Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

1984 - Όργουελ (μέρος 3)

βρεθούν σε καλύτερη θέση για να εζαπολύσουν έναν άλλο πόλεμο. Με το μόχθο τους οι υπόδουλοι λαοί επιταχύνουν το ρυθμό μιας συ-νεχούς εμπόλεμης κατάστασιης. Όμως, και αν δεν υπήρχαν, η κοι-νωνική δομή και η διαδικασία που τη διατηρεί δεν θα ήταν ουσιω-δώς διαφορετικές.
0 αρχικόζ σκοπός του σύγχρονου πολέμου (συμφωνα με τις αρχές της διπλής σκέψης, αυτόν τον σκοπό οι εγκέφαλοι του Ε-σωτερικού Κόμματος τον αναγνωρίζουν και ταυτόχρονα δεν τον αναγνωρίζουν) είναι να καταναλώνονται τα βιομηχανικά προϊόντα, χωρίς αντίστοιχη άνοδο του γενικού βιοτικού επιπέδου. Από το τέλος του δέκατου ένατου αίώνα, η βιομηχανίκή κοινωνία είχε πρό£λημα ως προς τη δίάθεστη του πλεονάσματος των καταναλωτικών αγα-θών. Τώρα που λίγοι άνθρωποι έχουν αρκετή τροφή, αυτό το πρό-βλημα δεν είναι επείγον και ίσως δεν θα γινόταν επείγον ακόμα και αν δεν ετίθετο σε λειτουργία καμιά τεχνητή διαδικασία καταστρο-φής. 0 κόσμος του σήμερα είναι ένας κόσμος γυμνός, πεινασμένοζ, χατεστραμμένος, εν συγχρίσει με τον προ του 1914 χόσμο, καα, ακόμα πιο πολό, εν συγχρίσει με το μέλλον που φαντάζονταν οι άνθρωποι αυτής της εποχης. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, το όραμα μιας μελλοντικ-ης κοινωνίας πον θα ήταν απίστευτα πλού-σια, άνετη, πειθαρχημένη xat επαρκης, ένας κόσμος αστραφτερός από γυαλί, ατσάλι xat κάτασπρο μπετόν, αποτελούσε μέρος νης συνείδησης σχεδόν κάθε μορψωμένου ανθρώπου. Η επιστήμη και η τεχνολογία εζελίσσονταν ταχύτατα και φαινόταν φυσικό να υποθέτει κανείς πως θα συνέχιζαν να εξελίσσονται. Αυτό δεν έγινε- και τουτο οφείλεται, αφ' ενός, στψ ένδεία στην οποία οδήγησε μια μακρά σει-ρά πολέμων xat επαναστάσεων, xat, αφ' ετέρου, στο ότι η επιστημο-νική και η τεχνική πρόοδος 6ασίζονταν στην εμπειριχή σχέφη που δεν μπορούσε να επιζήσει σε μια αυστηρά συγκροτημένη κοινωνία. 0 κόσμος είναι στο συνολό του πιο πρωτόγονος σημερα απ' ό,τι πριν από πενήντα χρόνια. Κάποιες υπανάπτυκτες περιοχές έχουν προ-οδεύσει, και διάφορα όργανα, που έχουν πάντα κάποια σχέση με τον πόλεμο και την αστυνόμευσιη, έχουν τέλειοποϊηθεί, αλλά τα πειρά-
205
TZQPTZ ΟΡΓΟΥΕΛ
ματα xat ot εφευρέσεις σε μεγάλο ποσοστό σταμάτησαν. Επί πλέον οι χαταστροφές του ατομιχού πολέμου της δεκαετίας του πενήντα δεν επανορθώθηχαν ποτέ εντελώς. Εν τω μεταξύ, οι κίνδυνοι που α-ντιπροσωπεύει η μηχανή υφίστανται πάντα. Αφότου εμφανίστηκε yea πρώτη φορά η μηχανή, έγινε φανερό σε όλους τους σκεπτόμε-νους ανθρώπους ότι η ανάγκη του ανθρώπινου μόχθου xat, κατά συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, της ανθρώπινης ανισότητας, είχε εκλεί-φει. Αν η μηχανή χρησιμοποιόταν γι' αυτόν το σκοπό, η πείνα, η υ-περεργασία, ο αναλφαβητισμός χαι η αρρώστια θα εξαφανίζονταν μέσα σε λίγες γενεές. Πραγματικά, χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί με τέτοια πρόθεση, με το να παράγει πλούτη που μερικές φορές ήταν αδύνατο να μη μοιραστούν, η μηχανή, με ένα είδος αυτόματης δια-δικασίας, ανέβασε πολό το βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου, για μια περίοδο πενήντα χρόνων στο τέλος του δέκατου ένατου και στις αφχές του εικοστού αιώνα. Αλλά ήταν επίσης φανερό πως μια γενική αύζηση του πλούτου απειλούσε με καταστροφή — γιατί πραγματι-κά με μια έννοια ήταν καταστροφή — μια κοινωνία ιεραρχική. Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα δούλευαν λίγο, όπου ο καθένας θα είχε αρκετή τροφή, θα ζούσε σε σπίτι με λουτρό και φυγείο, θα είχε δικό του αυτοκίνητο ή ακόμα και αεροπλάνο, η πιο φανερή και ίσως η πιο σημαντιχή μορφή της ανισότητας θα είχε κιόλας εξαφανιστεί. Αν γενικευόταν, ο πλούτος δεν θα παρείχε καμιά διάκριση. Αναμφί-βολα, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια κοινωνία όπου ο πλου-τος, με την έννοια της ατομικής ιδιοχτησίας και της πολυτέλειας, θα μοιραζόταν ίσα, ενώ η δυναμη θα έμενε στα χέρια μιας μικρης προνομιούχας τάζης. Αλλά, στψ πράξη, μια τέτοια κοινωνία δε da μπορούσε να παραμείνει σταθερή για πολύ. Γιατί, αν όλοι απολάμ^α-ναν με τον ίδιο τρόπο τις ανέσείς και την ασφάλεια, η αποβλαχω-μενη από τη φτώχεια μεγάλη μάζα των ανθρώπων θα μπορούσε να μορφωθεί και να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό της- και όταν γινόταν αυτό, αργά ή γρήγορα αυτή η μάζα θα καταλά£αινε ότι η προνομιούχα μειοψηφία δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης και θα την έβγαζε από τη μέση. Με λίγα λόγια, μια ιεραρχική κοινωνία δεν
206
Χίλια εννιαχόσία ογδόντα τέσσερα
μπορούσε να σταθεί παρά μόνο βασισμένη σττη φτώχεια και την άγνοια. Η επιστροφή στο αγροτικό παφελθόν —κάτι που είχαν ορα-ματιστεί μερικοί στοχαστές των αρχών του εικοστού αιώνα — δεν ήταν πρακτική λύση. Ερχόταν σε σύγκρουση με την τάση προς &ομηχανοποίηση που είχε γίνει πια συνείδησιη σε όλον τον κόσμο. Επί πλέον, αν μια περιοχή υστερούσε βιομηχανικά, θα ηταν αδύνα-μτη από στρατιωτικής πλευράς χαι, επομένως, αντίπαλες και πιο προηγμένες χώρες θα την κατακτούσαν έμμεσα ή άμεσα.
Ούτε η διατήρηση των μαζών στη φτώχεια, με τον περιορισμό της παραγωγης αγαθών, ήταν ικανοποΐητική λύαηη. Αυτή η λύση εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα κατά το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, χονδρικά τοποθετημένο μεταξύ 1920 και 1940. Άφτη-σαν να τελματωθεί η οικονομία πολλών χωρών, η γη εγκαταλεί-φθηκε ακαλλιέργητη, σταμάτησαν οι επενδύσεις, μεγάλες μάζες πληθυσμού εμποδίστηκαν να εργαστούν και φυτοζωούσαν με κρατι-κά επιδόματα. ΑΧλά και αυτή η κατάστασΎ] έφερε τη στρατιωτική αδυναμία και, καθώς οι στερήσεις που επέβαλλε ήταν φανερό πως δεν ωφελούσαν σε τίποτα, προέκυφε αναπόφευκτα η αντίθεση. To πρόβλημα ήταν πώς να συνεχιστεί η &ομηχανική παραγωγή χωρίς να αυξηθεί ο παγκόσμιος πλούτος. Τα προϊόντα έπρεπε να παράγο-νται, αλλά να μη διανέμονταί. Στην πράξη, ο μόνος τρόπος για να το επιτύχουν αυτό, ήταν να κάνουν συνεχώς πόλεμο.
0 πόλεμος κατ' ουσίαν είναι η καταστροφη, όχι απαραίτητα της ανθρώπινης ζωης, αλλά των προϊόντων του ανθρώπινου μόχθου. 0 πόλεμος είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούν να καταστραφούν, να διαλυθούν στη στρατόσφαιρα η να βυθιστούν στα βάθη της θάλασ-σας υλικά, που αλλιώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν τις μάζες να ζουν πιο άνετα και κατά συνέπεια να σκέφτο-νται περισσότερο απ' όσο είναι επιθυμητό. Ακόμα και όταν δεν κα-ταστρέφεται το πόλεμικό υλίκό, η ποφαγωγη του είναι ένας ευκολος τρόπος να ζοδεύεται η εργατική δύναμη, χωρίς να δημιουργεί κάτι που να μπορεί να καταναλωθεί. Ένα Πλωτό Οχυρό, επί παραδείγ-ματι, έχει δεσμεύσει για τψ κατασκευή του εργατικό δυναμικό που
207

θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευαστούν μερικές εκατοντάδες φορτηγά πλοία. Η τελικη του κατάληξη είναι να κριθεί αποφχαιωμένο και να το στείλουν στα παλιοσίδερα, χωρίς να προσφέ-ρει υλικό όφελος σε κανέναν, ενώ στη συνέχεια, με ακόμα μεγαλύτε-ρη απ χσχόληση ενός τεράστιου εργατικού δυναμικού, αρχίζει η κατα-σκενη ενός άλλου Πλωτού Οχυρού. Κατά κανόνα, ο πόλεμος είναι πάντα οργανωμένος έτσι ώστε vac καταβροχθίζει το πλεόνασμα που θα μπορούσε να υπάρχει αφού καλυφθούν οι στοίχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού. Στην πράξη, υπολογίζουν τις απαραίτητες υλικές ανάγκες του πληθυσμου πάντα κάτω από το πραγματικό τους ε-πίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χρόνια έλλειφτη του μισού των απαραίτητων για τη ζωή αγαθών όμως αυτό θεωρείται πλεονέκτη-μα. Κρατούν όλον τον κόσμο, ακόμα και τις προνομιούχες τάξεις, κοντά στα όρια της φτώχειας, κατόπιν εσκεμμένης πολιτικής. Η γενική στέρτηστη αυξάνει τη σπουδαιότητα των μικρών προνομίων καα έτσι μεγεθύνει τη διάκριστη μεταζύ των ομάδων. Κατά τα πρότυπα των αρχών του ειχοστού αιώνα, αχόμα και τα μέλη του Εσωτερι-κού Κόμματος ζουν με αυσνηρό τρόπο ζωής που κυριαρχείται από την εργασία. Εν τω μεταζύ, οι μικρές πολυτέλειες που απολαμβά-νουν —το μεγάλο τους καλοεπιπλωμένο δκχμέρισμα, το καλύτερο ύφασμα των ρούχων τους, η καλύτερη ποιότητα της τροφής, του καπνου και του ποτού, οι δυο τρεις υπηρέτες τους, το ιδιωτικό αυτο-κίνητο η το ελικόπτερο, τους εντάσσουν σ' έναν κόσμο διαφορετικό από ενα μέλος του Εξωτερικού Κόμματος. Και τα μέλη του Εζω-τερικου Κόμματος έχουν παρόμοια πλεονεκτήματα σε σύγκρκτη με τις απόκληρες μάζες που ονομάζουμε «προλεταριάτο». Η κοινωνι-κή ατμόσφαιρα είναι όμοια με πολιορκημένης πόλης, όπου το να κατέχεις λίγο αλογίσιο κρέας σηματοδοτεί τη διαφορά μεταζύ φτώ-χειας και πλούτου. Την ίδια στιγμη, η συναίσθηση της εμπόλεμης κατάστασης και, κατά συνέπεια, του κινδύνου κάνει ώστε η παρά-δοση όλης της εζουσίας σε μια μικρή κάστα να φαίνεται σαν κατά-σταση φυσική και αναπόφευκτη για την επιβίωση.
0 πόλεμος, όπως θα δούμε, όχι μόνο πραγματοποιεί τις α-
208
Χίλια εννιαχόσκζ ογδόντα τέσσερα
παραίτητες καταστροφές, αλλά τις πραγματοποιεί με τρόπο φυ-χολογικά αποδεκτό. Κατά πρώτον, θα ήταν πολύ απλό να σπαταλη-θεί το πλεόνασμα του μόχθου των ανθρώπων χτίζοντας ναούς χαι πυραμίδες, ανοίγοντας λάκκους και γεμίζοντάς τους πάλι, η ακόμα παράγοντας μεγάλες ποσότητες αγαθών και βάζοντάς τους έπειτα φωτιά. Αλλά κάτι τέτοιο θα ηταν αφκετό για την οικονομική και όχι για τη συναισθηματική &άστη μιας ιεραρχικής κοινωνίας. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ 8εν είναι το ηθικό των μαζών, των οποίων η στάση δεν έχει καμιά βαρύτητα —αρκεί να συνεχίζουν να εργάζονται — , αλλά το ηθικό του ίδιου του Κόμματος. Ακόμα και από το πιο ασήμαντο μέλος του Κόμματος ζτητούν να είναι ικανός, εργατικός και ακόμα ευφυής σε περιορισμένα όρια. Είναι όμως επίσης απαραίτητο να είναι ένας εύπιστος αδαης φανατικός με κύρια χαρακτηριστικά του το φόβο, το μίσος, τη χαμέρπεια και την οργιώδη θριαμβολογία. Με άλλα λόγια, πρέπει να έχει τη νοοτροπία που είναι απαραίτητη στην εμπόλεμη κατάσταση. Δεν έχεί σημασία αν γίνεται πραγματικά πόλεμος και, αφού δεν είναι δυνατόν να υπάρζει καμιά αποφασιστι-κή νίκη, δεν έχει σημασία η καλή ή κακή έκ£α τη του πολέμου. To απαραίτητο είναι να υπάρχει η εμπόλεμη κατάσταση. Η συστη-ματοποίηση της νοημοσύνης που απαιτεί το Κόμμα από τα μέλη του, και που επιτυγχάνει πιο εύκολα σε μια ατμόσφαφα πολέμου, είναι τώρα σχεδόν παγκόσμια, αλλά παρατηρείται όλο και πιο έντο-να όσο φηλότερα ανε&αίνει κανείς στην κοινωνικη κλίμακα. Πράγ-ματι, ακριβώς στο Εσωτερικό Κόμμα, η πολεμική υστερία και το μίσος για τον εχθρό είναι πιο δυνατά απ' ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη τάξη. Για ένα μέλος του Εσωτερικού Κόμματος σε διοικητικη θέ-ση, είναι συχνά απαραίτητο να ξέρει ότι η τάδε ή η δείνα παρά-γραφος από τα πολεμικά νέα είναι φευδής και, ακόμα, συχνά μπο-ρεί να είναι εν γνώσει του ότι όλη αυτή η ιστορία του πολέμου είναι πλαστη, ότι δηλαδη ή δεν γίνεται κανένας πόλεμος η τα αίτια για τα οποία υποτίθεταί ότι έγινε είναι εντελώς διαφορετικά από τα πραγ-ματικά: αυτή όμως η γνώση εξουδετερώνεται εύκολα με την τεχνι-κή της διπλής σκέψης. Στο μεταζύ, κανενός μέλους του Εσωτε-
209

ριχού Κόμματος δεν κλονίζεται ουδ' επί στιγμήν η μυστικη πεποί-θηση ότι ο πόλεμος είναι πραγματικός και ότι θα αποβεί νικηφόρος, αφήνοντας την Ωκεανία αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο ολόκληρου του κόσμου.
Όλα τα μέλη του Εσωτερικού Κόμματος πιστεύουν σ' αυτην την επερχόμενη κατάκτηση σαν σε άρθρο πίστης. Θα πραγματο-ποιηθεί ή με βαθμιαία κατάκτηση όλο και περισσότερων εδαφών — πράγμα που θα επιτρέφει τη δημιουργία μιας δύναμης συντριπτικης υπεροχής — η με την ανακάλυφη ενός καινούριου και ακαταμάχη-του από τον οιονδήποτε όπλου. Η έρευνα για νέα όπλα συνεχίζεται ασταμάτητα και αποτελεί μια από τις λίγες δραστηριότητες που έχουν απομείνει και στις οποίες μπορούν να βρουν διέξοδο το εφευρετικό ■ή το κερδοσκοπικό πνεύμα. Σήμερα, η επιστήμη, με τψ παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάφει σχεδόν να υπάρχει στψ Ωκεανία. Στη Νέα Ομιλία δεν υπάρχει λέξη για την «Επιστήμη». Η εμπειρι-κή μέθοδος σκέφης, βάστη όλων των επιστημονικών επιτευγμάτων του παρελθόντος, αντιτίθεται προς τις πλέον ζασικές αρχές του αγγςος. Και αυτη ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιεί-ται μόνον όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κά-ποιο τρόπο για την περιστολη της ανθρώπινης έλευθερίας. Σε όλες τις εφαρμοσμένες τέχνες, ο κόσμος η παραμένει στάσιμος η οπι-σθοδρομεί. Τα χωράφια καλλιεργούνται με αλέτρια που τα σέρνουν άλογα, ενώ τα βί£λία γράφονται από μηχχνές. Αλλά σε θέματα ζωτικής σημασίας, δηλαδη στον πόλεμο και στην αστυνόμευση, η εμπειρικη μέθοδος ενθαρρύνεται ακόμα, ή τουλάχιστον είναι ανεκτή. Οι δύο στόχοι του Κόμματος είναι να χατακτήσει ολόκληρτη τψ επιφάνεια της γης και να εζαλείφει $ιά παντός κάθε δυνατότητα για ανεξάρτητη σκέφη. Επομένως, δύο είναι τα μεγάλα προβλήμχτα που έχει επιψορτιστεί να λύσει το Κόμμα. To ένα είναι πώς να ανακα?\ύφει τι σκέψτεται ένας άλλος άνθρωπος (παρά τη ϋέληση του τέλευταίου) και το άλλο είναι πώς να σκοτώσει σε λίγα δευτε-ρόλεπτα μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους απροειδοποί-ητα. Όσο η επιστημονικη έρευνα συνεχίζεται, αυτός είναι κύριος
210

στόχος της. 0 σημερινός επιστήμονας είναι είτε ένα κράμα ψυχο-λόγου και ανακριτή, που μελετάει με εξαιρετική ακρίβεια το νόημα των εκφράσεων του προσώπου, των χεφονομιών και του τόνου της φωνής και δοκιμάζει τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει η %ρήο-η των ναρκωτικών, των θεραπευτικών σοκ, της ύπνωσης και των σωματικών (ϊασανιστηρίων για να αποσπάσει κανείς την αλήθεια, είτε είναι χημικός, φυσικός ή βιολόγος που ενδιαφέρεται μόνο για εκείνους τους κλάδους της ειδικότητάς του που έχουν σχέση με την αφαίρεση της ζωής. Στα απέραντα εργαστηρια του Υπουργείου Ει-ρήνης και στους πεφαματικους σταθμούς τούς κρυμμενους στα δά-ση της Βραζιλίας ή στψ έρημο της Αυστραλίας ή στα χαμένα νη-σιά της Ανταρκτικής, οι ομάδες των ειδικών δουλεύουν ακάματα. Μερικοί ασχολούνται με την κατάρτισ~η σχεδίων για μελλοντικούς πολέμους- akkoi εφευρίσκουν ολοένα και μεγάλύτερες κατευθυνό-μενες βόμβες, ολοένα χαι ισχυρότερες εκρηκτικές ύλες, ολοένα χαι πιο αδιαπέραστες θωρακίσεις- akkoi ερευνούν για νέα, πιο θανατηφό-ρα αέρια ή για διαλυτά δηλητήρια που μπορούν να παραχθούν σε ποσότητες ιχανές να καταστρέφουν την πανίδα ολόκληρων ηπεί-ρων, η για τψ καλλιέργεια μιχροβίων που να μπορουν να αντιστα-θούν σε oka τα πιθανά αντισώματα- άλλοι αγωνίζονται για την κατασκευτη ενόζ οχήματος που θα μπορουσε να κυκλοφορεί χάτω από τη γη, όπως ένα υποβρύχιο κάτω από το νερό, ή ενός αεροπλά-νου που να κινείται με τον αέρα, όπως το ιστιοφόρο. Άλλοι διερευ-νούν περισσότερο μακρινές δυνατότητες, όπως τη συγκέντρωσ-η η-λιακών ακτίνων σε φακούς που θα αιωρούνται σε απόσταση χιλιά-δων χιλιομέτρων μέσα στο άάστημα, ή αχόμα τψ πρόκληση τεχνη-τών σεισμών και πλημμυρών επενεργώντας στη θερμότητα του κέντρου της γης.
Όμως, κανένα από αυτά τα σχέδια δεν φτάνει ποτέ στψ πραγμάτωση του και κανένα από τα τρία υπερ-κράτη δεν κερδίζει ποτέ κανένα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στα άλλα. To πιο α-ξιοσημείωτο όλων είναι πως οι τρεις δυνάμεις, με την ατομική βόμ-6α, χατέχουν ήδη ένα όπλο πολύ πιο ισχυρό απ' oka όσα προσπα-
211

θούν ν' ανακαλυφουν με τις έρευνές τους. Παρ' ότι —κατά τη σν-νήθειά του — το Κόμμα διεκδικεί την τιμή αυτής της εφεύρεσης, οι ατομικές βόμβες πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετί/χ του 1940 και για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα περίπου δέκα χρόνια αργότερα. Εκείνη την εποχή ρίχτηκαν μερικές εκατο-ντάδες βόμβες στα βιομηχανικά κέντρα, ιδίως στην Ευρωπα'ίκή Ρω-σία, στη Αυτικη Ευρώττη και στη Βόρειο Αμερική. Σκοπός ηταν να πείσουν τις ίθύνουσες ομάδες όλων των κρατών πως μερικές ατο-μικές βόμβες ακόμα da έφερναν το τέλος της οργανωμένης κοινω-νίας και, επομένως, και της δικης τους ισχύος. Έκτοτε, παρ' όλο που δεν υπήρξε καμιά επίσημη σνμφωνία, ούτε καν υπαίνικτικά, δεν εξαπολύθηκαν άλλες €όμ6ες. Οι τρεις δυνάμεις απλώς εξακόλου-θούν να παράγουν ατομικές βόμβες και να τις αποθηκευουν, πε-ριμένοντας την αποφασιστικη ευκαφία που όλοι πιστεύουν πως αργά ■ή γρήγορα θα έρθει. Εν τω μεταξύ, η τέχνη του πολέμου έμεινε στάσιμη για τριάντα ή σαράντα χρόνια. Τα ελικόπτερα χρτησιμο-ποιούνται περισσότερο από πριν, τα 6ομ€αρδιστικά αεροπλάνα έ-χουν υποσκελιστεί από αυτοπροωθούμενα 6λήματα και το ευθραυ-στο κινητό πολεμικό πλοίο αντικαταστάθηκε από το Πλωτό Οχυ-ρό, που είναι σχεδόν αβύθιστο. Κατά τ' άλλα όμως δεν σημείώθηκε μεγάλη εζέλιζη. To τανκ, το υποβρύχιο, η τορπίλη, το πολυβόλο, α-κόμα και το τουφέκι και η χειροβομβίδα, παραμένουν εν χρήσει. Και παρά τις ατελείωτες σφαγές που ανακοινώνουν ο Τύπος και τη τηλεόραση, οι απελπισμένες μάχες των παλαιών πολέμων, όπου εκατοντάδες χιλιάδες, ακόμα και εκατομμύρια ανθρώπων, σκοτώ-νονταν μέσα σε λίγες εβδομάδες, δεν επαναλήφθηκαν ποτέ.
Κανένα από τα τρία υπερ-χράτη δεν επιχειρεί έναν ελιγμό που θα είχε σαν συνέπεια μια σο£αρή τηττα. Όταν οργανώνεται μια μεγάλη επιχείρηση, πρόχειται συνήθως για αιφνιδιαστική επίθεση ε-νάντια σε έναν σύμμαχο. Η στρατηγικη που και οι τρεις δυνάμεις ακολουθούν, ή προσποιουνται πως ακολουθούν, είναι t] ίδια. To σχέ-διο είναι, συνδυάζοντας συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις και προδο-τικές ενέργειες στην κατάλληλη στιγμτη, να δημιουργιησουν μια ζώ-
212
Χίλια εννιακόσία ογδόντα τέσσερα
ντ] βάσεων που να περικυκλώνει εντελώς ένα αντίπαλο κράτος, μετά να υπογράφουν συμφωνία ειρψης μ' αυτό, και να διατηρούν ειρη-νικές σχέσεις μαζί του όσο καιρό χρειάζεται για να αποκοιμίσουν κάθε υποφία. Εν τω μεταζύ, συγκεντρώνονται σε oka τα στρατη-γικά σημεία ρουκέτες φορτωμένες με ατομικές βόμβες. Τέλικά, θα πυροδοτηθούν όλες ταυτόχρονα, με αποτελέσματα τόσο καταστρο-φικά, που δεν da μπορούν να υπάρξουν αντίποινα. Τότε, θα είναι ο καιρός καταλληλος να συνάφουν σύμψωνο ειρήνης με την άλλη δύ-ναμη που θα έχει απομείνει, ενώ θα προετοιμάζονται για καινούρια επίθεση. Περιττό να ειπωθεί ότι αυτό το σχέδιο είναι απλώς ένα απραγματοποίητο όνειρο. Επί πλέον, δεν γίνεται ποτέ καμιά μάχη, εκτός από τις επίμαχες περιοχές γύρω από τον Ισημερινό και τον Πόλο. Δεν γρνεται ποτέ καμιά εισ6ολη από εχθρικό έδαφος. Αυτό εζηγεί και το γεγονός πως σε μερικά μέρη τα σύνορα μεταζύ των υπερ-κρατών είναι αυθαίρετα. Η Ευρασία, για παράδειγμα, θα μπο-ρούσε εύκολα να κατακτήσει τις Βρετανικές Νησους που, γεωγρα-φικά, αποτελούν μέρος της Ευρώπης. Από το άλλο μέρος, η Ωκεα-νία θα μπορούσε να επεκτείνει τα σύνορά της μέχρι τον Ρήνο η ακό-μα μέχρι τον Βιστούλα. Αυτό, όμως, θα παραβίαζε την αρχή της πολιτισμικής ακεραιότητας, που, αν και δεν έχει ποτέ διατυπωθεί, τψ ακολουθούν και οι τρεις πλευρές. Αν η Ωκεανία κατακτούσε τις περιοχές που κάποτε ήταν γνωστές ως Γαλλία και Γερμανία, θα έπρεπε ή να εξοντώσει ολόκληρο τον πληθυσμό, πράγμα πολύ δύσκολο, ή να αφομοιώσει έναν πληθυσμό εκατό περίπου εκατομ-μυρίων, ο οποίος ως προς την τεχνική ανάπτυζη βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την Ωκεανία. Και για τα τρία υπερ-κράτη το πρόβλημα είναι το ίδιο. Είναι απολύτως αναγκαίο για τη δομ-η τους να μην υπάρχει καμιά επαφή με τους ξένους, εκτός, σε περιορι-σμένο βαθμό, από τους αιχμαλώτους πολέμου και τους έγχρωμους σκλάβους. Ακόμα και ο εκάστοτε επίσημος σύμμαχος αντιμετωπί-ζεται με τη μεγαλύτερη υποφία. Στο μέσο πολίτη της Ωκεανίας δεν επιτρέπεται να κοιτάζει έναν πολίτη της Ευρασίας ή της Ανατολα-σίας —εκτός &έβαια από τους αιχμαλώτους πολέμου— και του
213

απαγορεύεται η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Αν ποτέ του επιτρεπό-ταν η επαφή με ζένους, θα ανακάλυπτε ότι είναι πλάσματα σαν και αυτόν, και ότι τα περισσότερα που του έχουν πει γι' αυτούς είναι φέ-ματα. 0 σφραγισμένος κόσμος, μέσα στον οποίον ζει, θα έσπαζε, και ο φό&ος, το μίσος και η βεβαιότητα ότι έχει δίκιο, αισθιηματα που πάνω τους βασίζεται το ηθικό του, ίσως εξαφανίζονταν. Κατά συ-νέπεια, όλες οι πλευρές έχουν παραδεχτεί ότι, όσο συχνά και αν αλλάζουν χέρια, σε περιοχές σαν την Τΐερσία, τψ Αίγυπτο, την Ιάβα Ύ) την Κεϋλάνη, τα £ασικά συνορα δεν πρέπει ποτέ να παραζια-στούν παρά μόνο από βόμβες.
Υπόστρωμα όλων αυτών είναι ένα γεγονός για το οποίο δεν έ-γινε ποτέ λόγος δημόσια, αλλά είναι σιωπηρά παραδεκτό και ε-μπνέει τη διαγωγη όλων: το ότι οι συνθήκες της ζωής και στα τρία υπερ-κράτη είναι κατά μέγα μέρος όμοιες. Στην Ωκεανία, η φιλοσο-φία που επικρατεί λέγεται ΑΓΓΣΟΣ, στην Ευρασία Νεομπολσε&ικι-σμός και στψ Ανατολασία προσδιορίζεται με μια κίνέζικη ονομασία που συνήθωζ μεταφράζεται Θανατολατρία, αλλά που θα μπορούσε ν' αποδοθεί καλύτερα σαν Εξαλειψη του Εγώ. Στον πολίτη της Ωκεα-νίας δεν επιτρέπουν να γνωρίζει τίποτα για τις οφχές των δύο άλλων φιλοσοφιών, αλλά του διδάσκουν να τις απεχθάνεται και να τις α-πορρίπτει σαν προσβόλές κατά της τηθικτης και του κοινού νου. Στην πραγματικότητα, οι τρεις φιλοσοφίες μόλις και μετά βίας ζεχωρί-ζουν η μία από την άλλη, ενώ τα κοινωνικά συστήματα που υπο-στηρίζουν δεν ζεχωρίζουν καθόλου. Όλα έχουν την ίδια δομή της πυ-ραμίδας, την ίδια λατρεία του ημίθεου αρχηγού, το ίδιο οικονομικό σύστημα, που η αιτία και ο σκοπός της ύπαρξής του είναι ο συνε-χής πόλεμος. Κατά συνέπεια, οι τρεις υπερδυνάμεις όχι μόνο δεν μπορούν να κατακτήσουν η μία τψ άλλη, αλλά και δεν θα κέρδίζαν τίποτα, αν το έκαναν. Απεναντίας, όσο συνεχι%ουν να βρίσκονται σε σύγκρουση, υποστηρίζουν η μια την άλλη σαν τρία δεμάτια στάρι. Και, ως συνήθως, οι ιθύνουσες ομάδες και των τριών δυνάμεων ζέρουν και ταυτόχρονα δεν ξέρουν τι κάνουν. Η ζωή τους είναι α-φίερωμένη στην κατάκτηση του κόσμου, αλλά παράλληλα ξέρουν
214
Χιλια εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
ότι είναι απαραίτητο ο πόλεμος να συνεχιστεί επ' άπειρον και χωρίς νικητή. Στο μεταζύ, το γεγονός ότι δεν υπάρχεί κίνδυνος κατάκτη-σης κάνει δυνατή την άρνηση ττης πραγματικότητας, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ΑΓΓΣΟΣ και των αντιπάλων συστημά-των σκέφτης. Εδώ είναι απαραύνητο να επαναλάβουμε αυτό που ειπώθηκε και πριν, ότι με το να έχει γίνει συνεχής, ο πόλεμος με-τέβαλε θεμελιωδώς χαρακτηρα.
Στο παρελθόν, ένας πόλεμος, σχεδόν εζ ορισμού, ήταν κάτι που αργά ή γρήγορα τελείωνε, συνήθως με μιαν αποψασιστική νίκτη ή ήττα. Ακόμα, στα παλιά χρόνια, ο πόλεμος ήταν ένα μέσον —από τα κυριότερα— με το οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες διατηρούσαν επαφή με ττ] φυσική πραγματικότητα. Όλοι οι αρχηγοί, σε όλες τις εποχές, προσπάθησαν να επιβάλουν στους οπαδούς τους μια φευδή περί κόσμου άποφη, αλλά δεν μπορούσαν να ενθαρρύνουν καμιά φευ-δαίσθησ-η που θα ελάττωνε τη στρατιωτικη δραστηριότητα. Όσο rj ήττα σημαινε α,πώλεια της ανεζαρτησύχς ή κάποιο άΧλο ανεπιθύμη-το αποτέλεσμα, οι προφυλάξεις για να αντιμετωπιστεί έπρεπε να είναι σοβαρές. Τα φυσικά γεγονότα ήταν αδύνατον ν' αγνοηθούν. Στη φιλοσοφία, στη θρησκεία, στψ ηθική η στην πολιτιχή, δύο και δύο μπορεί να κάνουν πέντε, αλλά, όταν κάποιος σχεδίαζε ένα όπλο η ένα αεροπλάνο, έπρεπε να κάνουν τέσσερα. Τα ανίσχυρα κράτη αφγά η γρηγορα πάντα τα κατακτούν, και ο αγώνας για την αυτάρ-κεια δεν συμ£αδίζει με τις φευδαισβήσεις. Επί πλέον, για να είναι αυτάρκεις, έπρεπε να μπορούν να διδάσκονται από το παρελθόν, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να έχουν μια απόλυτα ακριβή ιδέα για το τι συνέβη στο παρελθόν. Βέβαια, οι εφημερίδες και τα ιστο-ρικά 6ι6λία παρουσίαζαν πάντα μια ωραιοπονημένη και υποκειμενι-κή άποφτη των πραγμάτων, αλλά το είδος της ποιραποίησης που γίνεται τώρα, ηταν κάτι αδύνατον τότε. 0 πόλεμος ήταν μια σίγουρη προστασία της λογικής, και, όσο αφορούσε τις άρχουσες τάξεις, ■ήταν ίσως η πιο σημαντική, η πιο σίγουρη προστασία. Όσο οι πό-λεμοι μπορούσαν να κερδηθούν η να χαθούν, καμιά άρχουσα τάζη δεν μπορούσε να είναι εντελώς ανεύθυνη.
215

Όταν όμως ο πόλεμος γίνεται κυριολεχτικά αδιάκοπος, παύει ταυτόχρονα να είναι επικίνδυνος. Όταν ο πόλεμος είναι συνεχής, δεν υπάρχει αυτό που λέγεται μιλιταριστική αναγκαιότητζ. Η τεχνική πρόοδος μπορεί να σταματήσει, μπορούν να αρνηθούν η να παρα-λείφουν και τα πιο χειροπιαστά γεγονότα. Όπως είδαμε, οι έρευνες, που θα μπορουσαν να ονομαστούν επιστημονικές, συνεχίζονται για πολεμικούς σκοπούς, αλλά βοισικά ανήκουν στο χώρο του ονείρου, και η αποτυχία τους να αποδώσουν αποτελέσματα δεν έχει σημα-σία. Η δύνχμη, ακόμα και η στρατίωτική, δεν χρειάζεται ma. Στην Ωκεανία τίποτα δεν είναι απαραίτητο εκτός από τψ Αστυνομία της Σκέφης. Αψ' ης στίγμής καθένα από τα τρία υπερ-χράτη είναι α-κατανίκητο, είναι και ένας κόσμος ζεχωριστός όπου μπορεί να εφαρμοστεί, με απόλυτη σιγουριά, σχεδόν οποιαδηποτε διαστροφή της σκέφης. Η πραγματικότητα δεν ασκεί τψ πίεσή νης παρά μό-νο μέσα από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής — την ανάγκη να φάει κανείς και να πιει, να στεγαστεί και να ντυθεί, ν' αποφύγει να καταπιεί δηλητηριο η να πέσει από το παράθυρο του τελευταίου ο-ρόφου κα,ι να τσακιστεί, και τα λοιπά. Τπάρχει, GiSaioc, ακόμα μια διάκριση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στψ ευχαρί-στηση και τον φυσικό πόνο, αλλά αυτό είναι όλο. Αποκομμένος από τον εξωτερικό κόσμο και το παρελθόν, ο πολίτης τηζ Ωκεανίας εί-ναι σαν ένας άνθρωπος στο διάστημα, που δεν έχει προσανατόλισμό, που δεν μπορεί να ζέρει πώς να πάει προς τα επάνω και πώς προς τα κάτω. Οι διοικούντες ένα τέτοιο κράτος είναι απολυταρχικοί, πιο πολύ και απ' ό,τι θα μπορούσαν να είναι οι Φαραώ η οι Καίσαρες. Είναι υπογρεωμένοι vac μην αφήσουν οπαδούς τους να πεθάνουν της πείνας σε τόσο μεγάλο αριθμό που να είνοα ανάρμοστο, χαι είναι υ-ποχρεωμένοι να παραμείνουν στο ίδιο χαμηλό επίπεδο στρατιωτικής τεχνικής με τους αντιπάλους τους. Από τη στιγμή όμως που θα ε-πιτύχουν αυτό το μίνιμουμ, μπορούν να παραμορφώσουν τψ πραγ-ματικότητα και να της δώσουν όποια μορφή προτιμουν.
0 πόλεμος, λοιπόν, κρινόμενος κατά τα πρότυπα των προ-ηγούμενων πολέμων, δεν είναι παρά μια απάτη. Μοιάζει με τις
216
Χίλια εννιαχόσία ογδόντα τέσσερα
μάχες των μηρυκαστικών ζώων που τα κέρατά τους είναι έτσι φυτρωμένα, ώστε δεν μπορούν να αλληλοχτυτνηθούν. Όμως, μολονό-τι εξωπραγματικό, δεν είναί κάτι χωρίς σημασία. Καταζροχθίζει το πλεόνασμα των καταναλωτικών αγαθών και βοηθά να διατ-ηρ-ηθεί η ειδικη δκζνοητική ατμόσψαιρα που γρειάζεται μια ιεραρχική κοινω-νία. 0 πόλεμος, όπως θα δούμε, είνα,ι τώρα καθαρά εσωτερική υπόθεση. Στο παρελθόν, οι ιθύνουσες ομάδες όλων των χωρών, πα,ρ' όλο που μπορούσαν να αναγνωρίσουν το κοινό τους συμφέρον και ε-πομένως να περιορίσουν την καταστροφικότητα του πολέμου, μάχο-νταν μεταξύ τους, και ο νικητης λεηλατούσε τον νικημένο. Σήμερα, δεν μάχονται καθόλου μεταξύ τους. 0 πόλεμος διεζάγεται από κάθε άρχουσα τάζη εναντίον των υποτελών της και ο αντικειμενικός σκο-πός του δεν είναι η εδαφικη κατάκτηση ή η άμυνα, αλλά το να δια-τηρηθεί άθικτη η κοινωνική δομη. Η ίδια η λέξη «πόλεμος», επο-μένως, είναι λάθος. Ίσως θα ήταν σωστό αν λέγαμε πως, με το να είναι συνεχής, ο πόλεμος έπαφε να υπάρχει. Η ιδιαίτερτη πίεστη που ασκούσε στους ανθρώπους από τη Νεολώική εποχή μέχρι τις αρ-χέζ του εικοστού αιώνα, εζαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από κάτι εντελώς διαφορετικό. To αποτέλεσμα θα ηταν ακριβώς το ίδιο, αν τα τρία υπερ-κράτη, αντί να μάχονται μεταζύ τους, συμφωνου-σαν να ζουν σε διαρκη εφηνη, το καθένα απαραβίαστο μέσα στα συνορά του. Σ' αυτη ττην περίπτωστη, το καθένα θα τηταν και πάλι ένας κλειστός κόσμος απαλλαγμένος για πάντα από την επιρροη εζωτερικού κινδύνου. Μια ειρήνη πραγματικά διαρκης θα ήταν ό,τι και ένας διαρκης πόλεμος. Αυτό —μολονότι η μεγάλτη πλειοφηφία του Κόμματος το χαταλαβαίνει μόνο στη στενότερή του έννοια — είναι το βαθύτερο νόημα του συνθηματος του Κόμματος 0 Πόλε-μος είναι Ειρήνη.
0 Γουίνστον σταμάτησε για λίγο το διάβασμα. Από κάπου μιακριά ακούστηκε η έκρηξη μιας βόμβας. To αίσθημα της ευτυχίας που ένιωθε με το να είναι μόνος με το απαγορευμένο βιβλίο σ' ένα δωμάτιο χωρίς τηλεοθόνη, δεν είχε περάσει. Η μοναξιά και η ασφά-
217

λεια ήταν φυσικά συναισθήματα, ανακατεμένα κάπως με τη σωμα-τική κούραση που ένιωθε, την απαλότητα της πολυθρόνας, το χάδι που του έστελνε από το παράθυρο το απαλό αεράκι και παιχνίδιζε στο μάγουλό του.
To βιβλίο τον γοήτευε ή, για την ακρίβεια, τον καθησύχαζε. Τπό μία έννοια, δεν του είπε τίποτα καινούριο, αλλά αυτό ήταν μέρος της γοητείας του. To βιβλίο έλεγε ό,τι θα έλεγε και ο ίδιος αν μπορούσε να βάλει σε τάξη τις σκορπισμένες σκέψεις του. Ήταν το γέννημα ενός μυαλού που έμιοιαζε με το δικό του, αλλά αυτό ήταν πολύ πιο δυνατό, πιο συστηματικό, λιγότερο φοβισμένο. Τα καλύτερα βιβλία, σκέφτηκε, είναι εκείνα που σου λένε αυτό που ήδη ξέρεις. Είχε γυ-ρίσει πίσω στο πρώτο κεφάλαιο, όταν άκουσε τα βήματα της Τζού-λιας στη σκάλα και σηκώθηκε για να την υποδεχτεί. Εκείνη άφη-σε την καφετιά τσάντα της με τα εργαλεία και ρίχτηκε στην α-γκαλιά του. Είχαν να ιδωθούν πάνω από μια βδομάδα.
«Έχω το βιβλίο», είπε όταν χωρίστηκαν.
«Αλήθεια; Ωραία», είπε εκείνη, χωρίς πολύ ενδιαφέρον, και, σχεδόν αμέσως, γονάτισε δίπλα στην γκαζιέρα να φτιάξει καφέ.
Δεν ξαναμίλησαν για το θέμα, παρά ύστερα από μισή ώρα αφού είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι. To δειλινό ήταν δροσερό όσο χρειαζό-ταν για να σκεπαστούν με την κουβέρτα. Από κάτω ερχόταν ο γνώριμος ήχος του τραγουδιού και το κροτάλισμα από τα τσόκαρα στα πλακάκια. Η γυναίκα με τα κόκκινα χέρια που είχε δει ο Γου-ίνστον, εκείνη την πρώτη μέρα, λες και είχε κατασκηνώσει στην αυλή.
Έμοιαζε να πηγαινοέρχεται όλη μέρα ανάμεσα στον κουβά και το σχοινί. Ή θα είχε κλειστό το στόμα της με τα μανταλάκια ή θα ξεσπούσε σ' ένα λάγνο τραγούδι. Η Τζούλια ε(χε ξαπλώσει στο πλάι και φαινόταν κιόλας έτοιμη ν' αποκοιμηθεί. 0 Γουίνστον έσκυψε να πάρει το βιβλίο από το πάτωμα και ανακάθισε ακουμπώντας στη ράχη του κρεβατιού.
«Πρέπει να το διαβάσουμε», της είπε. «Και συ. Όλα τα μέλη της Αδελφότητας πρέπει να το διαβάσουν».
218

«Διάβασέ το εσύ», του είπε εκείνη μ,ε κλειστά τα μάτια. «Διά-βασέ το δυνατά. Έτσι είναι καλύτερα. Έτσι θα μπορείς να μου το εξηγείς καθώς θα προχωράς».
To ρολόι έδειχνε έξι. Είχαν στη διάθεσή τους τρεις τέσσερις ώρες. 0 Γουίνστον στήριξε το βιβλίο στα γόνατά του και άρχισε να διαβάζει:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η άγνοια είναι δύναμη
Διά μέσου των ιστορικών χρόνων και προφανώς από το τέλος της Νεολιθικτης εποχης, υπήρξαν στον κόσμο τρεις τάξεις: η Ανώτερη, η Μεσαία και η Κατώτερη. Έχουν υποδιαιρεθείμε πολλούς τρόπους, έχουν πάρει αμέτρητες διαφορετικές ονομασίες, και η αριθμητική τους αναλογία καθώς και οι σχέσεις μεταζύ τους ποικίλλουν κατά καφούς. Αλλά η βασική δομή της κοινωνίας Sev άλλαξε ποτέ. Ακό-μα και ύστερα από τεράστιες εζεγέρσεις κοα φαίνομενικά αμετάκλη-τες αλλαγές, η ίδια δομη αποκαθίσταται πάντα, ακριβώς όπως ένα γυροσκόπίο ζαναβρίσκει την ισορροπία του, όσο και αν το απομακρύ-νουν από ττη μια πλευρά ή την άλλη.
«Τζούλια, είσαι ξύπνια;» ρώτησε ο Γουίνστον. «Ναι, αγάπη μου. Ακούω. Συνέχισε. Είναι υπέροχο». Συνέχισε να διαβάζει:
Οι σκοποί αυτών των τριών ομάδων είναι εντελώς ασυμβίβα-στοι. 0 σκοπός της Ανώτερης τάζης είναι να διατηρησει τη θέστη της, της Μεσαίας ο σκοπός είναι να πάρει τη θέση της Ανώτερης. 0 σκοπός της Κατώτερης, όταν έχει κάποιο σκοπό —γιατί σταθερό χαρακτηριστικό της Κατώτερης τάξης είναι πως, τσακισμένη από το μόχθο, δεν ενδιαφέρεται άμεσα για τίποτε άλλο εκτός από την καθημερινή ζωή — όταν λοιπόν έχει κάποιο σκοπό, είναι να καταρ-γησει όλες τις διακρίσεις και να δημιουργήσει μια κοινωνία όπου ό-
219

λοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι. Έτσι, στην ιστορική διαδρομή, επαναλαμβάνεται σννεχώς ένας αγώνας που είναι πάντα ίδιος στις γενικές του γραμμές. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η Ανώτερη τάξη φαίνεται να διατηρείται με ασφάλεια στην εξουσία. Αργά Ύ\ γρήγορα, όμως, φτάνει μια στιγμή όπου χάνει ή τψ πίστη στον ε-αυτό της ή την ικανότητα να κυβερνά ή και τα δύο. Τότε, ανατρέπε-ται από τη Μεσαία τάξη, που προσεταιρίζεται την Κατώτερη, κάνοντάς τη να πιστεύει ότι αγωνίζεται για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Μόλις πετύχει το σκοπό της, τη Μεσαία τάξη ξαναρί-χνει την Κατώτερη στη θέση της δουλείας που ήταν πριν, και γίνεται αυτή η Ανώτερη. Τότε, μία καινούρια Μεσαία ομάδα απο-σπάται από τη μια τάξη η και από τις δύο, και ο αγώνας ξαναρχί-ζει από την αρχη. Από τις τρεις τάξεις, μόνο η Κατώτερη δεν κα-ταφέρνει ποτέ, ούτε και για λίγο, να πετύχει το σκοπό της. Θα ήταν βέβαια υπερβόλη να ειπωθεί πως μέσα στην πορεία της ιστορίαζ δεν βελτιώθηκαν οι υλικοί όροι. Ακόμα και σημερα, σε περίοδο παρακ-μής, ο μέσος άνθρωπος ζει υπό καλύτερες συνθήκες απ' ό,τι μερι-κούς αιώνες πριν. Αλλά καμιά αυξηση πλούτου, καμιά ^ελτίωση στους τρόπους, καμιά μετοφρύθμιση ή επανάσταση δεν πλησίασε ούτε ένα χιλιοστό περισσότερο την κοινωνική ισότητα. Για την Κα-τώτερη τάξη, καμιά ιστορική αλλαγη δεν σήμαινε ποτέ τίποτα περισσότερο από την αλλαγη του ονόματος των αφεντάδων της.
Προς τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η συνεχής επανάλη-φη αυτού του κοινωνικού προτύπου έγινε φανερή σε πολλούς παρατηρητές. Τότε, εμφανίστηκαν σχολές στοχαστών που ερμή-νευσαν την ισχορία σαν κυκλική πορεία και υποστήριξαν πως η α-νισότητα ήταν ο αναλλοίωτος νόμος της ανθρώπινης ζωής. Αυτό το δόγμα πάντα είχε, βέ&αια, τους οπαδούς του, αλλά σημειώ&ηκε μια σημαντίκή αλλαγη στον τρόπο με τον οποίο είχε τώρα τοποθετηθεί. Στο παρέλθόν, τη ανάγκη yta ιεραρχική μορφη της κοινωνύζς αποτέλού-σε το δόγμα ειδικά της Ανώτερης τάζης. Ήταν το «πιστεύω» των βασίλιάδων, των αριστοκρατών και του Κλήρου, των δικηγόρων και άλλων που ήταν τα παράσιτα των πρώτων, και το γλύκαιναν με
220
Χίλια εννιαχόσια. ογδόντχ τέσσερα
υποσχέσεις ανταμοι^ης σ' έναν φανταστιχό χόσμο πέρα από τον τάφο. Η Μεσαία τάζη, όσο αγωνιζόταν για να πάρει η ίδια τψ εξουσία, χρησιμοποιούσε πάντα όρους όπως ελευθερία, διχαιοσύνη χαι αδελφότητα. Εν τω μεταζύ, αυτή την έννοια της ανθρώπινης α-δελφοσύνης άρχισαν να τη μάχονται χάποιοι που δεν είχαν ακόμα αναρριχηθεί στην εξουσία, αλλά έλπιζαν να συμβεί αυτό πολύ σύ-ντομα. Στο παρελθόν, η Μεσαία τάξη έχανε επαναστάσεις υπό τη σημαία της ισότητας χαι μετά εγχαθίδρυε μια χαινούρια τυραννία, μόλις η προηγούμενη ανατρεπόταν. Η νέα Μεσαία τάζη διαχή-ρυττε τψ τυραννία της από πριν. 0 σοσιαλισμός, θεωρία που εμ-φανίστηχε στις αρχές του δέχατου ένατου αιώνα ως τελευταίος χρίχος σε μιαν αλυσίδα σχέφης που εχτείνεται μέχρι τις εξεγέρ-σεις των δούλων στην αρχαιότητα, ηταν αχόμα βαθιά μολυσμένος από την ουτοπία των περασμένων αιώνων. Αλλά σε όλες τις πα-ραλλαγές του σοσιαλισμού που εμφανίστηχαν από το 1900 περί-που, ο σκοπός να εγκαθιδρυθεί η ελευθερία χαι η ισότητα εγχατα-λειπόταν φανερά όλο χαι περισσότερο. Τα νέα χινηματα που εμ-φανίστηχαν γύρω στα μέσα του αιώνα μας — ο ΑΓΓΣΟΣ στην Ωχεα-νία, ο Νεομπολσεβιχισμός στψ Ανατολασία, η χοινώς λεγόμενη Θανατολατρία στην Ανατολασία— είχαν συνειδητά σαν στόχο να διαιωνίσουν την ανελευθερία χαι την ανισότ-ητα. Αυτά τα νέα χινή-ματα γεννήθηκαν βέβαια από τα παλιά χαι ήθελαν να διατηρήσουν τα ονόματά τους χαι να τιμήσουν —στα λόγια μόνο— την ιδεολο-γία τους. Αλλά όλων ο σχοπός ήταν να σταματήσουν την πρόοδο και να ακινητοποιήσουν την ιστορία τη στιγμη που θα έχριναν χατάλληλη. To εχχρεμές έπρεπε να χινηθεί αχόμα μια φορά, χι έπειτα να σταματήσει. Ως συνήθως, η Ανώτερη τάξη έπρεπε να εχτοπιστεί από τη Μεσαία, που θα γινόταν αυτή με τη σειρά της η Ανώτερη- αυτή τη φορά όμως, με μια συνειδητή στρατηγιχη, η Ανώτερη τάξη θα ηταν σε θέση να διατηρήσει τη θέση της για πάντα.
Τα νέα δόγματα γεννήθηχαν από τη συσσώρευση των ιστορι-χών γνώσεων χαι την ανάπτυξη της έννοιας της ιστοριχότητας που
221

μολις κρα μετά & χς υπήρχε πριν από το δέκατο ένατο αιώνα. Η κυκλική πορεία της ιστορίας ήταν τώρα κατανοητή, ή τουλάχιστον έτσι ψαινόταψ και αν ηταν κατανοητη, τότε μπορούσε και ν' αλλά-ξει. Αλλά η κύρια, υποκειμένη αιτία αυτών των θεωριών ηταν πως από την αρχή του εικοστού αιώνα η ισότητα των ανθρώπων είχε γίνει τεχνικώς εφικτή. Βέβαια, ήταν ακόμα αληθεια πως οι άνθρω-ποι δεν ήταν ίσοι ως προς τις φυσικές τους ικανότητες και ότι τα επαγγέλματα, έπρεπε να εξειδικευτούν κατά τρόπο που θα ευνοού-σαν ορισμενους εις βάρος άλλων. Αλλά δεν υπήρχε πια καμιά πραγματική ανάγκη για ταξικές διακρίσεις ή για σο6αρές διαφορές πλούτου. Παλαιότερα, οι ταζικές διακρίσεις ηταν όχι μόνο ανα-πόφευκτες αλλά και επιθυμητές. Η ανισότητα, ήταν το τίμημα του πολιτισμού. Με την ανάπτυξη της βιομηχανοποίησηζ, όμως, η κα-τάσταση άλλαζε. Παρ' ότι εξακολουθούσε να είναι αναγκαία η απασχόληση των ανθρώπων σε διαφορετικές δουλειές, εν τούτοις δεν ήταν απαραίτητο να ζουν σε διαφορετικό κοινωνικό η οικονομίχό επίπεδο. Επομένως, από τη σκοπιά των νέων ομάδων που ηταν έτοιμες ν' αρπάξουν την εξουσία, η ανθρώπινη ισότητα δεν ήταν πια επιδιωχόμενο ιδανικό αλλά αποφευκτέος κίνδυνος. Στΐζ παλαιές επο-χές, όπου μια δίκαιη και ειρηνική κοινωνία ήταν εν τοις πράγμασι αδύνατη, πολυ εύκολα πίστευαν σε κάτι τέτοιο. Η ιδέα του γηινου παραδείσου, όπον οι άνθρωποι θα ζούσαν όλοι μαζί αδελφωμένοι, χωρίς νόμους και σκληρή δουλειά, στοίχειωνε την ανθρώπινη φαντα-σία χιλιάδες χρόνια. Κι αυτό το όραμα ακολουθουσε ακόμα και τις ομάδες που επωφελούνταν πραγματικά από κάθε ιστορικη αλλαγη. Οι κληρονόμοι της Γαλλίκής, της Αγγλικτης και Αμερικανικής επα-νάστασης είχαν εν μέρει πιστέφει στις διακηρύζεις αυτών των ε-παναστάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του λό-γου, την ισότητα απέναντι στο νόμο, και η συμπεριφορά τους είχε, ωζ ένα σημείο, επηρεαστεί από αυτές. Αλλά γύρω στην τέταρτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, ολα τα σημαντικά ρεύματα της πολι-τΐκής σκέφης ήταν αυταρχικά. Η πίστη σ' έναν επίγειο παράδεισο χάθηκε ακριβώς τη στιγμή που το όραμά του είχε γίνει πραγματο-
222
Χι'λια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
ποιήσιμο. Κάθε νέα πολιτιχή θεωρία, όποια ονομασία χαι αν έφερε, οδηγούσε πίσω στην ιεροφχία και στον αυστηρό κυ&ερνητικό έλεγχο. Και μέσα από τη γενίκή σκλήρυνση των απόφεων που επικράτησε γυρω στα 1930, μέθοδοι εγκαταλελειμμένες από καιρό, πολλές μά-λιστα από εκατοντάδες χρόνια (φυλακίσεις χωρίς δίκη, μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου σαν να είναι σκλάβοι, δημόσιες εχτελέ-σεις, βασανιστήρια για την απόσπασΎ} ομολογιών, όμτηροι, εκτοπί-σεις ολόκληρων πληθυσμών) όχι μόνο έγιναν πάλι κάτι συνηθισμέ-νο, αλλά τις ανέχονταν και, ακόμα περισσότερο, τις υποστήριζαν άν-θρωποι που θεωρούσαν τον εαυτό τους φωτισμένο και προοδευτικό. Μόνο μετά από μια δεκαετία διεθνών πολέμων, εμφυλίων πολέ-μων, επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων σε oka τα μέρη του κό-σμου, ο αγγςος και οι αντίπαλές του θεωρίες εμφανίστηκαν σαν ιδανικές. Αποτελούσαν όμως εξαγγελίες συστημάτων που γενικά ο-νομάζονταν ολοκληρωτικά και που είχαν παρουσιαστεί στις αρχές του αιώνα- το βασικό διάγραμμα του κόσμου, ο οποίος θα γεννιόταν από το χάος που επικρατούσε, ήταν από πολύ καιρό φανερό. Ποιοι άνθρωποι θα κυβερνούσαν αυτόν τον κόσμο, ήταν επίσης φανερό. Η νέα αριστοκρατία αποτελούνταν στο μεγαλύτερο μέρος της από γραφειοκράτες, επιστημονες, τεχνικούς, οργανωτές σννδικάτων, ειδι-κούς επί των δημοσίων σχέσεων, κοινωνίολόγους, δασκάλους, δημο-σιογράφους και επαγγελματίες πολιτικούς. Αυτοί οι άνθρωποι, με ρίζες στη μισθωτή μεσαία τάξη και στις φηλότερες βαβμίδες της ερ-γατικής τάξης, διαμορφώθηκαν και ενώθηκαν από το στείρο κόσμο της μονοπωλιακής βιομηχανίας και της συγκεντρωτικτης κυβέρ-νησης. Σε σΰγκρισΐ) με τις παλιές εποχέζ, ήταν λιγότερο φιλάργυ-ροι, λιγότερο ευάλωτοί στους πειρασμούς της πολυτέλειας, περισσό-τερο διφασμένοι για δύναμη και, προπάντων, πολύ περισσότερο μεθο-δικοί και πολυ περισσότερο αποφασισμένοι να συντρίφουν κάθε α-ντίσταση. Αυτη η τελευταία διαφορά ήταν σοβαρη. Σε σύγκριση με τη σημερινή, όλες οι τυραννίες του παρελθόντος ασκούνταν χωρίς ζ-ήλο και ήταν ανεποφκείς. Οι κυρίαρχες ομάδες ήταν πάντα, ως ένα σημείο, επηρεασμένες από φιλελεύθερες ιδέες, άφηναν παντου τα
223

ηνία χαλαρά, τους απασχολούσε μόνο το προφανές και δεν εν-διαφέρονταν για το τι σκέφτονταν οι υποτελείς τους. Ακόμα και η Καθολική Εκκλησία του Μεσαίωνα ήταν επιεικής, εν συγκρίσει προς τα σημερινά δεδομένα. Τούτο οφείλεται μερικώς στο γεγονός ότι στο παρελθόν καμιά κυβέρνηση δεν είχε τη δυναμη να κρατάει τους πολίτες της κάτω από σταθερή επίβλεφη. Η εφεύρεση της τυπογραφίας, πάντως, επέτρεφε να κατευθύνεται ευκολότερα η κοι-νη γνώμη. To φιλμ και το ραδιόφωνο βοήθησαν σ' αυτό ακόμα πε-ρισσότερο. Η ανάπτυξη της τηλεόρασηζ και η τεχνίκή τελειοποίη-ση, που κατέστησε δυνατή την ταυτόχρονη μετάδοση και λήψη από το ίδιο μηχάνημα, υπήρξε το τέλος της ιδιωτικής ζωης. Κάθε πο-λίτης, ή τουλάχιστον κάθε πολίτης που θεωρούνταν ότι άζιζε τον κόπο να παρακολουθείται, μπορούσε να βρίσκεται είκοσι τέσσερις ώρες την ημερα κάτω από το βλέμμα της αστυνομίας και το συνεχή θόρυβο της επίσημης προπαγάνδας, ενώ oka τ' άλλα μέσα επικοι-νωνίας ήταν αποκλεισμένα. Η δυνατότητα να επι£άλλεται όχι μόνο η πλήρης υποταγη στη θέληστη του κράτους, αλλά και τη πλήρης ο-μοιομορφία. γνώμης σε όλους τους υποτελείς του, υπήρξε τώρα για πρώτη φορά.
Μετά από την επαναστατική περίοδο των δεκαετιών του '50 και του '60, η κοινωνία σνγκροτήθηκε πάλι, όπως πάντα, σε Ανώτερη, Μεσαία και Κατώτερη τάζη. Αλλά η νέα Ανώτερη τάζη, αντίθετα από τους προκατόχους της, δεν ενεργούσε μόνο ακολουθώντας το ένστικτό της, αλλά ήζερε τι έπρεπε να κάνει για να προστατέφει τη θέσιη της. Είχαν από καιρό αντιληφθεί ότι η μόνη σίγουρη βάση για την ολιγαρχία είναι ο κόλεκτιβισμός. Τον πλούτο και τα προνόμία μπορείς να τα υπερασπιστείς πιο εύκολα όταν τα κατέχεις από κοινού με άλλους. Η λεγόμενη «κατάργηση της ατομικής ιδιοκτη-σίας», που έγινε στα μέσα του αιώνα, σημαινε, στην πραγματικό-τητα, τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε πολύ λιγότερα χέρια απ' ό,τι πριν, με τη διαφορά ότι οι καινούριοι ιδιοκτήτες ήταν μια ομά-δα αντί μιας μάζας ατόμων. Ατομικά, κανένα μέλος του Κόμμα-τος δεν κατέχει τίποτα, πλην ασήμαντων προσωπικών αντικειμέ-
224
Χίλια εννιαχόσια ογίόντα τεσσερα
νων. Συλλογικά, το Κόμμα χατέχει τα πάντα στην Ωκεανία, γιατί ελέγχει τα πάντα, και διαθέτει την παραγωγή κατά το δοκούν. Στα γρόνια που ακολούθησαν την Επανάσταση, ήταν δυνατό να κατα-κτηθεί η εζουσία χωρίς μεγάλη δυσκολία, γιατί ολόκληρο το σύστη-μα είχε παρουσιαστεί σαν μια πράζη κολεκτι&οποίησης. Ήταν ανέκαθεν παραδεκτό ότι, όταν απαλλοτριωθεί η περιουσία της κα-πιταλιστικτης τάξης, πρέπει να επακολουθήσει ο σοσιαλισμός, και, αναμφίζολα, η περιουσία των καπηαλιστών είχε απαλλοτριωθεί. Εργοστάσια, ορυχεία, γη, σπίτια, μεταφορικά μέσα — τους τα είχαν πάρει oka και, αψού όλα αυτά δεν ήταν πια ατομική ιδιοκτησία, είναι επόμενο πωζ έπρεπε να είναι δημόσια. 0 ΑΓΓΣΟΣ, που αναπτύχθηκε μέσα από το πρώιμο σοσιαλιστικό κίνημα και κληρονόμησε τη φρασεολογία του, έχει, στην πραγματικότητα, υλοποιήσει την κύρια διακήρυξη του σοσιαλιστικού προγράμματος- το αποτέλεσμα ήταν αυτό που είχαν προβλέφει και θελήσει: η οοίονομική ανισότητα έγινε μόνιμη.
Τα προβλήματα, όμως, της συνέχειας μιας ιεραρχικής κοινω-νίας είναι πολύ βαθύτερα. Η άρχουσα τάξη μπορεί να χάσει την εξουσία μόνο με τέσσερις τρόπους. Ή ανατρέπεται εκ των έζω, η κυβερνάει τόσο άσχημα ώστε επαναστατούν οι μάζες, ή αφήνε: να δημιουργηθεί μια δυνατή και δυσαρεστημένη Μεσαία τάζη, ή χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και τη βούληση να κυβερνά. Τα αίτια αυτά δεν λειτουργούν μεμονωμένα και, κατά κανόνα, συνυ-πάρχουν και τα τέσσερα ως ένα βαθμό. Μια άρχουσα τάζη, που θα μπορούσε να φυλαχτεί απ' όλους αυτούς τους κινδύνους, θα μπορού-σε να διατηρηθεί στην εζουσία για πάντα. Τελικά, ο αποφασιστι-κός παράγοντας είναι η πνευμαπκή σχάση αυτής της ίδιας της άρ-χουσας τάξης.
Μετά τα μέσα του αιώνα μας, ο πρώτος κίνδυνος είχε εκλείφει. Καθεμιά από τις τρεις δυνάμεις που μοιράζονται τώρα τον κόσμο είναι ακατανίκητη, και θα μπορούσε να κατακτηθεί μόνο αν επέρχο-νταν αργές δημογραφικές αλλαγές, πράγμα που μία κυβέρνηση με ευρείες εζουσίες μπορεί εύκολα να αποφύγει. 0 δεύτερος κίνδυνος
225

δεν είναι xat αυτός παρά μόνο θεωρητιχός. Ot μάζες δεν επαναστα-τούν ποτέ από μόνες τουζ και δεν επαναστατούν ποτέ μόνο χαι μό-νο γιατί χαταπιέζονται. Μάλιστα, όσο δεν τους επιτρέπεται να έ-χουν μέτρο σύγκρισης, ουτε χαν παίρνουν είδηση πως καταπιέζονται. Ot οιχονομικές χρίσεις του παρελθόντος ηταν απολύτως ανώφελες χαι τώρα δεν επιτρέπουν πια να ζεσπάσουν παρόμοιες χρίσεις, αλλά μπορούν να συμβούν άλλες εζίσου σημαντιχές ταραχές —και συμ-βαίνουν, χωρίς πολιτιχό αποτέλεσμα, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να εκφραστεί η δυσαρέσχεια. Όσο για το πρόβλημα της υπερπαραγω-γτης, δεν είναι έκδτηλο στψ κοινωνία μας- από τον χαιρό της μηχανι-κής ανάπτυξης, έχει λυθεί με το τέχνασμα του συνεχούς πολέμου (βλέπε Κεφάλαιο 3) που χρησιμεύει επύτης να διατηρεί το τηθιχό του λαού στο αναγχαίο επίπεδο. Κατά συνέπεια, από την άποφη των στημερινών χυβερνητών μας, ot μόνοι πραγματιχοίχίνδυνοι θα ήταν η δημιούργία μιας νέας ομάδας από ανθρώπους ιχανούς, απασχολημέ-νους σε χατώτερες των ιχανοτητων τους θέσεις χαι διφασμενους για εζουσία, χαι η ανάπτυξη του φιλελευθερισμού χαι της αμφισ^ητησης μέσα στις ίδιες τους τις τάξεις. To πρόβλημα, λοιπόν, είναι πρόβλη-μα εχπαίδευσης. Eivat πρόβλημα που αφορά τη συνεχη διαμόρφωσιη, αφ' ενόζ, της συνείδησης της ιθύνουσας ομάδας χαι, αφ' ετέρου, της συνείδησης της αρχετά ευρύτερης εχτελεστιχής ομάδας που είναι αμέσως χάτω από την πρώτη. Η συνείδηο-η των μαζών δεν χρειάζε-ται να επηρεάζεται παρά υπό αρνητιχή έννοια.
Με αυτά τα δεδομένα, θα μπορουσε χανείς να συμπεράνει, χαι αν αχόμα δεν την ηξερε ήδη, τη γενιχή δομή της κοινωνίας στην Ωκεανία. Στην χορυφή της πυραμίδας βρύτχεται ο Μεγάλος Αδελφός. 0 Μεγάλος Αδελφός είναι αλάθητος xat παντοδύναμος. Κάθε επιτυ-χία, χάθε επίτευγμα, χάθε νίχη, χάθε επιστημονιχή αναχάλυφη, χάθε γνώση, χάθε σοφία, ευτυχύχ, οφετή, θεωρείται ότι ττ-ηγάζει χατ' ευθείαν από τη διοίκηση χαι την έμπνευση του. Κανείς δεν είδε ποτέ τον Μεγάλο Αδελφό. Eivat ένα πρόσωπο στα διαφημιστιχά πλαίσια, μια φωνή στην τηλεοθόνη. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως δεν θα πεθάνει ποτέ, χαι τηδη η σύγχυση xat η ασάφεια για το πότε
226
Χίλια εννιαιχόσια ογδόντα τέσσερα
ακριβώς γεννήθηκε είναι μεγάλη. 0 Μεγάλος Αδελφός είναι η μά-σκα υπό την οποία το Κόμμα επέλεξε να εμφανιστεί στον κόσμο. Έργο του είναι να ενεργεί σαν συγκεντρωπκή εστία για την αγάπη, το φόβο και το σεβασμό, αισθήματα που είναι πιο εύκολο να νιώσει χανείς για ένα πρόσωπο παρά για έναν οργανισμό. Κάτω από τον Μεγάλο Αδελφό βρίσκεται το Εσωτερικό Κόμμα, που τα μελη του φτάνουν τα έζι εκατομμύρια, κάτι λιγότερο από το δύο τοις εκατό του πληθυσμού της Ωκεανίας. Κάτω από το Εσωτερικό Κόμμα έρχεται το Εζωτερικό Κόμμα, που — αν το Εσωτερικό θεωρείται το μυαλό του κράτους — αυτό μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί σαν τα χέρια του. Μετά το Εζωτερικό Κόμμα, έρχονται οι άμορφες μάζες που συνήθως ονομάζουμε «προλετάριους», το ογδόντα πέντε τοις εκατό περίπου του πληθυσμού. Στην κατάταξή μας, οι προλετά-ptoi είναι τοποθετημένοι στην τελευταία βαβμίδα. Οι υπόδουλοι πληθυσμοί της ισημερινης ζώνης, που περνούν αδιάκοπα από τον έναν κατακτητη στον άλλο, δεν αποτελούν μόνιμο ή αναγκαίο μέ-ρος της δομής.
Η ένταξη σ' αυτές τις τρεις ομάδες δεν είναι, χατ' αρχήν, κληρονομική. To παιδί ενός μέλους του Εσωτερικού Κόμματος, θεωρητιχά, δεν έχει γεννηθεί στο Εσωτερικό Κόμμα. Η εισαγωγιη στο ένα ή το άλλο τμήμα του Κόμματος γίνεται με εζετάσεις στην ηλικία των δεκαέζι ετών. Ούτε υπάρχει καμιά φυλετικη διάχριση ή υπεροχή της μιας φυλής πάνω στψ άλλη. Στα υφηλότερα αζιώμα-τα του Κόμματος βρίσκει κανείς Εβραίους, Νέγρους, Νοτιοαμερι-κάνους με καθαρά ινδιάνικο αίμα, και οι διοικητές κάθε περιοχης επιλέγονταί πάντα ανάμεσα από τους κατοίκους της. Οι κάτοικοι δεν έχουν σε κανένα μέρος της Ωκεανίας το αίσθημα ότι είναι αποι-κιακός πληθυσμός που τον κυβερνά μια μακρινή μητρόπολη. Η Ωκεανία δεν έχει πρωτεύουσα και ο τιτουλάριος επικεφαλής της εί-vou κάποιος για τον οποίο κανείς δεν ζέρει πού εδρεύει. Εκτός του ότι τα αγγΚικά είναι η κύρια καθομιλουμένη και η Νέα Ομίλία η επίση-μη γλώσσα της, δεν έχει κανένα συγκεντρωτικό χαρακτηρα. Αυ-τούς που διοικούν τψ Ωκεανία δεν τους συνδέουν δεσμοί αίματος,
227

αλλά η προσχώρησή τους στο κοινό δόγμα. Είνοα αλήθεία πως η κοινωνία μας είναι διαχωρισμένη, και μάλιστα πολύ αυστηρά, σε τάζεις που, εκ πρώτης όφεως, φαίνονται κληρονομικές. Τπάρχουν πολύ λιγότερες μετακινησεις από τη μια τάζη στψ άλλη απ' ό,τι επί καπιταλισμού ή απ' ό,τι ακόμα χαι κατά την προβιομηχανικη ε-ποχή. Ανάμεσα στους δύο κλάδους του Κόμματος σνμβαίνουν με-ρικές ανταλλαγές, αλλά μόνο τόσες όσες χρειάζονται για να εξα-σφαλίσουν τον αποκλεισμό των αδυνάτων από το Εσωτερικό Κόμ-μα και να καταστήσουν ακίνδυνα τα φιλόδοζα μέλη του Εζωτε-ρικού Κόμματος. Στψ πράξη, οι προλετάριοι δεν επιτρέπεται να μπουν στο Κόμμα. Οι mo προικισμένοι από αυτούς, που θα μπορού-σαν να σχηματίσουν τους πυρηνες των δυσαρεστημένων, σημειώνο-νται από την Αστυνομία της Σκέφης και εξουδετερώνονται. Αυτό όμως το σύστημα δεν είναι απαραίτητα μόνιμο, ούτε αποτελεί ζήτη' μα αρχης. To Κόμμα δεν αποτελεί τάξη με την παλιά έννοια της λέζης. Δεν επιδιώκει να μεταβιβάσει την εξουσία στα παιδιά του επειδη είναι παιδιά του, και, αν δεν υπηρχε άλλος τρόπος να διατηρεί στην κορυφτη τους mo ικανούς, θα ήταν πρόθυμο να στρατολογησει μια εντελώς νέα γενιά μέσα από τις γραμμές των προλετάριων. Στα κρίσιμα χρόνια, το γεγονός ότι το Κόμμα δεν είχε χληρονομικό χαρακτήρα βοήθησε πολύ στην εζουδετέρωση των αντιφρονούντων. 0 παλιός τύπος του σοσιαλιστή, που είχε μάθει να αγωνίζεται ενάντια σ' αυτό που ονομαζόταν «ταζικό προνόμιο», συμπέρανε πως ό,τι δεν είναι κληρονομικό δεν μπορεί vac είναι μόνιμο. Δεν είδε ότι η συνέχιση της ολιγαρχίας δεν χρειάζεται να είναι φυσική, ούτε στάθηκε να σκεφτεί ότι οι κληρονομικές αριστοκρατίες δεν είχαν ποτέ μεγάλη διάρκεια, ενώ οι οργανισμοί που στηρίχτηκαν στην υιοθεσία, όπως για, παράδειγμα η Καθολική Εκκλησία, διάρκεσαν εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Η ουσία της ολιγαρχικης εζουσίας δεν είναι η κληρονομική διαδοχτη από πατέρα σε γιο, αλλά η εμμονή σε μιαν ορισμένη κοσμοθεωρία και έναν ορισμένο τρόπο ζωής που επιβάλλοντοα από τους νεκρούς στους ζωντανούς. Μια, ομάδα μπορεί να διοικεί ενόσω είναι σε θέση να αναγορεύσει τους διαδόχους της.
228
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
To Κόμμα δεν ενδιαφέρεται να διαιωνίσει το αίμα του, αλλά να διαιωνίσει τον εαυτό του. Δεν έχει σημασία ποιος κατέχει την εζου-σία, αρκεί η ιεραφχική δομη να παραμείνει πάντα, η ίδια.
Οι πεποιθήσεις, οι συνήθειες, η πνευματική στάση, οι συγκινή-σεις, τα γούστα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, έχουν προο-ρισμό να διατηρούν το μυστικό χαρακτήρα του Κόμματος και να εμποδίζουν να ψανεί η αληθινή φύση της σημερινής κοινωνίας. Η φυσική εξέγερση η κάθε προδρομικό κίνημα εν όψει μιας εξέγερσης, είναι τώρα κάτι αδυνατο. Από τονς προλετάριους δεν υπάρχει κανέ-νας φό6οζ. Παραττημένοι στους εαυτούς τους, θα συνεχίσουν από γενιά σε γενιά και από αιώνα σε αιώνα voc δουλεύουν, να γεννούν και να πεθαίνουν, όχι μόνο χωρίς καμιά επαναστατική παρόρμηση αλλά και χωρίς την ικανότητα να καταλάβουν ότι ο κόσμος θα μπορού-σε \ια είναι αλλος απ' ό,τι είναι. θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυ-νοί, μόνο αν η εζέλιζη της ζιομηχανικής τεχνικής απαιτούσε να τους δοθεί καλύτερη μόρφωση. Καθώζ όμως ο στρατιωτίκός και ο εμπο-ρικός ανταγωνισμός είναι πια χωρίζ σημασία, το επίπεδο τηζ λαϊ-κής εκπαίδευσης βρίσκεται σε πτώση. Οι όποιες απόψεις έχουν ή δεν έχουν οι μάζες, είναι κάτι πον δεν ενδιαφέρει. Μπορεί να τους δοθεί ελευθερία σκέφης, γιατί δεν έχουν σκέφη. Σ' ένα μέλος του Κόμματοζ, όμως, δεν επιτρέπεται η παραμικρή παρέκκλιση, ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα.
Από τη μέρα που γεννιέται ως το θάνατό του, ένα μέλος του Κόμματοζ ζει υφό την ποφακολουθηση της Αστυνομίας της Σκέφης. Ακόμα και όταν είναι μόνος, δεν μπορεί ποτέ να είναι σίγουρος πως είναι πραγματικά μόνος. Όπου και αν βρίσχεται, στον υπνο ή στο ξυπνο, στη δουλειά ή στην ανάπαυση, στο λουτρό ή στο κρεβάτι, παρακολουθείται χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να ξέρει πως παρακολουθείται. Καθετί που κάνει τους ενδιαφέρει. Οι φιλίες του, η διασκέδαση του, η συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα και τα παιδιά του, η έκφραση του προσώπου του όταν είναι μόνος, οι λέξεις που μουρμουρίζει στον υπνο του, ακόμα και οι χοφακτηρίστικές κι-νήσεις του σώματός του, όλα εξετάζονται εζονυχιστικά. Όχι μόνο
229

κάθε πραγματικό παράπτωμα, αλλά κάθε ιδιοτροπία, οσοδήποτε ανώδυνη, κάθε αλλαγη συνήθειας, κάθε ΐδιαίτερη νευρική κίνηση που θα μπορούσε να είναι σύμπτωμα μιας εσωτερικής πάλης, ανακα-λύπτετ/χι οποχτδηποτε. Δεν έχει την παραμικρή ευχέρεια εκλογης σε τίποτε. Από την άλλη, οι πράξεις του δεν ρυθμίζονται από νόμους η από κάποιον σαφώζ διαμορφωμένο κώδικα συμπεριφοράς. Στην Ωκεανία δεν υπάρχει νόμος. Οι σκέψεις και οι πράζεις, που, όταν ανακαλύπτονται, συνεπάγονται σίγουρο θάνατο, δεν είναι επίσημα απαγορευμένες και οι ατελείωτες εκκαθαρίσεις, οι συλληφεις, τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις και οι «εζατμίσεις», δεν επιβάλλονται σαν τιμωρία για εγκλτηματα που έχουν τελεστεί πραγματικά. Είναι απλώς μέσα εζόντωσης των ανθρώπων που δυντητικά θα διέπρατ-ταν ένα έγκλημα κάποτε στο μέλλον. Ένα μέλος του Κόμματος απαιτείται να έχει όχι μόνο σωστά φρονήματα αλλά και σωστά ένστικτα. Πολλές από τΐζ πεποιθήσεις και τΐζ θέσεις που του ζητούνται δεν είναι ποτέ σαφώς προσδιορισμένες, και δεν θα μπορου-σαν να είναι χωρίς να εκθέτουν τις αντιφάσεις που εμπερίέχονται στον ΑΓΓΣΟΣ. Αν είναι ένα πρόσωπο από τη φύση του ορθόδοζο (στη Νέα Ομιλία καλόσκεφτο,) da ζέρει χωρίς να σκέφτεται, σε κάθε περίσταση, ποια είναι η σωστή πεποίθηση η ποια η πρέπουσα συ-γκίνηση. Οπωσδήποτε, όμως, η λεπτομερής διανοητική αγωγη, στην οποία υποβάλλεται ως παιδί και η οποία στρέφεται γύρω από τις λέξεις της Νέας Ομιλίας εγκληματόπαυση, μιαυρόασπρο καί διπλή σκέψη, τον κάνεί να μη θέλει και να μψ μπορεί να σκεφτεί πολύ βαθιά για οτιδήποτε.
Ένα μέλος του Κόμματος απαιτείται να μην έχει κανένα ατο-μικό συναίσθημα και να μη χαλαρώνει ποτέ ο ενθουσιασμός του. Πρέπει να ζει σε αδιάκοπη φρενίτιδα μίσους για τους ζένους ε-χθρούς και για τους εσωτερικούς προδότες, θριαμβολογίας για τις νίκες και ταπεινοφροσύνης μπροστά στη δύναμη και στη σοφία του Κόμματος. Οι δυσαρέσκειες που προκαλεί η απογυμνωμένη ζωή του, διοχετεύονται προμελετημένα και διαλύονται με τεχνάσματα σαν το Δίλεπτο Μίσους. Οι θεωρητικές παρατηρήσεις που θα μπο-
230

ρουσαν να οδηγησουν σε μια στάστη αμφισβήτησης ή εζέγερσης, καταπνίγονται εκ των προτέρων με την αυτοπειθαρχία που αποκτά νωρίζ στην παιδική ηλικία. To πρώτο στάδιο της πειθοφχίας, διδα-κτό ακόμα και στα μικρά παιδιά, λέγεται στη Νέα Ομιλία εγκλη-μιατόπαυση. Εγκληματόπαυση είναι η ικανότητα να σταματάς αυτόματα, σαν από ένστικτο, στο κατώφλι μιας επικίνδννης σκέφης. Περιλαμβάνει την ικανότητα να μη συΧλαμβάνεις τις αναλογίες, να μην αντιλαμβάνεσαι τα λογικά λάθη, να μην καταλαβαίνεις ούτε τα πιο απλά επιχεφηματα αν είναι αντίθετα με τον ΑΓΓΣΟΣ. Περιλαμ-βάνει επίατης τψ ικανότητα να νιώθεις πληξη και απέχθεια για κάθε σειρά σκέφης που θα μπορούσε vtx οδηγήσει προς μια αιρετική κατεύθυνση. Με λίγα λόγια, εγκληματόπαυση πάει να πει προ-στατευτική βλακεία. Αλλά δεν αρκεί η βλζκεία. Αντίθετα, η ορθοδο-ξία, στην πλήρη της έννοια, απαιτεί από τον καθένα έναν έλεγχο πάνω στη μέθοδο της σκέφης του, τόσο τέλειο όσο είναι ο έλεγχος του ακροβάττη πάνω στο σώμα του. Η κοινωνία της Ωκεανίας επαναπαύεται, τελικά, πάνω στψ πεποίθηση ότι ο Μεγάλος Αδελ- ρός είναι παντοδύναμος και ότι το Κόμμα είναι αλάθητο. Καθώς όμως στην πραγματικότητα ουτε ο Μεγάλος Αδελφός είναι παντοδύναμος ούτε το Κόμμα αλά&ητο, είναι απαραίτητη μια ακαταπόνητη και ακατάπαυστη ευελίζία απέναντι στα γεγονότα. Εδώ, η λέξη-κλειδί είναι μιαυρόασπρο. Αυτή η λέξη, όπως πολλές άλλες στη Νέα Ομιλία, έχει δύο αντιφατικές σημασίες. Όταν πρόκει-ται για εχθρό, εννοεί τη συνήθεια να υποστηρίζει με αναίδεια ότι το μαύρο είναι άσπρο, αντίθετα από τα πασίδηλα γεγονότα. Όταν πρόκειται για μελος του Κόμματοζ, σημαίνει την έντιμτη και εθελού-σια επιθυμία να πει ότι το μαύρο είναι άσπρο, όταν η κομματική πει-θαρχία το απαιτεί. Αλλά σημαίνει, επίσης, την ικανότητα. να πι-στεύει ότι το μαύρο είναι άσπρο και ακόμα να ξέρει ότι το μαύρο εί-ναι άσπρο και να ζεχάσει ότι κάποτε είχε πιστέφει κάτι άλλο. Αυτή η ικανότητα απαιτεί μιαν αδιάκοπη αλλαγή του παρελθόντος, πράγ-μα δυνατό χάρη σ' ένα σύσνημα σκέφης που περικλείει όλα τα υπό-λοιπα και που στη Νέα Ομιλία είναι γνοκττό ως διπλή σκέψη.
231

Η αλλαγή του παρελθόντος είναι απαφαίτητη για 8ύο λόγους, από τους οποίους ο ένας είναι βοηθητικός και, ας πούμε, προλη-πτικός. 0 βοηθητικός λόγος είναι ότι το μέλος του Κόμματος, όπως και ο προλετάριος, ανέχετοα τις υπάρχουσες σννθήκες, εν μέρει επειδτη δεν έχει μέτρο σύγκρισης. Πρέπει να αποκοπεί από το παρελθόν, ακριβώς όπως πρέπει να αποκοπεί από τις ζένες χώρες, γιατίείναι απαφαίτητο να πιστεύει ότι ζει σε συνθήκες καλύτερες απ' ό,τι οι πρόγονοί του, και ακόμα ότι ο μέσος όρος των υλικών ανέ-σεων συνεχώς ανεβαίνει. Αλλά ο ο-ημαντικότερος λόγος για την αναπροσαρμογη του παρελθόντος είναι η ανάγκη να προστατευτεί το αλάθητο του Κόμματος. Δεν είναι μόνο ότι οι κάθε λογης στατιστικές και εκθέσεις πρέπει να ανασκευάζονται συνεχώς ανά-λογα με τις ανάγκες της ημέρας για να φανεί πως οι προβλέφεις του Κόμματος είναι σε όλες τις περιπτώσεις σωστές- είναι, επίσης, ότι το Κόμμα δεν μπορεί να παραδεχτεί μιαν αλλαγτη πίστης ή πολι-τικης γραμμής: η άλλαγή μιας απόφασης ή πολιτικης είναι ομο-λογία αδυναμίας. Αν, για παράδειγμα, η Ευρασία η η Ανατολασία (ποια από τις δύο, αδιάφορο) είναι ο σημερινός εχθρός, τότε αυτό το κράτος πρέπει να ήταν πάντα εχθρός, και, αν τα γεγονότα λένε κάτι διαφορετικό, τότε πρέπει ν' αλλαχτούν αυτά. Έτσι, η ιστορία ζαναγράφεται συνεχώς. Αυτή η καθημερινή αλλοίωση του παρελ-θόντος, που γίνεται από το Υπουργείο Αλήθειας, είναι το ίδιο ανα-γκαία για ττη σταθερότητα του καθεστώτος όσο και το έργο της καταστολής και της κατασκοπίας που διεκπεραίώνει το Υπουρ-γείο Αγάπης.
To μεταβλητό του παρελθόντος είναι η κεντρική βάαη του αγγςος. Τα περασμένα γεγονότα, ισχυρίζονται, δεν έχουν αντικειμενίκή υπόσταστη και δεν επιζούν παρά μόνο διά μέσου των εγγράφων μαρτυριών και της ανθρώπινης μντημης. Δεδομένου όμως ότι το Κόμμα ελέγχει πλήρως όλες τις έγγραφες μαρτυρίες και το μυαλό των μελών του, έπεται ότι το παρελθόν είναι αυτό που επιλέγει το Κόμμα- έπεται επίσης ότι το παρελθόν, αν χαι μεταβλητό, δεν έχει ποτέ αλλαχτεί σε καμιά ειδικη περίπτωση. Γιατί όταν έχει ξανα-
232
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
πλαστεί σύμφωνα με την ανάγκη της στιγμής, τότε αυτή η και-νούρια εκδοχή είνοα το παρελθόν και κανένα διαφορετικό παρελθόν δεν μπορεί να υπηρξε ποτέ. Αυτό είναί αλήθεια ακόμα και όταν, όπως συμβαίνει συχνά, ένα γεγονός γίνεται αγνώριστο επειδή έχει αλλαχτεί πολλές φορές μέσα σ' ένα χρόνο. To Κόμμα κατέχεί ανά πάσα στιγμή την απόλυτη αλήθεια, και κάτι απόλυτο δεν μπορεί να ηταν ποτέ διαφορετικό απ' ό,τι είναι τώρα. 0 έλεγχος του παρελθό-ντος, όπως θα φανεί, εξαρτάται προπαντός από τψ εκγυμναση της μνήμης. Η απόκτηση της βεβαιότητας πως όλες οι γραπτές μαρ-τυρίες συμφωνούν με την ορθοδοξία της παρούσας στιγμης, δεν εί-vac παρά μια μηχανική πράξη. Αλλά είναι επίσης απαραίτητο να θυμάται κανείς ότι τα γεγονότα συνέβησαν κατά τον επιθυμητό τρόπο. Και α,ν πρέπει να αναπροσαρμόσει τις αναμνήσεΐζ του ή να νοθευσει τις γραπτές μαρτυρίες, τότε πρέπει να ξεχάσει ότι το έκανε. To τέχνασμα για να γίνει αυτό μαθαίνεται όπως οποιαδήποτε άλλη πνευματικτη τέχνη. To μαθαίνουν τα περισσότερα μέλτη του Κόμ-ματος και φυσικά όλοι όσοι είναι έξυπνοι κοα ορθόδοζοι. Στην Πα-λαιά Ομιλία αυτό ονομάζεται με πολλή ειλικρίνεια. «έλεγχος της πραγμαηκότητας». Στη Νέα Ομιλία λέγεται διπλή σκέψη, αλλά τη διπλή σκέψη συμπυκνώνει επίσης και άλλα πολλά.
Η διπλή σκέψη είναι η ικανότητα να έχεις ταυτόχρονα δύο πεποιθήσεις αντιφατικές μεταξύ τους και να παραδέχεσαι και τις δύο. Ένας σκεπτόμενος άνθρωπος που ανήκει στο Κόμμα ζέρει υπό ποια έννοια πρέπει να τροποποιηθούν οι αναμνησεις του. Κατά συνέπεια, ξέρει ότι παίζει ένα παιχνίδι με την αλήθεια, αλλά, έχο-ντας ασκηθεί στη διπλή σκέψη, πείθει τον εαυτό του ότι η αλήθεια δεν έχει παραβιαστεί. Η διαδικασία πρέπει να είναι συνειδητή, αλ-λιώς δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με αρκετή ακρίβεια, αλλά πρέπει να είναι επίσης και ασυνείδητη, γιατί άλλιώς θα γεν-νούσε ένα αίσθημα παραποίησης και επομένως ενοχής. Η διπλή σκέψη βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του αγγςος, αφού το κύριο έργο του Κόμματος είναι να χρησιμοποιεί συνειδητή απάτη διατη-ρώντας παράλληλα τη σταθερότητα της πρόθεσης που συμβαδίζει
233

με την αλτηθινή τιμιότητα. Να λες ηθελημένα φέματα ενώ πκττεύεις ειλιχρινά ότι είναι αλήθεια, να ζεχνάς oka τα γεγονότα που έχουν γίνει ενοχλητικά χαι, όταν χρειάζεται να τ' ανασύρεις από τη λήθη, μόνο για το χρονικό διάστημα που πρέπει, ν' αρνιέσαι την ύπαρζη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, ενώ την ίδια στιγμή ζέρεις πως η πραγματικότητα αυτη υπάρχει —oka αυτά είναι αδήριτη αναγκαιότητα. Και μόνο για να χρτησιμοποηησεις την έκφραση δι-πλή σκέψη, πρέπει να μετελΰεις της δυαδικότητας της σκέφης, γιατί με το να χρησιμοποιείς αυτή την έκφραση, παραδέχεσαι πως άλλάζεις την πραγμαπκότητα. Μετά ξαναβάζεις σ' ενέργεια τη διπλή σκέψη, σβψεις αυτή τη γνώση και τούτο συνεχίζεται επ' ά-πεφον, με το φέμα να προπορεύεται πάντα της αληθειας. Έτσι, με το σύστημα της διπλής σκέψης, το Κόμμα μπόρεσε —χι ίσως να το μπορεί για χιλιάδες χρόνια αχόμα — να αιχμαλωτίσει την πορεία της ιστορίας.
Όkες οι ολιγαρχίες του παρε^όντος έχασαν την εζουσία είτε γιατί ατρόφησαν είτε γιατί έχασαν την ενεργητικότητά τους. Είτε γίνονται η^θιες και αλαζονίκές και, ανήμπορες να προσαρμοστούν στΐζ καινουριες συνθηκες, ανατρέπονται είτε γίνονται φιkεkεύθεpες xat δεάές χαι, χάνοντας παραχωρήσεις εκεί που πρέπει να δείξουν πυγμή, naki ανατρέπονται. Ανατρέπονται, θα ki-γαμε, ή γιατί είναι σννειδητές ή γιατί είναι ασυνείδητες. Είναι επίτευγμα του Κόμμα-τος το ότι έφτιαζε ένα σύστημα σχέφης όπου συνυπάρχουν και οι δυο καταστόισεις. Με χαμιά txkk-η πνευματική 6άση δεν θα μπορού-σε να διαιωνιστεί η κυριαρχία του. Αν κάποιος θέλεί να κυβερνά και να συνεχίζει να κυβερνά, πρέπει να είναι ικανός να διαστρέφει την έννοια της πραγματιχότητας. To μυστιχό της διαχυβέρνηστης είναι να συνδυάζεις την πίστη πως είσαι αλάθητος με τψ ιχανότητα να διδάσκεσαι από τα kaBrj του παρελθόντος.
Περιττό να πούμε πως οι πιο επιδέζιοι εψαρμοστές της διπλής σκέψης είναι αυτοί που την εφηυραν και ζέρουν πως είναι ένα έυρύ σύστημα πνευματικού εμπαιγμού. Στην κοινωνία μας ξέρουν καλύ-τερα απ' όΎους τι συμβαίνει εχείνοι αχριβώς που ζλέπουν λιγότερο
234

απ' όλους τον κόσμο όπως είναι. Γενικά, όσο βαθύτερη η γνώση, τόσο μεγαλύτερη η απάτη. Όσο πιο έζυπνος είναι κανείς, τόσο λιγότερο φυσιολογικός. To γεγονός πως η πολεμική υστερία αυζά-νει σε ένταση όσο φηλότερα ανεβαίνει κανείς στην κοινωνική ιε-ραρχία, αποτελεί σαφη απεικόνιση της παραπάνω άποφης. Η πιο λογική αντιμετώπιση του πολέμου είναι αυτή των υποταγμένων λαών των χωρών που διεκδικούν οι μεγάλες δυνάμεις. Γι' αυτούς, ο πόλεμος είναι απλώς και μόνο μια διαρκής συμφορά, που, σαν παλιρροϊκό κύμα, πάει κι έρχεται σαρώνοντάς τους. Τους είναι τε-λείως αδιάφορο ποιος νίκησε. Μια κυβερνητική αλλαγη γι' αυτούς σημαίνει ότι θα δουλεύουν το ίδιο όπως και πριν, αλλά για διαφο-ρετικά αφεντικά που θα τους μεταχειρίζονται ακριίιώς το ίδιο με τα προηγουμενα. Οι εργάτες που έρχοντοα σε κάπως καλύτερη μοίρα και που τους ονομάζουμε «προλετάριους» αντιλαμβάνονται τον πό-λεμο μόνο κατά διαλείμματα. Μπορούν να διεγείρουν μέσα τους, όταν χρειάζεται, μια φρενίτιδα φόβου και μίσους, αλλά, όταν τους αφήσουν ησυχους, είναι ικανοί να ξεχάσουν για πολύν καιρό πως η χώρα &ρίσκεται σε πόλεμο. Μόνο στις τάζεις του Κόμματος, και ιδιαίτερα του Εσωτερικού Κόμματος, συναντά κανείς τον αληθινό πολεμικό ενθουσιασμό. Αυτοί που γνωρίζουν πως είναι κάτι αδύ-νατο, αυτοί ακριβώς πιστεύουν ακράδαντα στην κατάκτηση του κόσμου. Αυτή η ιδιότυττη (χλληλουχία των αντιθέσεων — της γνώσης με τψ άγνοια, του κυνισμού με το φανατισμό— είναι ένα από τα κυριότερα χαφακτηριστικά της κοινωνίας της Ωκεανίας. Η επίσημη ιδεολογία είναι πλήρης αντιφάσεων, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κανένας πρακτικός λόγος για αντιφάσεις. Έτσι το Κόμμα απορρί-πτει και δυσφημίζει όλες τις αρχές που υποστηριζε αυθεντικά το σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά ισχυρίζεται πως ενεργεί έτσι εν ονόματι του σοσιαλισμού. Διακηρυσσει μια περιφρόνηση προς την εργατική τάζη που δεν έχει προηγούμενο σε όλους τους αιώνες, και ντύνει τα μέλτη του με τη στολή που κάποτε ανήκε στους χειρώνακτες και υιοθετηθηκε για το λόγο αυτό. Υπονομεύει συστηματικά την οικο-γενειακη αλληλεγγύη κι έχει δώσει στον αρχηγό του ένα όνομα που
235

αποτελεί άμεση έκκληση στο αίσθημα της οικογενεαζκής πίστης. Ακόμα και τα ονόματα των τεσσάρων Τπουργείων που μας διοικούν δείχνουν θρασύτητα μέσα στην ηθελημένη διαστροφη των γεγονό-των. To Τπουργείο Εφήνης ασχολείται με τον πόλεμο, το Τπουρ-γείο Αληθειας με τα φέματα, το Τπουργείο Αγάπης με τα Saaavt-στηρια και το Υπουργείο της Αφθονίας με την πείνα. Αυτές οι α-ντιφάσεις δεν είναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης υποκρισίας: είναι ηθελημένες εφαρμογές της διπλής σκέψης. Γιατί, μόνο συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις μπορεί να διατηρηθεί επ' άπειρον Ί] εξουσία. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν θα μπορούσε να σπάσει ο αρχαίος κύκλος. Για ν' αποτραπεί για πάντα η ισότητα —για να διατηρήσει παντοτινά ττη θέση της η Ανώτερη τάξη — η κυρίαρχη διανοητική κατάσταση πρέπει να είναι η κατευθυνόμενη τρέλα.
Υπάρχει ωστόσο ένα ερώτημα που μέχρι στιγμής έχουμε αγνοήσει. Δηλαδή: γιατί η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων πρέπει ν' αποτραπεί; Αν υποθέσουμε πως περιγράφαμε με ακρίβεια το μηχανι-σμό της διαδικασίας, ποιο είναι το κίνητρο αυτής της τεράστιας καλοσχεδιασμένης προσπάθειας να ακινητοποι-ηθεί η ιστορία σε μιαν ορισμένη στιγμη;
Εδώ φτάνουμε στα μύχια του ζητήματος. Όπως είδαμε, ο μυστίκός χαρακτήρας του Κόμματος, χαι ιδίως του Εσωτερικού Κόμματος, εξαφτάται από τη διπλή σκέψη. Αλλά, αχόμα βαθύτερα, βρίσκεται το πρωταρχικό κίνητρο, το αδιαφιλονίκητο ένστικτο που πρώτο οδήγησε στην κατάληψη της εζουσίας και έφερε τη διπλή σκέψη, την Αστυνομία της Σκέφης, τον αδιάκοπο πόλεμο κι όλα τ' άλλα αναγκαία ποφαφερνάλια κατόπιν. Αυτό το κίνητρο σττην πραγ-ματικότητα συνίσταται...
0 Γουίνστον ένιωσε τη σιωπή που απλωνόταν γύρω του όπως νιώ-θει κανείς έναν καινούριο ήχο. Του φάνηκε πως, από μια στιγμή κι έπειτα, η Τζούλια ήταν εντελώς ακίνητη. Είχε γείρει στο πλευρό, γυμνή ως τη μέση, μ,ε το χέρι κάτω από το \tAyouko και μια μαύ-ρη μπούκλα να της πέφτει πάνω στα μάτια. To στήθος της ανε-βοκατέβαινε αργά και κανονικά.
236
Χίλιχ εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
«Τζούλια;»
Καμιά απάντηση.
«Τζούλια, κοιμάσαι;»
Καμιά απάντηση. Είχε αποκοιμηθεί. Έκλεισε το βιβλίο, το ακούμπησε προσεκτικά στο πάτωμα, ξάπλωσε και τράβηξε το σκέπασμα πάνω και από τους δυο.
Σκέφτηκε ότι δεν είχε μάθει ακόμα το έσχατο μυστικό. Κα-ταλάβαινε πω£, δεν καταλάβαινε γιατί. To πρώτο κεφάλαιο — ό-πως και το τρίτο —, δεν του είχε μάθει τίποτα που δεν το ήξερε και πριν. Συστηματοποίησε μόνο τη γνώση που ήδη κάτεχε. Όμως, αφού το διάβασε, η βεβαιότητά του ότι δεν ήταν τρελός έγινε πιο δυνατή. Με το ν' ανήκεις στη μειοψηφία, ακόμα και στη μειοψη-φία του ενός, δεν σημαίνει πως είσαι τρελός. Τπήρχε η αλήθεια, υπήρχε το ψέμα, και, αν έμενες προσκολλημένος στην αλήθεια, έστω και ενάντια σε όλο τον κόσμο, αυτό δεν σ' έκανε τρελό.
Μια κιτρινωπή αχτίδα του ήλιου που έδυε γλίστρησε από το παράθυρο και χάραξε το προσκέφαλο. Έκλεισε τα μάτια. 0 ήλιος στο πρόσωπό του και το απαλό σώμα της κοπέλας που άγγιζε το δικό του τού έδιναν ένα αίσθημα δύναμης, χαλάρωσης, σιγουριάς. Ήταν ασφαλής, όλα πήγαιναν καλά. Αποκοιμήθηκε μουρμουρί-ζοντας «Η ισορροπία του μυαλου δεν είναι θέμα στατιστικής», και είχε την εντύπωση ότι αυτή η ποφατήρηση έκλεινε μέσα της βα-θιά σοφία.
X
Ξύπνησε με την αίσθηση πως είχε κοιμηθεί πολλή ώρα, αλλά μια ματιά στο παλιό ρολόι τού είπε πως ήταν μόνο οκτώμισι. Έμεινε για λίγο χουζουρεύοντας. Τότε, ο ήχος της φωνής που τραγουδούσε το γνωστό τραγουδάκι ανέβηκε από την αυλή στ' αφτώ του:
237

Όνειρο ήτανε και έσβησε πέρασε σα μια μέρα του Απρίλη το νου και την χ χρδιά μού έκλεφε μού πήρε το χαμόγέλο απ' τα χείλη.
To χαζό τραγουδάκι φαίνεται πως ήταν ακόμα της μόδας. To άκουγες παντού στην πόλη. Είχε κρατήσέι πιο πολύ από το Τραγούδι του Μίσους. Η Τζούλια ξύπνησε από το θόρυβο, τεντώθηκε ηδο-νικά και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
«Πεινάω», είπε. «Να κάνουμε ακόμα λ(γο καφέ. Να πάρει! Η φωτιά έσβησε και κρύωσε το νερό». Σήκωσε την γκαζιέρα και την κούνησε. «Δεν έχει πετρέλαιο».
«Να ζητήσουμε λίγο από τον κ. Τσάρινγκτον».
«Περίεργο, ήμουνα σίγουρη πως ήταν γεμάτη. θα ντυθώ», πρόσθεσε. «Μου φαίνεται, κάνει πιο πολύ κρύο».
0 Γουίνστον σηκώθηκε και αυτός και ντύθηκε. Η ακούραστη φωνή συνέχιζε το τραγούδι.
0 χρόνος, λένε, γιατρεύει τις πληγές, λένε, είν' εύκολο το χτες να λησμονησεις-μα στψ καρδιά μου νιώθω λες και ηταν χτες τα δάκρυα, τα φιλιά, ot συγκινησεις.
Δένοντας τη ζώνη της στολής του, πήγε στο παράθυρο. 0 ήλιος θα είχε κατέβει πίσω από τα σπίτια- δεν φώτιζε πια την αυλή. Τα πλακόστρωτα ήταν βρεγμένα σαν να είχαν μόλις πλυθεί, και ο Γουίνστον ε(χε την εντύπωση ότι ο ουρανός ήταν και αυτός πλυμένος• τόσο φρέσκο και ανοιχτό ήταν το γαλάζιο του χρώμα όπως φαινόταν ανάμεσα στις καμινάδες. Ακούραστη η γυναίκα πηγαινοερχόταν, έπειτα σιωπούσε, στερέωνε διαρκώς με μανταλάκια και άλλες πάνες, και άλλες, και άλλες. 0 Γουίνστον διερωτήθηκε αν κέρδιζε το ψωμί της από το πλύσιμο ή απλώς ήτανε σκλάβα είκοσι ή τριάντα εγγονών. Η Τζούλια ήρθε κοντά του. Κοίταζαν και οι δύο γοητευ-
238

μένοι, λες, από αυτή τη ρωμαλέα σιλουέτα εκεί κάτω. Καθώς την κοίταζε ο Γουίνστον στη χαρακτηριστική στάση με τα παχουλά της μπράτσα υψωμένα να φτάσουν το σκοινί και με τα σφριγηλά καπού-λια της σαν της φοράδας, σκέφτηκε για πρώτη φορά πως ήταν όμορφη. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το νου ότι το κορμί μιας πενηντάρας, που έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις μετά από τις αλλεπάλληλες γέννες, που έχει σκληρυνει από τη δουλειά κι ήτανε πιο τραχύ και από παραγινωμένο γογγύλι, μπορούσε να 'ναι ωραίο. Ήταν όμως και, στο κάτω κάτω, σκέφτηκε, γιατί όχι; Αυτό το στέρεο, χωρίς γραμμές κορμί, σαν γρανίτης, και το κόκκινο τραχύ δέρμα, είχαν με το σώμα ενός κοριτσιού την ίδια σχέση που έχει ο καρπός της αγριοτριανταφυλλιάς με το ρόδο. Γιατί ο καρπός να θεωρείται κατώτερος από το λουλούδι;
«Είναι όμορφη», ψιθύρισε.
«Με περιφέρεια ένα μέτρο και βάλε», είπε η Τζούλια.
«Αυτού του είδους την ομορφιά έχει», της απάντησε.
0 Γουίνστον με το χέρι του είχε αγκαλιάσει τη λυγερή μέση της Τζούλιας. Από τη μέση ως το γόνατο ένιωθε το σώμα της κολλημένο πάνω του. Κανένα παιδί δεν θα γεννιόταν από αυτους. Ήταν το μόνο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν. Δεν μπορουσαν να μεταδώσουν το μυστικό από το ένα πνεύμα στο άλλο παρά μόνο με λέξεις. Η γυναίκα εκεί κάτω δεν είχε πνεύμα, δεν είχε παρά μόνο γερά μπράτσα, θερμή καρδιά και καρπερή κοιλιά. Αναρωτήθηκε πό-σα παιδιά άραγε να είχε γεννήσει. Θα μπορούσε και δεκαπέντε. Εί-χε κάποτε την πρόσκαφη άνθησή της. Για ένα χρόνο ίσως είχε την ομορφιά του αγριοτριαντάφυλλου, έπειτα φούσκωσε ξαφνικά σαν τον καρπό που έχει λιπανθεί, σκλήρυνε, έγινε κόκκινη και τραχιά. Η ζωή της πέρασε με το πλύσιμο, το σφουγγάρισμα, το καρίκωμα, το μαγείρεμα, το σκούπισμα, το γυάλισμα, το μπάλωμα, και ξανά το σφουγγάρισμα, το πλύσιμο, πρώτα για τα παιδιά της, έπειτα για τα εγγόνια της, τριάντα χρόνια χωρίς σταματημό. Κι ύστερα από τριά^ ντα χρόνια, τραγουδούσε ακόμα. 0 κρυφός σεβασμός που ένιωσε γι' αυτήν ο Γουίνστον ήταν ανακατεμένος με τη θέα του χλομού,
239

ανέφελου ουρανού που απλωνόταν ως πέρα μακριά πίσω από τις καμινάδες. Σκέφτηκε ότι ήταν παράξενο που ολόκληρος ο κόσμος μοφαζόταν τον ίδιο ουρανό, στην Ανατολασία και στην Ευρασία όπως και στην Ωκεανία. Κι οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από αυτόν τον ουρανό ήταν και αυτοί, παντού, σε όλο τον κόσμο, εκα-τοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι ίδιοι, που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, χωρισμένοι από τα τείχη του μίσους και του ψέματος, και ωστόσο άνθρωποι ολόιδιοι, που δεν είχαν μάθει να σκέφτονται, αλλά που συσσώρευαν στην καρδιά, στην κοιλιά και στους μυς τους τη δύναμη που μια μέρα θα αναποδογύριζε τον κό-σμο. Αν υπήρχε ελπίδα, βρισκόταν στους προλετάριους! Χωρίς να έχει διαβάσει το τέλος του 6ιβλίου, ήξερε ότι αυτό θα ήταν το τε-λευταίο μήνυμα του Γκολντστάιν. To μέλλον ανήκε στους προλε-τάριους. Μπορούσε όμως να είναι σίγουρος ότι ο κόσμος που θα έφτιαχναν, όταν θα έφτανε η ώρα τους, δεν θα ήταν γι' αυτόν, τον Γουίνστον Σμιθ, το ίδιο ξένος και εχθρικός με τον κόσμο του Κόμ-ματος; Nat, γιατί τουλάχιστον θα ήταν ένας κόσμος υγιής. Όπου υπάρχει ισότητα, μπορεί να υπάρξει υγεία. Αργά ή γρήγορα, θα γινόταν, θα συνειδητοποιούσαν τη δύναμή τους. Ot προλετάριοι ήταν αθάνατοι: δεν μπορούσες ν' αμφιβάλλεις γι' αυτό, όταν κοίταζες εκείνη τη ρωμαλέα φιγούρα στην αυλή. Στο τέλος, η ώρα που θα ξυ-πνούσαν θα σήμαινε. Κι ώσπου να γίνει αυτό, ακόμα κι αν αργούσε χίλια χρόνια, θα έμεναν ζωντανοί παρ' όλες τις αντιξοότητες, σαν τα πουλιά, περνώντας από σώμα σε σώμα τη ζωντάνια που το Κόμ-μα ούτε να μοιραστεί μαζί τους μπορούσε ούτε να τη σκοτώσει.
«Θυμάσαι», τη ρώτησε, «την τσίχλα που μας τραγουδούσε εκείνη την πρώτη μέρα στην άκρη του δάσους;»
«Δεν τραγουδούσε για μας», είπε η Τζούλια. «Τραγουδούσε για την ευχαρίστησή της. Όχι, ούτε γι' αυτό. Απλώς τραγουδούσε».
Τα πουλιά τραγουδούσαν, οι προλετάριοι τραγουδούσαν, το Κόμ-μα δεν τραγουδάει. Παντού, σε όλο τον κόσμο, στο Λονδίνο και στη Νέα Τόρκη, στην Αφρική και στη Βραζιλία και στις μυστηριώδεις απαγορευμένες περιοχές πέρα από τα σύνορα, στους δρόμους του
240
Χίλια εννι/χκόσία ογδόντβ τέσσερα
Παρισιού και του Βερολίνου, στα χωριά της απέραντης ρώσικης στέπας, στα παζάρια της Κίνας και στην Ιαπωνία —παντού ορθωνόταν η ίδια στέρεη και ανίκητη σιλουέτα, γιγάντια από τη δουλειά και από τις γέννες, που μοχθεί από την ώρα που γεννιέται μέχρι την ώρα που πεθαίνει, και όμως πάντα τραγουδάει. Από αυ-τά τα εύρωστα λαγόνια κάποια μέρα θα 'βγαινε μια έξυπνη ρά-τσα. Εμείς ήμαστε ot νεκροί, το μέλλον ήταν δικό τους. Αλλά θα μπορούσαμε αυτό το μέλλον να το μοιραστούμε, κρατώντας ζωντα-νό το πνεύμα, όπως αυτοί κρατούσαν το σώμα, και μεταδίδοντας το κρυφό δόγμα πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
«Είμαστε νεκροί», είπε.
«Είμαστε νεκροί», επανέλαβε υπάκουα η Τζούλια.
«Είστε νεκροί», είπε μια ατσάλινη φωνή πίσω τους.
Χωρίστηκαν απότομα. 0 Γουίνστον πάγωσε ολόκληρος μέχρι τα σωθικά. Είδε το λευκό γύρω από την ίριδα στα μάτια της Τζούλιας. To κοκκινάδι που της είχε απομείνει στα μάγουλα πρό-βαλλε σκληρά σαν να ήταν ξένο σώμα με το δέρμα από κάτω του.
«Είστε νεκροί», επανέλαβε η ατσάλινη φωνή.
«Πίσω απ' τον πίνακα», είπε η Τζούλια με κομμένη την ανάσα.
«Πίσω απ' τον πίνακα», είπε η φωνή. «Μείνετε εκεί που είστε. Ακίνητοι, ώσπου να σας διατάξω».
Αυτό ήταν, αυτό ήταν επιτέλους! Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να στέκονται όρθιοι και να κοιτάζονται στα μά-τια. Να το βάλουν στα πόδια να σωθούν, να φύγουν από το σπίτι πριν να είναι πολύ αργά, αυτό ούτε που τους πέρασε από το νου. Ήταν αδιανόητο να μην υπακούσουν στην ατσάλινη φωνή που έβγαινε από τον τοίχο. Ένας κρότος ακούστηκε, όπως το κλειδί που γυρίζει στην κλειδαριά, και ένας θόρυβος από γυαλί που σπάζει. 0 πίνακας έπεσε στο πάτωμα ξεσκεπάζοντας την τηλεοθόνη.
«Τώρα μας βλέπουν», είπε η Τζούλια.
«Τώρα σας βλέπουμε», είπε η φωνή. «Όρθιοι, στη μέση του δωματίου. Πλάτη με πλάτη. Σταυρώστε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι. Χωρίς ν' αγγίζετε ο ένας τον άλλον».
241

Δεν άγγιζαν ο ένας τον άλλον, αλλά του Γουίνστον του φάνη-κε ότι ένιωθε την τρεμουλα στο σώμα της Τζουλιας. Ή μπορεί να ήταν το δικό του κορμί που έτρεμε. Μόλις που συγκράτησε τα δόντια του να μη χτυπάνε, αλλά τα γόνατά του ξέφευγαν από τον έλεγχό του. Κάτω, μέσα και έξω από το σπίτι, ακούγονταν βήμα-τα από μιπότες. Η αυλή φαινόταν γεμάτη από άνδρες, και το τραγούδι της γυναίκας διακόπηκε απότομα. Ακούστηκε ένας θό-ρυβος από κάτι που κατρακυλούσε, σαν να είχαν κλοτσήσει τη λεκάνη ως την άλλη άκρη της αυλής και μετά ανάκατες θυμω-μένες φωνές που τελείωσαν σε μια κραυγή πόνου.
«To σπίτι είναι περικυκλωμένο», είπε ο Γουίνστον.
«To σπίτι είναι περικυκλωμένο», είπε η φωνή.
Άκουσε τα δόντια της Τζουλιας που χτυπούσαν. «Νομίζω, πρέπει να αποχαιρετιστούμε», του είπε. •
«Πρέπει να αποχαφετιστείτε», είπε η φωνή. Τότε παρενέβη μια άλλη φωνή, εντελώς διαφορετική, η λεπτή φωνή ενός καλλιεργη-μένου ανθρώπου, που ο Γουίνστον είχε την εντύπωση πως είχε ξανακούσει: «Και με την ευκαιρία, μιας και ταιριάζει στην περί-σταση: "Να κερί να σε φωτίσει στο κρεβάτι, να λεπίδι να σου κόψει το κεφάλι!"»
Κάτι έσπασε πάνω στο κρεβάτι, πίσω από τον Γουίνστον. Η άκρη μιας σκαλωσιάς είχε περάσει από το παράθυρο σπάζοντας την κορνίζα του. Κάποιος σκαρφάλωνε για να μπει. Ακούστηκε ο θόρυ-βος από μπότες που ανέβαιναν τη σκάλα. To δωμάτιο γέμισε από στιβαρούς άνδρες με μαύρη στολή, που φορούσαν πεταλωμένες μπό-τες και κρατούσαν κλομπ.
0 Γουίνστον δεν έτρεμε πια. Ακόμα και τα μάτια του μόλις που τα κινουσε. Μόνο ένα πράγμα είχε σημασία: να υιείνεις ακίνητοε- να μείνεις ακίνητος και να μην τους-δώσεις πρόσχημα να σε χτυπήσουν. Ένας άντρας με σαγόνια πυγμάχου και με μια λεπτή σχισμή για στόμα στάθηκε εμπρός του ζυγιάζοντας σκεπτικός το κλομπ ανάμε-σα στο δείκτη και το μεγάλο δάχτυλό του. 0 Γουίνστον συνάντη-σε το βλέμμα του. Η στάση που τον είχαν εξαναγκάσει να πάρει, με
242
Χίλια εννιαχόσια ογδόντα τεσσερα
τα χέρια πίσω από το κεφάλι και με πρόσωπο και σώμα εκτεθει-μένα, τον έκανε να νιώθει ανυπόφορα γυμνός. 0 άντρας πέρασε την άκρη της άσπρης γλώσσας του εκεί όπου έπρεπε να είναι τα χείλη του και ύστερα έφυγε. Ακούστηκε πάλι ένας πάταγος. Κάποιος είχε πάρει από το τραπέζι το γυάλινο πρες παπιέ και το θρυμμάτισε πάνω στην πέτρα του τζακιού.
To κομμάτι του κοραλλιού, μια μικρή ροδαλή πτυχή, που έ-μοιαζε με ζαχαρένιο μπουμπούκι από γλύκισμα, κύλησε πάνω στο χαλί. «Τι μικρούλι που ήταν», σκέφτηκε ο Γουίνστον, «τι μικρούλι που ήταν πάντα».
Πίσω του άκουσε ένα γρονθοκόπημα και τον ήχο της ανάσας που κόβεται• αμέσως μετά μια δυνατή κλοτσιά στο πόδι τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Ένας από τους άντρες είχε δώσει μια γροθιά στο στομάχι της Τζούλιας που τη δίπλωσε στα δύο. Πεσμένη στο πάτωμα, πάσχιζε να ξαναβρεί την ανάσα της. 0 Γουίνστον δεν τόλμησε να γυρίσει το κεφάλι ούτε χιλιοστό, αλλά πού και πού το πνιγμένο κάτωχρο πρόσωπό της έμπαινε στο οπτικό του πεδίο. Α-κόμα και μέσα στον τρόμο του, νόμιζε πως ένιωθε τον πόνο της στο δικό του σώμα, το θανάσιμο πόνο, που ερχόταν όμως σε δεύτερη μοίρα μπροστά στον αγώνα της να ξαναβρεί την αναπνοή της. Ήξερε πώς ένιωθε- τον τρομερό, βασανισ-πκό πόνο που δεν σ' αφή-νει στιγμή αλλά που δεν μπορείς και να τον σκεφτείς, γιατί πριν απ' όλα είναι ανάγκη να μπορέσεις ν' αναπνεύσεις.
Δυο άντρες την άρπαξαν από τα γόνατα και τους ώμους και την έ6γαλ χν από το δωμάτιο σαν το σακί. 0 Γουίνστον μπόρεσε να δει για μια στιγμή το πρόσωπό της, γυρισμένο προς τα κάτω, κίτρινο και συσπασμένο, με τα μάτια κλειστά και με μια κηλίδα κοκκινάδι σε κάθε μΑγουλο. Κι αυτό ήταν το τελευταίο που είδε από εκείνη.
Ήταν όρθιος, ακίνητος σαν πεθαμένος. Κανείς δεν τον είχε α-κόμα χτυπήσει. Διάφορες σκέψεις, που έρχονταν μόνες τους, αλλά που φαίνονταν εντελώς ασήμαντες, άρχισαν να περνούν από το μυαλό του. Αναρωτήθηκε αν είχαν πιάσει τον κ. Τσάρινγκτον. Ανα-ρωτήθηκε τι να έκαναν τάχα στη γυναίκα κάτω στην αυλή. Ένιω-
243

σε τότε να τον πιέζει η ανάγκη να ουρήσει, και απόρησε γιατί δεν είχαν περάσει δυο τρεις ώρες από την τελευταία φορά. Είδε πως ο δείχτης του ρολογιού έδειχνε εννέα. Όμως το φως φαινόταν πολύ ζωηρό. Δεν σκοτείνιαζε στις εννέα τον Αύγουστο; Αναρωτήθηκε μήπως, τελικά, η Τζούλια και αυτός είχαν κάνει λάθος στην ώρα, μήπως είχαν κοιμηθεί όλο το διάστημα που ο δείχτης είχε κάνει το γύρο του ρολογιού και νόμιζαν πως ήταν εννέα το βράδυ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εννέα το άλλο πρωί. Αλλά έπαψε να το σκέφτεται πια. Δεν τον ενδιέφερε.
Ακουστηκε ένα άλλο, πιο ελαφρό βήμα στο κεφαλόσκαλο. Στο δωμάτιο μπήκε ο κ. Τσάρινγκτον. Οι μαυροντυμένοι άντρες στά-θηκαν μεμιάς mo συμμαζεμένοι. Κάτι είχε αλλάξει και στην εμ-φάνιση του κυρίου Τσάρινγκτον. Η ματιά του έπεσε στα κομμάτια του γυάλινου πρες παπιέ. «Μαζέψτε τα γυαλιά», είπε κοφτά.
Ένας άντρας έσκυψε υπακούοντας. Η λαϊκή προφορά είχε εξα-φανιστεί. 0 Γουίνστον κατάλαβε ξαφνικά σε ποιον ανήκε η φωνή που είχε ακούσει πριν από λίγο στην τηλεοθόνη. 0 κ. Τσάρινγκτον φορούσε ακόμα το παλιό βελούδινο σακάκι, αλλά τα μαλλιά του, που είχαν σχεδόν ασπρίσει, τώρα ήταν μαύρα. Δεν φορούσε πια γυαλιά. Έριξε μόνο μια ματιά στον Γουίνστον, λες για να πιστοποι-ήσει την ταυτότητά του, και δεν του έδωσε ξανά σημασία. Τον ανα-γνώριζε κανείς ακόμα, αλλά δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. To σώ-μα του τώρα ήταν στητό και φαινόταν πιο γεμάτο. To πρόσωπό του είχε μικρές μόνο αλλαγές, που τον είχαν όμως εντελώς μεταμορ-φώσει. Τα μαυρα φρύδια ήταν λιγότερα πυκνά, οι ρυτίδες είχαν σβήσει, όλες οι γραμμές του προσώπου φαίνονταν αλλαγμένες, α-κόμα και η μύτη έδειχνε μικρότερη. Ήταν το τεταμένο, ψυχρό πρόσωπο ενός ανθρώπου γύρω στα τριάντα πέντε. 0 Γουίνστον σκέφτηκε πως πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε, εν γνώσει του ότι τον έβλεπε, έναν πράκτορα της Αστυνομίας της Σκέψης.
244
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
I
Δεν ηξερε ποϊ βρισκόταν. Πιθανόν στο Υπουργείο Αγάπης — δεν υπήρχε τρόπος να βεβαιωθεί. Βρισκόταν σ' ένα ψηλοτάβανο κελί, χωρίς παράθυρα, με τοίχους από άσπρη αστραφτερή πορσελάνη. Κρυφές \ά\Βκζς το πλημμυριζαν μ' ένα ψυχρό φως, και ο Γουίνστον άκουγε ένα αργό, αδιάκοπο βουητό, που σκέφτηκε πως είχε να κάνει με τον εξαερισμό. Ένας πάγκος, κάτί σαν ράφι, φαρδύς όσο χρειαζόταν για να καθίσει κανείς, έπιανε το γύρο του δωματίου κολλητά στον τοίγρ, και διακοπτόταν μόνο εκεί που ήταν η πόρτα, και, στο βάθος του δωματίου, από μία λεκάνη τουαλέτας που δεν είχε το ξύλινο σκέπασμα. Τπήρχαν τέσσερις τηλεοθόνες, μια σε κάθε τοίχο.
0 Γουίνστον ένιωθε ένα σιγανό διαβρωτικό πόνο στην κοιλιά. Δεν τον ε(χε αφήσει από τη στιγμή που τον πέταξαν μέσα σ' ένα κλειστό φορτηγό και τον μετέφεραν. Πεινούσε όμως, μια ενοχλη-τική, νοσηρή πείνα του κατάτρωγε τα σωθικά. Μπορεί να ει'χαν περάσει είκοσι τέσσερις, (σως και τριάντα έξι ώρες χωρίς να έχει φάει τίποτα. Εξακολουθούσε να μην ξέρει —και ίσως να μη μάθαι-νε ποτέ — αν ήταν πρωί ή βράδυ όταν τον συνέλαβαν. Από τη στιγ-μή που τον έπιασαν, δεν του είχαν δώσει να φάει τίποτα.
Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα, ακίνητος όσο πιο πολύ μπορούσε, πάνω στο στενό πάγκο. Είχε κιόλας μάθει να κάθεται χωρίς να σαλεύει. Αν έκανε μια ξαφνική κίνηση, του έβαζαν τις φωνές από την τηλεοθόνη. Όμως, πείνα που ολοένα μεγάλωνε τον είχε καταλάβει. Αυτό που ήθελε πιο πολύ ήταν ένα κομμάτι ψωμί. Είχε την ιδέα πως ήταν κάτι ψίχουλα στην τσέπη της στολής του. Ακόμα πιο πιθανό — το σκέφτηκε γιατί κάθε τόσο ένιωθε κάτι
247

σαν να του γαργαλάει το πόδι — να υπήρχε εκεί και κανένα κομμα-τάκι κόρα. Τελικά, ο πειρασμός να το εξακριβώσει, νίκησε το φόβο του• έχωσε το χέρι στην τσέπη του.
«Σμιθ!» ούρλιαξε μια φωνή από την τηλεοθόνη. «6079! ΣμιΘ Γουίνστον! Μέσα στο κελί, τα χέρια έξω από τις τσέπες!»
Έμεινε ακίνητος ξανά, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα. Πριν τον φέρουν εδώ, τον είχαν πάει κάπου αλλού, μάλλον σε μια συνηθισμένη φυλακή ή ένα προσωρινό κρατητήριο που χρησιμοποι-ούσαν ot περίπολοι. Δεν ήξερε πόσο έμεινε εκεί• οπωσδήποτε μερι-κές ώρες. Χωρίς ρολόι και χωρίς φως της ημέρας, δύσκολα υπολο-γίζεις το χρόνο. Ήταν ένα θορυβώδες μέρος που μύριζε άσκημα. Τον είχαν βάλει σ' ένα κελί, ανάλογο μ' αυτό που βρισκόταν τώρα, αλλά τρομερά βρόμικο και όλη την ώρα γεμάτο από δέκα δεκαπέντε άτομα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν κοινοί εγκληματίες, αλλά ανάμεσά τους υπήρχαν και λίγοι πολιτικοί κρατούμενοι. Είχε καθί-σει σιωπηλός, ακουμπώντας στον τοίγρ, στριμο^γμένος ανάμεσα σε βρόμικα σώματα, τόσο απορροφημένος από το φόβο του και τον πόνο στην κοιλιά, ώστε να μην ενδιαφέρεται πολύ για το τι γινόταν γύρω του. Παρά ταύτα, είχε προσέξει την εκπληκτική διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στη στάση των κρατουμένων του Κόμματος και στη στάση των άλλων. Οι κρατούμενοι του Κόμματος ήταν πάντα σιωπηλοί και τρομοκρατημένοι, ενώ οι κοινοί εγκληματίες δεν φαί-νονταν να φοβούνται κανέναν. Πετούσαν βρισιές στους φύλακες, πάλευαν άγρια όταν τους έπαιρναν τα πράγματά τους, έγραφαν στο πάτωμα αισχρόλογα, έτρωγαν τρόφιμα που είχαν περάσει λαθραία και που έβγαζαν από μυστηριώδεις κρυψώνες στα ρούχα τους, κι έβαζαν τις φωνές ακόμα και στην τηλεοθόνη όταν προσπαθούσε να τους επαναφέρει σε τάξη. Μερικοί φαίνονταν να έχουν καλές σχέ-σεις με τους φρουρούς, τους φώναζαν με το υποκοριστικό και προσπαθούσαν με καλοπιάσματα να τους περάσουν τσιγάρα από το παραθυράκι της πόρτας. Αλλά και οι φρουροί ήταν ανεκτικοί απένα-ντι στους κοινούς εγκληματίες, ακόμα κι όταν υποχρεούνταν να τους φερθούν σκληρά. Έλεγαν όλο για τα στρατόπεδα καταναγκα-
248

στικών έργων. Οι περισσότεροι κρατουμενοι περίμεναν ότι θα τους έστελναν εκεί. Όλα ήταν «μια χαρά» εκεί, αρκεί να είχες καλές γνωριμίες και να ήξερες τα κόλπα. Μπορούσες να δωροδοκήσεις, επικρατούσε ευνοιοκρατία, κραιπάλη, ομοφυλοφΐλία, πορνεία, ακόμια και αλκοόλ παράνομο είχαν που το έφτιαχναν από πατάτες. Οι εμπιστευτικές θέσεις δίνονταν μόνο στους χοινούζ εγκληματίες, ειδι-κά στους γκάνγκστερ και στους δολοφόνους, που αποτελούν ένα είδος, ας πούμε, αριστοκρατίας. Τις βρόμικες δουλειές τις έκαναν οι πολιτικοί κρατούμενοι.
Τπήρχε ένα αδιάκοπο πήγαιν' έλα κρατουμένων κάθε λογής: έμποροι ναρκωτικών, κλέφτες, ληστές, μαυραγορίτες, μέθυσοι, πόρ-νες. Μερικοί αλκοολικοί ήταν τόσο επικίνδυνοι, που οι άλλοι κρατού-μενοι έπρεπε να ενωθούν για να τους αντιμετωπίσουν. Τέσσερις στρατιώτες έφεραν μέσα μια γυναίκα πελώριων διαστάσεων, σωστό ναυάγιο, γύρω στα εξήντα, με τεράστιο στήθος που χοροπηδούσε σε κάθε κίνησή της και πυκνά κατσαρά άσπρα μαλλιά που είχαν γίνει άνω κάτω καθώς ούρλιαζε, χτυπιόταν και τους κλοτσούσε. Οι τέσσερις φρουροί την έσυραν μέσα τραβώντας την ο καθένας από ένα άκρο, της έβγαλαν τις μπότες καθώς προσπαθούσε να τους κλοτσή-σει, και την πέταξαν με φόρα πάνω στον Γουίνστον που ένιωσε ότι τα κόκαλα των μηρών του παραλίγο να σπάσουν. Η γυναίκα ορθώ-θηκε και ούρλιαξε: «Παλιομπάσταρδοι!» Τότε, πρόσεξε ότι κα-θόταν κάπου ανώμαλα και γλίστρησε από τα γόνατα του Γουίν-στον πάνω στον πάγκο.
«Συγγνώμη, χρυσέ μου», του είπε. «Δεν θα καθόμουνα πάνω σου, αυτά τα γαϊδούρια μ' έσπρωξαν. Ιδέα δεν έχουν πώς φέρονται στις κυρίες, έτσι;» Σώπασε, χτύπησε το στήθος της και ρεύτηκε. «Συγγνώμη», είπε. «Δεν είμαι και πολύ στις καλές μου».
Έσκυψε μπροστά κι έκανε εμετό στο πάτωμα.
«Τώρα, είμαι καλύτερα», είπε γέρνοντας πίσω με κλειστά τα μάτια. «Δεν πρέπει ποτέ να το κρατάς μέσα σου, έτσι πρέπει. Πρέπει να το βγάζεις από μέσα σου όσο είναι φρέσκο στο στομάχι».
Ζωντάνεψε. Γύρισε να ξανακοιτάξει τον Γουίνστον και φάνηκε
249

αμέσως ότι της άρεσε. 'Εφερε το πελώριο μπράτσο της γύρω από τον ώμο του και τον τράβηξε πάνω της, αποπνέοντας στο πρόσωπό του τη μυρωδιά της μπίρας και του εμετού.
«Πώς σε λένε, χρυσέ μου»; τον ρώτησε.
«Σμιθ», απάντησε ο Γουίνστον.
«Σμιθ;» επανέλαβε η γυναίκα. «Έχει πλάκα! Και μένα Σμιθ με λένε. Ε, λοιπόν», πρόσθεσε πονεμένα, «θα μπορούσα να 'μαι η μητέρα σου!»
«Θα μπορούσε να 'ναι η μητέρα μου», σκέφτηκε ο Γουίνστον. Είχε περίπου την ίδια ηλικία και όψη, και ίσως οι άνθρωποι αλλά-ζουν κάπως ύστερα από είκοσι χρόνια καταναγκαστικά έργα.
Κανένας άλλος δεν του μίλησε. Οι κοινοί εγκληματίες αγνο-ούσαν σε μεγάλο βαθμό τους πολιτικούς κρατουμένους. Οι πολι-τικοί κρατούμενοι φαίνονταν τρομοκρατημένοι και δεν μιλούσαν σε κανέναν προπαντός απέφευγαν να μιλήσουν μεταξύ τους. Μια φορά μόνο, όταν δύο μέλη του Κόμματος, δύο γυναίκες, ήταν στριμωγ-μένες πλάι πλάι στον πάγκο, άρπαξε το αφτί του μέσα στο γενικό θόρυβο μερικές λέξεις που αντάλλαξαν ψιθυριστά, ιδίως έναν υπαι-νιγμό για κάτι που ονομαζόταν «θάλαμος εκατόν ένα», που δεν κατάλαβε.
Μπορεί να είχαν περάσει δύο ή τρεις ώρες που τον είχαν εκεί. 0 διαβρωτικός πόνος στην κοιλιά του ήταν αδιάκοπος, αλλά άλλοτε δυνάμωνε και άλλοτε μαλάκωνε, και αναλόγως απλώνονταν ή περιορίζονταν και αι σκέψεις του. Όταν ο πόνος δυνάμωνε, δεν σκεφτόταν παρά αυτόν τον ίδιο τον πόνο και την ανάγκη που είχε να φάει. Όταν υποχωρούσε, τον έπιανε πανικός. Τπήρχαν στιγμές που φανταζόταν τι τον περίμενε με τόση ένταση, που η καρδιά του χτυπούσε τρελά και κοβόταν η αναπνοή του. Αισθανόταν τα χτυπήματα από τα κλομπ στους ώμους του και τις σιδερένιες μπότες στα καλάμια του. Έβλεπε τον εαυτό του να σέρνεται στο πάτωμα με σπασμένα δόντια ζητώντας έλεος. Την Τζούλια μόλις που τη σκεφτόταν. Δεν μπορούσε να σταθεροποιήσει τη σκέψη του σ' αυτήν. Την αγαπούσε και δεν θα την πρόδινε• αλλά αυτό δεν ήταν
250

παρά ένα γεγονός που το ήξερε, όπως ήξερε τους κανόνες της αριθμητικής. Δεν ένιωθε αγάπη γι' αυτήν, και μόλις που αναρω-τιόταν τι να της συμβαίνει. Σκεφτόταν πιο συχνά τον Ο'Μπράιεν• θα πρέπει να ήξερε ότι τον είχαν συλλάβει. Η Αδελφότητα, είχε πει, δεν προσπαθούσε ποτέ να σώσει τα μέλη της. Αλλά υπήρχε καί η λεπίδα. θα του έστελναν μια λεπίδα, αν μπορούσαν. Ίσως μεσο-λαβουσαν πέντε δευτερόλεπτα ώσπου να μπορέσουν οι φρουροί να ορμήσουν μέσα στο κελί του. Η λεπίδα θα του δάγκωνε τη σάρκα με μια καυτή ψυχρότητα, κοα ακόμα και τα δάχτυλα που θα την κρατούσαν θα κόβονταν ίσαμε το κόκαλο.
Όλα αυτά τα ένιωθε στο πονεμένο κορμί του, που ζάρωνε τρέμοντας μπροστά στον παραμικρό πόνο. Δεν ήταν σίγουρος πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λεπίδα, ακόμα και αν είχε την ευκαιρία. Ήταν πιο φυσικό να ζεις στιγμή με στιγμή και να δέχεσαι μια παράταση έστω δέκα λεπτών, ακόμα και αν είσαι βέβαιος ότι μετά από αυτά τα δέκα λεπτά θ' ακολουθήσουν τα βασανιστήρια.
Κάπου κάπου προσπαθούσε να μετρήσει τα πορσελάνινα πλα-κάκια στους τοίγρνς του κελιού. Θα έπρεπε να είναι εύκολο, αλλά πάντα έχανε το λογαριασμό από τη μια σειρά ως την άλλη. Πιο συχνά, αναρωτιόταν τι ώρα ήταν. Τη μια στιγμή ήταν βέβαιος πως έξω ήταν ηλιόλουστη μέρα. Την άλλη ήταν το ίδω βέβαιος πως ήταν κατασκότεινα. Από ένστικτο ήξερε πως σ' αυτό το μέρος το φως δεν θα έσβηνε ποτέ. Ήταν το μέρος όπου δεν υπάρχει σκοτάδι. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Ο'Μπράιεν φάνηκε να αναγνωρίζει τον υπ'αι-νιγμό. Στο Υπουργείο Αγάπης δεν υπήρχαν παράθυρα. To κελί του μπορεί να ήταν στην καρδιά του Υπουργείου ή στην εξωτερική πλευρά του. Μπορεί να βρίσκεται δέκα πατώματα κάτω από τη γη ή τριάντα πάνω από αυτή. Μεταφερόταν νοερά από το ένα μέρος στο άλλο και προσπαθούσε να προσδιορίσει με τις αισθήσεις του αν βρισκόταν ψηλά στον αέρα ή αν ήταν βαθιά χωμένος στη γη.
Βήματα από μπότες ακούστηκαν απ' έξω. Η ατσάλινη πόρτα άνοιξε μ' έναν μεταλλικό ήχο. Ένας αξιωματικός, κομψός μες στη μαύρη του στολή από αστραφτερό καλογυαλισμένο δέρμα, μπήκε
251

μέσα με βιασύνη. To χλομό του πρόσωπο με τα άκαμπτα χαρα-κτηριστικά έμοιαζε κέρινη μάσκα. Διέταξε τους φρουρούς να φέρουν μέσα τον κρατούμενο που συνόδευαν. 0 ποιητής Άμπλφορθ σέρνο-ντας τα βήματά του μπήκε στο κελί. Η πόρτα ξανάκλεισε με τον ίδιο μεταλλικό ήχο.
Έκανε μια δυο αβέβαιες κινήσεις δεξιά και αριστερά, σαν να γύρευε μιαν άλλη πόρτα για να φύγει, κι έπειτα άρχισε να περπατά πάνω κάτω στο κελί. Δεν είχε ακόμα προσέξει την παρουσία του Γουίνστον. Τα ανήσυχα μάτια του ήταν στυλωμένα στον τοίχο, περίπου ένα μέτρο πάνω από το ύψος του κεφαλιού του Γουίνστον. Δεν φορούσε παπούτσια: από-κάτι τρύπιες κάλτσες έβγαιναν τα μεγάλα βρόμικα δάχτυλα των ποδιών του. Ήταν αξύριστος μέρες. Μια πυκνή γενειάδα τού σκέπαζε το πρόσωπο ως τα μήλα και του έδινε όψη κακούργου, που δεν ταίριαζε με το ψηλόλιγνο σώμα του και τις νευρικές κινήσεις του.
0 Γουίνστον σαν να ξύπνησε από το λήθαργο. Έπρεπε να μιλήσει στον ΆμπλφορΘ και να ριψοκινδυνέψει το ουρλιαχτό από την τηλεοθόνη. Ίσως ο Άμπλφορθ να ήταν αυτός που του έφερνε τη λεπίδα.
«Άμπλφορθ!» είπε.
Δεν ακούστηκε καμιά φωνή από την τηλεοθόνη. 0 Άμπλφορθ στάθηκε μ' ένα ελαφρό σκίρτημα. To βλέμμα του έπεσε αργά στον Γουίνστον.
«Ε, Σμιθ!» είπε. «Και συ!»
«Γιατί σ' έφεραν εδώ;»
«Για να σου πω την αλήθεια...» Κάθισε αδέξια στον πάγκο απέναντι από τον Γουίνστον. «Ένα μόνο έγκλημα υπάρχει, έτσι δεν είναι;» είπε.
«Και το έκανες;»
«Όπως φαίνεται, το έκανα».
Έβαλε το χέρι του στο μέτωπο και πίεσε τους κροτάφους του για λίγο, σαν κάτι να προσπαθούσε να θυμηθεί.
«Συμβαίνουν αυτά», άρχισε αόριστα. «Μπόρεσα να βρω μια
252

αιτία, μια πιθανή αιτία. Ήταν απερισκεψία, δεν υπάρχει αμφιβολία. Βγάλαμε την οριστική έκδοση των ποιημάτων του Κίπλινγκ. Άφη-σα στο τέλος ενός στίχου τη λέξη "Θεός", δεν μπορούσα να το αποφύγω», πρόσθεσε σχεδόν με αγανάκτηση, σηκώνοντας το κε-φάλι του να κοιτάξει τον Γουίνστον. «Ήταν αδύνατο ν' αλλάξω το στίχο. Η ρίμα, ήταν "κραταιός". Μέρες ολόκληρες έσπαγα το κε-φάλι να βρω. Δεν υπήρχε άλλη ρίμα».
Η έκφραση του προσώπου του άλλαξε. To στενοχωρημένο ύ-φος του εξαφανίστηκε και για μια στιγμή φάνηκε σχεδόν ευχαρίστημένος. Μέσ' από τη βρόμικη ανάστατη γενειάδα του, έλαμψε κάτι σαν πνευματικός ενθουσιασμός, η χαρά του σχολαστι-κού που ανακάλυψε κάτι άχρηστο.
«Σκέφτηκες ποτέ», είπε, «ότι ολόκληρη η ιστορία της αγγλι-κής ποίησης καθορίστηκε από το γεγονός ότι η αγγλική γλώσσα στερείται ομοιοκαταληξιών;»
Όχι. Αυτή η σκέψη δεν είχε ποτέ περάσει από το μυαλό του Γουίνστον. Ούτε τώρα του φαινόταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό ή ενδιαφέρον.
«Μήπως ξέρεις τι ώρα είναι;» ρώτησε.
0 Άμπλφορθ σκίρτησε ξανά. «Ούτε που το σκέφτηκα» είπε. «Με συνέλαβαν — θα είναι τώρα δυο μέρες, μπορεί και τρεις». To βλέμμα του έκανε ένα γυρο στους τοίγρυς, λες και περίμενε να βρει κάπου ένα παράθυρο. «Εδώ δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να υπολογίσει την ώρα εδώ».
Μίλησαν για λίγο ασυνάρτητα και έπειτα, χωρίς κανένα φανε-ρό λόγο, μια στριγκλιά από την τηλεοθόνη τους διέταξε να σωπά-σουν. 0 Γουίνστον κάθισε ήσυχος, με τα χέρια σταυρωμένα. 0 Άμπλφορθ, πολύ ψηλός για να βολευτεί στο στενό πάγκο, στριφογύ-ριζε συνεχώς από το ένα πλευρό στο άλλο, πλέκοντας τα χέρια του πότε γύρω από το ένα γόνατο, πότε γύρω από το άλλο. Η τηλεο-θόνη του έβαλε τις φωνές να καθίσει ακίνητος. Η ώρα περνούσε. Είκοσι λεπτά, μια ώρα, δύσκολο να υπολογίσεις. Γι' άλλη μια φορά
253

ακούστηκαν βήματα από μπότες. Τα σπλάχνα του Γουίνστον συσπάστηκαν. Σε λίγο, ίσως σε πέντε λεπτά, ίσως αμέσως, τα βήματα από τις μπότες θα σήμαιναν ότι ήρθε η σειρά του.
Η πόρτα άνοιξε. 0 νεαρός αξιωματικός με το παγερό πρόσωπο μπήκε στο κελί. Με μια κοφτή κίνηση έδειξε τον Άμπλφορθ.
«θάλαμος 101», είπε. 0 Άμπλφορθ βγήκε σέρνοντας αδέξια τα βήματά του ανάμεσα στους φρουρούς με μια αόριστη ανησυχία στο πρόσωπο, αλλά χωρίς επίγνωση της κατάστασης.
Φάνηκε πως πέρασε πολλή ώρα. 0 Γουίνστον πονούσε πάλι στην κοιλιά. 0 νους του γύριζε και ξαναγύριζε διαρκώς γύρω από τα ίδια. Δεν τον απασχολούσαν παρά μόνο έξι σκέψεις: ο πόνος στην κοιλιά, ένα κομμάτι ψωμί, το αίμα και οι κραυγές, ο Ο'Μπράιεν, η Τζούλια, η λεπίδα. Ένας καινούριος σπασμός τού ξέσκισε τα σωθι-κά• οι βαριές μπότες πλησίαζαν πάλι. Όταν άνοιξε η πόρτα, το ρεύμα του αέρα έφερε μέσα μια δυνατή οσμή παγωμένου ιδρώτα. Στο κελί μπήκε ο Πάρσονς. Φορούσε χακ( σορτς και αθλητική φανέλα.
Αυτή τη φορά ο Γουίνστον ένιωσε τόση έκπληξη που ξεχάστηκε.
«.Εσύ εδώ;»
0 Πάρσονς του έριξε ένα βλέμμα που δεν έδειχνε ούτε ενδια-φέρον ούτε έκπληξη, αλλά μόνο δυστυχία.
Άρχισε το πάνω κάτω με απότομα, πηδηχτά βήματα και ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να καθίσει ήσυχα. Κάθε φορά που ύπωνε τα παχουλά του γόνατα, έβλεπες ότι έτρεμαν. Τα ορθάνοιχτα μάτια του είχαν ένα προσηλωμένο βλέμμα, σαν να μην μπορούσε να το τραβήξει από κάτι κάπου μακριά.
«Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Έγκλημα σκέψης», απάντησε ο Πάρσονς κλαψουρίζοντας. 0 τόνος της φωνής του υπονοούσζ μια πλήρη ομολογία για την ενοχή του και κάτι σαν απίστευτο τρόμο για το ότι ήταν δυνατόν να του προσάψουν τέτοια κατηγορία. Στάθηκε αντίκρυ στον Γουίνστον και άρχισε να του μιλάει με έξαψη:
«Δεν πιστεύεις πως θα με τουφεκίσουν, έτσι δεν είναι, παλιόφιλε; Δεν σε σκοτώνουν, όταν δεν έχεις κάνει στ' αλήθεια τίποτα, μόνο
254

σκέψεις που δεν είναι δυνατόν να τις αποφύγεις, ε; Ξέρω πως αποδίδουν δικαιοσύνη. Α, τους έχω εμπιστοσύνη σ' αυτό! Θα λάβουν υπόψη τις υπηρεσίες μου, ε; Εσύ με ξέρεις τι τύπος ήμουνα. Δεν ήμουν κακός άνθρωπος στο είδος μου. Όχι έξυπνος βέβαια, αλλά ικανός. Προσπάθησα να κάνω ό,τι μπορούσα για το Κόμμα, έτσι; θα τη γλιτώσω με πέντε χρόνια, δεν νομίζεις; Ή ίσως δέκα χρόνια; Κάποιος σαν εμένα μπορεί να φανεί αρκετά χρήσιμος σ' ένα στρατό-πεδο εργασίας. Δεν θα με σκοτώσουν γιατί ξέφυγα μια φορά από το σωστό δρόμο, έτσι δεν είναι;»
«Είσαι ένογρς;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Κοα βέβαια είμαι ένοχος!» φώναξε ο Πάρσονς ρίχνοντας μια ματιά γεμάτη δουλικότητα προς την τηλεοθόνη. «Πιστεύεις πως το Κόμμα θα έπιανε ποτέ έναν αθώο;»
To βατραχίσιο πρόσωπό του ηρέμησε και πήρε μιαν έκφραση ψευτοευλάβειας.
«To έγκλημα της σκέψης είναι τρομερό πράγμα, παλιόφιλε», είπες αποφθεγματικά. «Είναι ύπουλο. Σε κυριεύει χωρίς να το ξερεις. Ξέρεος πώς κυρίεψε εμένα; Στον ύπνο μου! Μάλιστα, όπως σ' το λέω. Εγώ προσπαθούσα να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα, χωρίς να ξέρω ότι είχα κακό στο μυαλό μου. Και τότε, άρχισα να μιλώ στον ύπνο μου. Ξέρεις τι με άκουσαν να λέω;»
Χαμήλωσε τη φωνή όπως κάνει κάποιος που είναι υποχρεωμένος για ιατρικούς λόγους να πει κάτι άσεμνο.
«"Κάτω ο Μεγάλος Αδελφός!" Μάλιστα, το είπα! Φαίνεται πως το επανέλαβα ξανά και ξανά, πολλές φορές. Μεταξύ μας, παλιόφιλε, χαίρομαι που μ' έπιασαν πριν προχωρήσω περισσότερο. Ξέρεις τι θα τους πω όταν βρεθώ μπροστά στο δικαστήριο; "Σας ευχαριστώ", θα τους πω, "σας ευχαριστώ που με σώσατε πριν να είναι οφγά"».
«Ποιος σε κατήγγειλε;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Η κορούλα μου», είπε ο Πάρσονς. «Κρυφάκουγε από την κλειδαρότρυπα. Άκουσε τι έλεγα, και την άλλη μέρα πρωί πρωί έτρεξε και το πρόλαβε στην περίπολο. Πολύ έξυπνο για ένα παιδά-
255

κι εφτά χρονών, έτσι; Δεν της κρατώ κακία. Μάλιστα, είμαι περή-φανος γι' αυτήν. Αυτό δείχνει πως την ανάθρεψα με τις σωστές αρχές».
Έκανε ακόμα μερικά πηδηχτά βήματα πάνω κάτω ρίχνοντας αρκετές φορές ένα βλέμμα επιθυμίας προς τη λεκάνη της τουαλέ-τας, και έπειτα ξαφνικά κατέβασε το σορτς του.
«Συγγνώμη, παλιόφιλε», είπε. «Δεν αντέχω άλλο. Είναι από την αναμονή».
Κάθισε βαριά πάνω στη λεκάνη. 0 Γουίνστον σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του.
«Σμιθ!» ούρλιαξε η φωνή από την τηλεοθόνη. «6079, Σμιθ Γουίνστον. Πάρε τα χέρια από το πρόσωπό σου. Απαγορεύεται να καλύπτεις το πρόσωπό σου μέσα στο κελί!»
0 Γουίνστον τράβηξε τα χέρια του. 0 Πάρσονς χρησιμοποίησε τη λεκάνη με θόρυβο και για πολύ. Όπως είδαν μετά, το καζανάκι ήταν ελαττωματικό και το κελί μύριζε φριχτά για ώρες κατόπιν.
0 Πάρσονς μεταφέρθηκε αλλού. Κι άλλοι κρατούμενοι έρχονταν και ύστερα έφευγαν μυστηριωδώς. Μια γυναίκα την έστειλαν στο «Θάλαμο 101», και ο Γουίνστον την παρατήρησε ότι, μόλις τ' άκουσε, ζάρωσε και φάνηκε να αλλάζει χρώμα.
Ήρθε μια στιγμή που, αν ήταν πρωί όταν τον έφεραν εδώ, τώρα θα έπρεπε να είναι απόγευμα• αν ήταν απόγευμα, τώρα θα ήταν μεσάνυχτα. Μέσα στο κελί βρίσκονταν έξι κρατούμενοι, άντρες και γυναίκες. Κάθονταν όλοι ακίνητοι. Απέναντι από τον Γουίνστον καθόταν ένας άνθρωπος με πρόσωπο χωρίς πιγούνι, όλο δόντια, σαν μεγάλο, άκακο τρωκτικό. Τα παχιά όλο κηλίδες μάγουλά του ήταν τόσο φουσκωμένα που φαινόταν σαν να είχε αποθηκεύσει εκεί μέσα μικρές ποσότητες τροφής. Ία ανοιχτόχρωμα γκρίζα μάτια του πλανιόνταν δειλά από το ένα πρόσωπο στο άλλο, και γύριζαν μεμιάς αλλού όταν συναντούσαν κάποιο βλέμμα.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένας άλλος κρατούμενος που η εμφάνκτή του έκανε τον Γουίνστον να ανατριχιάσει. Κοινός τύπος με ταλαίπωρη εμφάνιση, που θα μπορούσε να είναι μηχανικός ή τεχνικός.
256

To τρομακτικό, όμως, ήταν η ισχνότητα του προσώπου του. Ήταν σαν νεκροκεφαλή. Αυτή η αδυναμία έκανε το στόμα και τα μάτια του να δείχνουν δυσανάλογα μεγάλα, ενώ τα μιάτια φαίνονταν γεμά-τα μ' ένα ασίγαστο φονικό μίσος για κάποιον ή κάτι.
0 άνθρωπος κάθισε στον πάγκο όχι μακριά από τον Γουίνστον. 0 Γουίνστον δεν τον ξανακοίταξε, αλλά το τυραννισμένο, αποσκε-λετωμένο πρόσωπό του υπήρχε στο μυαλό του τόσο ζωηρά, που ήταν σαν να τον είχε μπροστά του. Ξαφνικά κατάλαβε τι συνέβαι-νε. Αυτός ο άνθρωπος πέθαινε από την ασιτία. Η ίδια σκέψη φαί-νεται ότι πέρασε ταυτόχρονα από το μυαλό κι όλων των άλλων εκεί μέσα. Όλοι σάλεψαν ανεπαίσθητα πάνω στον πάγκο. 0 άνθρωπος χωρίς πιγούνι έριχνε διαρκώς το βλέμμα του πάνω στο σκελετωμένο πρόσωπο, ύστερα το απόστρεφε ένοχα κι έπειτα πάλι, σαν να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, το ξαναγυριζε πάλι πάνω του. Άρχισε να κουνιέται ανήσυχα στη θέση του. Στο τέλος, σηκώθηκε, διέσχισε το κελί περπατώντας βαριά σαν πάπια, έψαξε την τσέπη της στολής του, και μ' ένα ύφος ντροπιασμένο έδωσε στο σκελετω-μένο άνθρωπο ένα βρόμικο κομμάτι ψωμί.
Ακουστηκε μια άγρια, εκκωφαντική κραυγή από την τηλεο-θόνη. 0 άνθρωπος χωρίς πιγούνι αναπήδησε τρομαγμένος. 0 άλλος με το πρόσωπο σαν νεκροκεφαλή έβαλε γρήγορα τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, σαν να ήθελε να δείξει σ' όλο τον κόσμο πως αρνήθηκε το δώρο.
«Μπάμστεντ!» βρυχήθηκε η φωνή. «2713 Μπάμστεντ! Πέτα το ψωμί!»
0 άνθρωπος χωρίς πιγούνι άφησε το ψωμί να πέσει καταγής.
«Μείνε όρθιος εκεί που είσαι», ξανάπε η φωνή. «Απέναντι στην πόρτα. Μην κουνηθείς βήμα».
0 άνθρωπος χωρίς πιγούνι υπάκουσε. Τα παχιά, πρησμένα μάγουλά του έτρεμαν χωρίς συγκρατημό. Η πόρτα άνοιξε με πάταγο. 0 νεαρός αξιωματικός μπήκε και στάθηκε παράμερα. Πίσω του φάνηκε ένας κοντόχοντρος φύλακας με πελώρια χέρια και ώμους. Στάθηκε αντίκρυ στον άνθρωπο χωρίς πιγούνι και, σ' ένα νεύμα του
257

αξιωματικού, πήρε φόρα και μ' όλη του τη δύναμη κατάφερε ένα τρομερό χτύπημα κατ' ευθείαν στο στόμα του. To χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που σχεδόν τον έριξε κάτω. To σώμα του τινάχτηκε πέρα και χτύπησε στη λεκάνη της τουαλέτας. Για μια στιγμή έμει-νε εκεί πεσμένος, εξουθενωμένος, ενώ από το στόμα και τη μύτη του έβγαινε σκούρο αίμα. Κραύγασε, άθελά του. Κατόπιν γύρισε και σηκώθηκε, παραπατώντας με τα χέρ:α και τα πόδια. Από το στό-μα του, μέσα σ' ένα ρυάκι από αίμα και σάλιο, βγήκαν δυο κομ-μάτια από τη μασέλα.
Οι κρατούμενοι έμειναν εντελώς ακίνητοι, με τα χέρια σταυρω-μένα στα γόνατα. 0 άνθρωπος χωρίς πιγούνι σύρθηκε ξανά στη θέση του. To κάτω μέρος του προσώπου του από τη μκζ πλευρά είχε αρχίσει να μελανιάζει. To στόμα του είχε πρηστεί: μια άμορφη κατακόκκινη μάζα με μια μαύρη τρύπα στη μέση. Κάθε τόσο έσταζε λίγο αίμα στο στήθος του πάνω στη στολή του. Τα γκρίζα μάτια του πηγαινοέρχονταν πάλι από πρόσωπο σε πρόσωπο με περίσσότερη ενοχή από πριν, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψεο πόσο πολύ τον περιφρονούσαν οι άλλοι για την ταπείνωση που είχε υποστεί.
Η πόρτα άνοιξε. Μ' ένα κοφτό νεύμα ο αξιωματικός έδειξε τον άνθρωπο με το σκελετωμένο πρόσωπο.
«Θάλαμος 101», είπε.
Ακούστηκε ένα λαχάνιασμα και μια ταραχή πλάι στον Γουίν-στον. 0 άνθρωπος είχε πέσει στα γόνατα κάτω στο πάτωμα, μ' ενωμένα τα χέρια.
«Σύντροφε! Αξιωματικέ!» φώναξε. «Μη με πάτε εκεί! Δεν σας τα είπα oka; Ύι άλλο θέλετε να μάθετε; Δεν υπάρχει τίποτα που να μη θέλω να σας ομολογήσω, τι'ποτα! Πε(τε μου τι θέλετε, και θα το ομολογήσω αμέσως! Γράψτε ό,τι θέλετε, και θα το υπογράψω αμέσως ό,τι να 'ναι! Αλλά όχι στο θάλαμο 101!»
«Θάλαμος 101», είπε ο αξιωματικός.
To ωχρό πρόσωπο του ανθρώπου πήρε ένα χρώμα που ο Γουίν-στον δεν θα πίστευε ποτέ ότι μπορεί να υπάρχει. Ήταν, χωρίς αμ-φιβολία, ακριβώς πράσινο.
258
Χίλια εννίαχόσια ογδόντα τέσσερα
«Κάντε μου ό,τι θέλετε!» φώναξε. «Με αφήσατε νηστικό ολόκληρες εβδομάδες. Αποτελειώστε με, αφήστε με να πεθάνω. Τουφεκίστε με, κρεμάστε με. Καταδικάστε με είκοσι πέντε χρόνια. Υπάρχει κανένας άλλος που θέλετε να προδώσω; Πείτε μου ποιος είναι, και θα σας πω 'ό,τι θέλετε. Δεν με νοιάζει ποιος είναι ή τι θα του κάνετε. Έχω γυναίκα και τρία παιδιά. To μεγαλύτερο δεν είναι ούτε έξι χρονών. Πάρτε τα όλα και κόψτε τους το λαρύγγι μπροστά στα μάτια μου, κι εγώ θα καθίσω να κοιτάζω. Αλλά όχι στο θά-λαμο 101!»
«Θαλαμος 101», είπε ο αξιωματικός.
0 άνθρωπος, σαν τρελός, κοίταζε τους άλλους γύρω του, σαν να σκεφτόταν ότι μπορούσε να βάλει ένα άλλο θύμα στη θέση του. Τα μάτια του σταμάτησαν στο στραπατσαρισμένο πρόσωπο του αν-θρώπου χωρίς πιγούνι. Τον έδειξε με το αδύνατο χέρι του.
«Αυτόν πρέπει να πάρετε, όχι εμένα», φώναξε. «Δεν ακούσατε τι είπε όταν του χτυπήσατε το πρόσωπο! Δώστε μου την ευκαφία, και θα σας τα πω όλα. Αυτός είναι εναντίον του Κόμματος, όχι εγώ!» Οι φύλακες προχώρησαν. Η φωνή του ανθρώπου υψώθηκε και στρίγκλισε. «Δεν τον ακούσατε εσείς!» επανέλαβε. «Δεν λει-τουργούσε η τηλεοθόνη. Αυτός είναι ο άνθρωπός σας! Πάρτε αυ-τόν, όχι εμένα!»
Οι δυο γεροδεμένοι φύλακες στάθηκαν για να τον σηκώσουν από τις μασχάλες, αλλά αυτός έπεσε καταγής και πιάστηκε δυνατά σ' ένα από τα σιδερένια πόδια που στήριζαν τον πάγκο. Έβγαλε ένα απερίγραπτο ουρλιαχτό, σαν να ήταν ζώο. Οι φύλακες τον άρπαξαν για να τον ξεκολλήσουν, αλλά αυτός γαντζώθηκε μ' απίστευτη δύναμη. Οι κρατούμενοι κάθονταν ακίνητοι με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα στυλωμένο ίσια μπροστά τους. To ουρλιαχτό έπαψε. 0 άνθρωπος φύλαγε τις δυνάμεις για να κρατιέται από τον πάγκο. Έπειτα ακούστηκε μια διαφορετική κραυγή. Ένας φύλακας, με μια κλοτσιά της μπότας του, του είχε σπάσει τα δάχτυλα του ενός χεριου. Τον έσυραν και τον έστησαν όρθιο.
«Θάλαμος 101», είπε ο αξιωματικός.
259

Τον τράβηξαν έξω. Βάδιζε τρικλίζοντας, με το κεφάλι σκυμμένο, κρατώντας το σπασμένο χέρι του, ενώ η αντίστασή του είχε εκ-μηδενιστεί.
Πέρασε ώρα πολλή. Αν ήταν μεσάνυχτα όταν πήραν τον άνθρω-πο με το σκελετωμένο πρόσωπο, τώρα θα ήταν πρωί. Αν ήταν πρωί, τώρα θα ήταν απόγευμα. 0 Γουίνστον ήταν μόνος. Είχε μείνει μόνος εδώ και ώρες. 0 πόνος που ένιωθε όταν καθόταν στο στενό πάγκο ήταν τόσο δυνατός, που συχνά σηκωνόταν και περπατούσε χωρίς να δεχτεί παρατήρηση από την τηλεοθόνη. To ψωμί βρισκό-ταν ακόμα εκεί που το άφησε να πέσει ο άνΰρωπος χωρίς πίγούνι. Στην αρχή, χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια να μην το κοιτάζει, τώρα όμως η πείνα είχε δώσει τη θέση της στη δίψα. To στόμα του γ.οΚΚούσε και είχε απαίσια γεύση. To βουητό και το άσπρο φως που δεν έσβηνε ποτέ τού έφερναν κάτι σαν λιποθυμία, μια αίσθηση κενού στο κεφάλι. Σηκωνόταν γιατί ο πόνος στα κόκαλά του είχε γίνει ανυπόφορος και ύστερα, σχεδόν αμέσως, ξανακαθόταν γιατί ένιωθε ίλιγγο και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Όταν μπορούσε να κυριαρχήσει λίγο στ:ς αισθήσεις του, τον ξανάπιανε ο τρόμος. Μερικές στιγμές, με μιαν ελπίδα που όσο πήγαινε κι εξασθενούσε, σκεφτόταν τον Ο'Μπράιεν και τη λεπίδα. Ίσως του έστελναν τη λεπίδα κρυμμένη στο φαγητό του, αν του έδιναν ποτέ φαγητό. Πιο αχνά, του ερχόταν στο νου η Τζούλια. Κάπου υπέφερε, ίσως πολύ περισσότερο από αυτόν. Μπορεί να ούρλιαζε από τον πόνο. Σκέφτηκε: «Αν μπορουσα να σώσω την Τζουλια διπλασιάζοντας το δικό μου πόνο, θα το έκανα; Nat, θα το έκανα». Αλλά αυτό ήταν θεωρητικό συμπέρασμα μόνο, που το έβγαλε γιατί ήξερε ότι έτσι έπρεπε. Δεν το αισθανόταν. Εδώ, δεν μπορούσες να νιώθεις τίποτα, εκτός από τον πόνο και την πρόγνωση του πόνου. Άραγε είναι δυνατόν, όταν πονάς, να θελήσεις για χάποιο λόγο να μεγαλώσει ο πόνος σου; Αλλά δεν ήταν δυνατό ακόμα να δοθεί απάντηση σ' αυτό.
Οι μπότες πλησίαζαν και πάλι. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε ο Ο'Μπράιεν.
0 Γουίνστον πετάχτηκε όρθιος. Η έκπληξη που δοκίμασε ήταν
260
Χίλια εννιαχόσαζ ογδόντα τέσσερα
τόση, που ξέχασε όλες τις προφυλάξεις. Για πρώτη φορά σε πολλά χρόνια ξέχασε την παρουσία της τηλεοθόνης.
«Σ' έπιασαν και σένα!» φώναξε.
«Μ' έπιασαν εδώ και πολυν καιρό», είπε ο Ο'Μπράιεν, σχεδόν λυπημένα, με ελαφριά εφωνεία. Παραμέρισε. Πίσω του φάνηκε ένας φυλακας με φαρδύ σβέρκο, οπλισμένος μ' ένα μακρύ μαυρο κλομπ.
«To ήξερες, Γουίνστον!» είπε ο Ο'Μπράιεν. «Μην ξεγελάς τον εαυτό σου. To ήξερες, πάντα το ήξερες».
Nat, το έβλεπε τώρα, πάντα το ήξερε. Αλλά δεν είχε καιρό πια να το σκεφτεί. To μόνο που τον ενδιέφερε τώρα ήταν το κλομπ στο χέρι του φύλακα. Μπορούσε να πέσει οπουδήποτε στο κεφάλι, στο αφτί, στο μπράτσο, στον αγκώνα...
Στον αγκώνα! Έπεσε στα γόνατα, σχεδόν παράλυτος κρατώ-ντας με το άλλο του χέρι τον πληγωμένο αγκώνα του. Όλα είχαν εκραγεί μέσα σ' ένα κίτρινο φως. Ασύλληπτο πώς ένα μόνο χτύπη-μα μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο πόνο! To φως ξεκαθάρισε και μπόρεσε να δει τους άλλους δυο που τον κοίταζαν. 0 φύλακας γε-λουσε με τους μορφασμους που του προκαλούσαν οι πόνοι. Μια ε-ρώτηση, πάντως, είχε βρει την απάντησή της. Ποτέ, yta κανένα λόγο στον κόσμο, δεν θα μπορούσες να επιθυμήσεις να μεγαλώσει ο πόνος σου. Μόνο ένα πράγμα θα μπορούσες να επιθυμήσεις για τον πόνο: να σταματήσει. Τίποτα στον κόσμο δεν ήταν τόσο δυσβάστα-χτο όσο ο φυσικός πόνος. «Μπροστά στον πόνο δεν υπάρχουν ή-ρωες, κανένας ήρωας», σκεφτόταν καθώς σφάδαζε στο πάτωμα, σφίγγοντας χωρίς αποτέλεσμα το σακατεμένο αριστερό του χέρι.
II
Ήταν ξαπλωμένος σε κάτι που του φάνηκε σαν κρεβάτι εκστρα-τείας, μόνο που ήταν ψηλότερα από το έδαφος. 0 Γουίνστον ήταν δεμένος με τρόπο που δεν μπορούσε να κουνηθεί. Στο πρόσωπό του
261

έπεφτε ένα φως πιο δυνατό από τα συνηθισμένα. 0 0'Μπρ »εν στεκόταν δίπλα του και τον κοίταζε με προσοχή. Στην άλλη πλευ-ρά βρισκόταν ένας άνθρωπος με άσπρο σακάκι, κρατώντας μια σύριγγα για υποδόρια χρήση.
Ακόμα και αψού είχε ανοίξει τα μάτια του ο Γουίνστον, μόνο σιγά σιγά άρχισε να καταλαβαίνει τι γινόταν γύρω του.
Είχε την εντύπωση ότι ερχόταν από ν.ά.πο\ο κόσμο διαφορε-τικό, βυθισμένο βαθιά κάτω από τη θάλασσα, και ότι μπήκε σ' αυ-τό το δωμάτιο κολυμπώντας. ΐΐόσο καφό βρισκόταν εκεί κάτω δεν ήξερε. Από τη στιγμή που τον είχαν συλλάβει, δεν είχε δει ούτε το φως της ημέρας ουτε το σκοτάδι. Εξ άλλου, οι αναμνήσεις του δεν είχαν συνοχή. Τπήρχαν στιγμές, που η συνείδηση, ακόμα και το είδος της συνείδησης που έχει κανείς στον ύπνο, είχε ολότελα πά-ψει να λειτουργεί και ξανάρχιζε έπειτα από ένα κενό διάλειμμα. Αλ-λά αν αυτό το διάλειμμα κρατούσε μέρες, βδομάδες ή μόνο λίγα δευτερόλεπτα, δεν υπήρχε τρόπος να το ξέρει.
0 εφιάλτης είχε αρχίσει μ' αυτό το πρώτο χτύπημα στον α-γκώνα. Αργότερα θα καταλάβαινε ότι όλα όσα είχαν συμβεί τότε δεν ήταν παρά μια προεισαγωγή, μια ανάκριση ρουτίνας που περνού-σαν σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι. Τπήρχε μια μακρά σειρά από εγκλήματα —κατασκοπία, σαμποτάζ και παρόμοια— που όλοι έπρεπε φυσικά να ομολογήσουν. Η ομολογία ήταν τυπική, ενώ τα βασανιστήρια πραγματικά. Πόσες φορές τον είχαν ξυλοκοπήσει, πόση ώρα συνεχίζονταν τα χτυπήματα, δε θυμόταν. Πάντα τον έβαζαν στη μέση ταυτόχρονα πέντε έξι άνδρες με μαύρη στολή. Άλλοτε με γροθιές, άλλοτε με κλομπ, καμιά φορά με σιδερόβεργες και κάποτε με τις μπότες. Υπήρχαν φορές που κυλιόταν στο πάτω-μα, χωρίς ντροπή, σαν ζώο, ενώ το κορμί του σπαρταρούσε σε μιαν ατέλειωτη, απελπισμένη προσπάθεια να αποφύγει τις κλοτσιές- το μόνο που κατάφερνε είναι να δέχεται και άλλα, περισσότερα χτυπήματα, στα πλευρά, στην κοιλιά, στους αγκώνες, στα καλά-μια, στους βουβώνες, στους όρχεις, στον κόκκυγα. Μερικές φο-ρές το μαρτύριο παρατεινόταν τόσο που του φαινόταν πως το οδυ-
262
Χίλκζ εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
νηρό, το φοβερό, το ασυγχώρητο δεν ήταν που οι φύλακες συνέ-χιζαν να τον χτυπούν, αλλά που δεν μπορούσε να εξαναγκάσει τον εαυτό του να χάσει τις αισθήσεις του. Κάποιες στιγμές το θάρρος τον εγκατέλειπε τόσο που άρχιζε να ζητάει έλεος πριν ακόμα τον χτυπήσουν κάποιες στιγμές και μόνο η θέα της γροθιάς που ετοιμαζόταν να πέσει επάνω του αρκούσε για να τον κάνει να ομολογήσει ένα πλήθος εγκλήματα, πραγματικά και φανταστικά. Τπήρχαν άλλες στιγμές όπου ξεκινούσε με την απόφαση να μην ομολογήσει τίποτα, όπου κάθε λέξη έπρεπε να του την αποσπά-σουν μέσα στο άσθμα του πόνου, και άλλοτε πάλι όπου προσπα-θούσε να συμβιβαστεί και έλεγε μέσα του: «Θα ομοΚογησω, αλλά όχι ακόμα. Θα κρατήσω ώσπου ο πόνος να γίνει αβάσταχτος. Τρεις κλοτσιές ακόμα, δύο κλοτσιές και θα τους πω αυτό που θέλουν». Μερικές φορές τον χτυπούσαν ώσπου ίσα που κρατιόταν στα πόδια του και τότε τον πέταγαν σαν ένα σακί πατάτες στο πέτρςνο δά-πεδο ενός κελιού, τον άφηναν λίγες ώρες ν' ανακτήσει τις δυ-νάμεις του, και ύστερα τον έπαιρναν και τον χτυπούσαν πάλι. Κά-ποτε τα διαστήματα ανάρρωσης ήταν μεγαλύτερα. Τα θυμόταν αχνά, γιατί τα περνούσε αναίσθητος ή κοιμισμένος. Θυμόταν ένα κελί μ' ένα ξύλινο κρεβάτι καρφωμένο στον τοίγρ σαν ράφι, μια τενεκεδένια λεκάνη και γεύματα από ζεστή σούπα, ψωμί και με-ρικές φορές καφέ. θυμόταν έναν δύστροπο κουρέα που ερχόταν να τον ξυρίσει και να τον κουρέψει, και κάτι ανθρώπους με πολυάσχο-λο ύφος, αντιπαθητικούς, ντυμένους με άσπρες μπλούζες που του έπαιρναν το σφυγμό, εξέταζαν τ' αντανακλαστικά του, του ανα-ποδογύριζαν τα βλέφαρα, τον ψηλαφούσαν με δύναμη ψάχνοντας για σπασμένα κόκαλα και του έμπηγαν βελόνες στο μπράτσο για να τον κοιμίσουν.
Τα χτυπήματα αραίωσαν και έγιναν κυρίως μια απειλή, ένας εφιάλτης όπου μπορούσαν να τον ξαναστείλουν οποιαδήποτε στιγ-μή, αν οι απαντήσεις του δεν ήταν ικανοποοητικές. Οι ανακριτές του δεν ήταν πια κτήνη με μαύρη στολή. Μορφωμένοι άνθρωποι του Κόμματος, κάτι κοντόχοντρα ανθρωπάκια, με ζωηρές κινήσεις και
263

αστραφτερά γυαλιά, που τον ταλαιπωρούσαν ο ένας μετά τον άλλον δέκα ή δώδεκα ώρες χωρίς διακοπή — έτσι νόμιζε, δεν ήταν σί-γουρος. Αυτοί ο ανακριτές φρόντιζαν να πονάει λίγο διαρκώς, αλλά ο κύριος σκόπός τους δεν ήταν τόσο να τον κάνουν να πονέσει. Τον χαστούκιζαν, του έστριβαν τα αφτιά, του τραβούσαν τα μαλλιά, τον έβαζαν να στέκεται στο ένα πόδι, δεν τον άφηναν να ουρήσει, τον τύφλωναν με δυνατό φως στα μάτια ώσπου να τρέξουν δάκρυα. 0 σκοπός τους ήταν να τον ταπεινώσουν και να εκμηδενίσουν τη δύναμή του ν' αντιστέκεται και να αμφισβητεί. To πραγματικό τους όπλο ήταν αυτή η ανελέητη ανάκριση που συνεχιζόταν ώρες ατελείωτες, βάζοντάς του τρικλοποδιές, στήνοντάς του παγίδες, διαστρέφοντας καθετί που έλεγε, αποδεικνύοντάς του κάθε τόσο ότι λέει ψέματα και αντιφάσκει, ώσπου άρχιζε να κλαίει, τόσο από ντροπή όσο και από νευρική εξάντληση. Θα 'χε κλάψεί και πάνω από πέντε φορές μέσα σε μ,ια και μόνη ανάκριση. Τις περισσότερες φορές, οι δήμιοί του φώναζαν πως ήθελε να τους ξεγελάσει και κάθε φορά που δίσταζε τον απειλούσαν πως θα τον παραδώσουν πάλι στους φύλακες• άλλες φορές όμως άλλαζαν ξαφνικά τόνο, τον αποκαλούσαν σύντροφο, επικαλούνταν το όνομα του αγγςος και του Μεγάλου Αδελφού και τον ρωτούσαν λυπημένα αν, ακόμα και τώρα, δεν του είχε μείνει ούτε τόση δα πίστη στο Κόμμα αρκετή για να τον κάνει να επιθυμεί την αποκατάσταση του κακού που είχε κάνει. Όταν, υστερα από τόσες ώρες ανάκρισης, τα νεύρα του είχαν γίνει κουρέλια, ακόμα και αυτή η έκκληση τον ανάγκαζε να ξεσπάει σε υποκριτικό κλάμα. Τελικά, οι βροντερές φωνές τον εξουθένωναν πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι μπότες και οι γροθιές των φρουρών. Κατάντησε ένα σκέτο στόμα που πρόφερε λέξεις, ένα χέρι που υ-πέγραφε ό,τι του ζητούσαν. Η μόνη του φροντίδα ήταν να ανακα-λύψει τι ήθελαν να ομολογήσει και να το ομολογήσει το γρηγορό-τερο, προτού ξαναρχίσει η δοκιμασία. Ομολόγησε τη δολοφονία δια-κεκριμένων μελών του Κόμματος, τη διανομή επαναστατικών φυλ-λαδίων, την υπεξαίρεση δημόσωυ χρήματος. Ομολόγησε ότί πού-λησε στρατιωτικά μυστικά, ότι έκανε σαμποτάζ όλων των ειδών,
264

ότι από το 1968 ήταν μίσθαρνος κατάσκοπος της Ανατολασίας. Ομολόγησε πως ήταν θρησκευόμενος, θαυμαστής του καπιταλι-σμού και σεξουαλικά διεστραμμένος. Ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει τη γυναίκα του, παρ' όλο που ήξερε —και ot ανακριτές του πρέπει να το ήξεραν— πως η γυναίκα του ζούσε. Ομολόγησε ότι χρόνια τώρα διατηρούσε προσωπική επαφή με τον Γκολντστάιν κοα ότι υπήρξε μέλος μιας μυστικής οργάνωσης στην οποία ανήκαν όλοι οι γνωστοί του. Ήταν ευκολότερο να ομολογεί τα πάντα και να κατη-γορεί τους πάντες. Εξ άλλου, όλα ήταν κατά κά,ποιο τρόπο αλή-θεια. Ήταν αλήθεια ότι ήταν εχθρός του Κόμματος, και, στα μάτια του Κόμματος, δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη.
Είχε όμως και άλλου είδους μνήμες. Τπήρχαν εκεί στο μυαλό του ασύνδετες, σαν εικόνες που προβάλλουν μέσ' από μαύρο φόντο.
Βρισκόταν σ' ένα κελί που μπορεί να ήταν ή σκοτεινό ή φωτι-σμένο, γιατί δεν μπορούσε να δει τίποτα εκτός από ένα ζευγάρι μάτια. Πολύ κοντά του υπήρχε κάποιο όργανο που έβγαζε ένα τικ τακ σιγανό και κανονικό. Τα μάτια μεγάλωναν και γίνονταν πιο φωτεινά. Ξαφνικά, αποσπάστηκε από την καρέκλα του, βυθίστηκε μέσα στα μάτία, κι αυτά τον κατάπιαν.
Ήταν δεμένος σε μια καρέκλα, περιτριγυρισμένος από καντράν κάτω από εκτυφλωτικά φώτα. Ένας άνθρωπος με άσπρη μπλούζα μελετούσε το καντράν. Απ' έξω ακουστηκε θόρυβος από βαριές μπότες. Η πόρτα άνοιξε με πάταγο. 0 αξιωματικός με το πρόσω-πο που έμοιαζε με μάσκα, μπήκε μαζί με δύο φρουρούς ξοπίσω του.
«Θάλαμος 101», είπε ο αξιωματικός.
0 άνθρωπος με την άσπρη μπλούζα δεν γύρισε. Ούτε κοίταξε τον Γουίνστον κοίταζε μόνο τα καντράν.
Κατρακύλησε σ' ένα τεράστιο διάδρομο ένα χιλωμετρο μακρύ, λουσμένο σ' ένα λαμπρό χρυσό φως, ξεκαρδισμένος στα γέλια και ενώ ομολογού(7ε φωνάζοντας μ' όλη του τη δύναμη. Τα ομ.οΚογού-σε όλα, ακόμα και αυτά που είχε καταφέρει να κρατήσει μυστικά όταν τον βασάνιζαν. Διηγιόταν ολόκληρη την ιστορία της ζωής του
265

σ' ένα ακροατήριο που την ήξερε ήδη. Κοντά του ot φρουροί, οι άλλοι ανακριτές, οι άνθρωποι με τις άσπρες μπλούζες, ο Ο'Μπράιεν, η Τζούλια, ο κ. Τσάρινγκτον. Όλοι κατέβαιναν κατρακυλώντας στο διάδρομο ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Κάτι τρομερό, που επιφύλασσε το μέλλον, είχε με κάποιο τρόπο υπερπηδηθεί και δεν είχε συμβεί. Όλα πήγαιναν καλά, δεν υπήρχε πια πόνος, η παραμικρή λεπτομέρεια της ζωής του είχε εκτεθεί γυμνή, είχε γίνει γ.ατανοΎ\τΎ\, είχε συγχω-ρεθεί.
Ανασηκώθηκε γρήγορα από το σανιδένιο κρεβάτι, βέβαιος πως είχε ακούσει τη φωνή του Ο'Μπράιεν. Καθ' όλη την ανάκρισή του και παρ' ότι δεν τον είχε δει, είχε το αίσθημα πως ο Ο'Μπράιεν ή-ταν κάπου εκεί κοντά του, αλλά έξω από το οπτικό του πεδίο. 0 Ο'Μπράιεν διεύθυνε τα πάντα. Αυτός έστελνε τους φύλακες στον Γουίνστον και αυτός τους εμπόδιζε να τον σκοτώσουν. Αυτός αποφάσιζε πότε να τον κάνουν να ουρλιάξει από τους πόνους, πότε να τον αφγρουν να ησυχάσει, πότε να του δώσουν να φάει, πότε να τον αφήσουν να κοιμηθεί και πότε να του μπήξουν τις ενέσεις στο μπράτσο. Αυτός έκανε τις ερωτήσεις και υπέβαλλε τις απαντήσεις. Ήταν ο βασανιστής, ήταν ο προστάτης, ήταν ο ανακριτής, ήταν ο φίλος. Κάποια φορά —ο Γουίνστον δεν μπορούσε να θυμηθεί αν αυτό συνέβη ένώ κοιμόταν φυσιολογικά ή υπό την επήρεια ναρκω-τικών, ή ακόμα αν ήταν ξύπνιος — μια φωνή μουρμούρισε στο αφτί του: «Μην ανησυχείς Γουίνστον, βρίσκεσαι στα χέρια μου. Εφτά χρόνια σε παρακολουθώ. Τώρα έφτασε η κρίσιμη στιγμή. Θα σε σώσω, θα σε κάνω τελειο». 0 Γουίνστον δεν ήταν &έ&αιος αν ήταν η φωνή του Ο'Μπράιεν, αλλά ήταν η ίδια φωνή που, σ' ένα άλλο * όνειρο, εφτά χρόνια πριν, του είχε πει: «θα συναντηθούμε εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι».
Δεν θυμόταν το τέλος της ανάκρισής του. Γπήρχε ένα διάστη-μα κενό, και; ύστερα, το κελί — ή μήπως ήταν δωμάτιο;— όπου βρισκόταν τώρα, άρχισε σιγά σιγά να παίρνει γύρω του υπόσταση. Ήταν ξαπλωμένος σχεδόν ολόισια και δεν ε(χε τη δυνατότητα να κουνηθεί. To σώμα του ήταν δεμένο σε κάθε ζωτικό σημείο. Ακόμα
266
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
και το πίσω μέρος του χεψαλιού του ήταν συγκρατημένο με κάποιο τρόπο. 0 Ο'Μπράιεν τον κοίταζε και το βλέμμα του ήταν σοβαρό και κάπως λυπημένο. To πρόσωπό του, όπως το έβλεπε από κάτω, φαινόταν χοντροκομμένο και γερασμένο, με σακουλες στα μάτια και ρυτίδες που έδειχναν κούραση και κατέβαιναν από τη μύτη ίσαμε το πιγούνι. Ήταν πιο μεγάλος απ' όσο νόμιζε ο Γουίνστον. Θα ήταν ίσως σαράντα οκτώ ή πενήντα χρονών. Είχε το χέρι του σ' ένα καντράν, μ' ένα μοχλό στην κορυφή και αριθμούς στην επιφάνεια.
«Σου είπα ότι, αν συναντιόμαστε ξανά, θα ήταν εδώ», είπε ο Ο'Μπράιεν.
«Ναι», απάντησε ο Γουίνστον.
Χωρίς καμιά προειδοποίηση, εκτός από μια ελαφριά κίνηση του χεριού του Ο'Μπράιεν, ένα κύμα πόνου πλημμύρισε το σώμα του. Ήταν ένας τρομακτικός πόνος, γιατί δεν μπορούσε να δει τι γινόταν και είχε το αίσθημα ότι του είχαν καταφέρει θανάσιμο πλήγμα. Δεν ήξερε αν αυτό συνέβαινε στην πραγματικότητα ή ήταν αποτέλε-σμα ηλεκτρικής εκκένωσης. Αλλά το σώμα του είχε βίαια διαστρε-βλωθεί κι είχε χάσει το σχήμα του, οι αρθρώσεις του ξεσχίζονταν σιγά σιγά και χωρίζονταν. Μ' όλο που ο πόνος τον έκανε να μου-σκέψει στον ιδρώτα, το χειρότερο ήταν ο φόβος ότι θα σπάσει η σπονδυλική του στήλη. Έσφιξε τα δόντια και πήρε βαθιά αναπνοή από τη μύτη, προσπαθώντας να μείνει σιωπηλός όσο πιο πολύ μπορούσε.
«Φοβάσαι», είπε ο Ο'Μπράιεν παρατηρώντας τον καταπρό-σωπο, «ότι όπου να 'vat θα σπάσει κάτι. Φοβάσαι ειδικά πως θα σπάσει η σπονδυλική σου στήλη. Έχεις στο μυαλό σου μια ζωντα-νή εικόνα των σπονδύλων που σπάζουν και χωρίζονται και του νωτιαίου μυελού που χύνεται. Αυτό δεν σκέφτεσαι, Γουίνστον;»
0 Γουίνστον δεν απάντησε. 0 Ο'Μπράιεν τράβηξε προς τα πίσω το μοχλό. To κύμα του πόνου υποχώρησε σχεδόν τόσο γρή-γορα όσο είχε έρθει.
«Είμαστε στο σαράντα», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Μπορείς να δεις πώς οι αριθμοί στο καντράν φτάνουν ως το εκατό. Σε παρακαλώ
267

όσο μιλάμε να έχεις κατά νου ότι έχω τη δύναμη να σε κάνω να πονέσεις όποια στιγμή θέλω και στο βαθμό που θέλω. Αν μου πεις ψέματα ή αρχίσεις τις υπεκφυγές ή ακόμα μου κάνεις τον κουτό, την ίδια στιγμή θα ξεφωνίσεις από τον πόνο. Καταλαβαίνεις;»
«Ναι», είπε ο Γουίνστον.
To ύφος του Ο'Μπράιεν έγινε λιγότερο αυστηρό. Ξανάβαλε τα γυαλιά του σκεπτικός, και βημάτισε για λίγο πάνω κάτω. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν μαλακή και υπομονετική. Είχε ύφος γιατρού, καθηγητή, ακόμα και ιερέα, που αυτό που επιθυμεί είναι να εξηγήσει και να πείσει μάλλον, παρά να τιμωρήσει.
«Έχω προβλήματα με σένα, Γουίνστον», είπε, «γιατί αξίζει τον κόπο ν' ασχοληθεί κανείς μαζί σου. Ξέρεις πολύ καλά τι σου συμ-βαίνει. To ήξερες χρόνια τώρα, αν και αγωνίστηκες να το αγνο-ήσεις. To μυαλό σου είναι σαλεμένο. Πάσχεις από ελαττωματική μνήμη. Είσαι ανίκανος να θυμηθείς πραγματικά γεγονότα και πεί-θεις τον εαυτό σου ότι θυμάσαι άλλα που δεν συνέβησαν ποτέ. Ευτυχώς, αυτό θεραπεύεται. Δεν θεραπεύτηκες μόνος σου, γιατί δεν το θέλησες. Έπρεπε να κάνεις μια απλή βουλητική προσπάθεια και δεν ήσουν ετοιμος γι' αυτό. Ακόμα και τώρα είμαι βέβαιος ότι εί-σαι προσκολλημένος στην αρρώστια σου, έχοντας την εντυπωση ότι είναι αρετή. Ας πάρουμε τώρα ένα παράδειγμα. Αυτή τη στιγμή με ποια δύναμη βρίσκεται σ' εμπόλεμη κατάσταση η Ωκεανία;»
«Όταν με συνέλαβαν, η Ωκεανία πολεμούσε με την Ανατο-λασία».
«Με την Ανατολασία. Σωστά. Και η Ωκεανία πάντα πολε-μουσε με την Ανατολασία, έτσι;»
0 Γουίνστον κράτησε την αναπνοή του. Άνοιξε το στόμα για να μιλήσει, αλλά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά του από το καντράν.
«Την αλήθεια, σε παρακαλώ Γουίνστον. Τη διχή σου αλήθεια. Πες μου ό,τι νομίζεις πως θυμάσαι».
«Θυμάμαι πως, μέχρι μια βδομάδα προτού με συλλάβουν, δεν πολεμουσαμε με την Ανατολασία. Ήμαστε σύμμαχοι. Πολεμού-
268
Χίλια εννιακόσια ογίόντα τέσσερα
σαμε με την Ευρασία. 0 πόλεμος κρατούσε τέσσερα χρόνια. Προηγουμένως...»
0 Ο'Μπράιεν τον σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού.
«Άλλο παράδειγμα», είπε. «Πριν από μερικά χρόνια είχες μια πραγματικά σοβαρή παράκρουση. Πίστευες πως τρεις άνθρωποι, τρία άλλοτε μέλη του Κόμματος, ο Τζόουνς, ο Άαρονσον κι ο Ράδερφορντ —άνθρωποι που εκτελέστηκαν για προδοσία και σα-μποτάζ αφού προηγουμένως έκαναν μια όσο γινόταν πληρέστερη ομολογία — δεν ήταν hoypi για τα εγκλήματα που τους καταλόγι-ζαν. Πίστευες πως είχες δει μιαν αδιαμφισβήτητη γραπτή απόδει-ξη ότι οι ομολογίες τους ήταν ψεύτικες. Υπήρχε μια φωτογραφία για την οποία είχες μια παραίσθηση. Πίστευες ότι την κράτησες πραγματικά στα χέρια σου. Μια φωτογραφία σαν αυτήν».
Ένα μακρόστενο φύλλο χαρτί φάνηκε στα χέρια του Ο'Μπρά-ιεν. To κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα κάτω από το βλέμμα του Γουίνστον. Ήταν μια φωτογραφία και δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποια ήταν. Ήταν tj φωτογραφία. Ήταν αντίγραφο της φωτογρα-φίας των Τζόουνς, Άαρονσον και Ράδερφορντ στη συγκέντρωση του Κόμματος στη Νέα Υόρκη, που είχε πέσει στα χέρια του έντεκα χρόνια πριν και την κατέστρεψε αμέσως. Για μια στιγμή μόνο ήταν εκεί μπροστά του και ύστερα εξαφανίστηκε πάλι από τα μάτια του. Αλλά την είχε δει, δεν υπήρχε αμφιβολία, την είχε δει! Έκανε μια απελπισμένη, αγωνιώδη προσπάθεια να ελευθερώσει το επάνω μέρος του κορμιού του. Αδύνατο να κουνηθεί ούτε ένα πόντο. Για μια στιγμή Εέχασε ακόμα και το καντράν. To μόνο που ήθελε ήταν να πάρει πάλι τη φωτογραφία στα χέρια του ή τουλάχιστον να τη δει.
«Υπάρχει!» φώναξε.
«Όχι», είπε ο Ο'Μπράιεν.
Διέσχισε το δωμάτιο. Υπήρχε μια τρύπα της μνήμης στον απέναντι τοίχο. 0 Ο'Μπράιεν σήκωσε το πλέγμα. To λεπτό χαρτί στροβιλίστηκε μέσα στο ρεύμα του θερμου αέρα κι εξαφανίστηκε στις φλόγες. 0 Ο'Μπράιεν απομακρύνθηκε από τον τοίχο.
269

«Στάχτη», είπε. «Ούτε καν στάχτη. Σκόνη. Δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ».
«Και όμως υπήρξε! Τπάρχει στη μνήμη. Τη θυμάμαι. Κι εσύ τη θυμάσαι».
«Δεν τη θυμάμαι», είπε ο Ο'Μπράιεν.
Η καρδιά του Γουίνστον πήγε να σπάσει. Αυτό ήταν διπλή σκέψη. Ένιωσε θανάσιμα αβοήθητος. Αν μπορούσε να είναι βέβαιος πως ο Ο'Μπράιεν έλεγε ψέματα, αυτό δεν θα είχε σημασία. Αλλά ήταν απόλυτα δυνατόν ο Ο'Μπράιεν να είχε πραγματικά ξεχάσει τη φωτογραφία. Κι αν ήταν έτσι, θα είχε κιόλας ξεχάσει πως αρνήθηκε ότι τη θυμάται, θα είχε λησμονήσει την πράξη της λήθης. Πώς μπορούσε κανείς να είναι βέβαιος ότι ήταν απλώς απάτη; Αυτός ο τρελός διχασμός του μυαλού ίσως μπορούσε πραγματικά να συμβεί: αυτή ήταν η σκέψη που εξουθένωνε τον Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν τον κοίταζε σκεπτικός. Περισσότερο από ποτέ είχε το ύφος δασκάλου που ταλαιπωρείται μ' ένα παραστρατημένο αλλά ελπιδοφόρο παιδί.
«Υπάρχει ένα σύνθημα του Κόμματος που αναφέρεται στον έλεγχο του παρελθόντος», είπε. «Επανάλαβέ το, σε παρακαλώ».
«Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν», επανέλαβε υπάκουα ο Γουίνστον.
«Αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχεΓτο παρελθόν», είπε ο Ο'Μπράιεν, επιδοκιμάζοντας με μια κίνηση του κεφαλιού. «Κατά τη γνώμη σου, Γουίνστον, το παρελθόν υπάρχει πραγματικά;»
To αίσθημα του αβοήθητου κατέλαβε πάλι τον Γουίνστον. To βλέμμα του τρεμόπαιζε προς το καντράν. Όχι μόνο δεν ήξερε αν το «vat» ή το «όχι», ήταν η απάντηση που θα τον γλίτωνε από τον πόνο• δεν ήξερε καν ποια απάντηση πίστευε για αληθινή.
0 Ο'Μπράιεν χαμογέλασε αχνά. «Δεν είσαι μεταφυσικός, Γουίνστον», είπε. «Ως αυτή τη στιγμή, δεν είχες ποτέ σκεφτεί τι σημαίνει η λέξη "υπάρχει". Σε ρωτώ περισσότερο ακριβόλογα: Τ-πάρχει το παρελθόν μ' ένα συγκεκριμένο τρόπο μέσα στο χώρο;
270

Τπάρχει κάπου, σε χάττοιο μέρος, ένας κόσμος με στερεά αντικεί-μενα όπου το παρελθόν συνεχίζει να εκδηλώνεται;»
«Όχι!»
«Τότε πού υπάρχει το παρελθόν, αν υπάρχει;»
«Στα αρχεία. Είναι καταγεγραμμένο».
«Στα αρχεία και...;»
«Στη σκέψη. Στην ανθρώπινη μνήμη».
«Στη μνήμη. Πολύ καλά, λοιπόν. Εμείς, το Κόμμα, ελέγχουμε όλα τα έγγραφα και ελέγχουμε και τη μνήμη όλων. Επομένως, ελέγχουμε το παρελθόν, έτσι;»
«Μα πώς μπορείτε να εμποδίσετε τους ανθρώπους να θυμού-νται;» φώναξε ο Γουίνστον, ξεχνώντας πάλι για μια στιγμή το καντράν. «Αυτό γίνεται αθέλητα. Είναι κάτι ανεξάρτητο, κάτι έξω από τον καθένα. Πώς μπορείς να ελέγξεις τη μνήμη; Δεν μπόρε-σες να ελέγξεις τη δική μου!»
Η στάση του Ο'Μπράιεν έγινε πάλι αυστηρή. Έβαλε το χέρι στο καντράν.
«Απεναντίας», είπε. «Εσύ δεν μπόρεσες να την ελέγξεις. Γι' αυτό βρίσκεσαι εδώ. Βρίσκεσαι εδώ γιατί σου λείπει η ταπεινοφρο-σύνη, η αυτοπειθαρχία. Αρνήθηκες την υποταγή, που είναι το τίμη-μα της λογικής. Προτίμησες να είσαι ένας τρελός, μειοψηφία του ενός. Μόνο το πειθαρχημένο πνευμα μπορεί να δει την πραγματικό-τητα, Γουίνστον. Πιστεύεις ότι η πραγματικότητα είναι κάτί αντικειμενικό, εξωτερικό, αυθύπαρκτο. Πιστεύεις ακόμα ότι η φύση της πραγματικότητας είναι αυταπόδεικτη. Όταν αυταπατάσαι νομίζοντας πως βλέπεις κάτι, πιστεύεις πως και όλοι οι άλλοι το βλέπουν. Εγώ σου λέω, όμως, Γουίνστον, ότι η πραγματικότητα δεν είναι εξωτερική. Η πραγματικότητα υπάρχει στην ανθρώπινη σκέψη και πουθενά αλλού. Όχι στην ατομική σκέψη του καθενός, που μπορεί να σφάλει και, εν πάση περιπτώσει, είναι ταχείας φθοράς. Μόνο στη σκέψη του Κόμματος, που είναι συλλογική και αθάνατη. Αυτό που το Κόμμα πιστεύει σαν αλήθεια, είναι η αλήθεια. Είναι αδύνατον να δεις την πραγματικότητα, αν δεν κοιτάξεις μέσ' από τα
271

μάτια του Κόμματος. Αυτό είναι που πρέπει να ξαναμάθεις, Γουίν-στον. Απαιτει μια πράξη αυτοκαταστροφής, μια βουλητική προσπά-θεια. Πρέπει να ταπεινώσεις τον εαυτό σου για να κερδίσεις τη διανοητική υγεία».
Σταμάτησε για λίγο, σαν για να του δώσει την ευκαιρία ν' αφομοιώσει όσα του είπε.
«Θυμάσαι», συνέχισε, «που έγραψες στο ημερολόγιό σου 'Έ-λευθερία είναι η ελευθερία να λες ότι δύο και δύο ίσον τέσσερα";»
«Nat», είπε ο Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν έδειξε στον Γουίνστον τη ράχη του αριστερού του χεριου που σήκωσε. 0 αντίχειρας ήταν κρυμμένος, τα τέσσερα δά-χτυλα τεντωμένα.
«Πόσα δάχτυλα σου δείχνω, Γουίνστον;»
«Τέσσερα!»
«Kt αν το Κόμμα πει ότι δεν είναι τέσσερα, αλλά πέντε, τότε πόσα είναι;»
«Τέσσερα!»
Η λέξη έσβησε μέσα σ' ένα λαχάνιασμα οδύνης. Η βελόνα του καντράν είχε ανέβεί στο πενήντα πέντε. 0 ιδρώτας ανάβλυζε από το κορμί του Γουίνστον και τον είχε πλημμυρίσει ολόκληρον. 0 αέρας του ξέσκιζε τα πνευμόνια και ξανάβγαινε με βαθιά βογκητά που δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε σφίγγοντας τα δόντια του. 0 Ο'Μπρά-ιεν τον παρακολουθούσε με τεντωμένα πάντα τα τέσσερα δάχτυ-λα. Τράβηξε πίσω το μοχλό. Αυτή τη φορά, ο πόνος λιγόστεψε ε-λαφρά μόνο.
«Πόσα είναι τα δάχτυλα, Γουίνστον;»
«Τέσσερα».
Η βελόνα ανέβηκε στο εξήντα.
«Πόσα δάχτυλα, Γουίνστον;»
«Τέσσερα! Τέσσερα! Ίι άλλο μπορώ να πω; Τέσσερα!»
Η βελόνα θα πρέπει να είχε πάλχ ανέβει, αλλά δεν την κοίταξε. To βαρύ βλοσυρό πρόσωπο και τα τέσσερα δάχτυλα είχαν γεμίσει το οπτικό του πεδίο. Τα δάχτυλα υψώνονταν μπροστά στα μάτια του
272
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
σαν στύλοι, τεράστιοι, θαμποί, που έμοιαζαν να σείονται. Ήταν όμως, χωρίς καμιά αμφιβολία, τέσσερα.
«Πόσα δάχτυλα βλέπεις, Γουίνστον;»
«Τέσσερα! Σταμάτησε, σταμάτησέ το! Πώς μπορείς και συνεχίζείς; Τέσσερα! Τέσσερα!»
«Πόσα δάχτυλα, Γουίνστον;»
«Πέντε! Πέντε! Πέντε!»
«Όχι, Γουίνστον, δεν ωφελεί. Λες ψέματα. Εξακολουθείς να πιστεύεις πως είναι τέσσερα. Πόσα είναι τα δάχτυλα, σε παρακαλώ;»
«Τέσσερα! Πέντε! Τέσσερα! Ό,τι θέλεις. Μόνο σταμάτησέ το, σταμάτησε τον πόνο!»
Ξαφνικά βρέθηκε καθισμένος, με το χέρι του Ο'Μπράιεν γύρω από τους ώμους του. Ίσως είχε χάσει τις αισθήσεις του για λίγο. Τα λουριά που τον κρατούσαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι είχαν λυθεί. Κρύωνε πολύ, έτρεμε χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί, τα δόντια του χτυπούσαν, τα δάκρυα κυλουσαν ποτάμι στα μάγουλά του. Για μια στιγμή γαντζώθηκε πάνω στον Ο'Μπράιεν σαν παιδί, αντλώντας, κατά ένα περίεργο τρόπο, παρηγοριά, κουράγιο, από το βαρύ χέρι γύρω στους ώμους του. Είχε το αίσθημα ότι ο Ο'Μπράιεν ήταν ο προστάτης του, ότι ο πόνος ήταν κάτι που ερχόταν απ' έξω, από κάπου αλλού, και ότι ο Ο'Μπράιεν θα τον έσωζε.
«Μαθαίνεις αργά, Γουίνστον», είπε ο Ο'Μπράιεν ευγενικά.
«Τι μπορώ να κάνω;» κλαψούρισε. «Πώς μπορώ να μη δω αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μου; Δύο και δύο κάνουν τέσσερα».
«Μερικές φορές ναι, Γουίνστον. Άλλοτε κάνουν πέντε. Άλλοτε κάνουν τρία. Κάποτε κάνουν όλα αυτά μαζί. Πρέπει να προσπαθή-σεις περισσότερο. Δεν είναι εύκολο να γίνεις λογικός».
Ξάπλωσε τον Γουίνστον στο κρεβάτι. Πάλι του έδεσαν σφιχτά τα μέλη του, αλλά ο πόνος είχε υποχωρήσει και η τρεμούλα είχε σταματήσει, αφήνοντάς τον μοναχό, αδύναμο και παγωμένο. 0 Ο'Μπράιεν έγνεψε με το κεφάλι στον άνθρωπο με την άσπρη μπλου-ζα που όλη αυτή την ώρα έμενε ακίνητος. 0 άνθρωπος με την ά-σπρη μπλούζα έσκυψε και κοίταξε από κοντά τα μάτια του Γουίν-
273

στον, του πήρε τον σφυγμό, ακούμπησε το αφτί στο στήθος του, τον ψηλάφισε εδώ κι εκεί, κι έπειτα έκανε νόημα στον Ο'Μπράιεν.
«Πάλι», είπε ο Ο'Μπράιεν.
0 πόνος πλημμύρισε το σώμα του Γουίνστον. Η βελόνα πρέπει να είχε φτάσει το εβδομήντα, το εβδομήντα πέντε. Είχε κλείσει τα μάτια του αυτή τη φορά. Ήξερε πως τα δάχτυλα ήταν εκεί ακόμα και πάντα τέσσερα. To μόνο που είχε σημασία ήταν να μείνει ζωντανός μέχρι το τέλος του παροξυσμού. Δεν πρόσεξε πια αν έ-κλαιγε ή όχι. 0 πόνος λιγόστεψε πάλι. Άνοιξε τα μάτια. 0 Ο'Μπρά-ιεν είχε κατεβάσει το μοχλό.
«Πόσα είναι τα δάχτυλα, Γουίνστον;»
«Τέσσερα. Υποθέτω πως είναι τέσσερα. Θα έβλεπα πέντε, αν μπορούσα. Προσπαθώ να δω πέντε».
«Τι από τα δύο θέλεις: να με πείσεις ότι βλέπεις πέντε, ή πραγματικά να τα δεις πέντε;»
«Να τα δω πραγματικά!»
«Πάλι», είπε ο Ο'Μπράιεν.
Ίσως η βελόνα έφτασε στο ογδόντα, στο ενενήντα. 0 Γουίν-στον κάποιες στιγμές δεν μπορούσε να θυμηθεί για ποιο λόγο πο-νούσε. Π(σω από τα σφαλισμένα βλέφαρά του, ένα δάσος από δάχτυλα έμοιαζαν να χορεύουν πάνω κάτω, να πλέκονται και να ξεπλέκονται. Να χάνεται το ένα πίσω από το άλλο και να παρουσιά-ζεται πάλι. Προσπαθούσε να τα μετρήσει, χωρίς να μπορεί να θυ-μηθεί γιατί. To μόνο που ήξερε ήταν πως δεν μπορούσε να τα μετρήσει και πως αυτό οφειλόταν σε μια μυστηριώδη ταύτιση με-ταξύ του τέσσερα και του πέντε. 0 πόνος έσβησε ακόμα μια φορά. Όταν άνοιξε τα μάτια του, διαπίστωσε πως έβλεπε ακόμα το ίδιο πράγμα. Αμέτρητα δάχτυλα, σαν δέντρα που χόρευαν, κυλούσαν δεξιά και αριστερά, συμπλέκονταν και διασταυρώνονταν. Ξανάκλεισε τα μάτια.
«Πόσα δάχτυλα δείχνω, Γουίνστον;»
«Δεν ξέρω! Δεν ξέρω! Θα με σκοτώσεις αν το ξανακάνεις. Τέσσερα, πέντε, έξι• ειλικρινά, δεν ξέρω!»
274
Χίλιχ εννιχχόσια ογδόντα τέσσερα
«Βελτίωση», είπε ο Ο'Μπράιεν.
Μια βελόνα τρύπησε το μπράτσο του Γουίνστον. Σχεδόν αμέ-σως μια κατευναστική, υπέροχη ζεστασώ απλώθηκε σ' όλο του το σώμα. 0 πόνος είχε κωλας μισοξεχαστεί. Άνοιξε τα μάτκχ και κοίταξε με ευγνωμοσυνη τον Ο'Μπράιεν. Στη θέα του ρυτιδωμένου, αδρού προσώπου, τόσο άσχημου και τόσο έξυπνου, η καρδιά του δονήθηκε! Αν μπορούσε να κουνηθεί, θα άπλωνε το χέρι του ν' ακουμπήσει το μπράτσο του Ο'Μπράιεν. Ποτέ δεν τον είχε αγαπή-σει τόσο βαθιά όσο εκείνη τη στιγμή, και όχι μόνο γιατί είχε σταματήσει τον πόνο. Εκείνο το παλιό αίσθημα, ότι κατά βάθος δεν είχε σημασία αν ο Ο'Μπράιεν ήταν φίλος ή εχθρός, είχε ξαναγυ-ρίσει. 0 Ο'Μπράιεν ήταν χάποιος που μπορούσε να μιλήσει μαζί του. Ίσως εκείνο που ήθελε κανείς, δεν ήταν τόσο να τον αγαπούν, όσο να τον καταλαβαίνουν. 0 Ο'Μπράιεν τον είχε βασανίσει μέχρι τρέ-λας και σε λίγο ήταν σίγουρο πως θα τον έστελνε στο θάνατο. Δεν είχε σημασία. Υπό μία έννοια αυτό ήταν πολύ βαθύτερο από τη φιλία. Είχαν εσωτερική επικοινωνία. Κάπου υπήρχε ένας τόπος όπου θα μπορούσαν να συναντηθούν και να μιλήσουν. Τα μάτια του Ο'Μπράιεν τον κοίταζαν και η έκφρασή τους ήταν σαν να έκανε κι αυτός την ίδια σκέψη. Άρχισε να μιλάει, με τον άνετο τόνο μιας απλής συζήτησης.
«Ξέρεις πού βρίσκεσαι, Γουίνστον;» είπε.
«Δεν ξέρω. Μαντεύω. Στο ΐπουργείο της Αγάπης».
«Ξέρεις πόσο καιρό είσαι εδώ;»
«Δεν ξέρω. Μέρες, εβδομάδες, μήνες — νομίζω μήνες».
«Και γιατί φαντάζεσαι ότι φέρνουμε εδώ τους ανθρώπους;»
«Για να τους κάνετε να ομολογήσουν».
«Όχι, δεν είναι αυτός ο λόγος. Σκέψου πάλι!»
«Για να τους τιμωρήσετε!»
«Όχι», φώναξε ο Ο'Μπράιεν. Η φωνή του είχε αλλάξει καταπληκτικά και το πρόσωπό του έγινε ξαφνικά αυστηρό κο« ταυτόχρονα ζωντάνεψε. «Όχι. Όχι μόνο για να αποσπάσουμε την ομολογία σου, ούτε για να σε τιμωρήσουμε. Να σου πω γιατί σε
275

φέραμε εδώ; Για να σε θεραπεύσουμε! Να σε κάνουμε λογικό! Ξέρεις, Γουίνστον, ότι κανείς από αυτούς που φέρνουμε εδώ δεν φεύγει απ' τα χέρια μας αθεράπευτος; Δεν μας ενδιαφέρουν αυτά τ' ανόητα εγκλήματα που έκανες. To Κόμμα δεν ενδιαφέρεται για την πράξη αυτή καθαυτήν. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναα η σκέψη. Δεν καταστρέφουμε μόνο τους εχθρούς μας, τους αλλάζουμε. Καταλαβαίνεις τι εννοώ μ' αυτό;»
Είχε σκύψει πάνω από τον Γουίνστον. Η κοντινή απόσταση έκανε το πρόσωπό του να μοιάζει τεράστιο, και, καθώς ο Γουίν-στον τον έβλεπε από κάτω, το έβρισκε φριχτά άσχημο. Επί πλέον, ήταν γεμάτο από μιαν έξαρση, μια παράφορη ένταση. Η καρδιά του Γουίνστον σφίχτηκε πάλι. Αν μπορούσε, θα χωνόταν πιο βαθιά στο κρεβάτι. Ήταν σίγουρος πως ο Ο'Μπράιεν ήταν έτοιμος να γυρίσει το καντράν, από καπρίτσιο και μόνο. Εκείνη τη στιγμή, πάντως, ο Ο'Μπράιεν απομακρύνθηκε. Έκανε μερικά βήματα πάνω κάτω. 'Τστερα συνέχισε με λιγότερη έξαψη:
«To πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβεις είναι ότι σ' αυτό το μέρος δεν υπάρχουν μάρτυρες. Έχεις διαβάσει για τους θρησκευτικούς διωγμούς στο παρελθόν. Στον Μεσαίωνα υπήρχε η Ιερά Εξέταση. Ήταν αποτυχία. Ξεκίνησε να ξεριζώσει την αίρεση και κατέληξε να τη διαιωνίσει. Για κάθε αιρετικό που έκαιγε στην πυρά, χιλιάδες άλλοι ξεσηκώνονταν. Γιατί; Γιατί η Ιερά Εξέταση σκότωνε τους εχθρούς της δημόσια και τους σκότωνε αμετανό-ητους. Μάλιστα, τους σκότωνε ακριβώς γιατί δεν είχαν μετανοή-σει. Οι άνθρωποι πέθαιναν, γιατί δεν εγκατέλειπαν την πραγμα-τική τους πίστη. Φυσικά, όλη η δόξα 'ανήκε στο θύμα και όλη η ντροπή στην Ιερά Εξέταση που το έκαψε. Αργότερα, στον εικοστό αιώνα ήταν οι λεγόμενοι οπαδοί του ολοκληρωτισμού^ Ήταν οι Γερμανοί ναζί και οι Ρώσοι κομμουνίστες. Οι-Ρώσοι καταδίωξαν την αίρεση με περισσότερη αγριότητα, από ό,τι η Ιερά Εξέταση και πίστευαν ότι είχαν διδαχτεί από τα λάθη του παρελθόντος. Ήξε-ραν, πάντως, ότι δεν πρέπει να δημιουργήσουν μάρτυρες. Προτού εκθέσουν τα θύματά τους σε δημόσια δίκη, έβαζαν τα δυνατά τους
276
Χίλια εννιαχόσια ογδόντχ τέσσερα
να συντρίψουν την αξιοπρέπειά τους. Τους εξαθλίωναν με τα βασανιστήρια και την απομόνωση, ώσπου να γονατίσουν αξιοθρή-νητα όντα εξευτελισμένα και τιποτένια, που ομολογούσαν ό,τι τους έβαζαν στο στόμα. Έβριζαν τους ίδιους τους εαυτούς τους, κα-λύπτονταν ενοχοποιώντας ο ένας τον άλλον, εκλιπαρούσαν χάρη κλαίγοντας. Κι όμως, ύστερα από λίγα μόνο χρόνια, το ίδιο πράγ-μα ξανάγινε. Οι νεκροί είχαν γίνει μάρτυρες και ο εξευτελισμός τους είχε ξεχαστεί. Για ποιο λόγο, τούτη τη φορά; Κατ' αρχάς, γιατί οι ομολογίες που είχαν κάνει ήταν φανερό πως είχαν αποσπαστεί με τη βία και ήταν ψεύτικες. Εμείς δεν κάνουμε τέτοιου είδους λάθη. Ό-λες οι ομ.οΚογίες που γίνονται εδώ είναι αληθινές. Τις κάνουμε αλη-θινές, και, προπαντός, δεν επιτρέπουμε στους νεκρούς να ξεσηκω-θούν εναντίον μας. Πρέπει να πάψεις να φαντάζεσαι πως οι μέλ-λουσες γενιές θα σε δικαιώσουν, Γουίνστον. Οι επιγενόμενοι δεν θα ξέρουν τίποτα για σένα. Θα απαλειφθείς από την ιστορία. θα σε κάνουμε αέριο και θα σε σκορπίσουμε στη στρατόσφαφα. Δεν θα μείνει τίποτα από σένα, ούτε ένα όνομα σ' έναν κατάλογο ούτε μια ανάμνηση σ ένα ζωντανό μυαλό. Θα εκμηδεvcστείς στο παρελθόν όπως και στο μέλλον. Δεν θα έχεις υπάρξει ποτέ».
Τότε, γιατί μπαίνετε στον κόπο να με βασανίζετε; σκέφτηκε ο Γουίλσον με στιγμιαία πικρία. 0 Ο'Μπράιεν σταμάτησε το βήμα του, σαν ο Γουίνστον να είχε εκφράσει φωναχτά τη σκέψη του. To βαρύ, άσχημο πρόσωπό του πλησίασε, τα μάτια του στένεψαν.
«Σκέφτεσαι», είπε, «ότι, αφού σκοπεύουμε να σε καταστρέ-ψουμε εντελώς, και άρα δεν έχει καμιά σημασία τι λες ή τι κάνεις, τότε γιατί μπαίνουμε στον κόπο να σε ανακρίνουμε πρώτα; Αυτό δεν σκέφτεσαι;»
«Ναι», είπε ο Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν χαμογέλασε. «Είσαι ένα ψεγάδι στο σχέδιο, Γουίνστον. Είσαι μια κηλί'δα που πρέπει να σβηστεί. Δεν σου είπα μόλις τώρα πως διαφέρουμε από τους διώκτες του παρελθόντος; Δεν ικανοποιούμαστε με μιαν αρνητική υποταγή, ούτε ακόμα και με την πιο ταπεινή υποταγή. Όταν στο τέλος θα μας παραδοθείς, αυ-
277

τό πρέπει να γίνει με τη δική σου θέληση. Δεν καταστρέφουμε τον αιρετικό επειδή μας αντιστέκεται. Όσο μας αντιστέκεται, δεν τον καταστρέφουμε ποτέ. Τον προσηλυτίζουμε, κυριεύουμε την ψυχή του, τον αναπλάθουμε. Εξαλείφουμε κάθε κακό και κάθε ψευδαί-σθηση από μέσα του. Τον παίρνουμε μιε το μέρος μας, όχι μόνο φαινομενικά, αλλά πραγματικά, με την ψυχή και το μυαλό του. Προτού τον σκοτώσουμε, τον κάνουμε δικό μας. Είναι ανεπίτρεπτο για μας να υπάρχει οπουδήποτε στον κόσμο μια παραπλανημένη σκέψη, όσο κρυφή και ανίσχυρη κι αν είναι. Δεν μπορούμε να επι-τρέψουμε καμιά παρέκκλιση, ακόμα και σ' έναν ετοιμοθάνατο. Στο παρελθόν, ο αιρετικός βάδιζε στην πυρά παραμένοντας αιρετικός, διακηρύττοντας την αίρεσή του θριαμβευτικά. Ακόμα και το θύμα των ρωσικών εκκαθαρίσεων, καθώς κατέβαινε στο πεδίο τών ε-κτελέσεων περιμένοντας τη σφαίρα, έκλεινε μες στο κρανίο του μιαν επανάσταση. Εμε(ς, όμως, κάνουμε τέλειο το μυαλό προτού το τινάξουμε στον αέρα. Η εντολή του παλαιού δεσποτισμού ήταν «Δεν θα θέλεις». Η εντολή του ολοκληρωτισμού ήταν «Θα θέ-λεις». Η δική μας εντολή είναι Θέλεις. Κανείς απ' όσους φέρ-νουμε εδώ δεν σηκώνει κεφάλι εναντίον μας. Όλους τους κάνουμε όπως τους θέλουμε, τέλειους. Ακόμα κι αυτούς τους τρεις άθλιους προδότες, που κάποτε πίστευες στην αθωότητά τους —τον Τζό-ουνς, τον Άαρονσον και τον Ράδερφορντ —, στο τέλος τούς τσακί-σαμε. Πήρα μέρος στην ανάκρισή τους εγώ ο ι'διος. Τους είδα σιγά σιγά να καταρρέουν, να &ογχ.ούν, να ικετεύουν, να κλαίνε, και στο τέλος δεν ήταν ούτε από πόνο ούτε από φόβο, αλλά από μετάνοια. Όταν τελειώσαμε πια μαζί τους, είχε μείνει μόνο το περίβλημα από δαύτους, ο φλοιός τους. Δεν είχε μείνει τίποτα μέσα τους εκτός από λύπη για ό,τι είχαν κάνει και αγάπη για τον Μεγάλο Αδελφό. Ικέτευαν να τουφεκιστούν γρήγορα, για να πεθάνουν όσο το μυαλό τους ήταν ακόμα καθαρό».
Η φωνή του Ο'Μπράιεν είχε γίνει σχεδόν ονεφική. Η έξαρση και, ο παράφορος ενθουσιασμός υπήρχαν ακόμα στο πρόσωπό του. Δεν προσποιείται, σκέφτηκε ο Γουίνστον. Δεν είναι υποκριτής. Πι-
278
Χίλια εννιαχόσιχ ογδόντα τέσσερα
στεύει κάθε λέξη που λέει. Εκείνο που κατέθλιβε πιο πολύ τον Γουίνστον ήταν που συνειδητοποιούσε τη δική του πνευματική κατωτερότητα. Παρακολουθούσε τη βαριά κι όμως γεμάτη χάρη σιλουέτα να πηγαινοέρχεται στην τύχη πέρα δώθε, πότε μέσα και πότε έξω από το χώρο όπου μπορούσε να βλέπει. 0 Ο'Μπράιεν ή-ταν σε όλους τους τομείς ανώτερός του. Όλες τις ιδέες που αυτός ο ίδιος είχε ποτέ — ή μπορούσε να έχει— ο Ο'Μπράιεν τις ήξερε από καιρό, τις είχε εξετάσει και απορρίψει. To μυαλό του Ο'Μπρά-ιεν περιείχε το μυαλό του Γουίνστον. Τότε, όμως, πώς ήταν δυνα-τόν να είναι τρελός ο Ο'Μπράιεν; Μάλλον αυτός, ο Γουίνστον, εί-ναι ο τρελός. 0 Ο'Μπράιεν σταμάτησε και τον κοίταξε. Η φωνή του ξανάγινε αυστηρή.
«Μη φο&ιταστείς ότι θα σωθείς, Γουίνστον, όσο κι αν μας παραδοθείς ολοκληρωτικά. Δεν γλιτώνει ποτέ κανένας άπαξ και λοξοδρόμησε. Ακόμα και αν αποφασίσουμε να σ' αφήσουμε να ζή-σεις ως το φυσικό σου όριο, πάλι δεν θα γλίτωνες ποτέ από μας. Ό,τι σου συμβαίνει εδώ, θα σε σημαδέψει για πάντα. Κατάλαβέ το μια για πάντα. Θα σε συντρίψουμε ως το σημείο απ' όπου δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν θα γιατρευτείς ποτέ από αυτό που θα πά-θεις, ακόμα και αν ζήσεις χίλια χρόνια. Ποτέ ξανά δεν θα είσαι ικανός να νιώσεις οποιοδήποτε ανθρώπινο αίσθημα. To καθετί θα νεκρώσει μέσα σου. Ποτέ ξανά δεν Θα είσαι ικανός για αγάπη, φι-λία, χαρά της ζωής, γέλιο, περιέργεια, θάρρος, τιμιότητα. Θα είσαι χούφιος. Θα σε στύψουμε ώσπου να αδειάσεις κι έπειτα θα σε γεμίσουμέ με τους εαυτούς μας».
Σταμάτησε κι έκανε νόημα στον άνθρωπο με την άσπρη μπλού-ζα. 0 Γουίνστον αντιλήφθηκε ότι είχαν φέρει πίσω από το κεφάλι του ένα βαρύ όργανο. 0 Ο'Μπράιεν είχε καθίσει δίπλα στο κρεβάτι, ώστε το πρόσωπό του να βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με του Γουίνστον.
«Τρεις χιλιάδες», είπε μιλώντας πάνω από το κεφάλι του Γουίνστον στον άνθρωπο με την άσπρη μπλούζα.
Δυο μαλακά μαξιλαράκια, κάπως υγρά, στερεώθηκαν στους
279

κροτάφους του Γουίνστον. Έτρεμε. Τώρα θα ξανάρχιζε ο πόνος, άλλο είδος πόνου. 0 Ο'Μπράιεν έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό του, καθησυχαστικά, φιλικά.
«Αυτή τη φορά δε θα πονέσεις», είπε. «Μην πάρεις τα μάτια σου από τα δικά μου».
Την ίδια στιγμή έγινε μια τρομακτική έκρηξη, ή κάτι που του φάνηκε σαν έκρηξη, αν και δεν ήταν βέβαιος αν υπήρξε καθόλου θόρυβος. Σίγουρα πάντως έλαμψε ένα εκτυφλωτικό φως. 0 Γουί-νστον δεν είχε χτυπήσει, ένιωθε μόνο σαν να τον είχαν ρίξει κάτω. Μ' όλο που ήταν ήδη ύπτιος όταν έγινε αυτό, είχε το παράξενο αίσθη-μα πως τον είχαν χτυπήσει και τον έριξαν κάτω σ' αυτή τη θέση. Ένα φοβερό πλην ανώδυνο χτύπημυχ τον είχε ισοπεδώσει. Ακόμα ένιωθε πως αυτό είχε συμβεί στο κεφάλι του. Καθώς τα μάτια του ξανάβρισκαν τον προσανατολισμό τους, θυμήθηκε ποιος και πού ήταν, και αναγνώρισε το πρόσωπο που τον κοίταζε — αλλά ένιωθε ότι κάπου υπήρχε ένα μεγάλο κενό, σαν να του είχαν αφαιρέσει ένα κομμάτι του μυαλού του.
«Δεν θα κρατήσει πολύ», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Κοίταξέ με στα μάτια. Με ποια χώρα πολεμάει η Ωκεανία;»
0 Γουίνστον σκέφτηκε. Ήξερε τι σήμαινε Ωκεανία και ότι ο ίδιος ήταν πολίτης της Ωκεανίας. Θυμόταν επίσης την Ευρασία και την Ανατολασία. Όμως, ποιος πολεμούσε με ποιον, δεν το θυμόταν. Μάλιστα, δεν ήξερε καν πώς γινόταν κανένας πόλεμος.
«Δεν θυμάμαι».
«Η Ωκεανία είναι σε πόλεμο με την Ανατολασία. To θυμάσαι τώρα;»
«Ναι!»
«Η Ωκεανία ήταν πάντα σε πόλεμο με την Ανατολασία. Από τότε που γεννήθηκες, από τότε που υπάρχει το Κόμμα, από την αρχή της ιστορίας, ο πόλεμος συνεχίστηκε χωρίς διακοπή, πάντα ο ίδιος πόλεμος. To θυμάσαι αυτό;»
«Nat!»
«Πριν έντεκα χρόνια έπλασες ένα μύθο για τρεις ανθρώπους
280
Χίλια εννιαχόσΐιχ ογίόντα τέσσερα
που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο για προδοσία. Ισχυριζόσουν πως είχες δει ένα χαρτί που αποδείκνυε την αθωότητά τους. Δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο χαρτί. Ήταν εφεύρεση δική σου που αργότερα κατέλη-ξες να την πιστέψεις. Θυμάσαι τώρα την ίδια τη στιγμή που εφεύρες αυτή την ιστορία; Τη θυμάσαι;»
«Nat!»
«Μόλις τώρα σου έδειξα τα δάχτυλα του χεριού μου. Είδες πέντε δάχτυλα. To θυμάσαι αυτό;»
«Nat!»
0 Ο'Μπράιεν σήκωσε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του, κρύβοντας τον αντίχειρα.
«Είναι πέντε δάχτυλα εδώ. Βλέπεις πέντε δάχτυλα;»
«Nat!»
Kat πραγματικά τα είδε, για μια φευγαλέα στιγμή, ενώ το σκηνικό άλλαζε μες στο μυαλό του. Είδε πέντε δάχτυλα και δεν υπήρχε καμιά αλλοίωση. Έπειτα, όλα ξανάγιναν φυσιολογικά και ο παλιός φόβος, το μίσος και η σύγχυση ξαναγύρισαν μαζί. Αλλά υπήρξε μια στιγμή — δεν ήξερε πόσο, (σως λίγα δευτερόλεπτα — απόλυτης σιγουριάς, όπου, κάθε καινούρια υπο&οΚ-η του Ο'Μπράι-εν γέμιζε ένα κενό διάστημα και γινόταν απόλυτη αλήθεια, και ό-που δύο και δύο μπορουσαν να κάνουν τρία, ή και πέντε αν χρεια-ζόταν. Αυτή η στιγμή είχε σβήσει πριν κατεβάσει το χέρι του ο Ο'Μπράιεν, αλλά, μ' όλο που δεν μπορούσε να την ξαναβρεί, τη θυ-μόταν, όπως θυμάται κανείς μια ζωηρή εμπεφία κάποιας μακρινής εποχής στη ζωή του, τότε που ήταν διαφορετικός άνθρωπος.
«Τώρα βλέπεις», είπε ο Ο'Μπράιεν, «πως είναι σε κάθε περί-πτωση δυνατόν».
«Nat», είπε ο Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν σηκώθηκε κι έδειχνε ικανοποιημένος. Από αρι-στερά του, ο Γουίνστον είδε τον άνθρωπο με την άσπρη μπλούζα που έσπαζε μια αμπούλα και ετοίμαζε τη σύριγγα.
0 Ο'Μπράιεν γύρισε προς τον Γουίνστον χαμογελώντας. Σχε-δόν με την παλιά γνώριμη χειρονομία του, τακτοποίησε πάλι τα γυαλιά στη μύτη του.
281

«Θυμάσαι που έγραψες στο ημερολόγιό σου», είπε, «ότι δεν είχε σημασία αν ήμουν φίλος ή εχθρός, αφού ήμουν τουλάχιστον κάποιος που σε καταλάβαινε και μπορούσες να μιλήσεις μαζί του; Είχες δίκιο. Χαίρομαι να κουβεντιάζω μαζί σου. To μυαλό σου μου αρέσει. Μου θυμίζει το δικό μου, μόνο που εσύ είσαι άρρωστος. Προτού δώσουμε τέλος στη συνάντησή μας, μπορείς να μου κάνεις μερικές ερωτήσεις, αν θέλεις».
«Μπορώ να ρωτήσω ό,τι θέλω;»
«Ό,τι θέλεις».
Είδε τη ματιά του Γουίνστον καρφωμένη στο καντράν.
«Είναι κλειστό. Ποια είναι η πρώτη σου ερώτηση;»
«Τι κάνατε στην Τζούλια;» είπε ο Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν χαμογέλασε πάλι.
«Σε πρόδωσε, Γουίνστον. Αμέσως, ανεπιφύλακτα. Σπάνια έχω δει γ.άποιον να έρχεται με το μέρος μας τόσο γρήγορα. Μετά βίας θα τη γνώριζες αν την έβλεπες. Όλη η επαναστατικότητά της, η πανουργία, η τρέλα, η βρομιά του μυαλού της, όλα ξεριζώθηκαν α-πό μέσα της. Ήταν μια τέλεια αλλαγή, περίπτωση για να γραφτεί στα χρονικά».
«Τη βασανίσατε;»
0 Ο'Μπράιεν δεν απάντησε.
«Άλλη ερώτηση», ε(πε.
«Υπάρχει ο Μεγάλος Αδελφός;»
«Φυσικά υπάρχει. To Κόμμα υπάρχει. 0 Μεγάλος Αδελφός είναι η προσωποποίηση του Κόμματος».
«Τπάρχει όπως υπάρχω κι εγώ;»
«Εσύ δεν υπάρχεις», είπε ο Ο'Μπράιεν.
Ακόμα μια φορά ένιωσε αβοήθητος. Ήξερε ή μπορούσε να φανταστεί τα επιχειρήματα που αποδείκνυαν τη μη-ύπαρξή του• αλλά ήταν ανοησίες, ήταν ένα λεκτικό παιχνίδι. Η δήλωση «Εσύ δεν υπάρχεις» δεν περιείχε έναν παραλογισμό; Σε τι θα ωφελούσε, όμως, να το πει; Του ήρθε τρέλα καθώς σκέφτηκε τα αναπάντητα ασυνάρτητα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιούσε ο Ο'Μπράιεν για να τον συντρίψει.
282
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
«Νομίζω πως υπάρχω», είπε κουρασμένα. «Γνωρίζω ποιος είμαι. Γεννήθηκα και θα πεθάνω. Έχω χέρια και πόδια. Καταλαμ-βάνω ένα συγκεκριμένο σημείο στο χώρο. Κανένα άλλο στερεό αντι-κείμενο δεν μπορεί να καταλάβει τον ίδιο χώρο ταυτόχρονα. Με αυ-τή την έννοια, υπάρχει ο Μεγάλος Αδελφός;»
«Δεν έχει σημασία. Υπάρχει».
«Θα πεθάνει ποτέ ο Μεγάλος Αδελφός;»
«Φυσικά όχι. Πώς θα μπορουσε να πεθάνει; Άλλη ερώτηση».
«Γπάρχει η Αδελφότητα;»
«Αυτό, Γουίνστον, δεν θα το μάθεις ποτέ. Ακόμα και αν απο-φασίσουμε να σε αφήσουμε ελεύθερο όταν τελειώσουμε μαζί σου και ζήσεις μέχρι να πας ενενήντα χρονών, πάλι δεν θα μάθεις αν η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση είναι ναι ή όχι. Όσο ζεις, αυτό θα μείνεί στο μυαλό σου άλυτο αίν{γμα».
0 Γουίνστον έμεινε σιωπηλός. To στήθος του ανεβοκατέβαινε λίγο πιο γρήγορα. Δεν είχε ακόμα κάνει την ερώτηση που του είχε ερθει πρώτη στο νου. Έπρεπε να την κάνει, και όμως δεν έβγαινε από το στόμα του.
To πρόσωπο του Ο'Μπράιεν είχε μια έκφραση σαν να διασκέ-δαζε. Ακόμα και τα γυαλιά του θα 'λεγες ότι έλαμπαν ειρωνικά. Ξέρει, σκέφτηκε ξαφνικά ο Γουίνστον, ξέρει τι θα τον ρωτήσω! Στη σκέψη αυτή, ξεστόμισε τις λέξεις που ήθελε:
«Τι είναι στο Θάλαμο 101;»
Η έκφραση στο πρόσωπο του Ο'Μπράιεν δεν άλλαξε. Απά-ντησε ξερά:
«Ξέρεις τι υπάρχει στο Θάλαμο 101, Γουίνστον. Όλοι ξέρουν τι υπάρχει στο θάλαμο 101».
Έκανε νόημα στον άνθρωπο με την άσπρη μπλουζα. Ήταν φανερό πως η συνάντησή τους είχε τελειώσει. Μια βελόνα τρύπησε το μπράτσο του Γουίνστον. Σχεδόν αμέσως βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο.
283
TZQPTZ ΟΡΓΟΥΕΛ
III
«Υπάρχουν τρία στάδια για την αποκατάστασή σου», είπε ο Ο'Μπράιεν. «To πρώτο είναι να μάθεις, το δεύτερο να καταλάβεις και το τρίτο να αποδεχτείς. Ώρα να μπεις στο δεύτερο στάδιο».
Όπως πάντα, ο Γουίνστον ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. Τελευταία, τα δεσμά του ήταν πιο χαλαρά. Τον κρατούσαν πάντα στο κρεβάτι, αλλά μπορούσε να κουνήσει λίγο τα γόνατά του και να γυρίσει το κεφάλι του και από τις δυο μεριές ή να σηκώσει τα χέρια του από τον αγκώνα. Και το καντράν επίσης τον φόβιζε λιγότερο τώρα. Όταν έδειχνε εξυπνάδα, ο Γουίνστον μπορούσε να αποφύγει τους πόνους του. Κυρίως όταν έδειχνε βλακεία, τότε ήταν που ο Ο'Μπράιεν τραβούσε το μοχλό. Καμιά φορά, τελείωνε μια ολόκλη-ρη συνάντηση χωρίς να χρησιμοποιηθεί το καντράν. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες συναντήσεις έγιναν. Η όλη διαδικασία φαινόταν να εκτείνεταί σ' ένα μακρύ, απροσδίόριστο χρονικό διάστημα — ίσως yta εβδομάδες —, και τα διαστήματα ανάμεσα στις συναντήσεις άλλοτε μπορεί να ήταν μέρες και άλλοτε μόνο μια δυο ώρες.
«Έτσι όπως είσαι ξαπλωμένος εκεί πέρα», είπε ο Ο'Μπράιεν, «συχνά θ' αναρωτιέσαι — μάλιστα με ρώτησες κιόλας— γιατί το Υπουργείο Αγάπης να καταναλώσει τόσο χρόνο και τόση φροντίδα για σένα. Και όταν ήσουν ελεύθερος, σε βασάνιζε κυρίως το ίδιο ερώτημα. Μπορούσες να συλλάβεις το μηχανισμό της κοινωνίας στην οποία ζουσες, όχι όμως τα κίνητρα που βρίσκονται από κάτω. Θυμάσαι που έγραψες στο ημερολόγιό σου, "Καταλαβαίνω ΠΩΣ, δεν καταλαβαίνω ΠΑΤΐ"; Όταν σκέφτηκες αυτό το "γιατί" την ίδια στιγμή αμφέβαλλες για την ισορροπία του μυαλού σου. Διάβασες το βιβλίο, το βιβλίο του Γκολντστάιν, ή τουλάχιστον ένα μέρος του. Σου έμαθε κάτι που δεν το ήξερες κιόλας;»
«Εσύ, το έχεις διαβάσει;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Εγώ το έγραψα. Δηλαδή, βοήθησα να γραφτεί. Κανένα βιβλίο δεν είναι ατομικό έργο, όπως ξέρεις».
«Είναι αλήθεια όσα λέει;»
284

«Ως περιγραφή, vat. To πρόγραμμα που εκθέτει, όμως, δεν έχει νόημα. Mta κρυφή συσσώρευση γνώσεων, μια κλιμακωτή εξάπλω-ση διαφωτιστικών ιδεών και εν τέλει μια προλεταριακή επανάστα-ση και ανατροπή τουΚόμματος. To πρόβλεψες και ο ίδιος ότι αυτό θα 'λεγε. Όλα αυτά είναι ανοησίες. Οι προλετάριοι δεν θα επα-ναστατήσουν ποτέ, ούτε σε χίλία ούτε σ' ένα εκατομμύρω χρόνκζ. Δεν μπορούν. Δεν χρειάζεται να σου πω γιατί, το ξέρεις κιόλας. Αν έκανες ποτέ όνειρα για μια βίαιη εξέγερση, πρέπει να τα εγκαταλεί-ψεις. Δεν υπάρχει τρόπος για να ανατραπεί το Κόμμα. To Κόμ-μα θα κυριαρχεί αιώνια. Αυτή πρέπει να είναι η αφετηρία των σκέ-ψεών σου».
Πλησίασε στο κρεβάτι. «ΓΛα πάντα», επανέλαβε. «Και τώρα
αναγυρισουμε στα ερωτηματα πως και γιατι . Καταλαοαι-νεις πολύ καλά πώς το Κόμμα διατηρείται στην εξουσία. Πες μου τώρα το γιατί. Ποιο είναι το κίνητρό μας; Γιατί θέλουμε την εξου-σία; 'Ελα, λοιπόν, μίλησε», πρόσθεσε καθώς ο Γουίνστον έμενε σιωπηλός.
Για ένα δυο λεπτά, ο Γουίνστον δεν άνοιξε το στόμα του. Η κόπωση τον ε(χε συντρίψει. Η λάμψη του παράφορου ενθουσια-σμού ξαναφάνηκε στο πρόσωπο του Ο'Μπράιεν. Ήξερε από πριν τι θα έλεγε ο Ο'Μπράιεν. Ότι το Κόμμα δεν ήθελε την εζουσία για ιδιοτελείς σκοπούς αλλά για το καλό των πολλών. Ότι ήθελε την εξουσία γιατί, στο συνολό τους, οι άνθρωποι ήταν αδύνατα, δειλά πλάσματα ανήμπορα ν' αντέξουν την ελευθερία ή να κοιτάξουν την αλήθεια καταπρόσωπο και πρέπει να διευθύνονται και να εξαπατώ-νται συστηματικά από άλλους, πιο δυνατούς από αυτούς. Ότι η ανθρωπότητα είχε να διαλέξει ανάμεσα στην ελευθερία και την ευτυ-χία, και ότι η ευτυχία άξιζε περισσότερο• ότι το Κόμμα ήταν ο αιώνιος φύλακας του αδυνάτου, ένα σύστημα αφιερωμένο στο κακό για να φέρει το καλό, που θυσίαζε τη δική του ευτυχία για την ευτυχία των άλλων. To τρομερό, σκέφτηκε ο Γουίνστον, το τρομερό είναι, πως, όταν θα τα έλεγε αυτά ο Ο'Μπράιεν, θα τα πίστευε. To έβλεπες στο πρόσωπό του. 0 Ο'Μπράιεν τα ήξερε όλα. Ήξερε
285

χίλιες φορές καλύτερα από τον Γουίνστον πώς ήταν ο κόσμος στην πραγματικότητα, μέσα σε τι εξευτελισμό ζούσαν οι ανθρώπινες μά-ζες και με τι ψέματα και βαρβαρότητες τις κρατούσε το Κόμμα σ' αυτή την κατάσταση. Τα είχε όλα καταλάβει, τα είχε όλα ζυγίσει, κι ωστόσο αυτό δεν άλλαζε τίποτα: ο τελικός σκοπός τα δικαίωνε όλα. Τι μπορείς να κάνεις, σκέφτηκε ο Γουίνστον, απέναντι σ' έναν τρελό που είναι πιο έξυπνος από σένα, που ακούει ευχαρίστως τα επιχειρήματά σου και ύστερα επιμένει στην τρέλα του;
«Μας κυβερνάτε για το καλό μας», είπε αδύναμα. «Πιστεύετε πως οι άνθρωποι δεν είναι ικανοί να κυβερνιούνται μόνοι τους και γι' αυτό...»
Αναπήδησε και σχεδόν ξεφώνισε. Ένας δυνατός πόνος είχε διαπεράσει το κορμί του. 0 Ο'Μπράιεν είχε ανεβάσει το μοχλό του καντράν πάνω από το τριάντα πέντε.
«Αυτό είναι ηλίθιο, Γουίνστον, ηλίθιο!» είπε. «θα 'κανες καλυ-τερα να μη λες τέτοιες βλακείες».
Κατέβασε το μοχλό και συνέχισε:
«Τώρα θα σου πω εγώ την απάντηση στο ερώτημά μου. Είναι η ακόλουθη: To Κόμμα θέλει την εξουσία αποκλειστικά και μόνο για δικό του όφελος. Δεν ενδιαφερόμαστε για το καλό των άλλων μας ενδιαφέρει μόνο η εξουσία. Δεν μας ενδιαφέρουν ούτε τα πλούτη ούτε η πολυτέλεια ούτε η μακροβιότητα ούτε η ευτυχία. Δεν μας ενδια-φέρει παρά μόνο η εξουσία, η καθαρή εξουσία. Tt σημαίνει καθαρή εξουσία θα το καταλάβεις αμέσως. Απ' όλους τους ολιγαρχικούς του παρελθόντος εμείς διαφέρουμε κατά το ότι ξέρουμε τι κάνου-με. Όλοι οι άλλοι, ακόμα κι αυτοί που μας μοιάζουν, είναι δειλοί και υποκριτές. Οι Γερμανοί ναζί κοκ οι Ρώσοι κομμουνιστές μάς πλησία-σαν πολύ στις μεθόδους τους, αλλά δεν είχαν ποτέ το θάρρος να αναγνωρίσουν τα κίνητρά τους. Υποκρίνονταν, ίσως ακόμα και να πίστευαν, ότι είχαν πάρει χψ εξουσία ποφά τη θέλησή τους και μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και ότι, μόλις περνούσε το κρίσι-μο σημείο, θα ερχόταν αμέσως ένας παράδε6σος όπου οι άνθρωποι Οα ήταν ελεύθεροι και ίσοι. Εμείς δεν είμαστε έτσι. Ξέρουμε πως
286

ποτέ δεν αρπάζει κανείς την εζουσία με την πρόθεση να την αφήσει έπειτα. Η εξουσία δεν είναι μέσον, είναι σκοπός. Δεν εγκαθιδρύει κανείς δικτατορία για να προστατεύσει μια επανάσταση. Κάνει επανάσταση για να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία. To αντικείμενο της καταδίωξης είναι η καταδίωξη. To αντικείμενο των βασανιστηρίων είναι τα βασανιστήρια. To αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία. Αρχίζεις τώρα να με καταλαβαίνεις;»
Του Γουίνστον του έκανε εντύπωση, όπως και άλλοτε, η κούραση που έδειχνε το πρόσωπο του Ο'Μπράιεν. Ήταν δυνατό, σαρκώδες και σκληρό, ήταν γεμάτο εξυπνάδα και συγκρατημένο πάθος, που απέναντί του ένιωθε ανίσχυρος, αλλά ήταν ένα πρόσωπο κουρασμένο. Είχε σακούλες στα μιάτια, το δέρμα κάτω από τα ζυγωματικά ήταν καταβεβλημένο. 0 Ο'Μπράιεν έγεφε πάνω του, φέρνοντας επίτηδες το πρόσωπό του πιο κοντά σ' αυτόν.
«Σκέφτεσαι», είπε, «πως το πρόσωπό μου είναι γερασμένο και κουρασμένο. Σκέφτεσαι πως μιλώ για δύναμη, ενώ δεν είμαι ικανός να εμποδίσω την κατάρρευση του tStou μου του σώματος. Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν, Γουίνστον, ότι το άτομο δεν είναι παρά ένα κύτταρο; Η φθορά του κυττάρου είναι το σφρίγος του οργανισμού. Πεθαίνεις όταν κόβεις τα νύχια σου;»
Απομακρύνθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο, με το ένα χέρι στην τσέπη.
«Είμιζστε οι ιερείς της δύναμης», είπε. «0 Θεός είναι δύναμη. Όμως για σένα, η δύναμη δεν είναι παρά μια λέξη. Etvat καιρός να πάρεις μια ιδέα για το τι σημαίνει η λέξη δύναμη. Πρέπει κατ' αρχάς να συνειδητοποιήσεις ότι η δυναμη είναι συλλογική. To άτομο δεν έχει δύναμη παρά μόνο όταν παύει να είναι άτομο. Γνωρίζεις το σύνθημα του Κόμματος 'Ή ελευθερία είναι σκλαβιά". Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί να αντιστραφεί; 'Ή σκλαβιά είναι ελευθερία". Μόνος, ελεύθερος, ο άνθρωπος είναι πάντα νικημένος. Έτσι πρέπει να είναι, γιατί κάθε ανθρώπινο πλάσμα είναι καταδικασμένο να πεθάνει, πράγ-μα που είναι η μεγαλύτερη αποτυχία. Αν όμως μπορέσει να υπο-ταγεί εντελώς και ολοκληρωτικά, αν μπορέσει να ξεφύγει από τον
287

εαυτό του, αν μπορέσει να βυθιστεί μέσα στο Κόμμα ώσπου να είναι αυτός το Κόμμα, τότε είναι παντοδύναμος και αθάνατος. To δεύτερο πράγμα που πρέπει να συνειδητοποηησεις είναι ότι η δύναμη είναι ο έλεγχος που ασκείται στα άλλα ανθρώπινα όντα. Έλεγχος του σώματος, αλλά κυρίως του μυαλού. 0 έλεγχος της ύλης —η εξω-τερική πραγματικότητα, όπως θα την ονόμαζες — δεν έχει σημα-σία. Ήδη εμείς ελέγχουμε απόλυτα την ύλη».
Για μια στιγμή ο Γουίνστον ξέχασε το καντράν. Έκανε μια απότομη προσπάθεια να καθίσει και το μόνο που κατάφερε ήταν να στραμπουλίξει το κορμί του οδυνηρά.
«Μα πώς ελέγχετε την ύλη;» ξέσπασε. «Δεν ελέγχετε καν το κλίμα ή το νόμο της βαρυτητας. Τπάρχουν η αρρώστια, ο πόνος, ο θάνατος...»
0 Ο'Μπράιεν του έκανε νόημα να σωπάσει.
«Ελέγχουμε την ύλη, γιατί ελέγχουμε το μυαλό. Η πραγματι-κότητα βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο. Θα μάθεις σιγά σιγά, Γουίνστον. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να κάνουμε. Μπορούμε να γίνουμε αόρατοι, να υψωθούμε στον αέρα, οτιδήποτε. Αν ήθελα, θα μπορούσα να ανυψωθώ από το πάτωμα και να πετάξω στον αέρα σαν σαπουνόφουσκα. Δεν το θέλω, γιατί δεν το θέλει το Κόμμα. Πρέπει να απαλλαγείς από τις ιδέες του δέκατου ένατου αιώνα για τους νόμους της Φύσης. Τους νόμους της Φύσης τούς φτιάχνουμε εμείς».
«Όχι! Δεν εξουσιάζετε ούτε καν αυτόν τον πλανήτη. Τι λες για την Ευρασία και την Ανατολασία; Δεν τις έχετε ακόμα κατα-κτήσει».
«Δεν έχει σημασία. Θα τις κατακτήσουμε όταν μας συμφέρει. Kt αν δεν τις κατακτήσουμε, τι μ' αυτό; Μπορούμε να τις θέσου-με σε ανυπαρξία. Η Ωκεανία είναι ο κόσμος».
«Αλλά κι αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά ένα μόριο σκόνης. 0 άνθρωπος είναι μικρός, αδύνατος! Από πότε χρονολογείται η ύπαρ-ξή του; Για εκατομμύρια χρόνια, η γη ήταν ακατοίκητη».
«Ανοησίες. Η γη είναι όσων χρονών είμαστε και εμείς. Πώς θα
288
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
μπορούσε να μας περνάει σε ηλικία; Ότι υπάρχει, υπάρχει διά μέσου της ανθρώπινης συνείδησης».
«Όμως οι βράχοι είναι γεμάτοι από χοχάλα ζώων που έχουν εξαφανιστεί — μαμούθ και μαστόδοντα και τεράστια ερπετά που έζησαν στη γη πολύ προτού ακουστεί να γίνεται λόγος για τον άνθρωπο».
«Τα έχεις δει ποτέ αυτά τα κόκαλα, Γουίνστον; Φυσικά όχι. Τα εφεύραν οι βιολόγοι του δέκατου ένατου αιώνα. Πριν από τον άνθρω-πο, δεν υπήρξε τίποτα. Μετά τον άνθρωπο, αν πάψει να υπάρχει, δεν θα υπάρξει τίποτα. Έξω από τον άνθρωπο, δεν υπάρχει τίποτα».
«Αλλά ολόκληρο το σύμπαν είναι έξω από μας. Κοίταξε τ' άστρα! Μερικά από αυτά είναι ένα εκατομμύριο έτη φωτός μακριά μας. Δεν θα τα φτάσουμε ποτέ!»
«Τι είναι τ' αστέρια;» είπε αδιάφορα ο Ο'Μπράιεν. «Είναι κομ-μάτια από φωτιά μερικά χιλιόμετρα μακριά. Θα μπορούσαμε να τα φτάσουμε, αν θέλαμε. Ή θα μπορούσαμε να τα εξαφανίσουμε. Η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος. 0 ήλιος και τ' αστέρια κινούνται γυ-ρω της».
0 Γουίνστον έκανε πάλι μια σπασμωδική κίνηση. Αυτή τη φο-ρά δεν είπε τίποτα. 0 Ο'Μπράιεν συνέχισε σαν να απαντούσε σε μια αντίρρηση:
«Σε μερικές περιπτώσεις, βέβαια, αυτό δεν είνοα αλήθεια. Όταν πλέουμε στον ωκεανό ή όταν προβλέπουμε μια έκλειψη, μας είναι συχνά βολικό να παραδεχτούμε ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο και ότι τ' αστέρια ει'ναι εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά. Και τι μ' αυτό; Νομίζεις πως είναι υπεράνω των δυνάμεών μας να φτιάξουμε ένα δυαδικό σύστημα αστρονομίας; Τ' αστέρια μπορούν να είναι κοντά ή μακριά ανάλογα με τις ανάγκες μας. Πιστεύεις πως οι μα-θηματικοί μας δεν είναι ικανοί να το πετυχουν αυτό; Ξέχασες τη διπλή σκέψη;»
0 Γουίνστον ζάρωσε πίσω στο κρεβάτι. Ό,τι κι αν έλεγε, μια άμεση και κεραυνοβόλα απάντηση τον συνέτριβε σαν ρόπαλο. Kt όμως ήξερε, ήζερε πως είχε δίκιο. Τπήρχε σίγουρα γ,άποιος τρόπος
289

να αποδειγτεί oxt η πίστη πως δεν υπάρχεο τίποτε άλλο έξω από το μυαλό του ήταν λανθασμένη. Δεν είχαν αποδείξει εδώ και πολύ καφό το λάθος αυτής της θεωρίας; Μάλιστα είχε προσδιοριστεί με μια ονομασία που είχε ξεχάσει. Ένα αχνό χαμόγελο ανασήκωσε τις άκρες των χειλιών του Ο'Μπράιεν καθώς τον κοίταζε.
«Σ' το 'πα, Γουίνστον», είπε, «ότι η μεταφυσική δεν είναι το φόρτε σου. Η λέξη που ψάχνεις είναι σολιψισμός. Αλλά κάνεις λά-θος. Αυτό δεν είναι σολιψισμός. 'Η, αν προτιμάς είναι συλλογικός σολιψισμός. Αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό: στην πραγματικότη-τα είναι το αντίθετο. Όλα αυτά είναι μια παρέκβαση», πρόσθεσε σε διαφορετικό τόνο. «Η πραγματική δύναμη, η δύναμη για την οποία πρέπει ν' αγωνιζόμαστε μέρα και νύχτα, δεν είναι η εξουσία πάνω στα πράγματα, αλλά πάνω στους ανθρώπους».
Σταμάτησε και ξαναπήρε για μια στιγμή το ύφος δασκάλου που ρωτάει έναν φερέλπιδα μαθητή: «Πώς βεβαιώνεται κάποιος για τη δύναμή του πάνω σ' έναν άλλον, Γουίνστον;»
0 Γουίνστον σκέφτηκε: «Κάνοντάς τον να υποφέρει», είπε.
«Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί. Αν δεν υποφέρει, πώς μπορείς να είσαι βέβαιος πως υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του; Δύναμη είναι να επιβάλεις πόνο και ταπείνωση. Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσείς πάλι δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κόσμο δημιουργούμε; Είναι ακρι-βώς το αντίθετο από τις ανόητες ηδονιστικές Ουτοπίες που είχαν οραματιστεί ot παλαιοί μεταρρυθμιστές. Είναι ένας κόσμος φόβου και προδοσίας και βασανιστηρίων. Ένας κόσμος καταπιεστών και καταπιεζομένων, ένας κόσμος που, όσο τελειοποιείται, θα γίνεται ολοένα περισσότερο ανελέητος. Η πρόοδος στο δικό μας κόσμο θα σημαίνει πρόοδο προς περισσότερο πόνο. Οι παλαιοί πολιτισμοί ΐσχυ-ρίζονταν πως ήταν θεμελιωμένοι στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. 0 δικός μας είναι θεμελιωμένος στο μίσος. Στο δικό μας κόσμο δεν θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από το φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση. Όλα τ' άλλα θα τα καταπνίξουμε
290
Χίλια ενναχκόσια ογδόντα τέσσερα
— όλα. Ήδη τώρα καταστρέφουμε τις συνήθειες της σκέψης που έχουν επιζήσει από την προεπαναστατική εποχή. Σπάσαμε τους δεσμούς που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άντρες με τους άντρες, τον άντρα με τη γυναίκα. Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή το φίλο του. Στο μέλλον όμως, δεν θα υπάρχουν ούτε γυναίκες ούτε φίλοι. Τα παιδιά, θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιούνται, όπως παίρνει κανείς τα αβγά από την κότα. To σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζω-θεί. Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία, όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων. Θα εξαλείψουμε τον οργασμό. Οι νευρολόγοι εργάζονται πάνω σ' αυτό τώρα. Δεν θα υπάρχει πίστη παρά μόνο για το Κόμμα, δεν θα υπάρχει αγάπη παρά μόνο για τον Μεγάλο Αδελφό. Δεν θα υπάρχει γέλιο, παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό. Δεν θα υπάρχει τέχνη, "Κογοτε-χνία, επιστήμη. Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι, δεν θα την έχουμε πια την ανάγκη της επιστήμης. Δεν θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και στην ασχήμια. Δεν θα υπάρχει πια η περιέργεια, ούτε η χαρά της ζωής. Δεν θα υπάρχει άμιλλα. Πάντα όμως —αυτό μην το ξεχνάς, Γουίνστον — πάντα θα υπάρχει η μέθη της δύνα-μης, που ολοένα θα μεγαλώνει, ολοένα θα οξύνεται περισσότερο. Πάντα, σε κάθε στιγμή, θα υπάρχει η αγαλλίαση της νίκης, η συγκίνηση να ποδοπατάς έναν ανήμπορο εχθρό. Αν θέλεις μια ει-κόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσω-πο ενός ανθρώπου —για πάντα».
Σώπασε σαν να περίμενε να πει κάτι ο Γουίνστον. Αυτός είχε ζαρώσει πάλι στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να βγάλει λέξη. Η καρ-διά του λες και είχε παγώσει. 0 Ο'Μπράιεν συνέχισε:
«Και να θυμάσαι πως αυτό θα είναι για πάντα. To πρόσωπο που θα ποδοπατιέται θα βρίσκεται εκεί πάντα. 0 αιρετικός, ο ε-χθρός της κοινωνίας, θα υπάρχει πάντα για να νικηθεί και να ταπεινωθεί ξανά και ξανά. Όλα όσα πέρασες από τη στιγμή που έπεσες στα χέρια μας, όλ' αυτά θα συνεχίζονται — και μάλιστα χειρότερα. Η κατασκοπία, ot προδοσίες, οι συλλήψεις, τα βασανι-
291

στήρια, οι εκτελέσεις, οι εξαφανίσεις δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα είναι ένας κόσμος τρόμου όπως και ένας κόσμος θριάμβου. Όσο ίσχυρότερο θα είναι το Κόμμα, τόσο λίγότερο ανεκτικό. Όσο μικρό-τερη η αντίσταση, τόσο μεγαλύτερος ο δεσποτισμός. 0 Γκολ-ντστάιν και οι αιρέσεις του θα υπάρχουν πάντα. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, θα συντρίβεται, θα ατιμάζεται, θα γελοιοποιείται, θα γίνεταα κατάπτυστος — κι ωστόσο θα υπάρχει πάντα. To δράμα που παίζω μαζί σου εδώ και εφτά χρόνια θα παίζεται και θα ξαναπαίζεται, από γενιά σε γενιά, ολοένα και πιο έντεχνα. Θα έχουμε πάντα εδώ, στο έλεός μας, τον αφετικό, που θα ξεφωνίζει από τον πόνο, συντετριμ-μένος, άξιος κάθε περιφρόνησης και στο τέλος μετανιωμένος θα σέρνεται με τη θέλησή του στα πόδια μας, ενώ θα έχει σωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτός είναι ο κόσμος που ετοιμάζουμε, Γου-ίνστον. Ένας κόσμος όπου η μια νίκη θα διαδέχεται την άλλη και ο ένας θρίαμβος θα έρχεται μετά τον άλλο. Μια αδιάκοπη πίεση, μια συνεχής πίεση στο απώτατο σημείο της δύναμης. Αρχίζεις, βλέπω, να καταλαβαίνεις πώς θα είναι αυτός ο κόσμος, στο τέλος όμως θα προχωρήσεις πιο πέρα από αυτό. Θα τον αποδεχτείς, θα τον καλωσορίσεις, θα γίνεις μέρος του».
0 Γουίνστον είχε ανακτήσει την ψυχραιμία του αρκετά ώστε να μιλήσει.
«Δεν μπορείτε», είπε αδύναμα.
«Τι εννοείς μ' αυτό, Γουίνστον;»
«Δεν μπορείτε να φτιάξετε έναν κόσμο όπως μου τον περιέγρα-ψες. Εί'ναι όραμα. Κάτι απραγματοποίητο».
«Γιατί;»
«Είναι αδύνατο να θεμελιώσεις έναν πολιτισμό πάνω στο φόβο, στο μίσος και στη σκληρότητα. Δεν θα έχει ποτέ διάρκεια».
«Γιατί;»
«Δεν θα έχει καμιά ζωτικότητα. Θα αποσυντεθεί. Θα αυτο-κτονήσει».
«Λάθος. Έχεις την εντύπωση πως το μίσος φθείρει περισσό-τερο από την αγάπη; Γιατί να είναι έτσι; Κι αν ακόμα ήταν έτσι,
292

σε τι διαφέρει το πράγμα; Ας υποθέσουμε πως αποφασίζουμε να καταστραφούμε γρηγορότερα. Ας υποθέσουμε πως συντομεύουμε το όριο της ανθρώπινης ζωής έτσι ώστε οι άνθρωποι να γερνούν στα τριάντα. Και τι μ' αυτό; Δεν καταλαβαίνεις πως ο θάνατος του ατόμου δεν είναι θάνατος; To Κόμμα είναι αθάνατο».
Όπως συνήθως, η φωνή του είχε νικήσει τον Γουίνστον και τον είχε φέρει σε πλήρη αμηχανία. Επί πλέον, φοβόταν ότι, αν επέμενε να διαφωνεί, ο Ο'Μπράιεν θα γυρνούσε πάλι το καντράν. Μολαταύ-τα δεν μπορούσε να σωπάσει. Αδύναμα, χωρίς επιχεφήματα, αντλώ-ντας μόνο από τον απερίγραπτο τρόμο που του προκάλεσαν τα λόγια του Ο'Μπράιεν, ξαναγύρισε στην επίθεση.
«Δεν ξέρω. Δεν μ' ενδιαφέρει. Θα αποτύχετε οπωσδήποτε. Κά-τι θα σας νικήσει. Η ζωή θα σας νικήσει».
«Ελέγχουμε τη ζωή, Γουίνστον. Την ελέγχουμε σε όλους τους τομείς της. Φαντάζεσαι πως υπάρχει κάτι που λέγεται ανθρώπινη φύση και που, επειδή την παραβιάζουμε, θα στραφεί εναντίον μας. Αλλά την ανθρώπινη φύση τη δημιουργούμε εμείς. Οι άνθρωποι εί-ναι πολύ εύπλαστοι. Ή μήπως ξαναγύρισες στην παλιά σου ιδέα ότι οι προλετάριοι ή ot σκλάβοι θα ξεσηκωθούν και θα μας ανατρέψουν; Αυτό, βγάλ' το από το νου σου. Είναι αδύναμοι σαν τα ζώα. Η ανθρωπότητα είναι το Κόμμα. Ot άλλοι είναι απ' έξω — άσχετοι».
«Δεν με νοιάζει. Στο τέλος θα σας νικήσουν. Αργά ή γρήγορα θα δουν τι είστε και θα σας ξεσκίσουν».
«Έχεις καμιά ένδειξη ότι γίνεται αυτό; Ή κανένα λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να γίνει;»
«Όχι. To πιστεύω. To ζέρω πως θ' αποτύχετε. Υπάρχει κάτι στο σύμπαν — δεν ξέρω τι, ένα πνεύμα, μια αρχή — που δεν θα υπερνικήσετε ποτέ».
«Πιστεύεις στο θεό, Γουίνστον;»
«'Οχι».
«Τότε, ποια ει'ναι αυτή η αρχή που θα μας κάνει να αποτύ-χουμε;»
«Δεν ξέρω. To πνεύμα του Ανθρώπου».
293

«Και θεωρείς τον εαυτό σου άνθρωπο;» «Nat!»
«Αν είσαι άνθρωπος, Γουίνστον, τότε είσαι ο τελευταίος. To είδος σου έχει εξαλειφθεί. Εμείς είμαστε οι κληρονόμοι. Δεν καταλα-βαίνεις πως είσαι μόνος; Είσαι έξω από την ιστορία, είσαι ανύπαρ-κτος». 0 τρόπος του άλλαξε και είπε mo τραχιά: «Θεωρείς τον εαυ-τό σου ηθικά ανώτερο από εμάς επειδή είμαστε ψεύτες και σκληροί;»
«Ναι, θεωρώ τον εαυτό μου ανώτερο».
0 Ο'Μπράιεν δεν μίλησε. Ακούστηκαν δυο άλλες φωνές. Αμέσως μετά, ο Γουίνστον αναγνώρισε σε μια από αυτές τη δική του. Ήταν μια ηχογράφηση της συνομιλίας που είχε με τον Ο'Μπράιεν, το βράδυ που είχε γίνει μέλος της Αδελφότητας. Άκουσε τον εαυτό του να υπόσχεται πως θα πει ψέματα, θα κλέψει, θα πλαστογραφήσει, θα δολοφονήσει, θα ενθαρρύνει τη χρήση ναρκωτικών, την πορνεία, θα μεταδώσει αφροδίσια νοσήματα, θα ρίξει βιτριόλι σε παιδιά. 0 Ο'Μπράιεν έκανε μια μικρή κίνηση ανυπομονησίας, σαν να ήθελε να πει πως κάθε συμπέρασμα ήταν περιττό. Γύροσε έναν διακόπτη, και οι φωνές σταμάτησαν.
«Σήκω από το κρεβάτι», είπε.
Τα δεσμά γαλάρωσαν. 0 Γουίνστον κατέβηκε από το κρεβάτι και στάθηκε όρθιος, παραπατώντας.
«Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Είσαι ο φύλακας του ανθρώπινου πνεύματος. Θα δεις τον εαυτό σου όπως είναι. Γδύσου».
0 Γουίνστον έλυσε το κορδόνι που συγκρατούσε τη φόρμα του. To φερμουάρ του το είχαν σκίσει από καφό. Δεν θυμόταν αν από τότε που τον έπιασαν είχε βγάλει κάποια στιγμή όλα του τα ρούχα μονομιάς. Κάτω από τη φόρμα, το σώμα του ήταν τυλιγμένο μέσα σε κάτι κιτρινωπά, βρόμικα κουρέλια, που μόλις αναγνώριζε κανείς ότι είναι απομεινάρια εσωρούχων. Καθώς τ' άφηνε να γλιστρήσουν στο πάτωμα, είδε πως στην άκρη του δωματίου υπήρχε ένας τρίφυλ-λος καθρέφτης. Τον πλησίασε και αμέσως σταμάτησε απότομα. Έβγαλε άθελά του μια κραυγή.
294
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
«Προχώρα», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Στάσου ανάμεσα στα φύλλα του καθρέφτη. Έτσι θα κοιταχτείς και στα πλάγια».
Είχε σταματήσει, γιατί είχε τρομάξει. Ένα σκυφτό, γκριζωπό σαν σκελετός πράγμα προχωρούσε προς αυτόν. Η εμφάνισή του ήταν τρομακτική, και όχι μόνο γιατί ο Γουίνστον ήξερε ότι ήταν αυ-τός ο ίδιος. Πλησίασε στον καθρέφτη.
To καμπουριασμένο κορμί του έδειχνε το πρόσωπό του να προ-εξέχει. Αξιοθρήνητο πρόσωπο κατάδικου, μέτωπο γυμνό που χανό-ταν σ' ένα φαλακρό κεφάλι, μύτη στραβωμένη, ζυγωματικά στρα-πατσαρισμένα, κι από πάνω τους τα μάτια που κοιτούσαν με μιαν άγρια προσήλωση. Τα μάγουλα ήταν γεμάτα ουλές, το στόμα βαθουλω-μένο. Ήταν σίγουρα το δικό του πρόσωπο, αλλά του Γουίνστον του φαινόταν ότι το πρόσωπό του είχε αλλάξει πιο πολύ απ' όσο είχε αλλάξει μέσα του. Τα συναισθήματα που εκδήλωνε ήταν διαφορετι-κά από εκείνα που αισθανόταν. Είχε γίνει φαλακρός. Στην αρχή νόμισε πως είχε γκριζάρει, όμως είδε πως, όχι τα μαλλιά του, αλλά το δέρμα του κρανίου του ήταν γκρίζο. To σώμα του, εκτός από τα χέρια και το πρόσωπο, είχε πάρει ένα γκρίζο χρώμα από παλιά, ανεξίτηλη βρόμα. Εδώ κι εκεί κάτω από το στρώμα της βρομιάς, φαίνονταν κόκκινα σημάδια από πληγές, και κοντά στον αστρά-γαλο, η πληγή από τον κιρσό του είχε κακοφορμίσει και το δέρμα ξεφλούδιζε.
Αλλά το πραγματικά τρομακτικό ήταν η απίσχνανση του σώ-ματός του. Τα πλευρά του ήταν σαν του σκελετού και ot γάμπες του είχαν τόσο πολύ αδυνατίσει, που τα γόνατα ήταν πιο παχιά από τους μηρούς. Τώρα καταλάβαινε τι ήθελε να πει ο Ο'Μπράιεν λέγο-ντάς του να κοιταχτεί και στα πλάγια. Η κλίση της σπονδυλικής στήλης ήταν απίστευτη. Οι αδύνατοι ώμοι είχαν γείρει προς τα ε-μπρός τόσο που σχημά-πζαν μια γούβα στο στήθος, ο άσαρκος λαιμός έμοιαζε να διπλώνει στα δύο από το βάρος του κρανίου. Κρί-νοντας τον εαυτό του, θα έλεγε πως ήταν ένας άνθρωπος εξήντα χρονών που έπασχε από κακοήθη νόσο.
«Πολλές φορές σκέφτηκες», είπε ο Ο'Μπράιεν, «ότι το πρόσωπό
295

μου, το πρόσωπο ενός μέλους του Εσωτερικού Κόμματος, φαινό-ταν γερασμένο και κουρασμένο. Τι λες για το δικό σου πρόσωπο;»
Άρπαξε τον Γουίνστον από τον ώμο και τον γύρισε έτσι που να κοιτάζονται πρόσωπο με πρόσωπο.
«Δες την κατάστασή σου», είπε. «Κοίταξε τη βρόμα που σκεπάζει όλο σου το σώμα. Κοίταξε τη λέρα ανάμεσα στα δάχτυ-λα των ποδιών σου. Δες αυτή την αηδιαστ:κή πληγή στο πόδι σου. To ξέρεις ότι βρομάς σαν γουρούνι; Ίσως έπαψες να το καταλα-βαίνεις. Βλέπεις εδώ; Μπορώ ν' αγκαλιάσω το μπράτσο σου μόνο με τον αντίχειρα και το δείκτη. Θα μπορούσα να σου τσακίσω το λαιμό σαν καρότο. Ξέρεις πως έχασες είκοσι πέντε κιλά αφότου βρίσκεσαι στα χέρια μας; Ακόμα και τα μαλλιά σου βγαίνουν με τις χούφτες». Τράβηξε τα μαλλιά του Γουίνστον και έβγαλε μια χού-φτα. «Άνοιξε το στόμα σου. Μένουν εννέα, δέκα, έντεκα δόντια. Πόσα είχες όταν ήρθες εδώ; Και τα λίγα που σου απόμειναν σου πέφτουν... Δες!»
Άρπαξε με το δυνατό του αντίχειρα και το δείκτη ένα από τα μπροστινά δόντια που είχαν απομείνει στον Γουίνστον. Μια δυνατή σουβλιά διαπέρασε το σαγόνι του Γουίνστον. 0 Ο'Μπράιεν του είχε βγάλει το ετοιμόρροπο δόντι από τη ρίζα. To πέταξε πέρα στο κελί.
«Σαπίζεις», είπε. «Διαλύεσοα. Τι είσαι; Ένα σακί λάσπη. Γύ-ρισε τώρα και κοίταξε πάλι στον καθρέφτη. Βλέπεις αυτό το πράγ-μα απέναντί σου; Ιδού ο τελευταίος άνθρωπος. Αν είσαι άνθρωπος, αυτή είναι η ανθρωπότητα. Τώρα, ντύσου πάλι».
0 Γουίνστον άρχισε να ντύνεται με αργές, δυσκαμπτες κινή-σεις. Μέχρι τώρα, δεν είχε προσέξει πόσο ισχνός και αδύναμος ή-ταν. Μια μόνη σκέψη τον απασχολούσε, ότι θα πρέπει να βρίσκε-ται σ' αυτό το μέρος πολύ περισσότερο απ' ό,τι φανταζόταν. Ξαφνι-κά, καθώς στερέωνε γύρω του αυτά τα άθλια κουρέλια, τον πλημ-μύρισε ένα αίσθημα οίκτου για το κατεστραμμένο του σώμα. Προ-τού καταλάβει καλά καλά τι έκανε, είχε καταρρεύσει σ' ένα μικρό σκαμνί δίπλα στο κρεβάτι και ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε συνειδητο-πο(ήσει πόσο άσχημος ήταν, πόσο άχαρος, είχε καταλάβει την ec-
296

κόνα που παρουσίαζε, ένα δεμάτι κόκαλα τυλιγμένο σε βρομερά κουρέλια που κάθεται και κλαίει κάτω από το σκληρό, άσπρο φως — και όμως δεν μπορούσε να σταματήσει. 0 Ο'Μπράιεν τον ακού-μπησε στον ώμο, σχεδόν με καλοσύνη.
«Δεν θα κρατήσει για πάντα αυτό», του είπε. «Μπορείς να γλιτώσεις από αυτή την κατάσταση όποτε θέλεις. Όλα εξαρτώνται από σένα».
«Εσείς το κάνατε!» φώναξε ο Γουίνστον μες στους λυγμούς του. «Εσείς με φέρατε σ' αυτό το χάλι...»
«Όχι, Γουίνστον, εσύ ο ίδιος έφερες τον εαυτό σου σ' αυτή την κατάσταση. Αυτό το δέχτηκες από τη στιγμή που ύψωσες το ανάστημά σου ενάντια στο Κόμμα. Όλα τούτα ενυπήρχαν σ' αυτή την αρχική σου πράξη. Δεν έγινε τίποτα που δεν είχες προβλέψει».
Σώπασε για λίγο και ύστερα συνέχισε:
«Σε χτυπήσαμε, Γουίνστον. Σε τσακίσαμε. Είδες πώς είναι το σώμα σου. To μυαλό σου είναι στην ίδια κατάσταση. Δεν νομίζω ότι μπορεί να σου 'χει μείνει μέσα σου πολλή περηφάνια. Σε κλότση-σαν, σε μαστίγωσαν, σ' έβρισαν, ούρλιαξες από πόνο, κυλίστηκες στο πάτωμα μέσα στο αίμα και στο ξερατό σου. Ικέτευες κλαίγο-ντας το έλεός μας, πρόδωσες τους πάντες και τα πάντα. Μπορείς να σκεφτείς έστω κι έναν εξευτελισμό που να μην έχεις υποστεί;»
0 Γουίνστον σταμάτησε να κλαίει, αν και τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα με δάκρυα. Κοίταξε τον Ο'Μπράιεν.
«Δεν πρόδωσα την Τζούλια», είπε.
0 Ο'Μπράιεν τον κοίταξε σκεφτικά.
«Όχι», είπε. «Όχι. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν πρόδωσες την Τζούλια».
To περίεργο αίσθημα σεβασμού για τον Ο'Μπράιεν, που φαίνε-ται ότι τίποτα δεν μπορούσε να το αλλοιώσει, πλημμύρισε πάλι την καρδιά του Γουίνστον. «Πόσο έξυπνος είναι!» σκέφτηκε. «Πόσο έξυπνος!» Δεν υπήρχε περίπτωση να μην καταλάβει ο Ο'Μπράιεν κάτι που του έλεγες. Οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο θα απαντού-σε αμέσως ότι είχε προδώσει την Τζούλια. Γιατί δεν είχε μείνει και
297

τίποτα που να μην του είχαν αποσπάσει με τα βασανιστήρια. Τους είχε πει όλα όσα ήξερε γι' αυτήν, τις συνήθειες, το χαρακτήρα, το παρελθόν της. Είχε ομολογήσει με την παραμικρή λεπτομέρεια όλα όσα συνέβαιναν στα ραντεβού τους, όλα όσα ειπώθηκαν μεταξύ τους• τα γεύματά τους με τα τρόφιμα από τη μαύρη αγορά, τ' α-γκαλιάσματά τους, τις αόριστες συνωμοσίες τους ενάντια στο Κόμ-μα — τα πάντα. Εν τούτοις, όπως το εννοούσε αυτός, δεν την είχε προδώσει. Δεν έπαψέ να την αγαπά• τα αισθήματά του γι' αυτήν έμεναν απαράλλαχτα. 0 Ο'Μπράιεν είχε καταλάβει τι εννοουσζ χω-ρίς να χρειαστεί καμιά εξήγηση.
«Πες μου», είπε, «πότε θα με τουφεκίσουν;» «Ίσως έπειτα από πολυ καφό», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Είσαι δύσκολη περίπτωση. Μην απελπίζεσαι όμως. Όλοι γιατρεύονται αργά ή γρήγορα. Στο τέλος, θα σε τουφεκίσουμε».
IV
Ήταν πολύ καλύτερα. Κάθε μέρα που περνούσε — αν μπορούσε κανείς να μιλήσει για μέρες— πάχαινε και δυνάμωνε όλο και περισσότερο.
To άσπρο φως και το βουητό συνεχίζονταν πάντα, αλλά το κελ( ήταν λίγο πιο άνετο από τ' άλλα όπου είχε βρεθεί ως τώρα. Τπήρχαν ένα μαξιλάρι και ένα στρώμα στο σανιδένιο κρεβάτι και ένα σκαμνί για να κάθεται. Του είχαν κάνει μπάνιο και του επέτρεπαν να "πλένεται τακτικά σε μια μεταλλική λεκάνη. Του έδιναν ακόμα και ζεστό νερό να πλυθεί. Του είχαν δώσει καινούρια εσώρουχα και κα-θαρή φόρμα. Του είχαν περιποιηθεί την πληγή του από τον κιρσό με μια καταπραϋντική αλοιφή, του έβγαλαν τα δόντια που του είχαν μείνει και του έβαλαν οδοντοστοιχία.
Θα είχαν περάσει εβδομάδες ή και μήνες. Θα μπορούσε τώρα να υπολογίσεο τις μέρες που περνούσαν, αν ένίωθε το παραμικρό ενδια-
298

φέρον γι' αυτό, γιατί του έδιναν να φάει σε κανονικά, απ' ό,τι φαινόταν, διαστήματα. Όπως υπολόγιζε, του έδιναν τρία γεύματα το εικοσιτετράωρο. Μερικές φορές αναρωτιόταν αόριστα αν του τα έδι-ναν νύχτα ή μέρα. To φαγητό ήταν πολύ καλό — ένα στα τρία γεύ-ματα είχε κρέας. Μια φορά, του είχαν κι ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν είχε σπίρτα, αλλά ο αμίλητος φρουρός που του έφερνε το φαγητό του έδωσε φωτιά. Την πρώτη φορά που προσπάθησε να καπνίσει, τον έπιασε ναυτία, αλλά επέμεινε, και κράτησε πολύ καιρό το πακέτο του καπνιΧοντας μισό τσιγάρο την ημέρα ύστερα από κάθε γευμα.
Του είχαν δώσει μιαν άσπρη πλάκα μ' ένα κομματάκι μολύβι δεμ,ένο σε μιαν άκρη της. Στην αρχή, ούτε που την άγγιξε. Ακόμα και ξυπνητός, βρισκόταν σε τέλεια νάρκη. Από το ένα γεύμα ως το άλλο, καθόταν ξαπλωμένος, σχεδόν ακίνητος, άλλες φορές κοιμισμέ-νος, άλλες ξυπνητός και παραδομένος σε αόριστες ονειροπολήσεις όπου ακόμα και το ν' ανοίξει τα μάτια του ήταν μεγάλος κόπος. Είχε, εδώ και πολύ καιρό, συνηθίσει να κοιμάται με δυνατό φως. Δεν αισθανόταν καμιά διαφορά, μόνο που τα όνειρά του είχαν περισσότερη συνοχή. Ονειρευόταν πολύ αυτόν τον καιρό, και τα όνειρά του ήταν πάντα ευχάριστα. Βρισκόταν στη Χρυσαφένια Χώρα. Ή βρισκόταν καθισμένος ανάμεσα σε γιγάντια ηλιόλουστα ερείπια με τη μητέρα του, την Τζουλια, τον Ο'Μπράιεν. Δεν έκανε τίποτα. Καθόταν μόνο στον ήλιο μιλώντας για πράγματα εφηνικά. Οι σκέψεις που έκανε όταν ήταν ξυπνητός, περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τα όνειρά του. Φαινόταν σαν να είχε χάσει την ικανότητα διανοητικής προσπάθειας, τώρα που δεν τον κέντριζε ο πόνος. Δεν έπληττε, δεν είχε καμία επιθυμία για συζήτηση ή ψυχαγωγία. Να είναι μόνος, να μην τον χτυπούν ή να τον ανακρίνουν, να του δίνουν αρκετό φαγη-τό και να είναι καθαρός, του ήταν αρκετά για να είναι απόλυτα ικα-νοποιημένος.
Σταδιακά άρχισε να κοιμάται λιγότερο, αλλά εξακολουθούσε να μην έχει καμιά διάθεση να σηκωθεί από το κρεβάτι. To μόνο που ήθελε ήταν να μένει ξαπλωμένος ήσυχα και να νιώθει τις δυνάμεις του να επιστρέφουν στο κορμί του. Ψηλάφιζε τον εαυτό του εδώ κι
299

εκεί, προσπαθώντας να βεβαιωθεί πως δεν ήταν ψευδαίσθηση ότι οι μύες του στρογγύλευαν και το δέρμα του τέντωνε. Τελικά, βεβαιώ-θηκε ότι πάχαινε. Οι μηροί του ήταν σίγουρα πιο παχιοί από τα γόνατά του. Μετά από αυτό, άρχισε — διστακτικά στην αρχή— να γυμνάζεται κανονικά. Σε λίγο καιρό, μπορούσε να περπατάει τρία χ(λοόμετρα, που τα μετρουσε βηματίζοντας στο κελί, χαι οι σκυφτοί' του ώμοι άρχισαν να ορθώνονται. Δοκίμυχσε πιο δύσκολες ασκήσεις κι ένιωσε έκπληξη και ντροπή όταν ανακάλυψε πόσες κινήσεις δεν μπορούσε να κάνει. Δεν μπορούσε ν' ανοίξει το βήμα του. Δεν μπορούσε να κρατήσει το σκαμνί του με τεντωμένο μπράτσο, δεν μπορούσε να σταθεί στο ένα πόδι χωρίς να χάσει την ισορροπία του. Κάθισε σταυροπόδι και διαπίστωσε ότι με τρομερούς πόνους στους μηρούς και στις κνήμες μόλις που κατάφερνε να σηκωθεί όρθιος. Ξάπλωσε μπρούμυτα και προσπάθησε να σηκώσει το βάρος του σώματός του στα χέρια του. Μάταία, δεν μπορούσε να σηκωθεί ούτε πόντο. Μετά όμως από μερικές μέρες —και μερικά γεύματα παρα-πάνω— τα κατάφερε. Έφτασε μια στιγμή όπου μπορούσε να κά-νει αυτή την άσκηση έξι φορές συνέχεια. Άρχισε να νιώθει πραγμα-τικά περήφανος για το σώμα του και να τρέφει ελπίδες ότι και το πρόσωπό του ξαναγινόταν κανονικό. Μόνο όταν τυχαία έβαζε το χέρι του στο γυμνό του κρανίο, θυμόταν το γεμάτο ουλές, κατεστραμ-μένο πρόσωπο που είχε δει στον καθρέφτη.
To μυαλό του άρχισε να ανακτά την ενεργητικότητά του. Κα-θίσμένος στο κρεβάτι, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, την πλάκα στα γόνατα, βάλθηκε σιγά σιγά να ξαναμορφώνεται.
Είχε συνθηκολογήσει. To αναγνώριζε. Στην πραγματικότητα, όπως το έβλεπε τώρα, ήταν έτοιμος να συνθηκολογήσει πολύ καιρό προτού πάρει την απόφαση. Από τη στιγμή που βρέθηκε στο Υπουρ-γε(ο Αγάπης — και, vat, ακόμα και μέσα σε κείνα τα λίγα λεπτά που αυτός και η Τζούλια στέκονταν ανήμποροι ενώ η ατσάλινη φω-νή από την τηλεοθόνη τους διέταζε τι να κάνουν — είχε καταλάβει την επιπολαιότητα, τη ρηχότητα της απόπειράς του να επαναστα-τήσει ενάντια στο Κόμμα.
300

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου