Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

1984 - Όργουελ (μέρος 1)

George Orwell - 1984


Htan MIA λαμπρη κρύα μέρα του Απρίλη, και τα ρολόγια έδειχναν μία το μεσημέρι. 0 Γουίνστον Σμιθ, με το πιγούνι χωμένο στο στήθος προσπαθώντας ν' αποφύγει τον απαίσιο άνεμο, γλίστρησε μέσ' από τις γυάλινες πόρτες του Μεγάρου της Νίκης, κουβαλώ-ντας μαζί του κι ένα στρόβιλο σκόνης ανάκατης με άμμο.
0 διάδρομος ανέδιδε μια ανάμεικτη μυρωδιά από βρασμένο λά-χανο και παλιά κουρελιασμένα χαλιά. Στην άκρη του διαδρόμου ή-ταν καρφωμένη στον τοίχο μια πελώρια έγχρωμη αφίσα. 'Εδειχνε ένα γιγάντιο πρόσωπο, πάνω από ένα μέτρο πλατύ: ήταν το πρόσωπο ενός ανθρώπου γύρω στα σαράντα πέντε, με παχύ μαύρο μουστάκι και τραχιά αρρενωπά χαρακτηριστικά. 0 Γουίνστον κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Μάταιο να επιχειρήσει ν' ανέβει με το ασανσέρ. Ακόμα και στις καλές εποχές, σπάνια λειτουργουσε, και τώρα μά-λιστα είχανε κόψει το ηλεκτρικό όλο το πρωί. Αυτό αποτελούσε ένα από τα μέτρα της οικονομίας που λάμβαναν για την προετοιμασία της Εβδομάδας Μίσους. Έπρεπε ν' ανέβει εφτά πατώματα, κι ο Γουίνστον, που ήταν τριάντα εννέα χρονών και υπέφερε από μια πληγή στο δεξιό του αστράγαλο, ανέβαινε σιγά σιγά και με πολλές στάσεις. Σε κάθε πάτωμα, απέναντι από το ασανσέρ, η ίδια αφίσα με το γιγάντιο πρόσωπο σε παρατηρουσε από τον τοίχο. Ήταν μια από αυτές τις φωτογραφίες που είναι έτσι φτιαγμένες, ώστε τα μάτια να δίνουν την εντύπωση πως σε παρακολουθούν όπου κι αν βρίσκεσαι. 0 μεγαλος αδελφος ςε βλεπει, έγραφε η λεζάντα από κάτω.
Μέσα στο διαμέρισμα, μια γλυκιά φωνή διάβαζε δυνατά έναν κατάλογο στοιχείων σχετικών με την παραγωγή χυτοσιδήρου. Η
11

φωνή ερχόταν από μια μακρόστενη μεταλλική πλάκα που ήταν σαν θαμπός καθρέφτης και αποτελούσε μέρος της επιφάνειας του δεξιού τοίγρυ. 0 Γουίνστον γύρισε έναν διακόπτη, και η φωνή εξασθένησε κάπως, αν και οι λέ'ξεος ακούγονταν ακόμα ευδίάκριτα. Τη συσκευή αυτή (τηλεοθόνη την έλεγαν) μπορούσες μεν να τη σκοτεινιάσεις, δεν υπήρχε τρόπος όμως να την κλείσεις εντελώς. Προχώρησε προς το παράθυρο: μια μικροσκοπική, εύθραυστη σιλουέτα, που την αδυ-ναμία της τόνιζε περισσότερο η μπλε φόρμα, η στολή του Κόμματος. Τα μαλλιά του ήταν ανοιχτόχρωμα, το πρόσωπό του είχε ένα φυσικό ροδοκόκκινο χρώμα, το δέρμα του είχε σκληρύνει από το ακατέργα-στο σαπούνι, τις τραχιές λεπίδες της ξυριστικής μηχανής και το κρύο του χειμώνα που μόλις είχε περάσει. Κοιτάζοντας έξω στο δρόμο, ακόμα και μέσα από τα κλειστά τζάμια ένιωθε κανείς πα-γωνιά. Μέσα στις δίνες του ανέμου στροβιλίζονταν σκόνη και σκι-σμένα παλιόχαρτα, και παρ' όλο που ο ήλιος έλαμπε κι ο ουρανός είχε ένα σκληρό γαλάζιο χρώμα, όλα φαίνονταν άχρωμα, εκτός από τις αφίσες που ήταν κολλημένες παντού. To πρόσωπο με το μεγά-λο μουστάκι δέσποζε στα κεντρικά σημεία κάθε δρόμου. Τπήρχε μια τέτοια αφίσα στην πρόσοψη του απέναντι σπιτιού. 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ, έγραφε η λεζάντα, ενώ τα σκοτεινά μάτια κοίταζαν βαθιά, διαπεραστικά μέσα στα μάτια του Γουίνστον. Κάτω στο δρόμο μια άλλη αφίσα, ξεκολλημένη στη μια γωνιά, παράδερνε σπασμωδικά στον άνεμο, σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας διαδο-χικά τη μοναδική λέξη αγγςος. Πέρα μακριά ένα ελικόπτερο βου-τούσε ανάμεσα στις στέγες, αιωρούνταν στον αέρα σαν μύγα και ορμούσε ξανά προς τα εμπρός διαγράφοντας καμπύλη. Ήταν η αστυνομική περίπολος που κατασκόπευε μέσα από τα παράθυρα του κόσμου. Ωστόσο, οι περίπολοι δεν είχαν σημασία. Μόνο η Αστυνομία της Σκέψης είχε σημασία.
Πίσω από την πλάτη του Γουίνστον, η φωνή από την τηλεοθό-νη φλυαρούσε ακόμα για το σίδερο και για την υπερκάλυψη του Ένατου Τριετούς Πλάνου. Η τηλεοθόνη ήταν ταυτόχρονα πομπός και δέκτης. Μπορούσε να συλλάβει κάθε θόρυβο προερχόμενο από
12
Χίλια εννίαχόσια ογδόντα τέσσερα
τον Γουίνστον που ήταν πάνω από το επίπεδο ψιθύρου. Επί πλέον, όσο βρισκόταν μέσα στο οπτικό πεδίο της μεταλλικής πλάκας, ot κινήσεις του μπορούσαν να παρακολουθούνται όπως και ν' ακούγο-νται. Βέβαια, δεν υπήρχε τρόπος να ξέρει κανείς ποιαν ακριβώς στιγμή παρακολουθουσαν. Υίοσο συχνά ή με ποιο σύστημα συνδεό-ταν η Αστυνομία της Σκέψης με κάθε συσκευή, μόνο να το μαντέ-ψει μπορούσε κανείς. Θα μπορούσε ακόμα να διανοηθεί ότι πα-ρακολουθούσαν τους πάντες συνεχώς. Σε κάθε περίπτωση, μπο-ρούσαν να συνδεθούν με τη συσκευή σου όποτε ήθελαν. Έπρεπε να ζεις — πραγματικά ζούσες, από συνήθεια που είχε καταλήξει να γίνει ένστικτο— με την προϋπόθεση ότι κάθε ήχος που έβγαζες ακουγόταν και ότι κάθε σου κίνηση παρακολουθούνταν, εκτός αν ήταν σκοτάδι.
0 Γουίνστον είχε πάντοτε την πλάτη γυρισμένη στην τηλεο-θόνη. Ήταν πιο ασφαλές• παρ' ότι, όπως ήξερε πολύ καλά, ακόμα και μια πλάτη μπορεί να είναι αποκαλυπτική. Ένα χιλιόμετρο μα-κριά, το Τπουργείο Αλήθειας, όπου εργαζόταν, υψωνόταν τεράστιο και άσπρο πάνω από το γυμνό τοπίο. Αυτό, σκέφτηκε με μια α-όριστη αποστροφή, αυτό ήταν το Αονδίνο, η πρωτεύουσα της Πρώ-της Περιοχής, η τρίτη πιο πυκνοκατοικημένη περιφέρεια της Ωκε-ανίας. Προσπάθησε να στύψει το μυαλό του να βρει κάτι από τα παιδικά του χρόνια, κάτι που να τον κάνει να θυμηθεί αν το Λον-δίνο ήτανε πάντα έτσι. Υπήρχε άραγε πάντα αυτή η θέα των σά-πιων σπιτιών του δέκατου ένατου αιώνα, αυτοί οι τοίχοι οι στηριγ-μένοι σε ξύλινα δοκάρια, αυτά τα χαρτόνια που αντικαθιστούσαν τα τζάμια στα παράθυρα, οι στέγες από λαμαρίνα κι αυτοί οι ξεχαρ-βαλωμένοι φράχτες των κήπων; Τπήρχε πάντα η θέα των βομ-βαρδισμένων περιοχών, όπου η σκόνη από τους σοβάδες στροβιλι-ζόταν στον αέρα κι οι θάμνοι πρόβαλλαν ανάμεσα από τους σωρούς των ερειπίων; Και οι περιοχές όπου οι βόμβες χέρσωσαν μεγάλες εκτάσεις γης κι όπου ξεφύτρωσαν ρυπαρές αποικίες ξύλινα χαμό-σπιτα σαν κοτέτσια; Μάταια όμως, δεν μπορούσε να θυμηθεί• τί-ποτα δεν του 'μενε από την παιδική του ηλικία, παρεκτός μια σειρά φωτεινές εικόνες, ασυνδετες και ακατανόητες.
13

To Υπουργείο Αλήθειας — ϊπαλ, στη Νέα Ομιλία1 — είχε χτυ-πητή διαφορά από καθετί που το περιστοίχιζε. Ήταν μια πελώρια πυραμιδοειδής οικοδομή από άσπρο αστραφτερό μπετόν, που από πάτωμα σε πάτωμα υψωνόταν τριακόσια μέτρα στον αέρα. Από τη θέση όπου στεκόταν, ο Γουίνστον μόλις που μπορούσε να διαβάσει στην άσπρη πρόσοψη του κτιρίου τα κομψά γράμματα που σχη-μάτιζαν τα τρία συνθήματα του Κόμματος:
0 ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΓΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΓΝΑΜΗ
To Υπουργείο Αλήθειας είχε, λέγανε, τρεις χιλιάδες δωμάτια πάνω
από την επιφάνεια του εδάφους και αντίστοιχες υπόγειες διακλαδώ-σεις. Διάσπαρτα στο Λονδίνο, βρίσκονταν τρία ακόμα κτίρια παρό-μοια σ' εμφάνιση και μέγεθος. Με τον όγκο τους δέσποζαν τόσο πολύ σε όλη την αρχιτεκτονική της πόλης, που, αν βρισκόσουν στη στέγη του Μεγάρου της Νίκης, μπορούσες να τα δεις και τα τέσσερα ταυτόχρονα. Στέγαζαν τα τέσσερα Τπουργεία στα οποία καταμεριζόταν ολόκληρος ο κυβερνητικός μηχανισμός. To Υπουρ-γείο Αλήθειας που ασχολούνταν με την ειδησεογραφία, την ψυχα-γωγία, την εκπαίδευση και τις καλές τέχνες. To Υπουργείο Ειρήνης που ήταν αρμόδιο για τον πόλεμο. To Υπουργείο Αγάπης που με-ριμνούσε για την τήρηση της τάξης. Και το Υπουργείο Αφθονίας που ήταν υπεύθυνο για τις οικονομικές υποθέσεις. Τα ονόματά τους στη Νέα Ομιλία ήταν ΓΠΑΛ, ΪΠΕΙΡ, τπαγ και ΪΠΑΦ.
To Υπουργείο Αγάπης ήταν το πιο τρομακτικό απ' όλα. Δεν είχε ούτε ένα παράθυρο. 0 Γουίνστον δεν είχε μπει ποτέ στο Υπουρ-γείο Αγάπης, ούτε καν το είχε πλησιάσει περ:σσότερο από μισό χιλιόμετρο. Ήταν ένα μέρος όπου δεν γινόταν να μπεις, εκτός αν
1. Η Νέα Ομιλία ήταν η επίσημη γλώσσα της Ωκεανίας. Για τη δομή και την ετυμολογία της βλ. Παράρτημ/χ.
14
Χίλια εννιαχόσια ογδόντα. τέσσερα
εκτελούσες επίσημη υπηρεσία, αλλά και τότε έπρεπε να διασχίσεις ένα δαίδαλο από συρματοπλεγμένα εμπόδια, χαλύβδινες πόρτες και κρυφά πολυβολεία. Ακόμα και στους διαδρόμους που οδηγούσαν στα εξωτερικά φράγματα, περιφέρονταν φύλακες με όψη γορίλα, ντυμέ-νοι με μαύρες στολές και οπλισμένοι με ρόπαλα.
0 Γουίνστον γύρισε απότομα. Έντυσε τα χαρακτηριστικά του μ' εκείνη την έκφραση της ήρεμης αισιοδοξίας που έπρεπε να έχει όταν ατένιζε την τηλεοθόνη. Διέσχισε το δωμάτιο για να πάει στη μικροσκοπική κουζίνα. Με το να φύγει από το Τπουργείο εκείνη την ώρα της ημέρας, είχε θυσιάσει το γεύμα του στην καντίνα και ήξερε πολύ καλά ότι δεν υπήρχε ίχνος φαγητού στην χονζίνα, εκτός από ένα ξεροκόμματο μαύρο ψωμί που έπρεπε να φυλάξει για το αυριανό πρόγευμα. Κατέβασε από το ράφι ένα μπουκάλι άχρωμο υγρό με μκχ σκέτη άσπρη ετικέτα που έγραφε τζιν ΝΙΚΗΣ. Ανέδιδε μια λιπαρή άσχημη μυρωδιά που έφερνε αναγούλα, κάτι σαν κινέζικο ποτό από ρύζι. 0 Γουίνστον γέμισε ένα φλιτζάνι, προετοίμασε τον εαυτό του για το επερχόμενο σοκ και το κατάπιε όπως πίνει κανείς ένα φάρ-μακο.
Στη στιγμή το πρόσωπό του έγινε μπλαβί και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. To ποτό ήταν σαν νιτρικό οξύ, και επί πλέον, όταν το κατάπινες, είχες την αίσθηση ότι σε χτυπούν κατακέφαλα με λαστιχένιο κλομπ. Αμέσως μετά όμως, το κάψιμο στο στομάχι του πέρασε και ο κόσμος άρχισε να μοιάζει πιο ευχάριστος. Πήρε τσιγά-ρο από ένα τσαλακωμένο πακέτο που έγραφε ΤΣΙΓΑΡΑ ΝΙΚΗΣ• α-πρόσεκτος, το κράτησε ανάποδα κι έτσι άδειασε όλο τον καπνό στο πάτωμα. Με το επόμενο στάθηκε πιο τυχερός. Ξαναγύρισε στο λίβινγκ ρουμ και κάθισε σ' ένα μικρό τραπέζι στ' αριστερά της τηλεοθόνης. Έβγαλε από το συρτάρι του τραπεζιού έναν κοντυλο-φόρο, ένα μελανοδοχείο κι ένα χοντρό άγραφο τετράδιο, σχήματος τετάρτου, με σκληρό εξώφυλλο και κόκκινη ράχη.
Για κάποιο λόγο, η τηλεοθόνη στο λίβινγκ ρουμ ήταν τοποΰε-τημένη ασυνήθιστα. Αντί να είναι, όπως ήταν το κανονικό, στον ακρινό τοίγρ, απ' όπου θα μπορούσε να επιθεωρεί όλο το δωμάτιο,
15

βρισκόταν στο μακρύτερο τοίχο, απέναντι απ' το ποφάθυρο. Στη μια πλευρά του υπήρχε μια μ,ικρή εσοχή όπου καθόταν τώρα ο Γουίν-στον, η οποία, όταν χτιζόταν το διαμέρισμα, φαίνεται ότι προοριζόταν για ράφια βιβλιοθήκης. Με το να κάθεται σ' αυτή την εσοχή, και προς τα πίσω, ο Γουίνστον κατάφερνε να βρίσκεται έξω από το οπτικό πεδίο της τηλεοθόνης. Μπορούσαν βέβαια να τον ακούν, αλλά όσο βρισκόταν σ' αυτή τη θέση δεν μπορούσαν να τον δουν. Λίγο αυτή η ασυνήθιστη γεωγραφία του δωματίου, λίγο τούτο το τετράδιο που μόλις είχε βγάλει από το συρτάρι, του είχαν υποβάλει την ιδέα να κάνει ό,τι ετοιμαζόταν να κάνει τώρα.
Ήταν ένα ιδιαίτερο, όμορφο τετράδιο. Τα φύλλα του ήταν από λείο κρεμ χαρτί, λίγο κιτρινισμένο από το χρόνο, ένα είδος που δεν κατασκευαζόταν πια εδώ και σαράντα χρόνια τουλάχιστον. 0 Γου-ίνστον μπορούσε πάντως να υποθέσει ότι το τετράδιο ήταν πιο παλιό. To είχε δει πεταμένο στη βιτρίνα ενός άθλιου μικρού πα-λαιοπωλείου σε μια βρομερή συνοικία (σε ποια ακριβώς δεν θυμό-ταν) κι αμέσως κυριεύτηκε από την ακατανίκητη επιθυμία να το αποκτήσει. Τα μέλη του Κόμματος υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να πηγαίνουν σε συνηθισμένα μαγαζιά («να συναλλάσσονται με την ελευθερη αγορά» το έλεγαν), αλλά ο κανόνας δεν τηρούνταν αυστη-ρά, γιατί υπήρχαν δίάφορα πράγματα, κορδόνια παπουτσιών, φέρ' ειπείν, και ξυραφάκια, που ήταν αδυνατο να προμηθευτεί κανείς με άλλο τρόπο. Είχε ρίξει μια γρήγορη ματιά πάνω κάτω στο δρόμο, μετά γλίστρησε στο μαγαζί και αγόρασε το τετράδιο για δυόμισι δολάρια. Εκείνη τη στιγμή δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το ήθελε για χ,άποιο συγκεκριμένο σκοπό. To πήγε σπίτι του μέσα στο χαρτοφυ-λακά του, έχοντας ένα αίσθημα ενοχής. Ακόμα και άγραφο τον εξέθετε σε κίνδυνο.
Αυτό που επρόκειτο να κάνει ήταν ν' αρχίσει να κρατάει ημε-ρολόγιο. Τούτη η πράξη δεν ήταν παράνομη (τίποτα δεν ήταν πα-ράνομο, αφού δεν υπήρχαν πια νόμοι), αλλά, αν τον ανακάλυπταν, ήταν σίγουρο πως θα τον τιμωρούσαν με θάνατο ή τουλάχιστον με είκοσι πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα. 0 Γουίνστον έβαλε μια
16

πένα στον κοντυλοφόρο και την καθάρισε. Η πένα ήταν αρχαϊκό εργαλείο που σπάνια το χρησιμοποιούσαν ακόμα και για υπογραφές-την είχε προμηθευτεί κρυφά, και με δυσκολία, απλώς και μόνο επειδή είχε το αίσθημα ότι σ' αυτό το όμορφο χαρτί άξιζε να γράψεις με αληθινή πένα αντί να γρατσουνίσεις με στυλό. Πραγματικά, δεν ήταν συνηθισμένος να γράφει με το χέρι. Εκτός από πολύ σύντομες σημειώσεις, συνήθως υπαγόρευε τα πάντα στο φωνογράφο, πράγμα που αποκλειόταν φυσικά στην προκειμένη περίπτωση. Βούτηξε την πένα στο μελάνι και για ένα δευτερόλεπτο δίστασε. Μια τρεμούλα συντάραξε τα σωθικά του. To παν ήταν ν' αρχίσει να γράφει στο χαρτί. Με μικρά αδέξια γράμματα έγραψε:
4 Απριλίου 1984.
Έγεφε πίσω. Τον κυρίευσε μια αίσθηση απόλυτης αδυναμίας. Κατ' αρχήν, δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι αυτός ο χρόνος ήταν το 1984. Πρέπει να ήταν τόσο περίπου, αφου ήξερε σίγουρα ότι ήταν τριάντα εννέα χρονών και πίστευε ότι είχε γεννηθεί το 1944 ή το 1945, αλλά σε τούτους τους καιρούς δεν μπορουσες ποτέ να προσ-διορίσεις καμιά ημερομηνία.
Αναρωτήθηκε ξαφνικά για ποιον έγραφε αυτό το ημερολόγιο. Για τους επερχόμενους, για τους αγέννητους ακόμα. Η σκέψη του για μια στιγμή πλανήθηκε στην αμφίβολη ημερομηνία που έγραψε στη σελίδα, και ύστερα σταμάτησε πάνω στη λέξη της Νέας Ομι-λίας διπλή σκέψη. Για πρώτη φορά κατάλαβε το μέγεθος του εγ-χεφήματος που αποτολμούσε. Πώς μπορούσες να επικοινωνήσεις με το μέλλον; Αυτό είναι αδύνατον απ' τη φύση του την ίδια. Ή το μέλλον θα ήταν ολόιδιο με το παρόν, οπότε δεν θα τον άκουγε κανείς, ή θα διέφερε, οπότε δεν είχε νόημα να εμπλακεί σε κάτι τέτοκ).
Για λίγη ώρα καθόταν χοιτά'ζοντας το χαρτί σαν.^χαζός. Η τη-λεοθόνη άλλαξε και μετέδιδε τώρα μια διαπεραστική στρατιωτική μουσική. Ήταν παράξενο το γεγονός ότι όχι μόνο είχε χάσει την
17

ικανότητα να εκφράζεται, αλλά είχε ξεχάσει και τι ήθελε να πει. Εδώ κι εβδομάδες προετοιμαζόταν γι' αυτή τη στιγμή, χωρίς ποτέ να σκεφτεί ότι θα χρειαζόταν και τίποτε άλλο εκτός από θάρρος. To γράψιμο θα ήταν εύχολο. To μόνο που είχε να κάνει ήταν να μεταφέρει στο χαρτί τον ατέλειωτο ανήσυχο μονόλογο που για χρόνια είχε μέσα στο μυαλό του. Όπως και να 'ταν, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή ακόμα κι ο μονόλογος έμοιαζε να 'χει στερέ-ψει μέσα του. Εκτός αυτού, τον είχε πιάσει μια ανυπόφορη φαγού-ρα στην πληγή του. Δεν τολμούσε να ξυστεί, γιατί έτσι θα την ερέθιζε περισσότερο. Τα δευτερόλεπτα περνουσαν. Δεν καταλάβαινε τίποτε άλλο έξω απ' το άγραφο χαρτί μπροστά του, τη φαγούρα στην πληγή, τη μουσική που τον ξεκούφαινε και μια ελαφριά ζάλη που του 'χε φέρει το τζιν.
Ξαφνικά, άρχισε να γράφει μέσα σε πανικό χωρίς να καταλα-βαίνει πλήρως τι έγραφε. Τα μικρά αλλά παιδικά γράμματά του ξετυλίγονταν πέρα δώθε στη σελίδα, παραλείποντας στην αρχή τα κεφαλαία γράμματα και στο τέλος αχόμα και τις τελείες:
4 Απριλίου 1984. Χθες βράδυ στο σινεμά. Όλο πολεμικά έργα, ένα πολύ καλό, έδειχνε ένα πλοίο γεμάτο πρόσφυγες που βομβαρδιζόταν κάπου στη Μεσόγειο. Οι θεατές διασκέδαζαν πολύ με τα πλάνα ενός μεγαλόσωμου, χοντρού ανθρώπου που προσπα-θούσε να ζεφύγει κολυμπώντας ενώ ένα ελικόπτερο τον κυνηγούσε, πρώτα, τον έβλεπες να τσαλαβουτάει στα νερά σαν δελφίνι, όστερα, ανάμεσα από τις ριπές των πολυβόλων που έρίχναν τα ελικόπτερα, υστερα γέμισε τρύπες και η θάλασσα γυρω του κοκκίνισε και βυθίστηκε σαν να μπήκε το νερό απ' τις τρύπες. οι θεατές ούρλιαζαν από τα γέλία όταν βυθιζόταν. ύστε-ρα είδαμε μια σωστίκΎ^λέμ&ο γεμάτη παιδιά κι ένα ελικόπτερο να αιωρείται από πάνω τους. μια ηλικιω-μενη γυναίκα, μπορεί να ήταν εβραία, καθόταν στην
18
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
πλώρη μ' ένα αγοράκι περίπου τριών χρονών στην αγχαλιά. το αγοράκι στρίγκλιζε από φόβο και έχρυβε το κεφαλάκι του στο στηθος της σαν να προσπαθούσε να φωλιάσει μέσα της και η γυναίκα έβαζε τα μπρά-τσα της γύρω του και το παρηγορουσε, ενώ και η ίδια είχε μελανιάσει από το φό£ο. το σκέπαζε συνεχώς όσο περισσότερο μπορούσε, σαν να πίστευε ότι τα χέρια της θα το προστάτευαν από τις σφαίρες. τότε το ελικόπτερο έριζε πάνω τους μια 6όμ£α είκοσι κιλών με μια τρομαχτική λάμφη και η βάρκα έγινε συντρίμ-μια. μετά έδειζαν μια θαυμάσια λήφη ενός παιδικού χεριού που εκτοζεύτηκε φηλά φηλά στον αέρα θα πρέπει να το παρακολούθησε εκεί φηλά ένα ελικόπτε-ρο με κάμερα και ακούστηκαν πολλά χειροκροτήματα από τις θέσεις των μελών του κόμματος αλλά μια γυναίκα απ' τα καθίσματα των προλετάριων άρχισε ξαφνικά να κάνει φασαρία και να φωνάζει ότι δεν είναι σωστό μπροστά σε παιδιά όχι δεν έπρεπε να το δεί-ξουν μπροστά σε παιδιά δεν είναι ώσπου η αστυνομία την έβγαλε έζω δεν φαντάζομαι να της έκαναν τίπο-τα, κανείς δεν δίνει στημασία στα λόγια των προλετά-ριων η τυπική αντίδραση των προλετόφιων ποτέ δεν...
0 Γουίνστον σταμάτησε να γράφει, τον είχε πιάσει κράμπα. Δεν ήξερε τι τον έκανε ν' αραδιάσει αυτό το χείμαρρο από ανοησίες. Αλλά το περίεργο ήταν ότι, ενόσω έγραφε, μια ολότελα διαφορετική ανά-μνηση ξεκαθάρισε στο μιυαλό του, σε τέτοιο σημείο ώστε αισθάνθηκε την ανάγκη να την καταγράψει. Τώρα συνειδητοποιούσε πως αυτό το περιστατικό στάθηκε η αιτία που αποφάσισε ξαφνικά να γυρίσει σπίτι και ν' αρχίσει το ημερολόγιο σήμερα.
Συνέβη σήμερα το πρωί στο Υπουργείο —αν μπορούσε βέβαια κανείς να χρησιμοποιήσει τη λέξη «συνέβη» για κάτι τόσο νεφελώ-δες.
19
TZQPTZ ΟΡΓΟΤΠΕΛ
Ήταν περίπου έντεκα, και στο Τμήμα Αρχείων, όπου εργαζό-ταν ο Γουίνστον, έπαιρναν τις κοφέκλες από τα δωμάτια και τις συγκέντρωναν στο κέντρο του χολ απέναντι από τη μεγάλη τηλεο-θόνη, προετοιμάζοντας έτσι το Δίλεπτο Μίσους. 0 Γουίνστον κάθισε σε μια καρέκλα στις μεσαίες σεφές, όταν απρόσμενα μπήκαν δύο άτομα που γνώριζε εξ όψεως, αλλά ποτέ δεν είχε μιλήσει μαζί τους. To ένα ήταν μια κοπέλα με την οποία διασταυρωνόταν συχνά στους διαδρόμους. Δεν ήξερε τ' όνομά της, αλλά ήξερε ότι εργαζόταν στο Τμήμα Φαντασίας. Κατά πάσα πιθανότητα — μια και μερικές φορές την ε(δε να κρατά κατσαβίδι στα λαδωμένα χέρια της— θα είχε κάποια μηχανική εργασία πάνω σε καμιά από τις μηχανές που έγραφαν μυθιστορήματα. Ήταν ένα κορίτσι με θαρρετό ύφος, περί-που στα είκοσι εφτά, με πλούσια μαύρα μαλλιά, πρόσωπο με φακί-δες, και με γοργές, αθλητικές κινήσεις. ■ Μια στενή κόκκινη ζώνη, έμβλημα του Αντισεξουαλικού Συνδέσμου Νέών, ήταν τυλιγμένη γύρω απ' τη μέση της αρκετά σφιχτά για να προβάλλει το σχήμα των γοφών της. 0 Γουίνστον την αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Ήξερε γιατί. 'Εφταιγε ο αέρας που έφερνε μαζί της. 0 αέρας των γηπέδων του χόκεϊ και των κρύων ντους, των ομαδικών πεζοποριών και της πλήρους απουσίας θηλυκότητας. Αντιπαθούσε όλες σχεδόν τις γυναίκες, και ιδιαίτερα τις νεαρές και όμορφες. Πάντα γυναίκες, ιδίως νέες γυναίκες, ήταν οι πιο φανατικοί οπαδοί του Κόμματος. Αυτές κυριολεκτικά καταβρόχθιζαν τα συν-θήματα του Κόμματος, ήταν ot καλύτεροι ερασιτέχνες κατάσκοποι και οσμίζονταν αμέσως κάθε παρέκκλιση από την κομματική γραμ-μή. Τούτη όμως η κοπέλα του έδινε την εντύπωση ότι ήταν η πιο επικίνδυνη απ' όλες. Μια φορά που διασταυρώθηκαν στο διάδρομο, του είχε ρίξει μια λοξή ματιά που του φάνηκε ότι τον διαπερνούσε, και για μια στιγμή τον γέμισε με φριχτό πανικό. Μέχρι που του πέρασε από το νου ότι μπορεί να ήταν πράκτορας της Αστυνομίας της Σκέψης. Αυτό, βέβαια, δεν ήταν πολύ πιθανό. Παρά ταύτα, κάθε φορά που εκείνη βρισκόταν κοντά του, εξακολουθούσε να αι-σθάνεται μια περίεργη ανησυχία, στην οποία ενυπήρχαν ο τρόμος και η εχθρότητα.
20

To άλλο άτομο ήταν κάποιος ονόματι Ο'Μπράιεν, μέλος του Έσωτεριχοό Κόμματος• κατείχε τόσο σπουδαία θέση κο« απράπτη, που για τη φύση της ο Γουίνστον είχε μόλις μια αμυδρή ιδέα. Μια στιγμιαία σιωπή απλώθηκε ανάμεσα στην ομάδα των ανθρώπων που κάθονταν γύρω, μόλις είδαν να πλησιάζει η μαύρη στολή ενός μέλους του Εσωτερικού Κόμματος. 0 Ο'Μπράιεν ήταν παχύς, μεγαλόσω-μος άνθρωπος, με χοντρό λαιμό και τραχύ, αγροίκο και κάπως αστείο πρόσωπο. Παρά τον εντυπωσιακό όγκο του, διέθετε κάποια χάρη. Είχε ένα τικ να ξαναβάζει τα γυαλιά του στη μύτη του, περίεργα αφοπλιστικό και — κατά κάποιο ακαθόριστο τρόπο— πε-ρίεργα πολιτισμένο. Ήταν μια κίνηση που σου θύμιζε ευγενή του δέκατου όγδοου αιώνα την ώρα που προσφέρει την ταμπακέρα του. 0 Γουίνστον είχε δει τον Ο'Μπράιεν πάνω από δεκα φορές ίσως, σε σχεδόν ανάλογα χρόνια. Ένιωθε να του ασκεί έλξη, και όχι μόνο επειδή του είχε κινήσει το ενδιαφέρον η αντίθεση μεταξύ των ευγενι-κών του τρόπων και του προσώπου του που θύμιζε μποξέρ. Εκείνο που του φαινόταν ότι τον τραβούσε περισσότερο ήταν μια μυστική πίστη — ή ίσως όχι ακριβώς πίστη, απλώς ελπίδα— ότι ο Ο'Μπρά-ιεν δεν ήταν πολιτικά ορθόδοξος. To ενέπνεε κάτι στο πρόσωπό του, αλλά, πάλι, ίσως αυτό που ήταν γραμμένο στο πρόσωπό του να μην επρόκειτο καν για ανορθοδοξία αλλά απλώς για εξυπνάδα. Σε κάθε περίπτωση έδινε την εντύπωση ανθρώπου στον οποίον μπορούσες να μιλήσεις, αν κατάφερνες να κρυφτείς απ' την τηλεοθόνη κι έμενες μόνος μαζί του. 0 Γουίνστον δεν έκανε ποτέ την παραμικρή προ-σπάθεια να επαληθεύσει την εντύπωση που είχε —δεν υπήρχε τρόπος για να το κάνει. Εκείνη τη στιγμή, ο Ο'Μπράιεν κοίταξε το ρολόι στο χέρι του, είδε ότι κόντευε έντεκα και φαίνεται πως αποφά-σισε να μείνει στο Τμήμα Αρχείων ώσπου να τελειώσει το Δίλεπτο Μίσους. Έπιασε μια θέση στην ίδια σειρά με τον Γουίνστον, λίγα καθίσματα πιο πέρα. Μεταξύ τους καθόταν μια μικρόσωμη κοκ-κινομάλλα που εργαζόταν στο διπλανό δωματιάκι απ' του Γουίν-στον. Η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά καθόταν ακριβώς πίσω τους.-
Την επόμενη στιγμή, αντήχησε από την τηλεοθόνη μια φρι-
21

κιαστική, συριστική φωνή — σαν από κάποια τερατώδη μηχανή που είχε μείνει αλάδωτη κι έτριζε απαίσια. Ήταν ένας ήχος που σου τρυπούσε το μυαλό και σ' έκανε ν' ανατριχιάζεις σύγκορμος. To Μίσος είχε αρχίσει.
Όπως συνήθως, παρουσιάστηκε στην οθόνη το πρόσωπο του Εμμανουήλ Γκολντστάιν, του Εχθρού του Λαού. Σκόρπια σφυρίγ-ματα αποδοκιμασίας ακούστηκαν από το ακροατήριο. Η μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναικούλα άφησε μια στριγκλιά φόβου ανάμεικτου με αηδία. 0 Γκολντστάιν ήταν ο αποστάτης, ο παραβάτης που κάποτε, πριν από πολύ καιρό (κανείς δεν θυμόταν με ακρίβεια πόσο), υπήρξε μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες του Κόμματος, σχεδόν στο επίπεδο του Μεγάλου Αδελφού, και μετά αναμείχθηκε σε αντε-παναστατικές ενέργειες, καταδικάστηκε σε θάνατο και, κατά μυ-στηριώδη τρόπο, δραπέτευσε κι εξαφανίστηκε. Τα προγράμματα του Δίλεπτου Μίσους άλλαζαν από μέρα σε μέρα, αλλά δεν υπήρχε κανένα που να μην είχε τον Γκολντστάιν σαν κύριο πρόσωπο. Ήταν ο μεγαλύτερος προδότης, ο πρώτος που κηλίδωνε την αγνότητα του Κόμματος. Όλα τα κατοπινά εγκλήματα εναντίον του Κόμματος, όλες οι προδοσίες, τα σαμποτάζ, οι αφέσεις, οι αποσκφτήσεις προ-έρχονταν κατ' ευθείαν από τις διδασκαλίες του. Εκεί ή κάπου αλλού, ζούσε ακόμα και προετοίμαζε μυστικά τις συνωμοσίες του: ίσως κάπου στο εξωτερικό υπό την προστασία ξένων χρηματοδοτών ή ακόμα — όπως κατά καιρούς έλεγαν Όι φήμες — σε γ,άποιο μέρος στην ίδια την Ωκεανία.
Του Γουίνστον του κόπηκε η ανάσα. Δεν κατάφερε ποτέ να αντικρίσει το πρόσωπο του Γκολντστόκν χωρίς να νιώσει ανάμεικτα οδυνηρά αισθήματα. Ήταν ένα λεπτό εβραίικο πρόσωπο, πλαισιωμέ-νο μ' ένα πΚούσιο φωχοστέφανο από αιθέρια άσπρα μαλλιά, κι ένα λεπτό τραγίσιο γενάκι — μια έξυπνη φυσιογνωμία που είχε, παρ' όλ' αυτά, κάτι έμφυτα αξιοκαταφρόνητο, με μιαν έκφραση ξεμωραμένου γέρου, στη μακριά λεπτή μύτη του που στην άκρη της στηρίζονταν ένα ζευγάρι γυαλιά. To πρόσωπό του είχε κάτι προβατίσιο• και η φωνή του ακόμα σαν να θύμιζε βέλασμα. 0 Γκολντστάιν εξαπέλυσε
22

τη συνηθισμένη φαρμακερή επίθεσή του εναντίον του Κόμματος — μια επίθεση που την υπερβολή και την κοίκεντρέχειά της ακόμα κι ένα παιδί θα μπορούσε να διακρίνει — παράλληλα όμως αρκετά εύλογη, ώστε να προξενεί ένα αίσθημα φόβου ότι θα μπορούσε να επηρεάσει και να παρασύρει ανθρώπους κατώτερου διανοητικού επιπέδου. Έβριζε τον Μεγάλο Αδελφό, κατήγγελλε τη δικτατορία του Κόμματος, απαιτούσε την άμεση σύναψη ειρήνης με την Ευ-ρασία, υπερασπιζόταν την ελευθερία του λόγου, την ελευθεροτυπία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία της σκέψης. Κραύγαζε υστερικά ότι η επανάσταση προδόθηκε — κι όλ' αυτά με μια ομιλία ταχυτατη, πολύφθογγη, παρωδία του συνηθισμένου ύφους των ρη-τόρων του Κόμματος, που ακόμα περιείχε λέξεις της Νέας Ομιλίας-μάλισ^α πολύ περισσότερες λέξεις της Νέας Ομιλίας απ' όσες θα χρησιμοποιούσε στην πραγματική ζωή ένα μέλος του Κόμματος. Kat όλο αυτό το διάστημα, για να μη μείνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την πραγματικότητα που υπήρχε στις αερολογίες του Γκολντστάιν, πίσω από το κεφάλι του στην τηλεοθόνη περνούσαν ατέλειωτες φάλαγγες του ευρασιατικού στρατού — η μια σειρά με-τά την άλλη, ρωμαλέοι άντρες με ανέκφραστα ασιατικά πρόσωπα, που εξαφανίζονταν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, ακριβώς όμοιους. Η φωνή του Γκολντστάιν είχε σαν υπόκρουση το μονότο-νο, ρυθμικό θόρυβο που έκαναν οι μπότες των στρατιωτών.
Προτού περάσουν τριάντα δευτερόλεπτα Μίσους, το μισό α-κροατήριο ξέσπασε σε έξαλλες κραυγές λύσσας. Ήταν πάρα πολύ γι' αυτούς να βλέπουν το αυτάρεσκο προβατίσιο πρόσωπο μαζί με την τρομακτική δύναμη του ευρασιατικού στρατού- εξ άλλου, η θέα, ή έστω και η σκέψη μόνο του Γκολντστάιν, προκαλούσε αυτόματα φόβο και οργή. Ήταν αντικείμενο μι'σους πολύ πιο σταθερό κι από την Ευρασία ή την Ανατολασία, αφού συνήθως, όταν η Ωκεανία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μια, βρισκόταν σε εφηνικές σχέσεις με την άλλη. Αλλά το περίεργο ήταν ότι, παρ' όλο που ο Γκολντστάιν ήταν μισητό πρόσωπο και τον περιφρονούσαν οι πά-ντες, παρ' όλο που κάθε μέρα και χίλιες φορές την ημέρα στις
23

εξέδρες, στην τηλεοθόνη, στις εφημερίδες, στα βιβλία οι θεωρίες του διαψεύδονταν, καταρρίπτονταν, γελοιοποιούνταν, και η αξιοθρήνητη ηλιθιότητά τους εκτίθονταν στα μάτια όλων, παρ' όλ' αυτά, λοιπόν, η επιρροή του θαρρείς και δεν μειωνόταν ποτέ. Πάντα υπήρχαν καινούρια θύματα έτοιμα να παραπλανηθούν απ' αυτόν. Δεν περνούσε μέρα που η Αστυνομία της Σκέψης να μην ανακαλύψει κατασκόπους και σαμποτέρ που ενεργούσαν συμφωνα με τις οδηγίες του. Ήταν ο αρχηγός ενός τεράστιου σκοτεινού στρατού, ενός μυστικού δικτύου συνωμοτών που είχαν σκοπό την ανατροπή της Κυβέρνησης. Γπο-τίθεται πως τ' όνομα αυτού του στρατού ήταν Αδελφότης. Ψι-θυρίζονταν ακόμα ιστορίες για ένα τρομερό βιβλίο, μια σύνοψη όλων των αφέσεων, που είχε γράψει ο Γκολντστάιν και κυκλοφορούσε κρυφά εδώ κι εκεί. To βιβλίο δεν είχε τίτλο. 0 κόσμος, όταν το ανέφερε ποτέ, το ονόμιαζε απλώς το 6ι6λίο. Όλ' αυτά, όμως, κυ-κλοφορούσαν μόνο σαν αόριστες φήμες. Ούτε η Αδελφότης ούτε το έιέλ/ο ήταν θέματα που θα ανέφερε ποτέ ένα κανονικό μέλος του Κόμματος, αν μπορούσε να τ' αποφύγει.
Στο δεύτερο λεπτό, το μίσος εξελίχθηκε σε παραλήρημα. To ακροατήριο αναπηδούσε πάνω στις καρέκλες και ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε προσπαθώντας να πνίξει το βέλασμα που σε τρέ-λαινε απ' την τηλεοθόνη. Η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα αναψο-κοκκινισμένη ανοιγόκλεινε το στόμα της σαν ψάρι έξω απ' το νερό. Ακόμα και το παχύ πρόσωπο του Ο'Μπράιεν ε(χε γίνει κατακόκκι-νο. Καθόταν στητός στην καρέκλα του, και το δυνατό του στήθος φούσκωνε και τρανταζόταν σαν ν' αντιστεκόταν σε xcnioio δυνατό κύμα. Η μελαχρινή κοπέλα πίσω από τον Γουίνστον άρχισε να ξε-φωνίζει: «Γουρούνι! Γουρούνι! Γουρουνι!» και ξαφνικά άρπαξε ένα βαρύ λεξικό της Νέας Ομιλίας και το εκσφενδόνισε πάνω στην τηλεοθόνη. To λεξικό χτύπησε στη μύτη του Γκολντστάιν και αναπήδησε• η φωνή συνεχίστηκε αδυσώπητη. Σε μια στιγμή διαύ-γειας, ο Γουίνστον είδε τον εαυτό του να φωνάζει κι αυτός μαζί με τους άλλους και να κλοτσάει βίαια με το τακούνι του τα πόδια της καρέκλας. To φοβερό με το Δίλεπτο Μίσους δεν ήταν ότι ήσουν
24
Χίλίΐχ εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
υποχρεωμένος να συμμετέχεις, αλλ' αντίθετα ότι δεν μπορούσες ν' αποφύγεις τη συμμετοχή. Κατά τη διάρκεια των τριάντα δευτερο-λέπτων, δεν χρειαζόταν καμιά προσποίηση. Μια αποτρόπαιη έκστα-ση φόβου και εκδίκησης, μια φονική μανία, μια διάθεση να βασανί-σεις, να χτυπήσεις, να σπάσεις κεφάλια με ένα σφυρί, φαινόταν να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρευμα το ακροατήριο και να το μεταμορ-φώνει παρά τη θέλησή του σε παράφρονες που μόρφαζαν και ούρλια-ζαν. Η λύσσα όμως που ένιωθες ήταν ένα αίσθημα αφηρημένο, χωρίς συγκεκριμένο στόχο, που μπορουσε να στραφεί από το ένα αντικείμενο στο άλλο, σαν τη φλόγα σε λάμπα θυέλλης. Έτσι, κάποια στιγμή το μίσος του Γουίνστον δεν στρεφόταν καθόλου εναντίον του Γκολντστάιν, αλλά, αντίθετα, εναντίον του Μεγάλου Αδελφού, του Κόμματος και της Αστυνομίας της Σκέψης• κάτι τέτοιες στπγμές η ψυχή του ήταν με το μέρος αυτού του μοναχικού αφετικού στην οθόνη, που τόσο χλεύαζαν, που ήταν ο μοναδικός φρουρός της αλήθειας και της λογικής σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από ψέματα. Κι όμως, την άλλη ακριβώς στιγμή, έπαφνε το μέρος των ανθρώπων που ήταν γύρω του, και όλα όσα έλεγαν εναντίον του Γκολντστάιν τού φαίνονταν αλήθεια. Αυτές τις στιγμές, η κρυφή απέχθειά του για τον Μεγάλο Αδελφό μεταβαλλόταν σε λατρεία. 0 Μεγάλος Αδελφός τού φαινόταν ο ακαταμάχητος, ατρόμητος προ-στάτης, που ορθωνόταν σαν βράχος ενάντια στις ασιατικές ορδές, ενώ ο Γκολντστάιν, παρά την απομόνωσή του, την αδυναμία του και την αμφιβολία που πλανιόταν για την ίδια την ύπαρξή του, έμοιαζε ένας τρομερός λαοπλάνος ικανός να καταστρέψει τον πολιτισμό με μόνη τη δύναμη της φωνής του.
Μπορούσε κανείς ακόμα να κατευθύνει το μίσος του όπου ήθελε ο ίδιος. Ξάφνου, με μια βίαιη προσπάθεια ανάλογη με κείνη που κάνει κάποιος για να ξυπνήσει από τον εφιάλτη, ο Γουίνστον μπόρεσε να μεταφέρει το μίσος του από το πρόσωπο της οθόνης στη μελαχρινή κοπέλα πίσω του. Γοργές, όμορφες παραισθήσεις έλαμψαν μες στο μυαλό του. Τη μαστίγωνε μέχρι θανάτου. Την έδενε γυμνή σ' ένα στύλο και τη σημάδευε με βέλη σαν τον Άγιο Σεβαστιανό. Τη βίαζε
25

και, στην κορύφωση της ηδονής, της έκοβε το λαρύγγι. Τώρα καταλάβαινε καλύτερα από πριν για ποιο λόγο τη μισούσε. Τη μισούσε γιατί ήταν νέα, όμορφη και ανέραστη, γιατί ήθελε να κοι-μηθεί μαζί της κι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, γιατί γύρω από τη λυγερή μεσούλα της, που λες και σε προκαλούσε να την αγκαλιά-σεις, υπήρχε αυτός ο σιχαμένος ζωστήρας, επιθετικό σύμ&όλο αγνότητας.
To μίσος είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Η φωνή του Γκολντστά-tv έγινε αληθινό βέλασμα, και για μια στtγμή το πρόσωπό του έ-μοιασε με του αρνιού. Τότε το αρνίσιο πρόσωπο αναμείχθηκε με τη σιλουέτα ενός Ευρασιάτη στρατιώτη, που προχωρώντας πελώριος και τρομερός, μες στη βροντή του πολυβόλου του, φάνηκε σαν να ξεπήδησε απ' την οθόνη, έτσι που μερικοί από τους μπροστινούς θεατές ζάρωσαν στη θέση τους. Αλλά, την ίδια στιγμή, μ' έναν στεναγμό ανακούφισης είδαν την εχθρική σιλουέτα να διαλύεται μέσα στο πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού, με τα μαύρα μαλλιά και το μουστάκι, γεμάτο δύναμη και μυστική γαλήνη, και τόσο μεγάλο που γέμιζε σχεδόν ολόκληρη την οθόνη. Κανείς δεν άκουσε τι έλεγε ο Μεγάλος Αδελφός. Ήταν απλώς λίγα λόγια ενθαρρυντικά, αυτά που λένε μες στην αντάρα της μάχης: κανείς δεν ξεχωρίζει ακρι-βώς τι λένε, αλλά στο άκουσμά τους και μόνο η εμπιστοσύνη ξα-ναστυλώνεται. Τστερα, το πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού άρχισε να σβήνει και στη θέση του εμφανίστηκαν τα τρία συνθήματα του Κόμματος με μεγάλα κεφαλαία γράμματα:
0 ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΪΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΓΝΑΜΗ
Αλλά το πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού φαινόταν να επιμένει στην οθόνη για μερικά δευτερόλεπτα, σαν η εντύπωση που άφησε στο κοινό να ήταν τόσο ζωηρή, ώστε να μην μπορεί να σβήσει αμέσως. Η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα ρίχτηκε προς το μπρο-
26

στινό κάθισμα μ' ένα τρεμάμενο μουρμουρητό που έμοιαζε να λέει: «Σωτήρα μου!» και άπλωσε τα χέρια προς την οθόνη. Μετά έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Προσευχόταν.
Εκείνη τη στιγμή το ακροατήριο ξέσπασε σε μια βαθιά, αργή, ρυθμική ψαλμωδία «μ-α! ... μ-α! ... μ-α!» — ξανά και ξανά, πολύ οφγά, με μεγάλη παύση μεταξύ του Μ και του Α. Ήταν ένας βαρύς μουρμουριστός ήχος, παράξενα άγριος, που στο βάθος του άκουγες ένα ποδοκρότημα και τον αχό από ταμ ταμ. Αυτό κράτησε ίσαμε τριάντα δευτερόλεπτα. Ήταν ένα ρεφρέν που ακουγόταν συχνά σε στιγμές ακράτητης συγκίνησης. Από τη μια, ήτανε κάτι σαν ύμνος αφιερωμένος στη σοφία και στο μεγαλείο του Μεγάλου Αδελφού, αλλά πιο πολύ μια πράξη αυτοΰπνωσης, μια ηθελημένη κατάπνιξη της συνείδησης μέσα σ' ένα ρυθμικό θόρυβο. 0 Γουίνστον ταράχτη-κε μέχρι τα σωθικά. Στο Δίλεπτο Μίσους δεν μπορούσε ν' αντιστα-θεί στο γενικό παραλήρημα, αλλά αυτή η ζωώδης ψαλμωδία «μ-α! ... μ-α!» πάντα τον γέμιζε τρόμο. Φυσικά, έψελνε κι αυτός μαζί με τους άλλους. Δεν ήταν δυνατό να κάνει αλλιώς. Να κρύβει τα αισθήματά του, να ελέγχει την έκφρασή του, να κάνει ό,τι έκαναν όλοι, ήταν ενστικτώδεις αντιδράσεις. Αλλά υπήρξε ένα διάστημα δύο δευτερολέπτων όπου η έκφραση των ματιών του θα μπορούσε να τον προδώσει. Kt εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνέβη το σημαντικό — αν πραγματικά συνέβη.
Για μια στιγμή η ματιά του συναντήθηκε με του Ο'Μπράιεν. 0 Ο'Μπράιεν είχε σηκωθεί. Είχε βγάλει τα γυαλιά του και τα ξανάβα-ζε στη μύτη του, μ' εκείνη τη χαρακτηριστική του χειρονομία. Αλλά υπήρξε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου που τα μάτκχ τους συνα-ντήθηκαν, και όσο χρειάστηκε για να γίνει αυτό, ο Γουίνστον ήξερε —vat, ήταν βέβαιος\ — ότι ο Ο'Μπράιεν σκεφτόταν το ίδιο ακριβώς μ' αυτόν. Είχαν περάσει αμοιβαία ένα ολοκάθαρο μήνυμα. Ήταν σαν να είχαν επικοινωνήσει τα πνεύματά τους, και οι σκέψεις, μέσ' από τα μάτια τους, ξεχείλισαν από τον ένα στον άλλο. «Είμαι με το μέρος σου», έμοιαζε να του λέει ο Ο'Μπράιεν. «Ξέρω πολύ καλά τι αισθάνεσαι. Ξέρω την περιφρόνηση, το μίσος, την αηδία σου. Αλλά
27

μη στενοχωριέσαι, είμαι μαζί σου!» 'Τστερα η αστραπή της συ-νεννόησης έσβησε, και το πρόσωπο του Ο'Μπράιεν έγινε το ίδιο ανεξιχνίαστο όπως όλων των άλλων.
Αυτό ήταν όλο, και ήδη ο Γουίνστον δεν ήταν βέβαιος αν πραγματικά είχε συμβει' στ' αλήθεια. Τέτοια περιστατικά δεν είχαν ποτέ συνέχεια. To μόνο που έκαναν ήταν να διατηρούν μέσα του ζωντανή την πίστη, την ελπίδα, ότι κι άλλοι εκτός απ' αυτόν ήταν εχθροί του Κόμματος. Ίσως οι φήμες για τις τεράστιες, κρυφές συνωμοσίες ήταν στο κάτω κάτω αληθινές — ίσως η Αδελφότης υπήρχε πραγματικά. Ήταν αδύνατο, παρ' όλες τις αναρίθμητες συλλήψεις, τις ομ/λο•γίες και τις εκτελέσεις, να είναι κανείς βέβαιος πως η Αδελφότης ήταν απλώς ένας μύθος. Ήταν κάτι μέρες που πίστευε στην ύπαρξή της, και άλλες που δεν πίστευε. Δεν υπήρχε καμιά απόδειξη• μόνο φευγαλέα σημάδία που θα μπορούσαν να σημαίνουν οτιδήποτε ή και τίποτα: λίγα λόγια αρπαγμένα από δω κι από κει από διάφορες συζητήσεις, συνθήματα μουντζουρωμένα σε τοίχους αποχωρητηρίων καμιά φορά, όταν συναντιόνταν δυο ξένοι, μια ελαφριά κίνηση του χεριού που έμοιαζε με σημάδι αναγνώρισης. Όλ' αυτά ήταν εικασίες• πολύ πιθανόν να τα είχε φανταστει'. Γύρισε στο γραφείο του χωρίς να ξανακοιτάξει τον Ο'Μπράιεν. Ούτε που του πέρασε από το μυαλό να δώσει συνέχεια στη στιγμιαία τους επαφή. Ακόμα κι αν ήξερε πώς ν' αρχίσει, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Για ένα δυο δευτερόλεπτα, είχαν ανταλλάξει μια διφορού-μενη ματιά, κι εκεί έληξε το ζήτημα. Αλλά ακόμη κι αυτό ήταν ένα αξιομνημόνευτο γεγονός μέσα στην ολοκληρωτική μοναξιά όπου ήταν υποχρεωμένος κανείς να ζει.
0 Γουίνστον ανακάθισε και όρθωσε το σώμα του. Ρεύτηκε. To τζιν τού ανέβηκε από το στομάχι.
Η προσοχή του συγκεντρώθηκε πάλι στη σελίδα. Πρόσεξε πως, ενώ είχε ξεχαστεί ονειροπολώντας, ταυτόχρονα έγραφε μηχανικά. Και τα γράμματά του δεν ήταν πια αδέξια και σφιγμένα όπως πριν. Η πένα του είχε γλιστρήσει ηδονικά πάνω στο λείο χαρτί και είχε σχηματίσει μεγάλα, κεφαλαία, καθαρά γράμματα:
28

ΚΑΤΩ 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΤΩ 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ KATQ 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΤΩ 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΤΩ 0 ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ
ξανά και ξανά, γεμίζοντας μισή σελίδα.
Δεν μπόρεσε να κατανικήσει ένα αίσθημα πανικού. Ήταν παράλογο, αφού το να γράψει αυτές τις συγκεκριμένες λέξεις δεν ήταν πιο επικίνδυνο από την αρχική πράξη να ξεκινήσει το ημερολό-γιο• αλλά για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να σκίσει τις γραμ-μένες σελίδες και να τα παρατήσει όλα.
Ωστόσο δεν το 'κανε, γιατί ήξερε πως ήταν άσκοπο. Είτε είχε γράψει κατω 0 μεγαλος αδελφος είτε όχι, δεν είχε σημασία. Είτε συνέχιζε είτε σταματούσε να γράφει το ημερολόγιο, δεν είχε σημα-σία. Η Αστυνομία της Σκέψης θα τον έπιανε έτσι κι αλλιώς. Είχε διαπράξει — θα το είχε διαπράξει, ακόμα κι αν δεν είχε πιάσει την πένα στο χέρι — το βασικό έγκλημα που περιείχε όλα τ' άλλα μέσα του. Έγκλημα της Σκέψης το έλεγαν. To έγκλημα της σκέψης δεν ήταν κάτι που μπορούσε να κρύψει κανείς για πάντα. Μπορούσες να καταφέρεις να ξεγελάσεις για λίγο, ακόμα και για χρόνια, αλλά αρ-γά ή γρήγορα θα σ' έπιαναν.
Πάντα τη νύχτα — ot συλλήψεις γίνονταν πάντα τη νύχτα. To ξαφνικό τίναγμα μες στον ύπνο σου, το τραχύ χέρι που τράνταζε τον ώμο σου, τα φώτα που έπεφταν εκτυφλωτικά στα μάτια σου, τα σκληρά πρόσωπα που περικύκλωναν το κρεβάτι σου. Στις περισσό-τερες περιπτώσεις δεν γινόταν δίκη, ούτε αναφερόταν η σύλληψη. Οι άνθρωποι απλώς εξαφανίζονταν, πάντα μες στη νύχτα. Τ' όνομά σου σβηνόταν από τους καταλόγους, κάθε στοιχείο για καθετί που είχες κάνεί εξαλειψόταν, η κάποτε ύπαρξή σου δεν αναγνωρίζόταν και ξεχνιόταν. Είχες καταστραφεί, εκμηδεvu7τεί: εζατμιστεί Ύ\ταν η λέ-Εη που χρησιμοποιούσαν γι' αυτό.
Για μια στιγμή, τον κατέλαβε κάτι που έμοιαζε υστερία. Άρχι-νσε να γράφει βιαστικά με ακατάστατα γράμματα:
29

Θα με σχοτώσουν δεν με νοιάζει θα με τουφεκίσουν στο σβέρκο δεν με νοιάζει κάτω ο μεγάλος αδελφός πάντα σε τουφεκίζουν πίσω στο σβέρκο δεν με νοιάζει κάτω ο μεγά-λος αδελφός...
Έγειρε στη ράχη της καρέκλας, σαν κάπως ντροπιασμένος με τον εαυτό του, και άφησε την πένα. Την άλλη στιγμή αναπήδησε τρομαγμένος. Ένας χτύπος στην πόρτα ακούστηκε.
Κιόλας! Έμεινε ακίνητος σαν ποντικός, με τη μάταιη ελπίδα ότι όποιος κι αν ήταν θα 'φευγε μετά από την πρώτη απόπεφα. Αλλά όχι, ο χτύπος επαναλήφθηκε. To χειρότεροαπ' όλα θα ήταν ν' αργοπορούσε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμ\ούρλο, αλλά το πρόσωπό του, από τη μακρά συνήθεια, ήταν μάλλ|)ν ανέκφραστο. Σηκώθηκε και κινήθηκε βαριά προς την πόρτα. /
II
Μόλις έπιασε το πόμολο της πόρτας, ο Γουίνστον είδε ότι είχε αφήσει το ημερολόγιο ανοιχτό στο τραπέζι. κατω 0 μεγαλος αδελ-ΦΟΣ, έγραφε με γράμματα τόσο μεγάλα που διαβάζονταν καθαρά κι από την πόρτα. Αυτό που είχε κάνει ήταν ασύλληπτα ηλίθιο. Αλλά κατάλαβε ότι, ακόμα και στον πανικό του, δεν ήθελε να μουντζου-ρώσει αυτό το ωραίο χαρτί κλείνοντας το βιβλίο με το μελάνι ακόμα νωπό. Κρατώντας την αναπνοή του, άνοιξε την πόρτα. Αμέσως τον τύλιξε ένα θερμό κύμα ανακούφισης. Απ' έξω στεκόταν μια άχρωμη γυναίκα με αραιά μαλλιά και κουρασμένο, ρυτιδωμένο πρόσωπο.
«Α σύντροφε», είπε με μονότονη, κλαψιάρικη φωνή, «ήμουν βέβαιη ότι είσαστε μέσα. Θα μπορούσατε να 'ρθετε να ρίξετε μια ματιά στο νεροχύτη της κουζίνας μας; Βούλωσε jfcai...»
Ήταν η κυρία Πάρσονς, η γυναίκα ενός γείτονα στο ίδιο πά-τωμα. («Κυρία» ήταν μια λέξη που αποδοκίμαζε το Κόμμα — υποτίθεται ότι έπρεπε να τους αποκαλείς όλους «συντρόφους»—
30
Χίλια εννιαχόσία ογίόντα τέσσερα
αλλά με μερικές γυναίκες χρησιμοποιούσες τη λέξη «κυρία» ενστι-κτωδώς.) Ήταν γύρω στα τριάντα, αλλά έδειχνε πολύ μεγαλυτερη. Σου έδινε την εντύπωση ότι είχε σκόνη μέσα στις ρυτίδες του προσώπου της. 0 Γουίνστον την ακολουθησε στο διάδρομο. Αυτές οι ερασιτεχνικές επιδιορθώσεις ήταν μια ενόχληση σχεδόν καθημε-ρινή. Τα διαμερίσματα του Μεγάρου της Νίκης ήταν παλιά, χτισμέ-να το 1930 ή εκεί γύρω, και ήταν ερείπια. Ot σοβάδες ξέφτιζαν συνεχώς από τα ταβάνια και τους τοίχους, οι σωλήνες έσπαζαν από την πολλή παγωνοά, η στέγη έσταζε όποτε χιόνιζε, η κεvτpcκή θέρμανση λειτουργούσε συνήθως σε χαμηλή ένταση, όταν δεν ήταν εντελώς κλειστή για λόγους οικονομίας. Οι επιδιορθώσεις, εκτός εκείνες που μπορούσε να κάνει μόνος του κανείς, έπρεπε να εγκρι-θούν από μακρινές επιτροπές που ήταν ικανές να καθυστερήσουν δύο χρόνια ακόμα και την αντικατάσταση ενός σπασμένου τζαμιού.
«Φυσικά, είναι που λείπει ο Τομ και ήρθα σ' εσάς», είπε αόρι-στα η κυρία Πάρσονς.
To διαμέρισμα του Πάρσονς ήταν μεγαλύτερο από του Γουίν-στον και εξίσου κακομοιριασμένο αλλά με διαφορετικό τρόπο. Όλα έδειχναν καταχτυπημένα και τσαλαπατημένα σαν να είχε μόλις περάσει από κει ένα τεράστιο άγριο θηρίο. Παντού στο πάτωμα κείτονταν σύνεργα για σπορ — μπαστούνια του χόκεϊ, γάντια του μποξ, μια σκασμένη μπάλα ποδοσφαίρου, ένα σορτς γυρισμένο από την ανάποδη μουσκεμένο στον ιδρώτα. Επάνω στο τραπέζι μια στοίβα άπλυτα πιάτα και τετράδια με τσαλακωμένα φύλλα. Στοϋς—y χοίγρυς έβλεπες κόκκινες σημαίες του Συνδέσμου Νεολαίας και των Κατασκόπων, και μια αφίσα του Μεγάλου Αδελφού σε φυσικό μέγεθος. Τπήρχε διάχυτη η συνηθισμένη μυρωδιά του βρασμένου λάχανου, όπως άλλωστε σ' όλα τα διαμερίσματα, αλλά τη σκέπαζε μ«χ πιο βαριά μπόχα από ίδρώτα, που — το 'νιωθες με την πρώτη ανάσα, χωρίς να ξερεκς πώς — ήταν ο ιδρώτας κάποιου που έλειπε εκείνη τη στιγμή. Σ' ένα άλλο δωμάτιο κάποιος με μια χτένα κι ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας προσπαθούσε να κρατήσει το ρυθμό της στρατιωτικής μουσικής που μετέδιδε ακόμα η τηλεοθόνη.
31

«Τα παιδιά», ε(πε η κυρία Πάρσονς ρίχνοντας ένα φοβισμένο βλέμμα προς την πόρτα. «Δεν βγήκαν έξω σήμερα. Και φυσικά...»
Είχε τη συνήθεια να κόβει τις φράσεις στη μέση. 0 νεροχύτης της χουΖ,ίνας ξεχείλιζε βρόμικα πρασινωπά νερά που μύριζαν λάχανο περισσότερο από ποτέ. 0 Γουίνστον γονάτισε και εξέτασε τη γωνιά του σωλήνα. Σιχαινόταν να βάζει τα χέρια του και σιχαινόταν να γονατίζει, γιατί αυτό πάντα του 'φερνε βήχα. Η κυρία Πάρσονς κοίταζε απελπισμένη.
«Φυσικά, αν ο Τομ ήταν σπίτι, θα το τακτοποιούσε αμέσως», είπε. «Του αρέσουνε τέτοιες δουλειές. Πιάνουν τα χέρια του τού Τομ».
0 Πάρσονς ήταν συνάδελφος του Γουινστον στο Γπουργείο Αλήθειας. Ήταν ένας παχουλός αλλά δραστήριος άνθρωπος απί-στευτης βλακείας, που ξεχείλιζε από ηλίθιο ενθουσιασμό, ένας απ' αυτούς τους αφοσιωμένους σκλάβους που δεν έχουν ποτέ καμιά αμφιβολία για τίποτε, και που το Κόμμα εξαρτούσε τη σταθερότητά του σ' αυτούς, πιο πολύ απ' ό,τι στην Αστυνομία της Σκέψης. Στα τριάντα πέντε του αποβλήθηκε χωρίς να το θέλει από το Σύνδεσμο Νεολαίας, ενώ και προτού μπει στο Σύνδεσμο είχε καταφέρει να παραμείνει στους Κατασκόπους ένα χρόνο πάνω από το κανονικό. Στο'Τπουργείο τον είχαν σε δευτερεύουσα θέση, όπου δεν χρειαζόταν να 'ναι κανείς έξυπνος, από την άλλη όμως είχε διευθυντική θέση στην Επιτροπή των Σπορ και σ' όλες τις άλλες επιτροπές που ασχολουνταν με την οργάνωση ομαδικών πεζοποριών, εθελοντικών επιδείξεων, εκστρατειών αποταμιεύσεως και γενικά εθελοντικής δραστηριότητας. 0 Πάρσονς θα μπορούσε να σε πληροφορήσει με μια ήσυχη περηφάνια ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές της πίπας του ότι, τα τέσσερα τελευταία χρόνια, δεν έλειψε ούτε μια φορά από το Κοινοτικό Κέντρο. Μια ανυπόφορη μυρωδιά ιδρώτα, σαν ακούσια μαρτυρία της μεγάλης δραστηριότητάς του, τον ακολουθούσε πα-ντού όπου πήγαινε κι έμενε πίσω του όταν έφευγε.
«Έχετε γαλλικό κλειδί;» ρώτησε ο Γουίνστον, παίζοντας αμή-χανα με το παξιμάδι του σωλήνα.
32
Χίλια εννιαχόσΐιζ ογδόντα τέσσερα
«Γαλλικό κλειδί...» είπε η κυρία Πάρσονς που αμέσως έδειξε άβουλη. «Δεν ξέρω, είμαι βέβαιη. Ίσως τα παιδιά...»
Ακούστηκε ήχος ποδιών κι άλλο ένα χτύπημια της χτένας καθώς τα παιδιά τρέξανε στο λίβινγκ ρουμ. Η κυρία Πάρσονς έφερε το γαλλικό κλειδί. 0 Γουίνστον άφησε να τρέξει νερό κι έβγαλε με αηδία ένα μάτσο τρίχες που είχαν βουλώσει το σωλήνα. Έπλυνε όπως όπως τα χέρια του με κρύο νερό της βρύσης και γύρισε στο άλλο δωμάτιο.
«Ψηλά τα χέρια!» ούρλιαξε μια άγρια φωνή.
Ένα εννιάχρονο αγόρι, όμορφο, με σκληρό ύφος ξεπρόβαλε πί-σω από το τραπέζι απειλώντας μ' ένα αυτόματο παιδικό πιστολάκι, ενώ η αδελφούλα του, δύο χρόνια μικρότερη, έκανε την ίδια κίνηση κρατώντας ένα ξύλο. Και τα δύο ήταν ντυμένα με τη στολή των Κατασκόπων, μπλε σορτς, γκρι πουκάμισο και κόκκινο μαντίλι στο λαιμό. 0 Γουίνστον έφερε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του, ανήσυ-χος για τον πολύ σκληρό και άγριο τρόπο του παιδιού, που δεν έμοιαζε να είναι εντελώς παιχνίδι αυτό που έκανε.
«Είσαι προδότης!» ούρλιαζε το παιδί. «Είσαι εγκληματίας της σκέψης! Είσαι κατάσκοπος Ευρασιάτης! Θα σε σκοτώσω, θα σ' εξατμίσω, θα σε στείλω στα αλατωρυχεία!»
Ξαφνικά χοροπηδουσαν και τα δύο γύρω του, φωνάζοντας «Προδότη» και «Εγκληματία της σκέψης». Η μικρή μιμούνταν όλες τις κινήσεις του αδελφού της. Ήταν λίγο τρομακτικό, έμοιαζε με το πώς χοροπηδούσαν τα μικρά τιγράκια που σύντομα θα εξελι-χθουν σε ανθρωποφάγα. Τπήρχε κάτι σαν υπολογισμένη αγριότητα στο μάτι του παιδιού, μια φανερή επιθυμία να χτυπήσει, να κλοτσή-σει τον Γουίνστον, και έμοιαζε να 'χει συνειδητοποιήσει πως ήταν οφκετά μεγάλο για να μπορεί να το κάνει. Ευτυχώς που δεν κρατού-σε αληθινό πιστόλι, σκέφτηκε ο Γουίνστον.
Τα μάτια της κυρίας Πάρσονς στριφογύριζαν νευρικά από τον Γουίνστον στα παιδιά. Τώρα που την έβλεπε στο φως του λίβινγκ ρουμ, πρόσεξε με ενδιαφέρον ότι πραγματικά είχε σκόνη στις ρυτί-δες του προσώπου της.
33

«Κάνουνε τόση φασαρία», είπε. «Απογοητεύτηκαν που δεν μπόρεσαν να δουν τον απαγχονισμό, γι' αυτό κάνουν έτσι. Έχω πολλή δουλειά και δεν μπορώ να τα πάω- είμαι πολύ απασχολημέ-νη, και ο Τομ θ' αργήσει να γυρίσει απ' τη δουλειά».
«Γιατί δεν μπορούμε να πάμε να δούμε την κρεμάλα;» βρυχή-θηκε το παιδί με τη βροντερή φωνή του.
«Θέλουμε να δούμε την κρεμάλα!» τραγούδησε η μικρούλα, εξακολουθώντας να χοροπηδάει ολόγυρα.
Μερικοί Ευρασιάτες κρατούμενοι, ένοχοι εγκλημάτων πόλέ\)£υ, επρόκειτο να κρεμαστούν στο Πάρκο απόψε, θυμήθηκε ο Γουίνστον. Αυτό συνέβαινε περίπου μια φορά το μήνα, και ήταν ένα θέαμα που άρεσε. Τα παιδιά φώναζαν να τα πάνε να δουν. 0 Γουίνστον χαφέτη-σε την κυρία Πάρσονς και βγήκε. Δεν είχε προλάβει να κάνει έξι βήματα στο διάδρομο, όταν κάτι τον χτύπησε στο σβέρκο. Πόνεσε πολυ, σαν να τον διαπέρασε πυρωμένο σίδερο. Γύρισε ακριβώς τη στιγμή που η κυρία Πάρσονς τραβούσε το γιο της μέσ' από την πόρτα, ενώ εκείνος έβαζε στην τσέπη μια σφεντόνα.
«Γκολντστάιν!» γρύλισε το παιδί, την ώρα που έκλεινε η πόρ-τα. Αλλά εκείνο που εντυπωσίασε πιο πολύ τον Γουίνστον ήταν το ύφος.του απελπισμένου φόβου στο γκρίζο πρόσωπο της γυναίκας.
Γυρίζοντας στο διαμέρισμά του, πέρασε γρήγορα μπροστά από την τηλεοθόνη και κάθισε πάλι στο τραπέζι, τρίβοντας συνεχώς το λαιμό του. Η μουσική από την τηλεοθόνη είχε σταματήσει. Στη θέση της μια κοφτή στρατιωτική φωνή διάβαζε δυνατά και με κτη-νώδη ευχαρίστηση μια περιγραφή του εξοπλισμού του Πλωτού 0-χυρού που μόλις είχε αγκυροβολήσει μεταξύ της Ισλανδίας και των Νησιών Φερόες.
Με τούτα τα παιδιά, σκέφτηκε, αυτή η δύστυχη πρέπει να ζει μέσα στον τρόμο. Ακόμα ένα χρόνο, δύο χρόνια και θα την παρα-κολουθούσαν μέρα νύχτα για να ανακαλύψουν συμπτώματα ανορ-θοδοξίας. Σχεδόν όλα τα παιδιά αυτές τις ημέρες ήταν τρομερά. To χειρότερο απ' όλα ήταν ότι, με τέτοιες οργανώσεις σαν τους Κατα-σκόπους, τα παιδιά μεταβάλλονταν συστηματικά σε μικρούς αγρίους
34
Χίλια εννιαχόσία ογδόντα τέσσερα
που δεν μπορούσε να δαμάσει κανείς. Kc όμως αυτό δεν τους δη-μιουργούσε διάθεση να επαναστατήσουν ενάντια στην πειθαρχία του Κόμματος. Απεναντίας, λάτρευαν το Κόμμα και καθετί που είχε σχέση με αυτό. Τα τραγούδια, ot παρελάσεις, οι σημαίες, ot πεζοπο-ρ(ες, τα γυμνάσια ψεύτικης σκοποβολής, τα ουρλιαχτά των συνθη-μάτων, η λατρεία του Μεγάλου Αδελφού, όλα αυτά τους φάνταζαν σαν ένα υπέροχο παιχνίδί. Όλη τους η θηριωδία εξωτερικευόταν ενάντια στους εχθρούς του κράτους, ενάντια στους ξένους, στους προδότες, στους σαμποτέρ, στους εγκληματίες της σκέψης. Ήταν σχεδόν φυσικό, άτομα πάνω απ' τα τριάντα να φοβούνται τα παιδιά τους. Και είχαν δίκιο, γιατί σπάνια περνούσε βδομάδα που να μην έχουν οι Ύάιμς μια στήλη για το πώς ένας μικρός σπιούνος (ποαδί-ήρωα τον ονόμαζαν συνήθως) είχε κρυφακούσει μια παρατήρηση εναντίον του Κόμματος και είχε καταδώσει τους γονείς του στην Αστυνομία της Σκέψης.
To χτύπημα από τη σφεντόνα είχε περάσει. Έπιασε την πένα με μισή καρδιά και αναρωτιόταν αν μπορούσε να βρει τίποτε άλλο να γράψει στο ημερολόγιό του. Ξαφνικά άρχισε να σκέφτεται πάλι τον Ο'Μπράιεν.
Χρόνια πριν —πόσος καιρός πήγαινε; θα 'ταν εφτά χρόνια — είχε δει στον ύπνο του πως περπατούσε σ' ένα κατασκότεινο δωμά-τιο. Και κάποιος που βρισκόταν εκεί δίπλα του καθώς περνούσε του είπε: «Θα συναντηθούμε εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι». Αυτό ειπώθηκε πολύ ήσυχα, σχεδόν τυχαία — μια απλή δήλωση, όχι διαταγή. Προχώρησε χωρίς να σταματήσει. To παράξενο ήταν ότι τότε, στ' όνειρό του, εκείνες ot λέξεις δεν του είχαν κάνει εντύπωση. Αργότερα και σιγά σιγά απόκτησαν νόημα. Δεν μπορούσε τώρα να θυμηθεί αν ήταν πριν ή μετά το όνειρο που είχε δει τον Ο'Μπράιεν για πρώτη φορά ούτε μπορουσε να θυμηθεί πότε είχε ταυτίσει τη φωνή που άκουσε στον ύπνο του με τη φωνή του Ο'Μπράιεν. Οπωσδήποτε όμως την είχε ταυτίσει. Αυτός που του είχε μιλήσει στο σκοτάδι ήταν ο Ο'Μπράιεν.
0 Γουίνστον ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει με σιγουριά αν ο
35

Ο'Μπράιεν ήταν φίλος ή εχθρός. Ακόμα και μετά από τις ματιές που είχαν ανταλλάξει το πρωί, πάλι δεν ήταν βέβαιος. Αυτό άλλωστε δεν φαινόταν να έχει και μεγάλη σημασία. Αυτό που τους ένωνε βασιζόταν στην αμοιβαία κατανόηση, και ήταν πιο σημαντικό από τη συμπάθεια ή την κοινή ιδεολογία. «Θα συναντηθούμε εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι», είχε πει. 0 Γουίνστον δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, το μόνο που ήξερε ήταν ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα πραγματοποιούνταν.
Η φωνή στην τηλεοθόνη σταμάτησε. 0 ήχος μιας τρομπέτας, καθαρός και όμορφος, κυμάτισε μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα. Η φωνή συνέχισε τραχιά:
«Προσοχή! Προσοχή, παρακαλώ! Αυτή τη στιγμή έφθασαν νέα από το μέτωπο του Μαλαμπάρ. Τα στρατεύματά μας στις Νότιες Ινδίες κατήγαγαν λαμπρή νίκη. Είμαι εξουσιοδοτημένος να σας πω ότι αυτή η νίκη μπορεί να φέρει τον πόλεμο πολύ κοντά στο τέλος του. Οι ειδήσεις έχουν ως εξής...»
Άσχημα νέα, σκέφτηκε ο Γουίνστον. Kat πραγματικά, ύστερα από μια αιματηρή περιγραφή της συντριβής του ευρασιατικού στρα-τού και την αναγγελία ενός τεράστιου αριθμού νεκρών κι αιχμαλώ-των, η φωνή ανακοίνωσε ότι από την ερχόμενη βδομάδα η μερίδα της σοκολάτας θα μειωνόταν από τριάντα γραμμάρια σε είκοσι.
0 Γουίνστον ρευτηκε ξανά. Η ενέργεια του τζιν περνούσε, αφήνοντάς του το αίσθημα ότι ξεφούσκωνε. Η τηλεοθόνη — ίσως για να γιορτάσει τη νίκη, ίσως για να πνίξει την ανάμνηση της χαμένης σοκολάτας— ξεκίνησε να τραγουδά το «Ωκεανία, για σένα». Τποτίθεται ότι έπρεπε να σηκωθεί όρθιος. Αλλά στη θέση που καθόταν τώρα ήταν αόρατος.
To «Ωκεανία, για σένα» έδωσε τη θέση του σε άλλη, ελαφρό-τερη μουσική. 0 Γουίνστον πήγε ως το παράθυρο, με την πλάτη γυρισμένη πάντα στην τηλεοθόνη. Η ημέρα ήταν ακόμη ψυχρή και καθαρή. Κάπου μακριά, μια κατευθυνόμενη βόμβα εξερράγη με εκκωφαντικό θόρυβο. Κάθε βδομάδα έπεφταν στο Αονδίνο κάπου είκοσι με τριάντα τέτοιες.
36

Κάτω στο δρόμο η σκισμένη αφίσα παράδερνε στον άνεμο, και η λέξη ΑΓΓΣΟΣ μια σκεπαζόταν και μια φανερωνόταν. αγγςος. Οι ιερές αρχές του αγγςος. Νέα Ομιλία, διπλή σκέψη, το ευμετάβλητο του παρελθόντος. Ένιωθε σαν να περιπλανιέται στα δάση του βυθού της θάλασσας, χαμένος σε έναν τερατώδη κόσμο όπου αυτός ο ίδιος ήταν το τέρας. Ήταν μόνος. To παρελθόν ήταν νεκρό, το μέλλον κανείς δεν μπορούσε να το προβλέψει. Ποια βεβαιότητα είχε ότι υπήρχε έστω και ένα ζωντανό πλάσμα που σκεφτόταν σαν αυτόν; Και πώς να ξέρει αν η κυριαρχία του Κόμματος δεν θα διαρκούσε για πάντα; Σαν απάντηση ήρθαν πάλι στο μυαλό του τα τρία συνθή-ματα στην άσπρη πρόσοψη του Υπουργείου Αλήθειας:
ο πολεμος ειναι ειρηνη
Η ΕΛΕΓΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔϊΝΑΜΗ
Έβγαλε από την τσέπη ένα κέρμα των είκοσι πέντε σεντς. Πάνω του ήταν γραμμένα τα ίδια συνθήματα με μικρά καθαρά γράμματα, ενώ στην άλλη όψη το κέρμα είχε το κεφάλι του Μεγάλου Αδελφού. Ακόμα κι εκεί τα μάτια του σε κυνηγούσαν. Στα νομίσματα, στα γραμματόσημα, στα εξώφυλλα των βιβλίων, στις σημαίες, στις αφί-σες, ακόμα και στα πακέτα των τσιγάρων — παντού. Πάντα αυτά τα μάτια σε παρακολουθούσαν και η φωνή σε τύλιγε. Ξύπνιος ή κοιμισμένος, την ώρα που εργαζόσουν ή έτρωγες, μέσα ή έξω, στο μπάνιο ή στο κρε€άτι — δεν θα μπορούσες να ξεφύγεις. Δεν όριζες τίποτα εκτός από τα λίγα κυβικά εκατοστά μέσα στο κεφάλι σου. 0 ήλιος είχε γυρίσει και οι μυριάδες τα παράθυρα του Υπουρ-γείου Αλήθειας τώρα που δεν έπεφτε φως επάνω τους φαίνονταν αγριωπά σαν πολεμίστρες οχυρού. Η καρδιά του τρεμούλιασε μπρο-στά στο τεράστιο σαν πυραμίδας σχήμα του.'Ήταν πολύ ισχυρό, δεν μπορούσε να κυριευτεί. Και χίλιες βόμβες δεν θα μπορούσαν να το συντρίψουν. Αναρωτήθηκε ξανά για ποιον έγραφε το ημερολόγιο. Για το μέλλον, για το παρελθόν — για μια εποχή φανταστική. Μπροστά
37

του υπήρχε η προοπτική, όχι του θανάτου αλλά της εκμηδένισης. To ημερολόγιο θα μεταβαλλόταν σε στάχτες και αυτός σε ατμό. Μόνο η Αστυνομία της Σκέψης θα διάβαζε αυτά που είχε γράψει, προτού τα εξαφανίσει και τα σβήσει από τη θύμηση. Πώς μπορείς να κάνεις έκκληση στο μέλλον, όταν από σένα δεν θα επιζούσε καν μια ανώνυμη λέξη γραμμένη βιαστικά σ' ένα χαρτί;
Η τηλεοθόνη σήμανε δύο. Έπρεπε να φύγει σε δέκα λεπτά• έπρεπε να είναι στη δουλειά του στις δυόμισι.
Κατά περίεργο τρόπο, το χτύπημα της ώρας φάνηκε σαν να του 'δωσε καινούριο κουράγιο. Ήταν ένα μοναχικό φάντασμα που εξέφραζε μια αλήθεια την οποία δεν θ' άκουγε κανείς ποτέ. Αλλά όσο την εξέφραζε, κατά κάποιο αόριστο τρόπο η συνοχή δεν έσπαζε. Συνεχίζεις την ανθρώπινη κληρονομιά, όχι με το να ακούγεσαι, αλλά με το να παραμένεις ισορροπημένος. Ξαναγύρισε στο τραπέζι, βού-τηξε την πένα του στο μελάνι κι έγραψε:
Στο μέλλον ή στο παρελθόν, στο χρόνο που η σκέφη είναι ελεύθερη, τότε οι άνθρωποι διαφέρουν μ,εταζύ τους και δεν είναι μόνοι, στο χρόνο που υπάρχει η αλήθεια και αυτό που έχει γίνει δεν μπορεί να κα-τ/ζστραφεί.
Από την εποχή της ομοιομορφίας, από την εποχή της μοναζιάς, από την εποχή του Μεγάλου Αδελφού, από νψ εποχη ττης διπλής σκέφης —Χαψετίσματα!
Ήταν ήδη νεκρός, σκέφτηκε. Του φάνηκε ότι μόνο τώρα που είχε αρχίσει να βάζει σε τάξη τις σκέψεις του είχε κάνει το αποφασι-στικό βήμα. Κάθε πράξη περιέχει η ίδια τις συνέπειές της. Έγραψε:
To έγκλημα της σκέφης δεν επιφέρει το θάνατο: το έγκλημα της σκέφτης ΕΙΝΑΙ ο θάνατος.
Τώρα που ένιωθε τον εαυτό του νεκρό, απόκτησε σημασία το να
38

παραμείνει ζωντανός όσο πιο πολύ γινόταν. Τα δύο δάχτυλα του δεξιού του χεριού είχαν μουντζουρωθεί από το μελάνι. Ήταν ακριβώς η λεπτομέρεια που θα μπορούσε να σε προδώσει. Κάποιος φανατικός κατάσκοπος (πιθανότατα μια γυναίκα, κάποια σαν τη μικροκαμω-μένη κοκκινομάλλα ή τη μελαχρινή xontka από το Τμήμα Φαντα-σ(ας) μπορεί ν' άρχιζε να αναρωτιέται γιατί έγραφε την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος, γιατί είχε χρησιμοποιήσει μια πένα πα-λαιού τύπου, τ« είχε γράψει — και μετά να κάνει έναν υπαινιγμό στους κατάλληλους ανθρώπους. Πήγε στο μπάνιο και έτριψε με προσοχή τα δάχτυλά του με σαπούνι για να φύγει το μελάνι. To σκούρο καφέ σαπούνι έξυνε το δέρμα του σαν γυαλόχαρτο, άρα ήταν ό,τι έπρεπε γι' αυτή τη δουλειά.
Έβαλε το ημερολόγιο στο συρτάρι. Ήταν εντελώς ανώφελο να προσπαθήσει να το κρύψει, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να βεβαιω-θεί αν ανακάλυπτε κανείς την ύπαρξή του. Mux τρίχα στην άκρη των σελίδων θα ήταν φανερή. Με το ακροδάχτυλό του έβαλε έναν κόκκο άσπρη σκόνη που θα μπορούσε να αναγνωρίσει, στη γωνία του ε-ξωφυλλου. 0 κόκκος θα έπεφτε, αν κανείς μετακινούσε το βιβλίο.
III
0 Γουίνστον ονεφευόταν τη μητέρα του.
Θα ήταν δέκα έντεκα χρονών όταν εξαφανίστηκε η μητέρα του. Ήταν ψηλή, αγάλματένια, μάλλον σιωπηλή γυναίκα, με αργές κι-νήσεις και υπέροχα ξανθά μαλλιά. Τον πατέρα του τον θυμόταν κάπως πιο αόριστα: μελαχρινός και λεπτός, ντυμένος πάντα με σκούρα καθαρά κοστούμια (ο Γουίνστον θυμόταν ιδιαίτερα τις πολύ λεπτές σόλες των παπουτσιών του πατέρα του) και φορούσε γυαλιά. Kat ot δύο θα είχαν σαρωθεί σε κάποια από τις πρώτες μεγάλες εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του πενήντα.
Στ' όνειρό του, η μητέρα του καθόταν σ ένα χώρο βαθιά, κάτω
39

απ' αυτόν, κρατώντας στην αγκαλιά της τη μικρή αδελφή του. Δεν θυμόταν τίποτε από την αδελφή του, παρά μονάχα πως ήταν ένα μικρό αδύνατο μωρό, πάντα σιωπηλό, με μεγάλα παρατηρητικά μάτια. Και ot δυο τους τον κοίταζαν. Βρίσκονταν κάπου κάτω από τη γη — στο βάθος ενός πηγαδιού ή σ' έναν πολύ βαθύ τάφο — αλλά ήταν ένας χώρος που, αν και πολύ χαμηλότερα απ' αυτόν, εξακολουθούσε να βαθαίνει ολοένα περισσότερο. Ήταν στο σαλόνι ενός πλοίου που βυθιζόταν, κοιτάζοντάς τον μέσα από το νερό που ολοένα και σκοτείνιαζε. Είχε ακόμη αέρα στο σαλόνι, μπορούσαν ακόμα να τον βλέπουν, κο« εκείνος αυτές, αλλά ολοένα βούλιαζαν προς τα κάτω, κάτω, μέσα στο πράσινο νερό που σε λίγο θα τις έκρυβε για πάντα. Αυτός ήταν έξω, μέσα στον αέρα και το φως, ενώ εκείνες βυθίζονταν στο θάνατο, και ήταν εκεί κάτω ίίότί αυτός ήταν εδώ πάνω. To ήξερε αυτό, κι εκείνες το ήξεραν, το 'βλεπε στα Λρόσωπά τους. Δεν υπήρχε μομφή στα μάτια τους ή στην ψυχή τους, μόνο η γνώση ότι έπρεπε να πεθάνουν για να μείνει ζωντανός αυτός, και ότι τούτο ήταν μέρος της αναπόφευκτης τάξης των πραγμάτων.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε συμβεί, αλλά ήξερε μέσα στ' όνεφό του ότι κατά χάποιο τρόπο οι ζωές της \ΧΎ\τίξας και της αδελφής του είχαν θυσιαστεί για τη δική του. Ήταν ένα από εκείνα τα όνειρα που, ενώ διατηρούν το χαρακτηριστικό σκηνικό του ενυ-πνίου, εν τούτοις είναι προέκταση της διανοητικής ζωής ενός ατό-μου, και μέσα απ' αυτά συνειδητοποιεί κανείς γεγονότα και ιδέες που του φαίνονται νέες και αξιόλογες και αφού ξυπνήσει. Αυτό που αναστάτωσε ξαφνΙΛά τον Γουίνστον ήταν ότι ο θάνατος της μητέ-ρας του, πριν από τριάντα περίπου χρόνια, έκλεινε μια τραγικότητα και θλίψη που σήμερα κανείς δεν θα ήταν σε θέση να νιώσει. Κατάλαβε ότι η τραγωδία ανήκε στον παλιό καφό, τότε που υπήρχε ακόμα ιδιωτική ζωή, αγάπη και φιλία, που τα μέλη μιας οικογένειας αλληλοϋποστηρίζονταν χωρίς να χρειάζεται να ξέρουν το λόγο. Η ανάμνηση της μητέρας του ξέσκισε την καρδιά του, γιατί είχε πεθάνει αγαπώντας τον, όταν αυτός ήταν πολύ νέος και πολύ
40
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
εγωιστής για να μπορεί να της ανταποδώσει αγάπη. Ακόμα, γιατί εκείνη είχε θυσιαστεί — δεν θυμόταν πια πώς — σε μια προσωπική και αμετάθετη αντίληψη για το καθήκον. Έβλεπε ότι τέτοια πράγ-ματα ήταν αδύνατο να συμβούν σήμερα. Σήμερα υπήρχε φόβος, μίσος και πόνος, δεν υπήρχαν όμως ευγενικά αισθήματα ούτε βαθιές και πολύπλοκες θλίψεις. Όλα αυτά του φάνηκε ότι τα είδε στα μάτια της μητέρας του και της αδελφής του που τον κοίταζαν μέσ' από το πράσινο νερό, εκατοντάδες οργιες κάτω απ' αυτόν, ενώ βυθίζο-νταν συνεχώς.
Ξαφνικά, βρέθηκε να στέκεται πάνω σε μιαν απαλή χλόη, ένα καλοκαιριάτικο δειλινό, ενώ οι λοξές αχτίδες του ήλιου χρύσωναν τη γη. To τοπίο που έβλεπε ερχόταν τόσο συχνά στα όνειρά του, ώστε ποτέ δεν ήταν εντελώς σίγουρος αν το είχε δει ή όχι στην πραγ-ματικότητα. Όταν το σκεφτόταν ξυπνητός, τ' ονόμαΖ,ζ Χρυσαφένια Χώρα. Ήταν ένα παλιό λιβάδι που το είχαν τρυγήσει οι λαγοί, μ' ένα ελικοειδές μονοπάτι που το διέσχιζε και σκαμμένες λακκούβες εδώ κι εκεί. Απέναντι, στον ακανόνιστο φράχτη, οι κλώνοι απ' τις φτε-λιές ταλαντεύονταν απαλά στο αεράκι και τα φύλλα τους ανέμιζαν σαν ξέπλεκα γυναικεία μαλλιά. Κάπου πολύ κοντά, παρ' ότι δεν φαινόταν, ένα ρυάκι με καθάρια νερά κυλούσε αργά και σχημάτιζε λιμνούλες κάτω από τις ιτιές, όπου κολυμπούσαν κυπρίνοι.
To μελαχρινό κορίτσι ερχόταν προς τα εδώ διασχίζοντας τον αγρό. Με μια μόνο κίνηση, έσκισε τα ρούχα της και τα πέταξε περιφρονητικά. To σώμα της ήταν λευκό και λείο, αλλά δεν του ξύπνησε καμιά επιθυμία, μάλιστα μόλις που το κοίταξε. Αυτό που τον κυρίεψε εκείνη τη στιγμή ήταν θαυμασμός για την κίνηση που έκανε πετώντας τα ρούχα της. Με τη χάρη και την ανεμελιά της, φάνηκε να εκμηδένισε έναν ολόκληρο πολιτισμό, ένα ολόκληρο σύ-στημα σκέψης, λες και αρκούσε μια θαυμάσια κίνηση του χεριού για να μεταβάλει τον Μεγάλο Αδελφό, το Κόμμα και την Αστυνομία της Σκέψης σ' ένα τίποτα. Ήταν μια χειρονομία που ανήκε κι αυτή στους παλιούς καιρούς. 0 Γουίνστον ξύπνησε με τ' όνομα «Σαίξ-πηρ» στα χείλη του.
41

Από την τηλεοθόνη ερχόταν ένας ήχος που σε ξεκούφαινε και συνεχίστηκε στον ίδιο τόνο για τριάντα δευτερόλεπτα. Εφτά και τέταρτο, ώρα να σηκωθούν οι υπόλληλοι των γραφείων. 0 Γουίνστον πετάχτηκε από το κρεβάτι γυμνός (ένα μέλος του Εξωτερικού Κόμματος έπαιρνε μόνο τρεις χιλιάδες κουπόνια το χρόνο για ρουχι-σμό, και ένα ζευγάρι πιτζάμες κόστιζε εξακόσια), άρπαξε από μια καρέκλα ένα βρόμικο φανελάκι κι ένα σορτς. Η Φυσική Αγωγή θ' άρχιζε σε τρία λεπτά. Την ίδια στιγμή διπλώθηκε στα δυο από έναν παροξυσμό δυνατού βήχα που τον έπκχνε σχεδόν πάντα μόλις ξυ-πνούσε-'. Αυτός ο βήχας του άδειαζε τα πνευμόνια τόσο όσο να μπορέσει ν' αναπνεύσει ξανά, έπρεπε να ξαπλώνει ανάσκελα και να παίρνει συνεχώς βαθιές εισπνοές. Οι φλέβες του είχαν φουσκώσει από τον πολύ βήχα κι η φαγούρα στην πληγή του είχε αρχίσει.
«Ομάδα τριάντα έως σαράντα!» γάβγισε μια διαπεραστική γυ-ναικεία φωνή. «Ομάδα τριάντα έως σαράντα! Λάβετε θέσεις, πα-ρακαλώ. Τριάντα έως σαράντα!»
0 Γουίνστον στάθηκε προσοχή μπροστά από την τηλεοθόνη, όπου είχε ήδη εμφανιστεί η εικόνα μια νεαρής γυναίκας, λεπτής αλλά μυώδους, ντυμένης με ένα χιτώνιο και παπούτσια γυμναστι-κής.
«Κάμψη και έκταση των χεριών!» πρόσταξε. «Στον ίδιο χρόνο με μένα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα! Ένα, δύο τρία, τέσσερα! Ελάτε, σύντροφοι, με ζωντάνια! Ένα, δύο τρία, τέσσερα! Ένα, δύο τρία, τέσσερα!..»
0 πόνος από τον παροξυσμό του βήχα δεν είχε ολότελα σβήσει από τη σκέψη του Γουίνστον την εντύπωση που του είχε κάνει το όνεφο, και οι ρυθμικές κινήσεις της άσκησης την ξαναζωντάνεψαν. Καθώς κινούσε μηχανικά τα χέρια του μπρος πίσω και διατηρούσε στο πρόσωπό του το ύφος της σοβαρής ευχαρίστησης που θεωρούσαν κατάλληλο κατά τη διάρχζια της Φυσικής Αγωγής, πάλευε να γυ-ρίσει νοερά στην ακαθόριστη περίοδο της παιδικής του ηλικίας. Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Πριν από τα τελευταία πενήντα χρόνια, το καθετί έσβηνε. Όταν δεν υπήρχε κανένα εξωτερικό σημείο αναφοράς,
42

ακόμια καί το περίγραμμα της δικής σου ζωής έχανε την καθαρότη-τά του. Θυμόσουν μεγάλα γεγονότα που ίσως δεν συνέβησαν ποτέ, θυμόσουν τις λεπτομέρειες συμβάντων χωρίς να μπορείς να συλλάβεις την ατμόσφαιρά τους, και υπήρχαν μακριά κενά διαστήματα όπου δεν μπορούσες να προσδιορίσεις τίποτα. Όλα τότε ήταν διαφορε-τικά. Ακόμα και τα ονόματα των χωρών και τα σχήματά τους στο χάρτη ήταν διαφορετικά. Η Πρώτη Περιοχή, φέρ' ειπείν, δεν λε-γόταν έτσι τότε: λεγόταν Αγγλία ή Βρετανία, παρ' ότι το Λονδίνο — ήταν βέβαιος— λεγόταν πάντα Λονδίνο.
0 Γουίνστον δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια μια εποχή όπου η χώρα του να μη βρίσκεται σε πόλεμο. Ήταν πάντως φανερό ότι στην παιδική του ηλικία μεσολάβησε ένα αρκετά μεγάλο ειρηνικό διάλειμμα, γιατί μια από τπς παιδικές του αναμνήσεις ήταν μια αεροπορική επιδρομή που φαίνεται πως κατέλαβε τους πάντες εξα-πίνης. Ίσως ήταν όταν έπεσε η ατομική βόμβα στο Κόλτσεστερ. Δεν θυμόταν την ίδια την επιδρομή, αλλά θυμόταν τον πατέρα του να του κρατά το χέρι σφιχτά καθώς έτρεχαν βιαστικά κάτω, σε κάποιο μέρος βαθιά στη γη, κατεβαίνοντας μια στριφογυριστή σκά-λα που έφευγε κάτω από τα πόδια του και τον κούρασε τόσο που έβαλε τα κλάματα και αναγκάστηκαν να σταθούν για να ξαποστά-σει. Η μητέρα του με τον αργό, ονειροπόλο βηματισμό της τους ακολουθούσε από μακριά. Κρατουσε την αδελφή του μωράκι — ή μήπως κρατούσε μόνο ένα μπόγο κουβέρτες; Δεν ήταν βέβαιος αν είχε γεννηθεί ακόμα η αδελφή του. Τελικά μπήκαν σε ένα μέρος γεμάτο θόρυβο και κόσμο, που κατάλαβε ότι ήταν σταθμός του Τπογείου.
Παντού τριγύρω στο λίθόστρωτο δάπεδο κάθονταν άνθρωποι, και ήταν και πολλοί που στριμωγμένοι μεταξύ τους κάθονταν σε μετάλλινους πάγκους ο ένας πάνω στον άλλο. 0 Γουίνστον με τον πατέρα και τη μητέρα του βρήκαν μια θέση στο πάτωμα• κοντά τους κάθονταν ένας γέρος και μια γριά πλάι πλάι σ' έναν πάγκο. 0 γέρος φορούσε ένα σοβαρό σκούρο κοστούμι και ένα καπέλο από μαύρο ύφασμα που, ριγμένο προς τα πίσω, άφηνε να φαίνονται τα
43

κάτασπρα μαλλιά του: το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και τα γαλάζια του μάτια πλημμυρισμένα από τα δάκρυα. Μύριζε φριχτά τζιν. Φαινόταν να αναβλυζει από τους πόρους του αντί για ιδρώτα, και θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι και τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του ήταν καθαρό τζιν. Αλλά, μολονότι μεθυσμένος, έδειχνε να υποφέρει από έναν αληθινό και αβάσταχτο καημό. Με τον παιδικό του τρόπο, ο Γουίνστον ένιωσε ότι είχε συμβεί κάτι τρομε-ρό, κάτι ασυγχώρητο, που δεν θα μπορούσε να επανορθωθεί ποτέ. Του φάνηκε ακόμα ότι ήξερε τι ήταν. Κάποιος που ο γέρος αγαπού-σε — ίσως μια μικρούλα εγγονή — είχε σκοτωθεί. 0 γέρος επανα-λάμβανε κάθε τόσο:
«Δεν έπρεπε να τους εμπιστευτούμε. To 'λεγα, δεν το 'λεγα; Να τι γίνεται όταν τους εμπιστεύεσαι, πάντα το 'λεγα εγώ. Δεν έπρεπε να εμπιστευτουμε αυτά τα καθάρματα».
Αλλά ποια καθάρματα δεν έπρεπε να εμπιστευτούν, δεν μπο-ρουσε να θυμηθεί ο Γουίνστον.
Από κείνο περίπου τον καιρό, ο πόλεμος συνεχιζόταν διαρκώς, αν και, για να είναι κανείς ακριβής, δεν ήταν πάντα ο ίδιος πόλεμος. Επί πολλούς μήνες, τον καφό που ο Γουίνστον ήταν μικρός, γίνο-νταν συγκεχυμένες οδομαχίες στο ίδιο το Λονδίνο, και κάποιες απ' αυτές τις θυμόταν ζωηρά. Αλλά να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία μιας ολόκληρης περιόδου, να πει ποιος πολεμούσε εναντίον ποιρυ σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ήταν εντελώς αδύνατον. Όλες οι μαρτυρίες, γραπτές ή προφορικές, δεν αναφέρονταν παρά μόνο σε τωρινά γεγονότα. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, στα 1984 (αν ήταν 1984) η Ωκεανία πολεμούσε εναντίον της Ευρασίας και είχε συμμαχία με την Ανατολασία. Ποτέ δεν είχε διατυπωθεί δημόσια ή ιδιωτικά ότι οι τρεις δυνάμεις σε κάποιαν άλλη εποχή είχαν διαφορε-τικές σχέσεις. Μάλιστα, ο Γουίνστον ήξερε καλά ότι εδώ και τέσσε-ρα χρόνια η Ωκεανία ήταν σε πόλεμο με την Ανατολασία και είχε συμμαχία με την Ευρασία. Αλλ' αυτό ήταν μόνο μια λαθραία πλη-ροφορία που συγκράτησε κατά τύχη, γιατί το μνημονικό του είχε αλλάξει τα πράγματα —η Ωκεανία πολεμούσε με την Ευρασία. 0
44

εχθρός του παρόντος πάντοτε αντιπροσώπευε το απώτατο σημείο του κακού, κι αυτό είχε αποτέλεσμα να είναι αδύνατη οποιαδήποτε συμφωνία μ' αυτόν, στο παρελθόν και στο μέλλον.
Εκείνο που ήταν τρομακτικό, σκέφτηκε για χιλιοστή φορά κα-θώς με μια οδυνηρή κίνηση πίεζε τους ώμους του προς τα πίσω (με τα χέρια στους γοφοΰς έκανε στροφή του κορμού από τη μέση, άσκηση που υποτίθεται ότι ήταν καλή για τους μυς της πλάτης) εκείνο που ήταν τρομακτικό είναι ότι ίσως θα μπορούσαν όλα να είναι αληθινά. Αν το Κόμμα μπορούσε να απλώσει το χέρι στο παρελθόν και να πει για τούτο ή το άλλο γεγονός: £εν συνέβη ποτέ — αυτό ήταν πιο τρομακτικό από τα απλά βασανιστήρια και το θάνατο.
To Κόμμα είπε ότι η Ωκεανία δεν ήταν ποτέ σύμμαχη με την Ευρασία. Αυτός, ο Γουίνστον Σμιθ, ήξερε ότι η Ωκεανία ήταν σύμ-μαχη με την Ευρασία μόλις τέσσερα χρόνια πριν. Αλλά που υπήρχε αυτή η γνώση; Μόνο στη συνείδησή του, που οπωσδήποτε σύντομα θα εκμηδενιζόταν. Και αν όλοι οι άλλοι παραδέχονταν το ψέμα που επέβαλε το Κόμμα — αν όλα τα αρχεία έλεγαν το ίδιο παραμύθι — τότε το ψέμα περνούσε στην ιστορία και γινόταν αλήθεια. «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν», έλεγε ένα σύνθημα του Κόμματος, «ελέγχει το μέλλον αυτός που ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελ-θόν». Και όμως το παρελθόν, παρ' όλο που η φύση του είναι με-ταβλητή, δεν άλλαξε ποτέ. Ό,τι ήταν αλήθεια τώρα, ήταν αλήθεια από πάντα και για πάντα. Ήταν πολύ απλό. To μόνο που χρειαζό-ταν ήταν να θυμάσαι μιαν α'τέλειωτη σειρά από νίκες. Αυτό το ονόμαζαν «έλεγχο της πραγματικότητας»• στη Νέα Ομιλία: «δι-πλή σκέψη».
«Ανάπαυση», γάβγισε η γυμνάστρια, λίγο πιο εγκάρδια.
0 Γουίνστον άφησε τα χέρια του να πέσουν στα πλευρά του και αργά αργά πήρε βαθιά αναπνοή. To μυαλό του γλίστρησε στο λαβύρινθο της διπλής σκέψης. Να ξέρεις και να μην ξέρεις, να έχεις συνείδηση όλης της αλήθειας και παράλληλα να λες έντεχνα κα-τασκευασμένα ψέματα, να έχεις ταυτόχρονα δύο γνώμες που η μία αναφούσε την άλλη, πιστεύοντας και τις δύο• να χρησιμοποιείς τη
45

λογική ενάντια στη λογική, να apveiaat την ηθική ενώ την αξιώνεις,
να πιστεύεις ότι η δημοκρατία είναι αδύνατη και ταυτόχρονα ότι το Κόμμα ήταν ο φύλακας της δημοκρατίας- να ξεχνάς ό,τι είναι αναγκαίο να ξεχαστεί, και να το ξαναφέρνεις στη μνήμη σου τη στιγμή που χρειάζεται, και αμέσως μετά να το ξεχνάς και πάλι- και προπάντων να εφαρμόζεις την ίδια μ.ε%δο στη μέθοδο καθαυτήν. Τούτη ήταν η υστατη πανουργία: ενσυνείδητα να πάψεις να έχεις συνείδηση, και μετά να επιβάλεις στον εαυτό σου άγνοια της πράξης αυτοΰπνωσης που μόλίς δίέπραξες. Ακόμα κοκ η κατανόηση του όρου «διπλή σκέψη» προϋπέθετε τη χρησιμοποίηση της διπλής σκέψης.
Η δασκάλα τούς είχε ξανακαλέσει στη στάση προσοχής. «Και τώρα, ας δούμε ποιος από μας μ^ιορεί ν' αγγίξει τα δάχτυλα των ποδιών του!» ει'πε μ' ενθουσιασμό. «Από τη μέση και κάτω, πα-ρακαλώ, σύντροφοι. Ένα, δύο! Ένα, δύο!..»
0 Γουίνστον σιχαινόταν αυτή την άσκηση που τον έκανε να πονάει σ' όλο του το σώμα από τις φτέρνες μέχρι τους γοφούς, και συχνά τελείωνε μ' έναν ακόμα παροξυσμό βήχα. Οι μισοευχάριστες σκέψεις του διακόπηκαν. To παρελθόν, σκέφτηκε, δεν είχε απλώς αλλάξει, είχε καταστραφεί. Γιατί, πώς μπορουσες να στηρίξεις το πιο φανερό γεγονός όταν δεν είχες ν' αναφερθείς σε κανένα άλλο στοιχείο εκτός από τη μνήμη σου; Προσπάθησε να θυμηθεί ποιο χρόνο είχε πρωτακούσει ν' αναφέρεται το όνομα του Μεγάλου Αδελ-φού. Σκέφτηκε ότι αυτό μπορεί να έγινε γύρω στο εξήντα, αλλά δεν μπορούσε να είναι &έ&α.ιος. Φυσικά, στην ιστορία του Κόμματος, ο Μεγάλος Αδελφός παρουσίαζόταν σαν αρχηγός και φύλακας της Επανάστασης από τις πρώτες μέρες. Τα κατορθώματά του στα-διακά τοποθετήθηκαν τόσο νωρίτερα, ώσπου έφτασαν έως τις μυ-θικές δεκαετίες του σαράντα και του τριάντα, όταν οι καπιταλιστές, με τα παράξενα κυλινδρικά καπέλα τους, κυκλοφορούσαν στους δρόμους του Λονδίνου μέσα σε μεγάλα αστραφτερά αυτοκίνητα ή σε άμαξες που τις έσερναν άλογα. Δεν μπορούσε κανείς να ξέρει κατά πόσο αυτός ο θρύλος ήταν αλήθεια ή επινόηση. 0 Γουίνστον δεν
46

ήξερε ακόμα ούτε και πότε ακριβώς γεννήθηκε το Κόμμα. Δεν πί-στευε ότι είχε ακούσει ποτέ το αρκτικόλεξο ΑΓΓΣΟΣ πριν από το I960, αλλά ήταν πιθανόν να κυκλοφορούσε νωρίτερα με την ονομα-σία «Αγγλικός Σοσιαλισμός» της Παλαιάς Ομιλίας. To καθετίδια-λυόταν μέσα στην ομίχλη. Μερικές φορές, φυσικά, μπορούσες να εντοπίσεις ένα ψέμα. Δεν ήταν αλήθεια, για παράδειγμα, ότι το Κόμμα είχε εφεύρει τα αεροπλάνα, όπως ισχυρίζονταν τα ιστορικά βιβλία. Θυμόταν τα αεροπλάνα από τα παιδικά του χρόνια. Αλλά δεν μπορούσες ν' αποδείξεις τίποτα. Δεν υπήρχε καμιά μαρτυρία σχετι-κά. Μόνο μια φορά σ' όλη του τη ζωή, ο Γουίνστον κρατούσε στα χέρια του την αδιάψευστη απόδειξη της παραποίησης ενός ιστορι-κού γεγονότος. Και σ' αυτή την περίπτωση...
«Σμιθ», ούρλιαξε η στριγκιά φωνή από την τηλεοθόνη. «6079 Σμιθ Γουίνστον! Nat, εσύ\ Σκυψε περισσότερο, παρακαλώ! Μπο-ρείς να το κάνεις καλύτερα. Δεν προσπαθείς. Πιο χαμηλά, παρακα-λώ! Γώρα είναι καλύτερα, σύντροφε. Ανάπαυση τώρα, όλοι σας. Βλέπετε εμένα».
Ένα κυμα ιδρώτα περιέλουσε το σώμα του Γουίνστον. To πρό-σωπό του παρέμεινε ανεξιχνίαστο. Μη δείχνεις ποτέ το φόβο! Μη δείχνεις ποτέ δυσαρέσκεια! Ένα μόνο ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων μπορούσε να σε προδώσει. Στάθηκε παρακολουθώντας τη γυμνά-στρια που σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι — δεν θα μπορούσε να πει κανείς με χάρη, αλλά με αξιοσημείωτη ακρίβεια και επάρ-κεια —, έσκυψε καί ακούμπησε με τα χέρια της τις μύτες των ποδιών.
«Αυτο, σύντροφοι! Έτσ« θέλω να το κάνετε. Κοιτάξτε με πάλι. Είμαι τριάντα εννέα χρονών και έχω τέσσερα παιδιά. Κοιτάξτε τώ-ρα». Έσκυψε πάλι. «Βλέπετε, τα 5ίκά /Aoy γόνατα δεν λυγίζουν. Όλοι μπορείτε να το κάνετε, αν θέλετε», πρόσθεσε ενώ σηκωνόταν όρθια. «Καθένας κάτω από τα σαράντα πέντε μπορεί κάλλιστα να αγγίξει τις μύτες των ποδιών του. Δεν έχουμε όλοι το προνόμιο να πολεμούμε στην πρώτη γραμμή. Θυμηθείτε τα παιδιά μας στο μέτωπο του Μαλαμπάρ! Kat τους ναύτες μας στο Πλωτό Οχυρό!
47

Σκεφτείτε τι κάνουν εκείνοι. Τώρα, προσπαθήστε πάλι. Τώρα είναι καλύτερα, σύντροφε, τώρα είναι πολύ καλύτερα», πρόσθεσε ενθαρ-ρυντικά καθώς ο Γουίνστον με \μα βίαιη επίκυψη κατάφερε, πρώτη φορά μέσα σε πολλά χρόνια, ν' αγγίξει τις μύτες των ποδιών του δίχως να λυγίσει τα γόνατα.
IV
Μ' έναν βαθύ, ασυναίσθητο στεναγμό, που ούτε η μικρή απόσταση από την τηλεοθόνη τον εμπόδιζε να βγάζει όταν άρχιζε η εργασία της ημέρας, ο Γουίνστον τράβηξε το φωνόγραφο προς το μέρος του, φύσηξε τη σκόνη από το μικρόφωνο και φόρεσε τα γυαλιά του. Μετά ξετύλιξε και συνέδεσε τέσσερις κυλίνδρους χαρτί που έπεσαν από τον αεροσωλήνα που βρισκόταν στα δεξιά του γραφείου του.
Στο δωμάτιο του γραφείου στους τοίχους ήταν τρία στόμια. Δεξιά από το φωνόγραφο ένας μικρός αεροσωλήνας για τις γραπτές εντολές, αριστερά ένας μεγαλύτερος για τις εφημερίδες και στον πλαινό τοίγο, σε απόσταση που να φτάνει ζύχολα το χέρι του Γουίνστον, υπήρχε μια φαρδιά παραλληλόγραμμη σχισμή προστα-τευμένη από συρματόπλεγμα. Αυτή η σχισμή χρησίμευε για να πετούν τα άχρηστα χαρτίά. Τέτοιες σχισμές υπήρχαν χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες σε όλο το κτίριο, όχι μόνο σε κάθε δωμάτιο αλλά και κατά μ',κρά διαστήματα σε κάθε διάδρομο. Για κάποιο λόγο είχαν το παρατσούκλι τρύπες της μνήμης. Όταν ένα ντοκουμέντο έπρεπε να καταστραφεί, ή ακόμα αν έβλεπε κανείς ένα άχρηστο χαρτί πεταμένο, αυτόματα άνοιγε το καπάκι της μνήμης που έβρι-σκε και το έριχνε μέσα. Από κει το χαρτί στροβιλιζόταν σ' ένα ρεύ-μα θερμού αέρα για να κατευθυνθεί στους πελώριους φούρνους που ήταν κρυμμένοι κάπου στα άδυτα του κτιρίου.
0 Γουίνστον εξέτασε τις τέσσερις κόλλες χαρτί που είχε ξετυλί-ξει. Σε καθεμιά ήταν κι από ένα μήνυμα γραμμένο σε μια δυο σει-ρές στα συντετμημένα κορακίστικα — όχι αμιγώς στη Νέα Ομιλία,
48

αλλά με αρκετές λέξεις της Νέας Ομιλίας — που χρησιμοποιούσαν στο Τπουργείο για εσωτερικές υποθέσεις. Οι εντολές είχαν συνταχθεί ως εξής:
τάιμς 17.3.84 ομιλία μ.α κακοανακοινωθείσα αφρική διόρθωσε
τάιμς 19.12.83 προβλέψεις 3 χρ σχ 4ο τέταρτον 83 τυπογραφικά λάθη επαλήθευσε σημερινό τεύχος
τάιμς 14.2.84 υπαφ σοκολάτα κακομεταβιβασμένη διόρθωσε
τάιμς 3.12.83 αναφορά ημερησίας διατάξεως μ.α τρισμήκαλη αναφ. μη πρόσωπα ξαναγράψε πλήρως υπο&ολ.Ύΐ άνω προταξινομήσεως
Μ' ένα ελαφρό αίσθημα ικανοποίησης ο Γουίνστον έβαλε το τέταρτο μήνυμα στην άκρη. Απαιτούσε πολύπλοκη και υπεύθυνη εργασία, και ήταν καλύτερα ν' ασχοληθεί μ' αυτήν στο τέλος. Τα άλλα τρία ήταν υποθέσεις ρουτίνας, αν και το δεύτερο ίσως τον ανάγκαζε να πέσει σε καμιά βαρετή μελέτη αριθμητικών κατα-λόγων.
0 Γουίνστον σχημάτισε στο καντράν της τηλεοθόνης τις λέξεις «παλιά νουμερα» και ζήτησε τα φύλλα των 7a£ja; που χρειαζόταν. Μετά από μικρή καθυστέρηση, έφτχσαν γλιστρώντας μέσα από τον αεροσωλήνα. Τα μηνυματα που είχε πάρει αναφέρονταν σε άρθρα ή ειδήσεις που, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, κρίθηκε αναγκαίο να αλλαχτούν ή, κατά την επίσημη έκφραση, «να διορθωθούν». Επί παραδείγματι, στους Γάίμς της 17ης Μαρτίου φαινόταν ότι ο Με-γάλος Αδελφός στην ομιλία του της προηγούμενης μέρας είχε προ-βλέψει ότι θα επιχρατοόσε ηρεμία στο μέτωπο των Νοτίων Ινδιών, ενώ στη Βόρεια Αφρική θα εκδηλωνόταν σύντομα ευρασιατική επί-θεση. Όμως η Ευρασιατική Ανωτάτη Διοίκηση εξαπέλυσε την ε-πίθεσή της στις Νότιες Ινδίες κι άφησε ήσυχη τη Βόρεια Αφρική.
49

Έτσι έπρεπε να ξαναγράψει μια παράγραφο της ομιλίας του Μεγά-λου Αδελφού, όπου να φαίνεται ότι ο Μεγάλος Αδελφός προέβλεψε αυτό που έγινε στην πραγματικότητα. Ή, πάλί, οι Τάιμς της 19ης Δεκεμβρίου είχαν δημοσιεύσει τις επίσημες προβλέψεις για την παραγωγή των διαφόρων καταναλωτικών αγαθών στο τέταρτο τρί-μηνο του 1983, που ήταν επίσης το έκτο τρίμηνο του Ένατου Τριετούς Πλάνου.
To σημερινό φύλλο περιείχε μια δήλωση της πραγματικής παραγωγής όπου φαινόταν ότι .οι προβλέψεις ήταν εντελώς λαν-θασμένες. Η δουλειά του Γουίνστον ήταν να διορθώσει τους αρχι-κους αριθμούς ώστε να συμφωνούν με τους τελευταίους. Όσο για το τρίτο μήνυμα, αυτό αναφερόταν σ' ένα πολύ απλό λάθος που μπο-ρούσε να το διορθώσει σε δυο λεπτά. Πριν από λίγο καφό, τον Φε-βρουάριο, το Τπουργείο Αφθονίας είχε δημοσιεύσει μιαν υπόσχεση («κατηγορηματική εγγύηση» ήταν η επίσημη έκφραση) ότι δεν θα μειωθεί η μερίδα της σοκολάτας το 1984. Στην πραγματικότητα, όπως ήξερε ο Γουίνστον, η μερίδα της σοχοΚάτας θα μειωνόταν από τριάντα γραμμάρια σε είκοσι στο τέλος της εβδομάδας. Αυτό που χρειαζόταν ήταν να αντικαταστήσει την αρχική υπόσχεση με μια προειδοποίηση ότι (σως χρειαστεί να ελαττωθεί η μερίδα της σοχο-λάτας μέσα στον Απρίλη.
Μόλις τελείωνε με το κάθε μήνυμα, ο Γουίνστον συνήπτε τις φωνογραφημένες διορθώσεις στο σχετικό φύλλο των Τάιμς και τις έσπρωχνε μέσα στον αεροσωλήνα. Μετά, με μκζ κίνηση όσο το δυνατόν πιο ασυναίσθητη, τσαλάκωνε το μήνυμα και τις σημει-ώσεις που είχε κρατήσει ο ίδιος και τα έριχνε στην τρύπα της μνήμης για να τα καταβροχθίσουν οι φλόγες.
To τι συνέβαινε στον αόρατο λαβύρινθο όπου οδηγούσαν ot αεροσωλήνες δεν το ήξερε μελεπτομέρειες, αλλά το ήξερε σε γενικές γραμμές. Μόλις μαζεύονταν και γινόταν η αντιπαραβολή όλων των διορθώσεων που ήταν απαραίτητες για κάθε αριθμό φύλλου των Τάιμς, αυτό το φύλλο ξανατυπωνόταν, το αρχικό καταστρεφόταν και στη θέση του τοποθετούσαν στα αρχεία το διορθωμένο. Αυτή η
50

διαδικασία των συνεχών διορθώσεων δεν αφορούσε μιόνο τις εφημε-ρίδες, αλλά και τα βιβλία, τα περιοδικά, τα φυλλάδια, τις αφίσες, τα έντυπα, τις ταινίες, τις ηχογραφήσεις, τα κινούμενα σχέδια, τις φωτογραφίες. Αφορούσε κάθε είδος λογοτεχνίας ή εγγράφου που θα μπορούσε να έχει πολιτική ή ιδεολογική σημασία. Από μέρα σε μέρα, σχεδόν από λεπτό σε λεπτό, το παρελθόν γινόταν παρόν. Έτσι, κάθε προφητεία του Κόμματος μπορούσε να αποδειχτεί σωστή με μάρτυ-ρες τα ντοκουμέντα. Δεν επιτρεπόταν να καταχωρηθεί καμιά πλη-ροφορία ή γνώμη αντίθετη προς τις ανάγκες της στιγμής. Όλη η ιστορία ήταν από δεύτερο χέρι, σβησμένη και ξαναγραμμένη τόσες φορές, όσες κρινόταν απαραίτητο. Από τη στιγμή που γινόταν η αλλαγή, σε καμιά περίπτωση δεν μπορουσες ν' αποδείξεις ότι έγινε οποιαδήποτε παραποίηση. To μεγαλύτερο τομέα του Τμήματος Αρχείων, πολύ μεγαλύτερο απ' αυτό όπου εργαζόταν ο Γουίνστον, τον αποτελούσαν πρόσωπα εντεταλμένα να αναζητούν και να συ-γκεντρώνουν όλα τα αντίτυπα των βιβλίων, των εφημερίδων και άλλων εγγράφων που είχαν αντικατασταθεί κι έπρεπε να κατα-στραφούν. Ένα φύλλο των Τάιμς μπορεί να είχε ξαναγραφτεί δέ-κα φορές, ή επειδή άλλαξε η πολιτική γραμμή ή επειδή ο Μεγάλος Αδελφός είχε κάνει λάθος προφητείες, αλλά εξακολουθουσε να υπάρ-χει στα αρχεία με την αρχική του ημερομηνία. Δεν υπήρχε κανένα αντίτυπο που να αντιφάσκει σε κάποιο σημείο. Τα βιβλία επίσης τα απέσυραν από την κυκλοφορία και τα ξανάγραφαν πολλές φορές. Τα εξέδιδαν πάλι αμέσως χωρίς να αναφέρουν ότι έγινε καμιά τροποποί-ηση. Ακόμα και οι έγγραφες οδηγίες που έπαιρνε ο Γουίνστον και που τις πετούσε μόλις τακτοποιούσε τα θέματα, ποτέ δεν ανέφεραν ούτε υπονοούσαν ότι έπρεπε να γίνει κανενός είδους πλαστογραφία: πάντα ανέφεραν λάθη εκ παραδρομής, παραλείψεις, λάθη τυπογρα-φικά, που έπρεπε να διορθωθούν για λόγους ακριβείας.
Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν ήταν πλαστογραφία, σκέφτη-κε ο Γουίνστον καθώς άλλαζε τα στοιχεία του Τπουργείου Αφθο-νίας. Ήταν απλώς η αντικατάσταση μιας ανοησίας από μιαν άλλη.
To μεγαλύτερο μέρος του υλικού, για το οποίο λειτουργούσε
51

όλος αυτός ο μηχανισμός, δεν είχε καμιά σχέση με την πραγμα-τικότητα, ούτε καν το είδος της σχέσης που περιέχεται σ' ένα άμεσο ψέμα. Οι στατιστικές ήταν στην αρχική τους μορφή εξίσου φανταστικές όσο και μετά τη διόρθωσή τους. Πολλά απ' αυτά που γράφονταν περίμεναν να τα βγάλεις από το κεφάλι σου. Έτσι το Τπουργείο Αφθονίας είχε προβλέψει ότι η παραγωγή παπουτσιών θα έφτανε τα εκατόν σαράντα πέντε εκατομμύρια ζευγάρια. Η παραγω-γή που πραγματοποιήθηκε φερόταν να φτάνει τα εξήντα δύο εκα-τομμύρια. 0 Γουίνστον, στο μεταξύ, όταν ξανάγραψε τις προβλέψεις, κατέβασε τον αριθμό σε πενήντα εφτά εκατομμυρια, ώστε ν' αφήσει περιθώρια για να ισχυριστούν μετά όπως συνήθως ότι η παραγωγή ξεπέρασε τις προβλέψεις. Όπως και να 'ταν πάντως, τα εξήντα δύο εκατομμύρια δεν ήταν πιο κοντά στην αλήθεια απ' ό,τι τα πενήντα εφτά εκατομμύρια ή τα εκατόν σαράντα πέντε εκατομμύρια. To πιθανότερο ήταν ότι κανείς δεν ήξερε πόση ακριβώς ήταν η παραγω-γή. Ακόμα ήταν πιθανό να μην είχε γίνει καμιά απολύτως παρα-γωγή. Στην πραγματικότητα κανένας δεν νοιαζόταν να μάθει. To μόνο που ήξερε ήταν ότι κάθε τριμηνία έβγαιναν αστρονομικές ποσότητες παπουτσιών θεωρητικά, ενώ ίσως ο μισός πληθυσμός της Ωκεανίας περπατούσε ξυπόλυτος. To ίδιο ίσχυε για oka τα γεγονότα που δημοσιεύονταν, σημαντικά ή ασήμαντα. To καθετί έσβηνε μέσα σε μια σκιά, όπου τελικά ακόμα κι η χρονολογία καταντούσε αβέβαιη.
0 Γουίνστον έριξε μια ματιά προς το χολ. Απέναντι, στο αντί-στοιγρ με το δικό του γραφείο, ένα μικρόσωμο σχολαστικό ανθρω-πάκι με σκούρο πιγούνι, ονόματι Τίλοτσον, δούλευε με ζήλο, με μια εφημερίδα διπλωμένη στα γόνατά του και τα χείλη του πολύ κοντά στο στόμιο του φωνόγραφου. Φαινόταν σαν να προσπαθούσε να. κρατήσει αυτό που έλεγε ανάμεσα σ' αυτόν και την τηλεοθόνη. Σήκωσε τα μάτια κο» έριξε μια εχθρική λάμψη προς τη μεριά του Γουίνστον.
0 Γουίνστον δεν ήξερε καλοΓτον TcXotow κο« δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τη φύση της δουλειάς τόϋ". Οι άνθρωποι στ© Τμήμα Αρχείων δεν ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν για τις δουλειές
52
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
τους. Στο μακρύ και χωρίς παράθυρα χολ με τη διπλή σεφά γρα-φείων, το ατελείωτο θρόισμα των χαρτιών και το βούσμα των φω-νών που σιγομιλούσαν στους φωνογράφους, θα ήταν κάπου μια ντουζίνα άνθρωποι που ο Γουίνστον δεν ήξερε ούτε τα ονόματά τους, παρ' ότι τους έβλεπε κάθε μέρα να τρέχουν πέρα δώθε στους διαδρόμους ή να χειρονομούν στο Δίλεπτο Μίσους. Ήξερε ότι στο διπλανό γραφείο η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα μοχθούσε καθη-μερινά συγκεντρώνοντας και διαγράφοντας από τον Τύπο τα ονόματα των ανθρώπων που είχαν εξατμιστεί και επομένως ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Άλλωστε ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο γι' αυτό, δεδομένου ότι και ο ίδιος ο άντρας της είχε εξατμιστεί δύο χρόνια πριν. Μερικά γραφεία πιο πέρα, βρισκόταν ένα πράο, άβουλο και ονεφοπαρμένο πλάσμα, ο Άμπλφορθ, που είχε τριχωτά αφτιά και εκπληκτικό ταλέντο να σκαρώνει στίχους και ρίμες. Τον είχαν για να φτιάχνει διαστρεβλωμένες παραλλαγές — «οριστικά κείμενα» τις ονόμαζαν— ποιημάτων που αντιστρατεύονταν ιδεολογικά το Κόμ-μα, αλλά για κάποιο λόγο έπρεπε να μείνουν στπς ανθολογίες. Και αυτό το χολ με τους πενήντα περίπου υπαλλήλους του ήταν μόνο μια υποδιαίρεση — ένα μονάχα κύτταρο μέσα στο τεράστιο και πολυσύνθετο Τμήμα Αρχείων. Πιο μακριά, από πάνω, από κάτω, μελίσσια υπαλλήλων απασχολούνταν με ένα αφάνταστο πλήθος εργασιών. Υπήρχε ο τομέας των τηλε-προγραμμάτων με τους μη-χανισμούς του, τους παραγωγούς και τις ομάδες ηθοποιών που είχαν επιλεγεί ειδικά για την ικανότητά τους να μιμούνται φωνές. Τπήρχαν οι στρατιές από υπαλλήλους των αρχείων που δουλειά τους ήταν να συντάσσουν καταλόγους των βιβλίων και των περιοδι-κών που έπρεπε να αποσυρθούν. Υπήρχαν οι μεγάλες απο^-ψ,ες όπου φυλάγονταν τα διορθωμένα έγγραφα και οι κρυφοί φούρνοι όπου καταστρέφονταν τα γνήσια. Και κάπου, εντελώς ανώνυμοι, βρίσκο-νταν οι διευθύνοντες εγκέφαλοι που συντόνιζαν όλες τις προσπάθειες και καθόριζαν τη γραμμή της τακτικής που απαιτούσε να φυλαχτεί το τάδε τμήμα του παρελθόντος, να διαστρεβλωθεί ένα άλλο και να εξαφανιστεί εντελώς κάποιο τρίτο.
53

Άλλωστε, και το Τμήμα Αρχείων καθαυτό ήταν μόνο ένα παρακλάδι του Τπουργείου Αλήθειας, του οποίου κύριο έργο δεν ήταν να ξαναχτίζει το παρελθόν αλλά να προμηθεύει στους πολίτες της Ωκεανίας εφημερίδες, ταινίες, βιβλία, προγράμματα τηλεοθό-νης, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα — κάθε είδους πληροφορίες, οδηγίες ή ψυχαγωγία, από ένα άγαλμα μέχρι ένα σύνθημα, από ένα λυρικό ποίημα μέχρι μια διατριβή στη βιολογία, από ένα παιδικό αλφαβητάρι μέχρι το λεξικό της Νέας Ομιλίας. To Υπουργείο δεν είχε μόνο να καλύψει τις πολυποίκιλες ανάγκες του Κόμματος, αλλά και να επαναλάβει την όλη διαδικασία σε χαμηλότερο επίπεδο προς όφελος του προλεταριάτου. Ολόκληρη αλυσίδα ειδικών τμημά-των ασχολούνταν με τη λογοτεχνία του προλεταριάτου, τη μουσική, το θέατρο και γενικά τα μέσα ψυχαγωγίας. Σ' αυτά τα τμήματα έβγαζαν κάτι ανόητες εφημερίδες που την υλη τους αποτελούσαν μόνο τα αθλητικά νέα, τα εγκλήματα, η αστρολογία, ρομάντσα της δεκάρας, ταινίες σεξ και αισθηματικά τραγουδάκια που τα συνέθε-ταν με μέσα αποκλειστικώς μηχανικά σ' ένα ειδικό καλειδοσκό-πιο που ονόμαζαν «στιχοποιό». Ακόμα, υπήρχε ένα ολόκληρο τμήμα — Πορνοτμ-ημα λεγόταν στη Νέα Ομιλία — με έργο του την πα-ραγωγή πορνογραφίας κατωτάτου επιπέδου που κυκλοφορούσε σε σφραγισμένα πακέτα και που, εκτός από τους εργαζόμενους στο τμήμα αυτό, κανένα μέλος του Κόμματος δεν επιτρεπόταν να δει.
Όσο ο Γουίνστον εργαζόταν, γλίστρησαν τρία μηνύματα από τον αεροσωλήνα, ήταν όμως απλά θέματα, κι αυτός τα είχε τα-κτοποιήσει πριν τον διακόψει το Δίλεπτο Μίσους. Όταν το Μίσος τελείωσε, γύρισε στο γραφείο του, πήρε το λεξικό της Νέας Ομιλίας από το ράφι, έσπρωξε το φωνόγραφο στο πλάι, καθάρισε τα γυαλιά του και στρώθηκε στην κύρια δουλειά της ημέρας.
Τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στη ζωή ο Γουίνστον την έβρισκε στη δουλειά του. Τις περισσότερες φορές αυτή η δουλειά ήταν μια βαρετή ρουτίνα, αλλά κάποτε υπήρχαν θέματα τόσο δύσκολα και πολύπλοκα που μπορούσες να χαθείς μέσα σ' αυτά όπως στα βάθη ενός μαθηματικού προβλήματος — λεπτά θέματα πλαστογραφίας
54

όπου δεν είχες τίποτε άλλο να σε καθοδηγήσει εκτός από τη γνώση σου των αρχών του ΑΓΓΣΟΣ και έναν σωστό υπολογισμό για το τι ήθελε το Κόμμα να πεις. 0 Γουίνστον τα κατάφερνε καλά σ' αυτό. Τόσο καλά, που κατά καιρούς του είχαν εμπιστευτεί τη διόρθωση κυρίων άρθρων των Τάιμς, γραμμένων εξ ολοκλήρου στη Νέα Ομι-λία. Ξετύλιξε το μήνυμα που πρωτύτερα είχε βάλει στην άκρη. Έλεγε τα παρακάτω:
τάιμς 3.12.83 αναφορά ημερησίας διατάξεως μ.α τρισμήκαλη αναφ. μη πρόσωπα ξαναγράψε πλήρως υποβολή άνω προταξινομήσεως
Στην Παλαιά Ομιλία (ή Κοινή Γλώσσα) αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής:
Η καταγραφή της Ημερησίας Διαταγής του Μεγά-λου Αδελφού στους Τάιμς της 3ης Δεκεμβρίου 1983 δεν είναι διόλου ικανοποιητική και αναφέρει πρόσωπα που δεν υπάρχουν. Να ξαναγραφτεί εξαρχής καί εξ ολοκλήρου, και να υποβληθεί το σχέδιο στους ανω-τέρους προτού σταλεί να τυπωθεί.
0 Γουίνστον διάβασε ολόκληρο το λανθασμένο άρθρο. Η Ημε-ρησία Διαταγή του Μεγάλου Αδελφού φαίνεται ότι ήταν αφιερωμένη στον εγκωμιασμό ενός οργανισμού γνωστου με τα αρχικά ΟΠΠΟ. Αυτός ο οργανοσμός προμήθευε τους ναύτες των Πλωτών Οχυρών με τσιγάρα και άλλα αγαθά. Κάποιος συντροφος Ουίδερς, εξέχον μέλος του Εσωτερικού Κόμματος, είχε διακριθεί με ιδιαίτερη μνεία και του είχε απονεμηθεί το παράσημο Εξαίρετης Αξίας Δευτέρας Τάξεως.
Τρεις μήνες αργότερα ο ΟΠΠΟ διαλύθηκε χωρίς να δοθεί καμίά εξήγηση. Θα μπορουσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ουίδερς και οι συνεργάτες του είχαν πέσει σε δυσμένεία, αλλά δεν έγ^ε κανένα
55

σχόλιο πάνω στο γεγονός από τον Τύπο ή την τηλεοθόνη. Τούτο δεν ήταν παράξενο, αφού δεν ήταν συνηθισμένο να δικάζονται ή να κατηγορούνται δημάπα οι παραβάτες. Οι μεγάλες εκκαθαρίσεις χιλιάδων ατόμων με δημόσιες δίκες, προδοτών και εγκληματιών της σκέψης που ομολογούσαν τα εγκλήματά τους και ύστερα εκτελού-νταν, αποτελούσαν ιδιαίτερο θέαμα και δεν παρουσιάζονταν παρά μια φορά στα δυο χρόνια. Συνήθως αυτοί που είχαν περιπέσει στη δυ-σμένεια του Κόμματος εξαφανίζονταν και δεν ξανάκουγε κανείς να γίνεται λόγος γι' αυτούς. Κανείς δεν είχε την παραμικρή ένδειξη για το τι είχαν απογίνει. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί ακόμα και να μην είχαν πεθάνει. Γύρω στους τριάντα ανθρώπους που ο Γουίνστον γνώριζε προσωπικά — εκτός από τους γονείς του — είχαν εξαφανι-στεί κατά καφούς.
0 Γουίνστον έξυσε μαλακά τη μύτη του μ' ένα συνδετήρα. Στο άλλο γραφείο ο σύντροφος Τίλοτσον εξακολουθούσε να 'vat σκυμμένος και να μιλάει κρυφά στο φωνογράφο του. Σήκωσε για μια στιγμή το κεφάλι: πάλι αυτή η εχθρική λάμψη μέσα απ' τα γυαλιά του. 0 Γουίνστον αναρωτήθηκε αν ο σύντροφος Τίλοτσον έκανε την ίδια δουλειά μ' αυτόν. Πολυ πιθανόν. Ήταν τόσο πολύπλοκη δουλειά, που δεν θα την εμπιστεύονταν σ' έναν μόνο- εξ άλλου το να την αναθέσουν σε μια επιτροπή, θα ήταν σαν να παραδέχονταν ανοιχτά ότι γινόταν παραποίηση. To πιθανότερο ήταν ότι θα εργάζονταν καμιά ντουζίνα άνθρωποι για να παρουσιάσουν αντίθετες εκδοχές πάνω σ' αυτό που είχε πει πραγματικά ο Μεγάλος Αδελφός. Και τώρα κάποιος ιθύνων νους του Εσωτερικου Κόμματος θα διάλεγε τη μια εκδοχή ή την άλλη, θα την ξανατύπωνε και θα έθετε σε κίνηση την πολύπλοκη διαδικασία των διασταυρώσεων που χρειάζονταν ot παραπομπές, και τότε το ψέμα που θα είχε επιλεγεί θα περνούσε για πάντα στη μνήμη των ανθρώπων και θα γινόταν αλήθεια.
0 Γουίνστον δεν ήξερε γιατί είχε πέσει σε δυσμένεια ο Ουίδερς. Ίσως για δωροδοκία ή ανικανότητα. Ίσως ο Μεγάλος Αδελφός ξεφορτωνόταν τους υποτελείς που παραήταν δημοφιλείς. Ή ίσως — το πιθανότερο απ' όλα — είχε συμβεί αυτό απλώς γιατί ot εκκαθα-
56
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
ρίσεις και ot εξατμίσεις ήταν αναπόσπαστο μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού. Η μόνη πραγματική ένδειξη βρισκόταν στις λέξεις «α-ναφ. μη πρόσωπα», που σήμαινε ότι ο Ουίδερς ήταν ήδη νεκρός. Δεν μπορούσες όμως να συμπεράνεις πάντα ότι αυτό συνέβαινε σε όλους όσοι είχαν συλληφθεί. Καμιά φορά, σπανιότατα, κάποιος που τον πίστευες για νεκρό από πολύ καιρό, έκανε την επανεμφάνισή του σαν φάντασμα σε κάποια δημόσια δίκη όπου με τη μαρτυρία του ενοχοποιούσε εκατοντάδες άλλους πριν εξαφανιστεί, αυτή τη φορά για πάντα. Όπως και να 'χει, ο Ουίδερς ήταν ήδη ένα μη πρόσωπο. Δεν υπήρχε• δεν υπήρξε ποτέ. 0 Γουίνστον αποφάσισε ότι δεν αρκούσε απλώς να διαστρέψει το νόημα του λόγου του Μεγάλου Αδελφου. Έπρεπε να αλλάξει εντελώς το περιεχόμενό του. Ήταν καλύτερα να γράψει κάτι τελείως άσχετο με το αρχικό θέμα.
Θα μπορούσε να μετατρέψει το λόγο στη συνηθισμένη καταγ-γελία εναντίον των προδοτών και των εγκληματιών της σκέψης, αλλά αυτό παραήταν φανερό• από την άλλη, με το να επινοήσει μια νίκη στο μέτωπο ή κάποιο θρίαμβο υπερπαραγωγής του Ένατου Τριετούς Πλάνου, θα μπορούσε να περιπλέξει πολυ τα αρχεία. Εκείνο που του χρειαζόταν ήταν κάτι ολότελα φανταστικό. Ξαφνικά άστρα-ψε στο μυαλό του έτοιμη η εικόνα κάποιου συντρόφου Όγκιλβι, που πρόσφατα είχε βρει ηρωικό θάνατο στη μάχη. Τπήρχαν περιπτώσεις όπου ο Μεγάλος Αδελφός αριέρωνε την Ημερησία Διαταγή του για να υμνήσει κάποιον ταπεινό κατώτερο στρατιώτη μέλος του Κόμμα-τος, που η ζωή και ο θάνατός του πρόσφεραν φωτεινό παράδειγμα για να το ακολουθήσουν ο\ άλλοι. Σήμερα θα τιμούσε τη μνήμη του συντρόφου Όγκιλβι. Η αλήθεια ήταν ο σύντροφος Όγκιλβι ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά λίγες τυπωμένες γραμμές και δυο ψεύτι-κες φωτογραφίες αρκούσαν για να τον κάνουν υπαρκτό.
0 Γουίνστον σκέφτηκε προς στιγμήν, ύστερα τράβηξε κατά το μέρος του το φωνογράφο και άρχισε να υπαγορεύει στο συνηθισμένο ύφος του Μεγάλου Αδελφού• ένα ύφος στρατιωτικό συνάμα και σχολαστικό, εύχολο να το μιμηθεί κανείς εξαιτίας της συνήθειας του Μεγάλου Αδελφού να ρωτάει και να απαντάει αμέσως («Τι μας
57

διδάσκει αυτό το γεγονός, σύντροφοι; Μας διδάσκει —πράγμα που άλλωστε είναι μια από τις βασικές αρχές του ΑΓΓΣΟΣ— ότι» κ.λπ. κ.λπ.
Όταν ήταν τριών χρονών ο σύντροφος Όγκιλβι είχε απαρνηθεί όλα τα παιχνίδια εκτός από ένα τύμπανο, ένα μικρό πολυβόλο και ένα μ,οντελο ελικόπτερο. Στα έξι του χρόνια — ένα χρόνο νωρίτερα απ' το κανονικό, χάρη σε ειδική ελαστικότητα των κανονισμών — μπήκε στην Κατασκοπία- στα εννιά του έγινε ομαδάρχης. Στα έ-ντεκά του κατέδωσε το θείο του στην Αστυνομία της Σκέψης, αφού κρυφάκουσε μια συζήτηση που του φάνηκε ότι εκδήλωνε εγκλημα-τικές τάσεις. Στα δεκαεφτά του έγινε περιφερειακός οργανωτής τμήματος του Αντισεξουαλικού Συνδέσμου Νέων. Στα δεκαεννιά του εφεύρε μια χεφοβομβίδα που υιοθέτησε το Γπουργείο Ειρήνης και που στην πρώτη δοκιμή της σκότωσε με μια έκρηξη τριάντα έναν Ευρασιάτες αιχμαλώτους. Στα είκοσι τρία του σκοτώθηκε στη μάχη. Κυνηγημένος από εχθρικά αεροπλάνα, ενώ πετούσε πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό σε σημαντική αποστολή, φορτώθηκε τ' οπλοπολυ-βόλο του και πήδηξε από το ελικόπτερο στη βαθιά θάλασσα — ένα τέλος, είπε ο μεγάλος Αδελφός, που είναι αδύνατο να το σκεφτεί κανείς χωρίς να νιώσει ζήλια. 0 Μεγάλος Αδελφός πρόσθεσε μερι-κές παρατηρήσεις για την αγνότητα και την προσήλωση στις ιδέες του που επέδειξε στη ζωή του ο σύντροφος 'Ογκιλβι. Ήταν απολύ-τως εγκρατής και δεν κάπνιζε ποτέ, δεν είχε ποτέ καμιά στιγμή ψυχαγωγίας, εκτός από μια ώρα την ημέρα στο γυμνάσιο. Είχε πάρει όρκο να μείνει εργένης, πιστεύοντας ότι ο γάμος και η φρο-ντ(δα για την οικογένεια ήταν ασυμβίβαστα με την εικοσιτετράωρη αφοσίωση στο καθήκον. Δεν είχε άλλα θέματα συζήτησης, εκτός από τη νίκη κατά του ευρασιατικού εχθρού και την καταδίωξη των κατασκόπων, των σαμποτέρ, των εγκληματιών της σκέψης και γενικά των προδοτών.
0 Γουίνστον αναρωτήθηκε αν έπρεπε ν' απονείμει στο σύντρο-φο Όγκιλβι το παράσημο της Εξαίρετης Αξίας• στο τέλος αποφά-σισε να μην το απονείμει, για ν' αποφύγει όλη τη διαδικασία των
58
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
διασταυρώσεων που θα έπρεπε να κάνει. ΙΥ άλλη μια φορά έριξε μια ματιά στον αντίπαλό του στο απέναντι γραφείο. Κάτι του έλεγε μεσα του με βεβαιότητα ότί ο Τίλοτσον δουλευε για την ίδια υπόθεση. Δεν υπήρχε τρόπος να μάθει κανείς ποιου την εκδοχή θα υιοθετούσαν τελικά, αλλά είχε βαθιά πεποίθηση ότι θα υιοθετούσαν τη δική του. 0 σύντροφος Όγκιλβι, ανύπαρκτος πριν από μια ώρα, τώρα ήταν πραγματικότητα. Του φάνηκε περίεργο ότι μπορούσες να δημιουρ-γήσεις νεκρούς ανθρώπους, αλλά όχι ζωντανούς.
0 σύντροφος 'Ογκιλβι, που δεν υπήρξε ποτέ στο παρόν, υπήρχε τώρα στο παρελθόν, και μόλις ξεχνιόταν η πλαστογράφηση, η ύπαρ-ξή του θα ήταν το ίδιο αυθεντική, και βασισμένη σε ανάλογες μαρτυρίες, όπως και του Καρλομάγνου ή του Ιουλίου Καίσαρα.
V
Στη χαμηλοτάβανη καντίνα, βαθιά κάτω στο υπόγειο, η ουρά για το μεσημεριανό φαγητό προχωρούσε με αργά σπασμωδικά βήματα. Η αίθουσα ήταν κιόλας σχεδόν γεμάτη και ο θόρυβος σε ξεκούφαινε. Από την κουζίνα ξεχύνονταν αναθυμιάσεις από γιαχνιστό κρέας με μια ξινή μεταλλίκή μυρωδιά που δεν κατάφερνε να σκεπάσει τίς αναθυμιάσεις του τζιν. Στην άλλη άκρη της αίθουσας υπήρχε ένα μικρό μπαρ — απλώς μια τρύπα στον τοίχο— όπου μπορούσες ν' αγοράσεις τζιν, δέκα σεντς μια μεγάλη δόση.
«Ακριβώς ο άνθρωπος που ζητούσα», ακούστηκε μια φωνή πίσω από την πλάτη του Γουίνστον.
Γύρισε. Ήταν ο φίλος του ο Σάιμ, που εργαζόταν στο Τμήμα Ερευνών. Ίσως η λέξη «φίλος» δεν ήταν ακριβώς η σωστή. Σ' /αυτούς τους καιρούς δεν είχε φίλους, είχε συντρόφους• αλλά υπήρ-χαν σύντροφοι που η συναναστροφή τους ήταν πιο ευχάριστη από άλλων. 0 Σάιμ ήταν φιλόλογος, ειδικός της Νέας Ομιλίας. Ανήκε στην τεράστια ομάδα των εμπεφογνωμόνων που ασχολούνταν τώρα
59

με τη σύνταξη της Ενδέκατης Έκδοσης του Λεξικού της Νέας Ομιλίας. Ήταν ένα μικροκαμωμένο πλάσμα, πιο κοντός από τον Γουίνστον, με μαύρα μαλλιά και μεγάλα γουρλωτά μάτια, θλιμμένα και μαζί χλευαστικά, που έμοιαζαν να εξερευνουν το πρόσωπό σου όταν σου μιλούσε.
«Ήθελα να σε ρωτήσω αν έχεις καθόλου ξυραφάκια», είπε.
«Ούτε ένα!» είπε ο Γουίνστον με κάποια ένοχη βιασύνη. «Έ-ψαξα παντού. Δεν υπάρχουν πια».
Όλοι ζητούσαν ξυραφάκια τον τελευταίο καφό. Στην πραγμα-τικότητα ο Γουίνστον είχε δύο αμεταχείριστα που τα φύλαγε μετά μανίας. Παρατηρούνταν μεγάλη έλλειψη τους τελευταίους μήνες. Ολοένα υπήρχαν μερικά είδη πρώτης ανάγκης που δεν μπορούσαν να προμηθεύουν τα μαγαζιά του Κόμματος. Πότε ήταν κουμπιά, πότε κλωστή για μαντάρισμα, πότε κορδόνια παπουτσιών- αυτή τη φορά ήταν τα ξυραφάκια. Δεν μπορούσες να βρεις παρά μόνο αν έψαχνες κρυφά στην «ελεύθερη» αγορά, και πάλι όχι σίγουρα.
«Χρησιμοποιώ το ίδιο ξυραφάκι εδώ κι έξι εβδομάδες», πρόσθε-σε ψέματα.
Η ουρά προχώρησε άλλο ένα βήμα. Καθώς σταμάτησαν, γύρισε και κοίταξε πάλι τον Σάιμ. 0 καθένας' τους πήρε έναν λιγδωμένο μετάλλινο δίσκο από ένα σωρό στην άκρη του πάγκου.
«Πήγες να δεις το κρέμασμα των φυλακισμένων χθες;» είπε ο Σάιμ.
«Είχα δουλειά», απάντησε αδιάφορα ο Γουίνστον. «Θα το δω στο σινεμά, υποθέτω».
«Δεν είναι καθόλου το ίδιο», είπε ο Σάιμ.
Τα κοροϊδευτικά του μάτια διέτρεχαν το πρόσωπο του Γουίν-στον. «Σε ξέρω» έμοιαζαν να του λένε. «Βλέπω μέσα σου. Ξέρω πολύ καλά γιατί δεν πήγες να δεις το κρέμασμα». Η σκέψη του Σάιμ ήταν διαποτισμένη από μια φανατική ορθοδοξία. Μιλούσε για επιδρομές ελικοπτέρων σε εχθρικά χωριά, για δίκες και ομολογίες εγκληματιών της σκέψης, για εκτελέσεις στα υπόγεια του Τπουρ-γείου Αγάπης —μιλούσε για όλα αυτά με χαιρέκακη ικανοποίηση.
60
Χίλιχ εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
Via να μίλήσείς ευχάριστα μαζί του έπρεπε να τον απομακρύνεις από τέτοια θέματα και να τον παρασύρεις αν μπορουσες να μιλήσει πάνω στην τεχνική της Νέας Ομιλίας, θέμα όπου ήταν αυθεντία και προκαλούσε το ενδιαφέρον.
0 Γουίνστον γυρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά για ν' α-ποφύγει το ερευνητικό βλέμμα των μεγάλων σκοτεινών ματιών του.
«Ήταν καλό κρέμασμα», είπε ο Σάιμ αναπολώντας. «Νομίζω ότι το χαλάνε όταν δένουν τα πόδια. Μ' αρέσει να τα βλέπω να κλοτσούν. Και προπάντων, στο τέλος, τη γλώσσα να πετιέται έξω μπλαβιά — ένα λαμπερό μπλαβί. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι που με τραβούν».
«0 επόμενος, ποφακαλώ!» ούρλιαξε η προλετάρια, ζωσμένη την άσπρη της ποδιά και με την κουτάλα στο χέρι.
0 Γουίνστον και ο Σάιμ έσπρωξαν τους δίσκους τους προς το μέρος της. Σε κάθε δίσκο τούς πετάξανε γρήγορα το συσσίτιο που πρόβλεπε ο κανονισμός — μια μετάλλινη γαβάθα μ' ένα γκριζοκόκ-κινο κρέας, ένα κομμάτι ψωμί, έναν κύβο τυρί, ένα κύπελλο Καφέ Νίκης χωρίς γάλα και μια ταμπλέτα ζαχαρίνη.
«Έχει ένα τραπέζι εκεί, κάτω από την τηλεοθόνη», είπε ο Σάιμ. «Περνώντας ας πάρουμε χι ένα τζ:ν».
To τζιν σερβιριζόταν σε κινέζικα φλιτζάνια χωρίς χερούλι. Διέσχι-σαν το δρόμο τους μέσα στη γεμάτη αίθουσα και άδειασαν τους δίσκους τους στο τραπέζι. To τραπέζι είχε μεταλλική επιφάνεια και σε μια γωνιά κάποιος είχε αφήσει μκζ μικρή "Κιμνοΰλα από το γιαχνί, ένα βρομερό ρευστό άθλιο έδεσμα που έμοιαζε μ' εμετό. 0 Γουίνστον σήκωσε το φλιτζάνι με το τζιν, έκανε μια στιγμιαία παύση για να ηρεμήσει και κατάπιε το υγρό με την ελαιώδη γεύση. Όταν σκούπι-σε τα δάκρυα από τα μάτια του, ανακάλυψε ξαφνικά ότι πεινούσε. Άρχισε να καταπίνει κουταλιές από το γιαχνί: ήταν ένα νερουλό ζουμί, όπου επέπλεαν μερικά κομματάκια από ένα κοκκινωπό σπογγώδες πράγμα που θα ήταν μάλλον κρέας. Κανένας τους δεν ξαναμίλησε μέχρι που άδειασαν τις γαβάθες τους. Στο αριστερό τραπέζι, λίγο πίσω από την πλάτη του Γουίνστον, χάποιος, μιλούσε
61

γρήγορα και συνέχεια, ένα τραχυ κακάρισμα σχεδόν σαν κρώξψιο πάπιας, που ξεχώριζε μέσα στη γενική οχλαγωγία της αίθουσας.
«Πώς πάει το Λεξικό;» είπε ο Γουίνστον, υψώνοντας τη φωνή του για ν' ακουστεί.
«Αργεί», είπε ο Σάιμ. «Βρίσκομαι στα επίθετα. Είναι συναρ-παστικό».
'Ελαμψε αμέσως μόλις έγινε λόγος για τη Νέα Ομιλία. 'Εσπρω-ξε από μπροστά του τη γαβάθα, πήρε το ψωμί στο ένα ντελικάτο του χέρι και το τυρί στο άλλο, κι έσκυψε πάνω στο τραπέζι για να μπορεί να μιλάει χωρ(ς να φωνάζει.
«Η Ενδέκατη Έκδοση είνοα η οριστική» είπε. Δίνουμε στη γλώσσα την τελική της μορφή, τη μορφή που θα έχει όταν κανείς δεν θα μιλάει άλλη γλώσσα. Όταν τελειώσουμε, άνθρωποι σαν και σένα θα πρέπει να τη μάθουν απ' αρχής. Πιστεύεις, θα έλεγα, ότι η κύρια δουλειά μας είνοα να εφεύρουμε νέες λέξεις. Αλλά δεν συμβαί-νει καθόλου κάτι τέτοιο! Καταστρέφουμε λέξεις — δεκάδες, εκα-τοντάδες λέξεις κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκα-λο. Η Ενδέκατη Έκδοση δεν θα περιέχει ούτε μια λέξη που να μπορεί να θεωρηθεί απαρχαιωμένη πριν από το 2050».
Δάγκωσε πεινασμένα το ψωμί του, κατάπιε δύο μπουκιές και συνέχισε να μιλάει με παθιασμένη σχολαστικότητα. To αδύνατο σκούρο πρόσωπό του είχε ζωντανέψει, τα μάτια του είχαν χάσει την εφωνική τους έκφραση και είχαν γίνει ονειροπόλα.
«Ωραίο πράγμα η καταστροφή των λέξεων. Βεβαίως, το μεγάλο κόψιμο γίνεται στα ρήματα και τα επίθετα, αλλά υπάρχουν επίσης και εκατοντάδες ουσιαστικά που μπορούμε να ξεφορτωθούμε. Δεν είναι μόνο τα συνώνυμα- υπάρχουν επίσης και τα αντίθετα. Στο κάτω κάτω, ποιος ο λόγος υπαρξης μιας λέξης που απλώς είναι αντίθετη μιας άλλης; Μια λέξη εμπεριέχει από μόνη της την αντίθε-τή της. Πάρε, ας πούμε, τη λέξη "καλός". Τι χρειάζεται η λέξη "κακός"; "Μηκαλός" είναί το ίδιο και καλύτερο γιατί είναι ακριβώς το αντίθετο του "καλός", ενώ η άλλη λέξη δεν είναι. Αν πάλι θέλεις μια λέξη πιο δυνατή από το "καλός", τι νόημα έχει να υπάρχει
62

ολόκληρη σεφά από αόριστες και άχρηστες λέξεις όπως "θαυμάσιος", "υπέροχος" και όλα τα υπόλοιπα; Η λέξη "δίσκαλος" καλύπτει πλήρως την έννοια ή "τρίσκαλος" αν θέλεις κάτι ακόμα πιο έντονο. Φυσικά, αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε ήδη, αλλά στην τελική έκδοση της Νέας Ομιλίας δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο. Στο τέλος όλη η θεωρία του καλού και του κακού θα καλύπτεται από έξι λέξείς μόνο, στην πραγματικότητα από μία και μόνη. Δεν βλέπεις τι ομορφιά υπάρχει σ' αυτά, Γουίνστον; Φυσικά», πρόσθεσε αμέσως μετά, «η αρχική ιδέα ήταν του Μεγάλου Αδελφού».
Στο όνομα του Μεγάλου Αδελφού ένα είδος βλακώδους ενδια-φέροντος φάνηκε στο πρόσωπο του Γουίνστον. Ωστόσο ο Σάιμ παρατήρησε αμέσως κάποια έλλειψη ενθουσιασμού.
«Δεν εκτιμάς αληθινά τη Νέα Ομιλία», είπε σχεδόν θλιμμένα. «Ακόμα και όταν τη γράφεις, εξακολουθείς να σκέφτεσαι στην Παλαιά Ομιλία. Διάβασα μερικά από τα άρθρα τα οποία γράφεις πού και πού στους Τάιμς. Είναι αρκετά καλά, αλλά είναι μεταφράσεις. Κατά βάθος, θα προτιμούσες να παραμείνεις πιστός στην Παλαιά Ομιλία, μ' όλη την αοριστολογία της και τις άχρηστες αποχρώσεις των εννοιών. Δεν συλλαμβάνεις την ομορφιά της καταστροφής των λέξεων. To ξέρεις ότι η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κό-σμο που το λεξιλόγιό της λιγοστευει κάθε χρόνο;»
0 Γουίνστον το ήξερε, φυσικά. Χαμογέλασε συγκαταβατικά, έτσι τουλάχιστον έλπιζε, μιας και δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του για να μιλήσει. 0 Σάιμ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά από το μαυριδερό ψωμί, μάσησε γρήγορα και εξακολούθησε:
«Δεν βλέπεις ότι ο όλος σκοπός της Νέας Ομιλίας είναο να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδυνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάργρυν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να χρειαστεί θα καλύπτεται με μια μόνο λέξη, το νόημα της οποίας θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιές της έννοιες θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Ήδη, στην Ενδέκατη Έκδοση, δεν απέχουμε πολύ απ' αυτό το σημείο. Αλλά η διαδικασία θα συνεχι'-
63

ζεται και πολύ αργότερα, όταν εσύ κι εγώ θα 'χουμε πεθάνει. Κάθε
χρόνο ο^οένα και λιγότερες λέξεις, και οι ορίζοντες της συνείδησης ολοένα και θα στενεύουν. Ακόμα και τώρα, φυσικά, δεν υπάρχει λόγος ή δικαιολογία για να διαπράξει κανείς έγκλημα της σκέψης. Είναι απλώς θέμα αυτοκυριαρχίας, ελέγχου της πραγματικότητας. Στο τέλος όμως δεν θα χρειάζονται ούτε αυτά. Η Επανάσταση θα ολοκληρωθε( όταν η γλώσσα θα έχει τελειοποιηθεί. Η Νέα Ομιλία είναι αγγςος κοκ ο αγγςος είναι Νέα Ομιλία», πρόσθεσε με κάτι σαν μυστική ικανοποίηση. «Σκέφτηκες ποτέ, Γουίνστον, ότι το 2050 το πολύ δεν θα υπάρχει ούτε ένα ανθρώπινο πλάσμα που να καταλαβαίνει μια συζήτηση σαν αυτή που κάνουμε τώρα;»
«Εκτός...» άρχισε ο Γουίνστον μ' έναν τόνο αμφιβολίας, και αμέσως σταμάτησε.
Του ήρθε στην άκρη της γλώσσας του να πει «Εκτός από τους προλετάριους», αλλά κυριάρχησε στον εαυτό του. Δεν αισθανόταν απόλυτα σίγουρος ότι αυτή η παρατήρηση ήταν ορθόδοξη. 0 Σάιμ, πάντως, μάντεψε τι επρόκειτο να πει.
«Οι προλετάριοι δεν είναι άνθρωποι», είπε αδιάφορα. «To 2050 —-ίσως ακόμα νωρίτερα— η Παλαιά Ομιλία θα έχει εξαφανιστεί. Όλη η λογοτεχνία του παρελθόντος θα έχει καταστραφεί. 0 Τσώ-σερ, ο Σαίξπηρ, ο Μίλτον, ο Μπάυρον —θα υπάρχουν μόνο σε εκδόσεις της Νέας Ομιλίας, και δεν θα έχουν μόνο μεταβληθεί σε κάτι διαφορετικό, αλλά θα είναι εντελώς το αντίθετο απ' ό,τι λέγαμε πως ήταν. Ακόμα και η λογοτεχνία του Κόμματος θ' αλλάξει. Kat τα συνθήματα θ' αλλάξουν. Πώς θα μπορεί να υπάρχει το σύνθημα "η ελευθερία είναι σκλαβιά", όταν η ιδέα της ελευθερίας θα έχει καταργηθεί;. To όλο κλίμα της σκέψης θα είναι διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, δεν θα υπάρχει σκέψη όπως την εννοούμε τώρα. Ορθοδοξία σημαίνει να μη σκέφτεσαι — δεν υπάρχει λόγος να σκέ-φτεσαι. Ορθοδοξία είναι η έλλειψη συνείδησης».
Mca απ' αυτές τις μέρες, σκέφτηκε ο Γουίνστον με ξαφνική σίγουρη πεποίθηση, ο Σάιμ θα εξατμιστεί. Παραείναι έξυπνος. Βλέ-πει περισσότερο καθαρά και μιλάει πιο ειλικρινά απ' όσο πρέπει. To
64
Χίλαχ εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
Κόμμα δεν θέλει τέτοιους. Μια μέρα θα εξαφανιστεί. Είναι γραμμέ-
νο στο πρόσωπό του.
0 Γουίνστον είχε τελειώσει το ψωμοτύρι του. Γύρισε λίγο πλά-για στην καρέκλα του για να πιει τον καφέ. Στο τραπέζι αριστερά του, ο άνθρωπος με τη διαπεραστική φωνή εξακολουθούσε να φλυα-ρεί αδιάκοπα. Μια νεαρή γυναίκα, που ίσως ήταν γραμματέας του και καθόταν με την πλάτη γυρισμένη στον Γουίνστον, τον άκουγε κι έδειχνε να συμφωνεί πρόθυμα με καθετί που έλεγε εκείνος. Πότε πότε ο Γουίνστον έπιανε παρατηρήσεις σαν «Νομίζω ότι έχετε πάρα πολύ δίκιο, συμφωνώ απόλυτα μαζί σας», που τις πρόφερε με μια νεανική και μάλλον ανόητη φωνή. Αλλά η άλλη φωνή δεν σταματού-σε ούτε λεπτό, ακόμα κι όταν μιλούσε η κοπέλα. 0 Γουίνστον γνώριζε αυτόν τον άνθρωπο φυσιογνωμικά, το μόνο που ήξερε γι' αυτόν ήταν ότι κατείχε ανώτερη θέση στο Τμήμα Φαντασίας. Ήταν γύρω στα τριάντα, με μυώδη λαιμό και μεγάλο ευκίνητο στόμα. To κεφάλι του έγερνε λίγο πίσω, και από τη γωνία που καθόταν, το φως έπεφτε στα γυαλιά του έτσι που ο Γουίνστον έβλεπε δύο άδειους κύκλους στη θέσ-η των ματιών. Εκείνο που ήταν κάπως τρομακτικό, ήταν ότι από το χείμαρρο των λέξεων που έβγαινε από το στόμα του δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις ούτε μια λέξη. Μια στιγμή μόνο ο Γουίνστον έπιασε τη φράση «πλήρη και οριστική εξάλειψη του γκολντσταινισμού» — φράση που ξεπήδησε μονο-κόμματα, σαν μια σειρά τυπογραφικών χαρακτήρων χωρίς διαστή-ματα. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς θόρυβος, ένα κουάκ-κουάκ. Kat μόλονότι δεν μπορούσες ν' ακούσεις τι έλεγε αυτός ο άνθρωπος, δεν μπορούσες ν' αμφιβάλλεις για τη φύση των όσων έλεγε. Μπορεί να αποδοκίμαζε τον Γκολντστάιν και να ζητούσε τη λήψη αυστηρότε-ρων μέτρων εναντίον των εγκληματιών της σκέψης και των σαμπο-τέρ, μπορεί να ξεσπούσε ενάντια στις φρικαλεότητες του ευρασιατι-κού στρατού, μπορεί να εξυμνούσε τον Μεγάλο Αδελφό ή τους ήρωες του Μαλαμπάρ — αδιάφορο. Ό,τι κι αν έλεγε, μπορούσες να είσαι βέβαιος ότι κάθε λέξη ήταν καθαρά ορθόδοξη, καθαρά αγγςος. Καθώς παρατηρούσε το αόμματο πρόσωπο και το σαγόνι του ν'
65

ανεβοκατεβαίνει, ο Γουίνστον είχε το παράδοξο αίσθημα ότι δεν ήταν πραγματικό ανθρώπινο πλάσμα, αλλά ανδρείκελο. Δεν μιλούσε με το μυαλό αλλά με το λαρύγγι του. Αυτό που έβγαινε από το στόμα του ήταν ένα σύνολο από λέξεις, αλλά δεν ήταν ομιλία με την αληθινή έννοια: ήταν ένας θόρυβος που γινόταν ασυνείδητα σαν το κρώξιμο μιας πάπιας.
0 Σάιμ έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός και με τη λαβή του κουταλιου του χάραζε σχέδια μέσα στο μικρό βόρβορο του γιαχνι-στού. Η φωνή από το άλλο τραπέζι συνέχιζε το κρώξιμο, ευδιάκριτα παρά το θόρυβο ολόγυρα.
«Χπάρχει μια λέξη στη Νέα Ομιλία», είπε ο Σάιμ, «δεν ξέρω αν τη γνωρίζεις: παπιομιλιά, να κρώζεις σαν πάπια. Είναι απ' αυτές τις ενδιαφέρόυσες λέξεις που έχουν δύο αντίθετες σημασίες. Όταν χρη-σιμοποιείται για εχθρό, είναι βρισιά• όταν χρησιμοποιείται για κά-ποιον με τον οποίο συμφωνείς, είναι έπαινος».
Χωρίς αμφιβολία, ο Σάιμ θα εξατμιστεί, σκέφτηκε ξανά ο Γου-ίνστον. To συλλογιστηκε αυτό με κάποια θλίψη, αν και ήξερε καλά ότι ο Σάιμ τον περιφρονούσε και τον αντιπαθούσε λιγάκι, κι ακόμα ήταν ικανός να τον καταγγείλει σαν εγκληματία της σκέψης, αν έβλεπε κάποιο λόγο να το κάνει. Τπήρχε σ' αυτόν κάτι που χώλαινε ανεπαίσθητα. Κάτι του έλειπε: εχεμυθεια, επιφυλακτικότητα, του έλειπε ένα είδος σωτήριας βλακείας.
Δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν ανορθόδοξος. Πίστευε στις αρχές του αγγςος, λάτρευε τον Μεγάλο Αδελφό, πανηγυριζε στις νίκες, μισούσε τους αφετικούς, κι όχι μόνο με ειλικρίνεια αλλά με ένα είδος αχαταπόνητου ζήλου, ήταν ενημερωμένος σε βαθμό που ένα συνηθισμένο μέλος του Κόμματος ούτε καν πλησίαζε. Παρά ταύτα, τον κύκλωνε μοα ατμόσφαιρα δυσπιστίας. Έλεγε πράγματα που θα ήταν καλύτερο να αποσιωπούσε, διάβαζε πάρα πολλά βιβλία, σύχνα-ζε στο Καφενείο της Καστανιάς, στέκι ζωγράφων και μουσικών. Δεν υπήρχε νόμος, ούτε καν άγραφος, που ν' απαγόρευε να πηγαί-νεις στο Καφενείο της Καστανιάς, ωστόσο το μέρος αυτό ήταν δυσοίωνο. Τα παλιά ηγετικά στελέχη του Κόμματος που είχαν
66

πέσει σε δυσμένεια συνήθως συγκεντρώνονταν εκεί προτού υποστούν την τελειωτική εκκαθάριση. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι κι ο ίδιος ο Γκολντστάιν πήγαινε εκεί πριν από δεκαετίες. Δεν ήταν δύσχοΧο να προβλέψεις τη μοίρα του Σάιμ. Κι όμως ήταν γεγονός ότι, αν ο Σάιμ μπορούσε να υποψιαστεί για μια στιγμή τις κρυφές απόψεις του Γουίνστον, θα τον πρόδινε αμέσως στην Αστυνομία της Σκέψης. 0 καθένας θα έκανε κάτι τέτοιο, ο Σάιμ όμως περισσότερο απ' όλους. 0 ζήλος δεν αρκούσε. Ορθοδοξία ήταν η έλλειψη συνείδησης.
0 Σάιμ σήκωσε τα μάτια. «Έρχεται ο Πάρσονς», είπε.
Κάτι στον τόνο της φωνής του έμοιαζε να προσθέτει: «αυτός ο ηλίθιος». Πράγματι ο Πάρσονς, ο συγκάτοικος του Γουίνστον στο Μέγαρο της Νίκης, διέσχιζε την αίθουσα — ένας χοντρός άνθρωπος μετρίου αναστήματος με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και πρόσωπο βα-τράχου. Στα τριάντα πέντε του είχε κιόλας στρώματα λίπους στο σβέρκο και στη μέση του, αλλά ot κινήσεις του ήταν ζωηρές και παιδικές. Όλη του η εμφάνιση έδινε την εντυπωση μικρού παιδιού με πρόωρη ανάπτυξη. Ίόσο πολύ που, αν και φορούσε τη φόρμα του Κόμματος, ήταν αδύνατο να μην τον φαντάζεσαι ντυμένο με το μπλε σορτς, το γκρίζο πουκάμισο και το κόκκινο μαντίλι των Κα-τασκόπων. Φέρνοντάς τον κανείς στο νου του, είχε πάντα την ει-κόνα από δυο γόνατα με λακκάκια και γυρισμένα μανίκια σε αφράτα μπράτσα. Και πραγματικά ο Πάρσονς άρπαζε κάθε ευκαιρία που του δινόταν για να φορέσει σορτς, λόγου χάρη μια ομαδική πζΖ,οπο-ρία ή μια άλλη φυσική δραστηριότητα.
Τους χαφέτησε και τους δύο μ' ένα χαρούμενο «Γεια σας!» και κάθισε στο τραπέζι αναδίδοντας έντονη μυρωδιά ιδρώτα. Σε όλο το κόκκινο πρόσωπό του γυάλιζαν σταγόνες ιδρώτα. Η ικανότητά του να ιδρώνει ήταν κάτι το καταπληκτικό. Στο Κοινοτικό Κέντρο μπο-ρούσες πάντα να καταλάβεις αν είχε παίξει πινγκ πονγκ από την ιδρωμένη λαβή της ρακέτας. 0 Σάιμ είχε βγάλει μια λουρίδα χαρτί όπου ήταν γραμμένη μια στήλη από λέξεις και τις μελετούσε κρατώντας ένα στυλό ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Κοίταξέ τον πώς δουλεύει την ώρα του φαγητού», είπε ο
67

Πάρσονς σκουντώντας τον Γουίνστον με τον αγκώνα του. «Ζήλος, ε; Τι είναι αυτό που μελετάς, παλιόφιλε; Κάτι πολύ σοφό για να το καταλάβω εγώ, φαντάζομαι. Φίλε Σμιθ, θα σου πω γιατί σε κυ-νηγώ. Ξέχασες να μου δώσεις εκείνη τη συνδρομή».
«Τι συνδρομή είναι αυτή;» είπε ο Γουίνστον, ψάχνοντας μηχα-νικά τιςτσέπες του για γρτιματα.. To ένα τέταρτο του μίσθού σου προοριζόταν για εθελοντικές συνδρομές, τόσες πολλές που δεν μπο-ρούσες να κρατήσεις λογαριασμό.
«Για την Εβδομάδα Μίσους. Ξέρεις, κάνουμε έρανο από σπίτι σε σπίτι. Είμαι ο ταμίας της πολυκατοικίας μας. Κάνουμε μια τεράστια προσπάθεια, θα παρουσιάσουμε ένα μεγαλειώδες θέαμα. Σ' το λέω, δεν θα είναι δικό μου το φταίξιμο αν το Τετράγωνο της Νίκης δεν θα έχει τις περισσότερες σημαίες σ' όλο το δρόμο. Μου 'ταξες δυο δολάρια».
0 Γουίνστον έβγαλε κι έδωσε δύο τσαλακωμένα και βρόμικα χαρτονομίσματα. 0 Πάρσονς, με το καθαρό γράψιμο του αγράμ-ματου, σημείωσε το ποσόν σ' ένα μικρό σημειωματάριο.
«Α, με την ευκαιρία, παλιόφιλε», είπε. «Έμαθα ότι ο γιόκας μου σ' την έφερε χτες με τη σφεντόνα του. Του τις έβρεξα γι' αυτό. Μάλιστα, του είπα ότι, άμα το ξανακάνει, θα του την πάρω τη σφεντόνα».
«Νομίζω, ήταν λίγο στενοχωρημένος επειδή δεν πήγε στην εκτέλεση», είπε ο Γουίνστον.
«Α, αυτό μάλιστα, θέλω να πω, δείχνει σωστό πνεύμα, έτσι δεν είναι; Είναι κο« τα δυο τους διαβολάκια, αλλά από ζήλο άλλο τίπο-τα! Δεν έχουν στο νου τους άλλο από τους Κατασκόπους — και φυσικά τον πόλεμο. Ξέρετε τι έκανε η κορούλα μου το Σάββατο που είχε πάει πορεία με την ομάδα της στο δρόμο του Μπέρκχαμστεντ; Πήρε μαζί της άλλα δύο κορίτσια, ξέκοψαν από την υπόλοιπη ομάδα, κι όλο το απόγευμά τους το πέρασαν παρακολουθώντας έναν παράξενο τύπο. Τον πήραν στο κατόπι για δυο ώρες μες στο δάσος και, μόλις έφτασαν στο Άμερσαμ, τον παρέδωσαν στην περίπολο».
«Γιατί το έκαναν αυτό;» είπε ο Γουίνστον κατάπληκτος. 0 Πάρσονς συνέχισε θριαμβευτικά:
68
Χίλια εννιακόσια ογίόντα τέσσερα
«To παιδί μου είχε βεβαιωθεί πως ήταν πράκτορας του εχθρού. Ίσως να είχε πέσει με αλεξίπτωτο. Αλλά εδώ είναι το ζήτημα, φίλε μου. Ύι νομίζεις ότι έκανε το κορίτσι μου να τον υποψιαστεί; Πρόσε-ξε ότι φορούσε κάτι παράξενα παπούτσια — είπε ότι δεν είχε δει ποτέ της κανέναν να φοράει τέτοια παπούτσια. Έτσι υποψιάστηκε πως ήταν ξένος. Πολύ έξυπνο για ένα αλητάκι εφτά χρονών, ε;»
«Τι απέγινε ο άνθρωπος;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Α, όσο γι' αυτό, δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά δεν θα μου φαινό-ταν παράξενο αν...» — ο Πάρσονς έκανε σαν να σκόπευε μ' ένα τουφέκι, και πλατάγισε τη γλώσσα του για να μιμηθεί τον κρότο της σφαίρας.
«Ωραία», είπε αφηρημένα ο Σάιμ, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το χαρτί του.
«Φυσικά, πρέπει να δυσπιστούμε με καθετί», συμφώνησε από καθήκον ο Γουίνστον.
«Εκείνο που εννοώ είναι ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο», είπε ο Πάρσονς.
Σαν επιβεβαίωση αυτής της φράσης, ένα σάλπισμα ακούστηκε από την τηλεοθόνη πάνω από τα κεφάλια τους. Αυτή τη φορά δεν ήταν αναγγελία καμιάς στρατιωτικής νίκης, αλλά μονάχα μια α-νακοίνωση από το Υπουργείο Αφθονίας.
«Σύντροφοι!» φώναξε μια νεανική θερμή φωνή. «Προσοχή, σύντροφοι! Έχουμε σπουδαία νέα για σας. Κερδίσαμε τη μάχη της παραγωγής! Μρλις τώρα συμπληρώθηκαν οι στατιστικές για την παραγωγή όλων των ειδών των καταναλωτικών αγαθών και δεί-χνουν ότι το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε κατά 20 τοις εκατό σε σχέση με τον περασμένο χρόνο. Σήμερα το πρωί, σ' ολόκληρη την Ωκεανία έγιναν ασυγκράτητες αυθόρμητες διαδηλώσεις. Οι εργάτες βγήκαν από τα εργοστάσια και τα γραφεία και παρέλασαν μες στους δρό-μους με σημαίες, εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη τους στον Μεγάλο Αδελφό για την καινούρια, ευτυχισμένη ζωή που μας έφερε η σοφή του ηγεσία. Παραθέτουμε μερικά από τα στοιχεία. Εδώδιμα...»
Η φράση «καινούρια, ευτυχισμένη ζωή μας» ξανακούστηκε
69

πολλές φορές. Ήταν, εδώ και λίγο καφό, η προσφιλής φράση του Υπουργείου Αφθονίας. Οι σάλπιγγες είχαν αποσπάσει την προσοχή του Πάρσονς που καθόταν και άκουγε μ' ανοιχτό το στόμα, με μία
επισημότητα γεμάτη ευλάβεια. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους αριθμούς των στατιστικών, αλλά ήξερε ότι σήμαιναν κάτι ευχάριστο. Έβγαλε μια μεγάλη βρόμικη πίπα που ήταν κιόλας μισογεμάτη μαύρη στάχτη. Με τη μερίδα των εκατό γραμμαρίων καπνού την εβδομάδα δεν μπορούσες ποτέ να γεμίσεις ολόκληρη πίπα. 0 Γουίνστον κάπνιζε ένα Τσιγάρο Νίκης που το κρατούσε οριζόντια με προσοχή. Η καινούρια μερίδα δεν θα μοιραζόταν πριν από αύριο και του έμεναν μόνο τέσσερα τσιγάρα. Για την ώρα δεν άκουγε κανέναν από τους θορύβους της σάλας, είχε απομονώσει την ακοή του στη φλυαρία που έβγαινε από την τηλεοθόνη σαν χείμαρ-ρος. Φαίνεται ότι είχαν γίνει διαδηλώσεις ευχαριστίας προς τον Με-γάλο Αδελφό επειδή είχε αυξήσει τη μερίδα της σοκολάτας κατά είκοσι γραμμάρια τη βδομάδα. Και μόλις χθες, σκεφτόταν, είχαν αναγγείλει ότι η μερίδα θα μειωνόταν κατά είκοσι γραμμάρια τη βδομάδα. Είναι δυνατόν να το είχαν χάψει αυτό ύστερα από είκοσι τέσσερις ώρες μόνο; Nat, το είχαν χάψει. 0 Πάρσονς το έχαψε εύκολα, με την ηλιθιότητα ενός ζώου. To αόμματο πλάσμα του διπλανού τραπεζιού το έχαψε με φανατισμό, με πάθος, μ' έναν άγριο πόθο να ανιχνεύσει, να καταγγείλει και να εξατμίσει καθέναν που θα τολ.μ.ούσε να πει ότι η μερίδα την προηγούμενη εβδομάδα ήταν τριάντα γραμμάρια. 0 Σάιμ επίσης — με πιο περίπλοκο τρόπο που είχε σχέση με τη \ύ%8ο της διπλής σκέψης — ο Σάιμ, λοιπόν, το είχε χάψει... Ήταν, δηλαδή, ο μόνος που θυμόταν;
Οι μυθώδεις στατιστικές συνέχιζαν να ξεχύνονται από την τηλεοθόνη. Σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο, υπήρχε περισ-σότερο φαγητό, περισσότερα ρούχα, περισσότερα σπίτια, περισσό-τερα έπιπλα, περισσότερα μαγεφικά σκεύη, περισσότερα καύσιμα, πλοία, ελικόπτερα, περισσότερα βιβλία, περισσότερα παιδιά, περισ-σότερα τα πάντα, εκτός από την αρρώστια, το έγκλημα και την τρέλα. Χρόνο με το χρόνο και λεπτό με λεπτό, ο καθένας και το
70

καθετί ανέβαινε στα ύψη αστραπιαία. Όπως πριν ο Σάιμ, ο Γουίν-στον είχε πάρει το κουτάλι του και ανατάραζε τη λιμνούλα της σάλτσας που κυλούσε προς την άκρη του τραπεζιού, σχηματίζοντας μια μακριά γραμμή σαν αυλάκι. Σκεφτόταν με δυσφορία τις υλικές συνθήκες της ζωής. Ήταν άραγε πάντα έτσι; To φαγητό είχε πάντα αυτή τη γεύση; Έριξε μια ματιά ολόγυρα στην καντίνα: μια ασφυκτικά γεμάτη χαμηλοτάβανη αίθουσα με τοίγρυς βρομισμέ-νους από την επαφή τόσων ανθρώπινων σωμάτων.
Τραπέζια και καρέκλες από μέταλλο παντού βουλιαγμένο, τόσο στριμωγμένα μεταξυ τους που ο ένας ακουμπούσε στον άλλο όταν κάθονταν. Τα κουτάλια στραβωμένα. Ot δίσκοι χαραγμένοι. Τα ά-σπρα φλιτζάνια χοντροκομμένα. Όλες ot επιφάνειες λιγδιασμένες, βρόμικες σε κάθε χαραμάδα τους• και ολόγυρα αναδιδόταν μια υπό-ξινη ανάμεικτη μυρωδιά από κακής ποιότητας τζιν, καφέ, γιαχνί και βρόμικα ρούχα. Πάντα στο στομάχι σου και στο δέρμα σου υπήρχε ένα είδος διαμαρτυρίας, ένα αίσθημα ότι σε κοροϊδεύουν, ότι σου στερούν κάτι που δικαιούσαι. Ήταν αλήθεια ότι δεν θυμόταν τίπο-τα πολύ διαφορετικό. Ποτέ, απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί, ποτέ δεν υπήρχε αρκετή τροφή, ποτέ δεν είχε κανείς κάλτσες ή εσώρουχα που να μην ήταν γεμάτα τρύπες, τα έπιπλα ήταν πάντα καταχτυ-πημένα και σάπια, τα δωμάτια πάντα είχαν λιγοστή θέρμανση, ο Υπόγειος ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτος κόσμο. Τα σπίτια ετοι-μόρροπα, το ψωμί μαυριδερό και το τσάι σπάνιο, ο καφές είχε φρι-χτή γεύση, τα τσιγάρα λιγοστά — τίποτε φτηνό και άφθονο δεν υπήρχε εκτός από συνθετικό τζιν. Η κατάσταση ήταν αφόρητη, και όσο περνούσαν τα χρόνια και γερνούσε κανείς, τόσο πιο δυσβάστα-χτη γινόταν η ζωή. Όμως το γεγονός ότι αποκαρδιωνόσουν από το καθετί γύρω σου — από την έλλειψη άνεσης, από τη βρόμα και την ένδεια, από τους ατέλειωτους χειμώνες, από τις γλιτσιασμένες κάλτσες, από τα ασανσέρ που δεν λειτουργούσαν ποτέ, από το κρύο νερό, το τραχύ σαπούνι, τα τσιγάρα που διαλύονταν, από το φαγητό με την αηδιαστική γεύση— δεν ήταν σημάδι ότι η φυσική τάξη πραγμάτων είχε παραβιαστεί; To γεγονός ότι δεν μπορούσες ν'
71

αντέξεις αυτή τη ζωή δεν αποδείκνυε ότι υπήρχε ανάμνηση μιας άλλης εποχής όπου το καθετί ήταν διαφορετικό;
Κοίταζε ξανά ένα γύρω στην κουζίνα. Όλοι σχεδόν ήταν άσχη-μοι, και θα ήταν άσχημοι ακόμα κι αν φορούσαν άλλα ρούχα αντί γι' αυτή την μπλε φόρμα. Στην άκρη της αίθουσας καθόταν σ' ένα τραπέζι μονάχος ένας ανθρωπάκος με μια παράξενη φάτσα σαν σκαθάρι κι έπινε καφέ, ρίχνοντας ολόγυρά του καχύποπτες ματιές. Πόσο εύκολο ήταν, σκέφτηκε ο Γουίνστον, αν δεν χοίταί,ζς γύρω σου, να πιστέψεις ότι ο τύπος που το Κόμμα είχε σαν ιδεώδες υπήρχε, και μάλιστα υπερίσχυε: νέοι ψηλοί μυώδεις και νέες με πλούσιο στήθος, ξανθοί, ζωντανοί, ηλιοκαμένοι, ξένοιαστοι. Στην πραγματικότητα, όσο μπορούσε να κρίνει, οι περισσότεροι κάτοικοι της Πρώτης Περιοχής ήταν κοντοί, μαυριδεροί και άχαροι. Ήταν περίεργο το πόσο κυριαρχούσε στα Υπουργεία ο τύπος που έμοιαζε με σκαθάρι- μικρόσωμοι άνθρωποι που πάχαιναν από πολύ νέθί, με κοντά πόδια, γρήγορες σπασμωδικές κινήσεις και πλαδαρά, ανέκ-φραστα πρόσωπα με πολύ μικρά μάτια. Ήταν ο τύπος που φαίνε-ται να ανθεί πιο πολύ κάτω από την κυριαρχία του Κόμματος.
Η ανακοίνωση του Γπουργείου Αφθονίας τελείωσε μ' ένα ακό-μη σάλπισμα που έδωσε τη θέση του σε μια βροντερή μουσική. 0 Πάρσονς, κατενθουσιασμένος από τον καταιγισμό των αριθμητικών στοιχείων, έβγαλε την πίπα από το στόμα.
«To Υπουργείο Αφθονίας έκανε σίγουρα καλή δουλειά φέτος», είπε με υφος πολύξερου. «Αλήθεια, Σμιθ παλιόφιλε, δεν φαντάζομαι να έχεις κανένα ξυραφάκι να μου δώσεις;»
«Ούτε ένα», είπε ο Γουίνστον. «Χρησιμοποιώ το ίδιο ξυραφάκι επί έξι βδομάδες».
«Α καλά — είπα κι εγώ μήπως ήμουν τυχερός και είχες κα-νένα».
«Λυπάμαο, είπε ο Γουίνστον.
To κρώξιμο από το διπλανό τραπέζι, ύστερα από μια προσωρινή σιωπή την ώρα της ανακοίνωσης του Γπουργείου, είχε ξαναρχίσει πάλι, πιο δυνατό από πριν. 0 Γουίνστον έπιασε ξαφνικά τον εαυτό
72
Χίλια εννιαχόσκζ ογδόντα τέσσερα
του να σκέφτεται την κυρία Πάρσονς, ξανάφερνε στο νου του τις αραιές τούφες των μαλλιών της κο« τη σκόνη στις ρυτίδες του προσώπου της. Μέσα σε δυο χρόνια το πολυ, τα παιδιά της θα την κατάγγελναν στην Αστυνομία της Σκέψης. Η κυρία Πάρσονς θα εξατμιζόταν. 0 Σάιμ επίσης. Κι ο Γουίνστον. Κι ο Ο'Μπράιεν. 0 Πάρσονς, απ' την άλλη, δεν θα εξατμιζόταν ποτέ. To αόμματο πλάσμα με τη φωνή σαν κρώξιμο δεν θα εξατμιζόταν ποτέ. Τα μικρόσωμα ανθρωπάκια, που έμοιαζαν με σκαθάρια κι έτρεχαν με τόση σβελτάδα μες στο λαβύρινθο των διαδρόμων των Υπουργείων, δεν θα εξατμίζονταν κι αυτά ποτέ. Και η μελαχρινή κοπέλα, εκείνη από το Τμήμα Φαντασίας, ούτε αυτή θα εξατμιζόταν ποτέ. Του φαινόταν ότι ήξερε από ένστικτο ποιος θα επιζούσε και ποιος θα χανόταν, μολονότι δεν μπορούσε να πει ποιο ήταν ακριβώς το στοι-χείο που έφερνε την επιβίωση.
Εκείνη τη στιγμή βγήκε από την ονεφοπόλησή του μ' ένα απότομο πήδημα. Η κοπέλα του διπλανου τραπεζιού είχε γυρίσει λίγο προς το μέρος του και τον κοίταζε. Ήταν η μελαχρινή. Τον κοίταζε μ' ένα λοξό βλέμμα αλλά με μια περίεργη ένταση. Τη στιγ-μή που είδε ότι την κοίταζε κι αυτός, γύρισε απότομα αλλού τα μάτια της.
0 ιδρώτας ανάβλυσε από τη ραχοκοκαλιά του Γουίνστον. Ένα σκίρτημα τρόμου τον διαπέρασε. Του έφυγε σχεδόν αμέσως, αλλά του άφησε μια εκνευριστική ανησυχία. Γιατί τον κοίταζε; Γκχτί τον παρακολουθούσε συνεχώς; Δυστυχώς, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε έρθει πριν ή μετά απ' αυτόν. Αλλά σίγουρα, χθες, στο Δίλεπτο Μίσους, κάθισε ακριβώς πίσω του, ενώ δεν υπήρχε κανένας λόγος. Πολύ πιθανόν ο αντικειμενικός της σκοπός να ήταν να τον ακούσει για να βεβαιωθεί αν φώναζε αρκετά δυνατά.
Του ξαναήρθε η προηγούμενη σκέψη του: πιθανόν να μην ήταν μέλος της Αστυνομίας της Σκέψης αλλά ερασιτέχνης κατάσκοπος, δηλαδή το πιο επικίνδυνο είδος. Δεν ήξερε πόση ώρα καθόταν και τον κοίταζε, αλλά μπορεί να 'ταν και πέντε ολόκληρα λεπτά, και ίσως να μην έλεγχε εντελώς την έκφρασή του. Ήταν τρομερά επικίνδυνο
73

ν' αφήνεις τις σκέψεις σου να πλανιούνται όταν βρίσκεσαι σε δημό-σιο χώρο ή μέσα στο πεδίο ορατότητας της τηλεοθόνης. To παρα-μικρό μπορούσε να σε προδώσει. Ένα νευρικό τικ, ένα ασυναίσθητο βλέμμα αγωνίας, η συνήθεια να μουρμουρίζεις μόνος σου — καθετί που μπορούσε να φανεί αφύσικο ή να εγείρει την υποψία ότι πας να κρύψεις κάτι. To να μην έχεις την πρέπουσα έκφραση στην οποι-αδήποτε περίπτωση (να δείξεις δυσπιστία όταν ανάγγελναν μια νί-κη, φέρ' ειπείν) ήταν αξιόποινη παράβαση. Μέχρι που υπήρχε και όρος γι' αυτή στη Νέα Ομιλία: έγκλημα έκφρασ-ης την ονόμαζαν.
Η κοπέλα τού είχε γυρίσει πάλι την πλάτη. Στο κάτω κάτω, ίσως να μην τον παρακολουθούσε- ίσως να ήταν σύμπτωση το γεγονός ότι καθόταν κοντά του δύο μέρες συνέχεια. To τσιγάρο του είχε σβήσει, το ακούμπησε με προσοχή στην άκρη του τραπεζιού. Θα το αποτελείωνε μετά τη δουλειά, αν κατόρθωνε να κρατήσει τον καπνό του. Μπορεί η κοπέλα του διπλανού τραπεζιού να ήταν κα-τάχτΛθπος της Αστυνομίας της Σκέψης, μπορεί αυτός σε τρεις μέρες να βρισκόταν στα κελιά του Γπουργείου Αγάπης, αλλά το υπόλοιπο του τσιγάρου του δεν έπρεπε να πάει χαμένο. 0 Σάιμ δίπλωσε το χαρτί του και το τακτοποίησε στην τσέπη του. 0 Πάρσονς ξανάρ-χισε να μιλάει.
«Σου έχω ποτέ διηγηθεί, παλιόφιλε», είπε σκαλιζοντας την πίπα του, «για τότε που τα παμπόνηρα πιτσιρίκια μου έβαλαν φωτιά στη φούστα μιας γριάς στην αγορά, γιατί την είδαν να τυλίγει λουκάνικα σε μια αφίσα του Μ.Α.; Γλίστρησαν κρυφά π(σω της και της έβαλαν φωτιά μ' ένα κουτί σπίρτα. Την έκαψαν πολύ άσχημα, νομίζω. Αλητάκια, ε; Αλλά πονηρά σαν αλεπούδες! Τους κάνουν πρώτης τάξεως εκπαίδευση στους Κατασκόπους σήμερα — πολύ καλύτερη απ' ό,τι στις μέρες μου. Τι νομίζεις ότι τους έδωσαν τώρα; Ακουστικά για ν' ακούνε μέσ' από τις κλειδαρότρυπες! Η κορούλα μου τα έφερε στο σπίτι προχτές, τα δοκίμασε στην πόρτα του σαλονιου και υπολογίζει ότι μ' αυτά μπορεί να ακουσει δυο φορές καλύτερα απ' ό,τι με τ' αφτιά της. Φυσικά, ένα παιχνιδάκι είναι μόνο, όπως καταλαβαίνεις, αλλά τους μαθαίνει το σωστό πνεύμα, έτσι δεν είναι;»
74
*
Εκείνη τη στιγμή, η τηλεοθόνη έβγαλε ένα διαπεραστικό σφύ-ριγμα. Ήταν το σήμα να γυρίσουν στη δουλειά. Και οι τρεις άντρες τινάχτηκαν επάνω αμέσως κι έτρεξαν γρήγορα για να στριμωχτούν γύρω από το ασανσέρ. 0 υπόλοιπος καπνός χύθηκε από το τσιγά-ρο του Γουίνστον.
VI
0 Γουίνστον έγραφε στο ημερολόγιό του:
Αυτό σννέβη τρία χρόνια πριν. Ήταν ένα μουντό δει-λινό, σ' ένα στενό δρομάκι κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Στεκόταν όρθια, ακουμπισμένη στον τοίχο, κοντά σε μιαν είσοδο, κάτω από ένα ψανάρι του δρό-μου που μόλις τη φώτιζε. Είχε νεανικό πρόσωπο, πολύ βαμμένο. Αυτό το βαρύ βάψιμο με τράβηξε- η αντίθεση που δτημιουργούσαν το έντονο λευκό του δέρματος και το πολύ κόκκινο των χειλιών θύμιζε μάσκα. Οι γυναίκες του Κόμματος δεν βάφονται πο-τέ. Δεν υπήρχε φυχή στο δρόμο, ούτ'ε τηλεοθόνη. «Δύο δολάρια», είπε. Εγώ...
Προς στιγμήν δυσκολεύτηκε πολύ να συνεχίσει. Έκλεισε τα μάτια και τα πίεσε με τα δάχτυλά του προσπαθώντας να σβήσει την εικόνα που του ερχόταν επίμονα στο μυαλό. Τον ει'χε πιάσει μια ακατανίκητη επιθυμία να βλαστημήσει όσο πιο βαριά γινόταν, να πάρει φόρα και να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο, να δώσει μια κλοτσιά στο τραπέζι, να εκσφενδονίσει το μελανοδοχείο έξω από το παράθυρο, να κάνει κάτι βίαιο, οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει θόρυβο, πόνο, για να καταφέρει να διώξει την ανάμνηση που τον τυραννούσε.
75

0 χειρότερος εχθρός σου, σκέφτηκε, είναι το νευρικό σου σύ-στημα. Η ένταση που υπάρχει μέσα σου μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδηλωθεί μ' ένα εξωτερικό συμπτωμα. Σκέφτηκε έναν άνθρωπο που είχε συναντήσει στο δρόμο πριν από μερικές βδομάδες: ήταν ένας εντελώς συνηθισμένος τύπος, ένα μέλος του Κόμματος, γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα, ψηλός, λεπτός, καα κρατούσε ένα χαρτοφύλακα. Τους χώριζαν λίγα μέτρα, όταν ξαφνικά ο Γουίνστον είδε την αριστερή μεριά του προσώπου αυτού του ανθρώπου να παραμορφώνεται από μια σύσπαση. Αυτό ξανάγινε καθώς περνούσε δίπλα του: ήταν απλώς ένας σπασμός, μια ανατριχίλα γρήγορη σαν το κλικ της φωτογραφικής μηχανής, αλλά ήταν φανερό ότι ήταν το συνηθισμένο τικ αυτού του ανθρώπου. 0 Γουίνστον θυμήθηκε πως εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε: Αυτός ο κακομοίρης είναι χαμένος. Και το φοβερό ήταν πως αυτό το τικ γινόταν ασυναίσθητα. 0 πιο θα-νάσιμος κίνδυνος απ' όλους ήταν να μιλάς στον ύπνο σου: απ' όσο ήξερε ο Γουίνστον, δεν υπήρχε τίποτα που να σε προστατέψει από αυτό τον κίνδυνο.
Πήρε αναπνοή κα« συνέχισε το γράψιμο:
Tjjv ακολουθησα μέσα από την είσοδο και διασχίσα-με την εσωτερική αυλή για να βρεθούμε σε μια υπό-γεια κουζίνα. Ένα κρεβάτι ήτανε κολλημένο στον τοίχο, και πάνω στο τραπέζι μια λάμπα με το φως χαμηλωμενο. Εκείνη...
Τα δόντια του σφίχτηκαν. Ήθελε να φτύσει. Ταυτόχρονα με την χοπέ'λα της κουζίνας θυμήθηκε την Κάθριν, τη γυναίκα του. 0 Γουίνστον ήταν παντρεμένος — ή τουλάχιστον υπήρξε παντρεμένος. Μπορεί να ήταν ακόμα παντρεμένος, γιατί, απ' όσο ήξερε, η γυναίκα του δεν είχε πεθάνει. Του φάνηκε ότι ανέπνεε ακόμα τη βαριά ζεστή μυρωδιά της υπόγειας κουζίνας• μια ανάμεικτη μυρωδιά κορμιού, βρόμικων ρούχων και άθλιου φτηνού αρώματος — ωστόσο ελκυστι-κού, γιατί καμιά γυναίκα του Κόμματος δεν φορούσε άρωμα, ούτε
76

κατά διάνοια. Μόνο οι προλετάριες φορούσαν άρωμα. Μες στο μυα-λό του το άρωμα ήταν συνδυασμένο με την πορνεία.
Όταν πήγε μ' αυτή τη γυναίκα, ήταν το πρώτο του παραστρά-τημα μετά από δύο σχεδόν χρόνια. Απαγορευόταν να πηγαίνεις με πόρνες βέβαια, αλλά ήταν ένας κανόνας που μπορούσες καμιά φορά να παραβείς. Ήταν επικίνδυνο, αλλά όχι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αν σ' έπιαναν με πόρνη, σήμαινε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα, όχι περισσότερο, αν δεν είχες κάνει καμιά άλλη παράβαση. Και ήταν αρκετά ζύχοΚο, αρκεί νά μη σ' έπιαναν επ' αυτοφώρω. Οι φτωχές συνοικίες ήταν γεμάτες από γυναίκες πρόθυμες να πουλη-θούν. Μερικές μπορούσες να τις πάρεις για ένα μπουκάλι τζιν, που για τους προλετάριους ήταν απαγορευμένο. Σιωπηρά, το Κόμμα μάλλον ενθάρρυνε την πορνεία, θεωρώντας τη διέξοδο των ενστί-κτων που δεν μπορουσαν να καταπιέσουν εντελώς. Η σκέτη επαφή δεν είχε μεγάλη σημασία, όσο ήταν μυστική και χωρίς ηδονή και αφορουσε μόνο γυναίκες μιας απόκληρης και περιφρονημένης τάξης. To ασυγχώρητο έγκλημα ήταν η σεξουαλική επαφή μεταξύ των μελών του Κόμματος. Αλλά — αν και πολλά θύματα των μεγάλων εκκαθαρίσεων είχαν ομολογήσει την ενοχή τους για το εν λόγω έγκλημα — ήταν δύσχόλο να φανταστεί κανείς πώς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επαφή.
0 σκοπός του Κόμματος δεν ήταν μόνο να εμποδίζει να δημι-ουργηθούν ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες αισθήματα που δεν θα μπορούσε να ελέγξει. 0 πραγματικός ανομολόγητος σκοπός τους ήταν να αφαιρέσουν την ηδονή από τη σεξουαλική πράξη. 0 εχθρός δεν ήταν τόσο η αγάπη, όσο ο ερωτισμός, είτε εντός είτε εκτός γάμου. Όλοι οι γάμοι μεταξύ μελών του Κόμματος έπρεπε να εγκριθούν από ειδική επιτροπή —αν και δεν είχε ποτέ διατυπωθεί σαφώς αυτή η αρχή —, δεν δινόταν ποτέ άδεια αν το ενδιαφερόμενο ζευγάρι έδινε την εντύπωση ότι αισθανόταν αμοιβαία φυσική έλξη. 0 μόνος σκοπός του γάμου που αναγνώριζαν ήταν να γεννηθουν παιδιά για να μπουν στην υπηρεσία του Κόμματος. Η σεξουαλική σχέση έπρεπε να θεωρείται κάπως σαν αηδιαστική μικρή εγχείρηση,
77

σαν να κάνει κανείς κλύσμα. Και αυτό επίσης δεν είχε διακηρυχτεί έτσι καθαρά, αλλά, με έμμεσο τρόπο, το επαναλάμβαναν χιλιάδες φορές σε κάθε μέλος του Κόμματος από την παιδική του ηλικία. Γπήρχαν ακόμα οργανώσεις σαν τον Αντισεξουαλικό Σύνδεσμο Νέων που υποστήριζαν πλήρη αποχή από το γάμο και για τα δύο φύλα. Όλα τα παιδιά έπρεπε να γεννιούνται με τεχνητή γονιμοποίηση και να ανατρέφονται σε δημόσια ιδρύματα. 0 Γουίνστον ήξερε πως αυτό δεν το εννοούσαν απόλυτα, αλλά οπωσδήποτε ταίριαζε με τη γενική ιδεολογία του Κόμματος. To Κόμμα προσπαθούσε να σκοτώσει το σεξουαλικό ένστικτο ή, αν δεν μπορούσε να το σκοτώσει, να το διαστρέψει και να το σπιλώσει. Δεν ήξερε γιατί ήταν έτσι, αλλά του φαινόταν φυσικό, και, όσο αφορούσε χις γυναίκες, οι προσπάθειες του Κόμματος είχαν πετύχει σε μεγάλο βαθμό.
Σκέφτηκε ξανά την Κάθριν. Πρέπει να είναι εννέα, δέκα, κοντά έντεκα χρόνια που είχαν χωρίσει. Ήταν παράδοξο πόσο σπάνια τη σκεφτόταν. Για μέρες ολόκληρες μπορούσε να ξεχάσει ότι είχε ποτέ παντρευτεί. Έμειναν μαζί μόνο δεκαπέντε μήνες περίπου. To Κόμ-μα δεν έδινε άδεια διαζυγίου, αλλά μάλλον ενθάρρυνε διαζυγια σε περιπτώσεις που δεν υπήρχαν παιδιά.
Η Κάθριν ήταν ψηλή, ξανθιά κοπέλα, με ίσια κορμοστασιά και θαυμάσιες κινήσεις. To τόλμ-ηρό, αετίσιο πρόσωπό της θα μπορούσες να το πεις αριστοκρατικό, μέχρι που θ' ανακάλυπτες ότι πίσω από αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Από την αρχή της κοινής τους ζωής, ο Γουίνστον αποφάσισε (ίσως όμως γιατί τη γνώρισε πολύ καλυτερα απ' ό,τι άλλους ανθρώπους) ότι ήταν το πιο πρόστυχο, το πιο κενό πλάσμα που είχε συναντήσει ποτέ. Δεν υπήρχε μια σκέψη στο μυαλό της που να μην ήταν σύνθημα, και δεν υπήρχε καμία απολύτως βλακεία που να μην κατάπινε αμέσως μόλις της τη σέρβιρε το Κόμμα. Μες στο μυαλό του της είχε δώσει το παρατσού-κλι «To ανθρώπινο φερέφωνο». Παρά ταύτα, θα είχε υπομείνει τη ζωή μαζί της, αν δεν υπήρχε μεταξύ τους ένα πράγμα — το σεξ.
Μόλις την άγγιζε, εκείνη τραβιόταν και πέτρωνε. Κάθε φορά που την αγκάλιαζε, είχε το αίσθημα ότι αγκαλίάζεί μια ξύλινη
78
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
αρθρωτή κούκλα. Και το περίεργο ήταν πως, ακόμα κι όταν σφιγγό-ταν πάνω του, αυτός είχε την εντύπωση πως ταυτόχρονα τον α-πωθούσε μ' όλη της τη δύναμη. Η ακαμψία των μυών της συντε-λούσε σ' αυτή την εντύπωση. Κειτόταν με κλειστά τα μάτια, χωρίς να αντιστέκεται ή να συμμετέχει, απλώς και μόνο υποτασσόταν. Ήταν κάτι εξαφετικά δυσάρεστο, και μετά από λίγο έ,γινε φοβερό. Ακόμα κι έτσι όμως θα μπορούσε να ανεχτεί τη ζωή μαζί της, αν συμφωνούσαν να μην έχουν καμιά σωματική επαφή. Αλλά περιέρ-γως, η Κάθριν δεν το δέχτηκε. Έπρεπε, έλεγε, να κάνουν παιδί, αν μπορούσαν. Έτσι αυτή η παρωδία συνεχιζόταν μια φορά την εβδο-μάδα, τακτικά, εκτός αν ήταν αδύνατο από τις συνθήκες. Συνήθιζε ακόμα να του το θυμίζει από το πρωί, σαν να 'ταν μια δουλειά που έπρεπε να γίνει το βράδυ και δεν έπρεπε να την ξεχάσουν. Χρησιμο-ποιούσε δύο εκφράσεις γι' αυτό. Η μία ήταν «να φτιάξουμε ένα παιδί», και η άλλη ήταν «το καθήκον μας προς το Κόμμα» (vat, χρησιμοποιούσε αυτή τη φράση). Πολύ σύντομα, άρχισε να αισθά-νεται φόβο όταν πλησίαζε η ορισμένη μέρα. Αλλά, ευτυχώς, δεν έγινε κανένα παιδί, και στο τέλος συμφώνησε να σταματήσουν τήν προσπάθεια. Αμέσως μετά χώρισαν.
0 Γουίνστον αναστέναξε αθόρυβα. Πήρε πάλι την πένα κι έ-γραψε:
Έπεσε στο κρεβάτι και αμέσως, χωρίς καμιά εισα-γωγή, με τον πιο άγαρμπο, φοβερό τρόπο που μπορεί κανείς να φανταστεί, σηκωσε τη φούστα της. Εγώ...
Είδε τον εαυτό του να στέκεται εκεί στο θαμπό φως της λά-μπας, με τη μυρωδιά των κοριών και του φτηνού αρώματος στα ρουθούνια του, και στην καρδιά του ένα αίσθημα ήττας και μνησικα-κίας που, ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ήταν ανάμεικτο με τη σκέψη του λευκού κορμιού της ΚάΘριν, παγωμένου yea πάντα από την υπνωτιστική δύναμη του Κόμματος. Γιατί έπρεπε να 'vat πάντα έτσι; Γιατί να μην μπορεί να έχει μια δικιά του γυναίκα αντί να περ-
79

νά απ' αυτές τις βρομερές δοκιμασίες; Αλλά μια αληθινή ερωτική ιστορία ήταν κάτι που δεν μπορουσες ούτε να σκεφτείς. Οι γυναίκες του Κόμματος ήταν όλες ίδιες. Η αγνότητα είχε ριζώσει τόσο βαθιά μέσα τους, όσο και η αφοσίωση προς το Κόμμα. Τα φυσικά τους αισθήματα τα είχαν ξεριζώσει από μέσα τους με τους κανόνες της ζωής που εφάρμοζαν συστηματικά από νωρίς, με τα σπορ και το κρύο νερό, με τους παραλογισμούς που τους παραγέμιζαν το κεφάλι στο σγρΚείο, στους Κατασκόπους και στο Σύνδεσμο της Νεολαίας, με τα κηρύγματα, τις παρελάσεις, τα τραγούδια, τα συνθήματα και τα στρατιωτικά εμβατήρια. Η λογική του τού έλεγε ότι θα υπήρχαν εξαιρέσεις, αλλά η καρδιά του δεν το πίστευε. Ήταν όλες άπαρτες, όπως τις ήθελε το Κόμμα. Και εκείνο που ήθελε πιο πολύ από το ν' αγαπηθεί, ήταν να γκρεμίσει αυτόν τον τοίχο της αρετής, έστω καί μια φορά σ' όλη του τη ζωή. Η σεξουαλική πράξη, αν γινόταν μ' επιτυχία, ήταν επανάσταση. 0 πόθος ήταν έγκλημα της σκέψης. Αν κατάφερνε να ξυπνήσει την Κάθριν, θα έμοιαζε με αποπλάνηση, χι ας ήταν γυναίκα του.
Αλλά έπρεπε να συνεχίσει την ιστορία του. Έγραψε:
Σηκωσα τη λάμπα. Όταν την είΒα στο φως...
Μετά από το σκοτάδι, το αδύναμο φως της λάμπας φάνηκε πολύ λαμπερό. Για πρώτη φορά μπόρεσε να δει καλά τη γυναίκα. Προχώρησε ένα βήμα εμπρός και αμέσως σταμάτησε γεμάτος επι-θυμία και τρόμο. Συνειδητοποίησε με πόνο τον κίνδυνο που διέτρεχε με την παρουσία του εδώ. Ήταν πολύ πιθανό να τον συλλάβουν όταν θα έβγαινε. Μπορεί κιόλας να τον περίμεναν αυτή τη στιγμή στην πόρτα. Αν έφευγε χωρίς να 'χει κάνει αυτό που τον έφερε εδώ...
Έπρεπε να το γράψει, έπρεπε να το εξομολογηθεί. Εκείνο που ξαφνικά είδε στο φως της λάμπας ήταν πως αυτή η γυναίκα ήταν γριά. Είχε βάλει τόσο παχύ στρώμα μπογιάς, που νόμιζες ότι το πρόσωπό της θα ραγίσει σαν γύψινη μάσκα. Τα μαλλιά της ήταν όλο άσπρες τρίχες- όμως, η πιο φριχτή λεπτομέρεια ήταν ότι, όταν
80
Χίλια εννιαχόσι/ζ ογδόντα τέσσερα
μισάνοιξε το στόμα της, αποκάλυψε μια σπηλαιώδη μαυρίλα. Δεν είχε καθόλου δόντια.
Έγραψε βιαστικά, με άσχημα γράμματα:
Όταν -njv ε/5α στο φως, ήταν γριά, τουλάχιστον πε-νψτα χρονών, αλλά προχώρησιχ κι έκανα ακριβώς ό,τι σκόπευα.
Πίεσε πάλι τα δάχτυλα στα μάτια του. To είχε γράψει επιτέ-λους, αλλά τίποτε δεν άλλαξε. Δεν θεραπεύτηκε. Είχε την ίδια και μεγαλύτερη επιθυμία να ουρλίάξει βλαστήμιες με όλη τη δύναμη της φωνής του.
VII
Αν υπάρχει έλπίδα, έγραψε ο Γουίνστον, βρίσκεται στους προλε-τάριους.
Αν υπήρχε ελπίδα, έπρεπε να βρίσκεται στους προλετάριους, γιατί μόνο εκεί, σ' αυτές τις περιφρονημένες τεράστιες μάζες, το 85 τοις εκατό του πληθυσμού της Ωκεανίας, μπορούσε να γεννηθεί η δύναμη που θα κατάστρεφε το Κόμμα. To Κόμμα δεν θα μπορούσε να ανατραπεί εκ των έσω. Οι εχθροί του Κόμματος —αν υπήρ-χαν— ήταν αδύνατο να ενωθούν, ούτε καν να γνωριστούν μεταξύ τους. Ακόμα κι αν υπήρχε η θρυλική Αδελφότητα — πράγμα πιθα-νό —, ήταν εντελώς αδύνατο να συγκεντρωθούν πάνω από δύο ή τρία μέλη της. Η εξέγερση γι' αυτούς ήταν ένα βλέμμα, μια μικρή αλλαγή στη φωνή, το πολύ μια λέξη που ψιθύριζαν κάπου κάπου. Αλλά οι προλετάριοι δεν είχαν καμιά ανάγκη να συνωμοτήσουν, αρ-κεί να μπορούσαν με κάποιο τρόπο να συνειδητοποιήσουν τη δύ-ναμή τους. Δεν είχαν παρά να σηκωθούν και να τιναχτούν, όπως
81
ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΤΕΛ
ένα oikoyo που διώχνει από πάνω του τις μύγες. Αν το ήθελαν, θα μπορούσαν να τινάξουν το Κόμμα στον αέρα αύριο το πρωί. Σί-γουρα, δεν θα 'πρεπε αργά ή γρήγορα να τους έρθεί στο μυαλό αυτή η ιδέα; Και όμως!..
θυμήθηκε πως μια φορά που περπατούσε σ' έναν πολυσύχναστο δρόμο ξέσπασε ένας δυνατός θόρυβος από εκατοντάδες φωνές — γυναικείες φωνές — σ' ένα δρομάκι λίγο πιο πέρα. Ήταν μια φοβερή κραυγή οργής και απελπισίας, ένα βαθύ, δυνατό «Ωωω!» που α-ντηχούσε σαν καμπάνα. Η καρδιά του σκίρτησε. Άρχισε! σκέφτηκε. Εξέγερση! Οι προλετάριοι σπάζουν τα δεσμά τους. Επιτέλους! Όταν έφτασε στο σημείο που ακούγονταν ot φωνές, είδε ένα συρφετό από διακόσιες τριακόσιες γυναίκες στριμωγμένες γύρω από τους πάγκους μιας υπαίθριας λαϊκής αγοράς. Τα πρόσωπά τους είχαν το τραγικό ύφος ναυαγών που βουλιάζουν. Όμως εκείνη τη στιγμή, η γενική απελπισία εκτονώθηκε σ' ένα πλήθος προσωπικούς καβγάδες. Φαί-νεται ότι σ έναν πάγκο πουλούσαν τενεκεδένιες κατσαρόλες. Ήταν κάτι ελεεινά παλιοπράματα, αλλά δεν μπορούσες εύκολα να βρεις σκεύη μαγειρικής. Τώρα είχαν παρουσιαστεί ξαφνικά στην αγορά. Ot γυναίκες που είχαν καταφέρει να πάρουν, προσπαθούσαν να φύγουν με τις κατσαρόλες ενώ σπρώχνονταν και πιέζονταν από τις υπόλοι-πες, την ώρα που δεκάδες άλλες γυναίκες ούρλιαζαν γύρω από τον πάγκο, κατηγορώντας τον πωλητή πως έκανε χάρες και έλεγαν ότι είχε κι άλλες κατσαρόλες κρυμμένες για ρεζέρβα. Σε λίγο ξέσπασε καινούρια φασαρία. Δύο πελώριες γυναίκες, η μια αναμαλλιασμένη, είχαν πιάσει την ίδια κατσαρόλα και προσπαθούσαν η μία να την αρπάξει από την άλλη. Καθώς την τραβολογούσαν, τους έμειναν τα χερούλια στα χέρια. 0 Γουίνστον τις κοίταξε με αηδία. Κι όμως, για μια στιγμή τι τρομακτική δύναμη έμοιαζε ν' αναδίδεται απ' αυτή την κραυγή που βγήκε από μερικά μόνο στόματα. Πώς γινόταν και δεν φώναζαν ποτέ έτσι για ζητήματα που άξιζαν; 0 Γουίνστον έγραψε:
^εν 0α επαναστατήσοϋν~αν$εν ατποκτήσθυν βννεί-δηση, χαι δε θ' αποκτήσουν συνείδηση αν δεν επανα-στατήσουν.
82

Αυτό, σκέφτηκε, θα μπορούσε να 'ναι σχεδόν αντιγραφή από κάποιο βιβλίο του Κόμματος. To Κόμμα, βέβαια, ισχυριζόταν πως είχε απελευθερώσει τους προλετάριους από τη σκλαβιά. Πριν από την Επανάσταση, είχαν γνωρίσει φοβερή καταπίεση από τους καπιταλιστές. Τους άφηναν να πεθαίνουν από την πείνα, τους μα-στίγωναν, έστελναν τις γυναίκες να δουλεύουν στα ανθρακωρυχεία (στην πραγματικότητα, ακόμα και τώρα οι γυναίκες δούλευαν στα ανθρακωρυχεία), πουλούσαν τα παιδιά τους στις φάμπρικες από έξι χρονών. Παράλληλα όμως μ' αυτά, πιστό στις αρχές της διπλής σκέψης, το Κόμμα δίδασκε ότι ot προλετάριοι ήταν από τη φύση τους κατώτερα όντα και ότι έπρεπε να κρατιούνται σε υποταγή σαν τα ζώα. Για να συμβαίνει αυτό, έπρεπε να εφαρμόζονται μερικοί απΚοί κανόνες. Ήταν γεγονός ότι πολύ λίγα πράγματα ήταν γνω-στά για τους προλετάριους. Δεν χρειαζόταν να ξέρει κανείς πολλά γι' αυτούς. Όσο συνέχιζαν να δουλεύουν και να γεννοβολούν, όλες ot άλλες δραστηριότητές τους δεν είχαν σημασία. Αφημένοι στην τύχη τους, σαν τα αμολημένα κοπάδια στις πεδιάδες της Αργεντινής, είχαν ξαναγυρίσει σ' έναν τρόπο ζωής που τους φαινόταν φυσικός, πάνω στα πρότυπα των προγόνων τους. Γεννιούνταν, μεγάλωναν στους δρόμους, πήγαιναν στη δουλειά από τα δώδεκά τους χρόνια, περνούσαν μια σύντομη περίοδο ανθηρής ομορφιάς και σεξουαλικού πόθου, παντρεύονταν στα είκοσι, ήταν κιόλας μεσόκοποι στα τριά-ντα, και πέθαιναν συνήθως γύρω στα εξήντα τους. Η βαριά δουλειά, η φροντίδα για το σπίτι και τα παιδιά, οι μικροπρεπείς καβγάδες με τους γείτονες, κινηματογράφος, ποδόσφαφο, μπίρα και προπάντων ο τζόγος, ήταν όλος κι όλος ο πνευματικός τους ορίζοντας. Δεν ήταν δύσκολο να τους ελέγχει το Κόμμα. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν δίαρκώς πράκτορες της Αστυνομίας της Σκέψης, διαδίδοντας ψευτι-κες φήμες. Και σημείωναν και εξοστράκιζαν τα λ(γα άτομα που έκριναν ότι μπορούσαν να γίνουν επίκίνδυνα. Δεν έκαναν όμως καμιά προσπάθεια να τους μυήσουν στην ιδεολογία του Κόμματος. To Κόμμα δεν ήθελε να έχουν οι προλετάριοι πολιτική συνείδηση. Ό,τι ζητούσε απ' αυτους ήταν ένας πρωτόγονος πατριωτισμός τον οποί-
83

ον μπορούσε να επικαλείται κάθε φορά που χρειαζόταν να τους κάνει να δεχτούν περισσότερες ώρες δουλειάς ή μειωμένο συσσίτιο. Ακόμα κι όταν ήταν δυσαρεστημένοι — πράγμα που συνέβαινε καμιά φορά — η δυσαρέσκειά τους δεν οδ-ηγούσε πουθενά, γιατί, χωρίς απόψεις για τα γενικά ζητήματα, συγκεντρώνονταν μόνο σε ασήμαντες προ-σωπικές στενοχώριες. Τα σημαντικά πράγματα τους διέφευγαν. Ot περισσότεροι προλετάριοι δεν είχαν καν τηλεοθόνες σπίτι τους. Ακό-μα και η Ασφάλεια πολύ λίγο ανακατευόταν στις δουλειές τους. Τπήρχε ένα μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Λονδίνο, σωστό κράτος εν κράτει από κλέφτες, ληστές, πόρνες, λαθρέμπορους ναρ-κωτικών και φυγόδικους κάθε λογής• αλλ' αφου αυτά συνέβαιναν μεταξύ των προλετάριων, δεν είχαν σημασία. Στα θέματα ηθικής ήταν ελεύθεροι να ακολουθούν τον κώδικα των προγόνων τους. 0 σεξουαλικός πουριτανισμός του Κόμματος δεν επιβαλλόταν σ' αυ-τούς. Οι σεξουαλικές σχέσεις δεν τιμωρούνταν, το διαζύγιο επιτρεπό-ταν. Ακόμα και η θρησκευτική λατρεία θα επιτρεπόταν, αν οι προ-λετάριοι έδιναν κάποια ένδειξη ότι τη χρειάζονταν ή την ήθελαν. Ήταν υπεράνω κάθε υποψίας. 'Οπως έλεγε και ένα σύνθημα του Κόμματος: «Τα ζώα και οι προλετάριοι είναι ελεύθεροι».
0 Γουίνστον έσκυψε κι έξυσε προσεκτικά την πληγή του. Άρχι-σε να τον τρώει πάλι. Πάντα ξαναγυρνούσε στο ίδιο σημείο: ήταν αδύνατο να ξέρει κανείς πώς ήταν η ζωή πριν από την Επανάσταση. Πήρε από το συρτάρι του ένα βιβλίο ιστορίας για παιδιά που είχε δανειστεί από την κυρία Πάρσονς κι άρχισε να αντιγράφει ένα από-σπασμα στο ημερολόγιό του:
Τα παλιά χρόνια npcv από την ένδοζη Επανάσταση, το Λονδίνο δεν ήταν η όμορφη πόλη που ζέρουμε σήμερα. Ήταν μια σκοτείνή ζρόμικη άθλια πόλη, όπου σχεδόν όλοι πεινούσαν κοα εκατοντάδες χιλιάδες φτωχοί δεν είχαν παπούτσια να φορέσουν και στέγη να κοιμηθούν. Παιδια σαν και σαςέπρεπε να δουλεύ-ουν δώδεκα ώρες τψ "ημέρα για απάνθρωπα αφε-
84

ντικά, που τα μαστίγωναν αν εργάζονταν αργά και τους έδιναν να τρώνε ένα σκέτο μπαγιάτικο ξεροκόμ-ματο και νερό. Αλλά μέσα σ' όλη αυτή την τρομερή φτώχεια, υπηρχαν μερικά όμορφα μεγάλα σπίτια, ό-που ζουσαν πλουσιοι άνθρωποι που είχαν τριάντα ά-τομα να τους υττηρετούν. Αυτοί οι πλουσιοι άνθρωποι λέγονταν καπιταλιστές. Ήταν χοντροί, άσχημοι, με άγρια πρόσωπα, σαν αυτόν που βλέπετε στη διπλανή σελίδα. Βλέπετε πώς είναι ντυμένοζ, μ' ένα μακρύ μαύρο σακάκι που το έλεγαν ρεντιγκότα κι ένα περί-εργο γυαλιστερό καπέλο που είχε σχήμα σωλήνα της σόμπας και λεγόταν ημίφηλο. Αυτό ήταν το ντύσιμο ταχν καπιταλιστών και δεν επιτρεπόταν να το ψορέσει κανείς άλλος. Οι καπιταλιστές εζουσίαζαν το καθετί στον κόσμο και όλοι οι αλλοι ήταν σκλάβοι τους. Κατείχαν όλη ττη γη, όλα τα σπίτια, όλα τα εργοστά-σια και ολα τα χρήμανζ. Αν κάποιος τους έδειχνε ανυπακοή, μπορούσαν να τον ρίξουν στη φυλακή ή να τον δίώξουν από τη δουλειά και να τον αφήσουν να πεθάνει της πείνας. Όταν ένας κοινός άνθρωπος μι-λούσε σ' έναν καπιταλιστ-η, έπρεπε να υποκλίνεται με δουλοπρέπεια, να σκύ&ει το κεφάλι του, να 6γάζει το καπέλο του και να τον αποκαλεί «Κύριο». 0 οφχη-γός των καπιταλιστών λεγόταν Βασίλιάς, και...
Αλλά ο Γουίνστον ήξερε τα υπόλοιπα. Θα ανέφεραν τους επι-σκόπους με τα πολυτελή τους άμφια, τους δικαστές με τις τηβέννους τους από ερμίνα, τις μηχανές βασανιστηρίων, τον τροχό, τα μαστίγια, το συμπόσιο του Λόρδου Δημάρχου και τη συνήθεια να φιλούν τα πόδία του Πάπα. Χπήρχε επίσης αυτό που λεγόταν jus primae noctis, που μάλλον δεν θα το ανέφεραν στα σχολικά βιβλία των παιδιών. Ήταν ο νόμος που έδινε το δικαίωμα στους καπιταλιστές να κοιμούνται με όκοια γυναίκα δούλευε στα εργοστάσιά τους.
85

Πώς μπορούσες να ξέρεις ποια και πόσα απ' αυτά ήταν ψέμα-τα; Ίσως να ήταν αλήθεια ότι ο μέσος άνθρωπος ζουσε καλύτερα τώρα απ' ό,τι πριν την Επανάσταση. Η μόνη μαρτυρία για το αντίΰετο ήταν η σιωπηλή διαμαρτυρία που ένιωθες μέσα σου, το ενστικτώδες αίσθημα ότι ο\ συνθήκες ζωής σήμερα σου είναι ανυ-πόφορες κο« ότι κάποτε στο παρελθόν θα πρέπει να ήταν διαφορετι-κές. Του ήρθε η σκέψη ότι το κύριο χαρακτηριστικό της τωρινής ζωής δεν ήταν η σκληρότητα και η ανασφάλεια, αλλά η αδιαφορία, η μιζέρια, η υποταγή. Η ζωή, αν κοίταζες γύρω, δεν παρουσίαζε την παραμικρή ομοιότητα όχι μόνο με τα ψέματα που ξεχύνονταν από τις τηλεοθόνες, αλλά και με τα ιδανικά που προσπαθούσε να πραγ-ματοποιήσει το Κόμμα. Ακόμα και για ένα μέλος του Κόμματος πολλές πτυχές της ζωής ήταν ουδέτερες, δεν είχαν τίποτα να κάνουν με την πολιτική: ήταν μόνο η ταλαιπωρία και ο μόχθος της βαριάς δουλειάς, ένας αγώνας να εξασφαλίσεις μια θέση στον Τπό-γειο, να μαντάρεις μια παλιωμένη κάλτσα, να φυλάξεις τη γόπα του τελευταίου τσιγάρου που σου απόμεινε, να ζητιανέψεις μια ταμπλέ-τα ζαχαρίνη. To ιδανικό που είχε ορίσει το Κόμμα ήταν κάτι τερά-στιο, τρομερό, αστραφτερό, ένας κόσμος από ατσάλι και μπετόν με τερατώδεις μηχανές και φοβερά όπλα, ένα έθνος πολεμιστών και φανατικών, που προχ'ωρούσαν εμπρός μέσα σε τέλεια ενότητα, που έκαναν τις ίδιες σκέψεις, κραύγαζαν τα ίδια συνθήματα, που αιώνια εργάζονταν, πολεμούσαν, θριάμβευαν, καταδίωκαν. Τριακόσια εκα-τομμύρια άνθρωποι, όλοι με το ίδιο πρόσωπο. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν ερειπωμένες βρομερές πόλεις όπου σέρνονταν υποσιτι-σμένοι άνθρωποι με τρύπια παπούτσια μέσα σε μπαλωμένα σπίτια του δέκατου ένατου αιώνα, που μυριζαν πάντα λάχανο και ελεεινά αποχωρητήρια. Από τη σκέψη του Γουίνστον πέρασε το όραμα του ΑονΒίνου τεράστιου κι ερειπωμένου, μια πολιτεία με ένα εκατομμύ-ριο σκουπιδοτενεκέδες, και μαζί τού ήρθε η εικόνα της κυρίας Πάρ-σονς, μιας γυναίκας με ρυτιδωμένο πρόσωπο και αραιά μαλλιά σαν σκούπα, να σκαλίζει με απόγνωση το βουλωμένο σωλήνα της απο-χέτευσης.
86

Έσκυψε κι έξυσε πάλι τον αστράγαλό του. Μέρα νύχτα οι τη-λεοθόνες σου έπαφναν τ' αφτίά με στατιστικές που αποδείκνυαν ότι ot άνθρωποι σήμερα είχαν περισσότερη τροφή, περισσότερα ρού-χα, καλύτερα σπίτια, καλύτερη ψυχαγωγία, ότι ζούσαν περισσότερα χρόνια, δούλευαν λιγότερες ώρες, ήταν ψηλότεροι, πιο υγιείς, πιο δυνατοί, πιο ευτυχισμένοι, πιο έξυπνοι, πιο μορφωμένοι απ' ό,τι πενήντα χρόνια πριν. Ούτε μια λέξη απ' αυτές τις στατιστικές δεν μπορούσε να αποδειχθεί σωστή ή λανθασμένη. To Κόμμα έλεγε, παραδείγματος χάρη, ότι σήμερα το σαράντα τοίς εκατό των ενηλί'-κων προλετάριων ήταν μορφωμένοι• ενώ, πριν από την Επανάσταση, έλεγε, ήταν μόνο το δεκαπέντε. To Κόμμα ισχυριζόταν ότι η αναλο-γ(α της ^παιδικής θνησιμότητας ήταν τώρα μόνο εκατόν εξήντα στα χίλια, ενώ πριν από την Επανάσταση ήταν τριακόσια, και ούτω καθεξής. Ήταν σαν να έχεις μία εξίσωση με δύο αγνώστους. Θα μπορούσε κάθε λέξη από τα βιβλία της ιστορίας, ακόμα και τα πράγματα που παραΒεγ^ότοΝ κανείς αναντίρρητα, να είναι καθαρή φαντασία. Απ' όσο ήξερε, μπορεί να μην είχε υπάρξει ο νόμος jus primae noctis ή πράγματα σαν τον καπιταλιστή και το ημίψηλο.
To καθετί έσβηνε μες στην ομίχλη. To παρελθόν είχε σβηστεί, το σβήσιμο είχε ξεχαστεί, το ψέμα γινόταν αλήθεια. Μια μόνο φορά στη ζωή του —μετά από το γεγονός, κι αυτό ήταν που είχε ση-μασία — έπεσε στα χέρια του μια χειροπιαστή αδιάψευστη απόδειξη διαστρέβλωσης της αλήθειας. Την είχε στο χέρι του για λίγα λεπτά μόνο. Αυτό θα πρέπει να έγινε το 1973, σίγουρα ήταν την εποχή περίπου που χώρισε με την Κάθριν. Αλλά η πραγματική αντίστοιχη ημερομηνία ήταν πριν εφτά ή οκτώ χρόνια.
Η ιστορία άρχισε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, την περίοδο των μεγάλων εκκαθαρίσεων, όταν οι ιστορικοί ηγέτες της Επανάστασης εξοντώθηκαν μια και καλή. To 1970 δεν είχε απομείνει κανείς τους εκτός από τον ίδιο τον Μεγάλο Αδελφό. Τους υπόλοιπους τους ε(χαν παρουσιάσει σαν προδότες και αντεπαναστά-τες. 0 Γκολντστάιν είχε δραπετευσει και κρυβόταν, κανείς δεν ήξε-ρε πού, και από τους υπόλοιπους άλλοι είχαν εξαφανιστεί, ενώ οι
87

περισσότεροι εκτελέστηκαν μετά από θεαματικές δημόσιες δίκες όπου ομόλόγησαν τα εγκλήματά τους. Μεταξύ των τελευταίων επιζώντων, ήταν τρεις άνθρωποί που ονομάζονταν Τζόουνς, Άαρον-σον και Ράδερφορντ. Αυτοί οι τρεις πρέπει να είχαν συλληφθεί το 1965. Όπως γινόταν συχνά, εξαφανίστηκαν για ένα χρόνο ή και περισσότερο, και κανείς δεν ήξερε αν ήταν ζωντανοί ή νεκροί, όταν ξαφνικά τους ξανάφεραν στη δημοσιότητα για να διατυπώσουν τις κατηγορίες εναντίον του εαυτού τους, με το συνηθισμένο τρόπο. Ομολόγησαν ότι δίνανε πληροφορίες στον εχθρό (και τότε, όπως και τώρα, ο εχθρός ήταν η Ευρασία), ότι καταχράστηκαν δημόσιο χρή-μα, ότι δολοφόνησαν πολλά έμπιστα μέλη του Κόμματος, ότι συνωμοτουσαν εναντίον του Μεγάλου Αδελφού, πολύ rcptv από την Επανάσταση, κι ότι έκαναν σαμποτάζ που προξένησαν το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Αφού ομολόγησαν όλ' αυτά, τους συγχώρεσαν, τους ξανάφεραν στο Κόμμα και τους έδωσαν θέσεις φαινομενικώς σπουδαίες, στην πραγματικότητα όμως αργομισθίες. Και οι τρεις έγραψαν μακροσκελή, ταπεινωτικά άρθρα στους Τάιμς, αναλύοντας τους λόγους της αποστασίας τους και υποσχόμενοι να επανορθώσουν.
Λίγο καιρό μετά την απελευθέρωσή τους, ο Γουίνστον τους είδε στο Καφενείο της Καστανιάς. Θυμόταν τη γοητεία ανάμεικτη με φόβο που τον παρακίνησε να τους κοιτάξει με την άκρη του ματιου του. Ήταν μεγαλύτεροί του στα χρόνια, λείψανα του παλιού κόσμου, ίσως οι τελευταίες μεγάλες φυσιογνωμίες που απέμειναν από τις πρώτες ηρωικές μέρες του Κόμματος. Η δόξα του κρυφού αγώνα και του εμφύλιου πόλίμου έριχνε ακόμα επάνω τους τη θαμπή αντανάκλασή της. 0 Γουίνστον είχε την εντύπωση — παρ' ότι τα γεγονότα και οι ημερομηνίες από τότε ήταν συγκεχυμένα — πως τα ονόματά τους του ήταν γνωστά πολλά χρόνια προτού μάθει για τον Μεγάλο Αδελφό. Όμως ήταν παράνομοι, εχθροί, απόβλητοι, κα-ταδικασμένοι να αφανιστούν σ' ένα δυο χρόνια. ΚανεΕς απ' όσους έπεσαν μια φορά στα χέρια της Αστυνομίας της Σκέψης δεν γλίτω-νε ποτέ στο τέλος. Ήταν πτώματα που περίμεναν να τα ξανα-στείλουν στον τάφο.
88
Χίλια ενναχκόσια ογδόντα τέσσερα
Στα γύρω τραπέζια δεν ήταν κανείς. Δεν ήταν φρόνιμο να σε δουν ούτε να κάθεσαι κοντά σε τέτοια πρόσωπα. Κάθονταν σιωπηλοί, μπροστά στα ποτήρια τους με τζίν αρωματισμένο με γαρίφαλα — τη σπεσιαλιτέ του καφενείου. Από τους τρεις, τη μεγαλύτερη εντύπωση στον Γουίνστον προξένησε ο Ράδερφορντ. 0 Ράδερφορντ υπήρξε κά-ποτε διάσημος γελοιογράφος που τα σκληρά ζωντανά σκίτσα του ενθουσίαζαν και γέμιζαν φλόγα το λαό, πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ακόμα και τώρα, σε αραιά διαστήματα εμφανί-ζονταν σκίτσα του στους Τάιμς. Ήταν όμως απλή απομίμηση του παλιού του στιλ και παράξενα, άψυχα, χωρίς πειστικότητα. Επανα-λάμβαναν πάντα τα παλιά του θέματα: βρομερές τρώγλες, λιμασμένα παιδιά, οδομαχίες, καπιταλιστές με ημίψηλα —φαίνεται ότι ακόμα και στα οδοφράγματα ot καπιταλιστές δεν εννοούσαν να αποχωρι-στούν τα ημίψηλά τους. Μια ατελείωτη, απελπισμένη προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν. 0 Ράδερφορντ ήταν ένας γιγάντιος άν-θρωπος, με μια χαίτη από λιγδιασμένα γκριΧα μαλλιά, με πρόσωπο σακουλιασμένο και γεμάτο ουλές και με παχιά νέγρικα χείλη. Κά-ποτε πρέπει να ήταν πολύ δυνατός• τώρα το μεγάλο του σώμα είχε κυρτώσει, ήταν καταβεβλημένο, καμπουριασμένο, είχε καταρρεύσει. Έμοιαζε να διαλύεται σαν ένα βουνό που γκρεμίζεται.
Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα που δεν υπήρχε ψυχή. 0 Γουίν-στον δεν μπορούσε να θυμηθεί τώρα πώς έγινε και ήρθε στο καφενείο τέτοια ώρα. To μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Μια γλυκιά μουσική στάλαζε από τις τηλεοθόνες. Ot τρεις άντρες κάθονταν στη γωνιά τους σχεδόν ακίνητοι, εντελώς αμίλητοι. Χωρίς να του πουν τίποτα, ο σερβιτόρος τους έφερε από ένα δεύτερο ποτήρι τζιν. Mta σκακιέρα βρισκόταν δίπλα τους, στο τραπέζι, με τα πιόνια στημένα έτοιμα, αλλά δεν άρχιζε κανένα παιχνίδι. Και τότε, συνέβη κάτι στις τηλεο-θόνες, που κράτησε μισό λεπτό ίσως. Άλλαξε η μελωδία της μουσι-κής που έπαιζε καθώς επίσης και ο τόνος. Έγινε... αλλά ήταν ένας ήχος, δύσκολο να τον περιγράψει κανείς. Mta παράξενη, συγκεκομ-μένη, τσιριχτή και χλευαστική νότα. 0 Γουίνστον μέσα του την ονόμαζε κίτρινη νότα. Και αμέσως μια φωνή τραγούδησε:
89

Κάτω απ' της χαστανιάς τα φύλλα ■ με πρόδωσες, σε πρόδωσα χι εγώ-χαι τώρα εσύ 'σαι χει χι εγώ εδώ χάτω απ' της χαστανιάς τα φύλλα.
Ot τρεις άντρες δεν κουνήθηκαν. Αλλά, όταν ο Γουίνστον έριξε ξανά μια ματιά στο κατεστραμμένο πρόσωπο του Ράδερφορντ, είδε ότι τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρυα. Και για πρώτη φορά πρόσεξε, με μια εσωτερική ανατριχίλα της οποίας ωστόσο αγνοούσε την αιτία, ότι ο Άαρονσον κι ο Ράδερφορντ είχαν σπασμέ-νες μύτες.
Λίγο αργότερα τους ξανάπιασαν και τους τρεις. Ειπώθηκε ότι είχαν εμπλακεί σε νέες συνωμοσίες από την πρώτη στιγμή που ελευθερώθηκαν. Στη δεύτερη δίκη τους ομολόγησαν πάλι από την αρχή τα παλιά τους εγκλήματα, μαζί με μια ολόκληρη σειρά από καινούρια. Εκτελέστηκαν, και η ζωή τους πέρασε στα ιστορικά χρονικά του Κόμματος σαν μια προειδοποίηση για τη μέλλουσα γενιά. Περίπου πέντε χρόνια μετά, το 1973, ο Γουίνστον ξετυλιγε μια δέσμη εγγράφων που έπεσε από τον αεροσωλήνα στο γραφείο του, όταν βρήκε ένα χαρτί που μάλλον είχε παραπέσει ανάμεσα στ' άλλα και ξεχάστηκε. Τη στιγμή που το ξετύλιγε κατάλαβε αμέσως τι ήταν. Ήταν μισή σελίδα κομμένη από τους Τάίμς, δέκα χρόνια πριν — η σελίδα είχε και την ημερομηνία. Επρόκειτο για μια φωτο-γραφία των εκπροσώπων του Κόμματος σε συγκέντρωση που είχε γίνει στη Νέα Τόρκη.
Στη μέση της ομάδας ξεχώριζαν ot Τζόουνς, Άαρονσον και Ράδερφορντ. Δεν μπορούσες να κάνεις λάθος στην αναγνώρισή τους, εξ άλλου τα ονόμ&τά τους φιγουράριζαν στη λεζάντα κάτω από τη φωτογραφία.
To ζήτημα ήταν ότι και στις δύο δίκες είχαν ομολογήσει ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία βρίσκονταν σε ευρασιατικό έδαφος. Είχαν πετάξει από ένα μυστικό αεροδρόμιο του Καναδά για μια συνάντη-ση κάπου στη Σιβηρία, όπου συσκέφθηκαν με μέλη του Γενικού
90
Χίλια εννίαχόσαχ ογδόντα τέσσερα
Επιτελείου της Ευρασίας και πρόδωσαν στρατιωτικά μυστικά πολύ σπουδαία. Η ημερομηνία είχε εντυπωθεί στη μνήμη του Γουίνστον γιατί συνέπεσε να είναι η μέρα του Αϊ-Γιάννη• αλλά ολόκληρη η ιστορία θα πρέπει να είχε γραφτεί και άλλες, αμέτρητες φορές. Ένα ήταν το συμπέρασμα: oc ομολογίες ήταν ψέματα.
Φυσικά, αυτό το συμπέρασμα δεν ήταν ανακάλυψη. Ακόμα και κείνη την εποχή, δεν είχε φανταστεί ότι οι άνθρωποι που εξόντωναν στις εκκαθαρίσεις είχαν πραγματικά κάνει τα εγκλήματα για τα οποία τους κατηγορούσαν. Αλλά τούτο εδώ ήταν απτή απόδειξη. Ήταν ένα κομμάτι από το κατεστραμμένο παρελθόν, σαν απολί-θωμα που ανακαλύπτεται σε λάθος περιοχή και καταρρίπτει μια γεωλογική θεωρ(α. Αυτό το ντοκουμέντο, αν μπορούσε να δημοσιευ-τεί και η σημασία του να γίνει γνωστή στον κόσμο, θα ήταν αρκετό για να ανατινάξει το Κόμμα, να το κάνει σκόνη.
Σuvέχcσε να δουλεύει. Μόλις εόδε τι ήταν η φωτογραφία κο« tc σήμαινε, τη σκέπασε μ' ένα άλλο χαρτί. Ευτυχώς, όταν την ξετύλι-γε, προς τη μεριά της τηλεοθόνης φαινόταν η πίσω όψη της.
Πήρε το ντοσιέ στα γόνατά του κι έσπρωξε την καρέκλα του πίσω ώστε να βρίσκεται όσο μακρυτερα γινόταν από την τηλεοθόνη. Δεν ήταν δύσκολο να μένεις ανέκφραστος, και, με μκχ προσπάθεια, μπορούσε να ελέγχεις ακόμα και την αναπνοή σου• αλλά δεν μπο-ρούσες να συγκρατήσεις τους χτύπους της καρδιάς σου, και η τη-λεοθόνη ήταν αρκετά ευαίσθητη ώστε να τους συλλάβει. Άφησε να περάσουν κάπου δέκα λεπτά απ' όσο μπορούσε να υπολογίσει —με αγωνία μήπως τον προδώσεί καμιά ατυχία- ένα ξαφνικό ρεύμα ας πούμε, που ίσως να φυσούσε στο γραφείο του. 'Τστερα, χωρίς να την ξεσκεπάσει, εριξε τη φωτογραφία στην τρύπα της μνήμης μαζί με άλλα άχρηστα χαρτιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα γινόταν στάχτη.
Αυτό έγινε δέκα έντεκα χρόνια πριν. Αν γινόταν σήμερα, μπορεί να τη φύλαγε τη φωτογραφία. Ήταν περίεργο πως το γεγονός ότι την είχε κρατήσει για λίγο στα δάχτυλά του τότε, έμοιαζε να έχει σημασία ακόμα και τώρα που η ίδια η φωτογραφία καθώς και το γεγονός που κατέγραφε ήταν μόνο μια ανάμνηση. Η δύναμη του
91

Κόμματος πάνω στο παρελθόν ήταν λιγότερη, αναρωτήθηκε, επειδή ένα ντοχουμέντο, που τώρα δεν υπάρχει, υπήρξε κάποτε;
Αλλά, αυτή τη στιγμή, αν υποτεθεί πως θα μπορούσε με κάποιο τρόπο ν' αναστηθεί μέσ' από τις στάχτες, η φωτογραφία δεν θ' α-ποτελουσε αποδεικτικό στοιχείο. Ήδη τον καιρό που την ανακάλυψε ο Γουίνστον, η Ωκεανία δεν πολεμούσε πια με την Ευρασία, κι έτσι ot τρεις νεκροί θα έπρεπε να είχαν προδώσει την πατρίδα τους στους πράκτορες της Ανατολασίας. Από τότε είχαν συμβεί ένα σωρό άλλες αλλαγές — δυο, τρεις, δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες. To πιθανό-τερο είναί ότι οι' ομολογίες είχαν γραφτεί και ξαναγραφτεί, ώσπου αρχικά γεγονότα και ημερομηνίες έχασαν πια και την παραμικρή σημασία. To παρελθόν όχι μόνον άλλαζε, αλλά άλλαζε συνεχώς. Αυτό που βασάνιζε πιο πολύ τον Γουίνστον και έπαφνε διαστάσεις εφιάλτη μέσα του, ήταν ότι δεν είχε ποτέ καταλάβει καλά προς τι αυτή η κολοσσιαία απάτη. Τα άμεσα πλεονεκτήματα της παρα-ποίησης του παρελθόντος ήταν φανερά, το απώτερο κίνητρο παρέ-μενε μυστήριο. Ξανάπιασε την πένα κι έγραψε:
Καταλαβαίνω πως. Δεν καταλα^αίνω γιατι.
Αναρωτήθηκε, όπως ένα σωρό άλλες φορές προηγουμένως, μή-πως αυτός ο ίδιος ήτανε τρελός. Ίσως ένας τρελός είναι απλώς και μόνο μια μειοψηφία του ενός. Κάποτε ήταν σημάδί τρέλας να πι-στεύεις ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο• σήμερα η τρέλα ήταν να πιστεύεις ότι το παρελθόν είναι αμετάβλητο. Μπορεί να ήταν ο μόνος που το πίστευε — κι αν ήταν ο μόνος, τότε ήταν τρελός. Η σκέψη ότι ήταν τρελός δεν τον ενοχλούσε και τόσο- τον έπιανε όμως τρόμος στη σκέψη ότι μπορεί να έκανε λάθος.
Πήρε το βιβλίο ιστορίας του Δημοτικού και χοίταζε το πορτρέτο του Μεγάλου Αδελφού που φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα. Τα μάτια που υπνώτιζαν κοίταζαν βαθιά μες στα δικά του. Ήταν σαν να σε πίεζε μια τεράστια δύναμη, σαν να διαπερνούσε κάτι το κρανίο σου, τρυπούσε το μυαλό σου, σε τρομοκρατούσε ως το σημείο ν' απαρνιέ-
92
Χίλια εννια,χόσια ογδόντα τέσσερα
σοκ τις πεποιθήσεις σου κάνοντάς σε σχεδόν να αρνηθείς τη μαρτυρία των ίδιων σου των αισθήσεων. Στο τέλος, θα καταντούσε το Κόμμα να ανακοινώνει ότι δύο και δύο κάνουν πέντε, και θα έπρεπε να το πιστέψεις. Ήταν αναπόφευκτο ότι θα το ισχυρίζονταν κι αυτό αργά ή γρήγορα: το απαιτούσε η λογική της θέσης του Κόμματος. Η φιλοσοφία του Κόμματος αρνιόταν σιωπηρά όχι μόνο την εγκυρότη-τα της εμπειρίας, αλλά και την ύπαρξη της εξωτερικής πραγμα-τικότητας. Η αίρεση των αφέσεων ήταν ο κοινός νους. Και το φοβερό δεν ήταν ότι θα σε σκότωναν αν σκεφτόσουν διαφορετικά, αλλά ότι θα μπορούσαν να έχουν δίκιο. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, πώς το ξέρουμε ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα; Ή ότι ισχύει ο νόμος της βαρύτητας; Ή ότι το παρελθόν είναι αμετάβλητο; Αν το παρελθόν και ο εξωτερικός κόσμος υπάρχουν μόνο στο νου, κι αν ο νους μπορεί να ελέγχεται και να καθοδηγείται, τότε τι γίνεται;
Όμως όχι! To κουράγιο του Γουίνστον αναστηλώθηκε. Ξανάρθε στο μυαλό του — χωρίς να υπάρχει καμιά συνοχή με ό,τι σκεφτό-ταν— το πρόσωπο τόυ Ο'Μπράιεν. Ήξερε, με περισσότερη βεβαιό-τητα από πριν, ότι ο Ο'Μπράιεν ήταν με το μέρος του. Έγραφε το ημερολόγιο για τον Ο'Μπράιεν —προ^ τον Ο'Μπράιεν: ήταν σαν ένα ατέλειωτο γράμμα το οποίο κανείς δεν θα διάβαζε, το οποίο όμως απευθυνόταν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, καί από το γεγο-νός αυτό χρωματιζόταν.
To Κόμμα σού έλεγε ν' αρνιέσαι τη μαρτυρία των ίδιων των ματιών και των αφτιών σου. Ήταν η τελική και πιο ουσιαστική του διαταγή. Η καρδιά του Γουίνστον σφίχτηκε στη σκέψη της τερά-στιας δύναμης που ορθωνόταν εναντίον του. Σκεφτόταν πόσο εύ-κολα θα μπορούσε οποιοδήποτε έξυπνο μέλος του Κόμματος να τον νικήσει σε μια συζήτηση, κι ακόμα τα λεπτά επιχειρήματα που δεν θα ήταν σε θέση να καταλάβει και — πολύ περισσότερο — ν' αντι-κρούσει. Ωστόσο, αυτός είχε δίκιο. Εκείνοι, το Κόμμα, είχαν άδικο, κι αυτός είχε δίκιο. To προφανές, το απλοϊκό, η αλήθεια, έπρεπε να τύχουν υπεράσπισης. Ot κοινοί τόποι είναι αλτι^εια, έπρεπε να στηρί-ζεται κανείς σ' αυτούς. 0 υλικός κόσμος υπάρχει, ot νόμοι του δεν
93

αλλάζουν. Οι πέτρες είναι σκληρές, το νερό είναι υγρό, τα πράγματα που δεν στηρίζονται πέφτουν καταγής. Με το αίσθημα ότι μιλούσε στον Ο'Μπράιεν και ότι διατύπωνε ένα σημαντικό αξίωμα, έγραψε:
Ελευθερία είναι η ελευθερία να λες ότι δύο και δύο ίσον τέσσερα. Αν αυτό γίνει παραδεχτό, oka τα άλλα α-κολουθούν.
VIII
Κάπου από το βάθος ενός στενού διαχυνόταν στο δρόμο μυρωδιά ψημένου καφέ — αληθινού, όχι Καφέ Νίκης. 0 Γουίνστον άθελά του στάθηκε. Για μισό λεπτό ξαναβρέθηκε πίσω στον μισοξεχασμέ-νο κόσμο των παιδικών του χρόνων. 'Τστερα μια πόρτα βρόντηξε κι ήταν σαν να 'κοψε τη μυρωδιά τόσο απότομα λες κι ήταν ήχος.
Είχε περπατήσει αρκετά χιλιόμετρα στους δρόμους, και η πλη-γή του τον σούβλιζε. Δεύτερη φορά μέσα σε τρεις βδομάδες σημεί-ωνε απουσία στη συγκέντρωση του Κοινοτικού Κέντρου• σοβαρή απερισκεψία, ήταν βέβαιο ότι οι παρουσίες στο Κέντρο ελέγχονταν πολύ προσεκτικά. Κατ' αρχήν, ένα μέλος του Κόμματος δεν είχε ελεύθερες ώρες και δεν ήταν ποτέ μόνος παρεκτός στο κρεβάτι του. Όταν δεν εργαζόταν, έτρωγε ή κοιμόταν, έπρεπε να παίρνει μέρος σε κάποια ομαδική ψυχαγωγία. Ήταν πάντα επικίνδυνο να κάνεις κάτι που πρόδινε επιθυμία να μείνεις μόνος, ακόμα και το να κάνεις μοναχικό περίπατο. Τπήρχε μια λέξη στη Νέα Ομιλία γι' αυτό: ιάωτική ζωή λεγόταν, και σήμαινε ατομισμό και εκκεντρικότητα. Όμως ετούτο το απόγευμα, καθώς βγήκε από το Τπουργείο, το α-ρωματισμένο απριλιάτικο αεράκι τον έβαλε σε πεφασμό. 0 ουρανός είχε ένα ζεστό γαλάζιο χρώμα που είχε να δει ένα χρόνο, και ξάφνου το μακρύ, γεμάτο θόρυβο απόγευμα στο Κέντρο, τα βαρετά εξου-θενωτικά παιχνίδια, οι διαλέξεις και η θορυβώδης συντροφιά των
94

συναδέλφων που τη διευκόλυνε το τζιν, του φάνηκαν ανυπόφορα. Με μια παρόρμηση, παράτησε τη στάση του λεωφορείου και άρχισε να περιπλανιέτοα στο XaSuptvOo του Λονδίνου, πρώτα νότια, μετά ανατολικά κι ύστερα βόρεια, χάνοντας το δρόμο του σε άγνωστα σοκάκια χωρίς να νοιάζεται κατά πού πηγαίνει.
«Αν υπάρχει ελπίδα», είχε γράψει στο ημερολόγιο, «βρίσκεται στους προλετάριους». Αυτές οι λέξεις — δήλωση μιας μυστικής αλήθειας και ενός έκδηλου παραλογισμού— δεν του έφευγαν στιγμή από το μυαλό. Βρισκόταν κάπου στις ανεξερεύνητες άθλιες σκου-ρόχρωμες βορειοανατολικές συνοικίες, στο σημείο που κάποτε ήταν ο Σταθμός του Αγίου Παγκρατίου. Περπατούσε σ' ένα λιθόστρωτο δρόμο πλαισιωμένο από δίπατα σπίτια με ρημαγμένες πόρτες που άνοιγαν κατ' ευθείαν στο δρόμο και, κατά ένα περίεργο τρόπο, έδιναν την εντυπακτη ποντικότρυπας. Εδώ κι εκεί στο λιθόστρωτο υπήρχαν λακκούβες με βρομόνερα. Μέσα κι έξω από τις σκοτεινές εισόδους, καί ολόγυρα στα στενά σοκάκια που διακλαδόζονταν σε κάθε πλευρά, ήταν τόσο πολύς κόσμος που νόμαζες ότι ήταν μυρμηγκοφωλιές. Κορίτσια πάνω στην άνθησή τους, έντονα βαμμένα χείλη, νεαροί που έπαφναν στο κατόπι τις κοπέλες, γυναίκες πρησμένες με βαρύ περπάτημα, εικόνα του πώς θα καταντούσαν τα κορίτσια ύστερα από δέκα χρόνια, άθλια καμπουριασμένα γερόντια που έσερναν την πλατυποδία τους, ρακένδυτα ξυπόλυτα παιδιά που έπαιζαν στις λά-σπες και σκόρπιζαν στα θυμωμένα τσιρίγματα των μανάδων τους. Τα πιο πολλά τζάμια στα παράθυρα ήταν σπασμένα και τα είχαν αντικαταστήσει πρόχειρα με σανίδες. Οι περισσότεροι δεν έδιναν σημασία στον Γουίνστον μερικοί τον έβλεπαν με κάπως επιφυλακτι-κή περιέργεια. Δύο τερατώδεις γυναίκες, με κατακόκκινα πρησμένα χέρια διπλωμένα στην ποδιά τους, συζητούσαν έξω από ένα σπίτι. 0 Γουίνστον, καθώς προχωρούσε, έπιασε κάτι σκόρπια λόγια από την κουβέντα τους.
«Nat, της λέω, αυτά όλα είναι φίνα και ωραία, της λέω, αλλά αν ήσουνα στη θέση μου, θα 'χες κάνει τα ίδια που 'κανα κι εγώ. Εύκολο είναι να κριτικάρεις, της λέω, αλλά δεν περνάς τα βάσανα που περνάω εγώ».
95

«Αμ βέβαια», είπε η άλλη, «εκεί σε θέλω. Εκεί σε θέλω, που λέει ο λόγος».
Οι διαπεραστικές φωνές σταμάτησαν απότομα. Ot γυναίκες τον περιεργάζονταν καθώς περνούσε, μέσα σε μια εχθρική σιωπή. Όμως δεν ήταν ακριβώς εχθρότητα• απλώς ένα είδος επιφυλακτικότητας, μια στιγμιαία ένταση όπως στο πέρασμα ενός ασυνήθιστου ζώου. Η μπλε φόρμα του Κόμματος δεν μπορούσε να είναι συνηθισμένο θέ-αμα σ' ένα δρόμο σαν αυτόν. Πραγματικά, δεν ήταν φρόνιμο να τριγυρίζεις σ' αυτά τα μέρη, εκτός αν είχες συγκεκριμένη δουλειά. Μπορεί να σε σταματούσαν οι περίπολοι, αν τύχαινε να πέσεις επάνω τους. «Μπορώ να δω τα χαρτιά σου, σύντροφε; Tt κάνεις εδώ; Tt ώρα έφυγες από τη δουλειά σου; Από δω περνάς συνήθως για να πας στο σπίτι σου;» Και ούτω καθεξής. Όχι πως υπήρχε κανένας νόμος που να απαγορεύει να πας σπίτι σου από άλλο δρό-μο, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αρκετό να τραβήξει την προσοχή επάνω σου, αν το μάθαινε η Αστυνομία της Σκέψης.
Ξάφνου, ολόκληρος ο δρόμος αναστατώθηκε. Κραυγές πανικού ακούστηκαν από παντού. Ot άνθρωποι έτρεχαν στα σπίτια τους σαν λαγοί. Μια νεαρή γυναίκα βγήκε τρέχοντας από μια πόρτα λίγο πιο πέρα απ' τον Γουίνστον, άρπαξε ένα μωρό που έπαιζε στα λασπόνε-ρα, το τύλιξε στην ποδιά της και μ' ένα σάλτο χώθηκε ξανά στο σπίτι της. Την ίδια στιγμή, ένας άνθρωπος, με μαύρο κοστούμι και παντελόνι σαν φυσαρμόνικα, ξεπήδησε από το πλαινό στενό κι έτρε-ξε προς τον Γουίνστον δείχνοντας κατά τον ουρανό αναστατωμένος.
«Χύτρα!» ούρλιαξε. «Πρόσεχε, αφεντικό! Πέφτει βόμβα! Ξά-πλα γρήγορα!»
«Χύτρα» ήταν το παρατσούκλι που, άγνωστο για ποιο λόγο, ot προλετάριοι είχαν δώσει στις ρουκέτες. 0 Γουίνστον μεμιάς έπεσε μπρούμυτα. Οι προλετάριοι κατά κανόνα είχαν δίκιο όταν έκαναν τέτοιες προειδοποιήσεις. Φαίνεται ότι είχαν ένα είδος ενστίκτου που τους ειδοποιούσε μερικά δευτερόλεπτα προτού πέσει η βόμβα, μ' όλο που υποτίθεται ότι οι κατευθυνόμενες βόμβες ταξίδευαν γρηγορότε-ρα από τον ήχο. 0 Γουίνστον κάλυψε το κεφάλι του με τα χέρια.
96

Συνέχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου