορείτε να αναζητή-σετε το άρθρο τους μόλις δημοσιευτεί.56
Προχωρώντας πέρα από την ετπστημονική ελχτ τής NAS και της Βασιλι-κής Εταιρείας, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν καθόλου στοχ-χεΐα που να δείχνουν ότι και στον γενικό πληθυσμό οι άθεοι προέρχονται κυρίως από ομάδες με υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης και νοημοοτίνης.Έ-χουν δημοσιευτεί αρκετές ερευνητικές εργασίες για τη στατιστική σχέση θρησκευτικού ουναισθήματος και επιπέδου εκπαίδευσης, ή θρησκευτικού συναισθήματος και δείκτη νοημοσύνης. Ο Michael Shermer, στο βιβλίο του How We Believe: The Search for God in an Age of Science (Πώς πιστεύουμε. H αναξήτηση του Θεού σε μια εποχή επιστήμης), αναλύει τα αποτελέσμα-τα μιας μεγάλης δημοσκόπησης σε τυχαίως επιλεγμένο δείγμα Αμερικανών την οποία διεξήγαγε μαζί με το συνεργάτη του Frank Sulloway. Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα ευρήματά τους συγκαταλέγεται και η ανακάλυψη ότι η θρηοκευτική πίστη έχει πράγματι αρνητική συσχέτιση με το επίπεδο εκπαίδευσης (οι περισσότερο μορφωμένοι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να πιστεύουν crrov Θεό). To θρησκευτικό συναίσθημα συσχετίζεται επίσης αρνητικά με το ενδιαφέρον για την επιστήμη και (ισχυρώς αρνητικά) με τις φχλελεύθερες πολχτικές πεποιθήσεις. Τίποτε από όλα αυτά δεν προκαλεί έκπλχιξη, ούτε και το γεγονός ότι υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της θρησκειττικής πίστης των ερωτώμενων και της θρησκευτικής πίστης των γονέων τους. Οι κοχνωνιολόγοι που διεξάγουν μελέτες σε παιδιά Βρετανών έχουν βρει ότι μόνο 1 στα 12 παιδιά διαφοροποιείται από τχς θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων του.
128

Όπως φαντάζεστε ίσως, οι δχάφοροχ ερευνητές διεξάγουν μετρήσεχς με διαφορετικούς τρόπους, καχ επομένως είναχ δύσκολο να συγκριθούν τα α-ποτελέσματα δχαφορετχκών μελετών. Η μεταανάλυση αποτελεχ' τεχνχιαί με την οποχ'α ο ερευνητής εξετάξεχ όλες τχς ερευνητικές μελέτες που έχουν δημοσιευτεί οχετχκά με κάποχο θέμα, καχ μετρά πόσες εργασχ'ες έχουν κα-ταλήξεχ crro ένα συμπέρασμα ένανπ των εργασχών που έχουν συμπεράνεχ κάτχ άλλο. Όσον αφορά το θέμα της θρησκείας καχ του δεχ'κτη νοημοσύνης, η μόνη μεταανάλυση που γνωρχ'ζω έχεχ δημοσιευτεΐ το 2002 από τον Paul Bell στο Mensa Magazine (η Mensa είναχ η ένωση των ατόμων με υψηλό δεχ'κτη νοημοσύνης, καχ το περχοδικό τους περχέχεχ σχετχκά άρθρα).57 Ο Bell συμπέρανε: «Από σαράντα τρεχς μελέτες που έχουν δχεξαχθεί ατιό το 1927 γχα τη οχέση μεταξύ θρησκευτικής πχ'στης καχ νοημοσύνης ή ετππέ-δου εκπαχ'δευσης, όλες, εκτός από τέσσερχς, βρήκαν αρνητχκή συσχέτχση. Δηλαδή, όσο υψηλότερη εχ'ναχ η νοημοσύνη ή το επχ'πεδο εκπαχ'δευσης κά-noxou τόσο λιγότερες πχθανότητες υπάρχουν να εΐναι θρήσκος ή να διατη-ρεί "πΐστεις" οποιουδήποτε είδους».
Μια μετααναλυτική μελέτη είναι σχεδόν αναπόφευκτα λιγότερο συγκε-κριμένη απ' όσο οι μελέτες που αποτελούν αντικείμενό της. Θα έπρεπε να διεξάγονται περισσότερες έρευνες πάνω σε αυτό το θέμα, καθώς και περισ-σότερες έρευνες μεταξύ μελών κορυφαίων οργανισμών —όπως άλλων εθνι-κών ακαδημιών— και μεταξύ κατόχων σημαντικών βραβείων καχ μεταλλί-ων —όπως του Νόμπελ, του Crafoord, του Fields, του Kyoto, του Cosmos κ.ά. Ελπίζω οι μελλοντικές εκδόσεις τοιττου του βιβλίου να περιλαμβάνουν και τέτοια δεδομένα. Ένα λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις υ-πάρχουσες έρευνες είναι ότι οι απολογητές της θρησκείας, τουλάχιστον ό-σον αφορά τους επιστήμονες, καλά θο κάνουν να φωνασκούν λιγότερο απ' όσο συνηθίζουν όταν τίθεται το θέμα των αξιοσέβαστων προτύπων μίμη-σης.
To στοίχημα τον Pascal
Ο μεγάλος γάλλος μαθηματικός Blaise Pascal παρατήρησε ότι, οσοδήποτε μεγάλες κι αν είναι οι πιθανότητες μη ύπαρξης του Θεού, υπάρχει μια ακό-μη μεγαλύτερη δυσαναλογία στην ποχνή για λανθασμένη επιλογή. To κα-λύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πιστεύουμε στον Θεό, διότι, αν έ-χουμε δίκιο, θα κερδίσουμε την αιώνια μακαριότητα, ενώ αν κάνουμε λάθος δεν θα υτιοστούμε καμία συνέπεια, ούτως ή άλλως. Αντιθέτως, αν δεν πι-στεύουμε cnov Θεό και αποδειχθεί ότι κάνουμε λάθος, καταδικαζόμαστε στον αιώνα τον άπαντα, ενώ αν έχουμε δίκιο δεν ανπμετωπίζουμε συνέπει-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
129
ες. Καθώς φαίνεται, η απόφαση δεν χρειάζεται πολλή σκέψη: πρέπει να πιοτεύουμε στον Θεό.
Υπάρχει όμως κάτι πολύ παράξενο σε τούτο το επιχείρημα: Η πχ'στη δεν είναι κάτι που αποφασΐζεις να κάνεις, σαν να πρόκειται για ζήτημα πολιτι-κής —ή τουλάχιστον δεν είναι κάτι που μπορώ να αποφασίσω να κάνω ως εκούσια πράξη. Μπορώ να αποφασίσω να πάω στην εκκλησία ή να αποστη-θΐσω το «Σύμβολο της Πίστεως» ή να ορκιστώ πάνω σε μια στοίβα θεό-πνευστων βιβλίων ott τπστεύω και την τελευταία λέξη τους. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν θα με κάνει να τα πιστέψω αν δεν πιστεύω από μόνος μου. To στοίχημα του Pascal θα μπορούσε να ανπτφοσωπεύει ένα ετπχείρη-μα προσποίησης πίστης στον Θεό. Μάλιστα, ο Θεός στον οποίο ισχυρίζεσαι ότι πιστεύεις καλό θα ήταν να μην ανήκει σε εκείνους τους παντογνώστες, αλλιώς θα διακρίνει την απάτη σου. Η γελοία ιδέα ότι η πίστη είναι κάτι που μπορείς να αποφααίσεις να κάνεις διακωμωδείται απολαυστικότατα από τον Douglas Adams στο βιβλχ'ο του Dirk Gently's Holistic Detective Agency (To ολιστικό πρακτορείο ντετέκτιβ τού Dirk Gently), όπου συναντάμε το ρομπότ Ηλεκτρικός Μοναχός, μια συσκευή εξοχκονόμησης χρόνου που την αγοράξεις «για να εκτελεί αντί για σένα τα θρησκευτικά σου καθήκοντα». To de luxe μοντέλο διαφημίζεται ως «ικανό να πιστεύει πράγματα που δεν θα πίσιευαν ούτε στο Σολτ Λέικ Σίτι».*
Εν πάση περιπτώσεχ όμως, γιατί αποδεχόμαστε με τόση ευκολία την ιδέα ότι το πρωταρχικό πράγμα που πρέπει να κάνουμε για να ευχαριστή-σουμε τον Θεό είναι να πιστενοψε σε αυτόν; Τι το τόσο ιδιαίτερο έχει η πί-στη; Δεν θα ήταν εξίσου πιθανό ο Θεός να επιβράβευε την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία ή την ταπεινότητα —ή, ακόμη καλύτερα, την ειλχκρίνεια; Και τι γίνεται αν ο Θεός είναι τελικά ένας «επιστήμονας» ο οποχ'ος θεωρεί ως υπέρτατη αρετή την αναζήτηση της αλήθειας; Μάλιστα, ο σχεδιαστής του Σύμπαντος δεν θα όφειλε να εχναι επιστήμονας; Ο Bertrand Russell είχε ε-ρωτηθεί τι θα απαντούσε αν, μετά το θάνατό του, βρισκόταν αντιμέτωπος με τον Θεό, και εκείνος απαιτούσε να μάθει γιατί δεν πίστευε όσο ζούσε: «Ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία, Θεέ μου, ανεπαρκή στοιχεία!» ήταν η (α-θάνατη, μπορώ να πω) απάντηση του Russell. Δεν θα εκτιμούσε ο Θεός πολύ περισσότερο τον Russell για τον γενναίο σκεπτικισμό του (ας μη μιλή-σουμε δε για τον γενναίο πασιφισμό του, που στάθηκε αιτία της φυλάκισής του κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) απ' όσο θα εκτιμούσε τον Pascal και τις δειλές επιφυλάξεις του; Αλλωστε, μολονότι δεν μπορούμε να ξέρουμε
* To Σολτ Λέικ Σίτι φημίζεται για την επιρροή της Εκκλησίας των Μορμόνων, η οποία έχει εκεί την έδρα της. (Σ.τ.μ.)
130

ποια θα ήταν η γνώμη του Θεού, δεν χρεχάζεταχ να γνωρίζονμε για να απορ-ρίψουμε το στοίχημα του Pascal. Συζητάμε εξάλλου για ένα στοίχημα, και ο Pascal δεν ισχυριζόταν ότι η επιλογή του εΐχε κάτι περισσότερο από ελά-χιστες πιθανότητες. Εσείς θα στοιχηματίζατε πως ο Θεός θα θεωρούσε την ανέντιμη προσποίηση πίστης (ή ακόμη και την ειλικρινή ηίστη) ως mo αξι-όλογη από τον ειλχκρινή σκεπτικισμό;
Εξάλλου, υποθέστε ότι ο Θεός με τον οποίο έρχεστε ανπμέτωποι όταν πεθαίνετε είναι εν τέλει ο Βάαλ, και ότι είναι τόσο φθονερός όσο και ο αχ-ώνχος ανταγωνιστής του, ο Ιεχωβά. Δεν θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση ο Pascal αν δεν στοιχημάτιζε σε κανέναν θεό απ' ό,τι αν στοιχημάτιζε σε λά-θος θεό; Μάλιστα, μήπως ο ίδιος ο τεράστιος αριθμός πιθανών θεών και θεαινών οτους οποίους θα μπορούσε κανείς να οτοιχηματίσει δεν αποδυνα-μώνει από μόνος του την όλη λογική τού Pascal; Ο Pascal πιθανότατα α-στειευόταν όταν διατύπωσε το επιχείρημα του στοιχήματος, όπως ακριβώς αστειεύομαι και εγώ στην προσπάθειά μου να το ανασκευάσω. Έχω συνα-ντήσει όμως ανθρώπους —για παράδειγμα, την ώρα των ερωταποκρΐσεων ύστερα από μια διάλεξη— οι οποίοι πράγματχ χρησιμοποίησαν το σχοίχη-μα του Pascal ως επιχείρημα υπέρ της πίστης στον θεό, και συνεπώς θεώ-ρησα σκόπχμο να κάνω μια σύντομη αναφορά σχετικά.
Εν κατακλείδι, θα ήταν άραγε δυνατόν να διατυπωθεί ένα είδος αντχπα-σκαλικού στοιχήματος; Ας υποθέσουμε ότι δεχόμαστε μια μικρή πιθανότη-τα ύπαρξης του Θεού. Μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε ότι, αν κάποιος στοιχημάτιζε ενάντια στην ύπαρξη του Θεού, θα περνούσε τη ζωή του κα-λύτερα και πληρέστερα απ' ό,τι αν στοχχημάτιζε ότι ο Θεός υπάρχει, οπό-τε θα σπαταλούσε τον πολιίτιμο χρόνο του στη λατρεία Του ή κάνοντας θυσίες προς Εκείνον ή πολεμώντας και πεθαίνοντας στο όνομά Του, καχ άλλα παρόμοια. Δεν θα αναλύσω περισσότερο το ζήτημα εδώ, αλλά καλό θα ήταν να το λάβουν οι αναγνώστες υπόψη τους όταν θα φτάσουμε στα επόμενα κεφάλαια για τις δεινές συνέπεχες οι οποίες μποροιίν να προκύ-ψουν από τη θρησκευτική πίστη και πρακτική.
Επίχειρήματα βασιζόμενα στο θεώρημα τον Bayes
Νομίζω ότι το mo παράξενο επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του Θεού είναι εκείνο που βασίζεται στο θεώρημα του Bayes, όπως το αναλύει ο Stephen Unwin στο βιβλίο του The Probability of God (H πιθανότητα ύτταρξης του Θεού). Δίστασα να περιλάβω το εν λόγω επιχείρημα, διότι και ασθενέστε-ρο είναι αλλά και λιγότερο καταξιωμένο λόγω αρχαιότητας ατιό τα υπόλοχ-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
131
πα. To βιβλίο τού Unwin προσείλκυσε σε σημαντχκό βαθμό την προσοχή των δημοσιογράφων όταν εκδόθηκε το 2003, και πράγματι μας δχ'νεχ την ευκαιρία να συναρμόσουμε κάποιες επεξηγηματχκές κατευθύνσεις. Τρέφω μια κάποια συμπάθεια γχα τους οτόχους του, διότι, όπως εξήγησα στο Κε-φάλαιο 2, πιστεύω ότχ η ύπαρξη του Θεού, ως επιστημονική υπόθεση, επχ-δέχεται διερεύνηση, —κατ' αρχήν τουλάχιστον. Επιπλέον, η δονκιχωτχκή απόπεχρα του Unwin να αποδώσει συγκεκρχμένη αριθμητική τχμή στην πχ-θανότητα χχπαρξης του Θεού αποδεχκνύεται δχασκεδαστχιαί.
Ο υπότιτλος του βχβλίου, A Simple Calculation that Proves the Ultimate Truth (Ένας απλός υπολογχσμός που αποδεχκνύεχ την έσχατη αλήθεχα), προστέθηκε σίγουρα από τον εκδότη την τελεχπαία στχγμή, δχότχ τέτοχα υπερφχ'αλη σχγουρχά δεν διαφαίνεται πουθενά στο κείμενο του Unwin. To βιβλίο θα έπρεπε μάλΑον να αντιμετωπιστεί ως εγχειρίδχο οδηγιών —με ηι-θανό τίτλο «Εφαρμογές του θεωρήματος του Bayes σε κίβδηλες οντότη-τες»— που αξιοποιεχ την υπόθεση της ύπαρξης του Θεού ως μια ημχεχπρά-πελη μελέχη περχπτώσεων. Ο Unwin θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσεχ εξίσου αποτελεσματικά έναν υποθετχκό φόνο ως δοκιμαστική περίπτωση για να επχδεχ'ξεχ την εφαρμογή του θεωρήματος του Bayes: Ο αστυνομικός επιθεωρητής συγκεντρώνει τα αποδεικτικά στοιχεΐα• τα δακτυλικά αποτυ-τιώματα πάνω στο περχ'στροφο στρέφουν τχς υποψίες στην κυρία Peacock. Ποσοτικοποιήστε αυτή την υπόνοια προσάπτοντας μια αριθμητική τχμή πιθανότητας στην κυρία Peacock. Από την άλλη μεριά, ο καθηγητής Plum είχε λόγους να την παγιδεύσει. Μειώστε λοχπόν τις υπόνοιες για την κυρία Peacock κατά την αντίστονχη αριθμητική τιμή. Τα ιατροδικασπκά στοιχεία δεΐχνουν ότι, με τπθανότητα 70%, το θχίμα πυροβολήθηκε ατιό μεγάλη από-σταση, επομένως ο δράστης είχε στρατιωτική εκπαίδευση. Ποσοτικοποιή-στε τώρα τις υποψίες που εγείρονται για το συνταγματάρχη Mustard. Ο αχ-δεσιμότατος Green όμως έχει το πιο εύλογο κίνητρο για το φόνο.* Αυξήστε την αριθμητική τχμή καχ της δχκής του πχθανότητας. Εντοχττοχς, η μακρχά ξανθή τρχ'χα που βρέθηκε στο σακάκχ του θύματος δεν μπορεχ' παρά να προέρχεταχ από τη δεσποχνίδα Scarlet... κ.ο.κ.Ένα συνονθύλεχιμα λχγο-πολύ χπιοκεχμενχκά υπολογχσμένων πχθανοτήτων βασανχ'ζεχ τώρα το μυαλό του επχθεωρητή καχ τον οδηγεχ' προς δχάφορες κατευθχίνσεχς. To θεώρημα του Bayes υποτχ'θεταχ πως τον βοηθά να καταλήξεχ σε ένα τελχκό συμπέρασμα.
* «Αιδεσιμότατος Green» είναι το όνομα ενός από τους χαρακτήρες του παιχνιδιού Clu-edo nou πωλείται στη Βρετανία (τη χώρα καταγωγής του), στην Αυστραλία, στην Ινδία και σε όλες τ\ς άλλες αγγλόφωνες περιοχές, εκτός από τη Βόρεια Αμερική, όπου παρα-δόξως γίνεται «κύριος Green».
132

To εν λόγω θεώρημα συνιστά μια μαθηματική μηχανή, η οποχα, συνδυάζο-ντας πολλές εκτιμήσεις πιθανότητας, καταλήγει σε κάποια τελική ετυμηγο-ρΐα, που έχει επΐσης τη δική της αρχθμητική τιμή πιθανότητας. Φυσικά, ο τελικός υτιολογισμός δεν μπορεί να είναι περισσότερο έγκυρος ατι' ό,τι οι αρχχκοί αριθμοί με τους οποχους τροφοδοτήθηκε. Εντούτοις, οι σχετικές εκτιμήσεις εχ'ναι συνήθως υποκειμενικές, και συνεπώς συνοδεύονταχ ανα-πόφευκτα από αβεβαιότητα. Εδώ μπορεχ' να εφαρμοστεί η αρχή «άχρηστα στην είσοδο, άχρηστα στην έξοδο», σύμφωνα με την οποία, αναξχόπιστα δεδομένα εισόδου παράγουν αναξιόπιστα δεδομένα εξόδου —αν και, στην περίπτωση του Unwin, το ρήμα «εφαρμοστεί» κρίνεται εξαιρετχκά επχεχκές όσον αφορά το παράδειγμά του γχα τον θεό.
Ο Unwin είναι σύμβουλος διαχεΐρχσης κινδύνου, ο οποιος διακηρύσσεχ τη χρησιμότητα της εφαρμογής του θεωρήματος του Bayes έναντι αντίπα-λων στατισηκών μεθόδων. Επεξηγεί το συγκεκριμένο θεώρημα επχλέγοντας όχι ένα φόνο αλλά τη μεγαλύτερη δοκχμασπκή περίπτωση όλων των επο-χών, την ύπαρξη του Θεού. Καταπιάνεται με το σχέδιό του ξεκινώντας από την αττόλυτη αβεβαιότητα, την οποία αποφασίζει να ποσοτικοποιήσει απο-δίδοντας αρχική πιθανότητα 50% τόσο στην ύπαρξη όσο και στη μη ύπαρ-ξη του Θεού. Κατόπιν απαριθμεί έξι δεδομένα, τα οποία ενδέχεται να σχε-τίζονται με το ζήτημα, ορίζει γχα το καθένα έναν αριθμητχκό συντελεστή στάθμισης, εισάγεχ τους έξχ αρχθμούς στη μηχανή του θεωρήματος καχ πε-ρχμένεχ να δεχ ποιος αριθμός θα προκύψει. Επαναλαμβάνω ότι το πρό-βλημα έγκειται στο ότι οι έξι συντελεστές στάθμισης δεν αποτελοιίν ποσό-τητες που έχουν μετρηθεί αλλά απλώς προσωπικές κρίσεις τού Stephen Unwin, οι οποΐες έχουν μετατραπεί σε αριθμούς χάριν της άσκησης και μόνο. Τα έξι δεδομένα είναχ τα εξής:
Ι.Έχουμε μια αίσθηση του ηθικώς ορθού.
2. Οι άνθρωποχ κάνουν ανήθικες πράξεις (ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Σαντά]ΐ Χουσεΐν).
3. Η Φύση κάνει κακά πράγματα (σεισμούς, τσουνάμι, τυφώνες).
4/Ισως οχτμβαίνουν μχκρά θαύματα (έχαοα τα κλειδιά μου και τα ξαναβρή-
κα).
5. Ίσως συμβαίνουν μεγάλα ΰαύματα (ο Ιησούς μπορεί να αναστήθηκε εκ
νεκρών).
6. Οι άνθρωποι βιώνουν θρησκειχιικές εμπειρίες.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ TOY θΕΟΥ
133
Όποια κι αν είναι η αξία της (μηδενική, κατά τη γνώμη μου), αυτή η αμ-φίρροπη μπε'χ'ζχανή κούρσα —κατά την οποία ο Θεός αρχχκά ξεχύνεται μπροστά σαν φαβορί, ύσιερα μένει τπ'σω, κατόπιν ξανασκαρφαλώνεχ με νύ-χια και με δόντια στο 50% απ' όπου ξεκΐνηοε— καταλήγει με τον Θεό να απολαμβάνει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τού Unwin, πιθανότητες ιίπαρξης 67%. Ο Unwin αποφασΐζει κατόπιν ότι η μπεϊζιανή ετυμηγορία του για την πχθανότητα 67% δεν είναχ αρκετά υψηλή, οπότε κάνει ένα παράξενο βήμα καχ την ανεβάζει στο 95% με μια κατεπείγουσα ένεση «πίστης». Ακούγεται σαν ανέκδοτο, αλλά αυτός ακριβώς είναχ ο τρόπος με τον οποίο προχωρεί. Μακάρι να μπορούσα να εξηγήσω πώς τον τεκμηριώνει, αλλά αδυνατώ να πω οτιδήποτε. Έχω ξανασυναντήσει τούτο το είδος παραλογισμού, όταν προκάλεσα θρήσκους —αλλά κατά τα άλλα ευφυείς επιστήμονες— να αι-τιολογήσουν την πίστη τους, ενώ παράλληλα παραδέχονταν ότι δεν υττήρ-χαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να την υποστηρίζουν, οπότε πήρα την απάντηση: «Ομολογώ ότι δεν υπάρχουν αποδεχ'ξεχς. Υπάρχει λόγος που ο-νομάζεται "πίστη"» (με την τελευταία πρόταση να εκφέρεταχ με σχεδόν ωμή βεβαιότητα, χωρίς ίχνος απολογίας ή άμχτνας).
Ανατιάντεχα, ο κατάλογος των έξχ προτάσεων του Unwin δεν περχλαμβά-νει το επιχείρημα εκ του σχεδΐου, ούτε κάποια από τις πέντε «αποδείξεις» του Ακινάτη, ή οποιοδήποτε από τα διάφορα οντολογικά επχχειρήματα. Δεν θέλει δοσοληψίες μαζί τους —δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στον αριθμητικό του υπολογισμό της τπθανότητας ύπαρξης του Θεού. Τα πραγ-ματεύεταχ μεν, αλλά, σαν καλός στατιστικολόγος, τα απορρίπτεχ ως κενά νοήματος. Νομίζω ότι αυτό είναχ προς τιμήν του, μολονότι ο λόγος γχα τον οποίο απορρίπτεχ το επχχεχρημα του σχεδχ'ου δχαφέρεχ από τον δικό μου. Τα ετπχεχρήματα όμως που αφήνεχ να περάσουν την μπε'χ'ζχανή πύλη του είναχ —κατά τη γνώμη μου— εξίσου ανίσχυρα. Με άλλα λόγχα, οχ χχποκεχ-μενχκοχ' οχτντελεστές πχθανότητας που θα προσέδχδα εγώ δχαφέροχτν από τους δχκούς του, αλλά σε τελχκή ανάλυση ποιος νοιάζεται γχα τχς όποχες υ-ποκεχμενχκές κρίσεχς; Ο Unwin ττχστεύει ότχ, επεχδή έχουμε μχα αίσθηση γχα το σωστό καχ το λάθος, τοχίτο μετρά χτπέρ του Θεού, ενώ εγώ δεν κατα-λαβαίνω γχατχ' κάτχ τέτοχο θα έπρεπε να τον μετακχνήσεχ προς οποχαδήηο-τε κατεύθυνση από την αρχχκή αναμενόμενη πχθανότητα. Στα Κεφάλαχα 6 καχ 7 θα δεχ'ξω ότχ δεν εχναχ δχινατόν να υποστηριχθεχ' πεχστχκά πως η αί-σθησή μας γχα το σωστό καχ το λάθος έχεχ οποχαδήποτε σχέση με την ύ-παρξη κάποχας υπερφυσχκής θεότητας. Όπως οχτμβαχνεχ καχ με την χκανό-τητά μας να εκτχμάμε ένα κουαρτέτο τού Μπετόβεν, η αίσθησή μας γχα το καλό (μολονότχ όχχ απαραχτήτως καχ η προθυμία μας να το πράξουμε) θα ήταν χ'δια, με ή χωρχ'ς τον Θεό.
Από την άλλη πλευρά, ο Unwin νομίζεχ ότχ η ιίπαρξη του κακού —χδχ-
134

αίτερα οι φυσχκές καταστροφές όπως οι σεχσμοί και τα τσουνάμι— μετρά ισχυρά εναντίον των πιθανοτήτων να υπάρχει Θεός. Σε αυτό το σημείο, η εκτίμηση του Unwin έρχεται σε αντίθεση με τη δχκή μου, αλλά συμφωνεί με εκείνη πολλών ευρισκόμενων σε αμηχανία θεολόγων. Η «θεοδικία» (η υ-περάσπιση της θείας πρόνοιας παρά την ύπαρξη του κακού στον Κόσμο) κρατά τους θεολόγους άγρυπνους τις νύχτες. Στο έγκυρο Oxford Companion to Philosophy (Βοήθημα φιλοσοφίας της Οξφόρδης) αναφέρεται ότχ το πρόβλημα της ύπαρξης του κακού εχ'ναχ «το πχο χσχυρό επιχείρημα ενάντια στον παραδοσιακό θε'χσμό». Πρόκεχταχ όμως γχα ένα επχχεχρημα που στρέ-φεταχ απλώς κατά της ύπαρξης ενός καλού, αγαθού Θεού. Η αγαθότητα δεν αποτελεχ' απαραχ'τητο στοχχείο του ορισμον της Υπόθεσης γχα την'Υ-παρξη του Θεού —αποτελεί απλώς ειιιθυμητή προσθήκη.
Ομολογουμένως, οχ άνθρωποχ με κάποχα θρησκευτική ροπή έχουν συχνά τη χρόνχα ανχκανότητα να δχακρχνουν το ορθό από εκείνο που θα ήθελαν να εχναχ ορθό. Αλλά γχα έναν πχο καλλχεργημένο πιστό —που πιστεύει σε κά-τιοια υπερφυσική διάνοια—, η υπέρβαση του προβλήματος του κακού στον Κόσμο είναι παιδαριωδώς εύκολη. Απλώς υποθέστε ότι υπάρχει ένας κακο-προαίρετος θεός —όπως εκεΐνος που ελλοχεύει πίσω από κάθε σελίδα της Παλαιάς Διαθήκης. 'Η, αν προτιμάτε, επχνοήστε έναν ξεχωρχστό, μοχθηρό θεό, ονομάστε τον Σατανά, και αποδώστε την ύπαρξη του κακού στην κο-σμική μάχη του με τον καλό θεό.Ή —ως ακόμη mo εξεζητημένη λύση— υποθέστε ότι υπάρχει ένας θεός που έχει πιο σημαντικά πράγματα να κά-νει από το να σκοτίζεται για την ανθρώπινη δυστυχία.Ή διατυπώστε την υ-πόθεση ενός θεού που δεν αδιαφορεί για τα ανθρώπινα δεινά μεν, αλλά τα θεωρεί απαραίτητο τίμημα γχα την ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης μέσα σε έναν εύτακτο καχ νομοτελή κόσμο. Πολλοί θεολόγοι αποδέχοηαι αφε-λώς όλες τις παραπάνω εκλογικεύσεχς.
Για όλους αυτούς τους λόγους, αν ετταναλάμβανα εγώ τη βασισμένη στο θεώρημα του Bayes άσκηση του Unwin, ούτε το πρόβλημα του κακού οιίτε ξητήματα ηθικής θα με μετακινούσαν, είτε προς τη μία κατεύθυνοη είτε προς την άλλη, από τη μηδενική υπόθεση (το 50% του Unwin). Δεν θέλω όμως να επιχειρηματολογήσω επ' αυτού, διότι ούτως ή άλλως οι προσωπι-κές απόψεις δεν με ενθουσιάζουν, είτε πρόκειται για του Unwin είτε για τις δικές μου.
Υπάρχει όμως ένα πολύ ισχυρότερο επιχεΐρημα, το οποίο δεν εξαρτάται από υποκειμενικές κρίσεις: το επιχείρημα της απιθανότητας. Τούτο πράγ-ματι μας μεταφέρει με δραστικό τρόπο μακριά από τον αγνωσηκισμό τού 50% —είτε προς το άκρο του θεϊσμού, σύμφωνα με την άποψη πολλών θεϊ-στών, είτε προς το άκρο του αθεϊσμού, κατά τη δική μου. Έχω ήδη κάνει αρκετές νύξεις σχετχκά. To όλο επιχείρημα στρέφεται γύρω από το γνωστό
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΑΡΒΗΣ TOY θΕΟΥ
135
ερώτημα «ποιος δημιούργησε τον Θεό;», το οποίο ot τιερισσότεροι σκεπτό-μενοι άνθρωποι θέτουν από μόνοι τους. Η οργανωμένη πολυπλοκότητα δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει κάτιοιου σχεδιαστή Θεού, διότι ένας Θεός ι-κανός να σχεδιάσει οτιδήποτε θα ήταν επίσης επαρκώς πολύπλοκος ώστε να απαιτεί μια ειδική εξήγηση ο χδιος. Η ίδια η έννοια του Θεού οδηγεί σε μια άπειρη αναδρομή, από την οποία ούτε ο Θεός δεν μπορεί να μας βοη-θήσει να διαφύγουμε. Αστό το επιχείρημα, όπως θα δείξω στο επόμενο κε-φάλαιο, καταδεικνύει ότι ο Θεός, μολονότι τεχνικώς ανεπίδεκτος διάψευ-σης, αποτελεί ένα πολύ, μα παρα πολύ απίθανο ενδεχόμενο.

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ
Οι ιερείς των όιάφορων θρησκεντικών αιρέσεων [...] τρέμονν
την πρόοόο της επιατήμης, όπως οι μάγισσες τρέμονν τον ερχομό
της αυγής, και δυσανασχετούν απέναντι στο μοιραίο άγγελμα που
προμηνύει τον κατακερμαησμό της απάτης νπό την οποία ζουν.
—THOMAS JEFFERSON
138

To Έσχατο Μπόινγκ 747
To επιχείρημα της ατπθανότητας είναι καίριας σημασίας. Στην παραδοσια-κή εκδοχή του επιχειρήματος υπέρ χου σχεδίου, αποτελεί σήμερα το πλέ-ον προσφιλές επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του Θεού και θεωρείται απο-λύτως τιειστικό από έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό θεϊστών. Πρόκειται όντως για ένα πολύ ισχυρό και, υποψιάζομαι, αποστομωτικό επιχείρημα —αλλά προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που έχουν κατά νου οι θεϊστές: To επιχείρημα της απιθανότητας, εάν αναπτυχθεΐ σωστά, καταλήγει σχεδόν να αποδεικνύει ότι αποκλείται να υπάρχει Θεός. Ονομά-ζω «ελιγμό του Έσχατου Μπόινγκ 747» τη στατισπκή απόδειξη ότι ο Θεός σχεδόν σίγουρα δεν ιπιάρχει.
Η ονομασία προέρχεται από ένα ευφυολόγημα του Fred Hoyle (δεν είμαι σίγουρος εαν το διατύπωσε ποτέ ο ίδιος γραπτώς, αλλά πάντως ο στενός συνεργάτης του Chandra Wickramasinghe το αποδίδει σε αυτόν).58 Ο Hoyle λονπόν είπε όχι η πιθανότητα για την ανάδυση ζωής στη Γη είναι μικρότερη από την πιθανότητα να συναρμολογηθεί ένα Μπόινγκ 747 από τον τυφώνα ιιου θα σαρώσει κάποιο χώρο με παλιοσίδερα. 'Αλλοι έχουν δανειστεί την ίδια μεταφορά για να αναφερθούν στη μεταγενέστερη εξέλιξη σύνθετων έμβιων όντων (όπου όμως η εφαρμογή της είναι λιγότερο επιτυχής): Οι πι-θανότητες να «συναρμολογηθεί» ένα πλήρως λειτουργικό άλογο, ένα σκα-θάρι ή μια στρουθοκάμηλος με τυχαχ'α μείξη των συστατικών μερών τους είναι όσες και στην περχπτωση του Μπόινγκ 747. Με δυο λόγια, πρόκειται για το αγαπημένο επιχείρημα των δημιουργιστών —ένα επιχείρημα που μπορεί να προβάλει μόνο όποιος δεν κατανοεί τις βασικές αρχές της φυσι-κής επιλογής• όποιος νομίζε\ ότ\ η φυσική επιλογή εννατ μια θεωρία του τυ-χαίου, ενώ —με την ορθή έννοια του τυχαίου— πρόκειται για το αντίθετο.
Η κακή χρήση του ετπχειρήματος της απιθανότητας ατιό τους δημιουρ-γιστές παίρνει πάντα την ίδια γενική μορφή, και τούτο δεν αλλάζει εάν ένας δημιουργιστής επιλέγει την πολιτικά βολική μεταμφΐεση του «ευφυ-ούς σχεδίου».* Κάποιο παρατηρούμενο φαινόμενο —συχνά ένας ζωντανός οργανισμός ή κάποιο από τα συνθετότερα όργανά του, μολονότι θα μπο-ρούσε να είναι οτιδήποτε, από ένα μόριο μέχρι το ίδιο το Σύμπαν— δικαΐ-ως προκαλεί θαυμασμό ως στατιστικώς απίθανο. Μερικές φορές χρησιμο-ποιείται η γλώσσα της θεωρίας πληροφορίας: ο δαρβινιστής καλεάαι να εξηγήοει την πηγή όλων των πληροφοριών στην έμβια ύλη, με την τεχνική
* To ευφυές σχέδιο έχει χαρακτηριστεί, όχι Km τόσο ευγενικά, ως δημιουργισμός με φτηνό σμόκιν.
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
139
έννοια του πληροφοριακού περιεχομένου ως μέτρου της απιθανότητας. 'Η, αλλιώς, το επιχείρημα μπορεί να ειιικαλείται το χιλιοειπωμένο σύνθημα των οικονομολόγων: δεν υφίσταται δωρεάν γεύμα —και ο δαρβινισμός κα-τηγορείται ότι προσπαθεί να εξαγάγει κάτι από το τίποτε. Στην πραγματι-κότητα, όπως θα δείξω σε τούτο το κεφάλαιο, η δαρβινική φυσική επιλογή είναι η μόνη γνωστή λύση στο κατα τα άλλα άλυτο αίνιγμα της προέλευ-σης της πληροφορίας. Αντιθέτως, η Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού εί-ναχ εκείνη που προσπαθεί να εξαγάγει κάτι από το τίποτε. Ο Θεός προσπα-θεί και να έχει ακέραιο το δωρεάν γεύμα του και να είναι χορτάτος. Όσο στατιστχκώς απίθανη και να είναι η οντότητα που προσπαθείτε να εξηγή-σετε επικαλούμενοι ένα σχεδιαστή, ο ίδιος ο σχεδιαστής θα πρέπει να είναι τουλάχιστον εξίσου απίθανος. Ο Θεός είναι το Έσχατο Μπόινγκ 747.
To επιχείρημα της απιθανότητας υποδηλώνει ότι πολύπλοκα πράγματα δεν μπορεί να έχουν σχηματιστεί τυχαία. Αλλά πολλοί ορίζονν το νόημα της φράσης «έχουν σχηματιστεί τυχαία» ως συνώνυμο της φράσης «έχουν σχη-ματιστεί απουσία σκόπιμου σχεδΐου». Εύλογα, λοιπόν, θεωρούν την απιθα-νότητα ως ένδειξη για την ύπαρξη σχεδίου. Η δαρβινική φυσική επιλογή δείχνει πόσο λανθασμένο είναι τούτο το σκεπτχκό όσον αφορά την απιθα-νότητα στη βιολογία. Και μολονότι ο δαρβινισμός δεν σχετίξεται άμεσα με τον άψυχο κόσμο —με την κοσμολογία, παραδείγματος χάριν—, μας κάνει να σχτνειδητοποιούμε ζητήματα σε περιοχές πέρα από τον αρχικό τομέα του, τη βιολογία.
Κατανοώντας το δαρβινισμό, μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε με επχφυ-λακτικότητα την εύκολη υπόθεση ότχ το σχέδιο είναι η μοναδχκή εναλλα-κτική περίπτωση απέναντι στο τυχαίο, και επίσης μαθαίνουμε να αναζητά-με βαθμίδες αργά και κλχμακωτά αυξανόμενης πολυπλοκότητας. Πριν από τον Δαρβίνο, φιλόσοφοι όπως ο Χιουμ κατανοούσαν το γεγονός ότι η απι-θανότητα της εμφάνισης ζωής δεν σήμαινε απαραίτητα και ότι σχεδιάστη-κε, ωστόσο δεν μπορούσαν να φανταοτούν κάποια εναλλακτική λύση. Με-τά τον Δαρβίνο, όλοι θα πρέπει να είμαστε, μέχρι τα μύχια της ύπαρξής μας, καχύποιηοι απέναντι στην ιδέα του σχεδίου καθαυτήν. Η πλάνη του σχεδίου είναι μια παγίδα στην οποία έχουμε πέσει καχ παλαιότερα, και θα έπρεπε πλέον, αφότου ο Δαρβίνος συνέβαλε στην αφύπνιση της συνεχδη-σής μας, να έχουμε αποκτήσει κάποια ανοσία. Μακάρι να το είχε επιτύχει για όλους μας αυτό.
140

Η φνσίκή επιλογή αφυπνίζει συνειδήσεις
Φανταστείτε αστροναύτες σε ένα δχαστημόπλοιο να αναπολούν με νοσταλ-γία: «Αχ, στη Γη έχουμε άνοιξη τώρα!». Ίσως να μη διακρίνετε αμέσως το πρόβλημα• τόσο βαθιά ριζωμένος είναι ο ασυνείδητος σοβινχσμός του βό-ρειου ημισφαιρίου σε όσους ζουν εκεί —αλλά ακόμη και σε κάποιους που ζουν πέραν αυτού. Η λέξη «ασυνεΐδητος» δεν επιλέχθηκε τυχαία: Εδώ α-κριβώς υπεισέρχεται η αφύπνιση της συνείδησης.Ίσως σας φαίνεται αοτείο το γεγονός ότι στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία μπορείτε να αγορά-σετε παγκόσμιους χάρτες με τον Νότιο Πόλο στην κορυφή του χάρτη, αλλά για σκεφθείτε το καλύτερα: Με τι θαυμάσιο τρόπο θα αφύττνχζαν συνειδή-σεις οι χάρτες τούτοι, αναρτημένοι στους τοίχους των σχολείων του βόρει-ου ημισφαιρίου μας! Κάθε μέρα θα θύμιζαν στα παιδιά ότι ο «Βορράς» απο-τελεί αυθαίρετη πολικότητα η οποία δεν μπορεί να μονοπωλεί το «πάνω». Ο χάρτης θα κινούοε την περιέργειά ιους και παράλληλα θα αφύτινχζε τις συνειδήσεις τους. Θα γύριζαν στο σπίτι και θα το έλεγαν στους γονείς τους —παρεμπιπτόντως, το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει ένας δάσκα-λος στα παιδιά είναι να τους δώσει κάτι το οποίο θα προκαλέσεχ έκπληξη στους γονείς τους.
Εκείνες που με έκαναν να αισθανθώ τη δύναμη της συνειδητοποΐησης ήταν οι φεμινίστριες: To «herstory» είναχ προφανώς γελοίο, και μόνο για το λόγο ότι το «his» (αυτού, του) στη λέξη «history» (ιστορία) δεν συνδέεται ετυμολογικά με την αρσενική κτητική αντωνυμία. Από ετυμολογική άπο-ψη, είναι εξίσου ανόητο όσο η απόλυση, το 1999, ενός αξιωματούχου στην Ουάσινγκτον διότι θεωρήθηκε ρατσιστικά προσβλητική η ατιό μέρους του χρήση του όρου «niggardly» (τσιγκούνικα).* Αλλά ακόμη καχ τέτοια εξω-φρενικά παραδείγματα όπως το «niggardly» ή το «herstory» καταφέρνουν να αφυτινίσουν τη συνείδηση.Όταν θα πάψουν να ορθώνονται οι φιλοσοφι-κές μας τρίχες και όταν θα έχουμε σταματήσει να γελάμε, το «herstory» θα μας δείξει την ιστορία από διαφορετική σκοπιά. Οι αντωνυμΐες που δηλώ-νουν φύλο αποτελούν την περιβόητη πρώτη γραμμή μιας τέτοιας αφύπνι-σης της συνείδησης. Αυτός ή αυτή πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του ή τον εαυτό της εάν η αισθητική του/της τού/τής επιτρέπει να γράφει με αυτό τον τρόιιο. Αλλά εάν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε το κραυγαλέο γλωσσι-κό ατόπημα, συνειδητοποιούμε τις ευαισθησίες της μισής ανθρώπινης φυ-
* Ο όρος προέρχεται από τα αρχαία σκανδιναβικά και ουδόλως σχετίζεται με το «nigger», που αποτελεί μειωτικό και προσβλητικό χαρακτηρισμό για τους μαύρους. Η ηχη-τική συνάφεια είναι παραπλανητική. (Σ.τ.μ.)
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
141
λής. Ο άνθρωτιος, η Ανθρωπότητα, τα δικαιώματα του ανθρώπου, όλοι οι άνθρωποι γεννχούνται ίσοι, κάθε άνθρωπος μχ'α ψήφος —η αγγλική γλώσσα πολύ συχνά φαίνεται να αποκλείει τη γυναίκα.*Όταν ήμουν νέος, ποτέ δεν διανοήθηκα ότι οι γυναίκες πχθανόν να αχσθάνονταν πως υποτιμούνται από μια απλή καχ οθώα φράση όπως «the future of man» (το μέλλον του ανθρώ-που). Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν, αφυπνίστηκε η συνεΐδηση όλων μας. Ακόμη και όσοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το «man» αντχ' για το «human», το κάνουν με ενσυνείδητα απολογητικό πνεύμα —ή με επιθετι-κότητα, σε υποστήριξη της παραδοσιακής γλώσσας, ή ακόμη και σκόπιμα, ιιροκειμένου να εκνευρίσουν τις φεμινίστριες. Όλοι όσοι ζουν στο Zeitgeist (βλ. Κεφάλαιο 7) έγχναν mo συνειδητοποιημένοι, ακόμη και όσοι από πεί-σμα επιλέγουν να ανπδρούν αρνητικά και να διπλασιάζουν τις προσβλητι-κές εκφράσεις.
Ο φεμινισμός μάς δείχνει τη δύναμη της συνειδητοποίησης, και θέλω να δανειστώ την τεχνχκή του για τη φυσική επιλογή επίσης. Η φυσική επιλο-γή δεν εξηγεί μόνο το σύνολο της ζωής• μας κάνει επίσης να συνειδητοποι-ήσουμε τη δύναμη της επιστήμης να εξηγεί τη δυνατότητα ανάδυσης ορ-γανωμένης πολυπλοκότητας από απλά αρχικά στάδια χωρίς καμία σκόπιμη καθοδήγηση. Η πλήρης κατανόηση της φυσικής επιλογής μάς ενθαρρύ-νει να προχωρήσουμε τολμηρά σε άλλους τομείς. Ενισχύει την καχυποφία μας, σε εκείνους τους άλλους τομείς, απέναντι στις απατηλές εναλλακτικές ιιροτάσεις οι οποίες κάποτε, στην προ Δαρβίνου εποχή, παραπλανούσαν τη βιολογία. Ποιος μπορούσε να φανταστεί, ηριν από τον Δαρβίνο, ότι κάτι τόσο φανερά σχεόιασμένο όπως η φτερούγα μιας λχβελούλας ή το μάτι ενός αετού αποτελοιίν στην πραγματικότητα το τελικό προϊόν μιας μακράς σει-ράς όχι τυχαίων αλλα καθαρά φυσχκών αιτίων;
Η συγκινητική και διασκεδαστχκή περιγραφή τού Douglas Adams για τον δικό του «προσηλυτισμό» στον ριζοσπαοτικό αθεϊσμό —ειιέμενε στο «ριζο-σπαστικός» ώστε να μη θεωρηθεί λανθασμένα αγνωστικιστής— σι^ιστά μαρτυρια της δύναμης του δαρβχνισμού ως παράγοντα συνειδητοποίησης. Ελπίζω να μου συγχωρηθεί η φανερή αυταρέσκεια του ακόλουθου αποσπά-σματος. Ο λόγος που το παραθέτω εΐναι ότι ο προσηλιχπσμός τού Douglas εξαπχας των προηγούμενων βχβλχων μου —τα οποία δεν είχαν πρόθεση να
* Ύα κλασικά λατινικά και ελληνικά ήταν καλύτερα εφοδιασμένα. Στην πρώτη τους ση-μασία, to λατινικό homo (ελληνικά: άνθρωπος) σημαΐνει ανθρωπος, σε αντίθεση με το vir (ανήρ) που σημαίνει άντρας και to femina (γννή) που σημαίνει γυναίκα. Έτσι, ο όρος ανθρωπολογία αφορά όλη την ανθρωπότητα, ενώ η ανδρολογία και η γυναικολογία είναι κλάδοι της ιατρικής που δηλώνουν αποκλειστικά το φύλο. [Από την άλλη, στα αγγλικά, ο όρος «άνθρωπος» (human) συμιτίπτει με τον όρο «άντρας» (man). (Σ.τ.μ.)]
142

προσηλυτίσουν κανέναν— με ενέπνευσε να αφιερώσω τούτο το βιβλίο —το οποίο όντως έχει αυτή την πρόθεση!— στη μνήμη του. Σε μια συνέ-ντευξη, η οποΐα ανατυπώθηκε μετά θάνατον στο The Salmon of Doubt (O σολομός της αμφιβολίας), ρωτήθηκε από ένα δημοσιογράφο πώς έγινε άθε-ος. Άρχισε εξηγώντας πώς έγινε αγνωοτικιστής, και μετά συνέχισε:
Και σκεπτόμουν πάλι και πάλι και πάλι. Αλλά δεν διέθετα αρκετά στοι-χεία για να συνεχίσω, οπότε δεν κατέληξα ουσιαστικά σε καμία απόφα-ση. Οι αμφιβολίες μου για την ιδέα του Θεού ήταν εξαιρετικά μεγάλες, ωστόσο δεν γνώριζα όσα έπρεπε ώστε να διαθέτω ένα καλό λειτουργι-κό μοντέλο οποιασδήποτε άλλης εξήγησης —για τη ξωή, το Σύμπαν και τα πάντα. Αλλά επέμεινα, και συνέχισα να διαβάζω και να σκέπτο-μαι. Κάποια σπγμή, όταν είχα κλεχ'σει τα τριάντα, γνώρισα την εξελι-κτική βιολογία, κυρίως μέσα από τα βιβλία τού Richard Dawkins, το The Selfish Gene (To εγωισπκό γονίδιο)* και το The Blind Watchmaker (O τυφλός ωρολογοποιός),** και ξαφνικά (νομίζω όταν διάβαζα για δεύ-τερη φορά το Εγωιστικό γονίδιο) όλα μπήκαν στη θέση τους. Η σύλλη-ψη ήταν εκπληκτικά απλή, αλλά εξηγούσε με φυσικό τρόπο όλη την ά-πεχρη πολυπλοκότητα της ξωής, μπροστά στην οποία νιώθουμε τόση αμηχανία. To δέος που μου ενέπνευσε έκανε το δέος στο οποίο αναφέ-ρονται οι άνθρωποι σε σχέση με τη θρησκευτική εμπειρία να μοιάζει, ειλικρινά, οχτγκριτικά ανόητο. Σε κάθε περίπτωση, θα προτιμούσα το δέος της κατανόησης αντί για το δέος της άγνοιας.59
Η εκπληκτικά απλή σύλληψη στην οποΐα αναφερόταν δεν είχε, φυσχκά, καμΐα σχέση με εμένα. Επρόκειτο για τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης μέσω φυσικής επιλογής —τον υπέρτατο επιστημονικό παράγοντα συνειδη-τοποίησης. Douglas, μου λείπεις! Υπήρξες ο πιο έξυπνος, ο mo διασκεδα-στικός, ο mo ανοιχτόμυαλος, ο πιο εύστροφος, ο mo ψηλός και πιθανόν ο μοναδικός προσήλυτός μου. Ελπίζω ότι αυτό το βιβλίο θα σε έκανε ίσως να γελάσεις —αν και όχι τόσο όσο εσύ έκανες εμένα να γελάσω.
Ο Daniel Dennett ο φιλόσοφος που τυχαίνει να ξέρει κάτι από επιστήμη, επισήμανε το γεγονός ότι η εξέλιξη αντιστρατεύεταχ μία από τις αρχαιότε-ρες ιδέες μας: «Την ιδέα ότι απαιτείται κάτι μεγάλο και φανταστικά έξυπνο για να κατασκευάσει κάτι υποδεέστερο. To ονομάζω θεωρία τής στάγδην Δημιουργίας. Ποτέ δεν θα δείτε ένα δόρυ να κατασκευάζει έναν κατασκευ-
* Κάτοπτρο, υπό έκδοση ο τριακονταετής επετειακός τόμος. (Σ.τ.μ.)
** Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, 1994 (πρώτη έκδοση), 2001 (δεύτερη έκδοση). (Σ.τ.μ.)
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ 143
αοτή δοράτων. Ποτέ δεν θα δεχ'τε ένα αλογοπέταλο να κατασκευάζει έναν πεταλουργό. Ποτέ δεν θα δείτε ένα αγγείο να κατασκευάζεΐ έναν αγγειο-πλάστη».60 Η ανακάλυψη από τον Δαρβίνο μιας λειτουργικής διαδικασίας, η οποία επιτυγχάνει ακρχβώς αυτό το τόσο αντχ'θετο στη δχαίσθησή μας, εχ'-ναχ εκεχ'νο που καθχστά τόσο επαναστατική τη συμβολή του στην ανθρώπι-νη σκέψη καχ τόσο χκανή οτο να αφυπνίζει συνειδήσεις.
Προξενεί εντύπωση το πόσο αναγκαία εχ'ναι μχα τέτοχα αφύπνχση της συ-νείδησης, ακόμη καχ γχα εξαχρετχκούς επχστήμονες άλλων τομέων εκτός ατιό τη βχολογχ'α. Ο Fred Hoyle ιπιήρξε λαμπρός φυσχκός καχ κοσμολόγος, ωστόσο η παρανόησή του σχετχκά με το Μπόχνγκ 747, καθώς καχ άλλα σφάλματα στη βχολογχ'α —όπως η απόπειρά του να απορρχ'ψεχ το απο-λίθωμα του Archaeopteryx (αρχαχοπτέρυξ) ως απάτη—, υποδηλώνεχ ότχ η συνείδησή του χρεχαζόταν αφύπνιση με μχα παρατεταμένη έκθεση στον κό-σμο της φυσχιαίς επχλογής. Σε διανοητχκό εηϊπεδο, υποθέτω ότχ κατανοού-σε τη φυσχκή επχλογή. Αλλά χ'σως χρεχάζεταχ να εμποτχστεχ' κανεχ'ς με τη φυσχκή επιλογή, να βυθχστεχ' σε αυτή, να κολυμπήσεχ μέσα της, πρχν μπο-ρέσεχ να εκτχμήσεχ αληθχνά τη διίναμή της.
'Αλλες επχστήμες αφυπνίξουν τη σιχνείδησή μας με δχαφορετχκούς τρό-πους. Η επχστήμη τού Fred Hoyle, η αστρονομχ'α, μας βάζεχ στη θέση μας, τόσο μεταφορχκά όσο καχ κυριολεκτχκά, συρρχκνώνοντας τη ματαιοδοξία μας ώστε να χωρέσει στη μικροσκοπική σκηνή όπου διαδραματίζεται η ζωή μας —τη δική μας κουκκίδα ανάμεσα στα θραύσματα της κοσμικής έκρη-ξης. Η γεωλογία, η οποία μάς θυμίζει τη μικρή διάρκεια της ύπαρξής μας τόσο ως ατόμων όσο και ως είδους, αφύπνισε τη συνείδηση του John Rus-kin κάνοντάς τον να δηλώσει σπαρακτικά το 1851: «Ας με άφηναν ήσυχο οι γεωλόγοι, και θα τα κατάφερνα πολύ καλά, αλλά εκείνα τα φρικτά σφυριά! Ακούω τους χτχίπους τους στο τέλος κάθε απαγγελίας των στίχων χης Βί-βλον». Η εξέλιξη μας αφυπνίζει παρόμοχα ως προς την αχσθηση του χρόνου —καχ τοχίτο εχ'ναχ εύλογο, δεδομένου ότχ λεχτουργεχ' σε γεωλογχκή χρονχ-ιαί ΐίλχ'μακα. Αλλά η δαρβχνχκή εξέλχξη, εχδχκά η φυσική επιλογή, επιτυγχά-νει κάτι περισσότερο. Συντρίβει την πλάνη του σχεδίου στο πεδίο της βι-ολογίας και μας διδάσκει να είμαστε καχΰποπτοι απέναντι σε κάθε εΐδος ιπιοθετικού σχεδίου στη φυσική και την κοσμολογία επίσης. Νομίζω ότι ο φυσικός Leonard Susskind είχε αυτό κατά νου όταν έγραφε: «Δεν είμαι ι-στορικός, αλλά θα τολμήσω να εκφέρω μια γνώμη: η σύγχρονη κοσμολογΐα στην πραγματικότητα άρχισε με τον Δαρβχνο και τον Wallace. Σε αντίθεση με κάθε άλλον πριν από αυτούς, προσέφεραν εξηγήσεις για την ύηαρξή μας οι οποίες απέρριπταν κάθε υτιερφυσική δύναμη [...]. Ο Δαρβίνος και ο Wallace καθιέρωσαν ένα μέτρο όχι μόνο γχα τις επιστήμες της ζωής αλλά και για την κοσμολογία».61 Άλλοι φυσικοί επιστήμονες που δεν χρειάζονται κα-
144
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑ1Ή
θόλου μχα τέτοχα αφύπνιση της συνείδησής τους εχναχ ο Victor Stenger —συνχστώ θερμά το βιβλίο του Has Science Found God? (Ανακάλυψε n ετη-στήμη τον Θεό;) (η απάντηση εχ'ναι όχχ)*— καχ ο Peter Atkins, το βχβλίο του οποίου Creation Revisited (Η Δημχουργία —αναθεωρημένη)** είναχ το αγαπημένο μου έργο «επιστημονικής πρόξας».
Συνεχώς με εκπλήσσουν εκεχ'νοχ οι θεχστές οχ οποίοι, κάθε άλλο παρά συνειδητοποιημένοι με τον τρόπο που εγώ προτεχ'νω, φαίνεται να εξυμνούν τη φυσική επιλογή ως «τον τρόπο του Θεού γχα την επχτευξη των δημχουρ-γημάτων Του». Επχσημαίνουν ότχ η εξέλιξη μέσω φυσχκής ετπλογής θα ήταν πολύ εύκολος καχ αποτελεσματικός τρόπος γχα τη Δημχουργία ενός Κό-σμου γεμάτου ζωή. Ο Θεός δεν θα χρειαζόταν να κάνεχ τχ'ποτε απολύτως! Ο Peter Atkins, στο βχβλίο που προανέφερα, οδηγεχ' αυτή τη σκέψη σε μχα ευλογη κατάληξη όπου ο Θεός απουσχάξεχ, όταν δέχεταχ έναν υποθετχκό οκνηρό Θεό ο οποχ'ος προσπαθεχ' να τα καταφέρεχ κάνοντας όσο το δυνατόν λχγότερα προκεχμένου να δημχουργήσεχ ένα Σύμπαν με ζωή. Ο οκνηρός Θεός τού Atkins εχναχ πχο οκνηρός καχ από τον Θεό των πιστών του Διαφω-τχσμού του 18ου αχώνα: deus otiosus—κυριολεκτχκά, Θεός εν αργία, ανεπάγ-γελτος, άνεργος, περιττός, άχρηστος. Βήμα βήμα, ο Atkins επιτυγχάνει να μειώσει το μέγεθος της εργασίας που πρέπει να εκτελέσει ο οκνηρός Θεός, ώσπου τελικά καταλήγει να μην κάνει τίποτε: θα μηορούσε κάλλιστα να μη σκοτιστεί αν θα ιπιάρξεχ. Στη μνήμη μου ξωντανεύει το διεισδυτικό παρά-πονο του Γοιίντι Αλεν: «Εαν αποδειχθεί ότι υπάρχει Θεός, δεν πιστεύω πως θα εΐναι κακός. To χειρότερο πάντως που μπορείς να πεις γι' αυτόν είναι ότι βασικά αποδεικνύεται κατώτερος των προσδοκιών».
Μη αναγώγψη πολνπλοκότητα
To μέγεθος του προβλήματος που έλυσαν ο Δαρβίνος και ο Wallace ξεπερ-νά κάθε περιγραφή. Θα μπορούσα να αναφέρω, για παράδειγμα, την ανατο-μία, την κυτταρική δομή, τη βχοχημεία και τη συμπερκρορά κυριολεκτικά κάθε ζωντανου οργανισμού. Αλλά τα πιο εκπληκτικά κατορθώματα ενός φαινομενικού σχεδιασμού είναι εκείνα τα οποία —για ευνόητους λόγους— επιλέγονται από τους δημιουργιστές συγγραφείς —εντελώς ειρωνικά, εγώ
* Βλ. επΐσης to βιβλίο του God, the Failed Hypothesis: How Science Shows that God Does Not Exist (Θεός, n υπόθεση που απέτι«ε. Πώς n επιστήμη δείχνει ότι Θεός δεν υπάρ-χει) (2007). ** Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, 1996. (Σ.τ.μ.)
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
145
επιλέγω τα δικά μου σπό ένα βιβλίο των δημιουργιστών. To βιβλχ'ο Life —How Did It Get Here? (Ζωή. Πώς έφτασε εδώ;), χωρίς όνομα συγγραφέα αλλά δημοσιευμένο από την εταιρεία Watchtower Bible and Tract Society* σε δεκαεξι γλώσσες και 11 εκατομμύρια αντίτυπα, προφανώς είναι σταθε-ρά πρώτο στις προτιμήσεις, διότι τουλάχιστον έξι από αυτά τα αντίτυπα έχουν σταλεί σε εμένα —ανεπιθύμητα δώρο καλοθελητών από ολόκληρο τον κόσμο.
Διαλέγοντας στην τύχη μία σελίδα από το εν λόγω ανώνυμο και απλό-χερα διανεμόμενο έργο, βρίσκουμε ένα απόσπασμα του σερ David Attenbo-rough, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ διαβάζουμε τα εξής γχα τον πυριτόσπογ-γο Euplectella (ευπλεκτέλλα): «Όταν αντχκρίζετε τον πολύπλοκο σκελετό ενός σπόγγου —όπως του γνωστού ως ευπλεκτέλλα—, ο οποίος σχηματχ'-ζεταχ από σκληρίτες δχοξειδίου του πυριτίου, η φαντασία σαστχ'ζεχ. Πώς εχ'-ναχ δυνατόν οχονεχ' ανεξάρτητα μχκροσκοπχκά κύτταρα να συνεργάξονται ώστε να σχηματίζουν 1 εκατομμύρχο υαλώδεις αγκίδες και να κατασκευά-ζουν ένα τόσο πολυσύνθεΊΌ και όμορφο πλέγμα; Δεν γνωρίζουμε». Οχ συγ-γραφεχ'ς τής Watchtower σπεύδουν να προσθέσουν: «Αλλά γνωρίζουμε ένα πράγμα: Η τύχη δεν αποτελεί έναν πχθανό σχεδχαστή». Πράγματχ, η τχχχη δεν είναχ ο πχθανός σχεδχαστής —σε τοχ/το όλοχ μποροχίμε να συμφωνήσου-με. Η στατχστχκή απχθανότητα φαχνομένων όπως ο σκελετός της ευπλε-κτέλλας ουνχστά καχ'ρχο πρόβλημα το οποχ'ο οφεχλεχ να λύσεχ κάθε θεωρχα περχ' ζωής. Όσο μεγαλχ/τερη οτατχσπκή απχθανότητα συναντάμε τόσο πε-ρχσσότερο απομακρχίνεταχ το ενδεχόμενο να εχ'ναχ η λύση το τχιχαχο: αυτό σημαίνεχ απίθανο. Αλλά οχ χπιοψήφχες λύσεχς στο αίνχγμα του απίθανου δεν είναχ, όπως κακώς υπονοεχ'ταχ, το σχέδχο καχ η τχίχη. Εχ'ναχ το σχέδχο καχ η φυσχκή επχλογή. Η τχίχη δεν αποτελεί λύση, με δεδομένα τα πολύ xjxpnAa επχ'πεδα απχθανότητας τα οποχ'α παρατηρούμε στους ζωντανούς οργανχ-σμούς, καχ κανεχ'ς λογχκός βχολόγος δεν έχει προτείνει κάτι τέτοιο. Οι/τε το σχέδιο αποτελεί πραγματική λύση, όπως θα δούμε• τφος το παρόν, όμως, θέλω να επιμείνω στην ανάδειξη του προβλήματος που πρέπει να λύσει κά-θε θεωρία της ζωής: το πρόβλημα πώς να ξεφύγουμε από το τυχαίο.
Ξεφυλλίζοντας περαιτέρω το βιβλίο τής Watchtower, βρίσκουμε το θαυ-μάσχο φυτό Aristolochia trilobata (αριστολόχια η τρίλοβη), όλα τα τμήματα του οποίου φαίνεται να έχουν σχεδιαστεί με χάρη ώστε να παγιδεύουν έ-ντομα, να τα καλύτττουν με γύρη και να τα στέλνουν να βρουν μια άλΛη α-ριστολόχια. Η κομψή πολυπλοκότητα του άνθους ωθεί τους συγγραφείς
* Watchtower Bible and Tract Society: ίδρυμα των μαρτύρων τού Ιεχωβά στις ΗΠΑ• ανα-φέρεται εν συντομία και ως «Watchtower». (Σ.τ.μ.)
146
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
του βιβλίου τής Watchtower να ρωτήσουν: «Συνέβησαν όλα αυτά τυχαία; Ή συνέβησαν βάσει ευφυούς σχεδίου;». Για άλλη μία φορά, απαντάμε: φνσικά όχχ, δεν συνέβησαν τυχαία• και το ευφυές σχέδιο δεν είναι η κατάλληλη ε-ναλλακτική λύση απέναντι στο τυχαίο. Η φυσική επιλογή δεν αποτελεί α-πλώς μια οικονομική, εύλογη και κομψή λύση• είναχ η μόνη λειτουργική ε-ναλλακτική λύση απένανπ οτο τυχαίο η οποία προτάθηκε ποτέ. To ευφυές σχέδιο πλήττεται από την ίδια ακριβώς αντίρρηση η οποία προβάλλεται εναντίον του τυχαίου. Απλούστατα δεν αποτελεί εύλογη λύση στο αίνιγμα του στατισπκώς ατπθανου. Καχ όσο μεγαλύτερη είναι η απιθανότητα τόσο λιγότερο εύλογο καθίσταται το ευφυές σχέδιο. Εάν το δούμε πιο προσεκτι-κά, θα καταλάβουμε ότι το ευφυές σχέδιο ισοδυναμεί με διπλασιασμό του προβλήματος. Για άλλη μία φορά, τούτο συμβαίνει διότι ο σχεδιαστής ο ί-διος (/η ίδια/το ίδιο) εγείρει αμέσως το ακόμη μεγαλύτερο τιρόβλημα της δικής του καταγωγής: οποιαδήποτε οντότητα ικανή να σχεδιάσει με ευφυή τρόπο κάτι τόσο απίθανο όσο η αριστολόχια (ή ένα σύμπαν) πρέπει να εί-ναι ακόμη πιο απίθανη από την αριστολόχια. Ο Θεός όχι μόνο δεν τερμα-τίζει τη φαύλη αναδρομή, αλλά την επιδεινώνει εκδχκητικά.
Γυρίστε άλλη μία σελίδα του βιβλίου τής Watchtower καχ θα βρείτε τη γλαφυρή περιγραφή τού Sequoiadendron giganteum (γιγάνπα σεκόγια), του δέντρου γιο το οποΐο τρέφω ιδιοίτερη στοργή, καθώς έχω ένα crtov κήπο μου —μωρό ακόμα, ηλικίας μόλις πάνω από έναν αιώνα, αλλά το ψηλό-τερο δέντρο στη γειτονιά. «Μπροστά στην πανύψηλη σεκόγια, ο μικρο-σκοπικός άνθρωπος μόνο δέος μπορεί να νιώσει, συνεπαρμένος από το επιβλητχκό μεγαλείο της. Είναι άραγε λογικό να πιστεύουμε ότι αυτός ο με-γαλειώδης γίγαντας —αλλά και ο μικροσκοπικός σπόρος οτον οποΐο ήταν κλεχσμένος— δεν δημιουργήθηκε βάσει σχεδίου;». Και πάλι, αν νομίζετε ότι η μόνη εναλλακιική λύση απέναντι οτο σχέδιο είναι η τύχη, τότε, όχι, δεν είναι λογικό. Αλλά και πάλι οι συγγραφείς παραλείπουν κάθε αναφορά στην πραγματική εναλλακτική λύση, τη φυσική επιλογή, είτε διότι όντως δεν την καταλαβαίνουν είτε διότι δεν θέλουν να την καταλάβουν.
Τα φυτά, είτε πρόκειται για μικροσκοπικές αναγαλλίδες είτε για πανύ-ψηλες σεκόγιες, αποκτοιίν την απαραίτητη ενέργεια για την ανάπτυξή τους μέσω της διαδικασίας της φωτοσιίνθεσης. To βιβλίο τής Watchtower ανα-φέρει σχετικά: «"Στη φωτοσύνθεση εμπλέκονται περίπου εβδομήντα δια-φορετικές χημικές αντιδράσεις", σύμφωνα με ένα βχολόγο. "Πρόκειται για αξιοθαιίμαστο γεγονός". Ία πράσινα φυτά έχουν ονομαστεί φυσικά "εργο-στάσια" —όμορφα, ήσυχα, δεν ρυπαίνουν, παράγουν οξυγόνο, ανακυκλώ-VOLTV το νερό και τρέφουν τον κόσμο. Προέκυφαν απλώς κατά τύχη; Mno-ρεί οτ' αλήθεια να γίνει κάτι τέτοιο πχστευτό;». Όχι, δεν είναι πιστευτό• αλλά η βαρετή επανάληψη του ενός παραδείγματος μετά το άλλο δεν μας
ΓίΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ 147
οδηγεί πουθενά. Η «λογική» των δημιουργιστών ιιαραμένει η ίδια: Κάθε φυσχκό φαινόμενο είναι τόσο απίθανο στατχσπκά, τόσο σύνθετο, τόσο ό-μορφο, προκαλεί τέτοιο δέος, ώστε δεν εΐναι δυνατόν να οφείλει την ύπαρ-ξή του στην τύχη. To σχέδιο αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση απέναντι στο τυχαίο που μπορούν να φανταστοχίν οι συγγραφείς. Συνεπώς, πρέπει να το έχει δημιουργήσει ένας σχεδιαστής. Και η απάντηση της επιστήμης σε αυτή την εσφαλμένη λογχκή είναι επχ'σης πάντα η ίδια: To σχέδιο δεν συνιστά τη μόνη εναλλακτική λύση απέναντι στο τυχαίο• η φυσική επιλογή είναι καλύτερη εναλλακτική λύση. Στην πραγματχκότητα, το σχέδχο δεν α-ποτελεί καθόλου εναλλακτική λύση, διότι θέτει ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα από εκείνο που λύνει: ποιος σχεδίασε το σχεδιαστή; Οχττε το τυχαίο ούτε το σχέδιο αποτελούν λύση στο πρόβλημα της στατχσπκής απχ-θανότητας, διότι το ένα εξ αυτών συνιστά το πρόβλημα, και το άλλο επα-νέρχεται σε αυτό. Η φυσική επχλογή αποτελεί πραγματική λύση, τη μόνη αποτελεσματική λύση ηου προτάθηκε ιτοτέ. Καχ δεν είναι μόνο αποτελε-σματική- διαθέτει επίσης εκπληκτική κομψότητα και δχίναμη.
Σε τι λοιιιόν οφείλει την ετιντυχία της η φυσική επιλογή ως λύση στο πρόβλημα της απιθανότητας, αφού τόσο το τυχαίο όσο και το σχέδιο απο-τυγχάνουν από τα πρώτα ήδη βήματα; Η απάντηση εΐναι ότι η φυσική επι-λογή αποτελεί σωρευτική δχαδχκασχα, η οποία διασπά το πρόβλημα της απιθανότητας σε μικρότερα τμήματα. Καθένα από τα τμήματα αιχτά εΐναι ελαφρώς —αλλά όχι αιταγορευτικά— απίθανο. Όταν τούτα τα ελαφρώς α-πίθανα γεγονότα στοιβάζονταχ στη σεχρά σε μεγάλους αρχθμούς, το τελχκό προχ'όν της συσσώρευσης είναχ ιτράγματχ πολύ αιτχ'θανο, αρκετά απίθανο ώστε να βρχ'σκεταχ πέρα από την εμβέλεχα του τυχαχ'ου. Αυτά τα τελχκά προϊόντα ουνχστοχίν το αντικεχ'μενο του πληκτχκά επαναλαμβανόμενου επχ-χεχρήματος των δημχουργχστών. Ο δημχουργχστής (οχ γντναχ'κες θα πρέπεχ αχχτή τη φορά να μην ενοχληθοχ ν που αποκλεχ'ονταχ με τη χρήση του αρσε-νχκού γένους) χάνεχ εντελώς από τα μάτχα του το ζήτημα, δχότχ επχμένεχ να αντχμετωπχ'ζεχ τη γένεση της στατχοτχκής απχθανότητας ως μοναδχκό γεγο-νός σχινητελοχίμενο άπαξ δχά παντός. Δεν κατανοεί τη δχίναμη της σνοσώ-ρενσης.
Στο βχβλχ'ο Climbing Mount Improbable (Αναρρχ'χηση στο όρος Απχ'θανο) εξέφρασα το ίδχο ζήτημα αλληγορχκά: Η μία πλευρά του όρους εχναχ κρη-μνώδης —αδχίνατον να τη σκαρφοχλώσεχς—, αλλά η άλλη εχναχ ομαλή από τχς ντπώρεχες μέχρχ την κορυφή. Στην κορυφή βρχ'σκεταχ κάποχο πολχχπλο-κο κατασκεύασμα, όπως το μάτχ ή ο κχνητήρας των μαστχγχ'ων ενός βακτη-ρχ'ου. Η παράλογη χδέα ότχ κάτχ τόσο πολιίπλοκο μπορεχ' να αιττοουναρμο-λογηθεχ' αυθόρμητα συμβολίζεταχ με ένα άλμα από τη βάση του γκρεμού κατευθεχαν στην κορυφή. Η εξέλχξη, αντχθέτως, προχωρεχ' στο πίοω μέρος
148

του βουνού και σκαρφαλώνει την ομαλή πλαγιά μέχρι την κορυφή: εύκολο! Η αρχή της αναρρίχησης στην ομαλή πλαγχά σε ανπ'θεση με το άλμα πάνω από τον γκρεμό είναχ τόσο απλή ώστε προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι άργησε τόσο πολύ να εμφανιστεί ένας Δαρβίνος για να την ανακαλύψεχ. Όταν το έκανε, είχαν περάσει σχεδόν δύο αιώνες από το annus mirabilis του Νεύτωνα, μολονότι τα δικά του ετητεύγματα φαίνονται εκ πρώτης όψεως δυσκολότερα από τα επιτεύγματα του Δαρβίνου.
Εύστοχη μεταφορά για την ακραία απιθανότητα είναι και ο συνδυασμός του μηχανισμού σφαλίσματος μιας τραπεζικής θυρίδας. Θεωρητικά, ένας ληστής μπορεί να βρεχ τον σωστό συνδυασμό αριθμών κατά τύχη. Στην πράξη, όμως, ο συνδυασμός της κλειδαριάς έχει σχεδιαστεΐ ώστε κάτι τέ-τοιο να εΐναι τόσο απίθανο που να ισοδυναμεί με αδύνατο —σχεδόν τόσο απίθανο όσο το Μπόινγκ 747 τού Fred Hoyle. Φανταστεΐτε όμως έναν κα-κοσχεδιασμένο συνδυασμό κλειδαριάς, ο οποίος κάθε τόσο κάνει μικρές χρήσιμες υποδείξεις —κάτι χσοδύναμο με το «κρύο-ζεστό» που φωνάζουν τα παιδιά στο γνωστό παιχνίδχ. Υποθέστε λοιπόν ότι όποτε ένας από τους δΐσκους της κλειδαριάς πλησιάζει στη οωστή θέση, η θυρίδα σχηματίζει ένα μικρό κενό μέσα από το οποι'ο πέφτουν λίγα κέρματα. Ο διαρρήκτης θα έκανε τξακπότ στη στιγμή.
Οι δημιουργιστές, στην προσπάθειά τους να χρησιμοποιήσουν το επιχεί-ρημα της απιθανότητας προς όφελός τους, ιτποθέτουν πάντα ότι η βιολο-γική προσαρμογή σημαίνεχ «ή τζακπότ ή τίποτε». Ένα διαφορετικό όνομα γχα το σφάλμα του τύττου «ή τζακπότ ή τίποτε» είναι «μη αναγώγχμη πολυ-πλοκότητα». Ο οφθαλμός ή βλέπει ή όχι. Η φτερούγα ή πετά ή όχι. Υποτί-θεται ότι δεν υπάρχουν χρήσιμες ενδιάμεσες καταστάσεις. Τούτο όμως εί-ναι πέρα για πέρα λάθος. Τέτοιες ενδιαμεσες καταστάσεχς συναντώνται πολύ συχνά στην πράξη —και ακριβώς το ίδιο θα έπρεπε να περιμένουμε στη θεωρία. Ο συνδυασμός της κλειδαριάς της ξωής είναι μια κατασκευή για «ξεστό, κρύο και ξανά ζεστό», όπως στο προαναφερθέν παιχνίδχ. Η πραγματική ζωή αναζητά τις ομαλές πλαγιές στο πίσω μέρος του όρους Α-πίθανο, ενώ οχ δημιουργιστές δεν βλέπουν παρά μόνο τον απειλητικό γκρε-μό της μπροσπνής πλευράς.
Ο Δαρβίνος αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Καταγωγής των ειδών στις «δυσκολίες της θεωρίας περχ καταγωγής μέσω τροποποιήσεων», και αξίζει να σημειώσοιηιε ότι το εν λόγω οηίντομο κεφάλαιο προέβλεψε και α-ντιμετώπισε καθεμιά ατιό τις υποτιθέμενες δυσκολίες οι οποίες έχουν προ-ταθεί έκτοτε. Σύμφωνα δε με τον Δαρβίνο, τις φοβερότερες δυσκολίες πα-ρουσχάζουν τα «όργανα εξαιρετικής τελειότητας και πολυπλοκότητας», τα οποΐα μερικές φορές περιγράφονται λανΰασμένα ως «κατά μη αναγώγιμο τρόπο ιιολύπλοκα». Ο Δαρβίνος ξεχώρισε τον οφθαλμό καθότι θέτει ένα ι-
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
149
διαίτερα δύσκολο πρόβλημα: «Η υπόθεση ότι είναι δυνατόν το μάτι —με όλα τα αμίμητα τεχνάσματά του για την προσαρμογή της εστίας σε διαφο-ρετικές αποσιάσεις, για την υποδοχή διαφορετικών ποσοτήτων φωτός και για τη διόρθωση της σφαιρικής και της χρωματικής εκτροπής— να έχει διαμορφωθεί από τη φυσική επιλογή φαίνεται, το ομολογώ ανενδοίαστα, παράλογη στον υπέρτατο βαθμό». Οι δημιουργιστές παραθέτουν με αγαλ-λίαση αυτή τη φράση σε κάθε ευκαιρία. Εννοείται ότι δεν παραθέτουν ποτέ τη συνέχεια. Η ανενδοίαστη ομολογία του Δαρβίνου δεν ήταν παρά ρητο-ρικό σχήμα: προσείλκυε τους αντιπάλους του προς το μέρος του, ώστε να αισθανθούν τη γροθιά του πολύ δυνατότερα. Η γροθιά, φυσικά, ήταν η αβί-αστη εξήγησή του για τον ακριβή τρόπο με τον οποίο ο οφθαλμός εξελί-χθηκε βαθμιαία. Ο Δαρβίνος μπορεί να μη χρησιμοποίησε τη φράση «μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα» ή «ομαλή κλίση προς το όρος Απίθανο», ωστό-σο κατανοούσε σαφώς την αρχή και στχς δύο περχπτώσεχς.
Ία ερωτήματα «Τχ χρησχμότητα έχει μισός οφθαλμός;» καχ «Τχ χρησιμό-τητα έχεχ μχσή φτερούγα;» αποτελούν περχπτώσεχς του επιχεχρήματος της «μη αναγώγιμης πολυπλοκότητας». Μχα λειτουργχκή μονάδα θεωρείται κατά μη αναγώγχμο τρόπο πολύπλοκη εάν η αφαχ'ρεση ενός τμήματός της συνεπάγεται αδυναμία λειτουργχ'ας του όλου. Τούτο υποτχ'θεται ότχ είναχ αυτονόητο τόσο γχα τον οφθαλμό όσο καχ για τχς φτερούγες. Εντούτοις, α-μέσως μόλχς σκεφθούμε αυτές τχς υποθέσεις, αναγνωρίζουμε το σφάλμα. Η ασθενής που υποφέρει από καταρράκτη και έχεχ υποβληθεχ' σε εγχείρηση αφαίρεσης του φακού του ματιού της δεν μπορεχ' να δχακρίνεχ καθαρά χω-ρίς γυαλιά, ωστόσο μπορεί να βλέπει αρκετά καλά ώστε να μη σκοντάψει σε ένα δέντρο ούτε να πέσεχ σε γκρεμό. Η μχσή φτεροχίγα πράγματχ δεν εχ'-ναχ το χ'δχο κα\ή με μχα ολόκληρη φτεροιίγα, όμως σχ'γουρα είναχ προτιμό-τερη από το να μην υπάρχει καθόλου φτερούγα. Η μισή φτερούγα μπορεί να σώσει τη ζωή σας κάνοντας ομαλότερη την πτώση σας από ένα δέντρο κάποιου ύψους. Και το 51% μιας φτερούγας μπορεί να σας σώσει αν πέσε-τε από ένα λίγο ψηλότερο δέντρο. Οποιοδήιιοτε κλάσμα της φτερούγας θα σώσει τη ζωή σας αν πέσετε από ένα αντίο?τοιχο ιίψος, και δεν θα σας έσω-ξε ένα ελαφρώς μχκρότερο τμήμα φτερούγας. To νοητικό πείραμα της πτώ-σης από δέντρα διαφορετικού ύψους είναχ μόνο ένας τρόπος να διαπιστώ-σοιηαε, θεωρητικά, ότι τα πλεονεκτήματα αυξάνονται ακολουθώντας ομαλή κλιμάκωση ατιό το 1% της φτερούγας έως το 100%. Τα δάση βρίθουν ξώ-ων που κινούνται στον αέρα σαν ανεμοπλάνα ή αλεξιπτωτιστές, επιδεικνύ-οντας στην πράξη το κάθε βήμα της διαδρομής πάνω στη συγκεκριμένη πλαγιά του όρους Απίθανο.
Σε αναλογία με τα δέντρα διαφορετικού ύφους, είναι εύκολο να φαντα-στούμε καταστάσεις στις οποίες μισός οφθαλμός μπορεχ' να σώσει τη ζωή
150

ενός ζώου, ενώ το 49% του οφθαλμού δεν θα το μπορούσε. Ομαλές κλίσεις παρατηρούνταχ κατά τις μεταβολές στις συνθήκες φωτισμού ή στην από-σταση από την οποι'α μπορείτε να διακρίνετε τη λεία σας —ή το θηρευτή σας. Καχ, όπως συμβαίνει με τχς φτερούγες καχ τις πτήσεις, δεν εχ'ναχ απλώς εύκολο να φανταστοχίμε ενδεχόμενες ενδιάμεσες καταστάσεις: αφθονοχίν σε όλο το ζωικό βασίλειο. Έτσι, ο οφθαλμός του πλατυέλμινθα υπολεχ'πεταχ τουλάχιστον κατά το ήμισυ του ανθρώπινου, με κάθε λογικό μέτρο. Ο ο-φθαλμός τού Nautilus (ναυτχλος) (και πιθανόν των εξαφανισμένων αμμωνι-τών, των εξαδέλφων του που κυριαρχούσαν στις θάλασσες του Παλαιοξωι-κού και Μεσοζωχκού) βρίσκεται μεταξύ πλατυέλμινθα και ανθρώπου. Σε αντίθεση με τον οφθαλμό του πλατυέλμινθα, ο οποίος μπορεί να ανχχνεύ-σει το φως καχ τη σκιά αλλά δεν διακρίνει εικόνα, ο οφθαλμός του ναυτΐλου —ο οποίος μοχάζεχ με «σκοτεινό θάλαμο»— σχηματίζει πραγματική εικό-να, αλλά θολή και ασαφή σε σύγκριση με τον δικό μας. Η απόδοση αριθ-μών στις διαδοχικές βελτιώσεις δεν θα προσέθετε σε ακρίβεια, ωστόσο κα-νείς δεν μπορεί να αρνηθεί λογικά ότα οι οφθαλμοί αυτών των ασπονδύλων, καθώς και πολλών άλλων, είναι καλύτεροι από την παντελή έλλειψη ο-φθαλμού και ότι όλοι καταλαμβάνουν μια οχτνεχή και ελαφρώς κεκλιμένη πλαγιά του όρους Απίθανο, με το δικό μας μάτι σε μια κορυφή —όχι στην ψηλότερη κορυφή, αλλά αρκετα ψηλά. Στο Climbing Mount Improbable αφιέρωσα από ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον οφθαλμό και στη φτερούγα, δεΐχνοντας πόσο εύκολο υπήρξε να εξελιχθούν με αργά (ή ακόμη και με όχχ τόσο αργά) βαθμιαία βήματα, και δεν θα επιμείνω περισσότερο σε τουτο το ζήτημα εδώ.
Είδαμε λοιπόν ότι οι οφθαλμοί και οι φτερούγες σίγουρα δεν είναι κατά μη αναγώγιμο τρόπο πολύπλοκα- μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον και από τούτα τα ειδικά παραδείγματα παρουσιάζει το γενικό δίδαγμο που πρέπει να εξαγάγουμε: το γεγονός ότι τόσο πολλοί έσφαλαν σχετικά με τις προφα-νείς τούτες περιπτώσεις πρέπει να μας προειδοποιεί για άλλα παραδείγμα-τα λιγότερο προφανή, όπως οι περιπτώσεις των κυττάρων και της βιοχη-μείας, τις οποίες τώρα εκμεταλλεύονται οι δημιουργιοτές που καλύτττονταχ πίσω από τον πολιτικά βολικό ευφημισμό των «θεωρητχκών του ευφυούς σχεδίου».
Ιδού λοχπόν το μήνχηαα από όλη αυτή τη δχδακτχκή χστορχ'α: μη διαιαι-ρύσσετε με ευκολχ'α ότχ τα πράγματα είναχ κατά μη αναγώγχμο τρόπο πολύ-πλοκα• υιιάρχει ιτερίιιτωση να μην έχετε ιιροσέξει αρκετά τχς λεπτομερει-ες ή να μην τχς σκεφθήκατε αρκετά. Από την άλλη, όσοχ θεραπεύουμε την επχστήμη δεν θα πρέπει να επχδεχκνύουμε τόσο δογματχιαί βεβαχότητα. Πχ-θανόν να υπάρχεχ κάτχ στη Φύση το οποχ'ο όντως αποκλείεχ, λόγω της γνή-σιας μη αναγώγχμης πολιπιλοκότητάς του, την ομαλή icAx'on του όρους Απχ'-
ΓΙΑΤΙ ΕΐΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
151
θανο. Οι δημιουργιστές έχουν δχ'κχο στο εξής: εάν ήταν δυνατόν να απο-δειχθεί πλήρως η μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα, τότε θα κατέρρεε η θεω-ρία του Δαρβίνου. Ο χδχος ο Δαρβίνος το αναγνώρισε: «Εάν καταστεί δυνα-τό να αποδεχχθεί ότι οποιοδήποτε πολΐπιλοκο όργανο υπάρχει χωρίς τη δυνατότητα να έχει διαμορφωθεί μέσω αναρίθμητων, διαδοχικών, μικρών τροιτοποιήσεων, τότε η θεωρία μου θα καταρρεύσει αιιολύτως. Αλλά αδυ-νατώ να βρω τέτοχα περχ'πτωση». Ο Δαρβίνος δεν μπορούσε να βρει τέτοια ιτερίπτωση, ούτε έχει βρει κανείς από την εποχή του και μετά, παρά τις ε-πίμονες —ή μάλλον απεγνωσμένες— προσπάθεχες. Πολλοί χτποψήφχοχ για αυτό το «άγιο δχσκοπότηρο» του δημχουργχσμού εχουν προταθεχ', αλλά κα-νένας δεν άντεξε οτη βάσανο της ανάλυσης.
Σε κάθε περίϊΐτωση, μολονότχ η γνήσχα μη αναγώγχμη πολχιπλοκότητα, αν ττοτέ ανακαλχχπτόταν, θα κατέρρχπτε τη θεωρχ'α του Δαρβχνου, ποχος μας δχαβεβαχώνεχ ότχ δεν θα κατέρρχπτε επίσης τη θεωρχ'α του ευφυούς σχε-δχ'ου; Πράγματχ, ήδη έχει καταρρχ'ψεχ τη θεωρχ'α του ευφυούς σχεδχ'ου, δχό-τχ, όπως λέω σχτνεχώς καχ θα επανοχλάβω, όσο λίγα καχ να γνωρχ'ζουμε σχε-τχκά με τον Θεό, μπορούμε να εχ'μαστε σχ'γουροχ μόνο γχα ένα πράγμα: πρέπεχ να εχ'ναχ πάρα πολύ πολχπτλοκος —καχ πχθανώς κατά μη αναγώγχμο τρόπο!
Η λατρεία των κενών
Η αναζήτηση επχμέρους παραδεχγμάτων μη αναγώγχμης πολχτπλοκότητας δεν αποτελεχ' με κανέναν τρόπο επχστημονχκό τρόπο δράσης, αλλά εχδική περχπτωση επχχειρηματολογχας με αφετηρχ'α τη σημερχνή άγνοχα. Επχκαλεχ'-ταχ την χ'δχα λανθασμένη λογχκή με τη στρατηγική του τύτιου «ο Θεός των κενών» την οποία καταδχ'κασε ο θεολόγος Dietrich Bonhoeffer: Ox δημχουρ-γχσχές αναξητοχίν εναγωνχ'ως κενά στη σημερχνή γνώση ή κατανόηση. Εάν βροχΑ^ ένα τέτοχο φαχνομενχκό κενό, νποθέτονν ότχ ο Θεός, ελλεχ'ψεχ άλλης πρότασης, πρέπεχ να το καλχίπτεχ. Εκεχνο που ανησχιχεχ' τους σκεπτόμενους θεολόγους σαν τον Bonhoeffer εχ'ναχ ότχ τα κενά συρρχκνώνονταχ καθώς προοδεύεχ η επχστήμη, καχ ο Θεός κχνδυνεύεχ να μην έχεχ τελχκά τχ'ποτε να κάνεχ καχ πουθενά να κρυφτεχ'. Εκεχνο που ανησχιχεχ' τους επχστήμονες είναχ κάτχ άλλο. Ουσχώδες μέρος του επχστημονικού εγχεχρήματος συνχ'-σταταχ στην παραδοχή της άγνοχας —ακόμη καχ στην αηόλαυση της άγνοχ-ας ως πρόκληση για μελλοντχκές κατακτήσεις. Όπως χαρακτηριστχκά έχει γράψεχ ο φχλος μου Matt Ridley, «Ox περχσσότεροχ επχστήμονες αχσθάνονταχ πλήξη με ό,τχ έχουν ήδη ανακαλιίψεχ. Η άγνοια είναχ εκείνο που τους ωθεχ' να συνεχχσοιητ». Οχ μυστχκχσχές απολαμβάνουν το μυσιήριο καχ επχθυμοχίν
152
Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑϊΤΑΠΑΤΗ
να παραμείνει μυστήριο. Οι επιστήμονες απολαμβάνουν το μυστήριο για διαφορετικό λόγο: τους προσφέρει κάτι να κάνουν. Γενικότερα, όπως θα ε-παναλάβω στο Κεφάλαιο 8, ένα από τα ομολογουμένως κακά αποτελέσμα-τα της θρησκείας συνίσταται στο ότι μας διδάσκει πως είναχ αρετή να ικα-νοποιούμαστε χωρίς να κατανοούμε.
Η παραδοχή της άγνοιας και η προσωρινή αμηχανία αποτελούν ζωτι-κούς παράγοντες γχα την καλή επιστήμη. Συνεπώς, θα χαρακτηρίζαμε του-λάχιστον ατυχές το γεγονός ότι η κύρια στρατηγική των προπαγανδιστών της Δημιουργίας είναι αρνητική: η αναζήτηση κενών στην επιστημονική γνώση και ο ισχυρισμός ότι το «ευφυές σχέδιο» τα καλύτττει ελλείψει άλλης πρότασης. Ό,τι ακολουθεί είναι υποθετικό αλλά εντελώς αντιπροσωπευτι-κό: Λέει ένας δημιουργιστής: «Η άρθρωση του αγκώνα του ολιγόστικτου βατράχου-"νυφήσα" είναι κατά μη αναγώγιμο τρόπο πολύιιλοκη. Κανένα τμήμα της δεν ωφελεί σε τίποτε, αν δεν συναρμολογηθεί το σύνολο. Στοι-χηματίζω ότι δεν μπορείτε να φανταστείτε έναν τρόιιο με τον οποι'ο ο α-γκώνας του βατράχου-"νυφίτσα" θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί με αργό βαθμιαίο τρόπο». Εάν ο επιστήμονας δεν δώσει μια άμεση και περχεκτική απάντηση, ο δημιουργιστής εξάγει ένα συμπέρασμα ελλείψει άλλης πρότα-οης. «Ωραΐα τότε• η εναλλακτική θεωρία, το "ευφυές σχέδιο", κερδίζει ελ-λείψει άλλης ιιρότασης». Σημειώστε τη μεροληπτική λογική: Εάν η θεωρία Α αποτυγχάνει σε κάποιο επιμέρους ζήτημα, τότε η θεωρία Β πρέιιει να εί-ναι σωστή. Εννοείται ότι το επιχείρημα δεν εφαρμόζεται προς την αντίθε-τη κατεύθυνση. Μας προτρέπουν να βασιστούμε στην «ελλείψει άλλης πρότασης» θεωρία χωρίς καν να διερευνήσουμε μήπως και εκείνη ατιοτυγ-χάνει στο ίδιο ακριβώς επιμέρους ζήτημα όπως η θεωρία την οποία δήθεν αντικαθιστά. Στο ευφυές σχέδιο χορηγείται μια κάρτα ελευθέρας, μια μαγι-κή ασυλία απέναντι σε όσα απαιτούνται με αυστηρότητα από την εξέλιξη.
Εδώ όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι το τέχνασμα των δημιουργιστών χιπονομεύει τη φυσική —και μάλιστα αναγκαία— ευχαρΐστηση που νιώθει ο επιστήμονας στην (προσωρινή) αβεβαιότητα. Για καθαρά πολιτικούς λό-γους, ο σημερινός επιστήμονας ίσως διστάσει πριν πει: «Χμ, ενδιαφέρον. Αναρωτιέμαι πώς οι πρόγονοι του βατράχου-"νυφίτσα" απέκτησαν εξελικτι-κά την άρθρωση του αγκώνα τους. Δεν είμαι ειδικός στους βατράχους-"νυ-φίτσες", πρέπει να πάω στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και να κοιτάξω. Θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα εργασΐα για έναν μεταιιτυχιακό φοι-τητή». Μόλις ένας επιστήμονας πει κάτι τέτοιο —και πολύ πριν ο φοιτη-τής αρχίσει την εργασία του—, το «ελλείψει άλλου» συμπέρασμα θα εμ-φανιστεί στην ειιικεφαλίδα κάποιου φυλλαδίου των δημιουργιστών: «Ο βάτραχος-"νυφίτσα" μόνο από τον Θεό θα μπορούσε να έχει σχεδιαστεί».
Υπάρχει, επομένως, μια ατυχής σύζευξη μεταξύ της μεθοδολογικής ανά-
ΓΙΑΤΙ ΕΐΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
153
γκης της επιστήμης να αναζητά περιοχές άγνοιας στχς οποίες θα επικε-ντρώσει την έρευνα και της ανάγκης του ευφυούς σχεδίου να αναζητά πε-ριοχές άγνοιας για να ισχυριστεί ότι υπερισχύει ελλείψει άλλης πρότασης. To γεγονός ότι το ευφυές σχέδιο δεν στηρίζεται σε ανεξάρτητες ενδεΐξεις (αλλά ευδοκιμεί σαν παράσιτο στα κενά της επχστημονικής γνώσης) είναι ακριβώς εκείνο που δεν συμβιβάζεται εύκολα με την ανάγκη της επιστή-μης να εντοπίζει και να παρουσιάζει τα ίδια ακριβώς κενά ως προοίμιο της διερεύνησής τους. Από αυτή την άποψη, η ετπστήμη συμμαχεί με σκεπτό-μενους θεολόγους όπως ο Bonhoeffer κατά του κοινού εχθρού: της αφε-λούς, λαϊκιστικής θεολογίας και της θεολογίας του ευφυούς σχεδΐου που βασίζεται στα κενά.
Η τάση των δημιουργιστών να φλερτάρουν με τα «κενά» στο αρχείο απο-λιθωμάτων συμβολΐζει ολόκληρη την «κενή» θεολογΐα τους. Κάποτε ξεκί-νησα το κεφάλαιο ενός βιβλίου σχετικά με την επονομαζόμενη έκρηξη του Καμβρίου με την εξής φράση: «Μοιάζει σαν τα ατιολιθώματα να φυτεύτη-καν εκεί χωρίς καμία εξελικτική ιστορία». Και πάλι, μχλούσα μεταφορικά με σκοπό να διεγείρω το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την πλήρη εξήγηση που ακολουθούσε. Εκ των υστέρων αναγνωρίξω με λύπη πόσο αναμενόμε-νο ήταν να αποσιωπηθεί η υπομονετική εξήγησή μου —και, αντίθετα, να παρατίθεται αποκομμένη ατιό το γενικό πλαίσιο η εισαγωγική φράση μου. Οι δημιουργιστές λατρεύουν τα «κενά» στο αρχείο απολιθωμάχων, ακριβώς όπως λατρεύουν τα κενά γενικά.
Πολλές εξελικτικές μεταβάσεις στοιχεχοθετούνται κομψά από λίγο-πολύ συνεχείς σειρές βαθμιαία μεταβαλλόμενων ενδιάμεσων απολιθωμάτων. Γχα μερικές όμως δεν ισχύεχ κάτι τέτοιο, και εδώ εντοπίζονται τα περίφημα «κενά». Ο Michael Shermer έχει τονχσει εύστοχα ότι, εάν η ανακάλυψη ενός νέου απολιθώματος διχοτομήσει κάποιο «κενό», ο δημιουργΐστής θα διακη-ρύξει ότι τώρα υπάρχει δχπλάσχος αρχθμός κενών! Αλλά σε κάθε περίπτω-ση, σημειώσχε για άλλη μία φορά την αθέμιτη χρήση του επιχεχρήματος περί «έλλειψης άλλης πρότασης». Εάν δεν υπάρχουν καθόλου απολιθώμα-τα που να στοιχειοθετούν μια λογικά αναμενόμενη εξελικτική μετάβαση, η «ελλείψει άλλης πρότασης» υπόθεση είναχ ότι δεν ιπιήρξε καμία εξελικτι-κή μετάβαση, επομένως ιιρέιτει να έχει επέμβει ο Θεός.
Είναι εντελώς παράλογο να απαιτεί κανείς την πλήρη στοιχειοθέτηση κάθε βήματος οποιασδήποτε αφήγησης, είτε πρόκειται για την εξέλιξη εΐτε για οποιαδήποτε άλλη επιστήμη. Είνοι σαν να απαιτούσε κανείς, πριν κα-ταδικάσει κάποιον για δολοφονία, ένα πλήρες κινηματογραφικό ιστορικό κάθε βήματος του δολοφόνου μέχρι τη στιγμή του εγκλήματος, χωρίς να λείττει καμία σκηνή. Μόνο ένα ελάχιοπο ποσοοτό πτωμάτων απολιθώνεται, και είμαστε τυχεροί που διαθέτουμε έσιω και τα υηάρχοντα ενδιάμεσα α-
154

πολιθώματα. Θα μτιορούσαμε κάλλιστα να μην έχουμε καθόλου απολιθώ-ματα, αλλά και πάλι τα αποδεικτικά στοιχεία για την εξέλιξη από άλλες πη-γές —όπως η μοριακή γενετική και η γεωγραφχκή κατανομή— θα ήταν συ-ντριπτικά. Εξάλλου, η εξέλιξη διατυπώνει την ισχυρή πρόβλεψη ότι, εάν ένα και μόνο απολίθωμα εμφανιστεί σε λάθος γεωλογικό στρώμα, τότε η θε-ωρία θα τιναχτεί στον αέρα. Όταν ένας πιστός οπαδός τού Popper προκά-λεσε τον J.B.S. Haldane να εξηγήσει πώς θα μπορούσε ποτέ να διαψευστεί η εξέλιξη, εκεΐνος μουρμούρισε τη διάσημη φράση: «Με απολιθώματα κου-νελχών στο Προκάμβριο». Ποτέ δεν ιπιήρξαν αυθεντικά στοιχεία της ύ-παρξης τέτοιων αναχρονιστικών ατιολιθωμάτων, παρά τους αηοδεδειγμένα ανυπόστατους μύθους των δημιουργιστών για ανθρώπινα κρανία στο ανώ-τερο Λιθανθρακοφόρο και για ανθρώτπνες πατημασιές ανάμεσα σε ίχνη δει-νοσαύρων.
Τα κενά, ελλεΐψεις στο νου του δημιουργχστή, καλύτττονται από τον Θεό. To ΐδιο ισχύει για όλα τα φαινομενικα βάραθρα στο όρος Απίθανο, όπου η ομαλή πλαγιά δεν είναι άμεσα προφανής ή παραβλέπεται. Περιοχές γχα τις οποίες υπάρχει έλλειψη στοιχείων —ή κατανόησης— υποτίθεται αυτομά-τως ότι ανήκουν, ελλείψει άλλης Τίρότασης, στον Θεό. To να καταφεύγει κανείς βιαστικά σε μια δραματχκή διακήρυξη περί «μη αναγώγιμης πολυ-πλοκότητας» προδίδει έλλειψη φαντασίας. Κάποιο βιολογικό όργανο —αν όχχ το μάπ, τότε ο κινητήρας των μασπγίων ενός βακτηρίου ή μια βιοχη-μική δχαδχκασία— ανακηρνσσεται χωρίς άλλα επιχειρήματα πολύπλοκο KOTO μη αναγώγχμο τρόιτο. Δεν καταβάλλεται καμία προσπάθεια να αποδει-χθεί η μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα. Παρά το γεγονός ότι η ιστορία των ματιών, των φτερούγων και πολλών άλλων πραγμάτων μάς καθιστά προ-σεκτικούς, κάθε νέος υποψήφιος για το αμφίβολο χρίσμα υποτίθεται ότι είναι ολοφάνερα, αυτονόητα πολύττλοκος κατά μη αναγώγιμο τρόπο, εξ ο-ρισμού. Αλλά σκεφθείτε: Εφόσον η μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα χρησιμο-ποιείται ως επιχείρημα υπέρ του σχεδίου, τότε δεν θα έπρεπε να βεβαιώ-νεται αξιωματικά περισσότερο απ' ό,τι το ίδιο το σχέδιο. Θα μπορούσατε κάλλιστα να βεβαιώσετε απλώς ότι ο βάτραχος-«νυφΐτσα» αποδεικνύει το σχέδιο χωρίς περαιτέρω επιχειρήματα ή δικαιολόγηση. Με αυτό τον τρόπο όμως δεν υπηρετείς την επιστήμη.
Αυτή η λανθασμένη επιχειρηματολογία δεν εΐναι περισσότερο πεχστική από την εξής δήλωση: «Ο υποφαινόμενος [όνομα] δηλώνω προσωπικά α-νίκανος να σκεφθώ οποιονδήποτε τρόπο με τον οποίο [κάποιο βιολογικό φαινόμενο] μπορεί να έχει διαμορφωθεΐ σταδιακά. Επομένως, αυτό είναι πολύπλοκο κατά μη αναγώγχμο τρόπο, άρα έχει σχεδιαστεί». Διατιτπώστε TO ετπχείρημά σας έτσι, και θα δείτε αμέσως πόσο ευάλωτο είναι, αφού ένας επιστήμονας μπορεί να ανακαλύψει καποιο ενδιάμεσο βήμα —ή, του-
ΓΙΑΤΙ ΕΐΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
155
λάχιστον, μπορεί να φανταστεί κανείς ένα πιθανό ενδιάμεσο βήμα. Ακόμη κι αν κανείς επχστήμονας δεν προσφέρει μια εξήγηση, η υπόθεση ότι το «σχέδιο» θα ευοδωθεί δεν ευσταθεί από άποψη λογικής: ο συλλογισμός πίσω από τη θεωρία του «ευφυούς σχεδίου» είναι ιτρόχειρος και ηττοπαθής —ο κλασικός συλλογισμός του «Θεού των κενών». Πρόκενται για αυτό που ιταλαιότερα το έχω ονομάσει Επιχείρημα Προσωιτικής Έλλειψης Πίστης.
Φανταστείτε ότι παρακολουθείτε ένα πραγματχκά αξχοθαύμαστο μαγχ-κό τρχκ. To διάσημο ντουέτο μάγων Penn καχ Teller εκτελοχίν ένα νούμερο όπου πυροβολοχίν ταχηόχρονα ο ένας τον άλλο, καχ ο καθένας πχάνεχ τη σφαχ'ρα με τα δόντχα του. Οχ σφαχ'ρες χαράσσονταχ με χαρακτηρχστχκά ση-μάδχα πρχν τοποθετηθοχίν οτα όπλα, εθελοντές από το ακροατήρχο με ε-μπεχρχ'α στα πυροβόλα όπλα παρακολουθοχχν στενά όλη τη δχαδχκασία, καχ γενχκά λαμβάνονταχ όλα τα μέτρα ώστε να αποκλεχστοχίν οχ πχθανότητες εξαπάτησης. Η σημαδεμένη σφαχ'ρα τού Teller κατχχλήγεχ στο στόμα τού Penn, καχ το αντχ'στροφο. Εγώ [ο Richard Dawkins] δηλώνω παντελώς ανχ'-κανος να φανταοτώ με ποχον τρόπο τοχκο θα μπορούσε να εχ'ναι τρχκ. To Ε-πχχείρημα ΠροσωπχιαίςΈλλεχψης Πχ'στης κραχιγάζεχ από τα βάθη των προ-επχστημονχκών εγκεφαλχκών μου κέντρων καχ σχεδόν με χπιοχρεώνεχ να πω: «Πρέπεχ να εχ'ναχ θαύμα. Δεν χτπάρχεχ επιστημονχχαί εξήγηση. Πρέπει να είναι νχπερφυσικό». Εντούτοις, η αδιίναμη ακόμα φωνή της επιστημο-νχκής παχδείας μού στέλνει δχαφορετικό μήνυμα: Ox Penn καχ Teller εχ'ναχ παγκοσμχ'ου φήμης θαυματοποχοχ'. Υπάρχεχ λοχπόν πλήρως χκανοποχητχιαί εξήγηση. Δεν μπορώ όμως να τη σκεφθώ επεχδή είμαχ πολύ αφελής ή ελά-χχστα παρατηρητχκός, ή επεχδή δεν έχω καθόλου φαντασία. Αχχτή εχναχ η σωστή αντίδραση σε μχα τοχυδακτυλουργχα —CXAAQ καχ σε ένα βχολογχκό φαχνόμενο το οποίο φαίνετα\ μη αναγώγχμα πολύπλοκο.Όσοχ επικαλοχίνταχ βχαστχκά το χτπερφυσχκό αμέσως μόλχς νχώσουν αμηχανχ'α μπροστά σε ένα φυσχκό φαχνόμενο δεν εχναχ καλχίτεροχ από τους ανόητους οχ οποχ'οχ, όταν βλέποχΛ' θαιηαατοποιούς να λυγχ'ζουν κοχ/τάλχα, σπεύδονιν να συμπεράνουν ότχ πρόκεχταχ γχα «παραφυσχκά» φαχνόμενα.
Στο βιβλίο του Seven Clues to the Origin of Life (Τα επτά ίχνη για την προ-έλευση της ζωής),* ο σκωτσέζος χημχκός A.G. Cairns-Smith θέτεχ ένα επχ-πλέον ζήτημα, χρησιμοποιώντας την αναλογία με την αψίδα: Μχα αφίδα κατασκευασμένη μόνο από χοντροκομμένες πέτρες, χωρχ'ς κονίαμα, μπορεχ' να είναχ σταθερή κατασκευή, αλλά καχ επίσης μη αναγώγιμα πολύπλοκη: καταρρέεχ εάν αφαχρεθεί έστω καχ μία πέτρα. Πώς, λοχπόν, οχκοδομήθη-κε; Ένας τρόπος είναχ να στοχβάχτηκαν πέτρες σε ένα σωρό, καχ κατόπχν να
* Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, 1992. (Σ.τ.μ.)
156

αφαιρέθηκαν κάποιες πέτρες μία προς μία. Γενικότερα, υπάρχουν πολλές μη αναγώγιμες δομές —με την έννοχα ότι δεν μπορούν να διατηρηθούν μετά την αφαίρεση οποιουδήποτε τμήματός τους— οι οποίες όμως οικο-δομήθηκαν με τη βοήθεια μιας σκαλωσιάς που στη συνέχεια αφαιρέθηκε και δεν είναι πλέον ορατή. Μόλις ολοκληρωθεί η κατασκευή, η σκαλωσιά μπορεί να αφαιρεθεί με ασφάλεχα, και η κατασκευή παραμένει στη θέση της. Στην εξέλιξη, ομοίως, το όργανο ή η δομή που εξετάζουμε σήμερα ί-σως είχε χρησχμοποιήσει, σε κάποια προγονική μορφή, μια σκαλωσιά η ο-ποία κατότπν αφαχρέθηκε.
Η «μη αναγώγιμη πολσπλοκότητα» δεν αποτελεί νέα ιδέα• η συγκεκρι-μένη έκφραση επινοήθηκε από το δημιουργιστή Michael Behe το 1996.62 Του έλαχε (εάν αυτή είναι η κατάλληλη λέξη) να μεταφέρει το δημιουρ-γισμό σε μια νέα περιοχή της βιολογίας: τη βιοχημεΐα και την κυτταρική βιολογΐα• ίσως θεώρησε ότι εκεί θα αλιεύσει κενά ευκολότερα απ' ό,τι στα μάτια και τις φτερούγες. To καλύτερο παράδειγμα που βρήκε (ατυχές ω-στόσο) ήταν ο κινητήρας του μαοτιγίου των βακτηρΐων.
Ο κινητήρας του μαστιγίου των βακτηρίων αποτελεί αριστούργημα της Φύσης, διότι κινεί το μοναδικό γνωστό παράδειγμα —πέρα από την ανθρώ-πινη τεχνολογία— ενός ελεύθερα περιστρεφόμενου άξονα. (Υττοψιάζομαι ότι οι τροχοί σε μεγάλα ζώα θα αποτελούσαν γνήσια παραδείγματα μη α-ναγώγιμης πολυπλοκότητας, και γι' αυτό πιθανώς δεν υπάρχουν. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε τα νεύρα και τα αιμοφόρα αγγεία να διαπεράσουν τον κυλισιοτριβέα;*) To μασπγιο είναι μια νηματοειδής έλικα, με τη βοήθεια της οποίας το βακτήριο ανοίγει δρόμο μέσα στο νερό. Λέω «ανοίγει δρόμο» αντί για «κολυμπά» διότι, στη βακτηριακή κλίμακα ύπαρξης, ένα υγρό σαν το νερό δεν θα έδινε την αΐσθηση που δίνει σε εμάς. Μάλλον θα έδινε την αίσθηση σιροπιού ή γέλης ή ακόμη και άμμου, και το βακτήριο θα φαι-νόταν ότι ανοίγεχ δρόμο ή «βχδώνει» μέσα στο νερό ανπ' να κολυμπά. Σε α-ντΐθεση με το επονομαζόμενο μαστίγιο μεγαλύτερων οργανισμών όπως τα πρωτόζωα, το βακτηριακό μαστίγιο δεν κυματίζει απλώς οιχτε χτυπά το νερό σαν κουπί. Διαθέτει έναν κανονικό, ελεύθερα περιστρεφόμενο άξονα
* Ο συγγραφέας παχδικών βιβλίων Philip Pullman, στο His Dark Materials (Τα σκοτεινά υλικά του), φαντάζεται ένα είδος ζώων, τα «μουλεφά», τα οποία συνυπάρχουν με δέντρα nou παράγουν λοβούς τέλειου κυκλικού σχήματος με μία οπή στο κέντρο. Τα μουλεφά χρησιμοποιούν αυτούς τους λοβούς ως τροχούς! Οι τροχοί όμως, καθώς δεν αποτελούν μέρος του σώματος, δεν διαθέτουν νεύρα ούτε αιμοφόρα αγγεία που θα συστρέφονταν γύρω από τον «άξονα». Ο Pullman επισημαίνει έξυπνα ένα επιπρόσθετο σημείο: το σύ-στημα λειτουργεί επειδή ο πλανήτης είναι στρωμένος με φυσικές λωρίδες βασάλτη, οι οποίες παίζουν το ρόλο «δρόμων». Οι τροχοι' δεν δουλεύουν σε ανώμαλο έδαφος.
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΙ
157
ο οποίος στρέφεταχ συνεχώς μέσα σε έναν κυλχσχοτρχβέα, με την ώθηση του αξιοθαύμαατου μικρού μοριακού κινητήρα του. Σε μοριακό επχ'πεδο, ο κινητήρας βασΐζεται ουσχαστχκά στην ίδχα αρχή με τους μυς, όμως εκτελεί ελεύθερη περχστροφή αντίγια δχακοπτόμενη συστολή.* Έχει παρομοιαστεί γλαφυρά με μικροσκοπικό εξωλέμβιο κινητήρα (αν και με τα μηχανχκά κρχ-τήρια —καχ πράγμα ασυνήθιστο για βιολογικό μηχανισμό— είναι θεαματι-κά αναποτελεσματικός).
Χωρίς λέξη δικαιολόγησης, εξήγησης ή επέκτασης, ο Behe απλώς ανακη-ρνσσει τον κινητήρα του βακτηριακού μαστιγΐου πολύπλοκο κατά μη ανα-γώγιμο τρόπο. Δεδομένου ότι δεν προσφέρει κανένα επχχεχ'ρημα για να στηρίξει τον ισχυρισμό του, μπορούμε καταρχάς να υιιοψιαστούμε ότι π φαντασία του τον προδίδει. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η εξειδικευμένη βχο-λογική βιβλιογραφία έχει αγνοήσει το πρόβλημα. To ψεύδος του χσχυρχ-σμού του αποδείχθηκε κατά τρόπο συντριπτικό καχ (γχα τον ίδιο τον Behe) ενοχλητχκό σε δίκη που διεξήχθη στην Πενσχλβάνχα το 2005, με πρόεδρο το δχκαστή John Ε. Jones• ο Behe είχε κληθεί να καταθέσει ως εμπεχρογνώ-μων υπέρ μιας ομάδας δημιουργιστών οι οποίοι είχαν προσπαθήσει να συ-μιιεριλάβουν το δημιουργισμό του «ευψυούς σχεδίου» στα μαθήματα φυ-σικών επχστημών ενός τοπικού δημόσιου σχολείου —μια ενέργεια «τόσο βλακώδης που σε αφήνει άφωνο», όπως είπε χαρακτηριστικά ο δικαστής Jones (τόσο η φράση όσο και ο ίδιος εξασφάλχσαν αιώνια υστεροφημία). Αυτή δεν υπήρξε η μόνη περίπτωση όπου ο Behe περιήλθε οε δύσκολη θέση κατά την ακροαματική διαδικασία, όπως θα δούμε.
To κλειδί για την απόδεχξη της μη αναγώγχμης πολυπλοκότητας συνχ-σταται στο να δειχτεί ότι κανένα ατιό τα τμήματα δεν μπορεί να είναι χρή-σιμο από μόνο του. Πρέπει όλα να βρίσκονται στην κατάλληλη θέση πρχν μπορέσεχ οποχοδήποτε να ωφελήσεχ σε κάτχ (η προσφχλής αναλογχ'α τού Behe εχ'ναχ η ποντχκοπαγχ'δα). Στην ττραγματχκότητα, οχ μορχακοχ' βχολόγοχ δεν δυσκολεύονταχ να βρουν τμήματα που λεχτουργοχίν εκτός του ουνόλου, τόσο στον κινητήρα του μαστχγίου όοο και σια άλλα υποτχθέμενα παρα-
* Με συναρπαστικό τρόπο, η αρχή των μυών χρησιμοποιείται και σε μερικά έντομα ό-πως μύγες, μέλισσες και σκαθάρια, στα οποία οι μύες για την πτήση εκτελούν εγγενώς ταλαντώσεις σαν παλινδρομικές μηχανές. Ενώ άλλα έντομα όπως οι ακρίδες στέλνουν εντολές με νευρικά σήματα για κάθε κίνηση της φτερούγας (όπως συμβαίνει με τα πτη-νά), οι μέλισσες στέλνουν εντολή να ξεκινήσει (ή να σταματήσει) ο κινητήρας ταλα-ντώσεων. Τα βακτήρια έχουν ένα μηχανισμό ο οποίος δεν είναι ούτε απλός συστολέας (όπως ο πτητικός μυς ενός πτηνού) ούτε παλινδρομητής (όπως ο ιιτητικός μυς μιας μέλισσας), αλλά αληθινός ιιεριστροφέας: ατιό αυτή την άποψη μοιάζει με ηλεκτρικό κινητήρα ή μηχανή Wankel.
158

δείγματα του Behe περί μη αναγώγιμης πολυπλοκότητας. To ζήτημα τούτο έχει επαρκώς τονιστεί από τον Kenneth Miller, του Πανεπιστημίου Brown, ο οποίος οτοιχηματίζω ότι αποτελεί την πλέον πειστική νέμεση του «ευφυ-ούς σχεδίου», μιας και είναι και τπστός χριστχανός. Σε θρησκευόμενους οχ οποΐοι μού γράφουν αφού έχουν εξαπατηθεί από τον Behe, συχνά συνιστώ το βιβλίο Finding Darwin's God (Ανακαλύπτοντας τον Θεό του Δαρβίνου) του Miller.
Στην ηερίπτωση της βακτηριακής περιστροφχκής μηχανης, ο Miller εφι-στά την τφοσοχή μας σε ένα μηχανισμό ο οποίος ονομάζεται εκκριτικό σύ-στημα τύπου III (TTSS).63 To TTSS δεν χρησιμοποιείται για περιστροφική κίνηση• αποτελεί ένα από τα πολλά συστήματα που χρησιμοποιούν τα πα-ρασιτικά βακτήρια γχα την άντληση τοξικών ουσιών διαμέσου του κυττα-ρικού τοιχώματός τους, προκειμένου να δηλητηριάσουν τον ξενιστή οργα-νισμό. Στη δχκή μας ανθρώπινη κλίμακα, μπορούμε να φανταστούμε ότι διοχετεύουμε ή εκτοξεύουμε υγρό μέσα από μια οπή• αλλά, και πάλι, στη βακτηριακή κλίμακα τα πράγματα διαφέρουν: Κάθε μόριο της εκκρινόμε-νης ουσίας είναι μια μεγάλη πρωτεΐνη με συγκεκριμένη, τρισδιάστατη δομή σιην ίδια κλίμακα με τη δομή τού TTSS —μοιάζει περισσότερο με στερεό γλυπτό παρά με υγρό. Κάθε μόριο προωθείται ξεχωριστά μέσα από έναν προσεκτικά διαμορφωμένο μηχανισμό, ο οποίος μοιάζει μάλλον με κερμα-τοδέκτη αυτόματου μηχανήματος πώλησης αναψυκτικών παρά με απλή οπή μέσα από την οποία μπορεί να «ρέει» μια ουσία. Ο ίδιος ο μηχανισμός συγκροτείται από λίγα μάλλον μόρια πρωτεΐνης, το καθένα εκ των οποχ'ων είναι συγκρίσιμο ως προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητα με τα μόρια που δχοχετεύει. Προκαλεί ενδιαφέρον το ότι παρόμοιοι βακτηριακοΐ κερ-ματοδέκτες απαντούν συχνά σε βακτήρια χα οποία δεν συγγενεύουν οτενά. Τ\α την κατασκευή τους, τα γονΐδια έχουν πιθανόν «αντιγραφεί και επικολ-ληθεί» από άλλα βακτήρια —κάτι που τα βακτήρια κάνουν με αξιοθαύμα-στη ικανότητα και συνάμα αποτελεί συναρπαστικό θέμα αφεαυτού. Πρέπει όμως να προχωρήσω.
Τα μόρια πρωτεΐνης που συγκροτούν το TTSS μοιάζουν πολύ με τα ε-ξαρτήματα του κινητήρα του μασπγΐου. Για τον εξελικτικό, είναι σαφές ότι οχτνιστώσες τού TTSS επετάχθησαν για μια νέα, όχι όμως εντελώς άσχετη, λειτουργία όταν εξελίχθηκε ο κινητήρας του μασηγίου. Μιας και το TTSS σύρει μόρια διαμέσου του, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι βασίξεται σε μια στοιχειώδη παραλλαγή της αρχής που χρησιμοποιεί ο κινητήρας του μαστιγίου, ο οποίος παρασύρει τα μόρια του άξονα στην περιστροφική τους κίνηση. Προφανώς, κρίσιμα συστσπκά του κχνητήρα του μαστιγίου υτιήρ-χαν ήδη και λειτουργούσαν πριν εξελιχθεί ο κινητήρας. Η επίταξη υχταρ-χόντων μηχανισμών συνιστά τον προφανή τρόπο με τον οποίο ένας μηχα-
ΓΐΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
159
νισμός, φαινομενικά πολύπλοκος κατά μη αναγώγιμο τρόπο, μπορεχ' να α-ναρριχηθεί στο όρος Απίθανο.
Φυσικά, χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα, καχ είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουμε. Αυτή η δουλειά όμως δεν θα γινόταν ποτέ αν οι επχστήμο-νες έμεναν ικανοποιημένοι με το να απρακτούν «ελλεχ'φει άλλης πρότασης» —στάση την οποία ενθαρρύνει η «θεωρία του ευφυούς σχεδίου».Ένας φα-ντασηκός «θεωρητικός του ευφυούς σχεδίου» ίσως να έστελνε το εξής μή-νυμα στους επιστήμονες: «Αν δεν καταλαβαίνετε πώς λειτουργεί κάτι, μη στενοχωρχέστε: απλώς παραιτηθείτε καχ πεχ'τε ότι το έκανε ο Θεός. Δεν γνωρίξετε πώς λειτουργεί η νευρχκή ώση; Καλώς! Δεν κατανοείτε πώς απο-τυπώνονταχ οι αναμνήσεις στον εγκέφαλο; Θαυμάσια! Προκαλεί αμηχανία η πολυπλοκότητα της φωτοσυνθετικής δχαδχκασχ'ας; Υπέροχα! Παρακαλώ, μη συνεχίζετε να ασχολεχ'στε με το πρόβλημα• απλώς αφήστε το καχ επικα-λεστείτε τον Θεό. Αγαπητοί επιστήμονες, μην εργάζεστε πάνω στα μυστή-ρια που αντιμετωπίζετε. Φέρτε τα μυστήριά σας σε εμάς, διότι μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Μη σπαταλάτε την πολύτιμη άγνοια διαλύοντάς τη με την έρευνα. Χρειαζόμαστε αστά τα μεγαλειώδη κενά ως τελευταίο καταφύγιο του Θεού». Ο Ιερός Αυγουστίνος το εξέφρασε απερίφραστα: «Υ-πάρχει άλλη μία μορφή πεχρασμού, πολύ πχο επικίνδυνη: η νόσος της πε-ριέργειας. Αυτή μάς ωθεί να ανακαλύψουμε τα μυστχκά της Φύσης, εκείνα τα μυσηκά που υπερβαίνουν την κατανόησή μας, που δεν μας ωφελούν σε τίποτε καχ τα οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει να επιθυμεί να τα μαθει» (πα-ρατίθεται στο Freeman 2002).
Ένα ακόμα προσφιλές στον Behe παράδειγμα «μη αναγώγιμης πολυπλο-κότητας» εχναχ το ανοσοποιητικό σύστημα. Ας αφήσουμε το δικαστή Jones να συνεχίσει την ιστορία:
Πράγματι, σε κατ' ανππαράσταση εξέταση, ο καθηγητής Behe ρωτήθη-κε σχετικά με τον ισχυρισμό που διατύπωσε το 1996, ότι η επιστήμη δεν θα έβρισκε ποτέ μχα εξελικτική εξήγηση για το ανοσοποιητικό σύ-στημα. Του παρουσιάστηκαν πενήντα οκτώ δημοσιεύματα ελεγμένα από ειδικούς, εννέα βιβλία καχ αρκετά κεφάλαια εγχειριδίων ανοσολο-γίας σχετικά με το ανοσοποιητχκό σύστημα- εντούτοις, επέμεινε απλώς ότι αυτά δεν αποτελούσαν επαρκείς ενδείξεις για την εξέλχξη καχ ότι δεν ήταν «αρκετά χκανοποχητχκά».
Ο Behe, εξεταζόμενος από τον Eric Rothschild, βασχκό ουνήγορο των ε-ναγόντων, υποχρεώθηκε να παραδεχθεχ' ότχ δεν είχε δχαβάσεχ τα περχσσό-τερα από εκεχ'να τα πενήντα οκτώ άρθρα. Εντελώς κατανοητό, καθότχ η α-νοσολογχ'α αποτελεχ' δύσκολη δουλεχά. To λχγότερο οντγχωρητέο εχναχ ότχ ο
160

Behe αττέρριψε τη σχετική έρευνα ως «άκαρτιη». Ασφαλώς είναι άκαρπη αν στοχεύει στην προπαγάνδα μεταξύ εύπιστων μη ειδικών και πολιτικών, και όχι στην ανακάλυψη σημαντικών αληθειών γχα τον πραγματικό κόσμο. Α-φού άκουσε τον Behe, ο Rothschild συνόψισε εύγλωττα τα αισθήματα που πρέπει να ένιωσε κάθε αμερόληπτος άνθρωπος στην αίθουσα εκείνου του δικαστηρίου:
Ευτυχώς, υτιάρχουν επισπίμονες οι οποίοι διεξάγουν έρευνα αναζητώ-ντας απαντήσεις στο ερώτημα της προέλευσης του ανοσοποχητικού συ-στήματος [...]. Αποτελεί την άμυνά μας απέναντι σε εξασθενητικές και μοιραίες νόσους. Οι εmστήμovες που έγραψαν εκεχνα τα βιβλία και άρ-θρα μοχθούν στην αφάνεια, χωρίς συγγραφικά δικαχώματα ή δημόσχες ομχλίες. Οχ προσπάθεχές τους μας βοηθούν να καταπολεμήσουμε καχ να θεραπεύσουμε σοβαρές χατρικές καταστάσεχς. Αντχθέτως, ο καθηγητής Behe καχ ολόκληρο το κχνημα του ευφυούς σχεδίου δεν κάνουν τίποτε γχα να προωθήσουν την επχστημονχχαί ή ιατρχιαί γνώση καχ παροτρύ-νουν τχς μελλοντχκές γενεές επχστημόνων να μη σκοτχ'ζονταχ.64
Ο αμερχκανός γενετχστής Jerry Coyne, στην κρχτχκή του βχβλχ'ου τού Behe, διίλωσε χαρακτηρχστχκά: «Εάν μας δεχ'χνεχ κάτχ η χστορχ'α της επχ-στήμης, αυτό εχ'ναχ ότχ δεν καταλήγουμε πουθενά αν ονοματίσουμε την ά-γνοχά μας "Θεό"». Στο χ'δχο πνεχίμα, ένας εχίγλωττος χρήστης του Διαδικτύ-ου (σχολχάζοντας σε κάποχο χστοημερολόγιο το άρθρο που έγραψα με τον Coyne σχετχκά με το ευφυές σχέδιο, καχ το οποχ'ο δημοσχεχίτηκε στην Guardian) εχ'πε:
Γχατχ' θεωρεχται ο Θεός εξήγηση για οτιδήιιοτε; Δεν είναι• ανπθετα, χσο-δχτναμεχ' με πλήρη αδιτναμχ'α εξήγησης, με ένα σήκωμα των ώμων, με ένα «δεν ξέρω» φτιασχδωμένο με πνειηαατχκότητα καχ τελετουργχ'ες. Εάν αποδίδεχ κανείς κάτχ στον Θεό, τοχ/ιο σημαχνει γενχκά ότχ δεν έχεχ χδέα επ' αχτΓθύ, οπότε το αποδχ'δεχ σε ένα άπιαστο, μη γνώσχμο ουράνχο αε-ρχκό. Ρωτήστε από nou προέρχεταχ αιτπί η εξήγηση, καχ πχθανότατα θα πάρετε την αόρχστη, ψευδοφιλοσοφική απάντηση ότι υπήρχε ανέκαθεν ή ότι βρίσκεται έξω από τη Φύση. Πράγμα που, φυσικά, δεν εξηγεί τί-ποτε.65
Ο δαρβινισμός αφυπνίζει τη συνείδησή μας και με άλλους τρόηους. Ία εξελιγμένα όργανα, μολονότι συνήθως κομψά καχ αποτελεσματικά, παρου-σιάζουν επίσης εμφανή ελαττώματα —ακριβώς αυτό που θα περιμέναμε αν είχαμε μια εξελικτηαί ιστορία, και ακριβώς ό,τι δεν θα περιμέναμε αν είχαν
ΓΙΑΤΙ ElNAI ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
161
σχεδιαστεί.Έχω εξετάσει σχετικά τιαραδεχγματα σε άλλα βιβλία: το παλίν-δρομο λαρυγγικό νεύρο, λόγου χάριν, το ΟΠΟΧ'Ο προδίδει την εξελχκτχκή του ιοτορΐα με μια τεράστια και σπάταλη παράκαμψη καθ' οδόν προς τον προ-ορισμό του. Πολλές ανθρώπχνες παθήσεις μας —από τους πόνους της μέ-σης και την κήλη μέχρι την πρόπτωση μήτρας και την ευπάθειά μας σε ιγ-μορίτιδες— οφείλονται άμεσα στο γεγονός ότι τώρα βαδίζουμε όρθιοι με ένα σώμα το οτιοίο είχε ωστόσο προσαρμοστεχ' —σε διάοτημα εκατονταδων εκατομμυρίων ετών— να περπατά στα τέσσερα. Η σχτνείδησή μας ανα-πτύσσεται επίσης μέσα από την ωμότητα καχ τη σπατάλη της φυσικής επχ-λογής. Οι θηρευτές φαίνονται «σχεδιασμένοι» όμορφα για να συλλαμβά-νουν θηράματα, ενώ τα θηράματα φαίνονται «σχεδιασμένα» εξίσου όμορφα για να τους ξεφεύγουν. Με τχ'νος το μέρος είναι ο Θεός;66
Η ανθρωπική αρχή: η πλανητική εκόοχή
Οχ θεολόγοχ του κενού, οχ οποίοι ίσως έχουν εγκαταλείψεχ την προσπάθεια σχετικά με τα μάτχα και τις φτεροιίγες, τους κινητήρες μασηγίων και τα α-νοσοποιητχκά συστήματα, σνιχνά αποθέτοχιν τχς εναπομένουσες ελπχ'δες τους στην προέλευση της ζωής. Η ρχ'ζα της εξέλχξης στη μη βχολογχκή χη-μεία φαχ'νεταχ ότχ κατά κάποχον τρόπο συνχστά μεγαλχττερο κενό από ο-ποχαδήποτε επχμέρους μετάβαση κατά τη δχάρκεχα της κατοπχνής εξέλχξης. Καχ κατά μία έννοχα όντως πρόκεχταχ γχα μεγοχλιίτερο κενό. Η εν λόγω έν-νοχα όμως εχ'ναχ εντελώς συγκεκρχμένη καχ δεν αποτελεί παρηγορχά γχα τους απολογητές της θρησκεχ'ας. Η προέλευση της ξωής χρεχαζόταν να συμβεχ' μόνο μχ'α φορά. Επομένως, μπορούμε να δεχτούμε ότχ υπήρξε γεγονός ε-ξαχρετχκα απχ'θανο, κατά πολλές τάξεχς μεγέθους περχσσότερο απχ'θανο απ' όσο φαντάξονταχ οχ περχσσότεροχ, όπως θα δεχ'ξω οτη σχινέχεχα. Τα μεταγε-νέστερα εξελικτχκά βήματα ειταναλαμβάνονται, με παρόμοχους λίγο-πολύ τρόπους, σε εκατομμύρια καχ εκατομμύρχα εχδη ανεξάρτητα, ουνεχώς καχ επανεχλημμένα μέσα στον γεωλογχκό χρόνο. Συνεπώς, γχα να εξηγήσουμε την εξέλιξη της πολΐΛΐλοκης ζωής, δεν μποροιίμε να καταφχίγοχτμε στο ίδχο εχ'δος στατχσχχκού συλλογισμού τον οποχ'ο μποροχίμε να εφαρμόσουμε σχε-τχκά με την προέλευση της ζωής. Τα γεγονότα που CRJVXOTOXJV τη συνηθχ-σμένη εξέλχξη, σε αντχ'θεση με τη μοναδχχαί απαρχή της (καχ χ'σως λίγες εχ-δχκές περχπτώσεχς), δεν πρέπεχ να ήταν πολύ ατιχ'θανα.
Η δχάκρχση χ'σως φαίνεται αχνχγματχιαί, γχ' αυτό καχ θα την εξηγήσω ττε-ραχτέρω, χρησχμοποχώντας την επονομαζόμενη ανθρωπχκή αρχή. Η ανθρω-πχκή αρχή ονομάστηκε έτσχ ατιό το μαθηματχκό Brandon Carter το 1974, καχ αναπτχΐχθηκε από τους φυσχκούς John Barrow καχ Frank Tipler στο σχε-
162

τικό βιβλίο τους.67 To ανθρωπικό επιχείρημα εφαρμόζεται συνήθως στο Σύ-μπαν, και θα αναφερθώ οτη συνέχεια σε αυτό. Προς το παρόν θα εφαρμό-σω την ιδέα σε μικρότερη, πλανητική κλίμακα: Υπάρχουμε εδώ, στη Γη• επομένως, η Γη ιιρέπει να συνιστά εκείνο το είδος πλανήτη που έχει την ικανότητα να μας γεννήσει και να μας υποστηρίξει —οσοδήποτε ασυνήθι-στο, ή μοναδικό, κι αν είναι αυτό το είδος πλανήτη. Για παράδειγμα, το δικό μας είδος ζωής δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς νερό σε υγρή κατάσταση. Πράγματι, οι εξωβιολόγοι, οι οποίοι αναζητούν ενδείξεις εξωγήινης ζωής, σαρώνουν τους ουρανούς αναζητώντας στην ουσία ίχνη νερού. Γύρω από ένα τυπικό άστρο, όπως ο δικός μας'Ηλιος, υπάρχει η επονομαζόμενη «ξώνη της Χρυσομαλλούσας»* —ούτε πολύ θερμή ούτε πολύ ψυχρή, αλλά ακριβώς ό,τι πρέπει— για πλανήτες με νερό σε υγρή κατάσταση. Μια λε-πτή λωρίδα τροχιών βρίσκεται ανάμεσα στις ιτολύ απομακρυσμένες από το άστρο, όπου το νερό παγώνει, και στις πολύ κονπνές, όπου βράζει.
Επίσης, μια φιλική προς τη ζωή τροχιά πρέπει να είναι σχεδόν κυκλική. Αντίθετα, μια έντονα ελλειπτική τροχιά, σαν εκείνη τού προσφάτως ανακα-λυφθέντος δέκατου πλανήτη που ονομάστηκε ανεπισήμως Ζήνα,** θα επέ-τρεπε στην καλύτερη περίπτωση στον πλανήτη να διασχίσεχ ορμητικά για ελάχιστο χρονικό διάστημα τη ζώνη της Χρυσομαλλούσας μία φορά κάθε λίγες (γήινες) δεκαετίες ή εκατονταετίες. Η ίδια η Ζήνα δεν εισέρχεται κα-θόλου στη ζώνη της Χρυσομαλλούσας, ακόμη και όταν βρίσκεται ιιλησιέ-οτερα οτον Ήλιο, πράγμα που συμβαίνει μία φορά κάθε 560 γήινα χρόνια. Η θερμοκρασία του κομήχη τού Halley κυμαίνεται μεταξύ 47 βαθμών Κελ-σίου στο περιήλιο καχ -270 βαθμών Κελσίου στο αφήλιο. Η τροχιά της Γης, όπως και όλων των πλανητών, είναι έλλειψη (βρΐσκεται πλησιέστερα στον Ήλιο τον Ιανουάριο και μακρύτερα τον Ιούλχο***)• ο κύκλος, ωστόσο, απο-τελεΐ ειδική περίπτωση της έλλειψης, και η τροχιά της Γης προσεγγίζει τόσο πολύ τον κύκλο ώστε ποτέ δεν εξέρχεται από τη ζώνη της Χρυσομαλ-λούσας. Η θέση της Γης στο ηλιακό σύστημα ευνοεί την εξέλιξη ζωής καχ ατιό άλλες απόψεις, που την καθιστούν ακόμη πιο ξεχωριστή: Ο Δίας, ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, βρίσκεται στην κα-τάλληλη θέση ώστε να «αναχαιτίζει» τους αστεροειδείς (ασκώντας τους
* Ζώνη της Χρυσομαλλούσας (Goldilocks): ο κατάλληλος κάθε φορά συνδυασμός συν-
θηκών (εδώ, για τη ζωή)• η φράση προέρχεται από το παραμύθι Η Χρνσομαλλονσα κω οι
τρεις αρκονδες, όπου η ηρωίδα θέλει το χυλό της «ούτε πολύ καυτό ούτε πολύ κρύο, αλ-
λά ακριβώς όπως πρέπει». (Σ.τ.μ.)
** Επισήμως ονομάστηκε «Έρις». (Σ.τ.μ.)
*** Εάν αυτό σάς εκπλήσσει, ίσως πάσχετε από σοβινισμό του βόρειου ημισφαιρίου, ό-
πως περιγράφεται στη σελ. 140.
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
163
βαρυτικές παρέλξεις), οι οποίοι σε διαφορετική περίπτωση θα μας απει-λούσαν με θανάσιμες συγκρούσεις. To μοναδικό και σχετικά μεγάλο φεγγά-ρι της Γης βοηθά στη οταθεροποίηση του άξονα περιστροφής της68 και συμβάλλει στην ανάπτυξη ζωής με διάφορους άλλους τρόπους. Ο Ήλιος μας δεν είναι συνηθισμένος: δεν ανήκει —μαζί με ένα άλλο άστρο συνο-δό— σε διπλό σύστημα αοτέρων, δεσμευμένων σε τροχιές ο ένας γύρω από τον άλλο. Οι διπλοί αστέρες ενδέχεται να έχουν πλανήτες, αλλά οι τροχιές τους πιθανότατα είναι υπερβολικά μεταβλητές με χαοτικό τρόπο, οπότε δεν θα ευνοούν την εξέλιξη ζωής.
Δύο βασικές εξηγήσεις έχουν προταθεί για την ιδιόμορφη φχλικότητα του πλανήτη μας απένανπ στη ζωή: Η θεωρία του σχεδίου ισχυρίζεται ότι ο Θεός δημιούργησε τον Κόσμο, τον τοποθέτησε στη ζώνη της Χρυσομαλ-λούσας και ρύθμισε σκόπιμα όλες τις λεπτομέρειες προς όφελός μας. Η ανθρωπική προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική και έχει μια αμυδρή δαρβι-νική χροιά. Στη μεγάλη πλειονότητά τους, οι πλανήτες στο Σύμπαν δεν βρίοκονται στις ξώνες της Χρυσομαλλούσας των αντίστοιχων άστρων τους, και έτσι ει'ναι ακατάλληλοι για ξωή. Σε κανέναν από αυτούς δεν υπάρχει ξωή. Οσοδήποτε μικρή κι αν εχναι η μειονότητα των πλανητών με τις ακρι-βώς κατάλληλες συνθήκες γχα ζωή, εμείς πρέπει αναγκαία να κατοικούμε σε έναν από αυτούς, διΟΉ βρισκόμαοτε εδώ και σκεπτόμαστε όλα αυτά.
Παρεμπιπτόντως, οι απολογητές της θρησκείας, κατά πολύ παράξενο τρόιιο, αποδέχονταχ την ανθρωπική αρχή. Για κάποιον ανόητο λόγο, νομί-ζουν ότι στηρίξει την ιτπόθεσή τους. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει! Η ανθρω-πική αρχή, όπως και η φυσική επχλογή, αποτελεί εναλλακχική νπόθεση ατιέ-ναντι στην ιπιόθεση του σχεδίου. Προσφέρει μια ορθολογνκή, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε θεωρία σχεδίου, εξήγηση του γεγονότος ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση εΐΛ^οϊκή για την ύπαρξή μας. Νομίζω ότι η σύγχυση δη-μχουργείται στον θρησκευόμενο νου διότι η ανθρωτηκή αρχή αναφέρεται μόνο στο πλαίσιο του προβλήματος που επιλύει, δηλαδή του γεγονότος ότι ζούμε σε έναν τόπο φιλικό προς τη ζωή. Εκείνο το οποίο δεν συλλαμβάνεχ ο θρησκευόμενος νους είναι ότι προσφέρονται δύο υποψήφιες λύσεις του προβλήματος. Ο Θεός είναι η μχα. Η ανθρωπική αρχή είναι η άλλη. Συνχ-στούν εναλλακτικές περιπτώσεις.
To νερό σε υγρή κατάσταση είναχ αναγκαία συνθήκη για τη ζωή όπως τη γνωρίζουμε, αλλά κάθε άλλο παρά ικανή. Η ζωή πρέπει να δημιουργήθηκε στο νερό, και η προέλευσή της υπήρξε ίσως εξαιρετικά απίθανο συμβαν. Η δαρβινική εξέλιξη προχωρεχ' απρόσκοπτα αφότου δημχουργήθηκε η ζωή. Αλλά πώς ξεκίνησε η ζωή; Η προέλευση της ζωής ανάγεται στο χημικό γε-γονός ή στη σειρά χημικών γεγονότων μέσω των οποίων εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι ζωτικές συνθήκες για τη φυσική επιλογή. To κυριότερο συ-
164
Η ΙΪΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
στατικό υπήρξε η κληρονομικότητα —είτε το DNA είτε (το πιθανότερο) κάτι που αντιγράφεται όπως το DNA αλλά με μικρότερη ακρίβεια, ίσως το συναφές μόριο του RNA. Άπαξ και υπάρχει το ζωτικό συστατικό —κάποιο είδος γενετχκού μορίου—, μπορεί πλέον να επακολουθήσει η αληθινή δαρ-βινχκή φυσική επιλογή, και ως τελική συνέπεια αναδύεται η πολύπλοκη ζωή. Αλλά η αυθόρμητη εμφάνιση του πρώτου μορίου κληρονομικότητας κατά τύχη θεωρείται από πολλούς απΐθανη.Ίσως είναι απίθανη —πολύ α-πίθανη, και θα επιμείνω σε αυτό, διότι αποτελεί καίριο ζήτημα τούτου του κεφαλαίου.
Η προέλευση της ζωής αποτελεΐ αντικείμενο έρευνας τιου ανθεί, αν και συχνά αφορά εικασίες. Η απαιτούμενη ειδικότητα είναι η χημεία, όχι η δι-κή μου. Παρατηρώ αμέτοχος, γεμάτος περιέργεια, και δεν θα εκπλαγώ εάν, στο επόμενα λίγα χρόνια, οι χημικοί αναφέρουν ότχ κστόρθωσαν VQ δημι-ουργήσουν μια νέα αηαρχή ζωής στο εργαστήριο. Εντούτοις, αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα, και προς το παρόν μπορούμε να υποστηρίξοιηαε ότι η πιθα-νότητα να συμβεί είναι, και πάντα ήταν, εξαιρετικά χαμηλή —μολονότι συ-νέβη ήδη μία φορά!
Ακριβώς όπως κάναμε με τις τροχιές της ζώνης της Χρυσομαλλούσας, μπορούμε να επισημάνουμε ότχ, όσο απίθανη κι αν φαίνεται η προέλευση της ζωής, γνωρίζουμε ότι συνέβη στη Γη καθότι βρισκόμαστε εδώ. Όπως και με τη θερμοκρασία, υπάρχουν πάλι δύο υποθέσεις που φιλοδοξούν να εξηγήσουν τι ακριβώς συνέβη —η υπόθεση του σχεδΐου και η επιστημονι-κή, ή «ανθρωπική», ιτπόθεση. Η προσέγγιση του σχεδίου δέχεται έναν Θεό ο οποΐος σκάρωσε σκόπιμα ένα θαύμα, κεραυνοβόλησε την προβιοτική «σούπα» με θεϊκό πυρ και εγκαινίασε τη μεγαλειώδη σταδιοδρομία τού DNA ή κάποιου ισοδύναμου μορΐου.
Kat πάλι, όπως με τη ζώνη της Χρυσομαλλούσας, η ανθρωπική αρχή ϊΐροβάλλει ως εναλλακτική λύση έναντι στην υπόθεση του σχεδίου για λό-γους στατχστικής. Οχ επχστήμονες εϊΐικαλούνται τη μαγεία των μεγάλων α-ριθμών: Έχει υπολογιστεί ότι στον Γαλαξία μας υπάρχουν από 1 δισεκατομ-μύριο έως 30 δισεκατομμύρια πλανήτες, και περίπου 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες στο Σύμπαν. Αν αφαιρέσουμε λίγα μηδενικά για λόγους απλής σω-φροσύνης, το 1 δισεκατομμύριο δισεκατομμύρια (1018) αποτελεί συντηρη-τική εκτίμηση για τον αριθμό των διαθέσιμων πλανητών στο Σιίμπαν. Τώρα, ας υποθέσουμε ότι η προέλευση της ζωής, η αυθόρμητη ανάδυση κάποιου ισοδύναμου μορίου τού DNA, υπήρξε όντως ένα εξωφρενικά απίθανο γεγο-νός. Ας υποθέσουμε ότι ήταν τόσο απίθανο ώστε συνέβη μόνο σε έναν πλα-νήτη ανά 1 δισεκατομμύριο πλανήτες. Κι όμως... ακόμη και με τέτοιες πα-ράλογα μχκρές πιθανότητες, η ζωή θα πρέπει να έχει εμφανιστεί σε 1 δισεκατομμύριο πλανήτες —ένας από τους οποίους, φυσικά, είναι η Γη.69
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
165
Τούτο το συμπέρασμα είναι τόσο εκπληκτικό ώστε θα το επαναλάβω: Ακόμη κι αν οι πιθανότητες να αναδυθεί ζωή αυθόρμητα σε έναν πλανή-τη είναι 1 προς 1.000.000.000, αυτό το εξωφρενικά απίθανο γεγονός θα συ-νέβαινε σε ένα δισεκατομμύριο πλανήτες. Η περίπτωση να βρούμε onoiov-δήποτε πλανήτη με ζωή μέσα σε αυτό το δισεκατομμύριο θυμίζει βελόνα στον αχυρώνα. Εντούτοις, δεν χρειάζεται να καταβάλουμε προσπάθεια γχα να βρούμε τη βελόνα, δχότι (η ανθρωπική αρχή πάλι) οποιαδήποτε όντα ι-κανά να ψάξοντν πρέπει αναγκαΐα να κάθονται ήδη πάνω σε μια ατιό αυτές τις εκπληκτικά σπάνχες βελόνες, οπότε δεν χρειάζεται καν να ψάξουν!
Κάθε δήλωση σχετικά με πιθανότητες γίνεται βάσει ενός ορισμένου επχ-πέδου άγνοιας. Εάν αγνοούμε τα πάντα σχετχκά με κάποιον πλανήτη, μπο-ρούμε να χχποθέσουμε ότχ η πιθανότητα να εμφανιστεί ζωή σε αυτόν εχ'ναχ, έστω, 1 προς 1.000.000.000. Εάν όμως συμπεριλάβουμε κάποιες νέες υττο-θέσεις οτις εκτιμήσεις μας, τα πράγματα αλλάζουν. Ένας σχιγκεκρχμένος πλανήτης ίσως έχει κάποιες ξεχωριστές ιδιότητες, πχθανόν μια ειδική κα-τανομή περιεκτικότητας στοιχείων στα πετρώματά του, οι οποίες αυξάνουν τις πιθανότητες να αναδυθεί ζωή. Μερικοί πλανήτες, με άλλα λόγια, είναχ περισσότερο «γεωειδείς» απ' ό,τι άλλοι. Η ίδια η Γη, φυσικά, είναι χδιαίτε-ρα γεωειδής! Τούτο θα πρέπει να ενθαρριίνει τους χημικούς μας που προ-σπαθοιίν να αναπαραγάγουν το γεγονός στο εργαστήρχο, διότι το καθιστά λιγότερο απίθανο. Ο προηγούμενος υπολογισμός μου, ωοτόσο, έδειξε ότχ ακόμη και ένα χημικό μοντέλο με πολύ μικρές χτιθανότητες επιτυχίας, της τάξεως του 1 προς 1.000.000.000, θα προέβλεπε την εμφάνιση ζωής σε ένα δισεκατομμύριο πλανήτες στο Σχίμπαν. Και η γοητεία της ανθρωπικής αρ-χής έγκεχταχ στο ότι μας λέει, σε αντίθεση με τη δχαχσθηση, ότχ ένα χημχκό μοντέλο χρεχάζεταχ απλώς να προβλέψεχ ότχ θα εμφανχστεχ' ζωή σε έναν πλανήτη μεταξύ ενός δχσεκατομμυρίου δχσεκατομμυρχ'ων πλανητών γχα να μας προσφέρεχ μχα καλή καχ πλήρως χκανοποχητχκή εξήγηση γχα την ύ-παρξη ζωής εδώ. Δεν πχστεύω καθόλου ότχ η εμφάνχση ξωής χητήρξε στην πραγματχκότητα τόσο απίθανη. Θεωρώ ότχ σχγουρα αξχ'ζεχ να δαπανάμε χρήματα στην προσπάθεχα αναπαραγωγής του γεγονότος στο εργαστήρχο καχ —γχα τους χ'δχους λόγους— στο πρόγραμμα SETI, διότχ πχστεύω οτην πχθανότητα ύπαρξης ευφυών όντων αΑλού.
Ακόμη κχ αν δεχτοχίμε τχς πλέον απαχσχόδοξες εκτχμήσεχς γχα την πχθα-νότητα αυθόρμητης εμφάνχσης της ζωής, το στατχστχκό αυτό επχχεχ'ρημα α-ποΐίλεχεχ εντελώς τη σκέψη ότχ ιτρέπεχ να υποθέσουμε ένα σχέδχο γχα να καλχίψουμε το κενό. Από όλα τα φαχνομενχκά κενά στην εξελχκτχκή χστο-ρχ'α, το κενό της προέλευσης της ξωής μπορεχ' να φαχ'νεταχ αγεφύρωτο σε ε-γκεφάλους ρυθμχσμένους να εκτχμοιίν την πχθανότητα καχ το ρχ'σκο σε κα-θημερχνή κλίμακα. Εντοιποχς, ακόμη καχ ένα τόσο μεγάλο κενό σαν αυτό
166

καλύπτεται εύκολα από την επιστήμη, η οποΐα λαμβάνει υπόψη της τη στα-τιστική, ενώ η ίδια η στσπστική επιστήμη αποκλείει έναν θείο Δημιουργό στη βάση του «Έσχατου Μπόινγκ 747» που συναντήσαμε προηγουμένως.
Τώρα όμως ας επιστρέψουμε οτο ενδιαφέρον ζήτημα με το οποίο ξεκι-νήσαμε τοιηη την ενότητα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος προσπαθεί να εξη-γήσει το γενικό φαχνόμενο της βιολογικής προσαρμογής με τον τρόιιο που αντιμετωπίσαμε την προέλευση της ζωής: με την παραπομπή στον τερά-στιο αριθμό δχαθέσιμων ιιλανητών. Ξέρουμε από την παρατήρηση ότι κάθε είδος, και κάθε όργανο που μελετήθηκε ποτέ εντός κάθε εΐδους, είναι καλό σε αυτό που κάνει. Οι φτερούγες των πτηνών, των μελισσών και των νυχτε-ρίδων προσφέρονται γχα την ιπήση. Οι οφθαλμοί προσφέρονται για την ό-ραση. Τα φύλλα προσφέρονται για τη φωτοσύνθεση. Ζούμε σε έναν πλανή-τη όπου μας περιβάλλουν ίσως 10 εκατομμύρια είδη, το καθένα από τα οποία επιδεικνύει ανεξάρτητα μια ισχυρή επίφαση φαινομενικού σχεδίου. Κάθε είδος εχ'ναι καλά προσαρμοσμένο στον ιδιαίτερο τρόπο ζωής του. Θα μπορούσαμε άραγε να βασχστούμε οτο επιχείρημα του «τεράσπου αριθμού πλανητών» για να εξηγήσουμε όλες αυτές τις διαφορετικές επιφάσεις σχε-δίου; Όχχ, δεν θα μπορούσαμε• επαναλαμβάνω όχι. Να μην το διανοηθείτε καν. Αυτό είναι σημαντικό, διότι βρίσκεται στο επίκεντρο της σοβαρότερης παρανόησης σχετικά με το δαρβινισμό.
Δεν έχει σημασία με πόσους πλανήτες μπορούμε να παίξουμε• η τύχη ποτέ δεν θα μπορέσει να εξηγήσει την πλούσια ποικχλότητα της έμβχας πολυπλοκότητας πάνω στη Γη με τον ίδιο τρόπο που την επικαλεστήκαμε γχα να εξηγήσουμε την αρχική εμφάνιση της ζωής στον πλανήτη μας. Η ε-ξέλιξη της ζωής συνιστά εντελώς διαφορετική περίπτωση ατιό την προέ-λευση της ζωής, διότι, επαναλαμβάνω, η προέλευση της ζωής υπήρξε (ή μπορούσε να είναι) ένα μοναδικό γεγονός που χρειάστηκε να οχτμβεί μόνο μία φορά. Από την άλλη, η προσαρμογή ΐων εχδών στα ιδιαίτερα περιβάλ-λοντά τους έχει πολλές όψεις και πραγματοποιείται συνεχώς.
Είναι σαφές ότι εδώ στη Γη έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη δια-δικασία βελτιστοποίησης βιολογικών ειδών, μια διαδικασία η οποία εκτυ-λίσσεται σε ολόκληρο τον πλανήτη, σε όλες τις ηπείρους και τα νησιά, και κάθε στιγμή. Μπορούμε με ασφάλεια να ιιροβλέψουμε ότι, εάν περιμένου-με άλλα 10 εκατομμύρια χρόνια, πολλά εντελώς νέα είδη θα είναι εξίσου καλά προσαρμοσμένα στον τρόπο ξωής τους όσο τα σημερινά. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο, προβλέψιμο, πολλαπλό φαινόμενο, και όχι γχα κά-ποια στατιστική τύχη που την αναγνωρίζουμε εκ των υστέρων. Χάρη δε στον Δαρβίνο, γνωρίζουμε πώς επιτυγχάνεται: με τη φυσική επιλογή.
Η ανθρωπική αρχή αδυνατεΐ να εξηγήσει τις ποικίλες λεπτομέρειες των έμβιων όντων. Χρειαζόμαστε πράγματι τον ισχυρό γερανό του Δαρβίνου γχα
ΓΐΑΤΙ ΕΐΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
167
να εξηγήσουμε τη βιοποικιλότητα στη Γη, και ιδιαίτερα την πειστική επί-φαση σχεδίου. Η προέλευση της ζωής, αντιθέτως, βρίσκεται έξω από την εμβέλεχα του συγκεκριμένου γερανού, διότι η φυσική επιλογή δεν μπορεί να προχωρήσεχ χωρίς αυτή. Σε τούτο το σημείο υπεισέρχεται η ανθρωπική αρχή. Μπορούμε να ανπμετωπίσουμε τη μοναδική anctpxn της ζωής υπο-θέτοντας έναν πολύ μεγάλο αριθμό πλανητικών ευκαιριών. Άπαξ και υπάρ-ξει η αρχική αυτή καλή τύχη —και η ανθρωπική αρχή μάς την εγγυάται α-ποφασιστικά—, η φυσική επιλογή αναλαμβάνει τα υπόλοιπα: η φυσική επιλογή δεν αποτελεί ούτε κατά διάνοια ζήτημα τύχης.
Εντούτοις, είναι ιιιθανό η προέλευση της ζωής να μην αποτελεί το μο-ναδικό μεγάλο κενό στην ιοτορία της εξέλιξης που γεφυρώνεται από απλή τύχη, δικαιολογημένη βάσει της ανθρωπικής αρχής. Για ιιαράδειγμα, ο συ-νάδελφός μου Mark Ridley στο βιβλίο του Mendel's Demon (Ο δαίμονας του Mendel) —το οττοίο μετονομάστηκε κατά περιττό και παραπλανητικό τρό-πο σε The Cooperative Gene (To συνεργατικό γονίδιο) από τους αμερικανούς εκδότες του— έχει προτείνει ότι η προέλευση του ευκαρυωτικού κυττάρου (του δχκού μας είδους κυτιάρου, με έναν πυρήνα και διάφορα άλλα σύνθε-τα χαρακτηριστικά όπως τα μχτοχόνδρια, τα οποία δεν υπάρχουν στα βα-κτήρια) υπήρξε ακόμη πιο κοσμοϊστορικό, δύσκολο και στατιστικά αιιί-θανο βήμα απ' ό,τι η προέλευση της ζωής. Η προέλευση της συνείδησης αποτελεί πιθανόν ένα άλλο μεγαλο κενό του οποίου η γεφύρωση υτιήρξε εξίσου απίθανη. Παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν άπαξ διά παντός θα μπορούσαν ίσως να εξηγηθούν από την ανθρωιιική αρχή με τον ακόλουθο τρόπο: Σε δισεκατομμύρια πλανήτες έχει αναπτυχθεΐ ζωή σε ετππεδο βα-κτηρίων, αλλά μόνο ένα κλάσμα από τχς εν λόγω μορφές ξωής κατόρθωσε να υπερβεί το κενό και να φτάσει στο ευκαρυωτικό κύτταρο. Και από αυ-τές, ένα ακόμη μχκρότερο κλάσμα κατόρθωσε να διαβεί τον τελευταιο Ρου-βίκωνα και να φτάσει στη συνείδηση. Εάν αμφότερα τούτα τα γεγονότα συ-νέβησαν άπαξ διά παντός, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με μχα πανταχού παρούσα διαδικασία για τα πάντα, όπως συμβαίνει με τη συνηθισμένη, κοι-νή βιολογική προσαρμογή. Η ανθρωπική αρχή ορίζει ότι, εφόσον είμαστε ξωντανοί, αποτελούμασιε από ευκαρυωτικά κύτταρα και διαθέτουμε οχτνεί-δηση, τότε ο πλανήτης μας πρέπει να εχναι ένας από εκείνους τους πολύ σπάνιους πλανήτες που έχει γεφυρώσει και τα τρία κενά.
Η φυσική επιλογή λεχτουργεχ επειδή συνιστά έναν σωρευτικό μονόδρο-μο ϊΐρος τη βελτίωση. Χρειάζεται κάποια τύχη για να ξεκινήσει, και η αν-θρωπική αρχή με την επίκληση του «1 δισεκατομμυρίου πλανητών» τής α-ναγνωρίζει αυτή την τύχη. Πιθανόν λίγα μεταγενέστερα κενά στην ιοτορία της εξέλιξης χρεχάζονται επίσης μεγάλες δόσεχς τιίχης, με ανθρωτπκή αι-τιολόγηση. Αλλά οτιδήποτε άλλο κι αν ποιψε, το σχέδιο ασφαλώς δεν λει-
168
Η ΠΈΡΙ θΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
τουργεΐ ως εξήγηση της ζωής, διότι σε τελική ανάλυση δεν εΐναι σωρευτι-κό και συνεπώς εγείρει περισσότερα προβλήματα απ' όσα απαντά —μας ο-δηγεί πίσω στην άπειρη αναδρομή του Έσχατου Μπόινγκ 747.
Ζούμε σε έναν πλανήτη φιλικό προς το δικό μας είδος ζωής, και είδαμε δύο λόγους για αυτό. Ο ένας είναι ότι η ζωή έχει εξελιχθεί ώστε να ευδοκι-μεί στις συνθήκες που προσφέρει ο πλανήτης. Τούτο συμβαΐνει λόγω της φυσικής επχλογής. Ο άλλος λόγος βασίζεται στην ανθρωτπκή αρχή. Υπάρ-χουν δισεκατομμύρια πλανήτες στο Σύμπαν και, οσοδήποτε μικρή κι αν εί-ναχ η μειονότητα των πλανητών που ευνοούν την εξέλιξη, ο πλανήτης μας υιτοχρεωτικά πρέπει να είναι ένας από αυτούς. Τώρα έφτασε η σπγμή να ε-φαρμόσουμε την ανθρωτηκή αρχή σε ένα πρωιμότερο στάδιο: από τη βιο-λογία πίσω στην κοσμολογία.
Η ανθρωπική αρχή: η κοσμολογική εκδοχή
Δεν ζούμε μόνο σε έναν φιλνκό πλανήτη αλλά και σε ένα φιλικό Σύμπαν. To γεγονός της ύπαρξής μας συνεπάγεται ότι οι νόμοι της φυσικής πρέπει να είναχ αρκετά φχλχκοί γχα να επιτρέτιουν την ανάδυση ζωής. Δεν εχ'ναχ τυ-χαχ'ο nou βλέπουμε άοτρα όταν κοχτάζουμε τον νυχτερινό ουρανό, δχότχ τα άστρα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση γχα την χίπαρξη των ηερχσσότερων χημχκών στοχχείων —καχ χωρχ'ς τη χημεία δεν μπορεί να υπάρξεχ ζωή. Οχ φυσχκοχ' έχοχιν υπολογχ'σεχ ότι, εάν οι νόμοι και οι φυσχκές σταθερές ήταν έστω και ελάχιστα διαφορετικά, το Σύμπαν θα είχε εξελιχθεΐ με τρόπο που θα καθιστούσε τη ζωή αδιίνατη. Αυτό το εκφράζουν με διαφορετικούς τρό-•πους, αλλά το ουμπέρασμα τιαραμένει τιάντοτε οχεδόν to ίδιο. Ο Martin Rees, στο βιβλίο του Just Six Numbers (Μόνο έξι αριθμοί),* απαριθμεί έξι θεμελιώδεις σταθερές, οι οποίες θεωρείται ότι ισχύουν σε όλο το Σύμπαν. Καθένας από αυτούς τους έξι αριθμούς έχει ρυθμιστεί πολύ λεπτά, με την έννοια ότι, εάν ήταν ελαφρώς διαφορετικός, το Σύμπαν θα ήταν εντελώς διαφορετικό και πιθανότατα καθόλου φιλικό απέναντι στη ζωή.**
* Ελληνική έκδοση: Κάτοπτρο, 2001. (Σ.τ.μ.)
** Λέω «πιθανότατα», εν μέρει επειδή δεν γνωρίζουμε πόσο διαφορετικές μπορεί να εί-vat οι ξένες μορφές ζωής, και εν μέρει διότι ενδέχεται να διαπράξουμε σφάλμα εάν θε-ωρήσουμε μόνο τις συνέπειες από την αλλαγή μίας σταθεράς κάθε φορά. Άραγε μπορεί κάποιοι άλλοι σννδνασμοί τιμών των έξι αριθμών να είναι φιλικοί απέναντι στη ζωή, με τρόπους που δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε εάν εξετάζουμε την αλλαγή ενός μόνο αριθμού κάθε φορά; Εντούτοις, χάριν απλότητας, θα συνεχίσω να θεωρώ τη λεπτή, ως φαίνεται, ρύθμιση των θεμελιωδών σταθερών μεγάλο ερώτημα που απαιτει' εξήγηση.
ΓΙΑΤΙ ElNAI ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
169
Μεταξύ των έξι αριθμών τού Rees συγκαταλέγεται και το μέγεθος της ε-πονομαζόμενης «ισχυρής» πυρηνικής δύναμης —της δύναμης που συνδέ-ει τα συστατικά ενός ατομικού πυρήνα και η οποία πρέπει να ιτπερνικηθεί κατά τη σχάση του ατόμου. To μέτρο της, συμβολιζόμενο με £, εκφράζεχ το ποσοστό της μάζας ενός πυρήνα υδρογόνου η οποία μετοτρέπεται σε ενέρ-γεια κατά την παραγωγή ηλίου μέσω σύντηξης υδρογόνου. Η τιμή αυτού του αριθμού στο Σύμπαν μας εχναι 0,007 —φαίνεται ότι πρέπει οπωσδήπο-τε να προσεγγίζει πολύ τη συγκεκριμένη τιμή προκειμένου να καθίσταται δυνατή οποιαδήποτε χημεία (η οποία αποτελεί προϋπόθεση της ζωής). Η γνωστή μας χημεία συνχαταται στο συνδυασμό και ανασυνδυασμό των πε-ρίπου ενενήντα στοιχείων του περιοδικού πΐνακα που απαντούν στη Φύση. To υδρογόνο είναι το απλούστερο και πιο κοινό στοιχείο. Σε τελική ανάλυ-ση, όλα τα άλλα χημικά στοιχεία στο Σύμπαν σχηματίξονται από το υδρο-γόνο μέσω πυρηνικής σύντηξης. Η πυρηνική σύντηξη είναι μια δύσκολη διαδικασία, η οποία εκτυλίσσεται σπς εξαιρετικά θερμές συνθήκες στο ε-σωτερικό των άστρων (και στις βόμβες υδρογόνου). Ία σχετικώς μχκρά ά-στρα, όπως ο Ήλιος μας, μπορούν να παρασκευάσουν μόνο ελαφρά οτοι-χεία —όπως ήλιο, το δεύτερο ελαφρότερο στοιχείο στον περιοδικό πίνακα μετά το υδρογόνο. Απαιτούνται μεγαλύτερα και θερμότερα άστρα για την ανάπτυξη των υψηλών θερμοκρασιών που είναχ αναγκαίες για την παρα-σκευή βαρύτερων στοιχείων, μέσα σε μια χιονοστιβάδα αντχδράσεων πυρη-νικής σύντηξης• τις σχετικές λεπτομέρειες είχαν επεξεργαστεί ο Fred Hoyle και δύο συνάδελφοί του (ειιίτευγμα για το οποίο, κατά μυστηριώδη τρόπο, δεν απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ και στον Hoyle αλλά μόνο στους άλ-λους δύο). Αυτά τα μεγάλα άστρα μπορούν να εκραγούν ως υιιερκαινοφα-νείς αστέρες (σουηερνόβα), σκορπίζοντας τα υλικά τους —συμπεριλαμβα-νομένων των στοιχείων του περιοδικού πίνακα— σε νέφη σκόνης. Τα νέφη σκόνης τελχκά συμπυκνώνονταχ σχηματίζοντας νέα άστρα και πλανήτες, ό-πως ο δικός μας. Για αυτό το λόγο, η Γη διαθέτει άφθονα στοιχεία εκτός από το πανταχού παρόν υδρογόνο: σιοιχεία χωρίς τα οποία η χημεία —και η ζωή— θα ήταν αδύνατη.
Πρέπει να δώσοιηιε ιδιαίτερη προσοχή οτο γεγονός ότι η τιμή της ισχυ-ρής ττυρηνικής δύναμης συνιστά κρίσιμο παράγοντα ττροκεψενου να προσ-διοριστεί μέχρι ποιο σημείο μέσα στον περιοδικό πίνακα μπορεί να φτάσει η χιονοστιβάδα της πυρηνικής σύντηξης. Αν η ισχυρή πυρηνική δύναμη ήταν πολύ μικρή, έστω 0,006 αντΐ για 0,007, το Σιίμπαν δεν θα τιεριείχε τχ'-ποτε άλλο εκτός από υδρογόνο, και δεν θα προέκυτιτε καμία ενδιαφέρου-σα χημεία. Εάν πάλι ήταν πολύ μεγάλη, έστω 0,008, όλο το υδρογόνο θα είχε παραγάγει μέσω σύντηξης βαρύτερα στοιχεία. Εντούτοχς, μια χημεία χωρίς υδρογόνο δεν θα μπορούσε να παραγάγει τη ζωά που ξέρουμε, διότι
170

καταρχάς δεν θα ιητήρχε νερό. Η τχμή λοιπόν τού ε —το 0,007— έχει ρυθ-μιστεί με εξαχρετχκή ακρΐβεια ώστε να ειπτρέπει την παραγωγή όλων εκεχ'-νων των χημικών στοιχείων που απαιτούνται για μια ενδιαφέρουσα καχ ζω-ογόνο χημεία.
Δεν θα ασχοληθώ με τους υπόλοιπους από τους έξι αριθμούς τού Rees, αφού το συμπέρασμα είναι το ίδιο: στον καθένα αντιστοιχεί μχα αυστηρά καθορισμένη περιοχή τιμών, έξω από την οποία η ζωή δεν θα ήταν δυνα-τή. Τι πρέπει να πούμε για αυτό; Και πάλχ, έχουμε αφενός την απάντηση του θεϊ'στή καχ αφετέρου την απάντηση βάσει της ανθρωπικής αρχής. Ο θε-χστής ισχυρίξεται ότι ο Θεός, όταν δημιουργούσε το Σύμιταν, ρύθμισε τις θεμελχώδεχς σταθερές έτσχ ώσιε η καθεμιά να ευνοεί την εμφάνχση ζωής —σαν να είχε μπροοτά Του έξχ κουμπιά που τα γύρχζε προσεκτχκά. Όπως πάντα, η απάντηση του θεϊστή είναι κάθε άλλο παρά ικανοποιητική, διότι αφήνεχ ανεξήγητη την ιχπαρξη του Θεού.Ένας Θεός ικανός να δώσει αυτές τις τιμές στους έξι αριθμούς πρέπει να είναι τουλάχιοτον εξίσου απίθανος όσο και ο ίδιος ο σχτνδυασμός που προκύπτει με τη λειττή ρύθμιση των α-ριθμών• όντως είναι πολύ απίθανος —και αυτό βεβαίως συνιστά τη βάση όλης της συζήτησής μας.Έτιεται ότι η anavtnon του θε'χστή δεν συμβάλλει καθόλου στη λύση του προβλήματός μας. Δεν έχω άλλη επιλογή από το να την απορρίψω, ενώ ταυτόχρονα απορώ με το πλήθος των ανθρώιτων που αδυνατούν να δουν το πρόβλημα και δείχνουν ικανοποιημένοι με το ειιιχεί-ρημα του «θεϊκού χειρχστή κουμπιών».
Ίσως η ψυχολογική αιτία αυτής της εκπληκτικής τύφλωσης να σχετίζε-ται με το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση, όπως έχουν οι βιολόγοι, της φυσικής επιλογής και της ικανότητάς της VQ δαμάζεχ το απί-θανο. Ο J. Anderson Thomson, ως εξελικτικός ψυχίατρος, μου υποδεικνύει έναν επιπλέον λόγο: την τάση όλων μας προς την προσωποποχηση άψυχων αντικειμένων ως ενεργών παραγόντων. Όπως λέει, έχουμε μάλλον την τάση να εκλαμβάνουμε μια σκιά ως διαρρήκτη παρά ένα δχαρρήκτη ως σκχά. Μχα λανθασμένη θετχκή απόκρχση μπορεχ' να είναχ απλώς σπατάλη χρόνου. Μχα λανθασμένη αρνητχχαί απόκρχση μπορεχ' να είναχ μοχραχ'α. Σε κάποχα επχστο-λή του, δχατχχπωσε τη σκέψη ότχ, στο προγονχκό μας παρελθόν, η μεγαλύ-τερη npoxcAnon από το περχβάλλον μας προερχόταν από τχς μεταξύ μας σχέσεχς. «Αχηό μας κληροδότησε την αυθαχ'ρετη παραδοχή, καχ σιχχνά το φόβο, της ανθρώπχνης πρόθεσης. Δυσκολευόμαστε πολύ να αναγνωρχ'σου-με οτχδήποτε άλλο εκτός ατιό ανθρώπινες αχτχακές σχέσεχς». Αυτό το γενχ-κεύσαμε, εντελώς φυσχκά, σε θεχ'α πρόθεση. Θα επανέλθω στη γοητεία των «ενεργών παραγόντων» στο Κεφάλαχο 5.
Οχ βχολόγοχ έχουν αυξημένη επίγνωση της δχτνατότητας της φυσικής επχλογής να εξηγεχ' την ανάδυση απίθανων γεγονότων• συνεπώς, μάλλον
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
171
δεν τους ικανοποιεί οποιαδήποτε θεωρία αποφειίγει εντελώς το πρόβλη-μα της απχθανότητας. Και η θεϊστική απάντηση οτο αίνιγμα της απχθανό-τητας αιιοτελεί απροκάλυπτη ιητεκφυγή. Συνιστά κάτι περισσότερο αιιό ε-παναδχατχτπωση του προβλήματος: είναι η τραγελαφική διόγκωσή του. Ας στραφούμε, λοιπόν, οτην εναλλακτική λύση της ανθρωπχκής αρχής. Σύμ-φωνα με την ανθρωπχκή απάντηση, στην πλέον γενική μορφή της, μπο-ροχίμε να συζητάμε το ζήτημα μόνο σε εκεχ'νο το εχ'δος σχίμπαντος το οποχ'ο χτπήρξε χκανό να μας παραγάγεχ. Η χίπαρξή μας, επομένως, ορίζεχ ότχ οχ θε-μελχώδεχς φυοχκές σταθερές έπρεπε να εμπχ'πτουν στχς αντχ'στοχχες ευνοϊ-κές για τη ζωή «ζώνες της Χρυσομαλλούσας». Διάφοροι φυσικοί ασπάζο-νταχ δχαφορετχκούς τχίπους ανθρωπικών λύσεων οτο αίνχγμα της ύπαρξής μας.
Κάποχοχ περχσσότερο «τιροσγεχωμένοχ» φυσχκοχ' δχατεχνονταχ ότχ, καταρ-χάς, τα έξχ «κουμπχά» δεν θα μπορούσαν ποτέ να γυρχ'ζουν ελεύθερα. Όταν τελχκά φτάσοιψε στην πολχπιόθητη Θεωρχ'α των Πάντων, θα δούμε ότχ οχ έξχ καχ'ρχοχ αρχθμοχ' οχλληλεξαρτώνται ή εξαρτώνταχ από κάτι άλλο, αγνωστο προς το παρόν, με τρόπους nou σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε. Θα προκχίψεχ χ'σως ότχ οχ εν λόγω αρχθμοχ' εχναχ περχσσότερο ελεύθεροχ να μεταβάλλονταχ απ' ό,τχ ο λόγος της ηερχφέρεχας του KXJXCAOU ιιρος τη δχά-μετρό του. Θα προκιίψεχ ότχ ο τρόπος χ/παρξης του Σιίμπαντος εχ'ναχ μονα-δχκός. Όχχ μόνο δεν χρεχάζεταχ να υπάρχεχ ένας Θεός γχα να σιρέφεχ τα έξχ κοντμπχά, αλλά δεν νχπάρχουν καν τέτοχα κουμπιά.
Άλλοχ φυσχκοχ' (πχθανότατα καχ ο χ'δχος ο Martin Rees) δεν μένουν χκανο-ποιημένοχ με αχ/τό, και νομίζω ότι συμφωνώ μαζί τους. Πράγματι, είναι πολύ πχθανό να υπάρχει μόνο ένας δυνατός τρόπος ύπαρξης του Σύμπα-ντος. Γχατί όμως αιχχός ο μοναδχκός τρόπος έπρεπε να συνχστά ένα τέτοχο πλαχ'σχο γχα την εξέλχξή μας τελχκά; Γχατχ' να εχ'ναχ εκείνο το είδος σύμπα-ντος τιου σχεδόν φαίνεταχ ότχ —κατά την έκφραση του θεωρητχκού φυσχ-κού Freeman Dyson— «ττρέπεχ να γνώρχξε ότχ θα ερχόμασταν εμείς»; Ο φχ-λόσοφος John Leslie χρησχμοποχεί την αναλογχ'α ενός καταδχκασμένου σε θάνατο διά τυφεκισμού: Είναι πιθανό να αστοχήσουν και οχ δέκα άντρες του εκτελεσπκού αποσπάσματος. Εκ των υστέρων, ο επιξήσας, αναλογχζό-μενος την καλή του τύχη, μπορεί να πεχ χαροχίμενα: «Λοχπόν, αστόχησαν όλοχ, αλλχώς δεν θα βρχσκόμοιτν εδώ να to σκέτπομαχ». Δχκαχολογημένα, ω-στόσο, θα μπορούσε να αναρωτηθεί γχατχ' αστόχησαν όλοχ, καχ να παίξεχ με την υπόθεση ότι είχαν δωροδοκηθεί ή ότχ ήταν μεθυσμένοχ.
Αιπή η αντίρρηση μπορεί να αντχμετωηχστεχ' με την πρόταση —την ο-ιτοία υτΓοστηρίζεχ ο ίδιος ο Martin Rees— ότι υπάρχουν πολλά σύμπαντα, τα οποία, όπως οχ φυσαλίδες του αφρού, συγκροτοχίν ένα «πολυσύμπαν» (multiverse) ή «μεγασύμπαν» (megaverse), όπως προτχμά να το ονομάζεχ ο
172
Η ΠΕΡΙ θΕΟΥ ΑΥΓΑΠΑΤΗ
Leonard Susskind.* Οι νόμοι καχ οι σταθερές καθενός από τα σύμπαντα, όπως το δικό μας παρατηρήσιμο Σύμπαν, εχναι παράγωγοι νόμοι. To πολυ-σύμπαν συνολχκά διαθέτεχ πολλά εναλλακτικά σύνολα παράγωγων νόμων. Η ανθρωτπκή αρχή παρεμβαίνει για να εξηγήσει ότι πρέτιει να βρισκόμαστε σε ένα από εκεΐνα τα σύμπαντα (μια μειονότητα πιθανώς) των οποίων οχ νόμοι συνέβη να ευνοούν τελικά την εξέλιξή μας και άρα το γεγονός ότι α-ναλογιζόμαστε το πρόβλημα.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή της θεωρίας του πολυσύμπαντος προ-κύπτει ατιό σκέψεχς σχετικά με την τελχκή μοίρα του Σύμπαντός μας. Ε-ξαρτώμενο από τις τιμές αριθμών όπως οι έξι σταθερές τού Martin Rees, το Σύμπαν μας ίσως προορίζεται να διαστέλλεται επ' αόριστον ή μπορεί να σταθεροποιηθεί σε μια κατάσταση ισορροπίας ή η διαοτολή πιθανόν να α-νπστραφεί σε συστολή, με αποκορύφωμα την επονομαζόμενη «Μεγάλη Σύνθλιψη». Συμφωνα με κάποια μοντέλα Μεγάλης Σύνθλιφης, το Σύμπαν τότε θα αρχίσει να διαστέλλεται και πάλι κ.ο.κ., επ' αόριστον σε έναν πε-ριοδικό κύκλο —έστω, 20 δισεκατομμυρίων ετών. To Καθιερωμένο Μοντέ-λο του Σύμπαντός μας λέει ότι ο ίδιος ο χρόνος, μαζί και ο χώρος, άρχισε με τη Μεγάλη Έκρηξη, περίπου πριν από 13 δισεκατομμύρια χρόνια. To μοντέλο των επανολαμβανόμενων Μεγάλων Συνθλίψεων τροηοποιεί αυτή την απόφανση: ο δικός μας χρόνος και χώρος όντως ξεκίνησε κατά τη δική μας Μεγάλη Έκρηξη, αλλά αυτή δεν ήταν παρά η τελευταία μιας μακράς σειράς Μεγάλων Εκρήξεων, η καθεμιά εκ των οποίων προκλήθηκε ατιό τη Μεγάλη Σύνθλιψη στην οποΐα κατέληξε το προηγούμενο σύμπαν της σει-ράς. Κανείς δεν καχανοεί τ\ ακριβώς συμβαίνει σε χωροχρονικές ανωμαλίες όπως η Μεγάλη'Εκρηξη, οπότε δεν αποκλείεται οι νόμοι και οι σταθερές να επαναπροσδιορίζονται κάθε φορά σε νέες τιμές. Εάν διαρκώς λαμβάνουν χώρα τέτοιοι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι έκρηξης-διαστολής-συστολής-σύνθλιψης, τότε θα έχουμε μάλλον μια σειραϊκή και όχι Ίΐαράλληλη εκ-δοχή του πολυσύμπαντος. Για όλλη μία φορά, η ανθρωπική αρχή εκτελεί το εξηγητικό της καθήκον: Από όλα τα σύμπαντα της σειράς, μόνο σε μια μει-ονότητα «τα κουμπιά επιλογής» εΐναι ρυθμισμένα σε βιογενετικές συνθή-κες. Και, φυσικά, το παρόν Σύμπαν πρέπει να ανήκει σε αυτή τη μειονότη-τα, διότι βρισκόμαστε μέσα του.Όπως προκχίπτει, η σειραϊκή τονίτη εκδοχή του Γίολυσύμπαηος πρέπει να θεωρηθεί σήμερα λιγότερο τηθανή ατι' ό,τι
* Ο Susskind (2006) συνηγορεί με θαυμάσιο τρόπο υπέρ της ανθρωπικής αρχής στο με-γασύμπαν. Λέει ότι οι περισσότεροι φυσικοι' μισούν αυτή την ιδέα. Δεν μπορώ να κα-ταλαβω γιατί. Προσωπικά τη θεωρώ όμορφη —ίσως επειδή η συνείδησή μου έχει αφυ-πνιστεί από τον Δαρβίνο.
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ θΕΟΣ
173
άλλοτε, διότι πρόσφατες ενδεχξεις αρχίζουν να μας απομακρύνουν από το μοντέλο της Μεγάλης Σύνθλιψης. Τώρα πλέον φαίνεται ότχ το Σύμπαν μας είναι προορισμένο να διαστέλλεται για πάντα.
Ένας άλλος θεωρητικός φυσικός, ο Lee Smolin, έχει αναπτύξει μια ελχυ-στικά δαρβχνική παραλλαγή της θεωρίας του πολυσύμπαντος, η οποία πε-ρχλαμβάνεχ τόσο σεχρα'χ'κά όσο καχ παράλληλα στοχχεχ'α. Η χδέα τού Smolin, ΐΊ οποχ'α εκτχ'θεταχ στο βχβλχ'ο του The Life of the Cosmos (H ζωή του Κό-σμου), στηρχ'ζεταχ στη θεωρχ'α ότχ θυγατρικά σύμπαντα γεννιούνται ατιό μη-τρικά σύμπαντα, όχχ σε μια καθολχκή Μεγάλη Σύνθλιψη αλλά πχο τοπχκά, σε μαύρες τρύπες. Ο Smolin εδώ προσθέτει μχα μορφή κληρονομικότητας: οχ θεμελχώδεχς σταθερές ενός θυγατρχκού σύμπαντος αποτελούν ελαφρώς «μεταλλαγμένες» παροχλλαγές των σταθερών του γεννήτορά του. Η κληρο-νομχκότητα συνχστά ουσχώδες συστατχκό της δαρβινχκής φυσικής εττχλογής, καχ ομοίως η υπόλοιπη θεωρία τού Smolin ιτροκύπτει φυσιολογικά: Όσα σύμπαντα δχαθέτουτν ό,τχ χρεχάζεταχ προκεχμένου να «επχβχώσο^τν» καχ να «αναπαραχθοχίν» κυρχαρχοχίν τελχκά στο πολυσχίμπαν• «ό,τχ χρειάζεταχ» ση-μαίνεχ, μεταξύ άλλων, αρκετά μεγάλη δχάρκεχα ζωής ώστε να «αναπαρα-χθοχίν». Εφόσον η πράξη της αναπαραγωγής λαμβάνεχ χώρα σε μαύρες τρύ-πες, τα επιτυχημένα σύμπαντα ιτρέπει να διαθέτουν ό,τι χρειάζεται για να παράγουν μαύρες τρύπες. Η ικανότητα αυτή συνεπάγεται διάφορες άλλες χδχότητες. Για παράδειγμα, η τάση της ύλης να συμπυκνώνεται και να σχη-ματίζει νέφη και κατόπιν άστρα αποτελεί ηροϋπόθεση για τη δημιουργία μαύρων τρυπών. Τα άοτρα επίσης, όπως είδαμε, προμηνύουν την ανάπτυ-ξη ενδιαφέρουσας χημείας, άρα και ζωής.Έτσι, προτείνει ο Smolin, υπήρξε μχα δαρβννική φυσχκή ειιιλογή σνιμπάντων στο ιτολυσύμπαν, η οποία ειη^ό-ησε άμεσα την χκανότητα γέννησης μαύρων τρυπών και έμμεσα την παρα-γωγή ζωής. Δεν ασπάζονται όλοι οι φυσικοί με ενθουσιασμό την ιδέα τού Smolin, μολονότι ο νομπελίστας φυσχκός Murray Gell-Mann φέρεται να δήλωσε: «Ο Smolin; Είναι εκείνος ο νεαρός με τις τρελές ιδέες; Ίσως δεν έχει άδικο».70Ένας κακεντρεχής βιολόγος ίσως αναρωτηθεί μήπως κάποιοι φυσικοί έχουν ανάγκη από δαρβινική αφιπτνιση της οχτνείδησής τους.
Νιώθει κανείς τον πειρασμό να σκεφθεί (και πολλοχ έχουν υποκύψει σε αυτόν) ότχ το αίτημα μιας πληθώρας συμπάντων αηοτελεί σπάταλη καχ α-νεπίτρεπτη πολυτέλεια. Σύμφωνα με το σχετικό ειιιχείρημα, εάν μπορού-με να διανοηθούμε κάτι τόσο αλλόκοτο όσο ένα πολυσύμπαν, τότε θα μπο-ρούσαμε κάλλιστα να κάνουμε άλλο ένα βήμα στο συλλογισμό μας και να αποδεχθούμε έναν Θεό. Μήπως και οι δύο υποθέσεις είναι εξίσου εξωφρε-νικές και ad hoc—και εξίσου μη ικανοποιητχκές;Όσοι σκέπτονται έτσχ δεν έχουν ειτίγνωση των μαθημάτων της φυσικής ετηλογής. Η κρίσιμη διαφορά μεταξύ τής πράγματι αλλόκοτης υπόθεσης του Θεού και της φαινομενικά
174

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου