Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

1984 - Όργουελ (μέρος 4)

Ήξερε τώρα, πως, εδώ και εφτά χρόνια, η Αστυνομία της Σκέψης τον παρακολουθούσε σαν ένα ζωυφιο κάτω από μεγεθυντικό φακό. Δεν υπήρχε καμιά πράξη, καμιά λέξη ειπωμένη δυνατά που να είχε περάσει απαρατήρητη, κανένας συλλογισμός που να μην μπόρεσαν να αχοΚουθΎ\σουν. Ακόμα και ο κόκκος της άσπρης σκόνης στο εξώφυλλο του ημερολογίου είχε αντικατασταθεί με προσοχή.
Τον έβαλαν ν' ακούσει ηχογραφημένα όσα είχε πει, του έδειξαν φωτογραφίες. Μερικές από αυτές'ήταν της Τζουλιας και του ίδιου. Ναι, ακόμα και...
Δεν μπορούσε πια να αγωνιστεί ενάντια στο Κόμμα. Εξ άλλου, το Κόμμα είχε δίκιο. Έτσι πρέπει να είναι: πώς μπορεί να σφάλλει ένα αθάνατο, συλλογικό μυαλό; Με ποια εξωτερικά μέτρα μπορού-σε κανείς να ελέγξει τις κρίσεις του; Η ισορροπία του μυαλού είναι θέμα στατιστικής. Απλώς ήταν θέμα να μάθει κανείς να σκέφτεται όπως αυτοί. Μόνο!..
Μέσα στα δάχτυλά του ένιωθε το μολύβι χοντρό και δύσχρη-στο. Άρχισε να γράφει τις σκέψεις που του έρχονταν στο νου. Έγραψε πρώτα με μεγάλα, αδέξια κεφαλαία:
Η ΕΛΕΪΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Έπειτα, χωρίς να σταματήσει, έγραψε από κάτω:
ΔΪΟ ΚΑΙ ΔΥΟ ΙΣΟΝ ΠΕΝΤΕ
'Τστερα, όμως, σαν να τον αναχαίτισε κάτι. To μυαλό του, σαν να προσπαθούσε από ντροπή ν' απομακρυνθεί α.τ.6 μία ιδέα, φαινόταν ανίκανο να συγκεντρωθεί. Ήξερε πως γνώριζε τι ακολουθούσε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να το θυμηθεί. Ξαναήρθε στη μνή-μη του, αλλά μόνο σαν συνειδητός συλλογισμός — οι λέξεις δεν ήρθαν αυθόρμητα. Έγραψε:
0 ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΓΝΑΜΗ
301

Τα δέχτηκε όλα. To παρελθόν μπορούσε να αλλάξει. To παρελ-θόν δεν είχε ποτέ αλλάξει. Η Ωκεανία πολεμούσε με την Ανατολα-σία. Η Ωκεανία πάντα πολεμούσε με την Ανατολασία. 0 Τζόουνς, ο Άαρονσον και ο Ράδερφορντ ήταν ένοχοι για τα εγκλήματα που τους είχαν καταλογίσει. Δεν είχε δει ποτέ τη φωτογραφία που αποδείκνυε την αθωότητά τους. Δεν υπήρξε ποτέ. Αυτός την είχε εφεύρει. Θυμόταν πως μέσα στη μνήμη του υπήρχαν αντίθετα πράγ-ματα, αλλά ήταν αναμνήσεις ψεύτικες, προϊόντα αυθυποβολής. Πό-σο εύχ,όλα ήταν όλα! Αρκούσε να παραδοθείς, και όλα τ' άλλα α-κολουθούσαν. Ήταν σαν να κολυμπούσες αντίθετα σ' ένα ρεύμα που, παρά το σκληρό αγώνα σου, σ' έσπρωχνε πάλι πίσω, και τότε, ξαφνικά αποφάσισες να κάνεις στροφή και να κολυμπήσεις σύμφω-να με το ρεύμα αντί να πηγαίνεις ενάντιά του. Τίποτα δεν άλλαξε εκτός από τη δική σου στάση: αυτό που ήταν να γίνει θα γινόταν οπωσδήποτε. Δεν ήξερε καλά καλά γιατί είχε επαναστατήσει. Όλα ήταν εύκολα, πλην!..
Όλα μπορούσαν να 'vat αλ-ηθεια. Ot λεγόμενοι νόμοί της Φύσης ήταν ανοησίες. 0 νόμος της βαρύτητας ήταν ανοησίες. «Αν ήθελα», είχε πει ο Ο'Μπράιεν, «θα μπορούσα να ανυψωθώ από το πάτωμα και να πετάξω στον αέρα σαν σαπουνόφουσκα». 0 Γουίνστον μελέ-τησε αυτή τη φράση «Αν αυτός νομίζει πως υψώνεται στον αέρα και συνάμα κι εγώ το νομίζω, τότε αυτό γίνεται στ' αλήθεια». Ξαφνι-κά, σαν ένα κομμάτι από βυθισμένο ναυάγιο που αναδύεται στην επιφάνεια του νερού, μια σκέψη τού ήρθε στο μυαλό. «Δεν συμβαί-νει στ' αλήθεια. To φανταζόμαστε. Είναι παραίσθηση». Έδιωξε α-μέσως αυτή τη σκέψη. Η πλάνη ήταν ολοφάνερη. Προϋπέθετε ότι κάπου, έξω από τον εαυτό σου, υπήρχε ένας πραγματικός κόσμος όπου συνέβαιναν πραγματικά γεγονότα. Αλλά πώς μπορουσε να υπάρχει τέτοιος κόσμος; Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε πράγματα χωρίς τη μεσολάβηση του μυαλού μας; Ό,τι συμβαίνει είναι μέσα στο μυαλό μας. Ό,τι συμβαίνει στο μυαλό όλων συμβαίνει στην πραγματικότητα.
Δεν δυσκολεύτηκε να αναιρέσει την πλάνη και δεν κινδύνευε
302
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
καθόλου να υποκύψει σ' αυτή. Κατάλαβε πάντως ότι δεν έπρεπε να έχει κάνει τη σκέψη. To μυαλό πρέπει να περιβάλλει μ' ένα αδιαπέρα-στο τείχος κάθε επικίνδυνη σκέψη. Η διαδικασία πρέπει να είναι αυ-τόματη, ενστικτώδης. Στη Νέα Ομιλία, αυτό το έλεγαν εγκληματό-παυσιη.
Βάλθηκε να εξασκείται στην εγκληματόπαυση. Έθετε στον εαυτό του προτάσεις σαν: «To Κόμμα λέει πως η γη είναι επίπε-δη», «To Κόμμα λέει πως ο πάγος είναι βαρύτερος από το νερό», και εξασκήθηκε στο να μη βλέπει ή να μην καταλαβαίνει τα αντί-θετα επιχεφήματα. Δεν ήταν zuxoko. Απαιτούσε μεγάλες ικανότη-τες συλλογισμού και αυτοσχεδιασμού. Τα αριθμητικά προβλήματα που αναφύονται από ένα αξίωμα σαν το «δύο και δύο ίσον πέντε» ήταν έξω από τις δυνατότητές του να τα συλλάβει. Ακόμα χρεια-ζόταν ένα είδος εκγύμνασης του μυαλού. Την ικανότητα τη μια στιγμή να χρησιμοποιεί κανείς την πιο λεπτή λογική και την άλλη να μην αντιλαμβάνεται τα πιο χονδροειδή λάθη λογικής. Η ηλιθιό-τητα ήταν το ίδιο απαραίτητη με την ευφυΐα και εξίσου δύσκολο να την πετύχεις.
Όλο αυτό το διάστημα, ένα μέρος του μυαλού του αναρωτιόταν πότε θα τον σκότωναν. «Όλα εξαρτώνται από σένα», είχε πει ο Ο'Μπράιεν. Αλλά ήξερε ότι δεν υπήρχε καμιά συνειδητή πράξη που θα μπορούσε να τον φέρει πιο κοντά σ' αυτή τη στιγμή. Μπορούσε να είναι σε δέκα λεπτά ή σε δέκα χρόνια. Μπορεί να τον κρατούσαν για χρόνια σε απομόνωση, μπορεί να τον έστελναν σε καταναγκα-στικά έργα, μπορεί να τον άφηναν ελεύθερο για λίγο καφό, όπως το έκαναν κάποτε. Ήταν πολύ πιθανό, προτού τον σκοτώσουν, να ξαναπαιχτεί από την αρχή το δράμα της σύλληψης και της ανά-κρισής του. To μόνο σίγουρο ήταν πως ο θάνατος δεν ερχόταν ποτέ τη στιγμή που τον περίμενες. Η παράδοση — για την οποία δεν μιλούσε κανείς ποτέ, αλλά την ήξερες κι ας μην είχες ακούσεί ποτέ τίποτα— ήταν πως σε τουφέκιζαν από πίσω, πάντα στον αυχένα, απροειδοποίητα, την ώρα που προχωρούσες στο διάδρομο περνώ-ντας από κελί σε κελί.
303

Μια μέρα — αλλά «μια μέρα», δεν ήταν η σωστή έκφραση• υπήρχε η ίδια πιθανότητα να ήταν μεσάνυχτα — μια φορά, λοιπόν, είχε πέσει σε μια παράξενη, ευτυχισμένη ονειροπόληση. Προχω-ρούσε στο διάδρομο περιμένοντας τη σφαίρα. Ήξερε πως θα 'ρχόταν από στιγμή σε στιγμή. Όλα είχαν εξομαλυνθεί, ήταν τακτοποιη-μένα, συμφιλιωμένα. Δεν υπήρχαν πια αμφιβολίες, λογομαχίες, δεν υπήρχε πια πόνος, φόβος. To σώμα του ήταν δυνατό, γεμάτο υγεία. Περπατούσε άνετα, με χαρούμενη κίνηση κοα το αίσθημα πως περπατά μέσα στο ηλιόφωτο. Δεν βρισκόταν πια στους στενούς, λευκούς διαδρόμους του Υπουργείου Αγάπης, αλλά στο ηλιόλου-στο, φαρδύ μονοπάτι όπου νόμιζε πως περπατά σ' ένα παραλήρη-μα που του είχαν προκαλέσει τα ναρκωτικά. Ήταν στη Χρυσα-φένια Χώρα. Περπατούσε στο μονοπάτι που διέσχιζε τον παλιό βο-σχότοπο που είχαν τρυγήσει οι λαγοί. Ένιωθε κάτω από τα πόδια του την απαλή χλόη και στο πρόσωπό του τη γλυκιά ζεστασιά του ήλιου. Στην άλλη άκρη του αγρού, οι φτελιές σείονταν αργά, και κάπου πιο μακριά ήταν το ρυάκι όπου κάτω από τις ιτιές, στις πράσινες όχθες του, κολυμπούσαν κυπρίνοι.
Ξαφνικά, τον κατέλαβε απερίγραπτος τρόμος. Ιδρώτας έλουσε τη σπονδυλική του στήλη. Άκουσε τον εαυτό του να ξεφωνίζει:
«Τζούλια! Τζούλια! Τζουλια, αγάπη μου! Τζούλια!»
Προς στιγμήν τον είχε ολοκληρωτικά κυριέψει η ψευδαίσθηση της παρουσίας της. Του φάνηκε ότι η Τζούλια όχι μόνο βρισκόταν μαζί του, αλλά μέσα του. Σαν να ήταν ένα με την υφή του δέρματός του. Εκείνη τη στιγμή, την αγαπούσε πολύ περισσότερο απ' ό,τι την είχε αγαπήσει όταν ήταν μαζί και ελεύθεροι. Ήξερε ακόμα ότι κάπου εκείνη εξακολουθούσε να ζει και είχε ανάγκη από τη βοή-θειά του.
Ξάπλωσε πάλι και προσπάθησε να ηρεμήσει. Πόσα χρόνια είχε προσθέσει στη δουλειά του μ' αυτή τη στιγμή αδυναμίας;
Σε λίγο θ' άκουγε απ' έξω τα βήματα από τις μπότες. Δεν μπορούσαν ν' αφήσουν τζτοιο ξέσπασμα ατιμώρητο. Ήξεραν τώρα, αν δεν το ήξεραν και από πριν, πως είχε σπάσει τη συμφωνία που
304
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
είχε κάνει μαζί τους. Υπάκουε στο Κόμμα, αλλά εξακολουθούσε να μισεί το Κόμμα. Στο παρελθόν είχε κρύψει την αφετική του σκέψη κάτω από ένα προσωπείο κομφορμισμού. Τώρα είχε υποχωρήσει ένα βήμα ακόμα. Είχε υποταχθεί στο μυαλό, αλλά είχε ελπίσει πως θα κρατήσει το βάθος της καρδιάς του απαραβίαστο. Ήξερε πως έκανε λάθος, αλλά προτιμούσε να κάνει λάθος. Θα το καταλάβαιναν αυτό — ο Ο'Μπράιεν θα το καταλάβαινε. Αυτή η μοναδική ανόητη κραυ-γή περιείχε όλες τις ομόλογίζς.
Έπρεπε να ξαναρχίσει από την αρχή. Ίσως να έπαιρνε χρόνια. Έφερε το χέρι στο πρόσωπό του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με τη νέα του μορφή. Τα μάγουλά του είχαν βαθιές ουλές. Τα μήλα ξεπετάγονταν σουβλερά, η μύτη ισοπεδωμένη. Εξ άλλου, από την τελευταία φορά που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, του είχαν δώσει οδοντοστοιχία. Δεν ήταν εύκολο να κρατήσεις το πρόσωπό σου ανεξιχνίαστο όταν δεν ήξερες πώς είναι. Οπωσδήποτε, δεν αρκούσε μόνο να ελέγχεις τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου. Για πρώτη φορά στη ζωή του, κατάλαβε πως, αν ήθελε κανείς ya κρατήσει ένα μυστικό, έπρεπε να το κρύψει και από τον εαυτό του. Πρέπει να ξέρεις ότι βρίσκεται πάντα εκεί, αλλά εφόσον δεν είναι απαραίτητο, δεν πρέπει να το αφήσεις να βγει στην επιφάνεια της συνείδησης με αναγνωρίσιμη μορφή. Από τώρα και στο εξής δεν πρέπει μόνο να σκέφτεται σωστά, πρέπει να αισθάνεται σωστά, να ονεφεύεται σω-στά. Kat καθ' όλο αυτό το διάστημα, θα κρατάει το μίσος κρυμ-μένο μέσα του, σαν μια σφαίρα ύλης που θα είναι μέρος του εαυ-τού του και ταυτόχρονα δεν θα έχει κανένα δεσμό με τον υπόλοιπο εαυτό του, κάτι σαν κύστη.
Mta μέρα θ' αποφάσιζαν να τον σκοτώσουν. Δεν μπορούσες να ξέρεις ποια στιγμή θα σε χτυπούσε η σφαίρα, αλλά θα μπορούσες να το μαντέψεις δευτερόλεπτα πριν. Πάντα από πίσω, εκεί που βη-ματίζεις στο διάδρομο. Δέκα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα μπορούσε να αναποδογυρίσει όλος ο εσωτερικός του κόσμος. Και τότε, ξαφνικά, χωρίς να προφέρει λέξη, χωρίς να σταματήσει το βήμα του, χωρίς να κινηθεί ούτε ένας μυς του προσώ-
305

που του, — ξαφνικά, το προσωπείο θα έπεφτε και μπαμ! οι μπα-ταρίες του μίσους του θα εξαπέλυαν όλο το φορτίο τους. To μίσος θα τον περιτύλιγε σαν μια τεράστια φλόγα που μουγκρίζει και, σχεδόν αμέσως, μπαμ! θα ερχόταν η σφαίρα, πολύ αργά ή πολύ νωρίς. Θα είχαν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα προτού προ-φτάσουν να τα διεκδικήσουν πάλι. Η αιρετική σκέψη θα έμενε ατιμώρητη, αμετανόητη, έξω από την κυριαρχία τους για πάντα. Σκοτώνοντάς τον, θα άνοιγαν μια τρύπα στην τελειότητά τους. Να πεθάνεις μισώντας τους, αυτό ήταν ελευθερία.
Έκλεισε τα μάτια. Ήταν πιο δύσκολο από το να δεχτεί μια διανοητική πειθαρχία. Ήταν ζήτημα αυτοταπείνωσης, αυτοακρω-τηρ:ασμού. Έπρεπε να βουτηχτεί μέσα στον πιο βρομερό βόρβορο. Ποιο ήταν το πιο τρομερό, το πιο αηδιαστικό απ' όλα; Σκέφτηκε τον Μεγάλο Αδελφό. To τεράστιο πρόσωπο (καθώς τον έβλεπε συνεχώς στις αφίσες, τον φανταζόταν πάντα με πρόσωπο πλατύ ένα μέτρο) με το παχύ μαύρο μουστάκι και τα μάτια που έδειχναν να σε παρα-κολουθούν παντού, παρουσιάστηκε στο μυαλό του σαν από μόνο του. Ποια ήταν τ' αληθινά του αισθήματα για τον Μεγάλο Αδελφό;
Στο διάδρομο ακούστηκαν βαριά βήματα από μπότες. Η ατσά-λινη πόρτα άνοιξε μ' ένα μεταλλικό ήχο. 0 Ο'Μπράιεν μπήκε στο κελί. Πίσω του ήταν ο αξιωματικός με το κέρινο πρόσωπο και οι φύλακες με τις μαυρες στολές.
«Σήκω πάνω», είπε ο Ο'Μπράιεν. «'Ελα εδώ».
0 Γουίνστον στάθηκε όρθιος μπροστά του. 0 Ο'Μπράιεν έ-πιασε τους ώμους του με τα δυνατά του χέρια και τον κοίταξε στο πρόσωπο.
«Σκέφτηκες να με εξαπατήσεις», είπε. «Αυτό ήταν βλακώδες. Στάσου ίσια. Κοίταξέ με στο πρόσωπο».
Σταμάτησε και συνέχισε με πιο ευγενικό ύφος:
«Προοδεύεις. Διανοητοςά, .πολύ_ λίγο σου λείπει γ«χ να είσαι εντάξει. Συναισθηματικά μόνοι_δενι_έχεις._σημειώσει πρόοδο. Πες μου, Γουίνστον —και πρόσεχε όχι ψέματα! Ξέρεις πως μπορώ ν ανα-καλύπτω πάντα το ψέμα— πες μου, ποια είναι τα αληθινά σου αισθήματα για τον Μεγάλο Αδελφό;»
306

«Τον μισώ!»
«Τον μισείς. Ωραία. Τότε, έφτασε η ώρα να κάνεις το τελευταίο βήμα. Πρέπει ν' αγαπήσεις τον Μεγάλο Αδελφό. Δεν αρκεί να τον υπακους. Πρέπει να τον αγαπάς».
Άφησε τον Γουίνστον και τον έσπρωξε ελαφρά προς τους φύ-λακες.
«Θάλαμος 101» είπε.
V
Σε κάθε στάδιο της φυλάκισής του, ήξερε, ή νόμιζε πως ήξερε, σε ποιο περίπου μέρος του τεράστιου και δίχως παράθυρα κτιρίου βρι-σκόταν. Ίσως υπήρχαν μικρές διαφορές στην ατμοσφαιρική πίεση. Τα κελιά όπου τον είχε ανακρίνει ο Ο'Μπράιεν ήταν ψηλά, κοντά στη στέγη. To μέρος όπου βρισκόταν τώρα ήταν πολλά μέτρα κάτω από τη γη, όσο βαθύτερα μπορουσε κανείς να φτάσει.
Ήταν μεγαλύτερο απ' όλα τα κελιά όπου είχε βρεθεί ως τώρα. Αλλά μόλις και μετά βίας έβλεπε τι υπήρχε γύρω του. Πρόσεξε μόνο ότι μπροστά του ήταν δύο μικρά τραπεζάκια, σκεπασμένα με πρά-σινη τσόχα. To ένα σε απόσταση ενός δύο μέτρων από αυτόν, και το άλλο ήταν πιο μακριά, κοντά στην πόρτα. Ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα και δεμένος τόσο σφιχτά, που δεν μπορούσε να κουνή-σει ούτε το κεφάλι. Κάτι του συγκρατούσε το κεφάλι από πίσω και τον ανάγκαζε να βλέπει ίσια μπροστά του.
Έμεινε μόνος για μια στιγμή, κι έπειτα άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Ο'Μπράιεν.
«Με ρώτησες κάποτε», του είπε, «τι υπήρχε στο Θάλαμο 101. Σου είπα πως το ήξερες ήδη. Όλοι το ξέρουν. Στο Θάλαμο 101 υπάρχει το χεφότερο πράγμα στον κόσμο».
Η πόρτα άνοιξε πάλι. Μπήκε μέσα ένας φύλακας κουβαλώ-ντας κάτι φτιαγμένο από σύρμα, κάτι σαν κιβώτιο ή καλάθι. To
307

άφησε στο τραπέζι που βρισκόταν πιο πέρα από τον Γουίνστον. Εκεί που στεκόταν ο Ο'Μπράιεν εμπόδιζε τον Γουίνστον να δει τι ήταν.
«To χειρότερο πράγμα στον κόσμο», είπε ο Ο'Μπρόαεν, «ποικίλ-λει ανάλογα με τον άνθρωπο. ΓΥ άλλον μπορεί να είναι να τον θά-ψουν ζωντανό, γι' άλλον να καεί ζωντανός, γι' άλλον να πνιγεί, και πενήντα άλλοι τρόποι θανάτου. Τπάρχουν όμως και περιπτώσεις ό-που είναι κάτι εντελώς ασήμαντο, που δεν έχει καν μοφαίες συνέπειες».
Είχε λίγο μετακίνηθεί, ώστε ο Γουίνστον μπορούσε να βλέπεί καλύτερα το αντικείμενο πάνω στο τραπέζι. Ήταν ένα μακρόστενο συρμάτινο κλουβι' μ' ένα χερούλι στην κορυφή για να μεταφέρεται. Στο μπροστινό μέρος του κλουβιού ήταν στερεωμένο κάτι που έ-μοιαζε με μάσκα ξιφασκίας, με την κοίλη επιφάνεια προς τα έξω. Μ' όλο που βρισκόταν τρία τέσσερα μέτρα μακριά του, μπορούσε να δει ότι το κλουβί ήταν χωρισμένο κατά μήκος σε δύο μέρη, και στο καθένα από αυτά υπήρχε κάτι ζωντανό. Ήταν αρουραίοι.
«Στην περίπτωσή σου», είπε ο Ο'Μπράιεν, «το χεφότερο πράγ-μα στον κόσμο συμβαίνει να είναι οι apoupaiot».
Κάτι σαν προεξαγγελτικός τρόμος, ένας φόβος για το αόριστο, είχε διαπεράσει τον Γουίνστον με την πρώτη ματιά που έριξε στο κλουβί. Αλλά τούτη τη στιγμή, ξαφνικά, κατάλαβε το νόημα αυτού του πράγματος που έμοίαζε με μάσκα και που είχαν στερεώσει απ' έξω. Πάγωσαν τα σωθικά του.
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» ούρλιαξε με ραγισμένη φω-νή. «Δεν μπορείς, δεν μπορείς! Δεν είναι δυνατόν!»
«Θυμάσαι», είπε ο Ο'Μπράιεν, «τη στιγμή του πανικού που ερχόταν πάντα στα όνειρά σου; Μπροστά σου υπήρχε ένα τείχος σκοταδιού και στ' αφτιά σου έφτανε ένα βουητό. Τπήρχε κάτι τρο-μερό στην άλλη πλευρά του τείχους. 'Ήξερες τι ήταν, αλλά δεν τολ-μούσες να ομολογήσεις στον εαυτό σου πως ήξερες. Στην άλλη πλευρά του τείχους, άυτόπου υπήρχε-ήταν αρουραίοι».
«Ο'Μπράιεν!» είπε ο Γουίνστον, κάνοντας προσπάθεια να κυ-ριαρχήσει στη φωνή του. «Ξέρεις πως δεν χρειάζεται να γίνει αυτό, τι θέλεις να κάνω;»
308
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
0 Ο'Μπράιεν δεν έδωσε άμεση απάντηση. Όταν μίλησε, είχε πάρει το δασκαλίστικο ύφος που συνήθιζε καμιά φορά. Κοίταξε σκεφτικός μακριά, σαν να απευθυνόταν σε ακροατήριο, κάπου πίσω από τον Γουίνστον.
«0 πόνος από μόνος του», είπε, «δεν είναι πάντα αρκετός. Τπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι αντέχουν στον πόνο μέχρι θανάτου. Αλλά για κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να υποφέρει, που δεν μπορεί ούτε να σκεφτεί. Αυτό δεν έχει σχέση με το θάρρος και τη δειλία. Όταν πέφτεις από ένα ύψος, δεν είναι δει-λία να πιαστείς από ένα σκοινί. Όταν ανεβαίνεις από τα βάθη του νερού, δεν είναι δειλία να γεμίσεις τα πνευμόνια σου με αέρα. Είναι απλώς ένστικτο, που δεν μπορείς να μην το υπακούσεις. To ίδιο εί-ναι για σένα θι αρουραίοι. Δεν μπορείς να τους υποφέρεις. Είναι μια μορφή πίεσης που δεν μπορείς ν' αντέξεις, ακόμα και αν ήθελες. Θα κάνεις αυτό που απαιτείται».
«Μα τι είναι, τι είναι; Πώς μπορώ να το κάνω, όταν δεν ξέρω τι είναι;»
0 Ο'Μπράιεν σήκωσε το κλουβί πηγαίνοντας στο τραπέζι που ήταν πιο κοντά στον Γουίνστον. To ακούμπησε με προσοχή στο πράσινο κάλυμμα. 0 Γουίνστον άκουγε το αίμα να βουίζει στ' αφτιά του. Είχε το αίσθημα πως βρισκόταν σε μια απέραντη μοναξιά. Ήταν στη μ.έστη μιας αχανούς άδειας πεδιάδας, μιας ερήμου πυρακτωμένης από τον ήλιο, όπου οι ήχοι έφταναν από τεράστιες α-ποστάσεις. Kt όμως, το κλουβί με τους αρουραίους ήταν μόλις δυο μέτρα μακριά του. Ήταν πελώριοι αρουραίοι. Ήταν στην ηλικία όπου το ρύγχος τους πλαταίνει και αγριευει, και το γκρίζο γίνεται καφετί.
«0 αρουραίος», είπε ο Ο'Μπράιεν απευθυνόμενος πάντα στο αόρατο ακροατήριό του, «μολονότι τρωκτικό, είναι σαρκοφάγο. To ξέρεις. Θα έχεις ακούσει τι γίνεται στις φτωχικές συνοικίες της πόλης. Σε μερικούς δρόμους, οι γυναίκες δεν τολμούν ν' αφήσουν τα μωρά μόνα τους στο σπίτι ούτε πέντε λεπτά. Είναι σίγουρο πως οι αρουραίοι θα τους επιτεθούν. Μέσα σε λίγα λεπτά, θα τους έχουν
309

αφήσει μόνο τα κόκαλά τους. Ορμούν επίσης κοα στους αρρώστους ή στους ετοιμοθάνατους. Δείχνουν μια εκπληκτική ικανότητα να καταλαβαίνουν πότε ένας άνθρωπος είναι ανήμπορος».
Ακούστηκαν διαπεραστικά τσφίγματα μέσα στο κλουβί. Του Γουίνστον του φάνηκε πως έρχονταν από πολύ μακριά. Ot αρου- • ραίοι πάλευαν, προσπαθούσαν να αρπαχτούν μέσα από το χώρισμα. Άκουσε ένα βαθύ βογκητό απελπισίας, που κι αυτό σαν να ερχόταν από κάπου απ' έξω, μακριά του.
0 Ο'Μπράιεν σήκωσε το κλουβί και πίεσε κάτι στο εσωτερικό. Ακούστηκε ένα διαπεραστικό κλικ, ο ξερός κρότος ενός ελατηρίου. 0 Γουίνστον έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελευθερωθεί. Αδύνατον. Όλα τα μέρη του σώματός του, ακόμα και το κεφάλι, ήταν ακινητοποιημένα. 0 Ο'Μπράιεν έφερε το κλουβί πιο κοντά. Τώρα απείχε λιγότερο από ένα μέτρο απ' το κεφάλι του Γουίνστον.
«Πίεσα τον πρώτο μοχλό», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Καταλαβαί-νεις την κατασκευή αυτού του κλουβιού. Η μάσκα θα εφαρμόσει στο κεφάλι σου, χωρίς ν' αφήνει καμιά διέξοδο. Όταν πιέσω αυτόν τον άλλο μοχλό, η πόρτα του κλουβιού θα σηκωθεί. Αυτά τα πεινασμέ-να κτήνη θα πεταχτούν έξω σαν σφαίρες. Έχεις δει ποτέ αρουραίο να πηδάει στον αέρα; θα χιμήξουν στο κεφάλι σου και θα σ' το ρημάξουν. Μερικές φορές ορμούν πρώτα στα μάτια. Άλλοτε ροκανί-ζουν τα μάγουλα και καταβροχθίζουν τη γλώσσα».
To κλουβί ήταν πιο κοντά• ήταν πολύ κοντά. 0 Γουίνστον άκουσε διαδοχικά διαπεραστικά τσιρίγματα που του φάνηκαν πως έρχονταν από κάπου ψηλά, πάνω από το κεφάλι του. Όμως αγωνί-στηκε σκληρά ενάντια στον πανικό του. Να σκεφτεί, να σκεφτεί — ακόμα και αν του έμεναν μόνο κλάσματα του δευτερολέπτου —, να σκεφτεί ήταν η μόνη ελπίδα. Ξαφνικά, του χτύπησε τα ρουθούνια η αποκρουστική μπόχα των αρουραίων. Μια δυνατή ναυτία σπάραξε τα σωθίκά του, κοα σχεδόν έχασε τις αισθήσείς του. Όλα γύρω του έγιναν σκοτάδι. Για μια στιγμή, έγινε ένας τρελός, ένα ζώο που ούρ-λιαζε. Τότε, καθώς έβγαινε από το σκοτάδι, γαντζώθηκε από μια ιδέα που του ήρθε. Δεν υπήρχε παρά ένας και μόνο ένας τρόπος να
310
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
σωθεί. Έπρεπε να παρεμβάλει κάποιο άλλο ανθρώπινο πλάσμα α-νάμεσα σ' αυτόν και τους αρουραίους, το σώμα κάποιου άλλου.
Η μάσκα κάλυπτε αρκετά μεγάλο χώρο τώρα, ώστε να περιο-ρίζει το πεδίο της ορατότητάς του, έτσι που να μην μπορεί να δει τίποτε άλλο. Η πόρτα του κλουβιού απείχε δύο σπιθαμές από το πρόσωπό του. Οι αρουραίοι ήξεραν, περίμεναν αυτό που επρόκειτο να γίνεί. Ένας από αυτούς πηδούσε πάνω κάτω, ένας άλλος, ένας γε-ροκαπετάνιος των υπονόμων, στεκόταν όρθιος, με στηριγμένα τα ρο-δαλά πόδια του στα κάγκελα και οσφραινόταν άγρια τον αέρα. 0 Γουίνστον έβλεπε τα μουστάκια και τα κίτρινα δόντια. Ξανά τον κυ-ρίεψε μαύρος πανικός. Ήταν τυφλός, ανυπεράσπιστος, σαλεμένος.
«Ήταν συνηθισμένη τιμωρία στην Αυτοκρατορική Κίνα», είπε ο Ο'Μπράιεν με τον αιώνιο διδακτισμό του.
Η μάσκα πλησίαζε στο πρόσωπο. To σύρμα άγγιζε το μάγουΚο του Γουίνστον. Και τότε — όχι, δεν ήταν ανακούφιση, μόνο μια ελπίδα, ένα σπάραγμα ελπίδας. ΙΊολύ αργά, ίσως πολύ αργά. Αλλά ξάφνου κατάλαβε ότι σε ολόκληρο τον κόσμο, υπήρχε μόνο ένα πρόσωπο στο οπο(ο μπορούσε να μεταφέρει την τιμωρία του — ένα και μόνο σώμα που μπορούσε να ρίξει ανάμεσα σ' αυτόν και τους α-ρουραίους. Και τότε ούρλιοιξε σαν μανιακός, επαναλαμβάνοντας ξα-νά και ξανά:
«Κάντε το στην Τζούλια! Κάντε το στην Τζούλια! Όχι σ' εμένα! Στην Τζουλια! Δεν με νοιάζει ό,τι και να της κάνετε. Ξεσκί-στε το πρόσωπό της, κατασπαράξτε την. Όχι σ' εμένα! Στην Τζούλια! Όχι σ' εμένα!»
Βυθιζόταν πίσω, σε τεράστια βάθη, μακριά από τους αρου-ραίους. Ήταν πάντα δεμένος στην καρέκλα, αλλά έπεφτε μέσ' από το πάτωμα, μέσ' από τους τοίχους του κτιρίου, μέσ' από τη γη, τους ωκεανούς, την ατμόσφαφα, βυθιζόταν στο διάστημα, στους κόλπους ανάμεσα από τ' αστέρια — μακριά, πιο μακριά, πάντα μα-κριά, μακριά, μακριά από τους αρουραίους. Βρισκόταν έτη φωτός μακριά, αλλά ο Ο'Μπράιεν στεκόταν πάντα δίπλα του. Ένιωθε ακόμα στο μάγουλό του το παγερό άγγιγμα του κλουβιού. Αλλά,
311

μέσ' από το σκοτάδι που τον τύλιγε, άκουσε άλλο ένα μεταλλι-κό κλικ και κατάλαβε ότι η πόρτα του κλουβιού έκλεισε και δεν άνοιγε.
VI
To Καφενείο της Καστανιάς ήταν σχεδόν άδειο. Μια ηλιαχτίδα που έπεφτε λοξά από το παράθυρο χρύσωνε την επιφάνεια των σκονισμένων τραπεζιών. Τρεις το απόγευμα, η μοναχική ώρα. Από τις τηλεοθόνες ερχόταν μια μεταλλική μουσική.
0 Γουίνστον κάθισε στη συνηθισμένη του θέση, με το βλέμμα καρφωμένο στο άδειο ποτήρι του. Πού και πού, έριχνε μια ματιά στο πλατύ πρόσωπο που τον ατένιζε από τον απέναντι τοίγο. 0 ΜΕΓΑΛΟΣ αδελφος ΣΕ βλεπει, έλεγε η λεζάντα.
Ένας σερβιτόρος, χωρίς να περιμένει να του παραγγείλουν, πή-γε και γέμισε το ποτήρι του με Τζιν Νίκης, ρίχνοντας μέσα λίγες σταγόνες από ένα άλλο μπουκάλι που στο φελλό του είχε προσαρ-μοσμένο ένα σωληνάκι. Ήταν ζαχαρίνη αρωματισμένη με γαρίφα-λα, η σπεσιαλιτέ του καφενείου.
0 Γουίνστον άκουγε την τηλεοθόνη. Προσώρας έπαιζε μόνο μουσική, αλλά από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μετέδιδε κανένα έκτακτο δελτίο του Τπουργείου Ειρήνης. Τα νέα από το αφρικανι-κό μέτωπο ήταν στο έπακρο ανησυχητικά. Τον είχαν απασχολήσει κατά διαστήματα όλη μέρα. Mca ευρασιατική στρατιά (η Ωκεανία βρισκόταν σ' εμπόλεμη κατάσταση με την Ευρασία, η Ωκεανία πάντα βρισκόταν σ' εμπόλεμη κατάσταση με την Ευρασία) προέ-λαυνε προς νότον με τρομακτική ταχύτητα. To μεσημβρινό δελτίο δεν είχε αναφέρει συγκεκριμένη περιοχή, αλλά ήταν πιθανό οι εκβο-λές του Κονγκό να είχαν ήδη μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Η Μπραζαβίλ και η Λεοπολντβίλ κινδύνευαν. Δεν χρειαζόταν να κοι-τάξει κανείς το χάρτη για να καταλάβει τι σήμαινε αυτό. Δεν ήταν
312
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
μόνο ότι χανόταν η Κεντρική Αφρική• για πρώτη φορά στα πολεμι-κά χρονικά, απειλούνταν έδαφος της ίδιας της Ωκεανίας.
Ένα δυνατό συναίσθημα, όχι ακριβώς φόβος αλλά κάτι σαν έξαψη, τον διαπέρασε σαν φλόγα κι ύστερα έσβησε. Έπαψε να σκέφτεται τον πόλεμο. Αυτό τον καιρό δεν μπορούσε να συγκεντρώ-σει τη σκέψη του σ' ένα θέμα πάνω από λίγες στιγμές. Σήκωσε το ποτήρί του και το άδεκχσε μονορούφι. Όπως πάντα, το τζιν τον έκανε ν' ανατριχιάσει και του έφερε μια ελαφριά ναυτία. To ποτό ήταν τραγικό. Τα γαρίφαλα και η ζαχαρίνη, αρκετά αηδιαστικά από μόνα τους, δεν μπορούσαν να σκεπάσουν την ελαιώδη μυρωδιά. Και το χειρότερο απ' όλα ήταν πως η μυρωδιά του τζιν, που δεν τον εγκατέλειπε νύχτα μέρα, ήταν μέσα του άρρηκτα δεμένη με τη μυρωδιά από εκείνους τους...
Δεν τους έλεγε ποτέ με τ' όνομά τους, ακόμα και στις σκέψεις του, και, όσο του ήταν δυνατόν, δεν έφερνε την εικόνα τους στο μυαλό του. Ήταν κάτι που μισοϋπήρχε στη συνείδησή του, κάτι που πλησίαζε στο πρόσωπό του, μια μυρωδιά που χτυπούσε στα ρουθού-νια του. Καθώς το τζιν ανέβηκε μέσα του, ρεύτηκε μέσ' από τα μελανά χείλη του. Είχε παχύνει από τότε που τον είχαν αφήσει ελεύθερο, είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Μάλιστα τώρα πολύ περισ-σότερο από πρώτα. Τα χαρακτηριστικά του είχαν χοντρυνει, το δέρμα στη μύτη και στα ζυγωματικά του προσώπου ήταν υπερβολι-κά κόκκινο, ακόμα και το φαλακρό κρανίο του είχε πάρει ένα πολύ σκούρο ρόδινο χρώμα. Ένας σερβιτόρος, και πάλι χωρίς να του το ζητήσει κανείς, έφερε το σκάκί και το τελευταίο φύλλο των Τάιμζ, με τη σελίδα γυρισμένη στο σκακιστικό πρόβλημα. Βλέποντας ά-δειο το ποτήρι του Γουίνστον, έφερε το μπουκάλι με το τζιν και το γέμισε. Δεν χρειαζόταν να τους παραγγέλνει. Ήξεραν τις συνή-θειές του. To σκάκι τον περίμενε πάντα, το γωνιακό τραπέζι ήταν πάντα κρατημένο γι' αυτόν. Ακόμα και όταν το καφενείο ήταν γεμάτο, το τραπέζι ήταν όλο δικό του, γιατί κανένας άλλος δεν ήθελε να κάθεται τόσο κοντά του. Ούτε τον ένοιαξε ποτέ να μετρή-σει τα ποτά του. Σε ακανόνιστα διαστήματα, του παρουσίαζαν
313

ένα λερό χαρτί που του έλεγαν πως είναι ο λογαριασμός, αλλά είχε την εντύτΐωση ότι του ζητούσαν πάντα λιγότερα απ' όσα έπρεπε να πληρώσει. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σημασία. Τώρα είχε πολλά χρήματα. Είχε ακόμα και δουλειά, μια αργομισθία, όπου πληρωνό-ταν πολύ καλύτερα απ' ό,τι στην παλιά του εργασία.
Η μουσική σταμάτησε στην τηλεοθόνη και τη θέση της πήρε μια φωνή. 0 Γουίνστον ανασήκωσε το κεφάλι ν' ακούσει. Κανένα ανακοινωθέν από το μέτωπο, όμως. Ήταν μόνο μια σύντομη αναγγε-λία από το Υπουργείο Αφθονίας. Φαίνεται ότι την περασμένη τρι-μηνία, η πρόβλεψη του δέκατου Τριετούς Πλάνου για τα κορδόνια των παπουτσιών είχε υπερκαλυφθεί κατά ενενήντα οκτώ τοις εκατό.
Μελέτησε το σκακιστικό πρόβλημα και τοποθέτησε τα πιόνια. Ήταν ένα πρόβλημα που απαιτούσε πονηριά και έβαζε στο παιχνίδι δύο αξιωματικούς. «Παίζουν τα λευκά και κάνουν ματ σε δύο κινή-σεις». 0 Γουίνστον σήκωσε τα μάτια στο πορτρέτο του Μεγάλου Αδελφού. Τα λευκά πάντα κερδίζουν, σκέφτηκε με νεφελώδη μυ-στικοπάθεια. Πάντα, χωρίς εξαίρεση, έτσι είναι κανονισμένα. Από καταβολής κόσμου, σε κανένα σκακιστικό πρόβλημα δεν έχουν ποτέ κερδίσει τα μαύρα. Αυτό δεν συμβόλιζε τον αιώνιο αναπότρεπτο θρί-αμβο του Καλού επί του Κακού; To τεράστιο πρόσωπο τον ατένιζε, γεμάτο ήρεμη δυναμη. Τα λευκά κάνουν πάντα ματ.
Η φωνή από την τηλεοθόνη σταμάτησε και πρόσθεσε με ένα ύφος διαφορετικό και πιο σοβαρό:
«Παρακαλείσθε να αναμένετε σημαντική ανακοίνωση που θα γίνει στις τρεις και μισή. Τρεις και μισή. Πρόκειται για ανακοίνωση υψίστης σημασίας. Προσοχή να μην τη χάσετε. Τρεις και μισή!»
Η μεταλλική μουσική ξανάρχισε. Η καρδιά του Γουίνστον δονήθηκε. Αυτό ήταν το ανακοινωθέν από το μέτωπο. To ένστικτό του τού έλεγε ότι τα νέα θα ήταν δυσάρεστα. Όλη μέρα η σκέψη μιας συντριπτικής ήττας στην Αφρική τον έπιανε και τον άφηνε κατά διαλείμματα μέσα σε σκιρτήματα υπερδιέγερσης. Του φαινό-ταν πως έβλεπε τον όγκο του ευρασιατικού στρατού να διασχίζει τα απαραβίαστα μέχρι τότε σύνορα και να εισβάλλει στη Νότια
314

. Αφρική σαν στρατιά από μυρμήγκια. Γιατί δεν μπορούσαν να βρού-νε τρόπο να τους υπερφαλαγγίσουν; Στο μυαλό του είχε καθαρό το περίγραμμα της δυτικοαφρικανικής ακτής. Πήρε τον αξιωματικό και τον μετακίνησε πάνω στο σκάκι. Εκε/ήτανε το σωστό σημείο. Ενώ έβλεπε τη μαύρη ορδή να ορμά προς τα νότια, είδε μια άλλη δύνα-μη, μυστηριωδώς συγκροτημένη, να βρίσκεται ξαφνικά στα νώτα τους καί να τους κόβει κάθε επικοινωνία από ξηρά καί από θά-λασσα. 0 Γουίνστον ένιωθε πως η επιθυμία του έκανε αυτή την άλ-λη δύναμη πραγματικότητα. Αλλά έπρεπε να δράσει αστραπιαία. Αν κατάφερναν να ελέγξουν ολόκληρη την Αφρική, αν είχαν αεροπο-ρικές και υποβρύχιες βάσεις στο Ακρωτήριο, θα έκοβαν την Ωκεανία στα δύο. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τα πάντα: την ήττα, τη συντριβή, την ανακατανομή του κόσμου, την καταστροφή του 1 Κόμματος! Πήρε βαθιά αναπνοή. Μέσα του αντιπάλευαν κράμα τα \συναισθήματα — ή μάλλον όχι ακριβώς κράμα, ήταν πιο πολύ διαδο-%ικά στρώματα συναισθημάτων, που δεν μπορούσε να πει κανείς ποί^ ήταν πιο βαθύ.
(Χπαροξυσμός πέρασε. Ξανάβαλε στη θέση του τον αξιωματι-κό, αλλά για την ώρα δεν μπορούσε να μελετήσει σοβαρά το σκακι-στικό πρόβλημα. Οι σκέψεις του χάνονταν και πάλι. Σχεδόν ασυ-νείδητα, χάραξε με το δάχτυλό του στη σκόνη του τραπεζιου:
2 + 2 = 5
«Δεν μπορούν να μπουν μέσα σου», είχε πει εκείνη. Κι όμως, μπορούσαν να μπουν μέσα σου. «Ό,τι σου συμβαίνει εδώ είναι για πάντα», είχε πει ο Ο'Μπράιεν. Αυτό ήταν αλήθεια. Τπήρχαν πράγματα, οι ίδιες σου οι πράξεις, που από αυτές δεν μπορούσες να γιατρευτείς. Κάτι μέσα στην ψυχή σου είχε σκοτωθεί. To είχαν κάψει, το είχαν καυτηριάσει.
Την είχε δει. Της είχε μιλήσει. Αυτό δεν ήταν καθόλου επικίν-δυνο. Ήξερε, σαν από ένστικτο, πως το Κόμμα δεν ενδιαφερόταν πια για τις πράξεις του. Θα μπορούσε να είχε κανονίσει να συναντηθουν
315

και δεύτερη φορά, αν ο ένας από τους δυο το ήθελε. Είχαν όμως συναντηθεί τυχαία. Ήταν στο πάρκο, μια μέρα του Μάρτη, με τσουχτερό κρύο, όταν η γη είναι σαν σίδερο και όλα τα φυτά μοιάζουν πεθαμένα, όταν δεν υπάρχει πουθενά ούτε ένα μπουμπού-κι, εκτός από μερικές ζαφορές, που, καθώς ξεπερνούν στο ύψος όλα τ' άλλα φυτά, γίνονται λεία του άγριου αέρα που τις δέρνει αλυπη-τα. Με τα χέρια παγωμένα και τα μάτια να τρέχουν, περπατούσε βιαστικά, όταν την είδε λ(γα μέτρα πιο πέρα. Αμέσως πρόσεξε πως είχε αλλάξει. Σε τι; Δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Διασταυρώ-θηκαν σχεδόν χωρίς να κοιταχτουν, έπειτα γύρισε πίσω και την ακολούθησε, χωρίς πολλή βιασύνη. Ήξερε ότι μπορούσε να το κάνει ακίνδυνα, κανείς δεν ενδιαφερόταν γι' αωχούς. Εκείνη δεν μιλούσε. Περπατούσε λοξά πάνω στη χλόη σαν να προσπαθούσε να τον ξεφορτωθεί, έπειτα φάνηκε σαν να αποφάσισε να υπομείνει μ' ε-γκαρτέρηση την παρουσία του δίπλα της. Τώρα βρίσκονταν μέσα σε μια συστάδα από γυμνούς θάμνους, που δεν τους έκρυβε ούτε τους προστάτευε από τον αέρα. Στάθηκαν. Έκανε τρομερό κρύο. 0 άνε-μος σφύριζε μέσ' από τα κλαδιά και τράνταζε τις αραιές βουτηγμένες στη σκόνη ζαφορές. Αγκάλιασε με το μπράτσο του τη μέση της.
Δεν υπήρχε τηλεοθόνη, αλλά θα υπήρχαν κρυμμένα μικρόφω-να• εξ άλλου, θα μπορουσαν να τους δουν. Δεν είχε σημασία, τίποτα δεν είχε σημασία. Θα μπορούσαν να ξαπλώσουν καταγής και να κάνουν αυτό, αν ήθελαν. 0 Γουίνστον, και μόνο που το σκέφτηκε, πάγωσε. Η Τζούλια δεν αντέδρασε καθόλου στο αγκάλιασμά του, ούτε καν προσπάθησε να ελευθερωθεί. Τότε κατάλαβε σε τι είχε άλλάξει.
To πρόσωπό της ήταν πιο χλομό και μια μεγάλη ουλή μι-σοκρυμμένη από τα μαλλιά αυλάκωνε το μέτωπο και τον κρόταφό της. Αλλά δεν ήταν αυτό η αλλαγή. Ήταν ότι η μέση της είχε πα-χύνει και είχε μια παράξενη ακαμψία. Θυμήθηκε μια φορά, που, ύστερα από μια έκρηξη βόμβας, είχε βοηθήσει να ανασύρουν ένα πτώμα από τα ερείπια. Είχε μείνει κατάπληκτος όχι μόνο από το πόσο απίστευτα βαρύ ήταν, αλλά και από την ακαμψία του και τη
316

δυσκολία που αντιμετώπίσε να το μετακινήσει. Έμοιαζε πιο πολυ με πέτρα παρά με σάρκα. To σώμα της Τζούλιας έδινε αυτή την εντυ-πωση. Του Γουίνστον του φάνηκε πως και το δέρμα της θα ήταν τελείως διαφορετικό απ' ό,τι ήταν μια φορά.
Δεν προσπάθησε να τη φιλήσει, ούτε μίλησαν. Καθώς διέσχιζαν την πελούζα, τον κοίταξε για πρώτη φορά στο πρόσωπο. Ήταν μόνο μια στιγμιαία ματιά, γεμάτη περιφρόνηση και απαρέσκεια. Αναρωτήθηκε αν αυτή η αηδία προερχόταν μόνο από το παρελθόν ή την προκαλούσε κο» το φουσκωμένο πρόσωπό του ή τα δάκρυα που του 'φερνε στα μάτια το ξεροβόρι. Κάθισαν σε δυο σιδερένιες καρέ-κλες, ο ένας δίπλα στον άλλον, αλλά όχι πολύ κοντά. Είδε πως ε-κείνη ετοιμαζόταν να μιλήσει. Έκανε λίγο πιο πέρα το χοντροκομ-μένο παπούτσι που φορούσε και πάτησε ένα κλαράκι. Πρόσεξε πως τα πόδια της φαινόταν σαν να είχαν πλατύνει.
«Σε πρόδωσα!» είπε εκείνη ψυχρά.
«Σε πρόδωσα», είπε αυτός.
Τον κοίταξε και πάλι με απαρέσκεια.
«Μερικές φορές», είπε, «σε απειλούν με κάτι — κάτι που δεν μπορείς να υποφέρεις- ούτε να το σκεφτείς δεν μπορείς. Και τότε λες "Μην το κάνετε σ' εμένα αυτό, κάντε το σε κάποιον άλλον, κάντε το στον τάδε". Και ίσως μετά προσποιηθείς πως ήταν μόνο μια πονηριά, ένα κόλπο, ότι δεν το είπες παρά μόνο για να σταματήσει το μαρτύριό σου και ότι δεν το εννοούσες πραγματικά. Όμως δεν είναι αλήθεια. Τη στιγμή που συμβαίνει, το εννοείς πραγματικά. Λες μέσα σου πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σωθείς και είσαι απόλυτα ζτοιμος να σωθείς με αυτό τον τρόπο. Θέλεις να συμβεί αυτό στο άλλο πρόσωπο. Δεν δίνεις δεκάρα αν θα υποφέρει. To μόνο που σ' ενδιαφέρει είναι ο εαυτός σου».
«To μόνο που σ' ενδιαφέρει είναι ο εαυτός σου», είπε εκείνος σαν ηχώ.
«Και μετά δεν αισθάνεσαι πια το ίδιο για το άλλο πρόσωπο».
«Όχι», είπε, «δεν αισθάνεσαι το ίδιο».
Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να πουν. 0 αέρας κολλούσε πάνω τους
317

τις λεπτές φόρμες τους. Ένιωσαν άσχημα που κάθονταν εκεί αμί-λητοι- εξ άλλου έκανε πολύ κρυο για να μένουν ακίνητοι. Είπε κά-τι, πως έπρεπε να προλάβει τον Τπόγειο, και σηκώθηκε να φύγει.
«Να ξαναϊδωθούμε», της είπε.
«Ναι», είπε κι αυτή, «να ξαναϊδωθούμε».
Την ακολούθησε για λίγο αναποφάσιστος, μισό βήμα πίσω της. Δεν ξαναμίλησαν. Δεν προσπάθησε να τον ξεφορτωθεί, αλλά προ-χώρησε με βήμα αρκετά γρήγορο ώστε να τον εμποδίσει να πηγαί-νει δίπλα της. Εκείνος είχε αποφασίσει να τη συνοδευσει μέχρι το σταθμό του Τπόγειου, αλλά, ξαφνικά, του φάνηκε άσκοπο και ανυπόφορο να σέρνεται έτσι μέσα στο κρύο. Τον έπιασε μια ακατανί-κητη επιθυμία, όχι τόσο να απομιακρυνθεί από την Τζούλια, όσο να γυρίσει στο Καφενείο της Καστανιάς, που ποτέ δεν του είχε φανεί τόσο ελκυστικό όσο αυτή τη στιγμή. Μπροστά του παρουσιάστη-κε σ' ένα νοσταλγικό όραμα το γωνιακό τραπέζι του με την εφη-μερίδα και το σκάκι, και το τζιν που κυλούσε ασταμάτητα. Προ-πάντων, εκεί θα είχε ζεστασιά. Μετά από λίγο, όχι εντελώς τυχαία, άφησε μια μικρή ομάδα ανθρώπων να τον χωρίσει από αυτήν. Έ-κανε μια χλιαρή απόπειρα να την ξαναφτάσει, ύστερα σιγάνεψε το βήμα του, έκανε στροφή και ξεκίνησε προς την αντίθετη κατεύ-θυνση. Θα είχε προχωρήσει πενήντα μέτρα, όταν γύρισε και κοί-ταξε πίσω. Δεν είχε πολυκοσμία, και όμως δεν μπορούσε να τη διακρίνει. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μέσα στις δεκάδες βιαστικές φιγούρες που ξεμάκραιναν. Ίσως να μην μπορούσε πια ν' αναγνωρίσει από πίσω το σώμα της τώρα, που είχε χοντρύνεί και εί-χε γίνει έτσι άγαρμπο.
«Τη στιγμή που συμβαίνει», είχε πει, «το εννοείς πραγμα-τικά». Nat, αυτός το εννοούσε. Δεν το είπε μόνο, το είχε θελήσει. Είχε θελήσει να παραδώσουν αυτήν, κι όχι αυτόν, στους...
Κάτι άλλαξε στη μουσική που ξεχυνόταν από την τηλεοθόνη. Μια συγκεκομμένη και χλευαστική νότα ακούστηκε, μια κίτρινη νότα. Kat τότε — ίσως δεν ήταν πραγματική, ίσως δεν ήταν παρά μια ανάμνηση μονάχα, που έπαιρνε τη μορφή ήχου— μια φωνή τραγούδησε:
318

Κάτω απ' της χαστανιάς τα φύλλα με πρόδωσες, σε πρόδωσα χι εγώ...
Δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια του. Ένας σερβιτόρος που περνούσε πρόσεξε πως ήταν άδεω το ποτήρι του και ήρθε με το μπουκάλι του τζιν.
Πήρε το ποτήρι του και το μύρισε. Σε κάθε γουλιά το ποτό γινόταν ολοένα και πιο φριχτό. Αλλά είχε γίνει γι' αυτόν το στοιχείο όπου κολυμπούσε. Ήταν η ζωή του, ο θάνατός του και η ανάστα-σή του. Ήταν το τζιν που κάθε βράδυ τον βύθιζε στη νάρκη. Ήταν το τζιν που κάθε πρωί τού ξανάδινε ζωή. Όταν ξυπνούσε, σπάνια πριν από τις έντεκα, με τσιμπλιασμένα μάτια, το στόμα κατάξερο να τον καίει, την πλάτη τσακισμένη σαν να τον είχαν ξυλοκοπήσει, του ήταν εντελώς αδύνατον ακόμα και να εγκαταλείψει την οριζό-ντια θέση, αν δεν είχε αποβραδίς δίπλα του το μπουκάλι με το φλι-τζάνι. Ύστερα έμενε καθισμένος όλο το μεσημέρι με νεκρωμένο πρόσωπο να παρακολουθεί την τηλεοθόνη με το μπουκάλι στο πλάι του. Από τις τρεις μέχρι την ώρα που έκλεινε, ήταν ο μόνιμος θαμώνας του Καφενείου της Καστανιάς. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για το τι έκανε, κανένα σφύριγμα δεν τον ξυπνούσε, καμιά τηλεο-θόνη δεν τον μάλωνε. Περιστασιακά, μπορεί δυο φορές την εβδο-μάδα, πήγαινε σ' ένα σκονισμένο, ξεχασμένο γραφείο του Υπουρ-γείου Αλήθειας κι έκανε λίγη δουλειά, ή, εν πάση περιπτώσει, κά-τι που λεγόταν δουλειά. Είχε διοριστεί στην υποεπιτροπή μιας υποεπιτροπής που ήταν παρακλάδι μιας από τις ατέλειωτες επι-τροπές που ασχολούνταν με τις δευτερεύουσας σημασίας δυσκο-λίες που συναντούσαν στη σύνταξη της Ενδέκατης Έκδοσης του Λεξικού της Νέας Ομιλίας. Αυτή η υποεπιτροπή καταγινόταν με τη σύνταξη ενός πράγματος που ονομαζόταν προσωρινή αναφορά, αλ-λά ο Γουίνστον δεν μπόρεσε ποτέ να εξακριβώσει περί τίνος επρό-κειτο. Φαίνεται πως ήταν κάτι που είχε σχέση με τη θέση των κομ-μάτων, αν έπρεπε να μπαίνουν πριν από την παρένθεση ή μετά.
319

Στην επιτροπή μετείχαν άλλοι τέσσερις, όλοι τους ίδιοι με τον ΓΌυίνστον•. Καμιά φορά συγκεντρώνονταν και έπειτα διαλύονταν πάλι, ομολογώντας μεταξύ τους με ειλικρίνεια ότι δεν είχαν τίποτα να κάνουν. Υπήρχαν όμως και μέρες όπου στρώνονταν σχεδόν με ζήλο στη δουλειά, συντάσσοντας ένα σωρό αναφορές και σχεδιά-ζοντας μακροσκελή υπομνήματα που δεν τελείωναν ποτέ• άλλες φορές πάλι, στη συζήτηση που άρχιζαν γύρω από το θέμα που υποτίθεται ότι τους απασχολούσε, έλεγαν ασαφή, συγκεχυμένα πράγ-ματα- γίνονταν συζητήσεις επί συζητήσεων γύρω από ορισμούς, τεράστιες παρεκβάσεις, τσακωμοί, ακόμα και απειλές ότι θα υποβά-λουν αναφορά στους ανωτέρους. Κι έπειτα, ξαφνικά, η φλόγα τούς εγκατέλειπε και κάθονταν γύρω γύρω στο τραπέζι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με σβησμένα μάτια, φαντάσματα που εξαφανίζονται μετά το λάλημα του πετεινού.
Η τηλεοθόνη σώπασε για λίγο. 0 Γουίνστον ξανασήκωσε το κεφάλι. To ανακοινωθέν! Όμως όχι, άλλαζε η μουσική. Στο μυαλό του είχε το χάρτη της Αφρικής. Η κίνηση των στρατευμάτων σχημάτιζε ένα διάγραμμα: ένα μαύρο βέλος που διέσχιζε κάθετα την περιοχή προς νότον κι ένα άσπρο βέλος οριζόντια προς την ανατολή περνώντας μέσ' από την ουρά του πρώτου. Σαν για να βεβαιωθεί πάλι, κοίταξε το γαλήνιο πρόσωπο στην αφίσα. Τπήρχε καμιά πι-θανότητα να μην υπάρχει καν το δεύτερο βέλος;
To ενδιαφέρον του έσβησε πάλι. Ρούφηξε άλλη μια γουλιά τζιν, πήρε τον αξιωματικό και προσπάθησε να τον μετακινήσει. Ρουά. Αλλά δεν ήταν η σωστή κίνηση, γιατί...
Μια ανάμνηση ήρθε απρόσκλητη στη σκέψη του. Είδε ένα δωμάτιο φωτισμένο μ' ένα κερί, επιπλωμένο, ένα μεγάλο κρεβάτι σκεπασμένο με άσπρο κάλυμμα και τον εαυτό του παιδί, εννιά δέκα χρονών, να κάθεται στο πάτωμα. Έπαιζε μ' ένα κουτί με κύβους ξε-καρδισμένος στα γέλια. Η μητέρα του καθόταν απέναντί του και γε-λούσε κι εκείνη.
Θα ήταν περίπου ένας μήνα πριν από την εξαφάνισή της. Ή-ταν μια στιγμή συμφιλίωσης. Η πείνα που του έτρωγε τα σωθικά
320

είχε για λίγο ξεχαστεί και η στοργή που έτρεφε για τη μητέρα του είχε για λίγο ζωντανέψει. Θυμόταν πολύ καλά τη μέρα, μια μέρα που έβρεχε και έριχνε χαλάζι. To νερό αυλάκωνε τα τζάμια του παραθύ-ρου και το φως μέσα ήταν πολύ αδύνατο για να μπορείς να διαβά-σεις. Η πλήξη των παιδιών μέσα στο στενόχωρο, σκοτεινό δωμάτιο αφόρητη. 0 Γουίνστον γκρίνιαζε και έκλαιγε, ζητούσε μάταια φαΐ, γυρόφερνε στο δωμάτιο, αναστάτωνέ τα πάντα, χτυπούσε τους τοίχους, ώσπου οι γείτονες άρχισαν να διαμαρτύρονται, ενώ το μι-κρότερο παιδί κάθε τόσο κλαψούριζε. Στο τέλος η μητέρα είπε: «Κάτσε λίγο φρόνιμος, και θα πάω να σου πάρω ένα παιχνίδι, ένα πολύ ωραίο παιχνίδι που θα σου αρέσει». Έπειτα, βγήκε στη βροχή και πήγε σ' ένα μαγαζάκι της γειτονιάς που άνοιγε ακόμα πότε πότε και πουλούσε τα πάντα. Γύρισε μ' ένα κουτί που είχε ένα παιχνίδι, το Φιδάκι. Θυμόταν α.γ.ό\χα τη μυρωδιά του βρεγμένου χαρτονιού. Ένα άθλιο κατασκεύασμα. To χαρτόνι είχε ρωγμές, και τα μικρά ξύλινα ζάρια ήταν τόσο στραβοκομμένα, που δεν μπορού-σαν να σταθούν σε μια πλευρά. 0 Γουίνστον κοίταξε το παιχνίδι σκυθρωπός και αδιάφορος. Τότε όμως, η μητέρα του άναψε ένα κερί και κάθισαν στο πάτωμα να παίξουν. Πολύ γρήγορα ενθουσιάστη-κε και ξεκαρδιζόταν στα γέλια, βλέποντας τα πούλια ν' ανεβαίνουν μ' ελπίδα τις σκάλες και υστερα να γλιστρούν κάτω μέσ' από τα φίδια και να ξαναγυρίζουν πίσω στο σημείο απ' όπου ξεκίνησαν. Έπαιξαν οκτώ παρτίδες, από τέσσερις κερδισμένες ο καθένας. Η α-δελφούλα του, πολύ μικρή για να καταλάβει το παιχνίδι, είχε ακου-μπήσει σ' ένα μαξιλάρι και γελούσε που έβλεπε τους άλλους να γε-λούν. Ένα ολόκληρο απόγευμα ήταν όλοι μαζί, ευτυχισμένοι όπως στα πρώτα παιδικά του χρόνια.
Έδιωξε την εικόνα από το μυαλό του. Ήτανε ψεύτικη ανά-μνηση. Συχνά τον ενοχλούσαν ψεύτικες αναμνήσεις. Δεν είχαν ση-μασία, εφόσον τις έπαιρνε κανείς όπως ήταν. Κάποια γεγονότα εί-χαν συμβεί, κάποια όχι. Ξαναγύρισε στο παιχνίδι του σκακιού και ξανασήκωσε τον αξιωματικό. Όμως, σχεδόν αμέσως, τον άφησε να πέσει με κρότο στη σκακιέρα. Είχε τιναχτεί σαν να τον τσίμπησε
321

βελόνα. Στον αέρα αντήχησε ένας διαπεραστικός ήχος σάλπιγ-γας. Ήταν το ανακοινωθέν! Νίκη! Όταν ηχούσε η σάλπιγγα πριν από τα νέα, σήμαινε πάντα νίκη. Κάτι σαν ηλεκτρισμός απλώθηκε ένα γύρω στο καφενείο. Ακόμα και οι σερβιτόροι τινάχτηκαν κι έστησαν αφτί.
Η σάλπιγγα είχε εξαπολυσει έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Αμέ-σως από την τηλεοθόνη μια φωνή γεμάτη έξαψη μιλούσε καθαρά και γρήγορα. Αλλά προτού καλά καλά αρχίσει, πνίγηκε μες στο θόρυβο από τις ζητωκραυγές του κόσμου απ' έξω. Τα νέα είχανε κυκλοφορήσει στους δρόμους σαν αστραπή, ως διά μαγείας. Απ' όσα μετά βίας κατόρθωσε ν' ακούσει από την τηλεοθόνη, ο Γουίνστον κατάλαβε πως όλα έγιναν όπως τα είχε προβλέψει. Μια μεγάλη αρμάδα, συγκροτημένη κρυφά, μεταφέρθηκε διά θαλάσσης, κατά-φερε ένα ξαφνικό χτύπημα στα νώτα του εχθρού — το άσπρο βέλος που περνούσε διασχίζοντας την ουρά του μαύρου. Μέσα στο γενικό θόρυβο ξεχώριζαν σκόρπιες φράσεις θριάμβου: «Μεγάλος στρατη-γικός ελιγμός - τέλειος συγχρονισμός - οριστική κατατρόπωση -μισό εκατομμυριο αιχμάλωτοι - ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού - έλεγχος ολόκληρης της Αφρικής - το προβλεπτό επικείμενο τέλος του πολέμου - νίκη - η μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία της αν-θρωπότητας - νίκη, νίκη, νίκη!»
Κάτω από το τραπέζι, τα πόδια του Γουίνστον έκαναν σπα-σμωδικές κινήσεις. Δεν είχε σηκωθεί από την καρέκλα του, νοερά όμως έτρεχε, έτρεχε σαν σίφουνας. Ήταν έξω μαζί με το πλήθος, αλαλάζοντας κι ο ίδιος εκκωφαντικά. Κοίταξε ξανά το πορτρέτο του Μεγάλου Αδελφου. 0 κολοσσός που δρασκέλιζε τον κόσμο! 0 βρά-χος που πάνω του συντρίβονταν οι ασιατικές ορδές. Σκέφτηκε πως πριν από δέκα λεπτά — ναι, μόνο δέκα λεπτά— υπήρχε ακόμα μέσα στην καρδιά του η αμφιβολία, όταν αναρωτιόταν αν τα νέα από το μέτωπο θα ήταν νίκη ή ήττα. Α, δεν ήταν μόνο μια ευρασιατίκή στρατιά που είχε εξολοθρευτεί! 0 ίδιος είχε αλλάξει πολύ από εκεί-νη την πρώτη μέρα που βρέθηκε στο Γπουργείο Αγάπης, αλλά η τελειωτική αλλαγή, η αναγκαία και θεραπευτική αλλαγή δεν είχε συμβεί ποτέ, ίσαμε κείνη την ώρα.
322

Η φωνή από την τηλεοθόνη εξακολουθούσε να αφηγείται ιστο-ρίες για αιχμαλώτους, λάφυρα, σφαγές, αλλά ο θόρυβος έξω είχε κοπάσει λίγο. Ot σερβιτόροι ξανάπιασαν τη δουλειά τους. Ένας από αυτούς πλησίασε τον Γουίνστον με την μ,πουκάλα του τζιν. 0 Γου-ίνστον, βυθισμένος σ' ένα ευτυχισμένο όνεφο, ούτε καν πρόσεξε πως γέμιζαν το ποτήρι του. Τώρα δεν έτρεχε πια ούτε ζητωκραύγαζε. Είχε γυρίσει πίσω στο Υπουργείο Αγάπης. Όλα είχαν συγχωρεθεί, και η ψυχή του ήταν πάλλευκη σαν το χιόνι. Βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ομολογούσε τα πάντα, ενοχοποιούσε τους πάντες. Προχωρούσε στο διάδρομο με τα λευκά πλακάκια, έγρντας την αίσθηση ότι περπατάει μέσα στον ήλιο, και ένας ένοπλος φρου-ρός τον ακολουθούσε από πίσω. Η σφαίρα που περίμενε τόσο και-ρό περνούσε μέσα στο μυαλό του.
Σήκωσε τα μάτια προς το τεράστιο πρόσωπο. Του πήρε σα-ράντα χρόνια για να μάθει τι ειδους χαμόγελο κρυβόταν πίσω από τα μαύρα μουστάκια. Ω σκληρή, ανώφελη παρεξήγηση! Ω πεισμα-τάρη, εκούσια εξόριστε από τους φιλόστοργους κόλπους. Δυο δά-κρυα που μύριζαν τζιν κύλησαν πλάι στη μύτη του. Αλλά όλα ήταν εντάξει, όλα πήγαιναν καλά, ο αγώνας είχε λάβει τέλος. Είχε κερ-δίσει τη μάχη ενάντια στον εαυτό του. Αγαπούσε τον Μεγάλο Αδελφό.
ΤΕΛΟΣ
323
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οί αρχές της Νέας Ομιλίας
Η ΝΕΑ ΟΜΙΛΙΑ ήταν η επίσημη γλώσσα της Ωκεανίας και επινοή-θηκε για να καλύψει τις ανάγκες του αγγςος ή Αγγλικού Σοσιαλι-σμού. Στα 1984, δεν υπήρχε ακόμα κανείς που να χρησιμοποιεί τη Νέα Ομιλία σαν μοναδικό μέσο επικοινωνίας είτε στον προφορικό είτε στον γραπτό λόγο. Τα κύρια άρθρα των Τάιμς γράφονταν σ' αυτή, αλλά τοΰτο ήταν κατόρθωμα που δεν μπορούσαν να πραγματοποιή-σουν παρά μόνο οι ειδικοί. Τπολόγιζαν ότι η Νέα Ομιλία θα υποσκε-λίσει την Παλαιά Ομιλία (ή Κοινή Γλώσσα, όπως θα έπρεπε να τη λέμε) περί το 2050. Εν τω μεταξύ, κέρδιζε σταθερά έδαφος. Τα μέλη του Κόμματος χρησιμοποιούσαν στον καθημερινό τους λόγο ολοένα και περισσότερες λέξεις ή γραμματικές δομές της Νέας Ομιλίας. Η έκδοση που χρησιμοποιουσαν το 1984, η οποία είχε εν-σωματωθεί στην Ένατη και τη Δέκατη Έκδοση του Λεξικού της Νέας Ομιλίας, ήταν προσωρινή και περιείχε πολλές περιττές λέ-ξεις και αρχαϊκούς τύπους που έπρεπε να καταργηθούν αργότερα. Εδώ θα ασγρλ-φούμ,ε με την τελική, οριστική έκδοση, όπως εν-σωματώθηκε στην Ενδέκατη Έκδοση του Λεξικού.
0 σκοπός της Νέας Ομιλίας ήταν, όχι μόνο να αποτελέσει εκ-φραστικό όργανο της κοσμοθεωρίας και των διανοητικών ηθών του αγγςος, αλλά και να καταργήσει κάθε άλλον τρόπο σκέψης. Η πρόθεση που υπήρχε ήταν, όταν η Νέα Ομιλία υιοθετηθεί διά πα-ντός και η Παλαιά Ομιλία ξεχαστεί, να καταστεί αδύνατη η αι-ρετική σκέψη — δηλαδή, η σκέψη που βρίσκεται σε διάσταση προς τις αρχές του αγγςος —, στο βαθμό, τουλάχιστον, που η σκέψη εξαρτάται από τις λέξεις. To λεξιλόγιο της Νέας Ομιλίας ήταν
327

φτιαγμένο έτσι ώστε να δίνει ακριβή και συχνά με πολλές απο-χρώσεις έκφραση σε κάθε έννοια που ένα μέλος του Κόμματος θα ήθελε να διατυπώσει με τον κατάλληλο τρόπο, αποκλείοντας ταυτόχρονα όλες τις άλλες έννοιες, και ακόμα τη δυνατότητα να τις πλησιάσει κανείς με έμμεσες μεθόδους. Στο σκοπό αυτό συνέβαλ-λαν, πρώτον, η δημιουργία κοανούριων λέξεων, αλλά κυρίως η εξάλει-ψη ανεπιθύμητων λέξεων και η απογύμνωση όσων λέξεων με α-νορθόδοξο νόημα απόμειναν από κάθε δευτερεύουσα έννοια. Έτσι, η λέξη ελευθερος διατηρήθηκε στη Νέα Ομιλία, αλλά δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρά σε φράσεις όπως «ο δρόμος είναι ελεύθερος», ή «θα είμαι ελεύθερος από τις τρεις έως τις πέντε». Δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με την παλαιά έννοια της «πολιτικής ελευθε-ρίας» ή της «διανοητικής ελευθερίας». Η πολιτική και η διανοητική ελευθερία δεν υπήρχαν πια ούτε ως συμφραζόμενα, επομένως κατ' ανάγκην δεν υπήρχε γι' αυτές λέξη που να τις ονομάζει. Εκτός από την κατάργηση των λέξεων αιρετικού περιεχομένου, ο περιορισμός του λεξιλογίου θεωρούνταν αυτοσκοπός, κι έτσι δεν άφησαν να επιζήσει καμιά λέξη που έκριναν περιττή. Η Νέα Ομιλία σκόπευε όχι να εξαπλώσει, αλλά να περιορίσει τον ορίζοντα της σκέψης, και τούτο εξυπηρετήθηκε άμεσα με τη μείωση στο ελάχιστο της ε-πιλογής των λέξεων.
Η Νέα Ομιλία βασίστηκε στην αγγλική γλώσσα όπως την ξέρουμε σήμερα, παρ' ότι πολλές φράσεις της Νέας Ομιλίας, ακό-μα και όταν δεν περιέχουν καμιά καινούρια λέξη, θα ήταν δυσνόη-τες για έναν αγγλόφωνο της εποχής μας. Οι λέξεις της Νέας 0-μιλίας χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, γνωστές σαν Λεξιλόγιο Α, Λεξιλόγιο Β (που ονομάζονταν επίσης σύνβετες λέξεις) και Λεξιλό-γιο Γ. Θα είναι απλούστερο να μιλήσουμε χωριστά για κάθε κατη-γορία, αλλά με τις γραμματικές ιδιομορφίες της γλώσσας θ' ασχο-ληθούμε στο μέρος που αφορά το Λεξιλόγιο Α, γιατί οι ίδιοι κανονές ισχύουν και για τις τρεις κατηγορίες.
Αεζίλόγιο A. To Λεξιλόγιο Α το αποτελούσαν λέξεις απαραίτη-
328

τες στην καθημερινή ζωή —για πράγματα όπως φαγητό, ποτό, ερ-γασία, ντυσιμο, κηπουρική, μαγείρεμα κ.λπ. Περιείχε λέξεις που ήδη ξέρουμε, όπως χτύπημα, τρέξιμο, σκύλος, δέντρο, ζάχαρη, σπίτι, αγρός, αλλά, σε σύγκριση με το σημερινό λεξιλόγιο, ο αριθμός τους ήταν πολύ περιορισμένος και οι έννοιές τους πολυ πιο αυστηρά προσδιορισμένες. Όλες οι διφορούμενες έννοιες και οι αποχρώσεις εξαλείφτηκαν. Mta λέξη της Νέας Ομιλίας αυτής της κατηγορίας ήταν — στο βαθμό που κάτι τέτοιο μπορεί να κατορθωθεί— ένας κοφτός ήχος που εξέφραζε μια μόνο ευνόητη σημασία. Ήταν εντε-λώς αδυνατο να χρησιμοποιηθεί το Λεξιλόγιο Α σε πολιτικές ή φι-λοσοφικές συζητήσεις ή να εκφράσει φιλολογικές έννοιες. Αποκλει-στικός προορισμός του ήταν να εκφράσει απλές έννοιες, με καθορι-σμένο σκοπό, που συνήθως αφορούσαν συγκεκριμένα αντικείμενα ή φυσικές ενέργειες.
Η γραμματική της Νέας Ομιλίας παρουσίαζε δύο βασικές ιδιομορφίες. Η πρώτη ήταν μια σχεδόν απόλυτη δυνατότητα εναλ-λακτικής χρήσης διαφορετικών μερών του λόγου. Όλες οι λέξεις της γλώσσας (κατά κανόνα, αυτό αφορούσε ακόμα και εντελώς αφηρη-μένες λέξεις όπως το αν ή το ©ταν) μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν είτε σαν ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα είτε σαν επφρήματα. Δεν υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στον τύπο του ρήματος και του ονόματος, όταν είχαν την ίδια ρίζα. Αυτός ο κανόνας είχε συνέπεια την καταστροφή πολλών παλαιών τύπων. Η λέξη «σκέφτομαι», επί παραδείγματι, δεν υπήρχε στη Νέα Ομιλία. Είχε αντικατασταθεί από τη λέξη «σκέψη», που χρησίμευε και σαν ουσιαστικό και σαν ρήμα. Στην περίπτωση αυτή δεν ακολουθούνταν καμιά ετυμολογι-κή αρχή. Άλλες φορές επιλεγόταν το αρχικό ρήμα, άλλες φορές το όνομα. Ακόμα και όταν ένα όνομα κι ένα ρήμα είχαν συγγενική έννοια χωρίς όμως ετυμολογική σχέση, το ένα από τα δύο καταρ-γούνταν. Δεν υπήρχε, για παράδειγμα, η λέξη «κόβω»• η έννοιά της εκφραζόταν επαρκώς με το όνομα-ρήμα μαχαίρι. Τα επίθετα σχη-ματίζονταν με την προσθήκη της κατάληξης -ος στο όνομα-ρήμα, και τα επιρρήματα με την προσθήκη της κατάληξης -ως. 'Ετσι, για
329

παράδειγμα, «κόβος» σήμαινε «κομμένος» και «κοφτώς» σήμαινε «κόβοντας». Μεροκά σημερινά επίθετα όπως καλός, δυνατός, μεγά-λος, μαύρος, μαλακόζ διατηρήθηκαν, αλλά στο σύνολό τους ήταν πολυ λίγα. Δεν είχαν μεγάλη χρησιμότητα, αφού η σημασία όλων των επιθετικών προσδιορισμών καλυπτόταν με την προσθήκη της κατάληξης -ος στο όνομα-ρήμα. Δεν διατηρήθηκε κανένα από τα τωρινά επφρήματα, εκτός από πολύ λίγα που ήδη έληγαν σε -ως. Η κατάληξη -ως ήταν υποχρεωτική. Η λέξη δυνατά, φέρ' ειπείν, ανακαταστάθηκε από το δυνατώς.
Ακόμα, κάθε λέξη — και αυτό επίσης εφαρμοζόταν κατά κανό-να σε όλες τις λέξεις της γλώσσας — μπορούσε να πάρει αρνητική σημασία με την προσθήκη του μορίου μ^. Μπορούσε να επιταθεί η έννοιά της με την προσθήκη του δις ή να τονιστεί περαιτέρω με την προσθήκη του τρίς.
Έτσι, για παράδειγμα, «μήκρυος» σήμαινε «ζεστός», ενώ «δίσκρυος» κο« «τρίσκρυος» σήμαιναν αντίστοιχα «πολύ κρυος», «πάρα πολύ κρύος». Ήταν επίσης δυνατό να τροποποιηθεί η έννοια σχεδόν όλων των λέξεων με την προσθήκη προθέσεων όπως «προ», «μετά», ή των τοπικών «άνω», «κάτω» κ.λπ. Με τις μεθόδους αυ-τές στάθηκε δυνατό να ελαττωθεί το λεξιλόγιο δραστικά. Δεδομέ-νης, για παράδειγμα, της λέξης «καλός», δεν χρειάζεται η λέξη «κακός», αφού η ζητούμενη έννοια μπορεί να αποδοθεί το ίδιο καλά — και μάλιστα καλύτερα — με τη λέςη μήκαλος. To μόνο που χρει-αζόταν ήταν, στις περιπτώσεις όπου δύο λέξεις σχημάτιζαν ζεύ-γος αντιθέτων, ν' αποφασιστεί ποια από τις δύο θα καταργηθεί. Η λέξη «σκοτεινός», επί παραδείγματι, μπορούσε ν' αντικατασταθεί από το «αφώτεινος», ή η λέξη «φωτεινός» από το «ασκότεινος», κατά βούληση.
Η δεύτερη ιδιομορφία της γραμματικής της Νέας Ομιλίας ήταν η κανονικότητά της. Εκτός από ελάχιστες εξαφέσείς, των οποίων γίνεται μνεία παρακάτω, όλες οι καταλήξεις ακολουθούσαν τους ίδιους κανόνες. Έτσι οι παρελθοντικοί χρόνοι και η παθητική μετο-χή όλων των ρημάτων έληγαν σε -α. 0 αόριστος του κλέβω ήταν
330

έκλεφα, ο αόριστος του σχέψτομαι ήταν έσχεφα και ούτω καθεξής. Τύποι όπως εξελέγην, υπέστην, δεδομένος κ.τ.τ. καταργήθηκαν. 0 πληθυντικός των ονομάτων σχηματιζόταν πάντα με την προσθήκη του -οι ή του -ες στο τέλος κατά περίπτωση. Έτσι, ο πληθυντικός των λέξεων «μάρτυρας», «κλέφτης», «τίγρης», «λέων» γινόταν α-ντίστοιχα «μάρτυροι», «κλέφτοι», «τίγρες», «λέοντοι». 0 συγκρι-τικός και ο υπερθετικός βαθμός των επιθέτων σχηματιζόταν χω-ρίς διαφοροποιήσεις, με την προσθήκη των καταλήξεων -ότερος και -ότατος (απλός, απλότερος, απλότατος).
Η μόνη κατηγορία λέξεων που οι καταλήξεις τους συνέχισαν να μεταβάλλονται ήταν οι αντωνυμίες — αναφορικές και δεικτικές — και τα βοηθητικά ρήματα. Αυτές ακολουθούσαν τους παλαιούς κανόνες- μόνο η λέξη «οποίος» είχε κριθεί άχρηστη. Επίσης, στο σχηματισμό των λέξεων υπήρξαν ιδιομορφίες που προέκυψαν από την ανάγκη για γρήγορη και εύκολη ομιλία. Μια λέξη που ήταν ΒύσχόΚο να προφερθεί ή υπήρχε φόβος να μην ακουστεί σωστά, αυ-τόματα κρινόταν ως κακή λέξη. Επομένως, καμιά φορά, χάριν ευφωνίας, προσθέτονταν στη λέξη γράμματα ή διατηρούνταν ο πα-λαιός τύπος. Αυτή η ανάγκη όμως εμφανίζεται κυρίως στο Λεξι-λόγιο Β. Θα εκθέσουμε παρακάτω τους λόγους για τους οποίους απέδιδαν τόσο μεγάλη σημασία στην ευκολία της προφοράς.
Αεζιλόγιο Β. To Λεξιλόγιο Β περιλάμβανε λέξεις που είχαν δημιουργηθεί για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών, δηλαδή λέ-ξεις που όχι μόνο είχαν σε κάθε περίπτωση πολιτική σημασία, αλ-λά προορίζονταν να επιβάλλουν στο χρήστη την επιθυμητή διανοη-τική στάση. Χωρίς την πλήρη κατανόηση των αρχών του αγγςος, ήταν δύσκολο αυτές οι λέξεις να χρησιμοποιηθούν σωστά. Ενίοτε μπορούσαν να μεταφραστούν στην Παλαιά Ομιλία ή ακόμα και σε λέξεις παρμένες από το Λεξιλόγιο Α, αυτό όμως απαιτούσε συνή-θως μεγάλη παράφραση και υπήρχε πάντα κίνδυνος να χαθούν ο-ρισμένες αποχρώσεις. Οι λέξεις Β ήταν ένα είδος προφορικής στε-νογραφίας, που συχνά περιέκλειε ολόκληρη σειρά ιδεών σε μερικές
331

συλλαβές• ταυτόχρονα είχαν περισσότερη ακρίβεια και ένταση από τις συνηθισμένες.
Οι λέξεις Β ήταν πάντα σύνθετες λέξεις1. Αποτελούνταν από δύο ή περισσότερες λέξεις ή από συλλαβές λέξεων συναρμοσμένων σ' έναν ευκολοπρόφερτο τύπο. To αμάλγαμα που έβγαινε ήταν πάντα ένα όνομα-ρήμα που ot κλίσεις του ακολουθούσαν τους συνηθισμέ-νους κανόνες. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα, η λέξη «καλόσκε-ψη» σήμαινε περίπου «ορθοδοξόα» ή, αν ήθελες να τη θεωρήσεις σαν ρήμα, «το ορθοδόξως σκέπτεσθαι». Τα παράγωγά της ήταν ως εξής: όνομα-ρήμα «καλόσκεψη», αόριστος «καλόσκεψα», μετοχή ενεστώτος «καλοσκεπτόμενος», επίθετο «καλόσκεφτος», επίρρη-μα «καλοσκέπτως», απαρέμφατο «καλοσκέπτεσθαι».
Οι λέξεις Β δεν σχηματίζονταν βάσει ετυμολογικού σχεδίου. Τα συνθετικά τους μπορούσαν να προέρχονται από οποιοδήποτε μέρος του λόγου. Μπορούσαν να συνταχθούν με οποιαδήποτε διάταξη και να συντμηθούν καθ' οωνδήποτε τρόπο, αρκεί αυτή η δίάταξη καc η σύντμηση να διευκολύνουν την προφορά και να δείχνουν την προέ-λευσή τους. Επειδή η δυσκολία να διατηρηθεί η ευφωνία ήταν μεγαλύτερη, ot ανώμαλοι τύποι των λέξεων ήταν πιο συχνοί στο Λεξιλόγιο Β απ' ό,τι στο Α. Κατά κανόνα, όλες ot λέξεις Β κλίνο-νταν με τον ίδιο τρόπο.
Μερικές από τις λέξεις Β είχαν πολύ λεπτές έννοιες, που δύσκο-λα γίνονταν κατανοητές από κάποιον που δεν είχε σοβαρή εξοικεί-ωση με τη γλώσσα. Ας δούμε, yea παράδειγμα, την ακόλουθη τυ-πική φράση από κύριο άρθρο των Τάιμς: «Παλαιόσκεφτοι μηαί-σθητοι ΑΓΓΣΟΣ». Η πιο σύντομη μετάφραση αυτής της φράσης που θα μπορούσε να γίνει στην Παλαιά Ομιλία είναι: «Αυτοί που ot ιδέες τους διαμορφώθηκαν πριν από την Επανάσταση δεν μπορούν να αι-σθανθούν σε βάθος τις αρχές του Αγγλικού Σοσιαλισμού». Όμως, αυτή δεν είναι επαρκής μετάφραση. Κατ' αρχάς, για να συλλάβει
1. Σύνθετες λέξεις υπήρχαν βέβαια και στο Λεξιλόγιο Α, όπως «φωνογρά-φος», αλλά εκεί δεν ήταν παρά εύκολες συντμήσεις χωρίς ιδεολογική χροιά.
332

κανείς το πλήρες νόημα της παραπάνω φράσης της Νέας Ομιλίας, έπρεπε να έχει μια σαφή ιδέα του τι σημαίνει ο ΑΓΓΣΟΣ. Επί πλέον, μόνο κάποιος που γνωρίζει σε βάθος τον αγγςος θα μπορούσε να εκτιμήσει σωστά τη δύναμη που περιέκλειε η λέξη «αίσθητοι» (το σε βάθος αισθάνεσθαι) που υπονοεί μια τυφλή, ενθουσιώδη παρα-δοχή, πράγμα δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα- ή η λέξη «παλαιόσκεφτοι» (παλαιός τρόπος του σκέπτεσθαι) που ήταν ανα-πόσπαστα δεμένη με την αίσθηση της παρακμής και της διαφθο-ράς. Όμως ο κυριότερος σκοπός ορισμένων λέξεων της Νέας Ομι-λίας, όπως η λέξη «παλαιόσκεφτοι», ήταν όχι τόσο να εκφράσουν έννοιες όσο να τις καταστρέψουν. Οι έννοιες αυτών των λέξεων — κατ' ανάγκην όχι πολυάριθμων— είχαν επεκταθεί μέχρις σημείου να περικλείουν ολόκληρες σειρές λέξεων, που, επειδή το νόημά τους μπορούσε ν' αποδοθεί επαρκώς με έναν μόνο καταληπτό όρο, μπο-ρούσαν έτσι να εξαλειφθούν κοα να ξεχαστούν για πάντα. Η μεγαλύ-τερη δυσκολία που είχαν ν' αντιμετωπίσουν οι συντάκτες του Λεξι-κού της Νέας Ομιλίας ήταν όχι να εφεύρουν καινούριες λέξεις, αλ-λά, αφού τις εφεύρουν, να βεβαιωθουν για την έννοια τους, δηλαδή να δουν ποιες σειρές λέξεων ακύρωναν υφιστάμενες οι νέες.
Όπως είδαμε και στην περίπτωση του ονόματος ελευθερος, λέξεις φορτισμένες με αιρετική σημασία μερικές φορές διατηρήθη-καν για πρακτικούς λόγους, αφού όμως πρώτα αποκαθάρθηκαν α-πό την ανεπιθύμητη σημασία που είχαν. Πλήθος λέξεων όπως τι-μη, δικαιοσύντη, τ^θικτη, διεθνισμός, δημοκρατία, επιστημη, θρησκεία έπαψαν να υπάρχουν. Τις επικάλυψαν άλλες λέξεις, και οι πρώτες, μέσα από αυτή τη διαδικασία, εξαφανίστηκαν. Όλες οι λέξεις που περιστρέφονταν γύρω από τις ιδέες της ελευθερίας και της ισότη-τας περιλαμβάνονταν σε μια μόνο λέξη, το έγκλημα-σκέφης, ενώ όλες οι λέξεις που είχαν σχέση με την αντικειμενικότητα και τον ορ-θολογισμό περιλαμβάνονταν στη λέξη παλαίόσκεφη. Περισσότερη ακρίβεια ήταν επικίνδυνη. Αυτό που ζητούσαν από τα μέλη του Κόμματος ήταν μια άποψη ανάλογη με αυτή των αρχαίων Εβραίων, οι οποίοι ήξεραν — χωρι'ς να ξέρουν πολύ περισσότερα — ότι όλα τα
333

άλλα έθνη, εκτός από το δικό τους, λάτρευαν «ψεύτικους θεούς». Δεν χρειαζόταν να ξέρουν ότι αυτοί οι θεοί ονομόϊζονταν Βάαλ, Όσιρις, Μολώχ, Αστάρτη και ούτω καθεξής. Όσο λιγότερα ήξεραν γι' αυτούς, τόσο καλύτερα διασφαλιζόταν η ορθοδοξία τους. Ήξε-ραν τον Ιεχωβά και τις εντολές του. Επομένως, ήξεραν ότι όλοι οι θεοί που είχαν άλλα ονόματα και άλλες ιδιότητες ήταν ψεύτικοι. Περίπου με αυτόν τον τρόπο, τα μέλη του Κόμματος ήξεραν ποια στοιχεία συνιστούσαν καλή διαγωγή και, με πολυ αόριστους και γενικούς όρους, ποιες παρεκκλίσεις από αυτήν ήταν δυνατές. Η σε-ξουαλική τους ζωή, για παράδειγμα, ήταν απόλυτα ρυθμισμένη από τις δυο λέξεις της Νέας Ομιλίας «σεξέγκλημα» (σεξουαλική ανη-θικότητα) και «καλοσέξ» (αγνότητα). To «σεξέγκλημα» κάλυπτε τις σεξουαλικές αξίόποινες πράξείς όλων των ειδών. Αφορούσε την πορνεία, τη μοιχεία, την ομοφυλοφιλία και άλλες αποκλίνουσες συ-μπεριφορές, ακόμα όμως και τη φυσιολογική σεξουαλική επαφή που είχε ένα ζευγάρι μόνο για την ικανοποίησή του. Δεν χρειαζόταν παρά η ενδεικτική καταγραφή τους, γιατί όλες είχαν τον ίδιο βαθμό ενο-χής και συνήθως όλες τιμωρούνταν με θάνατο. Μπορεί το Λεξιλό-γιο Γ, που περιείχε τεχνικούς και επιστημονικούς όρους, να έπρεπε να δώσει ειδικές ονομασίες σε ορισμένες σεξουαλικές παρεκκλίσεις, αλλά ο κοινός πολίτης δεν τις χρειαζόταν. Ήξερε τι σήμαινε το «κα-λοσέξ» —δηλαδή, τις φυσιολογικές σχέσεις μεταξύ του άντρα και της γυναίκας με μοναδικό σκοπό την τεκνοποιία, χωρίς καμιά φυ-σική ικανοποίηστ) από την πλευρά της γυναίκας. Κάθε άλλη επα-φή ήταν «σεξέγκλημα». Στη Νέα Ομιλία δεν ήταν δυνατό να πα-ρακολουθήσεις μιαν αιρετική σκέψη πέρα από την αντίληψη ότι ή-ταν αιρετική• πέραν αυτού του σημείου, οι λέξεις ήταν ανύπαρκτες. Καμιά λέξη στο Λεξιλόγιο Β δεν ήταν ιδεολογικά ουδέτερη. Πολλές από αυτές ήταν ευφημισμοί. Λέξεις όπως «κατασκήνωση χαράς» (στρατόπεδο χα.τανα•γχα.στΜΎ]ς εργασίας) ή «ϊπειρ» (Υπουργείο Ειρήνης, δηλαδή Υπουργείο Πολέμου) σήμαιναν ακρι-βώς το αντίθετο από αυτό που φαίνονταν πως εννοούν. Από το άλλο μέρος, κάποιες λέξεις αποκάλυπταν μιαν ειλικρινή και καταφρονη-
334

τική γνώση για την πραγματική φύση του κοινωνικου συστήματος της Ωκεανίας. Παράδειγμα η λέξη προλετροφή (τροφή για τους προλετάριους) που σήμαινε τα ηλίθια θεάματα και τις ψεύτικες ει-δήσεις που πρόσφερε το Κόμμα στις μάζες. Άλλες πάλι ήταν διφο-ρούμενες και υπον.οούσαν το «καλό» όταν αφορούσαν το Κόμμα, και το «κακό» όταν αφορούσαν τους εχθρούς του Κόμματος• επίσης, υπήρχαν πολλές λέξεις, που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονταν απλές συντμήσεις και που έπαιρναν την ιδεολογική τους χροιά όχι από τη σημασία τους αλλά από τη δομή τους.
Στο Λεξιλόγιο Β είχαν συγκεντρώσει, στο μέτρο του δυνατου, όλες τις λέξεις που είχαν ή μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε πολι-τική σημασία. Τα ονόματα των οργανώσεων, των ομάδων, των δογμάτων, των χωρών, των ιδρυμάτων, των δημοσίων κτιρίων ήταν πάντα συντετμημένα. Αποτέλεσμα ήταν μια και μοναδική λέξη που μπορούσε να προφερθεί εύκολα και που η ετυμολογία της δια-τηρούνταν με το μικρότερο αριθμό συλλαβών. Στο Γπουργείο Αλή-θειας, για παράδειγμα, το Τμήμα Αρχείων, όπου εργαζόταν ο Γουίν-στον, ονομαζόταν «Τμήμαρ», το Τμήμα Φαντασίας «Τμηφάν», το Τμήμα Τηλεοπτικών Προγραμμάτων «Τηλετμήμα» και ούτω κα-θεξής. Αυτές οι συντμήσεις δεν είχαν σκοπό μόνο την οικονομία χρό-νου. Ακόμα και στις πρώτες δεκαετί'ες του εικοστού αιώνα, ot συ-ντετμημένες λέξεις και φράσεις ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής γλώσσας, και παρατηρήθηκε ότι η τάση να χρησιμοποιούν συντμήσεις του είδους αυτού ήταν πιο εμφανής στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και οργανώσεις. Τέτοια παραδείγματα είναι οι λέξεις Ναζί, Γκεστάπο, Κομιντέρν, Ινπρεκόρ, Αγκίτ-προπ. Στην αρχή, αυτή η συνήθεια είχε υιοθετηθεί σαν από ένστικτο- αλλά στη Νέα Ομιλία η χρήση τους είχε συνειδητή σκοπιμότητα. Πα-ρατήρησαν ότι, κάνοντας μια τέτοια συντμηση σ' ένα όνομα, περιό-ριζαν και αλλοίωναν κάπως τη σημασία του, αφού το απογύμνωναν από κάθε άλλη έννοια που θα συνδεόταν μ' αυτό αν το άφηναν ατόφιο. Ot λέξεις «Κομμουνιστική Διεθνής», για παράδειγμα, έφερ-ναν στο νου μια σύνθετη εικόνα: συναδέλφωση των λαών, κόκκινες
335

σημαίες, οδοφράγματα, Καρλ Μαρξ, Παρισινή Κομμούνα, ενώ η λέξη «Κομιντέρν» σήμαινε μόνο μια οργάνωση με σφιχτή δομή και ένα σαφώς καθορισμένο θεωρητικό σώμα. Αναφερόταν σε κάτι τόσο γνωστό και τόσο περιορισμένο νοηματικά, όσο και μια καρέκλα ή έ-να τραπέζι. Η λέξη «Κομιντέρν» μπορεί να προφερθεί σχεδόν χωρίς σκέψη, ενώ η «Κομμουνιστική Διεθνής» σε υποχρεώνει να καθυ-στερήσεις, για μια στιγμή τουλάχιστον. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι έννοιες που συνδέονται με μια λέξη όπως η «τπαλ» είναι πολύ λι-γότερες αριθμητικά και πολύ πιο εύκολα ελέγχονται απ' ό,τι όσες συνδέονται με τις λέξεις «Υπουργείο Αλήθειας». Αυτό το αποτέλε-σμα επιτυγχάνεται, όχι μόνο από τη συνήθεια να κάνουν συντμή-σεις όπου μπορούν, αλλά και από τη σχεδόν υπερβολική μέριμνα να κάνουν τις λέξεις ευκολοπρόφερτες.
Εκτός από τη νοηματική ακρίβεια, εκείνο που είχε τη μεγαλύ-τερη σημασία στη Νέα Ομιλία, ήταν η ευφωνία. Για χάρη της, θυσιάζονταν γραμματικοί κανόνες, όταν ήταν ανάγκη. Και πολύ σωστά, αφού αυτό που ήθελαν να επιτύχουν — για πολιτικους κυ-ρίως λόγους — ήταν λέξεις συντετμημένες και σύντομες, με απόλυ-τα ακριβές νόημα, που να μπορούν να προφερθούν γρήγορα και η νοηματική ηχώ τους να είναι όσο γίνετοκ πιο περιορισμένη. Ot λέξεις του Λεξιλογίου Β κέρδιζαν και σε δύναμη, για το λόγο ότι έμοιαζαν πολυ μεταξύ τους. Σχεδόν όλες αυτές ot λέξεις — καλόσκεφτος, ΥΠΕΙΡ, προλετροφή, σεξέγχλημα, ΑΓΓΣΟΣ, μτηαίσθιητοι— ήταν λέ-ξεις με δυο τρεις συλλαβές που τονίζονταν όμocα από την πρώτη ως την τελευταία. Η χρήση τους δημιουργούσε έναν ρυθμό ομιλίας κοφτό, ηχηρό και μονότονο. Και αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός τους: να κάνουν την ομιλία ανεξάρτητη από τη σκέψη. Ιδιαίτερα όταν αυτή αφορούσε Οέματα που δεν ήταν ιδεολογικά ουδέτερα. Βέ-βαια, στην καθημερινή ζωή ήταν απαραίτητο, τουλάχιστον μερικές φορές, να σκέφτεται κανείς προτου μιλήσει. Αλλά ένα μέλος του Κόμματος, όταν καλούνταν να εκφέρει γνώμη για πολιτικά ή ηθικά ζητήματα, έπρεπε να μπορεί να εκτοξεύει τις σωστές απόψεις αυ-τόματα, σαν το πολυβόλο που βάλλει κατά ριπάς. Την ικανότητα
336

προς τούτο τού έδινε η εκπαίδευσή του- η γλώσσα τον εφοδίαζε μ' ένα αλάνθαστο όργανο• επί πλέον, η υφή των λέξεων με τον τραχύ τόνο τους και την ηθελημένη ασχήμια τους, που ταίριαζε με το πνεύμα του ΑΓΤΣΟΣ, βοηθουσε ακόμα περισσότερο αυτή τη δια-δικασία.
Βοηθούσε επίσης και το γεγονός ότι υπήρχε πολύ μικρή επιλογή σε λέξεις. To λεξιλόγιο της Νέας Ομιλίας, σε σύγκριση με το δικό μας, ήταν πολύ μικρό, και αναζητούσαν διαρκώς καινούριους τρό-πους να το περιορίσουν περισσότερο. Η Νέα Ομιλία διέφερε πράγ-ματι απ' όλες τις άλλες γλώσσες σε τούτο: κάθε χρόνο γινόταν πιο φτωχή αντί να εμπλουτίζεται. Κάθε αφαίρεση που της έκαναν ήταν κέρδος, γιατί, όσο λιγότερη ευχέρεια έχει κανείς να επιλέξει ανά-μεσα σε λέξεις, τόσο μικρότερος είναι ο πειρασμός του να σκεφτεί. 'Ηλπιζαν να δημιουργήσουν τελικά μια ομιλία που θα έβγαινε από το λαρύγγι χωρίς καμιά συμμετοχή των εγκεφαλικών κέντρων. Αυτός ο σκοπός εκδηλωνόταν με ειλικρίνεια στη λέξη της Νέας Ομιλίας παπιομιλιά που σήμαινε «κρώζω σαν πάπια». Όπως και πολλές άλ-λες του Λεξιλογίου Β, η λέξη παπιομιλιά είχε διπλή έννοια. Όταν οι γνώμες που εκφέρονταν στην παπιομιλιά ήταν ορθόδοξες, ήταν α-πλώς έπαινος• όταν οι Τάιμς ανέφεραν έναν ομιλητή του Κόμμα-τος αποκαλώντας τον «τρίσκαλο παπιομιλητή», τότε επρόκειτο για θερμό και ιδιαίτερης βαρύτητας εγκώμιο.
Λεξιλόγιο Γ. To Λεξιλόγιο Γ αποτελούσε συμπλήρωμα των δύο άλλων και περιλάμβανε μόνο επιστημονικούς και τεχνικούς όρους. Αυτοί έμοιαζαν με τους σήμερα χρησιμοποιούμενους και είχαν τις ίδιες ρίζες, αλλά, όπως πάντα, είχαν φροντίσει να τους προσδοθεί α-κριβής έννοια και ν' απογυμνωθούν από ανεπιθύμητες σημασίες. Ακολουθούσαν τους ίδιους γραμματικούς κανόνες όπως για τις λέ-ξεις των δύο άλλων Λεξιλογίων. Πολυ λίγες λέξεις από το Λεξιλόγιο Γ χρησιμοποιουνταν είτε στον καθημερινό λόγο είτε στην πολιτική συζήτηση. 0 επιστήμονας ή ο τεχνικός μπορούσε να βρει τις απα-ραίτητες γι' αυτόν λέξεις στον κατάλογο που ήταν αφιερωμένος
337

στην ειδικότητά του, αλλά η γνώση πάνω στις λέξεις που ανήκαν σε άλλους ,καταλόγους ήταν μηδαμινή. Πολύ λίγες λέξεις μόνο ήταν κοινές σε όλους τους καταλόγους, και δεν υπήρχε Λεξιλόγιο που να εκφράζει την επιστημονική λειτουργία ως νοητική λειτουργία ή ως \ίέ%8ο σκέψης ανεξάρτητη από τους επιμέρους επιστημονικούς κλάδους. Πράγματι, δεν υπήρχε λέξη για την «επιστήμη», αφού κάθε έννοια που περιείχε αυτή η λέξη καλυπτόταν με επάρκεια από τη λέξη αγγςος.
Απ' ό,τι είδαμε ως τώρα, στη Νέα Ομιλία η διατυπωση ανορθόδοξης γνώμης ήταν σχεδόν αδύνατη, πλην σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Βέβαια, μπορουσαν να ειπωθούν ωμές αιρετικές λέξεις, κά-τι σαν βλαστήμιες. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πει κανείς 0 Μεγάλος Αδελφός είναι μήκαλος. Αλλά αυτή η δήλωση, που για έναν ορθόδοξο ήταν αυτονόητα παραλογισμός, δεν θα μπορούσε να υποστηριχτεί με λογική επιχεφηματολογία, γιατί δεν υπήρχαν οι α-παιτούμενες για κάτι τέτοιο λέξεις. Ιδέες αντίθετες προς τον αγγςος μπορούσαν να διατηρηθούν μόνο με μιαν αόριστη μορφή, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν με λέξεις, και μπορούσαν να κατονομα-στούν μόνο με πολύ γενικούς όρους, που συναθροίζονταν και κατα-δίκαζαν πολλές ομάδες αιρέσεων, χωρίς να τις προσδιορίζουν. Δεν μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τη Νέα Ομιλία με ανορθόδοξο σκοπό, παρά μόνο με ανακριβή μεταφορά των λέξεων της Νέας Ομιλίας στην Παλαιά. Παραδείγματος χάρη, η φράση Όλοι οι άνθρωπες είναι ίσοι ήταν σωστή στη Νέα Ομιλία, αλλά μόνο υπό την έννοια που θα μπορούσε να λεχθεί στην Παλαιά Ομιλία η φρά-ση Όλοι οι άνθρωποι είναι κοκκινομάλληδες. Δεν περιείχε κανένα γραμματικό λάθος, αλλά εξέφραζε ένα χεφοπιαστό λάθος, δηλαδή ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ύψος, βάρος ή δύναμη. Η έννοια της πολιτικής ισότητας είχε πάψει να υπάρχει, κι έτσι είχε απα-λειφθεί αυτή η δευτερεύουσα σημασία από τη λέξη «σος. To 1984, όταν η Παλαιά Ομιλία ήταν αχόμα ο φυσικός τρόπος επικοινω-νίας, υπήρχε θεωρητικά ο κίνδυνος μήπως, χρησιμοποιώντας οι άν-
338
Χίλια εννιχχόσια ογδόντα τέσσερα
θρωποι λέξείς της Νέας Ομιλίας, μπορουσαν να θυμηθουν την αρ-χική τους σημασία. Στην πράξη, δεν ήταν ζύσχολο να αποφυγει κανείς αυτή τη συγχυση, αν στηριζόταν σταθερά στη διπλή σχέψη. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και η πιθανότητα να γίνει τίτοιο λά-θος θα εξαφανιζόταν προτού περάσουν μια δυο γενιές. Κάποιος που θα είχε ανατραφεί μόνο με τη Νέα Ομιλία δεν θα ήξερε ότι κάποτε η λέξη ίσος είχε τη δευτερεύουσα σημασία του «πολιτικώς ίσος», ή ότι η λέξη ελεύθερος κάποτε σήμοκνε «πόλιτιχώς ελεύθερος», κατά τον ίδιο τρόπο που όποιος δεν άκουσε ποτέ του για σκάκι δεν μπορεί να ξέρει τη δευτερεύουσα σημασία των λέξεων βασιλίσσα ή πύργος. Πολλά εγκλήματα και παραπτώματα θα ήταν έξω από τις δυνάμεις του να διαπράξει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχαν ονομασία και, κατά συνέπεια, ήταν κάτι έξω από τη φαντασία του. Και μπορούσε να προβλέψει κανείς ότι, συν τω χρόνω, η Νέα Ομι-λί'α θα προφερόταν ολοένα καί πεpcσσότεpo με τα ίδιαίτερα χαρα-κτηριστικά της, αφού ο αριθμός των λέξεων ολοένα θα μείωνόταν, η έννοιά τους ολοένα θα περιοριζόταν και οι αφορμές να τις χρησι-μοποιήσουν με ακατάλληλο τρόπο ολοένα και θα λιγόστευαν.
Άπαξ και η Παλαιά Ομιλία εκτοπιζόταν διά παντός, θα έσπαζε και ο τελευταίος δεσμός με το παρελθόν. Η ιστορία είχε κιόλας ξα-ναγραφτεί, αλλά σκόρπια αποσπάσματα από τη λογοτεχνία του παρελθόντος επίζοόσαν εδώ κ£ εκεί, χωρίς να έχουν περάσει από εξονυχιστική λογοκρισία, και, όσο υπήρχαν ακόμα χ,άποιοι που κα-τείχαν την Παλαιά Ομιλία, μπορούσαν να τα διαβάσουν. Στο μέλ-λον, τέτοια αποσπάσματα, ακόμα και αν επιζούσαν, δεν θα μπο-ρούσε κανείς ούτε να τα καταλάβει ούτε να τα μεταφράσει. Ήταν αδύνατο να μεταφραστεί ένα κείμενο από την Παλαιά Ομιλία στη Νέα, εκτός αν αφορούσε κάποια τεχνική διαδικασία ή μια πολύ α-πλή καθημερινή πράξη, ή αν περιείχε ήδη μοζ ορθόδοξη (. c zAo-σχεφτη, κατά την έκφραση της Νέας Ομιλίας) θέση. Η πρακτική σημασία τούτου ήταν ότι κανένα βιβλίο γραμμένο προ του I960 περίπου δεν θα μπορούσε να μεταφραστεί ολόκληρο. Η προεπα-ναστατική λογοτεχνία θα μπορούσε να υποβληθεί σε ιδεολογική
339

μετάφραση — δηλαδή να αλλάξει τόσο εννοιολογικά όσο καο γλωσ-
σικά. Ας πάρουμε για παράδειγμα το γνωστό απόσπασμα από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας:
Θεωρούμε αυτονόητες τις αλήθειες τούτες, arc όλοι οι άνθρωποι γεννηθηκαν ίσοι, ότι ο Δημιουργός τούς προίκισε με ορισμένα αναφαίρετα δικαιώματα, με-ταζύ των οποίων είναι η Ζωή, η Ελευθερία και η επιδίωξη της Ευτυχίας. Ότι για τη διασφάλίση αυτών των δικαιωμάτων καθιδρύονται μεταξύ των Ανθρώ-πων Κυ&ερνήσεις που η εξουσία τους πηγάζει από τη συναίνεση των κυβερνωμένων. Ότι, όταν μια Κυ-βερνητικη Μορφη αντιτίθεται στους παραπάνω σκο-πούς, είναι Δικαίωμα του Ααού να την αλλάζει ή να την καταργήσει και να εγκαταστησει νέα Κυβέρνηση...
Θα ήταν εντελώς αδύνατο να μεταφερθεί αυτό το κείμενο στη Νέα Ομιλία διατηρώντας ταυτόχρονα το αρχικό του νόημα. 0 πλησιέστερος τρόπος για κάτι τετοιο θα ήταν να περιληφθεί ολόκλη-ρο το κείμενο σε μια μόνο λέξη: έγκλημα-σκέψης. Μια πλήρης με-τάφραση δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο μετάφραση ιδεών, ό-που τα λόγια του Τζέφερσον θα μετατρέπονταν σ' έναν πανηγυρικό της απολυταρχικής διακυβέρνησης.
Μεγάλο μέρος της \ο-{οτζγνί(χ.ς του παρελθόντος είχε ήδη μετατραπεί με τον τρόπο αυτό. Για λόγους γοήτρου, θέλησαν να διαφυλάξουν τη μνήμη μερικών ιστορικών προσώπων, προσαρμό-ζοντας ταυτόχρονα το έργο τους στη φιλοσοφία του ΑΓΓΣΟΣ. Είχαν αρχίσει να μεταφράζουν συγγραφείς σαν τους Σαίξπηρ, Μίλτον, Σουίφτ, Μπάυρον, Ντίκενς και κάποιους άλλους• όταν θα ολο-κληρωνόταν το εγχείρημα, τα πρωτότυπα κείμενα, μαζί με ό,τι άλ-λο επιβίωνε από τη λογοτεχνία του παρελθόντος, θα καταστρέφο-νταν. Αυτές οι μεταφράσεις ήταν έργο δύσχ,όλο και χρονοβόρο, και δεν αναμενόταν να τελειώσει πριν από την πρώτη με δεύτερη δεκα-
340

ετία του ειχοστού πρώτου αιώνα. Επίσης, υπήρχε μεγάλος αριθμός βιβλίων απλώς χρηστικών — απαραίτητα .τεχνικά εγχειρίδια και τα παρόμοια — που έπρεπε ν' ακολουθήσουν την ίδια τύχη. Για να δώσουν λοιπόν βίζσικά τον απαιτούμενο χρόνο στην προκαταρκτι-κή εργασία για τη μετάφραση, η οριστική υίθθέτηση της Νέας 0-μιλίας τοποθετήθηκε σε τόσο μακρινή χρονολογία — το έτος 2050.
341

Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου