Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

1984 - Όργουελ (μέρος 2)

Ακουστηκε ένας υπόκωφος πά.τ χγοζ που του φάνηκε ότι σήκωνε το πεζοδρόμιο στον αέρα. Πάνω στην πλάτη του δέχτηκε μια βροχή από ελαφριά αντικείμενα. Όταν σηκώθηκε, είδε ότι ήταν σκεπασμέ-νος με κομμάτια τζάμια από το διπλανό παράθυρο.
Προχώρησε. Η βόμβα είχε γκρεμίσει ένα συγκρότημα σπιτιών διακόσια μέτρα πιο κάτω στο δρόμο. Ένα μαύρο σύννεφο υψωνόταν στον ουρανό κι όλος ο τόπος είχε γεμίσει σκόνη από τους γκρεμι-σμένους σοβάδες. Γύρω από τα ερείπια είχε κιόλας μαζευτεί πλήθος κόσμου. Κάτω στο πεζοδρόμιο μπροστά στον Γουίνστον είχε σχη-ματιστεί ένας σωρός από ερείπια, και ανάμεσά τους ε(δε να τρέχει ένα κόκκινο ρυάκι. Όταν έσκυψε, είδε ότι ήταν ένα ανθρώπινο χέρι κομμένο απ' τον καρπό. Εκτός από το αίμα που έσταζε εκεί που κόπηκε, το χέρι ήταν τόσο άσπρο που έμοιαζε γύψινο.
To έσπρωξε με το πόδι του μέσα στον υπόνομο και μετά, για ν' αποφύγει τον κόσμο, έστριψε δεξιά σ' έναν πλαϊνό δρόμο. Σε τρία τέσσερα λεπτά βρισκόταν έξω από την περιοχή όπου είχε πέσει η βόμβα, και η ζωή συνεχιζόταν στα βρομερά σοκάκια σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ήταν σχεδόν οκτώ η ώρα και τα καφενεία όπου σύχναζαν οι προλετάριοι («παμπ» τα έλεγαν) ήτανε φίσκα από πελάτες. Από τις βρόμικες πόρτες που ανοιγόκλειναν συνεχώς, ερ-χόταν μια δυσοσμία από ουρητήριο, πριονίδι και ξινισμένη μπίρα. Σε μια γωνιά ήταν μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον τρεις άνθρωποι. 0 μεσαίος κρατούσε μια διπλωμένη εφημερίδα, και οι άλλοι δύο τη μελετούσαν πάνω από τον ώμο του. Παρ' ότι πολύ μακριά για να διακρίνει την έκφρασή τους, ο Γουίνστον από την ένταση που έδει-χνε η στάση του σώματός τους μπόρεσε να διαπιστώσει πόσο απορροφημένοι ήταν. Ολοφάνερο πως διάβαζαν κάτι πολύ σοβαρό. Τους είχε πλησιάσει, όταν ξαφνικά ο όμιλος διαλύθηκε και οι δύο απ' αυτούς άρχισαν να λογομαχούν. Για μια στιγμή παραλίγο να 'ρθουν στα χέρια.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις τι σου λέω; Σου λέω ότι κανένα νούμερο στο εφτά δεν έχει κερδίσει εδώ και δεκατέσσερις μήνες!»
«Όχι, έχει και παραέχει!»
97

«Όχι, δεν έχει! Τα 'χω κρατήσει όλα σπίτι, καθόμουνα και τα 'γραφα όλα εδώ και δυο χρόνια. Τα γράφω όλα τακτικά σαν ρολόι. Και σου λέω, κανένα νούμερο που λήγει στο εφτά...»
«Ναι, κι εγώ σου λέω ότι έχει κερδίσει ένα εφτά! Παραλίγο να θυμηθώ κι ολόκληρο τον παλιοαριθμό. Τέλειωνε στο 407. Ήταν Φλεβάρης —κοντά στα μέσα του Φλεβάρη».
«Τον κακό σου τον καφό που ήταν Φλεβάρης! Τα 'χω όλα γραμμένα πολύ καθαρά. Και σου λέω, δεν υπάρχει νουμερο...»
«Βγάλτε το σκασμό!» είπε ο τρίτος.
Μιλούσαν για το λαχείο. 0 Γουίνστον γύρισε και τους ξανακοί-ταξε, αφού είχε προχωρήσει τρία μέτρα. Τσακώνονταν ακόμα με ξαναμμένα πρόσωπα. To λαχείο και τα τεράστια ποσά που μπορού-σε κανείς να κερδίσει κάθε &δο\ Αδα., ήταν το μόνο που απασχολούσε σοβαρά τους προλετάριους. Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς πως, για μερικά εκατομμύρια προλετάριους, το λαχείο αποτελούσε τον κύριο, αν όχι το μοναδικό λόγο να διατηρουνται ζωντανοί. Ήταν η χαρά τους, η τρέλα τους, το καταπραϋντικό τους, αυτό που τους τόνωνε το πνεύμα. Άνθρωποι που μετά βίας μπορούσαν να διαβά-σουν και να γράψουν, όταν επρόκειτο για το λαχείο, αποδεικνύονταν ικανοί για πολύπλοκους λογαριασμούς, ναι να εκτελούν άθλους της μνήμης. Ολόκληρη τάξη ανθρώπων ζούσε αποκλειστικά από συ-στήματα, προγνωστικά και φυλαχτά για γούρι. 0 Γουίνστον δεν γνώριζε τίποτα από το μηχανισμό του λαχείου που διευθυνόταν από το Γπουργείο Αφθονίας, αλλά ήξερε (δηλαδή, όλοι στο Κόμμα ήξε-ραν) ότι τα περισσότερα κέρδη ήταν φανταστικά. Μονάχα μικρο-ποσά πληρώνονταν, κι αυτοί που υποτίθεται πως κέρδιζαν το πολύ χρήμα ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα. Αυτό δεν ήταν δύσκολο να συμβε(, μια και δεν υπήρχε καμιά πραγματική εσωτερική επικοινωνία ανά-μεσα στις περιοχές της Ωκεανίας.
Αλλά, αν υπήρχε ελπίδα, βρισκόταν στους προλετάριους. Έπρε-πε να επιμένεις σ' αυτό. Όταν το έλεγες, φαινόταν λογικό• όταν κοίταζες ανθρώπους που περνούσαν δίπλα σου στο δρόμο, αυτό γι-νόταν ζήτημα πίστης. 0 δρόμος όπου είχε στρίψει ο Γουίνστον ήταν
98

κατηφορικός. Αισθανόταν ότι είχε ξαναβρεθεί σ' αυτή τη γειτονιά και ότι κάπου εκεί κοντά υπήρχε μια κεντρική διάβαση. Από κάπου μπροστά ερχόταν ένας θόρυβος από δυνατές φωνές. 0 δρόμος έστριβε και τελείωνε σε μια σκάλα που έβγαζε σε μιαν αλέα όπου υπαίθριοι έμποροι πουλούσαν μαραμένα λαχανικά. Εκείνη τη στιγμή θυμήθη-κε που ήταν. Η αλέα έβγαζε στον κεντρικό δρόμο και στην επόμενη γωνία —λιγότερο από πέντε λεπτά δρόμο— βρισκόταν το παλαι-οπωΚείο όπου αγόρασε κάποτε το άγραφο τετράδιο που είχε κάνει τώρα ημερολόγιο. Και σ' ένα χαρτοπωλείο, όχι πολύ μακριά από κει, είχε αγοράσει τον κοντυλοφόρο και το μπουκάλι με το μελάνι.
Στάθηκε μια στιγμή στο κεφαλόσκαλο. Στην απέναντι πλευρά της αλέας ήταν μια βρόμικη παμπ με παράθυρα σκεπασμένα, θα "λεγες, με πάχνη, στην πραγματικότητα όμως ήταν απλώς βουτηγ-μένα στη σκόνη. Κάποιος πολυ γέρος, καμπουριασμένος αλλά ζωη-ρός, με άσπρα στριφτά μουστάκια, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Καθώς στεκόταν και τον παρακολουθούσε ο Γουίνστον σκέφτηκε ότι ο γέρος, ογδόντα χρονών το λιγότερο, θα ήταν μεσόκοπος όταν έγινε η Επανάσταση. Αυτός και λίγοι ακόμα σαν κι αυτόν, ήταν ot τελευταίοι σύνδεσμοι με τον κόσμο του καπιταλισμού που είχε εξαφανιστεί. Στο Κόμμα δεν είχαν μείνει πόΧΚοί που οι ιδέες τους είχαν διαμορφωθεί πριν από την Επανάσταση. Η παλιότερη γενιά είχε εξοντωθεί στις μεγάλες εκκαθαρίσεις του '50 και του '60, και οι λίγοι επιζήσαντες είχαν από καιρό οδηγηθεί, τρομοκρατημένοι, σε πλήρη διανοητική παραίτηση. Αν υπήρχε χάποιος ζωντανός, ικανός να σου αφηγηθεί με ειλικρίνεια τις συνθήκες της ζωής των πρώτων χρόνων του αιώνα, αυτός θα ήταν μόνο ένας προλετάριος. Ξαφνικά ξανάρθε στο μυαλό του Γουίνστον το κομμάτι της ιστορίας που είχε αντιγράψει στο ημερολόγιό του και ένιωσε μια τρελή επιθυμία. Θα έμπαινε στην παμπ, θα έπιανε δήθεν τυχαία γνωριμία με το γέρο και θα τον ρωτουσε. Θα του έλεγε: «Πες μου για τη ζωή σου, όταν ήσουν παιδί. Πώς ήταν εκείνες τις μέρες; Ήταν καλυτερα τότε τα πράγματα ή χειρότερα;»
Βιαστικά, για να μη δώσει στον εαυτό του καφό να φοβηθεί,
99

κατέβηκε τη σκάλα και διέσχισε το στενό δρομάκι. Βέβαια, ήτανε τρέλα αυτό που έκανε. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε κανένας συ-γκεκριμένος νόμος που να απαγορεύει να μιλάς σε προλετάριους και να συχνάζεις στις παμπ που πήγαιναν εκείνοι, αλλά ήταν πράξη πολύ ασυνήθιστη για να περάσει απαρατήρητη. Αν εμφανίζονταν οι περίπολοι, θα προφασιζόταν αδιαθεσία, που βέβαια δεν θα πίστευαν. Έσπρωξε την πόρτα• μια φοβερή μυρωδιά ξινισμένης μπίρας τον χτύπησε κατάμουτρα. Μόλις μπήκε, οι φωνές χαμήλωσαν. 0 Γουίνστον μπορούσε να νιώσει π(σω από την πλάτη του ότι όλοι κοίταζαν την μπλε φόρμα του. Στο βάθος της αίθουσας έπαιζαν ένα παιχνίδι με βελάκια που για μερικά δευτερόλεπτα διακόπηκε. 0 γέρος που είχε ακολουθήσει στεκόταν στην μπάρα και λογομαχού-σε με τον μπάρμαν, έναν ψηλό εύρωστο νεαρό με γαμψή μύτη και τεράστια χέρια. Παραπέρα, στέκονταν μερικοί άλλοι με τα ποτήρια στο χέρ'. και παρακολουθούσαν τη σκηνή.
«Σ' το ζήτησα σαν κύριος, ναι ή όχι;» είπε ο γέρος, ορθώνοντας τους ώμους του έτοιμος για καβγά. «'Ερχεσαι τώρα και μου λες πως δεν έχεις κατοσταράκι σ' ολόκληρο το βρομομάγαζό σου;»
«Kat τι στο διάολο είναι το κατοσταράκι;» είπε ο μπάρμαν σκύβοντας μπροστά με τα χέρια ακουμπισμένα στον πάγκο.
«Άκω, άκω τι λέει! Κάνει τον μπάρμαν και δε νογάει τι 'ναι κατοσταράκι! Λοιπόν, το κατοσταράκι είναι ένα τέταρτο της οκάς, και η οκά έχει τέσσερα κατοσταράκια. Να σου μάθω τώρα και την αλφαβήτα μήπως;»
«Δεν έχω ξανακούσει τέτοια εγώ», είπε κοφτά ο μπάρμαν «εμείς εδώ σερβίρουμε μόνο λίτρα ή μισή λίτρα. Ορίστε τα ποτήρια στο ράφι, μπροστά σου».
«Θέλω ένα κατοσταράκι», επέμενε ο γέρος. «Μπορούσες μια χαρά να μου δώσεις ένα κατοσταράκι. Δεν είχαμε αυτές τις βρομολί-τρες όταν ήμουνα νέος».
«Όταν ήσουνα νέος, ζούσαμε όλοι πάνω στα δέντρα», είπε το γκαρσόνι, κλείνοντας το μάτι στους άλλους πελάτες.
Δυνατά γέλια ακούστηκαν από παντού, και η ανησυχία που
100

είχε προκαλέσει η παρουσία του Γουίνστον εξαφανίστηκε. To πρό-σωπο του γέρου, πίσω από τα κάτασπρα γένια του, αναψοκοκκίνισε. Γύρισε να φύγει, μουρμουρίζοντας κάτι μέσ' απ' τα δόντια του, κι έπεσε πάνω στον Γουίνστον. Αυτός τον συγκράτησε πιάνοντάς τον ευγενικά.
«Μπορώ να σας προσφέρω ένα ποτό;» ρώτησε.
«Είσαι κύριος», είπε ο γέρος, ορθώνοντας ξανά τους ώμους του. Δεν φάνηκε να είχε προσέξει την μπλε φόρμα του Γουίνστον. «Ένα κατοσταράκι», πρόσταξε, κοιτάζοντας το γκαρσόνι επιθετικά.
To γκαρσόνι άδειασε δύο μισολιτρα σκουρόχρωμη μπίρα μέσα σε δύο χρντρά ποτήρια που ξέπλυνε σ' έναν κουβά κάτω από τον πάγκο. To μόνο που μπορούσες να πιεις στο μπαρ των προλετάριων ήταν η μπίρα. Τποτίθεται ότι απαγορευόταν να πι'νουν τζιν οι προ-λετάριοι, στην πραγματικότητα όμως μπορούσαν να το προμηθεύο-νται πολυ εύκολα. To παιχνίδι με τα βελάκια είχε ξαναρχίσει και η συντροφιά των πελατών στο μπαρ είχε πιάσει πάλι τη συζήτηση για τα λαχεία. Η παρουσία του Γουίνστον ξεχάστηκε προς στιγμήν. Τπήρχε ένα τραπέζι σε μια γωνιά κάτω από το παράθυρο, όπου αυτός κι ο γέρος θα μπορούσαν να μιλήσουν χωρίς φόβο να τους α-κούσουν. Ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, αλλά πάντως δεν υπήρχε τηλεοθόνη στην αίθουσα, πράγμα για το οποίο ο Γουίνστον είχε βεβαιωθεί με το που μπήκε μέσα.
«Θα μπορούσε να μου δώσει ένα κατοσταράκι», γκρίνιαξε ο γέρος μόλις^πήρε θέση μπροστά στο ποτήρι του. «Μισή λίτρα δεν είν' αρκετή. Δε σε χορταίνει. Και μια λίτρα πέφτει πολυ. Με κάνει να κατουριέμαι όλη την ώρα. Χώρκχ τα λεφτά».
«Θα πρέπει να είδατε μεγάλες αλλαγές από τον καιρό που ήσαστε νέος», είπε δειλά ο Γουίνστον.
Τα ανοιχτογάλανα μάτια του γέρου πλανήθηκαν από το σημείο της σκοποβολής στην μπάρα και από εκεί στην πόρτα της τουαλέ-τας, λες και έψαχνε τις αλλαγές μέσα στο χώρο του μπαρ.
«Η μπίρα ήταν καλύτερη», δήλωσε στο τέλος. «Και φτηνότε-ρη! Στα νιάτα μου, η ξανθιά μπίρα —•γου6λοπ τη λέγαμε— κό-
101

στίζ,ε τέσσερις πένες το κατοσταράκι. Σου λέω τώρα για πριν τον πόλεμο, βέβαια».
«Ποιος πόλεμος ήταν;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Πόλεμοι, όλο πόλεμοι», είπε ο γέρος αόριστα. Σήκωσε το ποτήρι ορθώνοντας ξανά τους ώμους. «Στην υγείά σου!» πρόσθεσε. Μέσα στο λιγνό του λαρύγγι, το σουβλερό καρύδι ανεβοκατέβηκε αστραπιαία, καί η μπίρα εξαφανίστηκε μονομιάς. 0 Γουίνστον πήγε στην μπάρα και ξαναγύρισε με δύο ακόμα μισόλιτρα. 0 γέρος φά-νηκε να είχε ξεχάσει την προκατόληψή του —όπως είχε πει — εναντίον της ολόκληρης λίτρας.
«Είστε πολύ μεγαλύτερός μου», είπε ο Γουίνστον. «θα πρέπει να ήσαστε ήδη μεγάλος προτού γεννηθώ εγώ. Θα θυμάστε πώς ήσαν οι παλιές ημέρες, πριν από την Επανάσταση. Οι άνθρωποι της ηλικίας μου δεν ξέρουν τίποτα για κείνους τους καιρούς. Μπορούμε να μάθουμε μόνο από τα βιβλία, και τα βιβλία μπορεί να μη λένε την αλήθεια. Θα 'θελα ν' ακούσω τη δική σας γνώμη γι' αυτό. Τα βιβλία της ιστορίας λένε ότι η ζωή πριν από την Επανάσταση ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Τπήρχε η πιο τρομακτική καταπίεση, αδικία, φτώχεια, χειρότερα απ' ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Εδώ, στο Αονδίνο, η μεγάλη μάζα των ανθρώπων πεινούσε από την ώρα που γεννιόταν ως την ώρα που πέθαινε. Οι μισοί δεν είχαν μήτε παπούτσια να φορέσουν. Δούλευαν δώδεκα ώρες την ημέρα, άφηναν το σγρλείο εννιά χρονών, κοιμούνταν δέκα άτομα σ' ένα δωμάτιο. Και παράλληλα υπήρχαν πολύ λίγοι άνθρωποι, μερικές χιλιάδες μό-νο —καπιταλιστές τους έλεγαν —, που ήταν πλούσιοι και δυνατοί. Είχαν δικά τους τα πάντα. Ζούσαν σε μεγάλα πολυτελή σπίτία με τριάντα υπηρέτες, έκαναν το περίπατό τους μέσα σ' αυτοκίνητα και άμαξες με τέσσερα άλογα, έπιναν σαμπάνια, φορούσαν ημίψηλα...»
To πρόσωπο του γέρου φωτίστηκε.
«Ημίψηλα!» είπε. «Παράξενο που το είπες. Ακριβώς χτες αυτά σκεφτόμουνα, δεν ξέρω γιατί. Σκεφτόμουνα ότι έχω χρόνια να δω ημίψηλο. Εξαφανίστηκαν τελείως. Τελευταία φορά που φόρεσα ήταν στην κηδεία της νύφης μου. Και ήταν — ε, δε θυμάμαι τώρα
102
Χίλια ενναζκόσια ογδόντα τέσσερα
ημερομηνίες, αλλά πρέπει να 'τανε πριν πενήντα χρόνια. Φυσικά, το είχα νοικιάσει για την περίσταση, καταλαβαίνεις».
«Δεν έχουν σημασία τα ημύψηλα», είπε ο Γουίνστον υπομ,ονετι-κά. «To ζήτημια είναι ότι οι καπιταλιστές — αυτοί και λίγοι δικηγό-ροι και παπάδες και κάτι άλλοι που ζούσαν απ' αυτούς — εξουσίαζαν το σύμπαν. Εκμεταλλεύονταν το καθετί. Εσείς —ο απλός λαός, οι εργάτες— ήσασταν σκλάβοι τους. Μπορούσαν να σας κάνουν ό,τι ήθελαν. Μπορούσαν να σας μπαρκάρουν στον Καναδά σαν κοπά-δια. Μπορούσαν να κοιμηθούν με τα κορίτσια σας, αν τους έκανε κέφι. Μπορούσαν να διατάξουν να σας μαστιγώσουν μ' ένα πράγμα που το λέγανε "η γάτα μιε τις εννιά ουρές". Έπρεπε να τους βγάζετε το καπέλο όταν περνούσαν δίπλα σας. 0 καπιταλιστής έβγαινε περιστοιχισμένος από μια συμμορία λακέδες...»
0 γέρος έλαμψε πάλι.
«Λακέδες!» είπε. «Να μια λέξη που έχω ν' ακούσω χρόνια και καιρούς. Λακέδες! Αυτό μου θυμίζει — ου! — θυμάμαι, κάτι αιώνες πριν, πήγαινα καμιά φορά στο Χάιντ Παρκ Κυριακή απόγευμα ν' ακούω τους τύπους που βγάζανε λόγο. Μαζεύονταν εκεί ο Στρατός της Σωτηρίας, Καθολικοί, Εβραίοι, Ινδοί —κάθε λογής κόσμος. Ήταν λοιπόν ένας τύπος — δεν μπορώ να θυμιηθώ πώς τον έλεγαν, αλλά ήταν πολύ δυνατός, πραγματικός ρήτορας σου λέω —, δεν τους χαρίστηκε, τους τα 'πε έξω από τα δόντια! Λακέδες! τους λέει, λακέδες της μπουρζουαζίας! Τπηρέτες της άρχουσας τάξης! Πα-ράσιτα —τους είπε και παράσιτα... Και ύαινες, vat, ναι, τους είπε και ύοανες. Φυσικά μιλούσε για το Εργατικό Κόμμα, καταλαβαίνεις».
0 Γουίνστον έβλεπε ότι η συζήτηση ήταν ασυνάρτητη. «Εκείνο που θέλω να μάθω είναι τούτο», είπε. «Αισθάνεστε ότι έχετε περισ-σότερη ελευθερία απ' ό,τι εκείνο τον καφό; Σας φέρονται πιο ανθρώ-πινα; Παλιά, οι πλούσιοι, εκείνοι που είχαν την εξουσία...»
«Η Βουλή των Λόρδων», είπε ο γέρος αναπολώντας.
«Η Βουλή των Λόρδων, αν θέλετε. Αυτό που ρωτώ είναι, σας φέρνονταν άσχημα σαν σε κατώτερα όντα, μόνο και μόνο επειδή εκείνοι ήταν πλούσιοι κι εσείς φτωχοί; Είναι γεγονός, ας πούμε, ότι
103

έπρεπε να τους αποκαλείτε "αφέντες" κο« να βγάζετε το χ.απ£λ.ο σας όταν περνούσαν δίπλα σας;»
0 γέρος φαινόταν να έχει πέσει σε βαθιά συλλογή. Κατέβασε τη μισή μπίρα προτού απαντήσει.
«Nat», είπε. «Τους άρεσε να τους βγάζεις το χαπελο. 'Εδείχνε σεβασμό αυτό. Εμένα δε μ' άρεσε, αλλά το 'κανα συχνά. Έτσι έπρεπε, βλέπεις».
«Και συνήθιζαν — επαναλαμβάνω κατά λέξη αυτό που διάβασα στα βιβλία της ιστορίας — συνήθιζαν αυτοί οι άνθρωποι και οι υπηρέ-τες τους να σας σπρώχνουν να κατεβείτε από τα πεζοδρόμια;»
«Ένας τους μ' είχε σπρώξει μια φορά», είπε ο γέρος. «To θυ-μάμαι σαν να 'ταν χθες. Ήταν οι λεμβοδρομίες εκείνη τη νύχτα — γινόταν νταβαντούρι όταν είχαμε λεμβοδρομίες — και έπεσα πάνω σ' έναν από δαύτους στη λεωφόρο Σέιφτσμπερι. Σωστός τζέντλεμαν — πουκάμισο μεταξωτό, ημίψηλο, μαύρο παλτό. Έκανα ζιγκ ζαγκ στο πεζοδρόμιο κι έπεσα πάνω του χωρίς να το θέλω. Μου λέει: "Δε βλέπεις πού πηγαίνεις;" Του λέω: "Νομίζεις ότι το βρομοπεζοδρόμιο είναι δικό σου;" Μου λέει: "Θα σου στρίψω το λαρυγγι, μη μου μιλάς εμένα έτσι". Του λέω: "Είσαι τύφλα στο μεθύσι, θα σε ξαπλώσω κάτω στο λεπτό". Kt αν θες, το πιστεύεις: βάζει το χέρι του στο στήθος μου και μου δίνει μια σπρωξιά που παραλίγο να με στείλει κάτω από τις ρόδες ενός λεωφορείου. Ε, ήμουνα νέος τότε και θα του 'δινα μια γερή να καταλάβει, αλλά...»
0 Γουίνστον ένιωσε a&orffr\%o$. Η μνήμη του γέρου δεν ήταν παρά μια στοίβα άχρηστες λεπτομέρειες. Θα μπορούσε κανείς να τον ρωτάει όλη μέρα χωρίς να πάρει καμιά πραγματική πλΎ]ροψορία. Οι ιστορίες του Κόμματος μπορεί να 'ταν αληθινές με τον τρόπο τους• μπορεί, ακόμα, να 'ταν ολότελα αληθινές. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια.
«Ίσως δεν εξηγήθηκα καλά», είπε. «Εκείνο που θέλω να πω είναι το εξής: Ζήσατε πολλά χρόνια. Περάσατε τη μισή σας ζωή πριν από την Επανάσταση. To 1925 ήσαστε ήδη μεγάλος. Μπορεί-τε, απ' όσο θυμάστε, να πείτε αν η ζωή το 1925 ήταν καλύτερη από
104

την τωρινή ή χεφότερη; Αν μπορούσατε να διαλέξετε, θα προτιμου-σατε να ζείτε τότε ή τώρα;»
0 γέρος κοίταξε σκεφτικά τον πίνακα με τα βελάκια. Τελείωσε την μπίρα του, πίνοντάς την πιο αργά τώρα. Όταν μίλησε, είχε ένα συγκαταβατικό φιλοσοφημένο ύφος, λες και η μπίρα τον είχε μα-λακώσει.
«Ξέρω τι περιμένεις να σου πω», είπε. «Περιμένεις να πω ότι θα προτιμούσα να ήμουν νέος. Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι προτιμούν να ήσαν νέοι, αν τους ρωτήσεις. Έχεις υγεία, είσαι δυνατός όταν είσαι νέος. Όταν φτάνεις στα χρόνια μου, δεν είσαι ποτέ καλά. Τποφέρω από πόνους στα πόδια και η κύστη μου είναι χάλια. Με κάνει να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι τη νύχτα έξι εφτά φορές. Από την άλλη, έχεις μεγάλα πλεονεκτήματα όταν φτάσεις στην ηλικία μου. Δεν έχεις τις ίδιες σκοτούρες. Δεν έχεις νταραβέρια πια με τις γυναίκες, κι αυτό είναι μεγάλο πράμα. Δεν πήγα με γυναίκα εδώ και τριάντα χρόνια σχεδόν, πίστεψέ με. Και το σπουδαιότερο, ούτε το ήθελα».
0 Γουίνστον έγειρε πίσω ακουμπώντας στο περβάζι. Δεν άξιζε να συνεχίσει. Ετοιμαζόταν να κεράσει κι άλλη μπίρα όταν ο γέρος ξαφνικά σηκώθηκε και σύρθηκε γρήγορα ως το βρομερό αποχωρη-τήριο. To παραπανίσιο μισόλιτρο είχε κιόλας ενεργήσει. 0 Γουίν-στον κάθισε ένα λεπτό κοιτάζοντας αφηρημένος το άδειο ποτήρι του και, χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά του τον έφεραν πάλι έξω στο δρόμο. Μέσα σε είκοσι χρόνια το πολύ, σκεφτόταν, δεν θα μπορούσε πια κανείς να δώσει απάντηση στη σπουδαία όσο και απλή ερώτη-ση: «Ήταν καλύτερα πριν από την Επανάσταση ή όχι;» Στην πραγματικότητα ούτε τώρα κανείς μπορούσε ν' απαντήσει, αφού οι λίγοι που είχαν επιζήσει από τον παλιό κόσμο ήταν ανίκανοι να συγκρίνουν τη μια εποχή με την άλλη. θυμούνταν ένα εκατομμύριο άχρηστα πράγματα, έναν καβγά μ' έναν συνάδελφο, μια χαμένη τρόμπα ποδηλάτου, την έκφραση που είχε το πρόσωπο μιας αδελφής πεθαμένης από καιρό, τα στροβιλίσματα της σκόνης μια μέρα που φυσούσε πολύ πριν εβδομήντα χρόνια. Όμως τα γεγονότα που είχαν
105
TZQPTZ ΟΡΓΟΥΕΛ
κάποια σημασία ήταν έξω από το οπτικό τους πεδίο. Ήταν σαν τα μυρμήγκια, που μπορούν να δουν μικρά αντικείμενα αλλά όχι μεγά-λα. Kat όταν η μνήμη απουσίαζε, όταν τα γραπτά ντοκουμέντα ήταν παραποιημένα, όταν συνέβαινε αυτό, ο :σχυρισμός του Κόμ-ματος ότι έχει καλυτερεύσει τις συνθήκες της ζωής έπρεπε να γίνει δεκτός, γιατί δεν υπήρχε — ούτε θα υπήρχε ποτέ— κανένα μέτρο συγκρισης.
0 εφμός των σκέψεών του διακόπηκε απότομα. Στάθηκε και κοίταζε γύρω του. Βρισκόταν σ' ένα στενό δρόμο, με λίγα σκοτεινά μικρομάγαζα σκόρπια εδώ χι εκεί ανάμεσα στις κατοικίες. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρέμονταν τρεις ξεθωριασμένες μεταλλικές μπάλες που φαίνονταν πως κάποτε θα ήταν επιχρυσωμένες. To μέρος τού φάνηκε γνωστό. Kat βέβαια! Στεκόταν έξω από το παλαιοπωλείο όπου είχε αγοράσει το ημερολόγιο.
Mta ανατριχίλα φόβου τον διαπέρασε. To ότι είχε αγοράσει το ημερολόγιο ήταν ήδη αρκετά επικίνδυνη πράξη και είχε ορκιστεί να μην ξανάρθει ποτέ εδώ. Kt όμως, μόλις άφησε τις σκέψείς του να πλανηθούν, τα πόδια του τον έφεραν μόνα τους. Είχε ελπίσει ότι, με το να γράψει αυτό το ημερολόγιο, θα προφύλασσε τον εαυτό του από κάτι τέτοιες ακριβώς παρορμήσεις που έμοιαζαν με αυτοκτονία. Πρόσεξε ότι, παρ' όλο που είχε πάει σχεδόν εννέα η ώρα, το μαγαζί ήταν ακόμα ανοιχτό. Με την εντύπωση ότι, αν περνούσε μέσα, θα έδινε λιγότερο στόχο από το να περιφέρεται στο πεζοδρόμιο, δρα-σκέλισε την είσοδο. Αν τον ρωτούσε κανείς, θα μπορούσε να απα-ντήσει ότι προσπαθούσε να βρει ξυραφάκια, πράγμα λογικό.
0 μαγαζάτορας είχε μόλις ανάψει την κρεμαστή λάμπα πε-τρελαίου που ανέδιδε μιαν ακάθαρτη μα φιλική μυρωδιά. Γυρω στα εξήντα, α8ύνατος και σκυφτός, είχε μια μακριά καλοσυνάτη μύτη και ήρεμα μάτια που τα αλλοίωναν τα χοντρά γυαλιά που φορούσε. Τα μαλλιά του είχαν σχεδόν ασπρίσεί, αλλά τα δασιά του φρύδια ήταν ακόμα μαύρα. Τα γυαλιά, οι κομψές, βιαστικές κινήσεις του, το παλιό σακάκι από μαύρο 6ζλού8ο που φορούσε, όλ' αυτά του 'διναν έναν αέρα διανοουμενου, σαν να ήταν άνθρωπος των γραμμάτων ή
106

μουσικός. Η φωνή του ήταν απαλή, σαν σβησμένη, και η προφορά του λιγότερο χυδαία απ' αυτήν των περισσότερων προλετάριων.
«Σας αναγνώρισα στο πεζοδρόμιο», είπε αμέσως. «Είσαστε ο κύριος που αγόρασε το γυναικείο λεύκωμα. Αρίστη ποιότης χαρτιού, σατινέ το έλεγαν. Τέτοιο χαρτ( δεν βγαίνει πια, εδώ και — μπορώ να πω— πενήντα χρόνια». Κοίταξε τον Γουίνστον πάνω απ' τα γυαλιά του. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω; Ή θέλετε μόνο να ρίξετε μια ματιά;»
«Περνούσα», είπε αόριστα ο Γουίνστον. «Απλώς κοίταζα. Δεν θέλω κάτι συγκεκριμένο».
«Τόσο το καλύτερο», είπε ο άλλος, «γιατί δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα να σας ευχαριστήσω». Έκανε μκχ απολογητική κίνηση με το απαλό του χέρι. «Βλέπετε πώς είναι εδώ μέσα• θα μπορούσα-τε να πείτε ότι το μαγαζί είναι άδειο. Μεταξύ μας, το εμπόριο των αντικών έχει πεθάνει. Δεν υπάρχει ζήτηση πια, ούτε κι εμπόρευμα. Έπιπλα, κινέζικες πορσελάνες — όλ' αυτά χάθηκαν με τον καιρό. Πράγματα που ήταν από μέταλλο, τα περισσότερα τα έλιωσαν. Έχω να δω μπρουντζινο κηροπήγιο χρόνια».
To εσωτερικό του μαγαζιού ήταν ασφυκτικά γεμάτο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να 'χει έστω την παραμικρή αξία. 0 χώρος του δαπέδου ήταν πολύ περιορισμένος, γιατί ολόγυρα στους τοίγρυς ήταν σωριασμένες αμέτρητες κατασκονισμένες κορνίζες. Η βιτρίνα είχε δίσκους με βίδες και παξιμάδια, παλιωμένα ψαλίδια, σουγιάδες με σπασμένες λάμες, σκουριασμένα ρολόγια που, ήταν ολοφάνερο, δεν λειτουργούσαν, και διάφορα αλλα παλιοπράματα. Μόνο σ' ένα μικρό τραπεζάκι στη γωνιά υπήρχαν χύμα κάτι παράταιρα μικρο-πράγματα — ταμπακέρες από λάκα, καρφίτσες από αχάτη — που έδειχνε ότι μπορούσες να βρεις κάτι ενδιαφέρον. Καθώς ο Γουίνστον κατευθυνόταν προς τα κει, το μάτι του πήρε ένα στρογγυλό, λείο πράγμα που άστραφτε απαλά κάτω από το φως της λάμπας. To πήρε στο χέρι του.
Ήταν ένα βαρυ κομμάτι από γυαλί, κυρτό από τη μεριά, ίσιο από την άλλη, που σχημάτιζε σχεδόν ένα ημισφαίριο. Kac στο
107

χρώμα και στην υφή του γυαλιού υπήρχε μια περίεργη διαφάνεια, σαν το νερό της βροχής. Στο βάθος του μεγεθυσμένο από την κα-μπυλωτή επιφάνεια, ένα παράξενο, ροζ, ελικοειδές αντικείμενο θύ-μ,ίζε τριαντάφυλλο ή θαλάσσια ανεμώνη.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Γουίνστον μαγεμένος.
«Αυτό είναι κοράλλι», είπε ο γέρος. «Πρέπει να είναι από τον Ινδικό Ωκεανό. Συνήθιζαν να το φυτεύουν στο γυαλί. Αυτό πρέπει να 'γινε πριν εκατό χρόνια το λιγότερο. Και παραπάνω, αν κρίνω από το πώς δείχνει».
«Θαυμάσιο πράγμα», είπε ο Γουίνστον.
«Θαυμάσιο πράγμα», συμφώνησε ο άλλος. «Αλλά δεν υπάρχουν πολλοί που θα το εκτιμούσαν στις μέρες μας». Έβηξε. «Τώρα, αν θέλετε να το αγοράσετε, θα σας κόστιζε τέσσερα δολάρια. Θυμάμαι έναν καιρό που ένα πράγμα σαν αυτό θα 'φτανε τις οχτώ λίρες, και οχτώ λίρες ήταν — χμ... δεν μπορώ να υπολογίσω, αλλά ήταν πολ-λά λεφτά. Ποιος νοιάζεται όμως για γνήσιες αντίκες σήμερα, ακό-μα και για τις λίγες που απόμειναν;»
0 Γουίνστον πλήρωσε αμέσως τα τέσσερα δολάρια κι έχωσε στην τσέπη του το ποθητό αντικείμενο. Εκείνο που τον τραβούσε πιο πολυ δεν ήταν τόσο η ομορφιά του όσο το ότι έδειχνε πως ανήκε σε μιαν άλλη εποχή, τελείως διαφορετική από τη σημερινή. To απαλό, σαν το νερό της βροχής, γυαλί δεν έμοιαζε με κανένα γυαλί που είχε δει ως τώρα. Ακόμα, γινόταν διπλά ελκυστικό επειδή φαι-νόταν εντελώς άχρηστο, αν και μπορουσε κανείς να μαντέψει ότι άλλοτε χρησίμευε για να στερεώνει τα χαρτιά. To αισθανόταν βαρύ μες στην τσέπη του, αλλά ευτυχώς δεν φούσκωνε πολύ. Ήταν αλ-λόκοτο, ακόμα κι επικίνδυνο πράγμα για να το έχει ένα μέλος του Κόμματος. Καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο. 0 γέρος, αφού πήρε τα τέσσερα δολάρια, φαινόταν ολοκάθαρα πολύ πιο ευχαριστημένος. 0 Γουίνστον κατάλαβε ότι θα δεχόταν να του το αφήσει και τρία, ακόμα και δύο δολάρια.
«Έχουμε κι ένα άλλο δωμάτιο επάνω που ίσως σας ενδιέφερε να του ρίξετε μια ματιά», είπε. «Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα, βέ-βαια, λίγα κομμάτια μόνο. Θα πάρουμε μια λάμπα ν' ανέβουμε».
108
Χίλια εννιαχόσια ογδόντιζ τέσσερα
Άναψε μια λάμπα και ανέβηκε πρώτος σκυφτά μια απότομη, σάπια σκάλα• ύστερα προπορεύτηκε σ' ένα στενό διαδρομάκι και μπήκε σ' ένα δωμάτιο που δεν έβλεπε στο δρόμο, αλλά σε μια χα-λικοστρωμένη αυλή και ένα δάσος από καμινάδες. 0 Γουίνστον πρόσεξε ότι η επίπλωση ήταν τακτοποιημένη σαν το δωμάτιο να επρόκειτο να κατοικηθεί: ένα στενό χαλί στο πάτωμα, δυο τρεις πίνακες στον τοίχο και κοντά στο τζάκι είχαν σύρει μια βαθιά παλιωμένη πολυθρόνα. Πάνω στο τζάκι ένα γυάλινο παλιομοδίτικο ρολόι με δώδεκα ψηφία στην πλάκα χτυπούσε ρυθμικά. Κάτω από το παράθυρο, ένα πελώριο κρεβάτι με το στρώμα του έπιανε σχεδόν το μισό δωμάτιο.
«Ζούσαμε εδώ μέχρι που πέθανε η γυναίκα μου», είπε ο γέρος με υφος σχεδόν απολογητικό. Πουλάω σιγά σιγά τα έπιπλα. Αυτό είναι ένα ωραίο κρεβάτι από μαόνι, ή τουλάχιστον θα ήταν ωραίο κρεβάτι αν μπορούσε κανείς να ξεφορτωθεί τους κοριούς. Αλλά φαντάζομαι ότι θα το βρίσκατε λίγο ενοχλητικό».
Κρατούσε τη λάμπα ψηλά για να φωτίζει ολόκληρο το χώρο, και μέσα στο ζεστό μισοσκόταδο το δωμάτιο φαινόταν παράξενα φιλόξενο. Από το μυαλό του Γουίνστον πέρασε η ιδέα ότι θα ήταν ίσως πολύ εύκολο να νοικιάσει το δωμάτιο για λίγα δολάρια την εβδομάδα, αν τολμούσε να το ρισκάρει. Τρελή ιδέα και απραγμα-τοποίητη, που έπρεπε να τη σβήσει από το μυαλό του αμέσως μόλις του ήρθε• αλλά το δωμάτιο του ξύπνησε μέσα του κάποια νοσταλ-γία, κάποια προγονική ανάμνηση. Του φάνηκε ότι ήξερε απόλυτα πώς αισθανόταν κανείς να κάθεται σ' ένα τέτοιο δωμάτιο ξαπλω-μένος στην πολυθρόνα δίπλα στην αναμμένη φωτιά με τα πόδια μπροστά στο τζάκι και μια χύτρα στην εστία. Ολότελα μόνος, απόλυτα ασφαλής, μέσα σε τέλεια γαλήνη, να μη σε παρακολουθεί κανείς, να μη σε κυνηγάει καμιά φωνή, να μην ακούγεται άλλος θόρυβος από το τραγούδι της χύτρας στη φωτιά και το φιλικό τικ τακ του ρολογιού.
«Δεν υπάρχει τηλεοθόνη!» μουρμούρισε ανήμπορος να συγκρα-τηθεί.
109

«A!» είπε o γέρος, «δεν είχα ποτέ μου τέτοιο πράγμα. Είναι πολύ ακριβό κοκ ποτέ δεν αοσθάνθηκα την ανάγκη να έχω. Εκεί στη γωνιά βρίσκεται ένα νόστιμο πτυσσόμενο τραπεζάκι. Βέβαια, θα χρειαστεί να βάλετε καινούρια στηρίγματα, αν θέλετε να χρησιμο-ποιήσετε τα φύλλα».
Είχε και μ«χ μικρή βιβλιοθήκη, κι ο Γουίνστον κατευθύνθηκε προς τα κει. Τα βιβλία της ήταν όλα αδιάφορα. Η δίωξη και η καταστροφή των βιβλίων έγινε με την ίδια φροντίδα στις συνοικίες των προλετάριων που έγινε παντού. Ήταν πολύ απίθανο να υπήρχε σ' οποιοδήποτε μιέρος της Ωκεανίας βιβλίο τυπωμένο πριν από το I960. 0 γέρος, κρατώντας πάντα τη λάμπα, στεκόταν μπροστά σε μιαν εικόνα με κορνίζα από ξύλο τριανταφυλλιάς, που κρεμόταν στην άλλη πλευρά του τζακιού, απέναντι στο κρεβάτι.
«Τώρα, αν σας ενδιαφέρουν καθόλου οι παλιοί πίνακες...» άρ-χισε ευγενικά.
0 Γουίνστον πλησίασε να εξετάσει την εικόνα. Ήτανε μια γκραβούρα σε ατσάλι που παρίστανε ένα οβάλ κτίριο με παραλλη-λόγραμμα παράθυρα και είχε μπροστά έναν πυργίσκο. Ένα κιγκλί-δωμα περικύκλωνε το κτίσμα και στην πίσω άκρη διακρινόταν κάτι σαν άγαλμα. 0 Γουίνστον το κοίταξε για λίγο. Του φαινόταν γνωστό παρ' όλο που δεν θυμόταν το άγαλμα.
«To πλαίσιο είναι καρφωμένο στον τοίχο», είπε ο γέρος, «αλλά μπορώ, αν θέλετε, να σας το ξεκαρφώσω».
«To γνωρίζω αυτό το κτίριο», είπε ο Γουίνστον τελικά. «Είναι ερείπιο τώρα. Είναι στη γωνιά του δρόμου έξω από το Δικαστικό Μέγαρο».
«Ακριβώς. Έξω από τα Δικαστήρια. Βομβαρδίστηκε, ου, πάνε πολλά χρόνια. Ήταν εκκλησία κάποτε. Λεγόταν η Εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος». Χαμογέλασε δειλά σαν να φοβόταν ότι αυτό που θα 'λεγε θα ήταν κάπως -γεΚοίο και πρόσθεσε: «"Πορτοκάλια και λεμόνια", λεν οι καμπάνες του Αγίου Κλήμεντος».
«Tt είναι αυτό;» είπε ο Γουίνστον.
«Ω, "Ήορτοκάλια και λεμόνια'", λεν οι καμπάνες του Αγίου
110
Χίλια εννίακόσία ογδόντα. τέσσερα
Κλήμεντος". Είναι ένα τραγούδι που λέγαμε όταν ήμουν παιδί. Δεν θυμάμαι τι λέει παρακάτω, αλλά ξέρω πως τελείωνε έτσι: "Να κε-ρί να σε φωτίσει στο κρεβάτι, να λεπίδι να σου κόψει το κεφάλι". Ήταν ένας παιδικός χορός. Τα παιδιά σήκωναν ψηλά τα χέρια για να περάσεις από κάτω και, μόλις έλεγαν το "Να λεπίδι να σου κό-ψει το κεφάλι", κατέβαζαν τα χέρια και σ' έπιαναν. Όλες οι εκ-κλησίες του Λονδίνου — ή 'τουλάχιστον οι κυρώτερες — αναφέρο-νταν στο τραγούδι».
0 Γουίνστον διερωτήθηκε σε ποιον αιώνα ν' ανήκε αυτή η εκ-κλησία. Πάντα ήταν δύσχοΚο να καθορίσεις την ηλικία ενός κτιρίου στο Λονδίνο. Όλα όσα ήταν μεγάλα κι επιβλητικά και έδειχναν αρκετά καινούρια, έλεγαν ότι τα έχτισαν μετά την Επανάσταση, ενώ όσα φαίνονταν παλιότερα, τα απέδιδαν σε κάποια απροσδιόρι-στη περίοδο που ονόμαζαν Μεσαίωνα. Θεωρείτο ότι οι αιώνες του καπιταλισμού δεν είχαν δημιουργήσει τίποτε αξίόλογο. Δεν μπορού-σες να μάθεις ιστορία από την αρχιτεκτονική, όπως δεν μπορούσες κοα από τα βιβλία. Αγάλματα, επιγραφές, μνημεία, ονομασίες δρό-μων, ό,τι θα μπορούσε να ρίξει φως στο παρελθόν το είχαν αλλάξει συστηματικά.
«Δεν ήξερα ότι ήταν εκκλησία», μουρμούρισε ο Γουίνστον.
«Τπάρχουν ακόμα πολλές», είπε ο γέρος, «αλλά τους έχουν αλλάξει τη χρήση. Λοιπόν, πώς συνέχιζε αυτό το τραγούδι; Α, θυμήθηκα!
"Πορτοχάλια και λεμόνια", λεν οι καμπάνες του Αγίου Κλημεντος, "Μου χρωστάς τρία φαρδίνια", λεν οι χιχμπάνες του Αγίου Μαρτίνου...
Μέχρι εκεί θυμάμαι. To φαρδίνι ήταν ένα μικρό χάλκινο νόμισμα,
έμοιαζε με το σεντ».
«Πού ήταν η εκκλησία του Αγίου Μαρτίνου;» ρώτησε ο Γου-ίνστον.
«0 Άγιος Μαρτίνος; Υπάρχει ακόμα. Είναι στην Πλατεία Νί-κης, δίπλα στην πινακοθήκη. Ένα κτίριο με τριγωνική πύλη, με στύλους στην πρόσοψη και μιαν επιβλητική σκάλα».
111

0 Γουίνστον ήξερε καλά το μ,έρος. Ήταν μουσείο που το χρη-σιμοποιούσαν για προπαγανδιστικά εκθέματα διαφόρων ειδών — μικρογραφίες από βόμβες και Πλωτά Οχυρά, πίνακες που παρίστα-ναν τις φρικαλεότητες του εχθρού, και άλλα παρόμοια.
«0 Άγιος Μαρτίνος των Αγρών, λεγόταν», είπε ο γέρος, «παρ' όλο που δεν θυμάμαι να υπήρχαν αγροί εκεί γύρω».
0 Γουίνστον δεν αγόρασε τον πίνακα. Θα ήταν ακόμα πιο ανάρμοστο κι από την αγορά του πρες-παπιέ, κι έπειτα θα ήταν εντελώς αδύνατο να τον μεταφέρει σπίτι, εκτός αν έβγαζε την κορνίζα. Καθυστέρησε λίγο ακόμα κουβεντιάζοντας με το γέρο, και ανακάλυψε ότι δεν λεγόταν Γουίκς —όπως (σως να συμπέραινε κανείς από την επιγραφή έξω από το μαγαζί— αλλά Τσάρινγκτον. Φαίνεται λοιπόν πως ο κύριος Τσάρινγκτον ήταν χήρος, 63 χρονών, που ζούσε σ' αυτό το μαγαζί τριάντα χρόνια. Στο διάστημα αυτό είχε σκοπό να αλλάξει το όνομα στην ζίσοδο, αλλά ποτέ δεν το αποφάσιζε. Όση ώρα μιλούσαν, οι μισοξεχασμένοι στίχοι δεν έφευ-γαν από το μυαλό του Γουίνστον. «"Πορτοκάλια και λεμόνια", λεν οι καμπάνες του Αγίου Κλήμεντος. "Μου χρωστάς τρία φαρδίνκχ", λεν οι καμπάνες του Αγίου Μαρτίνου!» Ήταν περίεργο, αλλά, όταν το έλεγες, είχες την ψευδαίσθηση ότι άκουγες πραγματικά καμπά-νες, τις καμπάνες ενός χαμένου Λονδίνου, που εξακολουθούσε να υπάρχει κάπου, μεταμορφωμένο και ξεχασμένο. Από το ένα φαντα-στικό καμπαναριό έως το άλλο, του φάνηκε πως άκουγε να σημαί-νουν όλες οι καμπάνες μαζί. Και όμως, απ' όσο μπορούσε να θυ-μηθεί, στην πραγματική ζωή δεν είχε ποτέ του ακούσει να χτυπούν καμπάνες εκκλησίας.
Έφυγε από τον κ. Τσάρινγκτον και κατέβηκε μοναχός του τις σκάλες, για να μην τον δει ο γέρος να εξετάζει το δρόμο προτού περάσει την εζοΒο. Είχε ήδη αποφασίσει ότι μετά από ένα λογικό διάστημα — ένα μήνα, ας πούμε — θα διακινδύνευε άλλη μια επίσκε-ψη στο μαγαζί. Μπορεί να μην ήταν πιο επικίνδυνο από το να α-ποφυγει ένα απόγευμα στο Κέντρο. To πιο σοβαρό, το πιο επικίν-δυνο, η πραγματική τρέλα ήταν το ότι ξαναήρθε σ' αυτό το μέρος,
112

αφού είχε αγοράσει το ημερολόγιο και χωρίς να ξέρει αν μπορούσε να εμπιστεύεται τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Και όμως!..
Ναι, σκέφτηκε πάλι, θα ξαναρχόταν. θ' αγόραζε κι άλλα άχρη-στα πεταμένα ωραία κομμάτια. Θ' αγόραζε την γκραβούρα του Αγίου Κλήμεντος, θα έβγαζε την κορνίζα και θα την έπαφνε σπίτι, κρυμμένη κάτω από το σακάκι της στολής του. Θα αποσπούσε το υπόλοιπο ποίημα από τη μνήμη του κ. Τσάρινγκτον. Ακόμα κι αυτό το τρελό σχέδιο να νοικιάσει το επάνω δωμάτιο άστραψε προς στιγ-μήν στο μυαλό του. Η έξαψή του τον έκανε για κλάσματα του δευτερολέπτου απρόσεκτο, και βγήκε στο πεζοδρόμιο χωρίς προη-γουμένως να κοιτάξει από το παράθυρο. Είχε κιόλας αρχίσει να σιγομουρμουρίζει σ' έναν αυτοσχέδιο σκοπό:
«Πορτοκάλια χαι λεμόνια», λεν οι καμπάνες του Αγίου Κλ-ημεντος, «Μου χρωστάς τρία φαρδίνια», λεν οι...
Ξαφνικά η καρδιά του πάγωσε και του φάνηκε ότι έλιωσαν τα σωθικά του. Λίγα μέτρα πιο κάτω κατέβαινε από το πεζοδρόμιο μια σιλουέτα με μπλε στολή. Ήταν η κοπέλα από το Τμήμα Φαντα-σίας, η μελαχρινή. Ήταν μισοσκόταδο, αλλά δεν ήταν δύσκολο να την αναγνωρίσει. Εκείνη τον κοίταξε ίσια καταπρόσωπο, και ύστε-ρα προχώρησε βιαστικά σαν να μην τον είχε δει.
Για λίγα δευτερόλεπτα, ο Γουίνστον παρέλυσε. Μετά έστριψε δεξιά και απομακρύνθηκε με βαριά βήματα χωρίς να προσέξει ότι έπαιρνε λάθος κατεύθυνση. Οπωσδήποτε, ένα ζήτημα είχε ξεκα-θαριστεί. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι η κοπέλα τον κατασκόπευε. θα πρέπει να τον είχε παρακολουθήσει ως εδώ, γιατί ήταν απίστευ-το να περπατούσε τυχαία το ίδιο απόγευμα στον ίδιο μικρό απόμε-ρο σκοτεινό δρόμο, χιλιόμετρα μακριά από τις συνοικίες όπου ζού-σαν τα μέλη του Κόμματος. Ήταν πολύ για να είναι σύμπτωση. To αν ήταν πραγματικά πράκτορας της Αστυνομίας της Σκέψης ή απλώς ερασιτέχνης κατάσκοπος, παρακινημένη από υπερβάλλοντα ζήλο, δεν είχε σημασία. Ήταν αρκετό ότι τον παρακολουθούσε. Ίσως τον είχε δει που μπήκε και στην παμπ.
113

Έκανε μεγάλη προσπάθεια για να περπατήσει. To γυάλινο αντικείμενο στην τσέπη του χτυπούσε το μηρό του σε κάθε βήμα του, και του ήρθε να το πετάξει. To χειρότερο ήταν ο πόνος στην κοιλιά του. Για μια στιγμή ένιωσε πως θα πέθαινε αν δεν πήγαινε αμέσως στο αποχωρητήριο. Αλλά δεν θα υπήρχε δημόσιο αποχω-ρητήριο σε τέτοια συνοικία. Έπειτα, ο σπασμός τού πέρασε αφή-νοντας μια μικρή ενόχληση.
0 δρόμος ήταν αδιέξοδος. 0 Γουίνστον στάθηκε, έμεινε για λίγο αναποφάσιστος, ύστερα ξαναγύρισε πίσω. Τότε σκέφτηκε πως δια-σταυρώθηκε με το κορίτσι πριν από λίγα λεπτά, και αν έτρεχε, θα την πρόφταινε. Θα μπορούσε να την ακολουθήσει ώσπου να φτάσουν σ' ένα έρημο μέρος κι εκεί να της σπάσει το κεφάλι με μια πέτρα. To γυάλινο αντικείμενο που είχε στην τσέπη θα ήταν ό,τι έπρεπε γι' αυτή τη δουλειά. Όμως εγκατέλειψε αμέσως την ιδέα, γιατί ακόμα και η σκέψη μιας οποιασδήποτε σωματικής προσπάθειας του ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσε να τρέξει, δεν μπορούσε να χτυπήσει. Εξ άλλου, ήταν νέα και εύρωστη και θα υπεράσπιζε τον εαυτό της. Σκέφτηκε ακόμα να τρέξει γρήγορα στο Κοινοτικό Κέντρο και να μείνει εκεί ώσπου να κλείσει, για να έχει άλλοθι. Αλλά κι αυτό ήταν αδύνατον. Τον είχε πιάσει μια θανάσιμη κούραση. To μόνο που ή-θελε ήταν να πάει σπίτι γρήγορα, να καθίσει και να ησυχάσει.
Ήταν περασμένες δέκα όταν γύρισε στο διαμέρισμά του. To κεντρικό φως θα σταματούσε στις εντεκάμισι. Πήγε στην κουζίνα και ρούφηξε σχεδόν ένα ολόκληρο φλιτζάνι Τζιν Νίκης. Έπειτα, πήγε στο τραπέζι κι έβγαλε από το συρτάρι το ημερολόγιο. Δεν το άνοιξε όμως αμέσως. Από την τηλεοθόνη μια δυνατή γυναικεία φω-νή κραύγαζε ένα πατριωτικό τραγούδι. Κάθισε κοιτάζοντας το εξώ-φυλλο του λευκώματος, προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να μην α-κούει τη φωνή.
Τη νύχτα έρχονταν νοτσε πιάσουν, πάντα τη νύχτα. To μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να σκοτωθείς προτού σε πιάσουν. Χωρίς αμφιβολία, μερικοί το έκαναν. Πολλές εξαφανίσεις στην πραγμα-τικότητα ήσαν αυτοκτονίες. Αλλά χρειαζόταν τρομερό θάρρος για
114
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
να σκοτωθείς σ' έναν κόσμο όπου ήταν αδύνατο να προμηθευτείς όπλο ή οποιοδήποτε γρήγορο και σίγουρο δηλητήριο. Σκέφτηκε με κάποια έκπληξη πόσο άχρηστος βιολογικά είναι ο φυσικός πόνος και ο ίρόβος, σκέφτηκε την προδοσία του ανθρώπινου σώματος που κα-ταντά ανίκανο ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται ιδιαίτερη προσπά-θεια. θα μπορούσε να έκανε τη μελαχρινή κοπέλα να σωπάσει για πάντα, αν ενεργούσε γρήγορα• αλλά ακριβώς ο μεγάλος κίνδυνος τον έκανε να χάσει τη δυναμη να ενεργήσει. Σκέφτηκε ότι σε στιγμές κρίσης δεν αγωνίζεται κανείς ενάντια σ' έναν εξωτερικό εχθρό, αλλά ενάντια στο ίδιο του το σώμα. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, παρ' όλο το τζιν, αυτός ο μικρός πόνος στην κοιλιά τον εμπόδιζε να σκεφτεί παραπέρα. Και συμβαίνει το. ίδιο, σκέφτηκε, με όλες τις καταστά-σεις που φαίνονται ηρωικές ή τραγικές. Στο πεδίο της μάχης, στο θάλαμο βασανιστηρίων, στο πλο(ο που βυθίζεται, ot λόγοι για τους οποίους αγωνίζεσαι πάντα ξεχνιούνται, γιατί το σώμα διογκώνεται ώσπου να γεμίσει το σύμπαν, ενώ ακόμα κι όταν δεν έχεις παραλύσει από τον τρόμο ή δεν κλαις από τους πόνους, η ζωή είνοα ανά πάσα στιγμή ένας αγώνας ενάντια στην πείνα ή στο κρύο ή στην αϋπνία, ενάντια σ' ένα χαλocσμέvo στομάχι ή σ' έναν πονόδοντο.
Άνοιξε το ημερολόγιο. Έπρεπε να γράψει κάτι. Η γυναίκα στην τηλεοθόνη είχε αρχίσει καινούριο τραγουδι. Η φωνή της ήτανε λες και του σούβλιζαν το μυαλό μυτερά κομμάτια σπασμένο γυαλί. Προσπάθησε να σκεφτεί τον Ο'Μπράιεν, που γι' αυτόν ή προς αυτόν έγραφε το ημερολόγιο, αλλά, αντί γι' αυτόν, άρχισε να σκέ-φτεται τι θα του συνέβαινε όταν θα τον έπαιρνε η Αστυνομία της Σκέψης. Δεν είχε σημασία αν σε σκότωναν αμέσως. To να σε σκο-τώσουν ήταν κάτι που το περίμενες. Αλλά προτού πεθάνεις (κανείς δεν μιλούσε γι' αυτά, κι όμως όλοι τα ήξεραν) έπρεπε να περάσεις από τη συνηθισμένη διαδικασία της ομολογίας• να συρθείς στο πά-τωμα ζητώντας χάρη, να νιώσεις τα κόκαλα που σου συντρίβουν, τα δόντια που σου σπάζουν, τις ματωμένες τούφες των μαλλιών που σου ξεριζώνουν. Γιατί έπρεπε να τα υποστείς όλ' αυτά, αφού το τέλος ήταν πάντα το ίδιο; Γιατί να μην μπορείς να κόψεις κάποιες
115

ημέρες ή βδομάδες από τη ζωή σου; Κανείς δεν γλίτωνε ποτέ από την παρακολούθηση, και δεν υπήρχε κανείς που να μην ομολογού-σε στο τέλος. Αφού είχες διαπράξει έγκλημα σκέψης, ήταν σίγουρο πως μια μέρα θα βρισκόσουν νεκρός. Γιατί, λοιπόν, να διαιωνίζεται αυτός ο τρόμος που δεν άλλαζε σε τίποτα την κατάσταση;
Προσπάθησε, αυτή τη φορά με περισσότερη επιτυχία, να φέρει στο νου του την εικόνα του Ο'Μπράιεν. «Θα συναντηθούμε εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι», του είχε πει ο Ο'Μπράιεν. Ήξερε τι σήμαινε αυτό ή νόμιζε πως ήξερε. 0 τόπος όπου δεν υπάρχει σκο-τάδι ήταν ένα φανταστικό μέλλον, που δεν θα έβλεπε κανείς ποτέ, αλλά που μπορούσε να οραματιστεί. Η φωνή που κραύγαζε από την τηλεοθόνη τον εμπόδιζε να ακολουθήσει το νήμα των σκέψεών του. Έφερε στο στόμα του ένα τσιγάρο. 0 μισός καπνός του έπεσε αμέ-σως στη γλώσσα, μια πικρή σκόνη που ήταν δύσχολο να τη φτύσει. To πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού γλίστρησε στο μυαλό του σβήνοντας το πρόσωπο του Ο'Μπράιεν. 'Οπως είχε κάνει λίγες μέ-ρες πριν, έβγαλε από την τσέπη του ένα νόμισμα και το κοίταξε. To βαρύ, ήρεμο, προστατευτικό πρόσωπο κοίταζε τον Γουίνστον κατά-ματα. Αλλά τι ^αμ&γύ,ο ήταν αυτό που κρυβόταν πίσω από το μαύρο μουστάκι; Σαν πένθιμη κωδωνοκρουσία, του ξαναήρθαν οι λέξεις:
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΪΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΤΝΑΜΗ.
116
ΔΕΓΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
I
Htan νωρις ακομα το πρωί, κι ο Γουίνστον βγήκε από το γραφείο του να πάει στην τουαλέτα.
Μια μοναχική σιλουέτα ερχόταν προς το μέρος του από την άλλη άκρη του μακρόστενου διαδρόμου. Ήταν η μελαχρινή κοπέλα. Είχαν περάσει τέσσερις μέρες αφότου την είχε συναντήσει εκείνο το βράδυ έξω από το παλαιοπωλείο. Καθώς πλησίαζε, είδε πως το δεξί της χέρι κρεμόταν από τον ώμο της σ' έναν επίδεσμο, που δεν διακρινόταν από μακριά, γιατί είχε το ίδιο χρώμα με τη φόρμα της. Φαίνεται, θα είχε χτυπήσει στο χέρι καθώς χειριζόταν ένα απ' αυτά τα μεγάλα καλειδοσκόπια όπου σκάρωναν τις υποθέσεις των μυ-θιστορημάτων. Συνέβαιναν συχνά τέτοια ατυχήματα στο Τμήμα Φαντασίας.
Δεν θα τους χώριζαν πάνω από τέσσερα μέτρα, όταν η κοπέλα σκόνταψε κι έπεσε κάτω φαρδιά πλατιά. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή πόνου. Θα πρέπει να έπεσε κατ' ευθείαν πάνω στο χτυπημένο χέρι της.
0 Γουίνστον κοντοστάθηκε. Η κοπέλα σηκώθηκε στα γόνατα, το πρόσωπό της είχε γίνει άσπρο σαν κιμωλία και το στόμα της φάνταζε πιο κόκκινο από ποτέ. Τα μάτια της τον κοίταζαν με μια παρακλητική έκφραση που έμοιαζε πιο πολύ με φόβο παρά με πόνο.
Mta περίεργη συγκίνηση δόνησε την καρδιά του Γουίνστον. Μπροστά του βρισκόταν ένας εχθρός που προσπαθούσε να τον σκο-τώσει• μπροστά του όμως βρισκόταν επίσης ένα ανθρώπινο πλάσμα που πονούσε και ίσως είχε σπάσει και κανένα κόκαλο. Ενστικτω-δώς, είχε κιόλας προχωρήσει να τη βοηθήσει. Τη στιγμή που την είδε να πέφτει πάνω στο δεμένο χέρι της, ένιωσε σαν να πονούσε ο ίδιος.
119

«Χτυπήσατε;» τη ρώτησε.
«Δεν είναι τίποτα. To χέρι μου. Σ' ένα λεπτό θα είμαι καλά».
Μιλούσε σαν να είχε ταχυπαλμία. Ήταν πραγματικά κατάχλο-
«Μήπως έχετε σπάσει τίποτα;»
«Όχι, είμαι εντάξει. Με πόνεσε για λίγο, αυτό είν' όλο». Του άπλωσε το ελεύθερο χέρι της, κι αυτός τη βοήθησε να σηκωθεί. To χρώμα επέστρεψε στο πρόσωπό της και φαινόταν πολυ καλύτερα.
«Δεν είναι τίποτα», ξαναείπε βιαστικά. «Χτύπησα λίγο στον καρπό. Ευχαριστώ, σύντροφε».
Και μ' αυτά τα λόγια, προχώρησε γρήγορα γρήγορα προς την κατεύθυνση που είχε πάρει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όλη αυτή η σκηνή δεν κράτησε πάνω από μισό λεπτό. Να μην αφήνεις τα αισθήματά σου να φαίνονται ήταν μια συνήθεια που είχε γίνει ένστικτο, και, εξ άλλου, όσο κράτησε το επεισόδιο στεκόταν ακριβώς μπροστά στην τηλεοθόνη. Παρά ταύτα, ήταν πολύ δύσκολο στον Γουίνστον να μην προδώσει μια στιγμιαία έκπληξη, γιατί μέσα στα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν όσο τη &ο-φούσε να σηκωθεί, η κοπέλα του είχε βάλει κρυφά κάτι στο χέρι. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το είχε κάνει σκόπιμα. Ήταν κάτι μικρό και επίπεδο. Καθώς περνούσε την πόρτα της τουαλέτας, το έβαλε στην τσέπη του και το ψαχούλεψε με την άκρη των δακτύλων. Ήταν ένα κομματάκι χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα.
Όσο στεκόταν στο ουρητήριο, κατάφερε να το ξεδιπλώσει με τα δάχτυλά του. Χωρίς αμφιβολία θα έγραφε μέσα κάποιο μήνυμα. Για μια στιγμή μπήκε στον πεφασμό να πάει σε μια τουαλέτα και να το διαβάσει αμέσως. Αλλά αυτό θα ήταν σκέτη τρέλα, το ήξερε. Εκεί, ήταν πιο σίγουρο απ' οπουδήποτε αλλού ότι οι τηλεοθόνες σε παρακολουθούν συνεχώς.
Γύρισε στο γραφείο του, κάθισε και με μια αδιάφορη κίνηση έριξε το χαρτάκι ανάμεσα στ' άλλα που ήταν πάνω στο γραφείο. 'Γστερα, φόρεσε τα γυαλιά του και τράβηξε κοντά του το φωνογράφο. «Πέντε λεπτά», είπε μέσα του, «πέντε λεπτά το λιγότερο!» Ευτυχώς που
120
)

η δουλειά που είχε να κάνει ήταν δουλειά ρουτίνας- έπρεπε να διορ-θώσει ένα μακρύ κατάλογο με αριθμούς, πράγμα που δεν χρειαζόταν μεγάλη προσοχή.
Ό,τι και να ήταν γραμμένο στο χαρτί, θα πρέπει να είχε πολι-τική σημασία. Απ' ό,τι μπορούσε να προβλέψει, οι πιθανότητες ήταν δύο. Η μία, που του φαινόταν πιο λογική, να είναι το κορίτσι πρά-κτορας της Αστυνομιας της Σκέψης, όπως ακριβώς το φοβόταν. Δεν ήξερε γιατί η Αστυνομία Σκέψης ε(χε διαλέξει αυτόν τον τρόπο να στέλνουν τα μηνύματά της, αλλά θα είχε τους λόγους της. Αυτό που ήταν γραμμένο στο χαρτί μπορεί να ήταν μια απειλή, μια κλή-ση, μια διαταγή να αυτοκτονήσει, μια οποιαδήποτε παγίδα. Αλλά υπήρχε και μια άλλη, πιο τρελή πιθανότητα που του ερχόταν συνε-χώς στο μυαλό, παρ' ότι προσπαθούσε μάταια να τη διώξει: δηλα-δή, όχι, το μήνυμα δεν προερχόταν από την Αστυνομία της Σκέψης αλλά από κάποια μυστική οργάνωση. Ίσως η Αδελφότητα υπήρχε πραγματικά! Ίσως η κοπέλα ήταν μέλος της! Σίγουρα, αυτή η σκέψη ήταν παράλογη, αλλά του πέρασε από το νου την ίδια στιγμή που ένιωσε το χαρτάκι στο χέρι του. Μερικά λεπτά αργότερα του ήρθε στο νου η άλλη, η πιο λογική εξήγηση. Kt ακόμα και τώρα, μ' όλο που το μυαλό του τού έλεγε πως το μήνυμα ίσως σήμαινε θάνατο — εν τούτοις δεν το πίστευε, και η παράλογη ελπίδα επέμε-νε, και η καρδιά του χτυπουσε, και με πολλή δυσκολία προσπαθούσε να κρατήσει τη φωνή του σταθερή καθώς υπαγόρευε τους αριθμούς του στο φωνόγραφο.
Τύλιξε σε ρολό όλη τη δουλειά που είχε τελειώσει και την έριξε στον αεροσωλήνα. Είχαν περάσει οκτώ λεπτά. Στερέωσε τα γυαλώ στη μύτη του, αναστέναξε και τράβηξε κοντά του τον επόμενο σω-ρό των χαρτιών που είχε να δουλέψει• πάνω τους βρισκόταν το χαρ-τάκι. To ξεδίπλωσε. Με μεγάλα ακατάστατα γράμματα, έγραφε:
Σ' αγαπώ.
Για δευτερόλεπτα πέτρωσε τόσο που δεν μπόρεσε να ρίξει το
121

ενοχοποιητικό χοφτί στην τρύπα της μνήμης. Όταν τελικά το αποφάσισε, μ' όλο που ήξερε τι κίνδυνο δίέτρεχε με το να δείξει τόσο ενδιαφέρον, δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί και να μην το ξαναδιαβάσει για να βεβαιωθεί ότι πραγματικά αυτό έγραφε. Όλο το υπόλοιπο πρωί δυσκολεύτηκε πολύ να συνεχίσει τη δουλειά. To χεφότερο δεν ήταν πως έπρεπε να συγκεντρωθεί σε μια σεφά βαρετές δουλειές, αλλά η ανάγκη να κρύψει την ταραχή του από την τηλεοθόνη. Ένιωθε σαν φωτιά να του καίει τα σωθικά. To γεύμα στη ζεστή, κατάμεστη και πολυθόρυβη χαντίνα ήταν μαρτύριο. Είχε ελπίσει ότι θα έμενε μόνος για λίγο την ώρα του φαγητου, αλλά, για κακή του τύχη, ο ηλίθιος Πάρσονς ήρθε και στρογγυλοκάθισε δίπλα του, και ενώ η μυρωδιά του ιδρώτα του σχεδόν έπνιγε τη μεταλλική μυρωδιά του γιαχνιστου, άρχισε μια ακατάσχετη φλυαρία γύρω από την προετοιμασία της Εβδομάδας Μίσους. Ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος από ένα χάρ-τινο ομοίωμα του κεφαλιού του Μεγάλου Αδελφού πλάτους δύο μέτρων, που είχαν φτιάξει για την περίσταση στην ο\)Μα των Κα-τασκόπων όπου ανήκε η κόρη του. To εκνευριστικό ήταν πως μέσα σ' αυτό το θόρυβο, ο Γουίνστον δεν μπορούσε ν' ακούσει τι έλεγε ο Πάρσονς κι έπρεπε διαρκώς να του ζητάει να επαναλάβει μερικές ανόητες παρατηρήσεις. Κάποια στιγμή μόνο το μάτι του πήρε την κοπέλα μαζί με δυο άλλα κορίτσια σ' ένα τραπέζι στην άλλη άκρη της αίθουσας. Δεν φάνηκε να τον είχε δει και αυτός δεν ξανακοίταξε προς τα εκεί.
To απόγευμα κύλησε πιο υποφερτά. Αμέσως μετά το φαγητό, ήρθε μια δύσκολη και λεπτή εργασία που τον απασχόλησε πολλές ώρες και για να τη φέρει σε πέρας χρειάστηκε να παραμερίσει οτι-δήποτε άλλο. Έπρεπε να παραποιήσει μια σειρά εκθέσεων σχετικών με την παραγωγή των δύο προηγουμένων χρόνων, έτσι ώστε να δυσφημήσει ένα σημαντικό μέλος του Εσωτερικου Κόμματος που τώρα είχε πέσει σε δυσμένεια. Ήταν μια δουλειά που ο Γουίνστον κατάφερνε πολύ καλά και για περισσότερο από δύο ώρες μπόρεσε να διώξει εντελώς την κοπέλα από τη σκέψη του. Κι ύστερα, η θύμηση του προσώπου της του ξαναήρθε, και μαζί μια φλογερή αβάσταχτη
122

επιθυμία να μείνει μόνος. Μέχρις ότου μείνει μόνος, του ήταν αδύνα-τον να σκεφτεί τις καινούριες εξελίξεις. Απόψε ήταν ένα από τα βράδια που περνούσε στο Κοινοτικό Κέντρο. Κατάπιε ένα ακόμα άνοστο φαγητό στην καντίνα, πήγε βιαστικά στο Κέντρο, πήρε μέρος σε μια σοβαροφανή ανόητη «ομαδική συζήτηση», έπαιξε δύο παρτίδες πινγκ πονγκ, ρούφηξε μερικά ποτήρια τζιν και διάβασε για μισή ώρα ένα βιβλίο με τίτλο «Σχέσεις ανάμεσα στον αγγςος και το σκάκι». Η πλήξη τού πλάκωνε την ψυχή, αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε την επιθυμία να αποφύγει αυτή τη βραδιά στο Κέντρο. Στη θέα των λέξεων σ' αγαπώ τον είχε πλημμυρίσει ο πόθος να ζήσει, και ξαφνικά του φαινόταν ανόητο να ριψοκινδυνέψει στο ελάχιστο.
Δεν τα κατάφερε να παραδοθεί στις σκέψεις του με την ησυχ(α του, παρά μόνο μετά τις έντεκα το βράδυ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, μέσα στην ασφάλεια του σκοταδιου που τον γλίτωνε ακόμα και απ' το φόβο της τηλεοθόνης — με την προϋπόθεση ότι θα έμενε σιωπηλός.
Τπήρχε ένα καθαρά πρακτικό πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί: πώς να έρθει σ' επαφή με την κοπέλα και να κανονίσει ραντεβου. Δεν σκεφτόταν πια την πιθανότητα ότι του είχε στήσει παγίδα. Η ολοφάνερη ταραχή της όταν του έδινε το σημείωμα, τον βεβαίωνε γι' αυτό. Ολοφάνερο, ήταν πανικόβλητη, και με το δίκιο της. Όσο για ν' αρνηθεί την προσφορά της, ούτε που του πέρασε από το νου. Μόλις πριν πέντε μέρες σκεφτόταν να της σπάσει το κεφάλι με μια πέτρα, αλλ' αυτό δεν είχε σημασία. Σκέφτηκε το νεανικό γυμνό της σώμα όπως την είχε δει στ' όνεφό του. Την είχε φανταστεί ανόητη σαν όλους τους άλλους, το κεφάλι παραγεμισμένο με ψέματα και μίσος και την καρδιά παγωμένη. Κάτι σαν πυρετός τον έπιασε στη σκέψη ότι μπορεί να τη χάσει, ότι μπορεί να του ξεφύγει το όμορφο σώμα της. Αυτό που φοβόταν προπάντων ήταν μήπως εκείνη αλλά-ξει γνώμη αν δεν τη συναντούσε γρήγορα. Αλλά τέτοια συνάντηση είχε τεράστιες δυσκολίες. Ήταν σαν να προσπαθείς να κάνεις μια κίνηση στο σκάκι όταν είσαι ήδη ματ. 'Οπου και αν πήγαινες, η τηλεοθόνη σε παρακολουθούσε. Στην πραγματικότητα, όλοι οι πι-
123

θανοί τρόποι για να τη συναντήσει του είχαν περάσει απ' το μυαλό τα πρώτα κιόλας λεπτά αφότου διάβασε το σημείωμα. Τώρα όμως, που είχε χρόνο να σκεφτεί, εξέτασε πάλι έναν έναν όλους αυτους τους τρόπους, σαν να 'ταν μια σειρά αντικείμενα που έβαζε σε τάξη.
Ήταν φανερό πως ο τρόπος της πρωινής συνάντησης δεν μπο-ρουσε να επαναληφθεί. Αν εργαζόταν στο Τμήμα Αρχείων, ίσως να ήταν σχετικά εύχόΚο, αλλά δεν είχε παρά μια αμιυδρή ιδέα για το πού βρισκόταν το Τμήμα της Φαντασίας, και δεν είχε κανένα πρόσχημα για να πάει εκεί. Αν ήξερε που μένει και τι ώρα τελείωνε τη δουλειά της, θα μπορούσε να καταφέρει μια συνάντηση κάπου στο δρόμο για το σπίτι της, αλλά να προσπαθήσει να την ακολουθήσει στο σπίτι της ήταν επικίνδυνο, γιατί θα έπρεπε να την περιμένει έξω από το Τπουργείο, πράγμα που σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητο. Να στείλει πάλι γράμμα με το ταχυδρομείο αποκλειόταν. Με σύστημα που δεν ήταν καν μυστικό, όλα τα γράμματα ανοίγονταν καθ' οδόν. Πράγματι, πολύ λίγοι έγραφαν γράμματα. Για τα μηνύματα που χρειαζόταν καμιά φορά να στείλει κανείς, υπήρχαν τυπωμένες κάρ-τες με ένα πίνακα φράσεων, όπου έσβηνες αυτές που δεν ήθελες. Εν πάση περιπτώσει, εκτός από τη διεύθυνση δεν ήξερε και το όνομα της κοπέλας. Τελικά, αποφάσισε ότι το πιο σίγουρο μέρος ήταν η καντίνα. Αν μπορούσε να τη δει μόνη σ' ένα τραπέζι κάπου στο κέντρο της αίθουσας, όχι πολύ κοντά στις τηλεοθόνες, και με αρκετό θόρυβο από τις ομιλίες τριγύρω —αν αυτές οι συνθήκες κρατούσαν, ας πούμε, τριάντα δευτερόλεπτα, θα μπορούσε ίσως να ανταλλάξει μαζί της λίγες λέξεις.
Η ζωή, για μια εβδομάδα μετά από αυτό, έμοιαζε ανήσυχο όνειρο. Την επομένη, εκείνη δεν εμφανίστηκε στην καντίνα, παρά μόνο τη στιγμή που αυτός έφευγε, αφού είχε σημάνει το τέλος του διαλείμματος. Φαίνεται, είχε αλλάξει η ώρα της βάρδιας της. Δια-σταυρώθηκαν δίχως ν' αλλάξουν ματιά. Την άλλη μέρα, η κοπέλα ήταν στην καντίνα τη συνηθισμένη ώρα, αλλά μαζί με τρεις άλλες και ακριβώς κάτω από την τηλεοθόνη. Μετά, για τρεις ολόκληρες εφιαλτικές μέρες, δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Όλο του το μυαλό
124

και το κορμί φαίνονταν σαν να είχαν κατακυριευτεί από μια ανυπό-φορη ευαισθησία, ένα είδος διαφάνειας, που την κάθε κίνηση, τον κάθε ήχο, κάθε επαφή, κάθε λέξη που έπρεπε να προφέρει ή ν' ακούσει, τα έκανε μια ατέλειωτη αγωνία. Η εικόνα της τον ακο-λουθούσε ακόμα και στον ύπνο. Όλες αυτές τις ημέρες δεν άγγιξε το ημερολόγιό του. Αν έβρισκε κάποια ανακούφιση, αυτό συνέβαινε στη δουλειά του, όπου καμιά φορά μπορούσε να ξεχαστεί για δέκα ολόκληρα λεπτά. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι θα μπορούσε να της έχει συμβεί. Δεν μπορούσε να ρωτήσει για να μάθει. Μπορεί να είχε εξατμιστεί, μπορεί να είχε αυτοκτονήσει ή να είχε μετατεθεί στην άλλη άκρη της Ωκεανίας• το χεφότερο και πιθανότερο απ' όλα, μπορεί να είχε απλώς και μόνο αλλάξει γνώμη και είχε αποφασίσει να τον αποφύγει.
Την άλλη μέρα εμφανίστηκε και πάλι. To μπράτσο της δεν ήταν δεμένο, αλλά είχε έναν αυτοκόλλητο επίδεσμο γύρω από τον καρπό. Η ανακούφισή του που την ξαναείδε ήταν τόση, που δεν κρατήθηκε και την κοίταξε κατευθείαν για αρκετά δευτερόλεπτα. Την επομένη παραλίγο να καταφέρει να της μιλήσει. Όταν μπήκε στην καντίνα, εκείνη καθόταν σ' ένα τραπέζι αρκετά μακριά από τον τοίχο, ολομόναχη. Ήταν νωρίς, και η αίθουσα δεν ήταν πολυ γεμάτη. Η ουρά προχωρούσε και ο Γουίνστον είχε φτάσει σχεδόν στον πάγκο, όταν προκλήθηκε δίλεπτη καθυστέρηση εξαιτίας ενός μπροστά που παραπονιόταν ότι δεν είχε πάρει την ταμπλέτα της ζαχαρίνης. Αλλά η κοπέλα ήταν ακόμα μόνη, όταν ο Γουίνστον πήρε το δίσκο του και προχώρησε προς το τραπέζι της.
Προχωρούσε δήθεν τυχαία προς το μέρος της, ενώ με τα μάτια του αναζητούσε μια θέση σε κάποιο τραπέζι πίσω της. Η απόσταση που τους χώριζε ήταν περίπου τρία μέτρα. Δυο βήματα ακόμα και θα την έφτανε.
Τότε μια φωνή πίσω του τον φώναξε: «Σμιθ!» Έκανε πως δεν άκουσε. «Σμιθ!» επανέλαβε η φωνή, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Δεν γινόταν τίποτα, Έστρεψε. Ένας ξανθός νεαρός, με ανόητη φυσιο-γνωμία, που λεγόταν Γουίλσερ και τον ήξερε ελάχιστα, τον προσκα-
125

λούσε χαμογελώντας να καθίσει σε μια κενή θέση δίπλα στο τραπέζι του. Ήταν επικίνδυνο ν' αρνηθεί. Αφου τον είχαν αναγνωρίσει, δεν μπορούσε να πάει να καθίσει σ' ένα τραπέζι με μια κοπέλα μόνη. Θα τραβούσε την προσοχή. Κάθισε χαμογελώντας φιλικά. To ανόητο ξανθό πρόσωπο τον κοίταζε και του χαμογελούσε χαζά. 0 Γουίν-στον, σε μια παραίσθηση, φαντάστηκε τον εαυτό του να σπάει αυτό το κεφάλι με έναν κασμά. To τραπέζι της κοπέλας σε λίγα λεπτά είχε γεμίσει εντελώς. Αλλά θα πρέπει να τον είχε δει που πήγαινε κοντά της και ίσως είχε καταλάβει. Την άλλη μέρα φρόντισε να πάει νωρίς. Φυσικά, καθόταν σ' ένα τραπέζι περίπου στο ίδιο μέρος και πάλι μόνη. Μπροστά του στην ουρά ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος που θύμιζε σκαθάρι, με γοργές κινήσεις, ισοπεδωμένο πρόσωπο και μικρά φιλύποπτα μάτια. Καθώς γύρισε από τον πάγκο με το δίσκο στο χέρι, ο Γουίνστον είδε τον ανθρωπάκο να πηγαίνει κατ' ευθείαν προς το τραπέζι της χοπελΛζ. Οι ελπίδες του έσβησαν ξανά. Υπήρχε μια κενή θέση σ' ένα τραπέζι λίγο πιο πέρα, αλλά κάτι στην έκφραση του ανθρωπάκου έδειχνε πως θα φρόντιζε να βολευτεί πηγαίνοντας στο άδειο τραπέζι. Με παγωμένη την καρδιά, ο Γουίνστον τον ακολούθησε. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα, αν δεν έβρισκε την κο-πέλα μόνη. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας τρομερός πάταγος. 0 ανθρωπάκος βρέθηκε με τα τέσσερα καταγής, ο δίσκος του πετάχτηκε πέρα, η σούπα και ο καφές σχημάτισαν ρυάκια στο πάτωμα. Σηκώθηκε όρθιος ρίχνοντας μιαν άγρια ματιά στον Γουίν-στον φαίνεται τον υποπτευόταν ότι του έβαλε τρικλοποδιά. Αλλά όλα ήταν εντάξει. Λίγες στιγμές αργότερα, με την καρδιά του να χτυπάει τρελά, ο Γουίνστον καθόταν στο τραπέζι της κοπέλας.
Δεν την κοίταξε. Άδειασε το δίσκο του και άρχισε αμέσως να τρώει. Έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσει αμέσως, προτού έρθει κάποιος άλλος, αλλά τώρα τον είχε πιάσει ένας τρομερός φόβος. Μπορεί να είχε αλλάξει γνώμη, σίγουρα θα είχε αλλάξει γνώμη. Ήταν αδύνατον αυτή η ιστορία να τελείωνε καλά — τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν στην πραγματική ζωή. Θα είχε παραιτηθεί εντελώς και δεν θα μιλούσε, αν εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε τον Άμπλφορθ, τον ποιητή
126

με τα τριχωτά αφτιά, να διασχίζει νωθρά την αίθουσα, μ' ένα δίσκο στο χέρι, ψάχνοντας για θέση. Μ' έναν αόριστο τρόπο, ο Άμπλφορθ συμπαθούσε τον Γουίνστον και θα καθόταν σίγουρα στο τραπέζι του αν τον έπαιρνε το μάτι του. Δεν του 'μιενε παρά μόνο ένα λεπτό. Κι oc δυο τους έτρωγαν συνεχώς. To φαγητό τους ήταν κάτί αραιό, σαν σούπα από φασόλια. 0 Γουίνστον άρχισε να μιλάει μ' ένα σιγανό μουρμουρητό. Κανένας από τους δύο δε σήκωνε τα μάτια• σταθερά έφερναν το κουτάλι με το υγρό στο στόμα τους και ανάμεσα σε κάθε κουταλιά, αντάλλαζαν λίγες απαραίτητες λέξεις με άχρωμη, χαμηλή φωνή.
«Τι ώρα φεύγεις από τη δουλειά;»
«Στις εξίμισι».
«Πού μπορούμε να συναντηθουμε;»
«Στην Πλατεία Νίκης, κοντά στο μνημείο».
«Είναι γεμάτο από τηλεοθόνες».
«Αν έχει κόσμο, δεν πεφάζει».
«Θα μου κάνεις σήμα;»
«Όχι. Μη με πλησιάσεις, παρά μόνο αν με δεις μέσα σε πολύ κόσμο. Και μη με κοιτάξεις καθόλου. Μόνο να βρίσκεσαι κάπου κοντά μου».
«Τι ώρα;»
«Στις εφτά».
«Σύμφωνοι».
0 Άμπλφορθ δεν είδε τον Γουίνστον και κάθισε αλλού. Δεν ξαναμίλησαν, και, όσο ήταν δυνατό για δυο πρόσωπα που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι ανπκριστά, δεν κοίταζαν ο ένας τον άλλο. Η κοπέλα τελείωσε γρήγορα το φαγητό της και έφυγε, ενώ ο Γουίνστον έμεινε για να καπνίσει ένα τσιγάρο.
0 Γουίνστον ήταν στην Πλατεία Νίκης πριν από τη συμφωνη-μένη ώρα. Τριγύριζε στη βάση της τεράστιας κολόνας από την κορυφή της οποίας το άγαλμα του Μεγάλου Αδελφού κοίταζε προς το νότο τους ουρανούς όπου είχε κατατροπώσει τα ευρασιατικά αεροπλάνα (μερικά χρόνια πριν, έλεγαν πως ήταν ανατολασιατικά)
127

στη Μάχη της Πρώτης Περιοχής. Στον απέναντι δρόμο υψωνόταν το άγαλμα ενός έφιππου που υποτίθεται πως παρίστανε τον Όλιβερ Κρόμγουελ. Πέντε λεπτά είχαν περάσει και η κοπέλα ακόμα να φανεί. Η φριχτή αγωνία ξανάπιασε τον Γουίνστον. Δεν ερχόταν, άρα είχε αλλάξει γνώμη. Περπάτησε αργά προς τη βόρεια πλευρά της πλατείας, και ένιωσε μια αόριστη ευχαρίστηση, αναγνωρίζοντας την εκκλησία του Αγίου Μαρτίνου, που ot καμπάνες της, όταν είχε καμπάνες, τραγουδούσαν «Μου χρωστάς τρία φαρδίνια». Τότε είδε την κοπέλα να στέκεται στη βάση του μνημείου διαβάζοντας, ή κάνοντας πως διαβάζει, μια αφίσα που ήταν κολλημένη γύρω γύρω στην κολόνα. Δεν ήταν φρόνιμο να πάει κοντά της, προτου μαζευτεί πολύς κόσμος. Ολόγυρα στο αέτωμα υπήρχαν τηλεοθόνες. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκαν φωνές και κάπου στ' αριστερά θόρυβος από βαριά τροχοφόρα. Ξαφνικά, όλοι άρχισαν να τρέχουν στην πλατεία. Η κοπέλα πέρασε γοργά γύρω από τα λιοντάρια που ήταν στη βάση του μνημείου και ενώθηκε με το πλήθος που έτρεχε. 0 Γουίνστον ακολούθησε. Καθώς έτρεχε, από κάτι κουβέντες που έλεγαν εδώ και κει φωναχτά, κατάλαβε ότι περνούσε ένα κομβόι από Ευρασιά-τες αιχμαλώτους.
To νότιο τμήμα της πλατείας είχε κιόλας γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο. 0 Γουίνστον, που συνήθως, σε κάθε συνωστισμό, πα-ραγκα^ζόταν από τους άλλους, σπρώχνοντας με τους αγκώνες και τσαλαπατώντας, βρέθηκε στο κέντρο του πλήθους. Σε λίγο ήταν πολύ κοντά στην κοπέλα, αλλά του έκλεινε το δρόμο ένας τεράστιος προλετάριος και μια γυναίκα, σχεδόν το ίδιο τεράστια μ' αυτόν, μάλλον η γυναίκα του• και οι δυο μαζί σχημάτιζαν ένα αδιαπέραστο σάρκινο τείχος. 0 Γουίνστον γύρισε στο πλάι και, με μια ορμητική βίαιη κίνηση προς τα εμπρός, κατάφερε να περάσει τον ώμο του ανάμεσά τους. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι τα σωθικά του θα λιώσουν και θα πολτοποιηθεί ανάμεσα σ' αυτά τα θηρία, αλλά κα-τάφερε να τους χωρίσει και πέρασε ιδρωμένος.
Ήταν δίπλα στην κοπέλα. Οι ώμοι τους αγγίζονταν και τα βλέμματά τους ήταν στραμμένα ίσια μπροστά.
128
Χίλια evvttzxoaia ογδόντα τέσσερα
Μια μεγάλη σειρά καμιόνια, έχοντας φρουρούς που στέκονταν σε κάθε γωνιά με ξύλινα, θαρρείς, πρόσωπα και πολυβόλα στο χερι, περνούσε αργά στο δρόμο. Μέσα στα καμιόνια ήταν ζαρωμένα κάτι κιτρινωπά ανθρωπάκια, ντυμένοι με φθαρμένες πρασινωπές στολές, στριμωγμένοι κοντά κοντά ο ένας στον άλλο. Τα θλιμμένα μογγολι-κά πρόσωπά τους κοίταζαν έξω απ' το καμιόνι με απόλυτη αδια-φορία. Πότε πότε, όταν φρενάριζε κανένα καμιόνι, ακουγόταν ένας μεταλλικός θόρυβος: ήταν οι αλυσίδες που 'χαν όλοι οι αιχμάλωτοι στα πόδια τους. To ένα καμιόνι μετά από το άλλο περνούσε φορτω-μένο θλιμμένα πρόσωπα. 0 Γουίνστον τους ένιωθε εκεί μπροστά του, αλλά τους έβλεπε με διαλείψεις. 0 ώμος της κοπέλας και το δεξί της μπράτσο ως τον αγκώνα, πίεζαν το δικό του. To μάγουλό της ήταν τόσο κοντά του, που ένιωθε τη ζεστασιά του. Εκείνη πήρε αμέσως την πρωτοβουλία, όπως είχε κάνει στην καντίνα. Άρχισε να μιλάει με την ίδια ανέκφραστη φωνή, όπως πριν, με τα χείλη μόλις να κουνιουνται• ένα μουρμουρητό που πνιγόταν εύκολα από την οχλοβοή και το θόρυβο των καμιονιών.
«Μ' ακούς;»
«Nat».
«Μπορείς Κυριακή απόγευμα;»
«Nat».
«Τότε, άκου προσεκτικά. Θυμήσου ό,τι σου πω. Πήγαινε στο Σταθμό του Πάντινγκτον...»
Με στρατιωτική ακρίβεια που τον κατέπληξε, του υπέδειξε το δρόμο που έπρεπε ν' ακολουθήσει. Μισή ώρα ταξίδι με το τρένο• στην £ζο8ο του σταθμού να στρίψει αριστερά• να προχωρήσει δύο χιλίόμετρα στο δρόμο• μια πόρτα που της λείπει ο πάνω σύρτης- ένα δρομάκι σ' έναν αγρό• ένα μονοπάτι με χλόη, ένα πέρασμα ανάμεσα στους θάμνους, ένα πεσμένο δέντρο σκεπασμένο με βρύα. Ήταν σαν να είχε στο μυαλό της ένα χάρτη. «Μπορείς να τα θυμηθείς όλ' αυτά;» μουρμούρισε στο τέλος.
«Nat».
«Στρίβεις αριστερά, μετά δεξιά, μετά πάλι αριστερά. Και στην πόρτα λείπει ο πάνω σύρτης».
129

«Εντάξει. Tt ώρα;»
«Κατά τις τρεις. Ίσως χρειαστεί να περιμένεις. θα έρθω από άλλο δρόμο. Σίγουρα τα θυμάσαι όλα;»
«Nat».
«Τότε, φύγε από κοντά μου το γρηγορότερο».
Δεν ήταν ανάγκη να του το πει. Αλλά για την ώρα δεν μπορούσαν να αποσπαστούν από το πλήθος. Τα καμιόνια περνούσαν ακόμα και ο κόσμος κοίταζε αχόρταγα. Στην αρχή, ακούστηκαν λίγα σφυρίγ-ματα και μερικές αποδοκιμασίες, αλλά προέρχονταν μόνο από μέλη του Κόμματος που βρίσκονταν μέσα στο πλήθος, και γρήγορα στα-μάτησαν. To αίσθημα που κυριαρχούσε ήταν η απλή περιέργεια. Ot ξένοι είτε από την Ευρασία είτε από την Ανατολασία ήταν σαν παράξενα ζώα. Δεν τους έβλεπε κανείς ποτέ παρά μόνο σαν αιχμα-λώτους, και, ακόμα κι έτσι, δεν τους έριχνε παρά μόνο μια φευγαλέα ματιά. Ούτε κανείς ήξερε τίποτα για την τύχη τους. Εκτός από τους λιγοστούς που απαγχονίζονταν, πιθανόν σε στρατόπεδα κατανα-γκαστικών έργων. Τα στρογγυλά, μογγολικά πρόσωπα είχαν δώσει τώρα τη θέση τους σε άλλα, μ' έναν τύπο πιο ευρωπαϊκό, βρόμικα, αξύριστα και εξουθενωμένα. Πάνω από τα πεταχτά ζυγωματικά τους, τα μάτια τους καρφώνονταν στα μάτια του Γουίνστον με μια παράξενη ένταση κι ύστερα γύριζαν αλλού. Η συνοδεία των καμιο-νιών τελείωνε. Στο τελευταίο, ο Γουίνστον είδε έναν ηλικιωμένο άντρα με πρόσωπο σκεπασμένο από γκρίζα γένια, όρθιο με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, σαν να ήταν συνηθισμένος να τα έχει δεμένα. Ήταν ώρα ο Γουίνστον και η κοπέλα να χωρίσουν. Αλλά την τε-λευταία στιγμή, και ενώ ήταν ακόμα περικυκλωμένοι από το πλή-θος, το χέρι της κοπέλας αναζήτησε το δικό του και το έσφιξε φευγαλέα.
Αυτό δεν μπορεί να κράτησε ούτε δευτερόλεπτα, και όμως ο Γουίνστον νόμισε ότι τα χέρια τους έμειναν ενωμένα για πολλή ώρα. Είχε όλο το χρόνο να μάθει κάθε λεπτομέρεια του χεριού της. Ε-ξερεύνησε τα μακριά δάχτυλα, τα στρογγυλά νύχια, τη σκληρή από τη δουλειά παλάμη με τους ρόζους και την απαλή σάρκα κάτω από
130

τον καρπό. Μόνο με το άγγιγμα, θα μπορούσε να το αναγνωρίσει αν το έβλεπε. Την ίδια στιγμή σκέφτηκε ότι δεν ήξερε τι χρώμα είχαν τα μάτια της. Ίσως ήταν καστανά, αλλά μερικές φορές άνθρωποι με σκούρα μαλλιά έχουν γαλανά μάτια. Να γυρίσει το κεφάλι και να την κοιτάξει θα ήταν εξωφρενική ανοησία. Με τα χέρια ενωμένα, αθέατοι μέσα σε τόσο κόσμο, κοίταζαν σταθερά ίσια μπροστά, και αντί για τα μάτια της κοπέλας ήταν τα μάτια του ηλικιωμένου αιχμαλώτου που, μέσα από ένα δάσος γένια, κοίταζαν πένθιμα τον Γουίνστον.
II
0 Γουίνστον βρήκε το δρόμο του μέσα στο μονοπάτι, ανάμεσα από διαστήματα όπου εναλλάσσονταν το φως και η σκιά, περνώντας από χρυσαφένιους νερόλακκους εκεί όπου χώριζαν οι θάμνοι. Αριστερά του, κάτω από τα δέντρα, η γη ήταν σκεπασμένη μ' ένα πέπλο από υακίνθους. Ένιωθες στο πρόσωπό σου το χάδι του αέρα. Ήταν η δεύτερη μέρα του Μάη. Κάπου από την καρδιά του δάσους ερχόταν το γουργουρητό των αγριοπερίστερων.
Ήταν κάπως νωρίς. Δεν συνάντησε δυσκολίες στο ταξίδι και η κοπέλα φαινόταν τόσο έμπειρη, που ήταν λιγότερο φοβισμένος απ' όσο θα έπρεπε κανονικά. Μπορούσε κανείς να την εμπιστευτεί για να βρει ένα μέροζ ασφαλές. Γενικά, δεν μπορούσες να αισθάνεσαι πιο ασφαλής στην εξοχή απ' ό,τι στο Λονδίνο. Βέβαια δεν υπήρχαν τηλεοθόνες, αλλά υπήρχε κίνδυνος κρυμμένα μικρόφωνα να συλλά-βουν και να αναγνωρίσουν κάθε φωνή• εξ άλλου, δεν ήταν εύκολο να ταξίδέψεις μόνος σου χωρίς να τραβήξεις την προσοχή. Για αποστά-σεις μικρότερες από δέκα χιλιόμετρα, δεν ήταν απαραίτητο να θεω-ρήσεις το διαβατήριό σου αλλά μερικές φορές τριγυρνούσαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς περιπολικά, που εξέταζαν τα χαρτιά κάθε μέλους του Κόμματος που έβρισκαν εκεί κι έκαναν ενοχλητικές ερωτήσεις. Όπως και να 'χει, καμιά περίπολος δεν εμφανίστηκε,
131

και στο δρόμο από το σταθμό, κοιτάζοντας πίσω με προσοχή, βεβαιώθηκε πως δεν τον ακολουθούσε κανείς. To τρένο ήταν γεμάτο προλετάριους, που ο γλυκός καφός έκανε τη διάθεσή τους γιορταστική. To βαγόνι με τα ξύλινα καθίσματα όπου ταξίδευε είχε ξεχειλίσει από μια και μόνη τεράστια οικογένεια που άρχιζε από μια προγιαγιά ξεδοντιασμένη και έφτανε σ' ένα μωρό ενός μηνός. Πήγοαναν να περάσουν το απόγευμα με τα πεθερικά στην εξοχή, και, όπως εξήγησαν με άνεση στον Γουίνστον, να προσπαθήσουν να βρουν λίγο βούτυρο στη μαύρη αγορά.
To μονοπάτι φάρδυνε, και σ' ένα λεπτό βρέθηκε στο δρομάκι που του είχε πει, έναν κατσικόδρομο ανάμεσα στους θάμνους. Δεν είχε ρολόι, αλλά δεν θα ήταν ακόμη τρεις. Οι υάκινθοι κάτω από τα πόδια του ήταν τόσο πυκνοί, που ήταν αδύνατο να μην τους πατήσει κα-θώς περπατούσε. Γονάτισε και άρχισε να κόβει μερικούς, από τη μια για να περάσει την ώρα του, αλλά κι από μιαν αόριστη επιθυμία να προσφέρει στην κοπέλα ένα μπουκέτο. Είχε φτιάξει κιόλας ένα μεγάλο μπουκέτο και μύριζε το παράξενο και κάπως άχαρο άρωμά του, όταν ένας θόρυβος πίσω του τον πάγωσε. Χωρ(ς αμφιβολία, τρίξιμο ποδιών πάνω στα κλαδιά. Συνέχισε να μαζεύει υακίνθους. Ήταν το καλύτερο που είχε να κάνει. Μπορεί να ήταν η κοπέλα ή μπορεί τελικά να τον είχαν ακολουθήσει. To να γυρίσει να κοιτάξει, θα φανέρωνε ενοχή. Έκοψε ένα ακόμα λουλούδι, ύστερα άλλο. Ένα χέρι τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο.
Σήκωσε τα μάτια. Ήταν η κοπέλα. Έκανε μια κίνηση με το κεφάλι, ειδοποιώντας τον έτσι πως έπρεπε να μείνει σιωπηλός, ύστερα άνοιξε το δρόμο μέσα στους θάμνους και πέρασε γρήγορα πρώτη στο στενό μονοπάτι του δάσους. Φαινόταν πως είχε ξανάρθει εδώ, γιατί ήξερε πώς ν' αποφευγει τις λακκούβες με τα νερά. 0 Γουίνστον ακολούθησε, με το μπουχέτο πάντα στο χέρι. To πρώτο του αίσθημα ήταν ανακούφιση, αλλά καθώς κοίταζε το λεπτό, γε-ροδεμένο κορμί να προχωράει μπροστά του, με την κόκκινη ζώνη αρκετά σφιχτή για να τονίζει την καμπύλη των γοφών της, τον κυ-ρίεψε ένα αίσθημα κατωτερότητας. Ακόμα κοκ τώρα του φαινόταν
132
Χιλια εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
πως, μόλις γύριζε και τον κοίταζε, θα έφευγε και θα τον άφηνε. Η γλύκα του αέρα και το πράσινο των φύλλων τον αποθάρρυναν. Ήδη, στο δρόμο που ερχόταν από το σταθμό, ένιωσε βρόμικος και καχε-κτικός κάτω από το μαγιάτικο ήλιο, ένα πλάσμα χωμένο διαρκώς σε κλειστούς χώρους που η σκόνη και η καπνιά του Λονδίνου είχε μπει στους πόρους του δέρματός του. Σκέφτηκε πως, ως τώρα, δεν τον είχε (σως δει ποτέ έξω, στο φως της ημέρας. Έφτασαν στο πεσμένο δέντρο που του είχε πει. Η κοπέλα το πήδηξε και παραμέρισε τους θάμνους που ανάμεσά τους δεν φαινόταν να υπάρχει πέρασμα. Όταν ο Γουίνστον την ακολούθησε, είδε πως βρισκόταν σ' ένα φυσικό ξέ-φωτο, ένα μικρό υψωματάκι με χλόη που το περιτριγύριζαν νεαρά ψηλά δέντρα και το απομόνωναν εντελώς. Η κοπέλα σταμάτησε και γύρισε.
«Εδώ είμαστε», είπε.
Βρισκόταν απέναντί της, μερικά βήματα μακριά της. Δεν τολ-μούσε ακόμα να την πλησιάσει.
«Δεν ήθελα να μιλήσω στο μονοπάτι, γιατί μπορεί να υπάρχει εκεί κανένα μικρόφωνο κρυμμένο. Δεν πιστεύω πως υπάρχει, αλλά δεν αποκλείεται κιόλας. Κινδυνεύουμε πάντα να αναγνωρίσει τη φωνή μας κανένα απ' αυτά τα γουρούνκχ. Εδώ είμαστε ασφαλείς».
Εξακολουθούσε να μην τολμά να την πλησιάσει.
«Είμαστε ασφαλείς εδώ;» επανέλαβε ανόητα.
«Ναι. Κοίτα τα δέντρα». Ήταν μικρά δέντρα που είχαν κοπεί, και ύστερα είχαν ξίχναφυτρώσει και πέταξαν ολόκληρο δάσος από κλαδιά που το πάχος τους ξεπερνουσε τον καρπό του χεριου. «Δεν υπάρχει τίποτα τόσο πυκνό για να κρύψει κανείς ένα μικρόφωνο. Εξ άλλου, έχω ξανάρθει εδώ».
Έκαναν μια απλή συζήτηση. Είχε κατορθώσει τώρα να την πλησιάσει. Στεκόταν μπροστά του, στητή μ' ένα χαμόγελο που έ-μοιαζε ελαφρά ειρωνικό, σαν ν' αναρωτιόταν γιατί αργούσε τόσο. Οι υάκινθοι είχαν πέσει στη γη. Έμοιαζαν σαν να είχαν πέσει με τη θέλησή τους. Της έπιασε το χέρι.
«To πιστεύεις», είπε, «ότι μέχρι τώρα δεν ήξερα τι χρώμα έχουν
133

τα μάτια σου;» Ήταν καστανά, α,^ονγτά. καστανά με σκούρες βλε-φαρίδες. «Τώρα που είδες πώς είμαι πραγματικά, μπορείς ακόμα ν' αντέχεις να με βλέπεις;»
«Nat, μια χοφά».
«Είμαι τριάντα εννέα χρονών. 'Εχω μια γυναίκα που δεν μπορώ να χωρίσω. Έχω κιρσούς. Έχω πέντε ψευτικα δόντια».
«Δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου», είπε η κοπέλα.
Την άλλη στιγμή, χωρίς να μπορεί να πει κανείς ποιος έκανε την αρχή, βρέθηκε στην αγκαλιά του. Δεν ένιωσε τίποτε άλλο στην αρχή, εκτός από μια έντονη δυσπιστία. To νεανικό σώμα σφιγγόταν επάνω του, τα πλούσια μαύρα μαλλιά βρέθηκαν στο πρόσωπό του — και, vat! Τώρα είχε ανασηκώσει το πρόσωπό της και φιλούσε το μεγάλο κόκκινο στόμα της. Είχε τυλίξει τα μπράτσα της γύρω στο λαιμό του, τον έλεγε αγάπη μου, ακριβέ μου, αγαπημένε μου. Την ξάπλωσε στο χώμα, δεν του αντιστεκόταν καθόλου, μπορούσε να την κάνει ό,τι ήθελε. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν αισθανόταν τίποτα, εκτός από μια απλή επαφή. To μόνο που ένιωθε ήταν δυσπιστία και περηφάνια. Ήταν ευτυχισμένος γι' αυτό που γινόταν, αλλά δεν ένιωθε κανένα πόθο. Ήταν πολύ νωρίς, ή τα νιάτα και η ομορφιά της τον είχαν τρομάξει, ή είχε συνηθίσει τόσο να ζει χωρίς γυναίκα — δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε. Η κοπέλα σηκώθηκε και έβγαλε έναν υάκινθο από τα μαλλιά της. Κάθισε δίπλα του και πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση του.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Δεν βιαζόμαστε. Έχουμε όλο το απόγευμα. Δεν είναι θαυμάσια αυτή η κρυψώνα; Τη βρήκα μια μέρα που χάθηκα σε μια ομαδική πορεία. Αν ερχόταν κανείς προς τα εδώ, θα μπορούσαμε να τον ακούσουμε από εκατό μέτρα μακριά».
«Πώς σε λένε;» ρώτησε ο Γουίνστον.
«Τζούλια. Εσένα ξέρω πώς σε λένε. Γουίνστον. Γουίνστον Σμιθ».
«Πώς το έμαθες;»
«Νομίζω πως τα καταφέρνω καλύτερα να ανακαλύπτω πράγ-ματα απ' ό,τι εσύ, αγάπη μου. Πες μου τι πίστευες για μένα πριν από τη μέρα που σου έδωσα το σημείωμα;»
134

Δεν ήθελε να της πει ψέματα. Θ' άρχιζε ομολογώντας της το χεφότερο, κι αυτό θα 'ταν ίσα ίσα κάτι σαν θυσία στον έρωτα.
«Σε μισούσα», είπε. «Ήθελα να σε αρπάξω και να σε σκοτώσω. Πριν δύο βδομάδες, σκέφτηκα σοβαρά να σου σπάσω το κεφάλι με μια κοτρόνα. Αν θέλεις να ξέρεις, νόμιζα ότι είχες κάποια σχέση με την Αστυνομία της Σκέψης».
Η κοπέλα ξέσπασε σ' ένα χαρούμενο γέλιο. Ήταν φανερό πως τα λόγια του της επιβεβαίωναν πόσο καλά είχε καταφέρει να προ-σποιείται.
«Με την Αστυνομία της Σκέψης; Σοβαρά, σκέφτηκες κάτι τέτοιο;»
«Ίσως όχι ακριβώς αυτό. Αλλά από τη γενική σου εμφάνιση, επειδή είσαι νέα, δροσερή, γεμάτη υγεία — καταλαβαίνεις — σκέ-φτηκα πως ίσως...»
«Σκέφτηκες πως είμαι πιστό μέλος του Κόμματος. Αγνή στα λόγια και στις πράξεις. Σημαίες, παρελάσεις, συνθήματα, παιχνίδια, ομαδικές πορείες... και όλα τα παρόμοια. Και σκέφτηκες πως, αν μου δινόταν η παραμικρή ευκαιρία, θα σε κατέδιδα σαν εγκληματία σκέψης, και θα σε σκότωναν εξαιτίας μου;»
«Nat, κάτι τέτοιο. Πολλές κοπέλες είναι έτσι, ξέρεις».
«Αυτή η καταραμένη ζώνη φταίει», είπε βγάζοντας απ' τη μέση της την κόκκινη ζώνη του Ανπσεξουαλικού Συνδέσμου Νέων και πετώντας τη σ' ένα κλαδί. Ύστερα, σαν να θυμήθηκε κάτι αγγίζοντας^ τη μέση της, έψαξε στην τσέπη της μπλούζας και έβγαλε μια μικρή πλάκα σοκολάτα, την έκοψε στη μέση κι έδωσε το ένα κομμάτι στον Γουίνστον. Πριν ακόμα την πάρει, ένιωσε από τη μυρωδιά ότι δεν ήταν συνηθισμένη σοκολάτα. Ήταν σκούρα, γυαλι-στερή και τυλιγμένη σε ασημόχαρτο. Η συνηθισμένη σοχοΚάτα ήταν μια θαμπή καφετιά ουσία που γινόταν τρίμματα και η γεύση της έμοιαζε, απ' όσο μπορούσε κανείς να την περιγράψει, με καπνό από καμένα σκουπίδια. Αλλά κάποτε, δεν ήξερε πότε, ο Γουίνστον είχε δοκιμάσει σοκολάτα παρόμοια μ' αυτήν που του έδωσε η Τζού-λια. Η μυρωδιά της του ξύπνησε μια ανάμνηση ακαθόριστη, αλλά δυνατή και βασανιστική.
135

«Πού το βρήκες αυτό;» είπε.
«Στη μαύρη αγορά», είπε αδιάφορα. «Τα καταφέρνω πολύ καλά σε κάτι τέτοια. Είμ,αι καλή στα παιχνίδια. Στους κατασκόπους ήμουν αρχηγός της ομάδας. Τρεις φορές την εβδομάδα δουλεύω εθελοντικά για τον Αντισεξουαλικό Σύνδεσμο Νέων. Έχω ξοδέψει ώρες κολλώντας τις ηλίθιες αφίσες τους σ' ολόκληρο το Λονδίνο. Στις παρελάσεις κρατώ πάντα τη μια άκρη του πανό. Δείχνω πάντα χαρωπή και δεν αποφεύγω ποτέ καμιά αγγαρεία. Πρέπει πάντα να φωνάζεις μαζί με το πλήθος, αυτό είναι το πιστεύω μου. Είναι ο μόνος τρόπος για να είναι κανείς ασφαλής».
To πρώτο κομματάκι της σοκολάτας διαλύθηκε στη γλώσσα του Γουίνστον. Η γεύση της εξαίσια. Αλλά αυτή η ανάμνηση εξακολουθούσε να τριγυρίζει στο μυαλό του Γουίνστον, κάτι που είχε νιώσει δυνατά, αλλά δεν μπορούσε να του δώσει σχήμα καθορισμένο-ήταν όπως βλέπει κανείς ένα αντικείμενο με την άκρη του ματιού. To έδιωξε απ' τη σκέψη του, νιώθοντας ότι ήταν η ανάμνηση κά-ποιας πράξης που θα ήθελε να αναφέσει, αλλά δεν μπορούσε.
«Είσαι πολύ νέα», είπε. «Είσαι δέκα ή δεκαπέντε χρόνια νεό-τερη από μένα. Τι μπόρεσε να σε τραβήξει σε κάποιον σαν εμένα;»
«Ήταν κάτι στο πρόσωπό σου. Σκέφτηκα ότι... μπορούσα να το ρισκάρω. Τα καταφέρνω ν' ανακαλύπτω αυτούς που δεν ανήκουν σ' εχείνους. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, ήξερα πως είσαι εναντίον τους».
Εκείνοι προφανώς ήταν το Κόμμα, και ιδίως το Εσωτερικό Κόμμα, που γι' αυτό μιλούσε ανοιχτά μ' ένα ειρωνικό μίσος που έκανε τον Γουίνστον να νιώθει αμήχανος, παρ' ότι ήξερε πως, αν υπήρχε ένα μέρος όπου ήταν ασφαλείς, ήταν εδώ. Εκείνο που τον εξέπληττε πάνω της ήταν η τραχύτητα της γλώσσας της. Τα μέλη του Κόμματος δεν έπρεπε να βρίζουν, καί ο ίδιος ο Γουίνστον σπάνια έβριζε, τουλάχιστον φωναχτά. Η Τζούλια, όμως, φαίνεται πως δεν μπορούσε ν' αναφέρει το Κόμμα, και ιδιαίτερα το Εσωτερικό Κόμ-μα, χωρίς να χρησιμοποιεί τις λέξεις που συνήθως βλέπει κανείς γραμμένες με κιμωλία στα βρόμικα στενοσόκακα. Δεν τον δυσαρε-
136

στούσε αυτό. Δεν ήταν παρά σύμπτωμα της επανάστασής της κό-ντρα στο Κόμμα και τις μεθόδους του, και φαινόταν φυσικό κι έν-δειξη υγείας, όπως το φτάρνισμα ενός αλόγου που μυρίζει άσχημο σανό. Είχαν φυγει από το ξέφωτο και περιπλανιόνταν ξανά στο μο-νοπάτι όπου εναλλάσσονταν το φως και η σκιά, με τα χέρια ο ένας γύρω από τη μιέση του άλλου όπου χωρούσαν να περάσουν και ot δύο. Πρόσεξε πόσο πιο λυγερή ένιωθε τη μ.έση της τώρα που έλειπε η ζώνη. Ot ομιλίες τους δεν ξεπερνούσαν το επίπεδο του ψιθύρου. Έξω από το ξέφωτο, είπε η Τζούλια, ήταν καλύτερα να πηγαίνουν αθόρυβα. Τώρα είχαν φτάσει στην άκρη του μικρου δάσους. Τον σταμάτησε.
«Μη βγεις έξω στ' ανοιχτά. Μπορεί να μας δει κανένας. Είμα-στε πιο ασφαλείς πίσω από τα κλαδιά».
Στάθηκαν στον ίσκιο που έριχναν ot φουντουκιές. Ένιωθαν στα πρόσωπά τους τις αχτίνες του ήλιου, ακόμα ζεστές, που φιλτράρονταν μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές. 0 Γουίνστον κοίταξε πέρα στον αγρό και δέχτηκε μ,ια παράξενη, αργή έκπληξη. Αυτό το μέρος το γνώριζε, το είχε ξαναδεί. Ήταν ένας παλιός ^οσχότοπος, με σκαμ-μένες λακκούβες εδώ και κει και ένα μονοπάτι που τον διέσχιζε. Απέναντι, στον ακανόνιστο φράχτη, οι κλώνοι απ' τις φτελιές ταλα-ντεύονταν ανεπαίσθητα στο αεράκι και τα φύλλα τους ανέμιζαν απαλά σαν ξέπλεκα γυναικεία μαλλιά. Σίγουρα, κάπου πολύ κοντά, παρ' ότι δεν φαινόταν, θα πρέπει να υπήρχε ένα ρυάκι που στις πράσινες όχθες του κολυμπούν κυπρίνοι.
«Δεν υπάρχει ένα ρυάκι κάπου εδώ κοντά;» ψιθύρισε.
«Ναι. Είναι στην άκρη του γειτονικού αγρού. Έχει και ψάρια, μεγάλα ψάρια. Φαίνονται που κολυμπουν και κουνούν τις ουρές τους στις όχθες κάτω από τις ιτιές».
«Είναι η Χρυσαφένια Χώρα», μουρμούρισε.
«Η Χρυσαφένια Χώρα;»
«Δεν είναι τίποτα — ένα τοπίο που έχω δει μερικές φορές στ' όνειρό μου».
«Κοίτα!» ψιθύρισε η Τζούλια.
137

Μια τσίχλα είχε καθίσει σ ένα κλαδί όχι πιο μακριά από πέντε μέτρα, στο ύψος των κεφαλιών τους. Μπορεί να μην τους είχε δει. Αυτή ήταν στον ήλιο, εκείνοι στη σκιά. Άνοιξε τα φτερά και έπειτα τα μάζεψε προσεκτικά, έσκυψε για μια στιγμή το κεφάλι σαν να υποκλινόταν με σεβασμιό στον ήλιο, και ύστερα άρχισε να ξεχύνει ένα χείμαρρο μελωδίας. Μέσα στη σιγαλιά του δειλινού, η ένταση του ήχου ήταν εκπληκτική. 0 Γουι'νστον κο« η Τζούλοα σφιχταγκα-λιασμένοι, άκουγαν γοητευμένοι. Η μουσική συνεχίζονταν λεπτό με λεπτό, με καταπληκτικές παραλλαγές που δεν επαναλαμβάνονταν ποτέ, σε μια σκόπιμη, θα Τ,εγε κανείς, επίδείξη δεξίοτεχνίας από μέρους του πουλιου. Κάποτε σταματούσε για μια στιγμή, άνοιγε τα φτερά του και τα ξανάκλεινε, φουσκωνε το πλουμιστό του στήθος και ξανάρχιζε το τραγούδι. 0 Γουίνστον το κοίταζε μ' ένα αόριστο σέβας. Για ποιον, για τι τραγουδούσε αυτό το πουλί; Δεν το έβλεπε κανένας σύντροφος, κανένας αντίπαλος. Τι το έσπρωχνε να κάθεται στην άκρη ενός έρημου δάσους και να ξεχύνει τη μουσική του στο τίποτα; Αναρωτήθηκε αν τελικά υπήρχε κανένα μικρόφωνο κρυμ-μένο εκεί κοντά. Αυτός και η Τζούλια μιλούσαν μόνο ψιθυριστά, και δεν θα μπορούσε να συλλάβει τι έλεγαν. To τραγούδι της τσίχλας όμως θα το έπιανε. Ίσως στην άλλη άκρη του δέκτη, χάποιο κοντό ανθρωπάκι που μοιάζει με σκαθάρι, άκουγε τώρα με προσοχή — άκουγε αυτό.
Σιγά σιγά όμως το κύμα της μουσικής τού έδιωξε απ' το μυαλό όλους τους συλλογισμούς. Ήταν σαν να τον είχε κατακλύσει κάτι ρευστό και ανακατευόταν με το φιλτραρισμένο μέσ' από τις φυλλω-σιές φως του ήλιου. Έπαψε να σκέφτεται, απλώς αισθανόταν. Κά-τω απ' το χέρι του, η μέση της κοπέλας ήταν απαλή και ζεστή. Τη γύρισε προς το μέρος του και βρέθηκαν στήθος με στήθος• το σώμα της λες κι έλιωνε μες στο δίκό του. Την ένιωσε να παραλύει στα χέρια του. Τα χείλη τους ενώθηκαν. Τώρα ήταν πολυ διαφορετικά από τα βίαια φιλιά που είχαν αλλάξει πρωτύτερα. Όταν χωρίστηκαν, αναστέναξαν και οι δυο βαθιά. To πουλί τρόμαξε και πέταξε τινάζο-ντας τα φτερά του.
138
Χίλαχ εννιαχόσια ογδόντα τεσσερα
0 Γουίνστον ακούμπησε τα χείλη του στο αφτί της. «Τώρα», της ψιθύρισε.
«Όχι εδώ», του απάντησε ψιθυριστά κι αυτή. «'Ελα στην κρυ-ψώνα. Θα 'μαστε πιο ασφαλείς».
Γρήγορα τρύπωσαν πάλι στο ξέφωτο, πατώντας πού καί πού πάνω στα ξερόκλαδα που έτριζαν στο πέρασμά τους. Όταν βρέθη-καν κυκλωμένοι απ' τα δέντρα, γύρισε και τον κοίταξε. Η αναπνοή και των δυο τους ήταν γρήγορη, αλλά στις άκρες των χειλιών της Τζούλιας είχε ξανάρθει to χαμόγελο. Στάθηκε και τον κοίταζε μια στιγμή, ύστερα έψαξε το φερμουάρ της στολής της. Και τότε, ναι! Τότε ήταν σχεδόν όπως στ' όνειρό του. Με μια αστραπιαία κίνηση, σχεδόν όπως την είχε φανταστεί, έβγαλε τα ρούχα της και τα πέ-ταξε πέρα με την ίδια υπέροχη κίνηση που έμοιαζε σαν να έσβηνε έναν ολόκληρο πολιτισμό. To άσπρο κορμί της άστραφτε στον ήλιο, αλλά για μια στιγμή δεν κοίταζε το σώμα της! Τα μάτια του είχαν σταθεί στο γεμάτο φακίδες πρόσωπό της και στο φευγαλέο τολ-μηρό χαμόγελό της. Γονάτισε μπροστά της και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του.
«To 'χεις ξανακάνει αυτό;»
«Φυσικά. Εκατοντάδες φορές... ή, τουλάχιστον, πολλές φο-ρές».
«Με μέλη του Κόμματος;»
«Ναι. Πάντα με μέλη του Κόμματος».
«Με μέλη του Εσωτερικού Κόμματος;»
«Όχι μ' αυτά τα γουρούνια, όχι. Αλλά υπάρχουν ποΚΚοί τέτοιοι που 0α το ήθελαν, αν τους δινόταν η ευκαιρία. Δεν είναι τόσο άγιοι όσο παριστάνουν...»
Η καρδιά του σκίρτησε. To είχε κάνει πολλές φορές. Θα ήθελε να το είχε κάνει εκατοντάδες, χιλιάδες φορές. Ό,τι υπονοούσε τη διαφθορά, τον γέμιζε πάντα με μια τρελή ελπίδα. Ποιος ξέρει; Μπο-ρεί το Κόμμα να είχε διαβρωθεί κάτω από την επιφάνεια. Μπορεί η λατρεία της δράσης και της αυταπάρνησης να ήταν μόνο μια κωμω-δία που είχε σκοπό να κρύψει την παρανομία. Αν μπορούσε να τους
139

μολύνει όλους με λέπρα ή σύφιλη, με πόση χαρά θα το έκανε! Οτιδήποτε θα τους σάπιζε, θα τους εξασθένιζε, θα τους υπονόμευε! Την τράβηξε προς τα κάτω, έτσι, που βρέθηκαν γονατισμένοι πρό-σωπο με πρόσωπο.
«Άκου. Όσο πιο πολλούς είχες, τόσο πιο πολύ σ' αγαπώ. Καταλαβαίνεις;»
«Ναι, πολύ καλά».
«Μισώ την αγνότητα, μισώ την καλοσυνη. Δε θέλω να υπάρχει πουθενά καμιά αρετή. Θέλω να είναι όλοι διεφθαρμένοι ως το κό-καλο».
«Τότε είμαι ό,τι πρέπει, αγάπη μου. Είμαι διεφθαρμένη ως το κόκαλο».
«Σ' αρέσει να το κάνεις; Δεν εννοώ με μένα, εννοώ την ίδια την πράξη».
«Τρελαίνομαι».
Αυτό ήταν πάνω απ' όλα ό,τι ήθελε ν' ακούσει. Όχι απλώς και μόνο την αγάπη μ' ένα πρόσωπο, αλλά το ζωώδες ένστικτο, τον απλό αδιαφοροποίητο πόθο: αυτή ήταν η δύναμη που θα εξόντωνε το Κόμμα. Την έσφιξε πάνω στο χορτάρι ανάμεσα στους πεσμένους υάκινθους. Αυτή τη φορά δεν είχε καμιά δυσκολία. Όταν η ανάσα τους ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό, χώρισαν μέσα σε μιαν ηδονική κούραση. 0 ήλιος είχε γίνει πιο ζεστός. Νύσταζαν και ot δυο. Με το χέρι του έφτασε τη φόρμα της που είχε πετάξει και την έριξε επάνω της. Σχεδόν αμέσως κοιμήθηκαν. Κοιμήθηκαν κάπου μισή ώρα.
0 Γουίνστον ξύπνησε πρώτος. Κάθισε και χοίταζζ το γεμάτο φακίδες πρόσωπο που κοιμόταν ακόμα ήρεμα ακουμπισμένο στην παλάμη της. Εκτός από το στόμα της, δεν μπορούσες να την πεις όμορφη. Όταν την κοίταζες από κοντά, ξεχώριζαν μια δυο ρυτίδες γυρω από τα μάτια. Τα κοντά μαλλιά της ήταν πολύ πυκνά και απαλά. Σκέφτηκε πως δεν ήξερε ακόμα ούτε το επίθετό της ούτε τη διεύθυνσή της.
To νεανικό σφριγηλό σώμα της, παραδομένο στον ύπνο, ξύπνη-
140

σε μέσα του ένα αίσθημα οίκτου και προστασίας. Αλλά η αυθόρμητη τρυφερότητα που είχε νιώσει γι' αυτήν κάτω από τη φουντουκιά, την ώρα που τραγουδούσε η τσίχλα, δεν του ξαναήρθε ολότελα. Τράβη-ξε τα ρούχα της και κοίταξε τις λευκές απαλές λαγόνες της. Τον παλιό καφό, σκέφτηκε, ένας άντρας κοίταζε το κορμί μιας γυναίκας, έβλεπε ότι ήταν ελκυστικό, και η ιστορία τελείωνε εκεί. Τώρα, όμως, δεν μπορούσες να νιώσεις καθαρό πόθο ή αγάπη. Κανένα αίσθημα δεν ήταν καθαρό, γιατί ήταν 'ανακατωμένο με το φόβο και το μίσος. To αγκάλιασμά τους ήταν μάχη, η ηδονή που ένιωσαν νίκη. Ήταν ένα χτύπημα ενάντια στο Κόμμα. Ήταν μια πολιτική πράξη.
ΙΠ
«Μπορουμε να ξαναβρεθούμε εδώ άλλη μια φορά», είπε η Τζούλια. «Γενικά, μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί άφοβα μια κρυψώνα δύο φορές. Αλλά όχι πριν περάσουν ένα δύο μήνες, βέβαια».
Από τη στιγμή που ξύπνησε, η συμπεριφορά της άλλαξε. Έγινε δραστήρια και ενεργητική, ντύθηκε, πέρασε στη μέση της την κόκ-κινη ζώνη και άρχισε να οργανώνει τις λεπτομέρειες της επιστροφής τους. Φαινόταν φυσικό να την αφήνει να τα κανονίζει όλα αυτή. Ολοφάνερο, είχε την πρακτική εξυπνάδα που έλειπε από τον Γουίν-στον, και φαινόταν να ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά όλες τις εξοχές γύρω από το Λονδίνο, πράγμα που το χρωστούσε στις αμέτρητες ομαδικές πορείες στις οποίζς είχε πάρει μέρος. 0 δρόμος που του υπέδειξε ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν που είχε ακολου-θήσει για να έρθει, και τον o$r]yowz σε άλλο σταθμό.
«Ποτέ μη γυρίζεις από τον ίδιο δρόμο που έχεις έρθει», είπε σαν να διατύπωνε ένα σπουδαίο γενικό αξίωμα. Αυτή θα έφευγε πρώτη και ο Γουίνστον θα περίμενε να περάσει μισή ώρα προτού την ακολουθήσει.
Του υπέδειξε ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να συναντηθούν
141

μετά τη δουλειά, ύστερα από τέσσερις μέρες. Ήταν ένας δρόμος σε μια φτωχική συνοικία, όπου υπήρχε μια υπαίθρια αγορά, συνήθως γεμάτη κόσμο και θόρυβο. Εκείνη θα τριγύριζε στους πάγκους κάνοντας πως ψάχνει κορδόνια για παπούτσια ή κλωστή για ράψιμο. Αν έκρινε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος, θα φυσούσε τη μύτη της όταν αυτός πλησίαζε —αλλιώς έπρεπε να περάσει χωρίς να την αναγνωρίσει. Αλλά με λίγη τύχη, μέσα στο πλήθος, θα μπορούσαν ακίνδυνα να μιλήσουν για ένα τέταρτο και να γ.ανονίσουν καινούρια συνάντηση.
«Τώρα πρέπει να πηγαίνω. Έχω ραντεβού στις εφτάμισι. Πρέ-πει να αφιερώσω δύο ώρες στον Αντισεξουαλικό Σύνδεσμο Νέων για να μοιράσουμε προκηρύξείς, ή κάτί τέτοιο. Δεν είναι ενοχλητικό; Ξεσκόνισέ με, σε παρακαλώ. Μήπως έχω κανένα κλαδάκι στα μαλλιά; Σίγουρα δεν έχω; Λοιπόν, αντίο, αγάπη μου, αντίο!»
Έπεσε στην αγκαλιά του, τον φίλησε σχεδόν βίαια, και την άλλη στιγμή άνοιξε το δρόμο μέσα από τα κλαδιά και χάθήκε στο δάσος αθόρυβα. Ούτε τώρα είχε μάθει το επίθετο ή τη διευθυνσή της. Όπως και να 'ναι, δεν είχε σημασία, γιατί αποκλειόταν να μπορέσουν να συναντηθούν ποτέ σε κλειστό χώρο ή να επικοινωνή-σουν με αλληλογραφία.
Όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν ξαναπήγαν ποτέ στο ξέφωτο του δάσους. Ολόκληρο τον Μάη, δεν τα κατάφεραν να κάνουν έρωτα παρά μια μόνο φορά. Αυτό έγινε σ' ένα άλλο κρυφό μέρος που ήξερε η Τζούλια, στο καμπαναριό μιας ερειπωμένης εκκλησίας, σε μια περιοχή σχεδόν έρημη, όπου πριν τριάντα χρόνια είχε πέσει μια ατομική βόμβα. Ήταν πολύ καλή κρυψώνα όταν έφτανες, αλλά το ταξίδι ως εκεί ήταν πολύ επικίνδυνο. Κατά τ' άλλα, δεν μπορούσαν να συναντηθούν παρά μόνο στο δρόμο, κάθε απόγευμα σε διαφορε-τικό μέρος, και ποτέ περισσότερο από μισή ώρα κάθε φορά. Στο δρόμο, συνήθως τα κατάφερναν να μιλήσουν με χάποιο τρόπο. Ενώ παρασύρονταν από το πλήθος βαδίζοντας στα πεζοδρόμια, χωρίς να βρίσκονται ποτέ εντελώς δίπλα δίπλα και χωρίς ποτέ να κοιτάζονται, έκαναν μια παράξενη συζήτηση με διαλείμματα, που ξανάρχιζε και διακοπτόταν σαν φάρος που αναβόσβηνε.
142

Σώπαιναν στην εμφάνιση μιας κομματικής στολής ή όταν πλησίαζαν σε καμιά τηλεοθόνη, μερικά λεπτά αργότερα ξανάρχιζαν να μιλούν από τη μέση μιας φράσης, για να διακόψουν μετά απότο-μα όταν χωρίζονταν στο μέρος που είχαν συμφωνήσει, και να συνε-χίσουν χωρίς καμιά εισαγωγή την επόμενη μέρα. Η Τζούλια φαινό-ταν συνηθισμένη σ' αυτό το είδος της συζήτησης που την ονόμαζε «συζήτηση με δόσεις». Είχε επίσης εξαιρετική επιδεξιότητα να μι-λάει χωρίς να κουνά τα χείλη της. Μέσα στον μιήνα που συναντιό-νταν καθημερινά, μόνο μια φορά κατάφεραν ν' ανταλλάξουν ένα φιλί. Κατέβαιναν σιωπηλά σε μια πάροδο (η Τζούλια δεν μιλούσε ποτέ όταν απομακρυνόταν από τους κεντρικούς δρόμους) όταν ακούστηκε ένας εκκωφαντικός πάταγος. Η γη σείστηκε, ολόγυρα σκοτείνιασε και ο Γουίνστον βρέθηκε πεσμένος στο πλάι μωλωπισμένος και έντρομος. Κάπου εκεί θα πρέπει να είχε πέσει μια κατευθυνόμενη βόμβα. Ξαφνικά, ένιωσε το πρόσωπο της Τζούλιας κοντά στο δικό του. Είχε μια νεκρική χλομάδα, άσπρο σαν την κιμωλία. Ακόμα και τα χείλη της ήταν κάτασπρα. Ήταν νεκρή! Την έσφιξε επάνω του και κατάλαβε πως φιλούσε ένα ζωντανό ζεστό πρόσωπο. Αλλά τα χείλη της είχαν γεμίσει με κάτι σαν σκόνη. Και των δύο τα πρόσω-πα ήταν σκεπασμένα με πυκνό στρώμα γύψου.
Ήταν βράδια που, μόλις έφταναν στο ραντεβού τους, έπρεπε να περάσουν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς ούτε ένα σινιάλο, γιατί μόλις είχε στρίψει τη γωνιά μια περίπολος ή πετούσε από πάνω τους ένα ελικόπτερο. Ακόμα κι αν ήταν λιγότερο επικίνδυνο, πάλι θα τους ή-ταν δύσκολο να βρουν καιρό να συναντηθούν. Η εργάσιμη ε&δομάδα του Γουίνστον είχε εξήντα ώρες, της Τζούλιας ακόμα περισσότερες, και οι ελεύθερες ημέρες τους εξαρτιόνταν από την πίεση της δουλειάς και δεν συνέπιπταν συχνά. Η Τζούλια, πάντως, σπάνια είχε ένα βράδυ εντελώς ελεύθερο. Περνούσε ώρες αμέτρητες ακούγοντας ομι-λίες, παίρνοντας μέρος σε διαδηλώσεις, μοφάζοντας έντυπα για τον Αντισεξουαλικό Σύνδεσμο Νέων, ετοιμάζοντας πανό για την Εβδο-μάδα του Μίσους, μαζεύοντας συνδρομές για την εκστρατεία απο-ταμίευσης και ούτω καθεξής. Έτσι έπρεπε, έλεγε. Ήταν καμουφλάζ.
143


Όταν σέβεσαι τους μικρούς κανόνες, μπορείς ν' αγνοήσεις τους μεγάλους. Παρακίνησε και τον Γουίνστον να κλείσει μια ακόμα από τις βραδιές του. Προσφέρθηκε να πάρει μέρος σε μια εργασία που αφορούσε πυρομαχικά και την έκαναν εθελοντικά μέλη του Κόμμα-τος με ζήλο. Έτσι, μια βραδιά κάθε εβδομάδα, ο Γουίνστον περνούσε τέσσερις ώρες αφόρητης πλήξης, βιδώνοντας μικρά κομματάκια μέταλλα, που πρέπει να ήταν μέρη από ρουκέτες, σ' ένα κακοφωτι-σμένο εργαστήριο γεμάτο ρεύματα, όπου ο θόρυβος των σφυριών ανακατευόταν θλιβερά με τη μουσική της τηλεόρασης.
Όταν συναντήθηκαν στο καμπαναριό της εκκλησίας, συμπλή-ρωσαν όλα τα κενά των αποσπασματικών συνομιλιών τους. Ήταν ένα λαμπερό απόγευμα. Μέσα στο μικρό τετράγωνο δωματιάκι πά-νω από τις καμπάνες, η ατμόσφαφα ήταν βαριά και ζεστή και μύριζε bvxova. κουτσουλιές περιστεριών. Έμειναν και μίλησαν ώρες ολόκλη-ρες, καθισμένοι στο σκονισμένο και γεμάτο κλαδάκια πάτωμα. Κά-που κάπου ένας από τους δυο σηκωνόταν να ρίξει μια ματιά από τις πολεμίστρες για να βεβαιωθούν πως δεν ερχόταν κανείς.
Η Τζούλια ήταν είκοσι έξι χρονών. Έμενε σ' έναν ξενώνα με άλλες τριάντα κοπέλες («Πάντα μες στη μυρωδιά των γυναικών. Πώς τις μισώ τις γυναίκες!» — είπε εν παρόδω) και εργαζόταν, όπως είχε μαντ έψει σωστά, στις μηχανές που έγραφαν μυθιστορή-ματα στο Τμήμα Φαντασίας. Της άρεσε η δουλειά της, που ήτανε να συντηρεί και να βάζει σε λειτουργία ένα ισχυρό αλλά ντελικάτο ηλεκτρικό μοτέρ. Δεν ήταν αυτό που λέμε «έξυπνη», αλλά της άρεσε να δουλεύει με τα χέρια της, και ένιωθε πολύ άνετα με τα μηχανήματα. Ήταν σε θέση να περιγράψει όλη τη διαδικασία σύν-θεσης ενός μυθιστορήματος, από τη γενική ιδέα που έδινε η Επιτρο-πή Πλοκής, μέχρι την τελική επιμέλεια που γινόταν από την Ομάδα Επαναγραφής. Αλλά το τελειωμένο βιβλίο δεν την ενδιέφερε. Δεν της άρεσε το διάβασμα, είπε. To βιβλίο ήταν μόνο ένα είδος που έπρεπε να παράγεται, όπως η μαρμελάδα ή τα κορδόνια των παπουτσιών.
Δεν θυμόταν τίποτε από τα χρόνια πριν από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, και το μόνο πρόσωπο, απ' όσα ε(χε γνωρίσει,
144

που μιλούσε συχνά για τις μέρες πριν από την Επανάσταση, ήταν ένας παππούς που εξαφανίστηκε όταν η ίδια ήταν οχτώ χρονών. Στο σιολείο ήταν αρχηγός της ομάδας χόκεϊ και είχε κερδίσει βραβείο στη γυμναστική δυο χρονιές συνέχεια. Τπήρξε αρχηγός στην ομάδα των Κατασκόπων και κλαδική γραμματέας του Συνδέσμου Νεολαίας προτού ενταχτεί στον Αντισεξουαλικό Σύνδεσμο Νέων. Είχε πάντοτε δείξει εξαφετική διαγωγή. Μέχρι που την είχαν διαλέξει (αλάθητο δείγμα της καλής της φήμης) να εργαστεί στο Πορνο-τμήμα, παράρτημα του Τμήματος Φαντασίας, που έβγαζε φτηνά πορνογραφήματα προοριζόμενα για τους προλετάριους. Οι εργαζό-μενοι σ' αυτό του είχαν δώσει το παρατσούκλι «Παλιόσπιτο», του είπε. Είχε μείνει εκεί ένα χρόνο. Βοηθούσε στην παραγωγή σφρα-γισμένων σε πακέτα φυλλαδίων με τίτλους όπως: Καταπληκτικές Ιστορίες ή ikfita νύχτα σ' ένα σχολείο θτηλέων. Αυτά τα φυλλάδια τ' αγόραζαν κρυφά οι νεαροί προλετάριοι, νομίζοντας πως αγόραζαν κάτι παράνομο.
«Πώς είναι αυτά τα βιβλία;» ρώτησε ο Γουίνστον με περιέργεια.
«Ω, σαχλαμάρες. Τρομερά ανιαρά. Σκέψου, υπάρχουν μόνο έξι μοτίβα πλοκής, που τα παραλλάσσουν ελαφρώς, κοα αυτό είν' όλο. Φυσικά, εγώ δούλευα μόνο στα καλειδοσκόπια. Δεν ήμουν ποτέ στην Ομάδα Επαναγραφής. Δεν είμαι μορφωμένη, αγάπη μου, ούτε και γι' αυτό δεν είμαι αρκετά μορφωμένη».
Έμαθε με έκπληξη ότι, εκτός από τους προϊσταμένους των τμημάτων, ολοι οι εργάτες στο Πορνοτμήμα ήταν κορίτσια. Ισχυ-ρίζονταν πως οι άντρες, ανήμποροι να ελέγξουν εξίσου με τις γυναίκες το σεξουαλικό τους ένστικτο, κινδύνευαν περισσότερο να διαφθαρούν αΐζό τις αισχρότητες με τις οποίες καταπιάνονταν.
«Δεν θέλουν να έχουν εκεί παντρεμένες», πρόσθεσε. «Τα κορί-τσια υποτίθεται πάντα πως είναι τόσο αγνά! Πάντως, να κι ένα που δεν είναι. Εγώ!»
Είχε την πρώτη της ερωτική περιπέτεια στα δεκαέξι μ' ένα μέλος του Κόμματος εξήντα χρονών, που αργότερα αυτοκτόνησε για να αποφύγει τη σύλληψή του. «Και καλά που έκανε», είπε η
145

Τζούλια, «γιατί αλλιώς θα μάθαιναν τ' όνομά μου όταν θα ομολο-γούσε». Από τότε είχε και άλλες, πολλές και διάφορες. Η ζωή, όπως την αντιλαμβανόταν, ήταν απλούστατη. Εσύ θέλεις να περά-σεις ωραία. «Εκείνοι», εννοώντας το Κόμμα, ήθελαν να σ' εμποδί-σουν σ' αυτό• τότε, θα παραβιάσεις τους κανόνες όσο καλύτερα μπορείς. To 'βρισκε τόσο φυσικό να θέλουν «εκείνοι» να σου στε-ρήσουν κάθε ευχαρίστηση όσο και το ότι εσύ θέλεις να αποφύγεις τη σύλληψη. Μισούσε το Κόμμα και εξέφραζε αυτό το μίσος με τα πιο ωμά λόγια, αλλά δεν έκανε καμιά γενική κριτική σχετικά. Δεν ενδιαφερόταν για τα δόγματα του Κόμματος, παρά μόνο σε ό,τι αφορούσαν τη δική της ζωή. 0 Γουίνστον πρόσεξε ότι δεν χρη-σιμοποιούσε ποτέ λέξεις της Νέας Ομιλίας, εκτός απ' όσες είχαν περάσει στην κα&ημερινή ζωή. Δεν είχε ποτέ ακουσει τίποτα για την Αδελφότητα και αρνιόταν να πιστέψει ότι υπάρχει οργανωμένη εξέ-γερση ενάντια στο Κόμμα — της φαινόταν ηλίθιο, γιατί ήταν κα-ταδικασμένη. To έξυπνο ήταν να παραβιάσεις τους κανόνες και να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός. 0 Γουίνστον διερωτήθηκε αόριστα πόσοι άλλοι μπορεί να ήταν σαν αυτήν στη νέα γενιά — άτομα που είχαν μεγαλώσει στον κόσμο της Επανάστασης, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε άλλο και είχαν δεχτεί το Κόμμα σαν κάτι αναλλοίωτο, σαν τον ουρανό. Δεν επαναστατούσαν ενάντια στην εξουσία του, παρά μόνο το απόφευγαν, όπως ένα κουνέλι το βάζει στα πόδια μπροστά στο σκύλο.
Δεν συζήτησαν το ενδεχόμενο να παντρευτούν. Ήταν κάτι πολύ αόριστο για ν' αξίζει να το σκεφτούν. Καμιά φανταστική επιτροπή δεν θα ενέκρινε ποτέ μια τέτοια ένωση, ακόμη και αν έφευγε από τη μέση η Κάθριν, η γυναίκα του Γουίνστον. Δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα, ούτε καν στα όνειρά τους.
«Πώς ήταν η γυναίκα σου;» ρώτησε η Τζούλια.
«Ήταν... ξέρεις τη λέξη της. Νέας Ομιλίας "καλόσκεφτη"; Σημαίνει να 'σαι από τη φύση σου ορθόδοξος, ανίκανος να κάνεις κακή σκέψη».
«Όχι, δεν ξέρω τη λέξη, αλλά ξέρω αρκετά κάλά αυτό~το είδος-των ανθρώπων».
146
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
Άρχισε να της διηγείται την ιστορία του έγγαμιου βίου του, αλλά, κατά περίεργο τρόπο, εκείνη φαινόταν σαν να ήξερε ήδη τα κυριότερα σημεία. Του περιέγραψε, σχεδόν σαν να είχε δει ή είχε νιώσει, την ακαμψία του κορμιού της Κάθριν, μόλις την άγγιζε, τον τρόπο που έμοιαζε να τον σπρώχνει μ' όλη της τη δύναμη, ακόμα και όταν τον αγκάλιαζε σφιχτά. Με την Τζούλια δεν ένιωθε καμιά δυσκολία να μιλάει γι' αυτά τα πράγματα. Οπωσδήποτε, η Κάθριν είχε από καιρό πάψει να είναι οδυνηρή ανάμνηση. Τώρα, είχε γίνει απλώς δυσάρεστη ανάμνηση.
«Θα την άντεχα, αν δεν υπήρχε ένα πράγμα», είπε. Μίλησε στην Τζούλια για τη μικρή ψυχρή ιεροτελεστία στην οποία η Κάθριν τον ανάγκαζε μια φορά την εβδομάδα. «To απεχθανόταν, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να την εμποδίσει να το κάνει. To ονόμαζε... δεν μπορείς να μαντέψεις πώς».
«To καθήκον μας προς το Κόμμα», είπε αμέσως η Τζούλια.
«Που το ξέρεις;»
«Έχω πάει κι εγώ σχολείο, αγάπη μου. Γίνονταν συζητήσεις γύρω από το σεξ μια φορά το μήνα για όσους είχαν κλείσει τα δεκαέξι. To ίδιο και στο Κίνημα Νεολαίας. Σου κοπανούν τα ίδια και τα ίδια χρόνια ολόκληρα. Νομίζω πως πολλές φορές έχουν επιτυχία. Πάλι, όμως, δεν ξέρει κανείς. Οι άνθρωποι είναι τόσο υποκριτές».
Άρχισε να αναπτύσσει το θέμα. Με την Τζουλια, όλα ξεκινούσαν από τη δική της ιδιοσυγκρασία. Από τη στιγμή που την άγγιζες σ' αυτό το θέμα, με οποιοδήποτε τρόπο, ήταν ικανή να δώσει δείγματα οξύτατης κρίσης. Αντίθετα από τον Γουίνστον, είχε συλλάβει το κρυφό νόημα του πουριτανισμού του Κόμματος. Δεν ήταν μόνο ότι το σεξουαλικό ένστικτο δημιουργούσε έναν κόσμο δικό του έξω από τον έλεγχο του Κόμματος, κόσμο που έπρεπε, ει δυνατόν, να κα-ταστραφεί. To σπουδαιότερο ήταν πως η στέρηση της σεξουαλικής ζωής δημιουργούσε υστερία, πράγμα που ήθελαν, γιατί μπορούσαν να τη μετατρέψουν σε πολεμικό πυρετό και σε αφοσίωση στους αρχηγούς. Η Τζούλια εξήγησε τη σκέψη της:
«Όταν κάνεις έρωτα, ξοδεύεις ενέργεια και μετά νιώθεις ευτυχι-
147

σμένος και δεν δίνεις δεκάρα yta τίποτα. Δεν μπορούν να το δεχτούν να νιώθεις έτσι. Θέλουν να ξεχειλίζεις από ζωτικότητα αδιάκοπα. Όλες αυτές οι παρελάσεις και κόντρα παρελάσεις, οι επευφημίες και οι σημαίες που ανεμίζουν, είναι σεξουαλικό ένστικτο ανικανοποίητο. Αν είσαι ευτυχισμένος μέσα σου, γιατί να σκοτίζεσαι για τον Μεγά-λο Αδελφό και το Τριετές Πλάνο και το Δίλεπτο του Μίσους κοα τις υπόλοιπες βλακείες;»
Σκέφτηκε πως αυτό ήταν μεγάλη αλήθεια. Τπήρχε μια άμεση στενή σχέση ανάμεσα στην αγνότητα και την πολιτική ορθοδοξία. Γιατί αλλιώς πώς θα μπορούσαν να διατηρήσουν ανάμεσα στα μέ-λη του Κόμματος, και στο βαθμό που ήθελαν, το φόβο, το μίσος και την παρανοϊκή ευπιστία, αν δεν κατάπνιγαν κάποιο ισχυρό ένστικτο για να το χρησιμοποιήσουν έπειτα σαν κινητήρια δύναμη; Η σεξουα-λική ορμή ήταν επικίνδυνη για το Κόμμα, και το Κόμμα τη χρη-σιμοποίησε για το δικό του συμφέρον. Έκαναν το ίδιο κόλπο και με το πατρικό ένστικτο. Δεν μπορούσαν να καταργήσουν την οικογέ-νεια, και μάλιστα ενθάρρυναν τους ανθρώπους να αγαπούν τα παιδιά τους σχεδόν με τον παλιό τρόπο. Από την άλλη, έσπρωχναν τα παιδιά συστηματικά ενάντια στους γονείς τους και τα δίδασκαν πώς να τους κατασκοπεύουν και να καταγγέλλουν τις παρεκκλίσεις τους. Η οικογένεια, στην πραγματικότητα, είχε γίνει προέκταση της Αστυνομίας της Σκέψης. Ήταν ένα τέχνασμα, χάρη στο οποίο όλοι ήταν περικυκλωμένοι νύχτα μέρα από κατασκόπους που τους γνώριζαν από πολύ κοντά.
To μυαλό του ξαναγύρισε απότομα στην Κάθριν. Χωρίς άλλο, η Κάθριν θα τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία της Σκέψης, αν δεν ήταν τόσο ηλίθια ώστε να μην μπορεί να μαντέψει ότι οι απόψεις του ήταν ανορθόδοξες. Αυτό όμως που πραγματικά τον έκανε να τη σκεφτεί εκείνη τη στιγμή, ήταν η αποπνικτική ζέστη του δειλίνού που είχε κάνει το μέτωπό του να-μουσκέψει στον ιδρώτα. Έπιασε να διηγείται στην Τζούλια κάτι-^εου-είχε συμβείτ ή. μάλλον πρυ τελικά δεν είχε συμβεί, ένα άλλο ζεστό καλοκαφινό απόγευμα, έντεκα χρόνια πίσω.
148

Ήταν τρεις ή τέσσερις μήνες μετά το γάμιο τους. Είχαν χάσει το δρόμο σε μια ομαδική πορεία κάπου στο Κεντ. Ξεκομμένοι από τους προπορευόμενους για λίγο, πήραν λάθος στροφή και βρέθηκαν στην άκρη ενός παλιού λατομείου. Ήταν ένας απότομος γκρεμός, δέκα ή είκοσι μέτρων, που στο βάθος του ήταν γεμάτος βράχια. Κανείς ολόγυρα για να ρωτήσουν το δρόμο. Η Κάθριν, μόλις κατά-λαβε πως είχαν χαθεί, ανησύχησε πολύ. To να βρίσκεται έστω και για μια στιγμή μακριά από το θορυβώδες πλήθος των συντρόφων, της έδινε την εντύπωση ότι κάνει κάτι κακό. Ήθελε να γυρίσουν γρήγορα εκεί απ' όπου είχαν έρθει, και ν' αρχίσουν να ψάχνουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ο Γουίνστον πρόσεξε μερικές τούφες μυρτολούλουδα που είχαν φυτρώσει κάτω από κει που στέκονταν, στις πλαγιές της χαράδρας. Μια τούφα με δύο χρώματα, βαθυκόκκινο και κεραμιδί, και φαινόταν ότι έβγαιναν από την ίδια ρίζα. Δεν είχε ποτέ του δει κάτι παρόμοιο, και φώναξε την Κάθριν να έρθει να το δει κι αυτή.
«Κοίτα, Κάθριν! Κοίτα τα λουλουδια. Αυτή την τούφα εκεί κάτω, κοντά στο βάθος του γκρεμού. Βλέπεις που έχει δύο χρώ-ματα;»
Είχε κιόλας ξεκινήσει να φύγει, αλλά με αρκετή δυσαρέσκεια γύρισε για μια στιγμή. Έσκυψε πάνω από τον γκρεμό να δει πού της έδειχνε. Αυτός στεκόταν λίγο πίσω της, και έβαλε το χέρι του στη μέση της να την κρατήσει. Τότε συνειδητοποίησε ξαφνικά πως ήταν ολομόναχοι. Δεν υπήρχε ψυχή ολόγυρα, δε σάλευε φύλλο, πουλί πετούμενο δεν υπήρχε. Σ' ένα μέρος σαν αυτό, ο κίνδυνος να υπάρχει κρυμμένο μικρόφωνο ήταν ελάχιστος, αλλά ακόμα και αν υπήρχε, δεν μπορούσε να πιάσει παρά μόνο ήχους. Ήταν η πιο ζεστή, η πιο ράθυμη ώρα του δειλινού. 0 ήλιος έκαιγε από πάνω τους, ο ιδρώτας έσταζε στο πρόσωπό του. Και τότε του ήρθε η σκέψη...
«Γιατί δεν της έδινες μια γερή σπρωξιά;» είπε η Τζούλια. «Ε-γώ θα το 'κανα».
«Nat, αγάπη μου, εσύ θα το 'κανες. Κι εγώ θα το 'κανα αν
149

ήμουν τότε αυτός που είμαι τώρα. Ή ίσως... δεν ξέρω, δεν είμαι βέβαιος».
«Λυπάσαι που δεν το έκανες;»
«Ναι, λυπάμαι».
Κάθονταν δίπλα δίπλα στο σκονισμένο πάτωμα. Την τράβηξε κοντά του. To κεφάλι της φώλιαζε στον ώμο του, η ευωδιά των μαλλίών της νικούσε τη μιυρωδιά από τις κουτσουλιές των περιστε-ριών. Είναι πολύ νέα, σκέφτηκε, ακόμα περιμένει κάτι απ' τη ζωή. Δεν καταλαβαίνει πως με το να σπρώξεις χάποιον ανεπιθύμητο σ' έναν γκρεμό, δεν λύνεις κανένα πρόβλημα.
«Δεν θ' άλλαζε τίποτα πραγματικά», είπε.
«Τότε, γιατί λυπάσαι που δεν το έκανες;»
«Γιατί προτιμώ το θετικό απ' το αρνητικό. Στο παιχνίδι που παίζουμε, δεν μπορούμε να νικήσουμε. Μερικές αποτυχίες αξίζουν περισσότερο από άλλες, αυτό είναι όλο».
Από μια κίνηση των ώμων της, κατάλαβε πως η Τζούλια διαφωνούσε. Πάντοτε είχε αντιρρήσεις όταν τον άκουγε να λέει κάτι τέτοια. Δεν δεχόταν ως φυσικό νόμο ότι το άτομο έβγαινε πάντα νικημένο. Καταλάβαινε, κατά χάποιο τρόπο, πως ήταν και αυτή καταδικασμένη, πως αργά ή γρήγορα η Αστυνομία της Σκέψης θα την έπιανε και θα τη σκότωνε, αλλά μ' ένα άλλο μέρος του μυαλού της πίστευε πως ήταν δυνατό να χτίσει έναν μυστικό κόσμο όπου μπορούσε να ζήσει όπως ήθελε. To μόνο που χρειαζόταν κανείς ήταν τύχη, πονηριά και τόλμη. Δεν καταλάβαινε πως δεν υπήρχε ευτυχία, πως η μόνη νίκη βρισκόταν στο απώτατο μέλλον, πολύ μετά το θάνατό τους, και πως, αφότου είχαν κηρύξει τόν πόλεμο στο Κόμ-μα, ήταν καλύτερα να λογαριάζουν τον εαυτό τους νεκρό.
«Είμαστε νεκροί», έλεγε.
«Δεν είμαστε ακόμα», απαντούσε πεζά η Τζούλια.
«Όχι σωματικά. Έξι μήνες ακόμα, ένα χρόνο, πέντε χρόνι&Λ. Φοβάμαι το θάνατο. Εσύ είσαι νέα, ίσως φοβάσαι πιο πολύ από μένα. Βέβαια, θα τον απομακρύνουμε όσο περισσότερο μπορούμε. Αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία. Όσο οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, η ζωή και ο θάνατος θα είναι το ίδιο πράγμα».
150

«Tt ανοησίες! Με ποιον θα προτιμούσες να πλαγιάσεις, με μένα ή μ' έναν σκελετό; Δεν χαίρεσαι που είσαι ζωντανός; Δεν σ' αρέσει να ν.ώθεις πως αυτό είσαι εσύ; Τούτο εδώ είναι το χέρι σου, τούτο εδώ το πόδι σου, είσαι πραγματικός, δυνατός, ζωντανός! Κι έπειτα, δεν σ' αρέσει αυτό;»
Γύρισε προς το μέρος του και ακούμπησε πάνω του το στήθος της. Μπορούσε να νιώσει, μέσ' από την μπλούζα, τα στήθη της βαριά αλλά σφιχτά. To σώμα της σαν να του μετέδιδε λίγο από τα νιάτα και το σφρίγος της.
«Ναι, μ' αρέσει αυτό», είπε.
«Τότε, πάψε να μιλάς για θάνατο. Και τώρα άκουσέ με, αγάπη μου, πρέπει να κανονίσουμε την επόμενη συνάντησή μας. Μπορούμε να ξαναπάμε στο δάσος, έχουμε πολύ καιρό να πάμε, αλλά πρέπει να πάρεις διαφορετικό δρόμο αυτή τη φορά. Τα 'χω σχεδιάσει oka. Θα πάρεις το τρένο —κοίτα που θα σ' το σχεδιάσω».
Και με τον πρακτικό της τρόπο, μάζεψε σκόνη σ' ένα μέρος, και μ' ένα κλαράκι από περιστεροφωλιά έπιασε να σχεδιάζει ένα χάρτη στο πάτωμα.
IV
0 Γουίνστον έριξε μια ματιά ολόγυρα στο μικρό φτωχικό δωμάτιο που ήταν πάνω από το μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον. To μεγάλο κρεβάτι, κοντά στο παράθυρο, ήταν στρωμένο με σκισμένες κουβέρτες κι ένα μεγάλο προσκέφαλο χωρίς κελύφι. To παλιό ρολόι, με την πλάκα με τις δώδεκα ώρες, χτυπούσε πάνω στο τζάκι. Στη γωνιά, πάνω στο πτυσσόμενο τραπέζι, το γυάλινο πρες παπιέ που αγόρασε την τελευταία φορά που 'χε έρθει, άστραφτε απαλά στο μισοσκόταδο. Στα πόδια του τζακιού ήταν μια γκαζιέρα πετρελαίου, μια κατσαρόλα και δύο φλιτζάνια που είχε φέρει ο κ. Τσάρινγκτον. 0 Γουίνστον άναψε την γκαζιέρα κι έβαλε νερό να βράσει και μερικές
151

ταμπλέτες ζαχαρίνη. Οι δείχτες του ρολογιού έδειχναν επτά και εικοσι: πράγματι, ήταν εφτά και είκοσι το απόγευμα, κι εκείνη θα 'ρχόταν στις εφτά και τριάντα.
Ήταν τρέλα, τρέλα, έλεγε συνέχεια μέσα του. Συνειδητή τρέλα, αδικαιολόγητη, σκέτη αυτοκτονία. Απ' όλα τα εγκλήματα που μπορούσε να διαπράξει ένα μέλος του Κόμματος τοΌτο εδώ ήταν το λιγότερο εύχολο να κρυφτεί. Η αντανάκλαση του γυάλινου πρες παπιέ στο τραπέζι τού είχε δώσει αρχικά την ιδέα, με τη μορφή ενός οράματος. Όπως το είχε προβλέψει, ο κ. Τσάρινγκτον δεν του έφερε καμιά δυσκολία για να νοικιάσει το δωμάτιο. Ήταν φανερά ευχαριστημένος που θα έβγαζε λίγα δολάρια. Ούτε φάνηκε να σο-κάρεται ή να.• προσβάλλεται όταν ο Γουίνστον του έδωσε να κατα-λάβει πως ήθελε το δωμάτιο για ερωτικές συναντήσεις. Αντίθετα, κοιτάζοντας στο κενό άρχισε να μιλάει με γενικότητες με ύφος τόσο λεπτό, που έδινε την εντύπωση πως είχε γίνει σχεδόν αόρατος. Η απομόνωση, είπε, ήταν κάτι πολυτιμο. Όλοι ήθελαν να έχουν ένα μέρος όπου να μπορούν κάπου κάπου να είναι μόνοι. Αν κάποιος έβρισκε ένα τέτοιο μέρος, δεν θα ήταν διόλου ευγενικό από μέρους ενός τρίτου που θα το ήξερε να μην το κρατήσει για τον εαυτό του. Πρόσθεσε ακόμα, πολύ διακριτικά, πως το σπίτι είχε δύο εισόδους• η μία από αυτές στην πίσω αυλή έβγαζε σ' ένα στενό.
Κάτω από το παράθυρο κάποιος τραγουδούσε. 0 Γουίνστον κοίταξε έξω προφυλαγμένος από τη διάφανη κουρτίνα. 0 ήλιος του Ιουνίου ήταν ακόμα ψηλά στον ουρανό, και κάτω στην ηλιόλουστη αυλή μια γυναίκα με σκούρα κόκκινα χέρια, ζωσμένη μια ποδιά από λινάτσα στη μέση, πηγαινοερχόταν ανάμεσα σ' έναν κάδο για πλύ-σιμο και ένα σκοινί για άπλωμα. Γιγάντια και ρωμαλέα σαν νορμαν-δική κολόνα, άπλωνε στο σκοινί κάτι τετράγωνα άσπρα κομμάτια που ο Γουίνστον κατάλαβε ότι ήταν μωρουδιακές πάνες. Όταν το στόμα της δεν ήταν απασχολημένο με μανταλάκια, τραγουδούσε με μια φωνή κοντράλτο:
152

'Ονεφο ητανε και έσ^ησε πέρασε σα μκχ μ,έρα του Απρίλη το νου και την χαρδιά μού έκλεφε μού πήρε το χαμόγελο απ' τα χείλη.
0 σκοπός ακουγόταν σ' όλο το Αονδίνο για εβδομάδες τώρα. Ήταν ένα απ' αυτά τα αναρίθμητα τραγουδάκια, όλα όμοια μεταξύ τους, που έδινε στην κυκλοφορία το παράρτημα του Τμήματος Μουσικής για τους προλετάριους. Ot στίχοι των τραγουδιών αυτών είχαν γραφτεί χωρίς καμιά ανθρώπινη επέμβαση, από μια μηχανή που λεγόταν στιχοποιός. Αλλά η γυναίκα τραγουδούσε τόσο μελω-δικά, που μεταμόρφωνε αυτή τη σαχλαμάρα σε τραγούδι σχεδόν ευχάριστο. 0 Γουίνστον την άκουγε που το έλεγε, άκουγε τον κρότο των παπουτσιών της στα πλακάκια, τις φωνές των παιδιών στο δρόμο, και, κάπου μακριά το αχνό βουητό της κυκλοφορίας. Κι όμως το δωμάτιο έμοιαζε παράξενα σιωπηλό- και αυτό χάρη στην απουσία τηλεοθόνης.
Τρέλα, τρέλα, τρέλα! σκέφτηκε πάλι. Δεν θα μπορούσαν να έρχονται σ' αυτό το μέρος περισσότερο από λίγες εβδομάδες χωρίς να τους πιάσουν, αποκλείεται. Αλλά ο πεφασμός να έχουν ένα δικό τους κρυφό μέρος σε κλειστό χώρο και κοντά, ήταν πολύ μεγάλος καί yta τους δυο. Τστερα από τη συνάντησή τους στο καμπαναριό, στάθηκε αδύνατο γι' αρκετό διάστημα να συναντηθούν. Εν αναμονή της Εβδομάδας του Μίσους, ot ώρες εργασίας αυξήθηκαν υπερβο-λικά. Δεν θα λάβαινε χώρα νωρίτερα από ένα μήνα, αλλά ot προ-ετοιμασίες, τεράστιες και πολύπλοκες, απαιτούσαν πρόσθετη δου-λειά απ' όλους. Τελικά, κατάφεραν και ot δυο να βρουν ένα ελεύθερο απόγευμα την ίδια μέρα. Συμφώνησαν να ξαναπάνε στο ξέφωτο του δάσους. Την προηγουμένη, συναντήθηκαν για πολύ λίγο στο δρόμο. Όπως πάντα, ο Γουίνστον, μόλις που κοίταξε την Τζούλια καθώς προχωρούσαν μέσα στον κόσμο. Αλλά με αυτή τη σύντομη ματιά που της έριξε, την είδε πιο χλομή απ' ό,τι συνήθως.
«Δεν γίνεται τίποτα», μουρμούρισε μόλις έκρινε ότι μπορούσε να μιλήσει χωρίς κίνδυνο. «Εννοώ γι' αύριο».
I
153

«Τι;»
«Αύριο το απόγευμα. Δεν μπορώ να έρθω». «Γιατί;»
«Ω, για το συνηθισμένο λόγο. Ήρθε πιο νωρίς αυτή τη φορά».
Για μια στιγμή θύμωσε πάρα πολύ. Στο μήνα που τη γνώριζε, η φύση του αισθήμιατός του γι' αυτήν είχε αλλάξει. Στην αρχή, ένιωθε πολύ λίγο πραγματικό αισθησιασμό. Η πρώτη τους ερωτική επαφή ήταν απλώς θέμα επιθυμίας. Μετά τη δεύτερη φορά, όμως, ήταν διαφορετικά. To άρωμα των μαλλιών της, η γεύση των χειλιών της, το άγγιγμα της σάρκας της, όλα αυτά λες και είχαν μπει μέσα του ή αιωρούνταν στον αέρα που τον τύλιγε. Του ήταν φυσικώς αναγκαίο, κάτι που όχι μόνο ήθελε, αλλά ένιωθε πως δικαιουνταν. Όταν είπε πως δεν μπορούσε να έρθει, είχε την εντυπωση πως του έλεγε ψέματα. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, το πλήθος τούς έσπρωξε τον ένα κοντά στον άλλο, και τα χέρια τους συναντήθηκαν τυχαία. Του έσφιξε γρήγορα τις άκρες των δαχτύλων, σαν να ζητού-σε όχι πόθο, αλλά τρυφερότητα. 0 Γουίνστον σκέφτηκε πως, όταν' ζούσε κανείς με μια γυναίκα, αυτή η παροδική απογοήτευση ήταν ένα φυσικό συνηθισμένο γεγονός, και ξαφνικά τον κατέλαβε βαθιά τρυφερότητα που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν. Θα ήθελε να ήταν ζευγάρι παντρεμένο δέκα χρόνια. Θα ήθελε να περπατουσαν στους δρόμους όπως τώρα, αλλά ελεύθερα, χωρίς φόβο, και να μιλούν για πράγματα συνηθισμένα, καθημερινά, ψωνίζοντας μικροπράματα για το νοικοκυριό τους. Θα ήθελε, προπάντων, να είχαν ένα μέρος όπου να μπορουν να βρίσκονται μόνοι οι δυο τους, χωρίς να νιώθουν την υποχρέωση να κάνουν έρωτα κάθε φορά που συναντιόνταν. Δεν του πέρασε την ίδια στιγμή η σκέψη να νοικιάσει το δωμάτιο του κ. Τσάρινγκτον, αλλά, κάποια στιγμή την άλλη μέρα, όταν το πρότεινε στην Τζούλια, εκείνη το δέχτηκε με αναπάντεχη προθυμία. Κι οι δυο τους ήξεραν πως ήταν τρέλα. Ήταν σαν να βάδιζαν προς τον τάφο τους με τη θέλησή τους. Καθώς την περίμενε καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, σκέφτηκε πάλι τα υπόγεια του Υπουργείου Αγάπης. Ήταν παράξενο πώς ο τρόμος για το πεπρωμένο τους
154
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
ερχόταν και έφευγε από το μυαλό του. Αυτό το πεπρωμένο βρισκόταν εκει, η ώρα του ήταν καθορισμένη μέσα στο μέλλον. Προηγούνταν του θανάτου εξίσου σίγουρα όπως το 99 προηγείται του 100. Δεν μπορούσες να το αποφυγεις, (σως όμως μπορούσες να το αναβάλεις. Εν τούτοις, να που συνέβαινε να διαλέξεις, με μια συνειδητή, ηθελη-μένη πράξη, να μικρύνεις το διάστημα που σε χώριζε απ' αυτό.
Βιαστικά βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Η Τζούλια μπήκε ορμητική στο δωμάτίθ. Κρατούσε μία τσάντα για εργαλεία από χοντρή καφέ λινάτσα. Την είχε δει να την κουβαλάει μερικές φορές στο Τπουργείο. Προχώρησε να την αγκαλιάσει αλλά του ξέφυγε γρήγορα, καθώς ακόμα κρατούσε και την τσάντα.
«Mux στιγμή», είπε. «Μια στιγμή να σου δείξω τι έφερα. Έχεις φέρει απ' αυτό τον απαίσιο Καφέ Νίκης, ε; To 'ξερα πως θα έφερνες. Βάλ' τον στην άκρη, δεν θα τον χρειαστούμε. Κοίτα εδώ».
Γονάτίσε, άνοιξε την τσάντα χι έβγαλε από μέσα ανακατεμένα μερικά γαλλικά κλειδιά και ένα κατσαβίδι που τη γέμιζαν πάνω πάνω. Από κάτω βρίσκονταν μερικά καλοφτιαγμένα πακέτα, τυλιγμένα με χαρτί. To πρώτο πακέτο που έδωσε στον Γουίνστον του δημιούρ-γησε μια παράξενη αίσθηση, αλλά αόριστα οικεία. Ήταν γεμάτο με κάτι βαρύ, που έμοιαζε με άμμο και υποχωρούσε όπου το άγγιζες.
«Μη μου πεις πως είναι ζάχαρη...» της είπε.
«Αληθίνή ζάχαρη. Όχι ζαχαρίνη, ζάχαρη. Να κι ένα καρβέλι ψωμί — αληθινό άσπρο ψωμί, όχι αυτή η αηδία που τρώμε, κι ένα βαζάκι μαρμελάδα. Έχω κι ένα κουτί γάλα —αλλά κοίτα! ΓΥ αυτό εδώ είμαι αληθινά περήφανη. Έπρεπε να το τυλίξω με πανί, γιατί...»
Αλλά δεν χρειαζόταν να του πει γιατ( το είχε τυλίξει. Η μυρωδιά είχε κιόλας γεμίσει το δωμάτιο- μια πλούσια, ζεστή μυρωδιά που ήταν σαν να ερχόταν από την παιδική του ηλικία, αλλά που και τώρα ακόμα συναντούσε κάποτε. Καμιά φορά ήταν διάχυτη στον αέρα σ' ένα στενό δρομάκι προτού κλείσει βιαστικά μια πόρτα, ή πλανιόταν μέσα στο πλήθος ενός πολυσύχναστου δρόμου. Τη μύρι-ζες για μια στιγμή, κι ύστερα χανόταν πάλι.
«Καφές», μουρμούρισε, «αληθινός καφές».
155

«Είναι ο κ,αφές του Εσωτερικού Κόμματος. Ένα ολόκληρο κιλό», είπε.
«Πώς τα κατάφερες να τα βρεις όλ' αυτά;»
«Είναι προμήθειες του Εσωτερικού Κόμματος. Αυτά τα γου-ρούνια, δεν τους λείπει τίποτα, τίποτα. ΑΧλά φυσικά και τα γκαρσό-νια χαι οι υπηρέτες και διάφοροι άλλοι κλέβουν πράγματα — και, κοίτα, έχω κι ένα πακέτο τσάι».
0 Γουίνστον κάθισε σταυροπόδι δίπλα της. 'Εσκισε μια γωνία και άνοιξε το πακέτο.
«Είναι αληθινό τσάι. Όχι μουρόφυλλα».
«Κυκλοφορεί πολύ τσάι τώρα τελευταία. Κατέλαβαν τις Ινδίες ή κάποιο άλλο μέρος», είπε αόριστα. «Άκουσέ με όμως, αγάπη μου. Θέλω να γυρίσεις την πλάτη σου για λίγο. Πήγαινε να καθίσεις στην άλλη μεριά του κρεβατιού. Μην πας πολύ κοντά στο παράθυρο. Και μη γυρίσεις, αν δεν σου πω».
0 Γουίνστον κοίταξε αφηρημένα μέσ' από τη διάφανη κουρτίνα. Κάτω στην αυλή, η γυναίκα με τα κόκκινα χέρια εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στον κάδο και το σκοινί. Έβγαλε δυο μανταλάκια από το στόμα της και τραγούδησε με αίσθημα:
0 χρόνος, λένε, γιατρεύει τις πληγές, λένε, είν' εύκολο το χτες να λησμονήσεις-μα στην καρδιά μου νιώθω λες και ήταν χτες τα δάκρυα, τα φιλιά, οι συγκινήσεις.
Φαινόταν να ξέρει ολόκληρο το σαχλοτράγουδο απ' έξω. Η φωνή της υψωνόταν μέσα στη γλύκα του καλοκαιριάτικου αέρα, γεμιάτη μελωδία και ευτυχισμένη μελαγχολία. Έδινε την εντύπωση πως θα ήταν ολότελα ευτυχισμένη, αν αυτό το απόγευμα του Ιουνίου και τα ρούχα που άπλωνε δεν σώνονταν ποτέ, αν μπορούσε να μ,είνει εκε( χίλια χρόνια, απλώνοντας πάνες και τραγουδώντας σαχλαμάρες. 0 Γουίνστον σκέφτηκε μ' έκπληξη ότι δεν είχε ποτέ ακούσει ένα μέλος του Κόμματος να τραγουδά μόνο του και αυθόρ-
156

μητα. Ίσως αυτό να φαινόταν λίγο ανορθόδοξο, μια επικίνδυνη εκκεντρικότητα, σαν να παραμιλάει κανείς. Ίσως μόνο όταν ot άν-θρωποι πλησιάζουν τα όρια της λιμοκτονίας, τότε μόνο να είχαν λόγους να τραγουδήσουν.
«Μπορείς να γυρίσεις τώρα», είπε η Τζούλια.
Γύρισε και για ένα δευτερόλεπτο παραλίγο να μην τη γνωρίσει. Περίμενε ότι θα την έβλεπε γυμνή. Δεν ήταν όμως γυμνή. Η μεταμόρφωσή της ήταν πολύ πιο εκπληκτική. Είχε βάψει το πρό-σωπό της.
Θα πρέπει να είχε τρυπώσει σε κανένα μαγαζί στις συνοικίες των προλετάριων και αγόρασε ολόκληρο σετ μακιγιάζ. Τα χείλη της ήταν ολοκόκκινα, στα μάγουλά της είχε ρουζ, η μύτη της ήταν πουδραρισμένη, ακόμα και κάτω από τα μάτια ε(χε κάτι αδιόρατο που τα έκανε πιο λαμπερά. Δεν είχε μακιγιαριστεί με τέχνη, αλλά οι γνώσεις του Γουίνστον πάνω στο ζήτημα ήταν μηδαμινές. Δεν είχε ποτέ ως τώρα δει ή φανταστεί μια γυναίκα του Κόμματος με καλλυντικά στο πρόσωπό της. Βάφοντας μόνο λίγο τα σημεία που έπρεπε, είχε γίνει όχι μόνο πολύ πιο όμορφη, αλλά πάνω απ' όλα πολύ πιο θηλυκιά. Τα κοντά μαλλιά της και η αγορίστικη φόρμα τόνιζαν αυτήν την εντύπωση. Καθώς την πήρε στην αγκαλιά του, ένα κύμα από φτηνό άρωμα βιολέτας πλημμύρισε τα ρουθούνια του. Θυμήθηκε το μισοσκόταδο μιας κουζίνας σ' ένα υπόγειο, και το ξεδονπασμένο στόμα μιας γυναίκας. Φορούσε ακριβώς το ίδιο ά-ρωμα• αυτό όμως δεν φαινόταν να έχει σημασία εκείνη την ώρα.
«Και άρωμα!» είπε.
«Nat, αγάπη μου, και άρωμα. Kat ξέρεις τι θα κάνω την άλλη φορά; Θα πάω να βρω κάπου ένα αληθινό γυναικείο φόρεμα και θα το φορέσω αντί γι' αυτά τα απαίσια παντελόνια. Θα φορέσω μετα-ξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Σ' αυτό το δωμάτιο θα είμαι γυναίκα, όχι συντρόφισσα του Κόμματος».
Γδυθηκαν και ανέβηκαν στο τεράστιο κρεβάτι. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γουίνστον έμενε ολόγυμνος μπροστά της. Ως τότε, ντρεπόταν για το ωχρό και αδύνατο σώμα του, για τους κιρσούς που
157

φαίνονταν στις γάμπες του και την πληγή στον αστράγαλο που έδειχνε σαν μπάλωμα. Δεν είχαν σεντόνια, αλλά η κουβέρτα που πάνω της ξάπλωσαν ήταν τριμμένη και λεία. Οι διαστάσεις και η ελαστικότητα του κρεβατιού τούς κατέπληξε και τους δυο. «Σίγουρα είναι γεμάτο κοριούς, αλλά τι μας νοιάζει;» είπε η Τζουλια. Δεν έβλεπε κανείς πουθενά τώρα διπλό κρεβάτι, εκτός από τα σπίτια των προλετάριων. 0 Γουίνστον, ως παιδί, είχε τύχει να κοιμηθεί σε τέτοιο κρεβάτι- η Τζουλια, απ' όσο θυμόταν, ποτέ.
Κοιμήθηκαν για λίγο. Όταν ξύπνησε ο Γουίνστον, οι δείχτες του ρολογιού πλησίαζαν στις εννιά. Έμεινε ακίνητος για να μην ξυπνήσει την Τζούλια που είχε φωλιάσει το κεφάλι της μέσα στο μπράτσο του. To περισσότερο μακιγιάζ της είχε μεταφερθεί στο πρόσωπο του Γουίνστον και στο μαξιλάρι, αλλά το λ(γο ρουζ που της είχε μείνει στα μάγουλα εξακολουθούσε να προβάλλει τα μήλα του προσώπου της αναδείχνοντας την ομορφιά τους. Μια κίτρινη αχτίδα από τον ήλιο που έδυε έπεφτε στα πόδια του κρεβατιού και φώτιζε το τζάκι, όπου έβραζε το νερό στην κατσαρόλα. Κάτω στην αυλή, η γυναίκα δεν τραγουδουσε πια, όμως ακούγονταν οι μακρινές φωνές των παιδιών από το δρόμο. Διερωτήθηκε αόριστα αν, στο χαμένο παρελθόν, ήταν κάτι φυσικό να κοιμάται κανείς σ' ένα κρεβάτι σαν και τούτο, μέσα στη δροσιά του καλοκαφινού δειλινού, ένας άντρας και μια γυναίκα γυμνοί, να κάνουν έρωτα όποτε ήθελαν, να μιλουν για οτιδήποτε ήθελαν, να μη νιώθουν υποχρέωση να σηκωθούν, μόνο να βρίσκονται εκεί ξαπλωμένοι, ακούγοντας τους εφηνικούς ήχους που έρχονταν απ' έξω. Αλήθεια, υπήρξε ποτέ εποχή όπου όλα αυτά ήταν κάτι φυσικό; Η Τζούλια ξυπνησε, έτριψε τα μάτια της και ανασηκώθηκε στους αγκώνες για να δει την γκαζιέρα.
«To μισό νερό εξατμίστηκε», είπε. «Θα σηκωθώ αμέσως να φτιάξω καφέ. Έχουμε μια ώρα καφό. Τι ώρα σβήνουν το ηλεκτρικό στο σπίτι σου;»
«Στις εντεκάμισι».
«Στον ξενώνα το σβήνουν στις έντεκα. Αλλά πρέπει να είμαστε εκεί νωρίτερα γιατί... Ε! Βγες έξω, βρομερό σίχαμα!»
158
Χίλια εννιαχόσια ογδόντζ τέσσερα
Γυρισε στο κρεβάτι, άρπαξε ένα παπούτσι από το πάτωμα και το εκσφενδόνισε μ' ορμή σε μια γωνιά του δωματίου, με μια απότομη και αγορίστικη κίνηση όπως τότε που την είχε δει ένα πρωί να πετάει το λεξικό στον Γκολντστάιν στο Δίλεπτο του Μίσους.
«Τι ήτανε;» ρώτησε έκπληκτος.
«Ένας αρουραίος. Τον είδα που έβγαζε τη βρομερή του μούρη έξω απ' το σανιδότοιχο. 'Εχει μια τρύπα εκεί. Πάντως, τον τρόμαξα για τα καλά».
«Αρουραίοι!» μουρμούρισε ο Γουίνστον. «Σ' αυτό το δωμάτιο!»
«Τριγυρίζουν παντού», είπε η Τζούλια αδιάφορα, ξαπλώνοντας πάλι. «Έχουμε ακόμα και στην κουζίνα, στον ξενώνα. Σε μερικά μέρη του Αονδίνου υπάρχουν μιλιουνια από δαυτους. To ξέρεις πως ορμούν στα παιδιά; Μάλιστα. Σε μερικούς δρόμους, οι γυναίκες δεν τολμάνε ν' αφήσουν τα μωρά τους μόνα ούτε για δυο λεπτά. Και το φοβερό είναι πως αυτά τα βρομερά ζωντανά...»
«Φτάνεά» είπε ο Γουίνστον, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του.
«Αγάπη μου! Πώς χλόμιασες έτσι; Τι τρέχει; Οι αρουραίοι σε κάνουν να νιώθεις άσχημα;»
«Αρουραίος! Τίποτα πιο φριχτό στον κόσμο!»
Σφίχτηκε πάνω του και τύλιξε τα μέλη της γύρω στο σώμα του, σαν να 'θελε να τον καθησυχάσει με τη ζεστασιά του κορμιού της. Δεν ξανάνοιξε αμέσως τα μάτια του. Για λίγες στιγμές είχε το αίσθημα πως ξαναζούσε έναν εφιάλτη, που ξαναρχόταν κατά καιρούς εδώ και χρόνια. Ήταν πάντα ο ίδιος. Στεκόταν όρθιος μπροστά σ' ένα τείχος σκοταδιού, πίσω από το οποίο ήταν κάτι που δεν μπορού-σε ν' αντέξει, κάτι τόσο φριχτό που δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει. Στ' όνειρό του αυτό που ένιωθε κατά βάθος ήταν αυταπάτη, γιατί στην πραγματικότητα ήξερε τι υπήρχε πίσω απ' το τείχος του σκοταδιού. Με μια θανάσιμη προσπάθεια, σαν να ξερίζωνε ένα κομ-μάτι απ' την καρδιά του, θα μπορούσε να το φέρει στο φως. Ξυπνού-σε πάντα χωρίς να έχει ανακαλύψει τι ήταν αλλά με κάποιο τρόπο, είχε να κάνει με ό,τι έλεγε η Τζούλια όταν τη διέκοψε.
«Με συγχωρείς», είπε, «δεν είναι τίποτα. Δεν μ' αρέσουν τα ποντίκια, αυτό είν' όλο».
159

«Μη στενοχωριέσαι, αγάπη μου, δεν πρόκειται να ξαναμπούν εδάτμέσα αυτά τα σιχαμερά πράγματα. Πριν φύγουμε, θα βουλώσω την τρυπα με λινάτσα και, όταν ξανάρθουμε, θα φέρω λίγο γύψο και θα την κλείσω καλά, θα δεις».
Η στιγμή του τρελού πανικού είχε κιόλας σχεδόν ξεχαστεί. Λίγο ντροπιασμένος, ο Γουίνστον ανακάθισε στο κρεβάτι. Η Τζούλια σηκώθηκε, έβαλε τη φόρμα της και έφτιαξε τον καφέ. Η μυρωδιά που ξεχύθηκε από την κατσαρόλα ήταν τόσο δυνατή και ερεθιστική, που έκλεισαν ο παράθυρο από φόβο μήπως την αντιληφθεί κανείς απ' έξω και του κινήσει την περιέργεια. Ακόμα καλυτερη κι από τη γεύση του καφέ ήταν η βελουδένια υφή που του έδινε η ζάχαρη, μια αίσθηση που ο Γουίνστον, μετά από τόσα χρόνια ζαχαρίνης, είχε σχεδόν ξεχάσει. Με το ένα χέρι στην τσέπη, και μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα στο άλλο, η Τζούλια τριγύριζε στο δωμάτιο. Κοίταξε αδιάφορα τη βιβλιοθήκη, υπέδειξε τον καλύτερο τρόπο που μπορούσε να διορθωθεί το πτυσσόμενο τραπεζάκι, βυθίστηκε στην κουρελια-σμένη πολυθρόνα για να δει αν ήταν αναπαυτική και χάζεψε το παράδοξο ρολόι με τις δώδεκα ώρες σαν να το διασκέδαζε. Έφερε το πρες παπιέ στο κρεβάτι για να το δει με περισσότερο φως. 0 Γουίνστον το πήρε από το χέρι της, μαγεμένος όπως πάντα από την απαλή και υγρή διαφάνεια του γυαλιού.
«Εσύ τι λες πως είναι αυτό;» είπε η Τζούλια.
«Δεν νομίζω πως είναι αίποτα — θέλω να πω, δεν νομίζω πως χρησίμευε ποτέ σε κάτι. Αυτό είναι που μ' αρέσει σε τούτο το πράγμα. Είναι ένα μικρό κομμάτι από την Ιστορία που ξέχασαν ν' αλλάξουν. Είναι ένα μήνυμα που έρχεται από εκατό χρόνια πριν, αν ήξερε κανείς πώς να το διαβάσει».
«Κι αυτή η εικόνα εκεί πάνω», έδειξε με το κεφάλι την γκρα-βούρα στον απέναντι τοίχο, «είναι κι αυτή παλιά, εκατό χρονών;»
«Παραπάνω. Διακοσίων, ίσως. Et'vat απολύτως αδύνατο σή-μερα να ανακαλύψει κανείς την ηλικία οποιουδήποτε πράγματος».
Πήγε κοντά να δει. «Να, από δω έβγαζε έξω τη μούρη του αυτό το βρομερό ζωντανό», είπε χτυπώντας τον ξύλινο τοίγρ ακριβώς
160
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
κάτω από την γκραβούρα. Κοίταξε την εικόνα. «Τι είναι αυτό το μέρος; Κάπου το 'χω ξαναδεί».
«Είναι εκκλησία, ή μάλλον ήταν. Λεγόταν εκκλησιά του Αγίου Κλήμεντος». Στο νου του ξαναγύρισε το κομμάτι από τη στροφή που του είχε μάθει ο κ. Τσάρινγκτον και πρόσθεσε με κάποια νοσταλγία: «"Πορτοκόλια και λεμόνια", λεν οι καμπάνες του Αγίου Κλήμεντος».
Μ' έκπληξή του την άκουσε να συνεχίζει:
«Μου χρωστάς τρία φαρδίνκχ», λεν οι χαμπάνες του Αγίου Μαρτίνου, «Πότε θα με ζεπληρώσεις;» λεν οι χαμπάνες του Ολντ Μπέιλι...
«Δε θυμάμαι πώς πάει παρακάτω. Θυμάμαι όμως ότι τελειώ-νει έτσι: "Να κερί να σε φωτίσει στο κρεβάτι, να λεπίδι να σου κό-ψει το κεφάλι».
Ήταν σαν τα δυο μισά μιας προσυπογραφής. Αλλά πρέπει να υπήρχε και άλλος στίχος μετά τις «καμπάνες του Ολντ Μπέιλι». Ίσως να μπορούσαν να τον ξεθάψουν αυτόν τον άλλο στίχο από τη μνήμη του κυρίου Τσάρινγκτον, αν τον ερέθιζαν με τον κατάλληλο τρόπο.
«Ποιος σου το 'μαθε αυτό;» τη ρώτησε.
«0 παππούς μου. Μου το 'λεγε όταν ήμουν μικρή. Τον εξάτμι-σαν, εξαφανίστηκε όταν ήμουν οκτώ χρονών. Διερωτώμαι τι να ήταν το λεμόνι», πρόσθεσε ξεκάρφωτα. «Έχω δει πορτοκάλια. Είναι ένα είδος φρούτου, κίτρινο, στρογγυλό και με χοντρή φλούδα».
«Θυμάμαι τα λεμόνια», είπε ο Γουίνστον. «Ήταν πολύ γνωστά γύρω στο πενήντα με εξήντα. Ήταν τόσο ξινά, που και μόνο που τα μυριζες έτριζαν τα δόντια σου».
«Είμαι σίγουρη πως πίσω από τον πίνακα θα έχει κοριούς», είπε η Τζούλια. «Θα τον κατεβάσω μια μέρα και θα τον καθαρίσω πολύ καλά. Μου φαίνεται πως πλησιάζει η ώρα να φύγουμε. Πρέπει να πλύνω το πρόσωπό μου για να βγάλω τις μπογιές. Τι μπελάς! Θα βγάλω το κραγιόν από το πρόσωπό σου μετά».
161

0 Γουίνστον έμεινε στο κρεβάτι λίγο ακόμα. To δωμάτιο άρχισε να σκοτεινιάζει. Στράφηκε προς το φως κι έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια καρφωμένα στο γυάλινο πρες παπιέ. To ανείπωτα ενδιαφέρον που υπήρχε σ' αυτό δεν ήταν το κοράλλι, αλλά το εσωτερικό του ίδιου του γυαλιού. Ήταν τόσο βαθύ! Κι όμως ήταν διάφανο σαν τον αέρα. Σαν να ήταν η επιφάνεια του γυαλιού η αψίδα του ουρανού, που περιέκλειε έναν μικροσκοπικό κόσμο μαζί με την ατμόσφαφά του ολόκληρη. Είχε την εντύπωση πως μπορούσε να μπει μέσα του. Φανταζόταν, ένιωθε, πως ήταν κιόλας μέσα στο εσωτερικό του γυαλιού, μαζί με το κρεβάτι από μαόνι, το τραπέζι, το ρολόι, την παλιά γκραβούρα και το ίδιο το πρες παπιέ. Αυτό το ίδοο ήταν το δωμάτιο όπου βρισκόταν τώρα, και το κοράλλι ήταν η ζωή της Τζούλιας και η δική του, συνταιριασμένες σ' ένα είδος αιωνιότητας στην καρδιά του κρυστάλλου.
V
0 Σάιμ είχε εξαφανιστεί. Ξημέρωσε μία ημέρα, και έλειπε από τη δουλειά του• μερικοί απερίσκεπτοι σχολίασαν την απουσία του. Την άλλη μέρα, δεν τον ανέφερε κανείς. Την τρίτη μέρα, ο Γουίνστον πήγε στον προθάλαμο του Τμήματος Αρχείων για να κοιτάξει τον πίνακα των ανακοινώσεων. Μια από τις σημειώσεις περιείχε έναν τυπωμένο κατάλογο των μελών της Επιτροπής Σκακιού όπου ανή-κε ο Σάιμ. Ήταν ακριβώς ο ίδιος όπως πριν —δεν είχε κανένα σβήσιμο— αλλά είχε ένα όνομα λιγότερο. Αυτό ήταν αρκετό. 0 Σάιμ είχε πάψει να υπάρχει: δεν υπήρξε ποτέ.
0 καιρός ήταν πολύ ζεστός. Στο λαβυρινθοειδές Τπουργείο, τα χωρ(ς παράθυρα δωμάτια, όπου λειτουργούσε σύστημα κλιματισμού, διατηρούσαν την κανονική τους θερμοκρασία, αλλά έξω τα πεζο-δρόμια σου τσουρούφλιζαν τα πόδια και η δυσωδία στον Τπόγειο τις ώρες της αιχμής ήταν κάτι ανυπόφορο. Οι προετοιμασίες για την
162

Εβδομάδα Μίσους ήταν στο φόρτε τους, και το προσωπικό σε όλα τα Τπουργεία έκανε υπερωρίες. Πομπές, συγκεντρώσεις, στρατιωτι-κές παρελάσεις, ομιλίες, εκθέσεις ομοιωμάτων, ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα, όλα έπρεπε να οργανωθούν. Έπρεπε να φτιαχτούν εξέδρες, να στηθούν ομοιώματα, να εφευρεθουν συνθήματα, να γρα-φούν τραγούδια, να κυκλοφορήσουν φήμες, να πλαστογραφηθούν φωτογραφίες. Στο Τμήμα Φαντασίας, η ομάδα της Τζούλιας είχε σταματήσεί την παραγωγή των μυθιστορημάτων και έβγαζαν τώρα βιαστικά μια σειρά φρικαλέα φυλλάδια. 0 Γουίνστον, εκτός από την κανονική του εργασία, περνούσε καθημερινά πολλές ώρες ανατρέ-χοντας στα παλιά φύλλα των Γάίμς για να ανασκευάσει και να ρετουσάρει τις παραγράφους τις σχετικές με τις ειδήσεις που θα σχολιάζονταν στις ομιλίες. Αργά το βράδυ, όταν ξεχύνονταν στους δρόμους πλήθη προλετάριων που έκαναν φασαρία, η πόλη είχε μια πυρετώδη ατμόσφαφα. Οι βόμβες έσκαζαν συχνότερα από ποτέ, και, καμιά φορά, σε μακρινή απόσταση, ακουγονταν τεράστιες εκρήξεις που κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει και που γι' αυτές κυ-κλοφορούσαν τρελές φήμες.
Είχαν κιόλας συνθέσει τον καινούριο σκοπό που θα ήταν το τραγούδι-θέμα της Εβδομάδας Μίσους (το έλεγαν Τραγούδι του Μίσους) και παιζόταν στις τηλεοθόνες ασταμάτητα. Είχε ένα άγριο ρυθμό, σαν γάβγισμα, και δεν μπορούσε κανείς να το πει μουσική, αλλά έμοιαζε με τυμπανοκρουσία. Όταν, τραγουδισμένο από εκα-τοντάδες φωνές, συνόδευε το θόρυβο των βημάτων στις παρελάσεις, ήταν κάτι τρομακτικό. Οι προλετάριοι είχαν ξετρελαθεί μ' αυτό, και τα μεσάνυχτα στους δρόμους το άκουγες να συναγωνίζεται με το ακόμα πολύ δημοφιλές «0 χρόνος, λένε, γιατρεύει». Τα παιδιά των Πάρσονς το έπαιζαν με ανυπόφορο τρόπο, όλες τις ώρες μέρα νύχτα, με μια χτένα και ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας. 0 Γουίνστον τα βράδια ήταν πιο απασχολημένος παρά ποτέ. Ομάδες εθελοντών, οργανωμένες από τον Πάρσονς, ετοίμαζαν το δρόμο για την Εβδο-μάδα Μίσους. Έραβαν πανό, ζωγράφιζαν αφίσες, έστηναν κοντάρια για σημαίες στις στέγες, ριψοκινδύνευαν τη ζωή τους για να τοποθε-
163

τήσουν σύρματα πάνω από το δρόμο και να κρεμάσουν σημαιούλες. 0 Πάρσονς καυχιόταν πως μόνο το Μέγαρο Νίκης θα επιδείκνυε τετρακόσια μέτρα σημαιοστολισμένα. Ήταν στο στοιχείο του και πανευτυχής. Η ζέστη και η χεφωνακτική εργασία τού είχαν δώσει την πρόφαση για να γυρίζει τα βράδια με σορτς και ανοιχτά πουκά-μισα. Ήταν πανταχού παρών, έσπρωχνε, τραβούσε, πριόνιζε, κάρ-φωνε, αυτοσχεδίαζε, δίνονταζ κέφι σ' όλους με φιλικές παραινέσεις και αναδίδοντας από κάθε πτυχή του σώματός του κάτι που έμοια-ζε με ανεξάντλητη πηγή ξινού ιδρώτα.
Ot τοίγρι του Αονδίνου γέμισαν ξαφνικά με μια καινούρια αφίσα. Δεν είχε από κάτω καμιά λεζάντα και παρουσίαζε μόνο το τεράστιο σώμα ενός Ευρασιάτη στρατιώτη, τρία ως τέσσερα μέτρα ψηλό, με ανέκφραστο μογγολικό πρόσωπο και πελώριες μπότες, να προχωράει με μεγάλα βήματα κρατώντας ποΚυΖοΚο στραμμένο προς τα εμπρός. Απ' όποια γωνιά και αν έβλεπες την αφίσα, το στόμιο του πολυβόλου φαινόταν στραμμένο κατ' ευθείαν επάνω σου. Αυτές οι αφίσες είχαν τοιχοκολληθεί σε κάθε κενό χώρο σε όλους τους τοίχους, περισσότε-ρες ακόμα και από τα πορτρέτα του Μεγάλου Αδελφού. Ot προλε-τάριοι, συνήθως αδιάφοροι για τον πόλεμο, είχαν ερεθιστεί και είχαν οδηγηθεί σε μια από τις περιοδικές τους φρενίτιδες πατριωτισμού. Λες και για να εναρμονιστούν με τη γενική διάθεση, ot βόμβες σκό-τωναν πολύ περισσότερο κόσμο απ' ό,τι συνήθως. Μία έπεσε σ' έναν κατάμεστο κινηματογράφο στο Στέπνεϊ, θάβοντας στα ερείπια εκατοντάδες θύματα. Όλος ο πληθυσμός της περιοχής πήρε μέρος σε μια μακρά πομπή, που κράτησε ώρες και που στην πραγματικό-τητα ήταν μια συγκέντρωση αγανάκτησης. Μια άλλη βόμβα έπεσε σ' έναν εγκαταλειμμένο χώρο όπου πήγαιναν κι έπαιζαν τα παιδιά. Δεκάδες παιδιά έγιναν κομμάτια. Έγιναν και άλλες διαδηλώσεις θυμού και αγανάκτησης. Έκαψαν το ομοίωμα του Γκολντστάιν, ξέσκισαν εκατοντάδες αφίσες του Ευρασιάτη στρατιώτη και τις έριξαν στις φλόγες, ενώ, μέσα στην αναταραχή, λεηλατήθηκαν πολλά μαγαζιά. Έπειτα, κυκλοφόρησε η φήμη ότι κατάσκοποι κατεύθυναν τις βόμβες μέσω κυμάτων ασυρμάτου, και πυρπόλησαν το σπίτι ενός
164

ζευγαριού γερόντων που τους υποπτεύονταν ότι ήταν ξενικής κα-ταγωγής. To ζευγάρι πέθανε από ασφυξία.
Στο δωμάτιο πάνω από το μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον, ο Γουίν-στον και η Τζούλια, όποτε μπορούσαν να πάνε, ξάπλωναν δίπλα δίπλα στο κρεβάτι που ήταν χωρίς σκεπάσματα, γυμνοί κάτω από το ανοιχτό παράθυρο για να δροσίζονται. 0 αρουραίος δεν ξαναήρθε, αλλά οι κοριοί είχαν τραγικά πολλαπλασιαστεί με τη ζέστη. Όμως αυτό δεν φαινόταν να 'χει σημασία. Βρόμικο ή καθαρό, το δωμάτιο ήταν παράδεισος. Μόλις έφταναν, ράντιζαν παντου με πιπέρι που είχαν βρει στη μαύρη αγορά, έβγαζαν τα ρούχα και έκαναν έρωτα με ιδρωμένα κορμιά, και έπειτα τους έπαιρνε ο ύπνος. Όταν ξυπνούσαν, ανακάλυπταν ότι οι κοριοί είχαν γυρίσει και ολόκληρες ορδές είχαν συγκεντρωθεί για την αντεπίθεση.
Τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές συναντήθηκαν μέσα στον Ιούνιο. 0 Γουίνστον είχε κόψει τη συνήθειά του να πίνει τζιν όλες τις ώρες. Φαινόταν να μην το χρειάζεται πια. Είχε παχύνει, η πληγή του από τον κιρσό είχε επουλωθεί, αφήνοντας μόνο ένα καφέ σημάδι πάνω από τον αστράγαλο. Ot πρωινοί παροξυσμοί του βήχα είχαν στα-ματήσει. Η ροή της ζωής έπαψε να του είναι ανυπόφορη. Δεν του ερχόταν πια ο πειρασμός να κάνει γκριμάτσες στην τηλεόραση, ούτε να ξεσπάει σε βρισιές φωνάζοντας με όλη τη δύναμη της φωνής του. Τώρα που είχαν ένα σίγουρο κρυφό καταφύγιο, σχεδόν ένα σπίτι, ούτε καν τους φαινόταν κουραστικό το ότι μπορούσαν να συναντιού-νται αραιά, και μόνο για δυο ώρες κάθε φορά. Εκείνο που είχε σημασία, ήταν ότι το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο υπήρχε. To να ξέρουν πως ήταν εκεί, απαραβίαστο, ήταν σχεδόν το ίδιο σαν να βρίσκονταν εκεί. To δωμά-rto ήταν ένας κόσμος, ένα μέρος του παρελθόντος όπου μπορούσαν να δρασκελίσουν είδη από μια ράτσα εξαφανισμένη πια. 0 κ. Τσάρινγκτον, σκέφτηκε ο Γουίνστον, ανήκε και αυτός στην εξαφανισμένη ράτσα. Προτού ανεβεί στο δωμάτιο, σταματούσε συνήθως λίγο για να μιλήσει με τον κ. Τσάρινγκτον. 0 γέρος έβγαινε σπάνια ή ποτέ, και δεν είχε σχεδόν κανέναν πελάτη. Ζούσε σαν φάντασμα μέσα στο μικρό σκοτεινό μαγαζί και σε μια
165

μικρότερη κουζίνα στο πίσω μέρος όπου ετοίμαζε το φαγητό του και όπου, ανάμεσα στ' άλλα, υπήρχε ένα απίστευτα παλιό γραμμόφωνο, με ένα τεράστιο χωνί. Έδειχνε ευχαριστημένος που του δινόταν η ευκαιρία να μιλήσει. Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα χωρίς αξία αντικεί-μενα του μαγαζιού του, με τη μακριά του μύτη, τα χοντρά γυαλιά του και τους σκυφτούς ώμους του μέσα στο βελούδινο σακάκι, έμοιαζε αόριστα περισσότερο με συλλέκτη παρά με έμπορο. Μ' ένα μαραμένο ενθουσιασμό, ψηλαφούσε το ένα ή το άλλο κομμάτί χωρίς αξία, το βούλωμα ενός κινέζικου μελανοδοχείου, το ζωγραφισμένο καπάκι μιας σπασμένης ταμπακέρας, ένα μενταγιόν από χρυσόχαλ-κο σε μια μπούκλα από τα μαλλιά ενός παιδιού πεθαμένου από χρόνια. Δεν ζητούσε ποτέ από τον Γουίνστον ν' αγοράσει κάτι, αλλά μόνο να το θαυμάσει. Στη συνομιλία μαζί του ήταν σαν ν' άκουγες τον ήχο ενός παλιωμένου μουσικού κουτιού. Είχε ξεθάψει από τα βάθη της μνήμης του μερικά ακόμα αποσπάσματα από ξεχασμένα τραγούδια. Ένα που μιλούσε για είκοσι τέσσερα κοτσύφια, ένα άλλο για μια γελάδα με σπασμένο κέρατο. Ένα άλλο διηγιόταν το θάνατο του δύστυχου πετεινού Ρομπέν. «Σκέφτηκα ότί μπορεί να σας ενδιαφέρει», έλεγε μ' ένα απολογητικό γελάκι, κάθε φορά που θυμό-ταν ένα καινούριο κομμάτι. Αλλά δεν μπορούσε ποτέ να θυμηθεί παρά λίγους μόνο στίχους από κάθε τραγούδι.
Ήξεραν και οι δυο τους — δεν έφευγε από το μυαλό τους ποτέ — ότι αυτό δεν μπορουσε να κρατήσει πολύ. Ήταν φορές που η ιδέα ενός επικείμενου θανάτου φαινόταν κάτι τόσο χειροπιαστό όσο το κρεβάτι όπου ήσαν ξαπλωμένοι, και τότε γαντζώνονταν ο ένας πάνω στον άλλο μ' έναν απελπισμένο αισθησιασμό, σαν τους κα-ταδικασμένους σε θάνατο που τα τελευταία πέντε λεπτά της ζωής τους αρπάζονταί από την τελευταία τους επιθυμία. Ήταν όμως και φορές που είχαν την ψευδαίσθηση όχι μόνο της σιγουριάς αλλά και της μονιμότητας. Όσο βρίσκονταν σ' αυτό το δωμάτιο, ένιωθαν και οι δύο ότι δεν μπορουσε να τους συμβεί κακό. Ήταν δύσχοΚο και επικίνδυνο να φτάσουν ως εκεί, αλλά το ίδιο το δωμάτιο ήταν ένα απαρα&ίαστο άσυλο. Ήταν όπως τότε που ο ΓΌικ'νστον είχε κοιτά-
166

ξει το εσωτερικό του πρες παπιέ. Είχε τότε την εντύπωση ότι μπορούσε να εισχωρήσει μέσα σ' αυτόν το γυάλινο κόσμο και πως αμέσως τότε ο χρόνος θα μπορούσε να σταματήσει. Συχνά, έκαναν όνειρα να δραπετεύσουν. Η τύχη τους θα διαρκούσε επ' αόριστον και η συνωμοσία τους θα συνεχιζόταν όπως τώρα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Ή η Κάθριν θα πέθαινε, οπότε, με κατάλληλο χειρισμό του θέματος, ο Γουίνστον και η Τζούλια θα κατάφερναν να πα-ντρευτούν, ή θ' αυτοκτονούσαν μαζί. Ή θα εξαφανίζονταν, θ' άλλα-ζαν την εμφάνισή τους για να μην τους αναγνωρίζουν, θα μάθαιναν να μιλούν με την προφορά των προλετάριων, θα έπιαναν δουλειά σ' ένα εργοστάσιο και θα περνούσαν τη ζωή τους σ' έναν απομακρυ-σμένο δρόμο όπου δεν θα μπορούσε να τους βρει κανείς. Όλα αυτά ήταν ανοησίες, και το ήξεραν και ot δύο. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τρόπος να δραπετεύσουν. Ακόμη και το μόνο εφαρμόσιμο σχέδιο δεν είχαν την πρόθεση να το πραγματοποιήσουν. To να γαντζώνονται μέρα με τη μέρα, &δομά.δα με τη βδομάδα υφαίνοντας ένα παρόν που δεν είχε μέλλον, ήταν ένα ένστικτο που δεν μπορού-σαν να κατανικήσουν, όπως δεν μπορείς να εμποδίσεις τους πνεύ-μονές σου ν' αναπνεύσουν όσο υπάρχει αέρας τριγύρω σου.
Μερικές φορές ακόμα συζητούσαν να επαναστατήσουν ενεργά ενάντια στο Κόμμα, αλλά δεν ήξεραν καθόλου πώς να κάνουν την αρχή. Ακόμα και αν η περίφημη Αδελφότητα ήταν πραγματικότητα, εξακολουθούσε να υπάρχει η δυσκολία να βρει κανείς τον τρόπο να γίνει μέλος της. 0*Γουίνστον μίλησε στην Τζούλια για την παράξενη Οίκειότητα που υπήρχε, ή τουλάχιστον φαινόταν να υπάρχει, μεταξύ αυτού και του Ο'Μπράιεν, και για τον πειρασμό που ένιωθε μερικές φορές να παρουσιαστεί στον Ο'Μπράιεν, να του δηλώσει ότι ήταν εχθρός του Κόμματος και να ζητήσει τη βοήθειά του. Κατά περί-εργο τρόπο, το παράτολμο μιας τέτοιας πράξης δεν της έκανε εντύ-πωση. Συνήθιζε να κρίνει τους ανθρώπους κατ' όψιν και της φαι-νόταν φυσικό ο Γουίνστον να πιστεύει στην αξιοπιστία του Ο'Μπρά-ιεν, βασιζόμενος μόνο σ' ένα βλέμμα. Ακόμα, το έπαφνε σαν δε-δομένο ότι όλοι, ή σχεδόν όλοι, μισούσαν κρυφά το Κόμμα και θα
167

παραβίαζαν τους κανόνες αν μπορούσαν να το κάνουν χωρίς κίνδυνο. Αλλά αρνιόταν να πιστέψει ότι υπήρχε ή μπορούσε να υπάρχει ευρεία, οργανωμένη αντίσταση. Ot θρύλοι για τον Γκολντστάιν και τον κρυφό στρατό του, έλεγε, δεν ήταν παρά σαχλαμάρες που είχε εφεύρει το Κόμμα για προσωπικούς σκοπούς και που έπρεπε να κάνεις πως πιστεύεις. Αμέτρητες φορές, σε συγκεντρώσεις του Κόμ-ματος και σε αυθόρμητες διαδηλώσεις, είχε ζητήσει κραυγάζοντας μ' όλη της τη δύναμη να εκτελεστουν άνθρωποι των οποίων τα ονόματα δεν είχε ακούσει ποτέ και για εγκλήματα που δεν πίστευε στο ελάχιστο πως είχαν διαπράξει. Στις δημόσιες δίκες πήγαινε και αυτή μαζί με τις ομάδες του Συνδέσμου Νεολαίας που περικύκλωναν τα δικαστήρια από το πρωί ως το βράδυ και φώναζαν κάθε τόσο: «Θάνατος στους προδότες»! Στο Δίλεπτο Μίσους, αυτή πάντοτε ξεπερνούσε τους άλλους σε βρισιές εναντίον του Γκολντστάιν. Κι όμως δεν είχε παρά μια αμυδρή ιδέα για το ποιος ήταν ο Γκολντστάιν και ποιες ιδέες υποτίθεται πως αντιπροσώπευε. Είχε μεγαλώσει μετά την Επανάσταση και ήταν πολύ νέα για να θυμάται τις ιδεολογικές μάχες του '50 και του '60. Ένα ανεξάρτητο πολιτικό κίνημα ήταν κάτι έξω από τη φαντασία της, και, όπως και να 'ναι, το Κόμμα δεν ήταν δυνατόν να νικηθεί. Πάντα θα υπήρχε και πάντα θα ήταν το ίδιο. Μπορούσες να εξεγερθείς ενάντιά του με μια κρυφή ανυπακοή, ή, το πολύ πολύ, με μεμονωμένες πράξεος βίας, όπως, ας πούμε, να σκοτώσεις κάποιον ή να τινάξεις κάτι στον αέρα.
Σε μερικά θέματα, το μυαλό της έκοβε πολύ περισσότερο από του Γουίνστον και ήταν πολύ λιγότερο ευάλωτη στην κομματική προπαγάνδα. Έτυχε μια φορά ο Γουίνστον να αναφέρει τον πόλεμο με την Ευρασία. Τον κατέπληξε όταν είπε παρεμπιπτόντως ότι κατά τη γνώμη της δεν γινόταν κανένας πόλεμος. Οι κατευθυνόμενες βόμβες που έπεφταν κάθε μέρα στο Λονδίνο ήταν μάλλον έργο της κυβέρνησης της ίδιας της Ωκεανίας, έτσι, ίσα ίσα για να κρατούν τους ανθρώπους στο φόβο. Κάτι τέτοιο δεν είχε περάσει ποτέ από το νου του Γουίνστον. Ακόμα, η Τζούλια τού ξύπνησε μέσα του ένα αίσθημα ζήλιας, όταν του είπε ότι στο Δίλεπτο Μίσους η μεγαλύτε-
168
Χί'λια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
ρη δυσκολία που αντιμετώπιζε ήταν πώς να κρατηθεί και να μην ξεσπάσει σε γέλια. Όμως δεν αμφισβητούσε τις διδασκαλίες του Κόμματος, παρεκτός όταν κατά χάποιο τρόπο αφορούσαν τη δική της ζωή. Ήταν συχνά έτοιμη να δεχτεί τα παραμύθια που σερβίριζαν επίσημα, μόνο και μόνο γιατί η διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα δεν της φαινόταν να έχει σημασία. Πίστευε, για παράδειγ-μα, έχοντάς το μάθει στο σγρλζίο, πως το Κόμμα είχε εφεύρει τα αεροπλάνα. (0 Γουίνστον θυμόταν ότι τον καιρό που ήταν αυτός στο σγρΚζίο, στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, μόνο το ελικό-πτερο υποτίθεται πως είχε εφεύρει το Κόμμα. Δώδεκα χρόνια αρ-γότερα, όταν πήγαινε σγρλείο η Τζούλια, υποστήριζαν πως είχαν εφεύρει και το αεροπλάνο. 'Τστερα από μια γενιά θα ιδιοποιούνταν και την εφεύρεση της ατμομηχανής.) Όταν της είπε ότι τα αερο-πλάνα υπήρχαν πριν αυτός γεννηθεί και πολύ πριν από την Επα-νάσταση, εκείνη έμεινε τελείως αδιάφορη. Σε τελευταία ανάλυση, τι σημασία είχε ποιος εφηύρε τα αεροπλάνα; 0 Γουίνστον σοκαρίστηκε όταν σε μια τυχαία συζήτηση ανακάλυψε πως η Τζούλια δεν θυμόταν ότι η Ωκεανία πριν από τέσσερα χρόνια πολεμούσε εναντίον της Ανατολασίας και είχε ειρήνη με την Ευρασία. Είναι αλήθεια πως θεωρούσε όλη αυτή την ιστορία του πολέμου κωμωδία• αλλά ήταν φανερό πως δεν είχε καν προσέξει ότι το όνομα του εχθρού είχε αλλάξει. «Νόμιζα πως είχαμε πάντα πόλεμο με την Ευρασία», είπε αόριστα. Αυτό τον τρόμαξε λίγο τον Γουίνστον. Η εφεύρεση του αεροπλάνου χρονολογούνταν πολύ πριν από τη γέννησή της, αλλά η αλλαγή της ταυτότητας των εχθρών είχε γίνει μόνο πριν από τέσ-σερα χρόνια, όταν ήταν πια αρκετά μεγάλη. Μίλησε μαζί της γι' αυτό το θέμα επί ένα τέταρτο της ώρας. Στο τέλος κατάφερε να την αναγκάσει να πιέσει τη μνήμη της ώσπου θυμήθηκε αμυδρά ότι κάποια εποχή ο εχθρός ήταν η Ανατολασία και όχι η Ευρασία. Αλλά και τούτο το συμπέρασμα της φάνηκε χωρίς σημασία. «Ε, λοιπόν;» είπε ανυπόμονα. «Πάντα υπάρχει ένας καταραμένος πόλεμος μετά από έναν άλλο, κι έτσι ή αλλιώς ξέρουμε πως οι ειδήσεις είναι πάντα ψεύτικες».
169

Μερικές φορές της μιλούσε για το Τμήμα Αρχείων και τις
αναίσχυντες πλαστογραφίες που έκανε εκεί. Κάτι τέτοια δεν φαίνο-νταν να την τρομάζουν. Δεν αισθανόταν την άβυσσο ν' ανοίγεται κάτω από τα πόδια της στη σκέψη πως τα ψέματα γίνονταν αλήθεια. Της διηγήθηκε την ιστορία του Τζόουνς, του Άαρονσον και του Ράδερφορντ και το σημαντικό χαρτί που είχε πέσει μια φορά στα χέρια του. Δεν της έκανε μεγάλη εντύπωση. Στην αρχή, μάλιστα, δεν έπιασε το μίτο της ιστορίας.
«Ήταν φίλοι σου;» ρώτησε.
«Όχι, δεν τους ήξερα καθόλου. Ήταν μέλη του Εσωτερικού Κόμματος. Επί πλέον, ήταν πολύ μεγαλύτεροί μου. Ανήκαν στις παλιές μέρες, πριν από την Επανάσταση. Τους ήξερα μόνο εξ όψεως».
«Τότε, γιατί στενοχωρήθηκες; Ένα σωρό άνθρωποι σκοτώνο-ντο« κάθε τόσο, έτσι δεν είναι;»
Προσπάθησε να της εξηγήσει. Αυτή ήταν ειδική περίπτωση. Δεν επρόκειτο απλώς για μια ανθρωποκτονία.
«Καταλαβαίνεις ότι ολόκληρο το παρελθόν, από το χτες κιό-λας, έχει σβηστεί; Αν επιζεί κάπου, είναι σε μερικά αντικείμενα που δεν φέρουν κανένα όνομα, όπως αυτό το κομμάτι το γυαλί πάνω στο τραπέζι. Δεν ξέρουμε κυριολεκτικά σχεδόν τίποτα για την Επανά-σταση και τα χρόνια που προηγήθηκαν. Όλα τα ντοκουμέντα έχουν καταστραφεί ή παραποιηθεί, όλα τα βιβλία έχουν ξαναγραφτεί, όλοι οι πίνακες έχουν ξαναζωγραφιστεί. Κάθε άγαλμα, δρόμος, κτίριο έχει αλλάξει όνομα, κάθε ημερομηνία τροποποιήθηκε. Κι αυτό συνεχίζε-ται μέρα με τη μέρα, λεπτό με το λεπτό. Η ιστορία έχει σταματήσει. Δεν υπάρχει τίποτα, εκτός από ένα αιώνιο παρόν όπου το Κόμμα έχει πάντα δίκιο. Ξέρω, φυσικά, πως το παρελθόν έχει παραποιηθεί, αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να το αποδείξω, ακόμα και όταν κάνω την παραποίηση εγώ ο ίδιος. Ό,τι γίνεται δεν αφήνει πίσω του κανένα ίχνος. Η μόνη μαρτυρία βρίσκεται μέσα στο μυαλό μου, και δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν υπάρχει κάποιος άλλος που να έχει τις ίδιες με μένα αναμνήσεις. Μόνο εκείνη τη στιγμή σ' όλη μου τη ζωή,
170

κρατούσα στα χέρια μου μ«χ συγκεκριμένη απόδειξη μετά το γεγο-νός — χρόνια μετά από αυτό».
«Και σε τι ωφελούσε αυτό;»
«Σε τίποτα, γιατί πέταξα το χαρτί μερικά λεπτά ίζργότερα. Αλλά αν συνέβαινε σήμερα το ίδιο, θα το κρατούσα».
«Εγώ όχι!» είπε η Τζουλια. «Είμαι έτοιμη να ριψοκινδυνέψω, αλλά για κάτι που ν' αξίζει, όχι για κομμάτια από παλιές εφημε-ρίδες. Κι αν ακόμα το είχες κρατήσει, τι θα το έκανες;»
«Ίσως όχι πολλά πράγματα, αλλά ήταν μια απόδειξη. Μπορεί να έσπερνε αμφιβολίες εδώ και εκεί, αν τολμούσα να τη δείξω. Δεν πιστεύω πως μπορούμε ν' αλλάξουμε τίποτα στις μέρες μας, στη δική μας γενιά. Αλλά μπορούμε να φανταστούμε να φυτρώνουν μικρές εστίες αντίστασης εδώ και εκεί — μικρές ομάδες ενωμένες που ο αριθμός τους σιγά σιγά θα μεγάλωνε. Θα μπορουσαμε ίσως ακόμα και ν' αφήσουμε μερικά ντοχουμ,ίντα πίσω μας, ώστε η επόμενη γενιά να αναλάβει τη δράση μας από κει που την αφήσαμε εμείς».
«Δεν ενδιαφέρομαι για την επόμενη γενιά, αγάπη μου. Εν-διαφέρομαι μόνο για εμάς\»
«Είσαι επαναστάτρια του γλυκού νερού», της είπε.
Βρήκε τη φράση του πολύ έξυπνη και ρίχτηκε στην αγκαλιά του χαρούμενη.
Δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον για τις υποδιαιρέσεις του κομματικού δόγματος. Όποτε άρχιζε να μιλάει για τις αρχές του αγγςος, τη διπλή σκέψη, το μεταβλητό του παρελθόντος, την άρ-νηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, και χρησιμοποιούσε λέ-ξεις της Νέας Ομιλίας, έπληττε, πάθαινε σύγχυση και έλεγε πως δεν είχε δώσει ποτέ προσοχή σ' αυτά τα πράγματα. Αφού ξέρουμε πως όλα αυτά είναι ανοησίες, γιατί να μας απασχολούν; Ήξερε πότε έπρεπε να χειροκροτεί και πότε ν' αποδοκιμάζει, και δεν της χρειαζόταν να ξέρει τίποτε άλλο. Όταν επέμενε να μιλάει για τέτοια θέματα, είχε την εκπληκτική συνήθεια να αποκοιμιέται. Ήταν από τους ανθρώπους που μπορούν να κοιμηθούν οποιαδήποτε ώρα και σ'
171

οποιαδήποτε θέση. Μιλώντας μαζί της, ο Γουίνστον κατάλαβε πόσο εύχοΚο ήταν να δίνεις την εντύπωση του ορθόδοξου, χωρίς να 'χεις ιδέα για το τι σημαίνει ορθοδοξία. Κατά κάποιο τρόπο, η κοσμοθε-ωρία του Κόμψιατος επιβαλλόταν με περισσότερη επιτυχία στους ανθρώπους που ήταν ανίκανοι να την καταλάβουν. Μπορούσαν να τους κάνουν να δεχτούν τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις της αλή-θειας, γιατί δεν καταλάβαιναν ποτέ το μέγεθος αυτού που τους ζητούσαν και δεν ενδιαφέρονταν ποτέ αρκετά για τα δημόσια πράγ-ματα ώστε να αντιληφθούν τι συμβαίνει. Από έλλειψη κατανόησης των πραγμάτων, παρέμεναν υγιώς σκεπτόμενοι. Κατάπιναν οτιδή-ποτε, και αυτό που κατάπιναν δεν τους έκανε κακό, γιατί δεν τους άφηνε κανένα υπόλειμμα, ακριβώς όπως ένας κόκκος στάρι περνάει στο σώμα ενός πουΚιού χωρίς να χωνευτεί.
VI
Επιτέλους έγινε. To μήνυμα που περίμενε ήρθε. Του φαινόταν πως όλη του τη ζωή περίμενε αυτή τη στιγμή.
Περπατούσε στο μακρύ διάδρομο του Υπουργείου και βρισκόταν σχεδόν στο σημείο όπου η Τζούλια του είχε βάλει στο χέρι κρυφά το σημείωμά της, όταν πρόσεξε πως ακριβώς από πίσω του περπα-τούσε κάποιος πιο σωματώδης από αυτόν. 0 άνθρωπος, όποιος και αν ήταν, έβηξε ελαφρά, σαν να έκανε εισαγωγή για να μιλήσει. 0 Γουίνστον σταμάτησε απότομα και στράφηκε. Ήταν ο Ο'Μπράιεν.
Επιτέλους, βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο, και του Γουίν-στον του φάνηκε πως το μόνο που ήθελε ήταν να το βάλει στα πόδια. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Του ήταν αδύνατον ν' αρ-θρώσει λέξη. 0 Ο'Μπράιεν, στο μεταξύ, συνέχισε να προχωρεί με τον ίδιο ρυθμό, ακουμπώντας φιλικά στο μπράτσο του Γουίνστον, έτσι ώστε να περπατούν μαζί. Άρχισε να μιλάει με την ιδιόρρυθμη, σοβαρή ευγένεια που τον έκανε να διαφέρει από τα περισσότερα μέλη του Εσωτερικού Κόμματος.
172

«'Ελπιζα να βρω την ευκαιρία να σας μιλήσω», είπε. «Διάβαζα στους Τάιμς τις προάλλες ένα από τα άρθρα σας πάνω στη Νέα Ομιλία. Σας ενδιαφέρει επιστημονικά το θέμα, έτσι δεν είναι;»
0 Γουίνστον είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του. «Επιστημο-νικά; Όχι», είπε. «Μόνο ερασιτεχνικά. Δεν είναι η ειδικότητά μου. Δεν ασχολήθηκα ποτέ με τη δημιουργία της γλώσσας».
«Τη γράφετε όμως πολύ σωστά», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Αυτό δεν είναι μόνο δική μου γνώμη. Μιλούσα πρόσφατα μ' ένα φίλο σας ειδικό επί του θέματος. Μου' διαφεύγει το όνομά του αυτή τη σ-ηγ-μή».
Ξανά η καρδιά του Γουίνστον χτύπησε με πόνο. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αυτή η φράση αναφερόταν στον Σάιμ. Αλλά ο Σάιμ δεν ήταν μόνο νεκρός, είχε καταργηθεί, ήταν μη πρόσωπο. Κάθε φανερή αναφορά σ' αυτόν ήταν κάτι θανάσιμα επικίνδυνο. Η παρατήρηση του Ο'Μπράιεν σίγουρα έπρεπε να εκληφθεί σαν σύνθημα, σαν κωδική λέξη. Με το να μοφαστεί με τον Γουίνστον ένα μικρό έγκλημα σκέψης, είχε κάνει και τους δύο συνενόχους. Προχωρούσαν αργά στο διάδρομο, αλλά τώρα ο Ο'Μπράιεν σταμάτησε. Με την παράξενη, αφοπλιστική φιλικότητα που είχε στην κίνησή του, τα-κτοποίησε τα γυαλιά του στη μύτη του. 'Τστερα συνέχισε:
«Αυτό που ήθελα να πω είναι πως στο άρθρο σας πρόσεξα ότι χρησιμοποιήσατε δύο λέξεις που έχουν διαγραφεί. Αλλ' αυτό έγινε τώρα τελευταία. Είδατε τη δέκατη έκδοση του Λεξικού της Νέας Ομιλίας;»
«Όχι», είπε ο Γουίνστον. «Δεν ήξερα πως είχε κιόλας κυ-κλοφορήσει. Στο Τμήμα Αρχείων χρησιμοποιούμε ακόμα την ένατη έκδοση».
«Η δέκατη έκδοση δεν θα παρουσιαστεί προτού περάσουν με-ρικοί μήνες, νομίζω. Αλλά έχουν ήδη κυκλοφορήσει μερικά αντίτυπα. Έχω ένα εγώ. Ίσως θα σας ενδιέφερε να το δείτε».
«Και βέβαια», είπε ο Γουίνστον που κατάλαβε αμέσως πού ήθελε να καταλήξει.
«Μερικά νέα ευρήματα είναι εξαιρετικά ιδιοφυή. Η μείωση του
173

αριθμού των ρημάτων — αυτό είναι το σημείο που θα σας αρέσει, νομίζω. Για να δούμε τώρα, να σας στείλω το Λεξικό με κανέναν αγγελιοφόρο; Φοβάμαι όμως πως τα ξεχνώ πάντα κάτι τέτοια. Άραγε θα μπορούσατε να περάσετε να το πάρετε από το διαμέρισμά μου; Όποτε σας βολεύει. Mta στιγμή. Να σας δώσω τη διεύθυνσή μου».
Στέκονταν μπροστά σε μια τηλεοθόνη. Με μια αφηρημένη κίνη-ση, ο Ο'Μπράιεν έψαξε στις δύο τσέπες του κι έβγαλε ένα μικρό δερμάτινο σημειωματάριο και ένα χρυσό στυλό. Ακριβώς κάτω από την τηλεοθόνη, σε τέτοια θέση ώστε όποιος παρακολουθούσε από τη συσκευή να μπορεί να διαβάσει τι έγραφε, σημείωσε μια διεύθυν-ση, έσκισε το φύλλο, και το έδωσε στον Γουίνστον.
«Συνήθως, τ' απογεύματα είμαι σπίτι», είπε. «Αν δεν με βρείτε, θα σας δώσει το Λεξικό ο υπηρέτης μου».
Έφυγε αφήνοντας τον Γουίνστον με το χαρτί στα χέρια. Αυτή τη φορά, δεν ήταν ανάγκη να το κρύψει. Παρά ταύτα, αποστήθισε προσεκτικά το περιεχόμενό του και, λίγες ώρες αργότερα, το πέταξε μαζί με άλλα χαρτιά στην τρύπα της μνήμης.
Η συνομιλία δεν είχε διαρκέσει περισσότερο από δυο λεπτά. Μόνο μια σημασία μπορούσε να έχει αυτό το επεισόδιο. Είχε στηθεί για να μάθει ο Γουίνστον τη διεύθυνση του Ο'Μπράιεν. Αυτό ήταν απαραίτητο, γιατί, αν δεν ζητούσες πληροφορία απ' ευθείας, ήταν αδύνατο να ανακαλύψεις πού έμενε κανείς. Δεν υπήρχε κανένας κατάλογος διευθύνσεων. «Αν ποτέ θελήσετε να με δείτε, θα με βρείτε εδώ». Αυτό του είχε πει ο Ο'Μπράιεν. Ίσως να υπήρχε κανένα μήνυμα κρυμμένο μέσα στο Λεξικό. Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα ήταν βέβαιο. Η συνωμοσία που είχε ονεφευτεί υπήρχε, και είχε πλησιάσει τα εξωτερικά της όρια.
Ήξερε πως, αργά ή γρήγορα, θα υπάκουε στο κάλεσμα του Ο'Μπράιεν. Ίσως αύριο, ίσως μετά από πολύ καιρό, δεν ήξερε πότε. Αυτό που είχε γίνει ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει από χρόνια. To πρώτο βήμα ήταν μια μυστική, αθέλητη σκέψη, το δεύτερο ήταν που άρχισε το ημερολόγιο. Είχε περάσει
174
Χιλια εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
από τις σκέψεις στα λόγια, και τώρα περνούσε από τα λόγια στις πράξεις. To τελευταίο βήμα θα ήταν κάτι που θα διαδραματιζόταν στο Τπουργείο Αγάπης. To είχε δεχτεί. To τέλος περικλειόταν στην αρχή. Αλλά ήταν τρομακτικό- ή, για την ακρίβεια, έμοιαζε σαν να έπαιρνες μια πρόγευση θανάτου, σαν να ήσουν κατά τι λιγότερο ζωντανός. Ακόμα και όταν μιλουσε στον Ο'Μπράιεν, όταν το νόη-μα των λέξεων περνούσε μέσα του, είχε νιώσει μια παγωμένη ανατρι-χίλα να τον συνταράζει ολόκληρο. Είχε την αίσθηση ότι βάδιζε μες στην υγρασία ενός τάφου, και το ότι ήξερε πάντα ότι ο τάφος ήταν εκεί και τον περίμενε, δεν κ'αλυτέρευε σε τίποτα την κατάσταση.
VII
0 Γουίνστον ξύπνησε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Η Τζούλια νυσταγμένη γλίστρησε κοντά του και του μουρμούρισε κάτι σαν «Tt έχεις;»
«Ονειρεύτηκα...» άρχισε και σταμάτησε αμέσως. Ήταν πολύ περίπλοχο για να το περιγράψει με λόγία. Ήταν το ίδιο το όνεφο, χαι ήταν μια ανάμνηση δεμένη μ' αυτό η οποία γλίστρησε μέσα στο μυαλό του αμέσως μόλις ξύπνησε.
Έγειρε πίσω με κλειστά τα μάτια, βυθισμένος ακόμα στην ατμόσφοαρα του ονείρου. Ήταν ένα απέραντο, φωτεινό όνειρο, σαν τοπίο μετά τη βροχή, μια καλοκαιριάτικη βραδιά. Όλα είχαν γίνει στο εσωτερικό του γυάλινου πρες παπιέ, αλλά η επιφάνεια του γυαλιού ήταν ο θόλος του ουρανού, και στο εσωτερικό αυτού του θόλου όλα ήταν βυθισμένα σ' ένα καθαρό και γλυκό φως που σου επέτρεπε να βλέπεις σε απέραντες αποστάσεις. Μέσα στο όνειρο υπήρχε — μάλιστα, μπορούσε να πει κανείς, ήταν το κύριο στοιχείο του — μια κίνηση του χεριού της μητέρας του που τριάντα χρόνια αργότερα επανέλαβε η Εβραία που είχε Set στα επίκαιρα. Προ-σπαθούσε να προστατεύσει ένα αγοράκι από τις σφαίρες, προτού τα ελικόπτερα τους κάνουν κομμάτια και τους δυο.
175

«Ξέρεις», είπε ο Γουίνστον, «ότι ως αυτή τη στιγμή πίστευα πως είχα σκοτώσει τη μητέρα μου;»
«Γιατί τη σκότωσες;» είπε η Τζούλια μισοκοιμισμένη.
«Δεν τη σκότωσα. Δηλαδή, δεν τη σκότωσα σωματικά...»
Μέσα στο όνεφό του είχε θυμηθεί το τελευταίο βλέμμα της μητέρας του, και, στα λίγα λεπτά που πέρασαν ώσπου να ξυπνήσει, του είχαν ξανάρθει στο μυαλό όλα τα μικρά γεγονότα που συνόδευαν αυτό το βλέμμα. Ήταν μια ανάμνηση που είχε ηθελημένα απωθήσει από τη συνείδησή του για χρόνια. Δεν θυμόταν την ακριβή ημερομη-νία, αλλά δεν πρέπει να ήταν λιγότερο από δέκα ή δώδεκα χρονών όταν συνέβη αυτό.
0 πατέρας του είχε εξαφανιστεί λίγο καφό πριν πόσο πριν, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Θυμόταν καλυτερα την ταραχή, την ανησυχία που σημάδευαν εκείνη την εποχή• τον πανικό που έσπερναν οι αεροπορικές επιδρομές, και την αναζήτηση καταφυγίου στους σταθ-μούς του Υπόγειου, τους σωρούς από τα μπάζα παντού, τις ακα-τάληπτες προκηρύξεις τοιχοκολλημένες στις γωνίες, τις συμμορίες των νέων με τα ομοιόχρωμα πουκάμισα, τις τεράστιες ουρές έξω από τους φούρνους, τον αδιάκοπο θόρυβο του πολυβόλου από μακριά και προπάντων το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρχε αρκετή τροφή. Θυμόταν τα μακριά απογεύματα που περνούσε με άλλα παιδιά, ψάχνοντας στους τενεκέδες των σκουπιδιών και τους σωρούς απορριμμάτων για να μαζέψουν τις ίνες από τα λαχανόφυλλα, τις φλούδες από τις πατάτες και καμιά φορά και ξεροκόμματα ψωμιού απ' όπου έξυναν με προσοχή τη μούχλα. Ακόμα ότι περίμεναν το πέρασμα των καμιονιών σ' έναν ορισμένο δρόμο. Ήξεραν πως μετέ-φεραν ζωοτροφές και καμιά φορά, όταν τραντάζονταν δυνατά στις λακκούβες του δρόμου, σκόρπιζαν στο πέρασμά τους κομμάτια μπα-μπακόπιτες.
Όταν ο πατέρας του εξαφανίστηκε, η μητέρα του δεν έδειξε ούτε έκπληξη ούτε βαριά θλίψη, αλλά έπαθε μια απότομη αλλαγή. Έ-μοιαζε λες κι είχε φύγει η ζωή από μέσα της. Ήταν φανερό, ακόμα και στον Γουίνστον, πως περίμενε ένα γεγονός που ήξερε ότι θα
176
Χίλια. εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
συνέβαινε. Έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο να γίνεται —μαγείρευε, έπλενε, μαντάριζε, έστρωνε το κρεβάτι, σκούπιζε το πάτωμα, ξεσκό-νιζε το τζάκι, πάντα πολύ αργά και αποφεύγοντας με έναν παράξενο τρόπο κάθε κίνηση περιττή, σαν ένα ρομπότ που κινείται με δική του θέληση. To ψηλό, καλλίγραμμο σώμα της έμοιαζε σαν να έπεφτε σε ακαμψία. Ώρες ολόκληρες καθόταν στο κρεβάτι, σχεδόν ακίνητη, φροντίζοντας τη μικρή αδελφούλα του Γουίνστον, ένα κοριτσάκι δυο τριών χρονών, μικροκαμωμένο, αρρωστιάρικο, σιωπηλό, που το προσωπάκι του είχε γίνει σαν της μαϊμουδίτσας από την αδυναμία. Καμιά φορά, σπάνια, έπαιρνε τον Γουίνστον στην αγκαλιά της και τον έσφιγγε ώρα πολλή επάνω της χωρίς να βγάζει μιλιά. Κα-ταλάβαινε, παρ' ότι τόσο μικρός και εγωιστής, πως αυτή η κίνηση είχε να κάνει με το γεγονός που επρόκειτο να συμβεί και για το οποίο ουδέποτζ γινόταν λόγος.
Θυμόταν το δωμάτιο όπου ζούσαν, σκοτεινό, μύριζε κλεισούρα και φαινόταν σαν να το έπιανε ολόκληρο ένα κρεβάτι με άσπρο σκέπασμα. Μια γκαζιέρα στο τζάκι, ένα ράφι για τα τρόφιμα, και έξω στο κεφαλόσκαλο ένας πήλινος σκουρόχρωμος νεροχύτης, κοινός για αρκετά δωμάτια. Θυμόταν το αγαλματένιο σώμα της μητέρας του, σκυμμένο πάνω από την γκαζιέρα ν' ανακατευει κάτι στην κατσαρόλα. Πάνω απ' όλα, θυμόταν την αδιάκοπη πείνα του και τις άγριες, ποταπές μάχες την ώρα του φαγητού. Δεν έπαυε να γκρινιάζει στη μητέρα του ρωτώντας τη γιατί δεν είχαν περισσότερο φαγητό. Ξεφώνιζε και της ούρλιαζε (θυμόταν ακόμα και τους διάφορους τόνους της φωνής του, που είχε χοντρυνει πρόωρα και σε μερικά ξεσπάσματά του ηχούσε περίεργα βροντερή). Άλλες φορές, πάλι, έπαιρνε έναν υποκριτικό παθητικό τόνο στην προσπάθειά του να πάρει περισσότερο απ' όσο αναλογούσε στη μερίδα του. Η μητέρα του ήθελε να του δώσει περισσότερο. To έπαιρνε σαν Se8o\iho ότι αυτός, «το αγόρι», πρέπει να πάρει τη μεγαλύτερη μερίδα. Όσο όμως και αν του έδινε, αυτός πάντα ζητούσε περισσότερο. Κάθε φορά στο τραπέζι τον ικέτευε να μην είναι εγωιστής και να θυμάται ότι η αδελφούλα του ήταν άρρωστη και είχε και αυτή ανάγκη από
177

φαγητό, αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα. Ούρλιαζε λυσσασμένα όταν σταματούσε να του σερβίρει, προσπαθούσε να της πάρει την κατσα-ρόλα και την κουτάλα από τα χέρια, άρπαζε μπουκιές από το πιάτο της αδελφής του. Ήξερε ότι έτσι γινόταν αιτία να λιμοκτονούν η μητέρα και η αδελφή του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς• νόμιζε, μάλιστα, πως είχε δικαίωμα να το κάνει. Η πείνα που του θέριζε τα σωθικά φαινόταν να τον δικαιώνει. Ανάμεσα από τα γεύ-ματα, αν δεν στεκόταν να φυλάξει η μητέρα του, ορμούσε σαν τον κλέφτη στο ράφι για ν' αρπάξει ό,τι ελάχιστο ήταν φυλαγμένο.
Μια μέρα, μοίρασαν μια μερίδα σοκολάτα. Είχανε να μοιράσουν σοκολάτα εβδομάδες ολόκληρες, μήνες. 0 Γουίνστον θυμόταν πολύ χαθαρά το πολύτιμ.ο κομματάκ: της σοχόλάτας. Ήταν μία πλάκα δυο ουγκιές (εκείνη την εποχή είχαν ακόμα ουγκιές) και για τους τρεις τους. Προφανώς έπρεπε να μοιραστεί σε τρία ίσα μέρη. 0 Γουίνστον, σαν να άκουγε κάποιον άλλο να μιλάει, άκουσε ξαφνικά τον εαυτό του να ζητά με βροντερή φωνή να πάρει αυτός ολόκληρο το κομμάτι. Η μητέρα του τού είπε να μην είναι άπληστος. Έγινε ολόκληρος καβγάς, που συνεχίστηκε με φωνές, γκρίνιες, δάκρυα, διαμαρτυρίες. Η μικροσκοπική αδελφούλα του είχε γαντζωθεί στη μητέρα της και με τα δυο της χεράκια, ολόιδια με πιθηκάκι, και τον κοιτούσε πάνω από τον ώμο της μητέρας της με τα μεγάλα, θλιμμένα μάτια της. Στο τέλος, η μητέρα έκοψε τα τρία τέταρτα της σοκολάτας και τα έδωσε στον Γουίνστον, δίνοντας το υπόλοιπο στην αδελφή του. To κοριτσάκι το πήρε και το κοίταξε καλά καλά. Ίσως δεν ήξερε τι είναι. 0 Γουίνστον την κοίταξε για λίγο και ύστερα, μ' ένα ξαφνικό, γρήγορο πήδημα, άρπαξε τη σοκολάτα μέσ' από τα χέρια της αδελφής του κι έτρεξε προς την πόρτα.
«Γουίνστον! Γουίνστον!» φώναξε η μητέρα του. «Γύρνα πίσω! Δώσε τη σοχολάτα στην αδελφή σου!»
Σταμάτησε, αλλά δεν γύρισε πίσω. Τα ανήσυχα μάτια της μητέρας του ήταν. καρφωμένα στο πρόσωπό του. Ακόμα και τώρα σκεφτόταν εκείνο — δεν ήξερεποιο — που επροκειτο να γίνει. Η αδελφή του, καταλαβαίνοντας ότι της πίψαν κάτι που της ανήκε,
178
XtXta εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
άρχισε ένα αδύνατο παραπονιάρικο κλάμα. Η μητέρα αγκάλιασε το κορίτσι και το έσφιξε στο στήθος της. Κάτι μέσα του, του είπε πως η αδελφή του ήταν ετοιμοθάνατη. Γύρισε και κατέβηκε τη σκάλα τρέχοντας, με τη σοκολάτα να έχει αρχίσει να κολλάει στο χέρι του.
Δεν ξαναείδε ποτέ τη μητέρα του. Αφού καταβρόχθισε τη σο-κολάτα, αισθάνθηκε λίγο ντροπιασμένος και τριγύρισε πολλές ώρες στους δρόμους, ώσπου η πείνα τον ξανάφερε στο σπίτι. Όταν γύρισε, η μητέρα του είχε εξαφανιστεί. Εκείνη την εποχή, αυτό ήταν κάτι φυσικό. Δεν έλειπε τίποτε από το δωμάτιο, εκτός από τη μητέρα και την αδελφή του. Δεν είχαν πάρει κανένα ρούχο, ούτε καν το παλτό της μητέρας. Μέχρι σήμερα, δεν ήταν καθόλου βέβαιος πως η μητέρα του ήταν νεκρή. Μπορεί να την είχαν στείλει σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων. Όσο για την αδελφή του, ίσως την είχαν στείλει, όπως και τον Γουίνστον, σε κανένα κέντρο αστέγων παι-διών (Κέντρα Αναμορφώσεως, τα έλεγαν) που είχαν πληθύνει λόγω του εμφυλίου πολέμου. Ή μπορεί να την είχαν στείλει στο στρατό-πεδο εργασίας μαζί με τη μητέρα της ή ακόμα να την παράτησαν απλώς κάπου να πεθάνει.
To όνειρο ήταν ακόμα ζωντανό στο μυαλό του Γουίνστον, προπάντων η προστατευτική κίνηση του χεριού που αγκάλιαζε, αυτή που, όπως φαίνεται, περιέκλειε όλη τη σημασία. To μυαλό του στράφηκε σ' ένα άλλο όνειρο που είχε δει δύο μήνες πριν. Όπως καθόταν η μητέρα του στο βρόμικο κρεβάτι που το σκέπαζε το άσπρο κάλυμμα με το παιδάκι γαντζωμένο πάνω της, έτσι ακριβώς την είχε δει να κάθεται στο πλοίο που βυθιζόταν μακριά από αυτόν. Βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο, αλλά είχε τα μάτια της καρφω-μένα πάνω του και τον κοίταζε πάντα μέσα από το νερό που σκοτείνιαζε.
Διηγήθηκε στην Τζούλια την ιστορία της εξαφάνισης της μη-τέρας του. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, γύρισε και βολεύτηκε σε μια πιο αναπαυτική θέση.
«To φαντάζομαι ότι θα ήσουν ένα μικρό κτήνος εκείνο τον και-ρό», είπε αδιάφορα. «Όλα τα παιδιά είναι κτήνη».
179

«Nat, αλλά το πραγματικό νόημα της ιστορίας...» Από το ρυθμό της ανάσας της κατάλαβε ότι αποκοιμήθηκε πάλι. Ήθελε να συνεχίσει να μιλάει για τη μητέρα του. Απ' ό,τι θυμόταν, υπέθετε ότι δεν ήταν καμιά ξεχωριστή γυναίκα, ακόμα λιγότερο καμιά έξυπνη γυναίκα. Όμως, είχε κάποια ευγένεια, κάποια αγνότητα, απλώς και μόνο επειδή υπάκουε σε κανόνες που ήταν προσωπικοί της. Τα αισθήματά της ήταν δικά της, και δεν μπορούσε να της τ' αλλάξει κανένας εξωτερικός παράγοντας. Δεν θα σκεφτόταν ποτέ ότι μια πράξη χωρίς αποτέλεσμα δεν έχει νόημα. Αν αγαπού-σες κάποιον, τον αγαπούσες, και, όταν δεν είχες να του δώσεις τίποτε άλλο, του έδινες την αγάπη σου. Όταν και το τελευταίο κομμάτί σοκολάτας εξαφανίστηκε, η μητέρα έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της. Ήταν μια κίνηση χωρίς χρησιμότητα, δεν άλλαζε σε τίποτα την κατάσταση, δεν έφερνε σοκολάτα ούτε εμπόδιζε το θάνατο του παιδιου ή το δικό της, αλλά της φάνηκε φυσικό να το κάνει. Πρόσφυγας εκείνη στη βάρκα, είχε και αυτή σκεπάσει το αγοράκι της με το χέρι της, και αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το προστατεύσει από τις σφαίρες περισσότερο απ' ό,τι ένα φύλλο χαρτί. To Κόμμα είχε κάνει το έγκλημα να πείσει ότι οι φυσικές παρορμή-σεις, τα φυσικά αισθήματα δεν είχαν καμιά αξία, ενώ ταυτόχρονα στερούσαν από το άτομ,ο την κυριαρχία του στον υλικό κόσμο. Όταν βρισκόσουν μες στις αρπάγες του Κόμματος, αυτό που ένιωθες ή που δεν ένιωθες, αυτό που έκανες ή συγκρατούσες τον εαυτό σου να μην το κάνεις, δεν είχε καμιάν απόλύτως σημασία. Ό,τι κι αν γινόταν, εξαφανιζόσουν, και κανένας δεν άκουγε πια τίποτα για σένα ή για τις πράξεις σου. Είχες πια διαγραφεί από την ιστορία. Οι άνθρωποι που ανήκαν σε δυο γενιές πριν, δεν προσπαθούσαν ν' αλλάξουν την ιστορία. Τους κυβερνούσε η πίστη τους σε προσωπικές αρχές, για τις οποίες δεν είχαν καμιά αμφιβολία. Σημασία είχαν οι προσωπικές σχέσεις και μια κίνηση χωρίς αποτέλεσμα, ένα φιλί, ένα δάκρυ, μια λέξη σ' έναν ετοιμοθάνατο — μπορούσαν να έχουν μιαν αυταξία. Οι προλετάριοι, σκέφτηκε ξαφνικά, είχαν παραμείνει σΑ αυτή την κατάσταση. Δεν ήταν πιστοί σ' ένα Κόμμα, μια χώρα ή
180

μια ιδέα, ήταν πιστοί ο ένας στον άλλον. Για πρώτη φορά στη ζωή του, δεν ένιωσε περιφρόνηση για τους προλετάριους ούτε σκέφτηκε γι' αυτους πως ήταν μόνο μια αδρανής δύναμη που μια μέρα θα ζωντάνευε και θα έφερνε την αναγέννηση στον κόσμο. Οι προλετάριοι είχαν παραμείνει άνθρωποι. Δεν είχαν σκληρύνει μέσα τους. Είχαν διατηρήσει τα πρωτογενή αισθήματα που αυτός έπρεπε να μάθει από την αρχή, καταβάλλοντας συνειδητή προσπάθεια. Και πάνω σ' αυτή τη σκέψη θυμήθηκε, χωρίς να υπάρχει προφανής σχέση, ότι πριν από μερικές εβδομάδες είχε δει να κείτεται στο πεζοδρόμιο ένα χο\ί^ιΑνο χέρι και το είχε σπρώξει με το πόδι του στον υπόνομο, σαν να ήταν κοτσάνι από λάχανο.
«Οι προλετάριοι είναι άνθρωποι», είπε δυνατά. «Εμείς δεν είμα-στε». *
«Γιατί;» ρώτησε η Τζούλια που είχε ξυπνήσει.
Σκέφτηκε για λίγο. «Σου πέρασε ποτέ απ' το μυαλό», είπε, «πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να σηκωθούμε και να φύγουμε από δω, πριν να είναι πολύ αργά, και να μην ξαναϊδωθού-με ποτέ;»
«Nat, αγάπη μου, το σκέφτηκα πολλές φορές, αλλά δεν θα το κάνω».
«Σταθήκαμε τυχεροί ως τώρα», είπε, «αλλά αυτό δεν θα κρα-τήσει πολυ. Είσαι νέα. Φαίνεσαι φυσιολογική και αθώα. Αν μείνεις μακριά από ανθρώπους σαν εμένα, θα ζήσεις άλλα πενήντα χρόνια».
«Όχι, τα έχω σκεφτεί όλ' αυτά. Θα κάνω ό,τι κάνεις και συ. Και μη χάνεις το θάρρος σου. Θα τα καταφέρω να επιζήσω».
«Ίσως να μείνουμε μαζί άλλους έξι μήνες ακόμα, ένα χρόνο, ποιος ξέρει; Στο τέλος, όμως, είναι βέβαιο πως θα χωρίσουμε. Καταλαβαίνεις πόσο μόνοι θα είμαστε; Όταν μας πιάσουν, δεν θα μπορούμε να κάνουμε τίποτα, απολύτως τίποτα ο ένας για τον άλλον. Αν ομολογήσω, θα σε σκοτώσουν, και αν δεν ομοΚογησω, πάλι θα σε σκοτώσουν. Ό,τι κι αν πω, ό,τι και αν κάνω, ακόμα και αν κρατήσω και δεν μιλήσω, τίποτα δεν θα καθυστερήσει το θάνατό σου πάνω από πέντε λεπτά. Κανένας απ' τους δυο μας δεν θα ξέρει
181

αν ο άλλος είναι ζωντανός ή νεκρός. Θα είμαστε τελείως ανίσχυροι. To μόνο που έχει σημασία είναι να μην προδώσει ο ένας τον άλλο, αν και ούτε αυτό θ' αλλάξει καθόλου τα πράγματα».
«Αν εννοείς την ομολογία», είπε, «αυτό θα γίνει οπωσδήποτε. Όλοι ομολογούν πάντα, δεν γίνεται αλλιώς. Σε βασανίζουν».
«Δεν εννοώ την ομολογία. Η ομολογία δεν είναι προδοσία. Αυτό που λες ή κάνεις δεν έχει σημασία• μόνο αυτό που οασθάνεσαι έχει σημασία. Αν μπορέσουν να με κάνουν να πάψω να σ' αγαπώ, αυτό θα ήταν αληθινή προδοσία».
Εκείνη φάνηκε να το σκέφτηκε.
«Δεν μπορούν να το κάνουν αυτό», είπε τελικά. «Είναι το μόνο που δεν μπορούν να κάνουν. Μπορουν να σε κάνουν να πεις οτιδήποτε — οτιδήποτε—, αλλά δεν μπορούν να σε κάνουν να το πιστέψεις. Δεν μπορούν να μπουν μέσα σου».
«Όχι», είπε αυτός με ελπίδα. «Όχι, έτσι είναι. Δεν μπορούν να μπουν μέσα μας. Αν μπορούμε να νιώσουμε πως αξίζει να παραμεί-νουμε άνθρωποι, ακόμα και αν αυτό δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, τότε τους έχουμε νικήσει».
Σκέφτηκε την τηλεοθόνη και την άγρυπνη παρακολούθησή τους. Μπορούσαν να σε κατασκοπεύουν νυχθημερόν, αλλά, αν κράταγες γερά, μπορούσες να τους ξεγελάσεις. Μ' όλη τους την εξυπνάδα, δεν κατάφεραν να βρουν το μυστικό που θ' αποκάλυπτε τις σκέψεις ενός ανθρώπου. Ίσως αυτό ήταν λιγότερο αληθινό όταν βρισκόσουν στα χέρια τους. Δεν ήξερε κανείς τι γινόταν στο Τπουργείο Αγάπης, αλλά μπορουσε να το μαvτέψεc. Βασανιστήρια, παραισθησιογόνα, καταγραφή των αντιδράσεων του νευρικού συστήματος από ευαί-σθητα όργανα, βαθμιαία ελάττωση της αντίστασης από αϋπνία, α-πομόνωση και εξαντλητική ανάκριση. Τα γεγονότα, οπωσδήποτε, δεν μπορούσαν να μείνουν κρυφά. Τα ανακάλυπταν με τις ανακρίσεις, αναγκάζοντάς σε να ομολογήσεις με βασανιστήρια. Αν όμως ο σκοπός σου δεν ήταν να παραμείνεις ζωντανός, αλλά να παραμείνεις άνθρωπος, τι σημασία είχαν τελικά όλ' αυτά; Δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα αισθήματά σου. Ούτε εσύ ο ίδιος μπορούσες να τ'
182

αλλάξεις, ακόμα και αν το ήθελες. To Κόμμα μπορούσε να ξεγυ-μνώσει και την παραμικρή λεπτομέρεια για καθετί που έκανες, που είπες, που σκέφτηκες. Αλλά τα μύχια της ψυχής σου, που λει-τουργούσε με τρόπο μυστηριώδη ακόμα και για σένα τον ίδιο, πα-ρέμεναν απαραβίαατα.
VIII
Επιτέλους έγινε! Κατάφεραν και το έκαναν!
To δωμάτιο όπου βρίσκονταν tqtocv μ&κρυ κοιι μτϊλλλ φ(ϋΐΐ(7μενο. Η φωνή από την τηλεοθόνη ήταν τόσο χαμηλωμένη, που δεν ακουγόταν παρά ένα σιγανό μουρμουρητό. To παχύ σκούρο μπλε χαλί σΤ έκανε να νιώθεις πως πατάς σε βελούδο. Στην άλλη άκρη του δωματίου, ο Ο'Μπράιεν καθόταν σ' ένα τραπέζι κάτω από μια λάμπα που τη σκέπαζε ένα πράσινο αμπαζουρ, έχοντας δίπλα του από μια στοίβα χαρτιά σε κάθε πλευρά του. Δεν μπήκε στον κόπο να σηκώσει τα μάτια του, όταν ο υπηρέτης ανάγγειλε τον Γουίνστον και την Τζούλια.
Η καρδιά του Γουίνστον χτυπούσε τόσο δυνατά που αμφέβαλε αν θα μπορέσει να μιλήσει. To είχαν κάνει• επιτέλους κατάφεραν να το κάνουν, αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί. Ήταν απερισκεψία να έρθουν εδώ, και καθαρή τρέλα το ότι έφτασαν μαζί, παρ' ότι ήρθαν από διαφορετικούς δρόμους και συναντήθηκαν στην πόρτα του Ο'Μπράιεν. Αλλά και μόνο το ότι μπήκαν εκεί μέσα, χρειαζόταν πολύ γερά νεύρα. Σπάνια μπορούσε να δει κανείς από μέσα τα σπίτια των μελών του Εσωτερικού Κόμματος ή μπορούσε να μπει στη συνοικία όπου ζούσαν. Η γενική ατμόσφαιρα της τερά-στιας πολυκατοικίας, η χλιδή και η ευρυχωρία στο καθετί, οι ασυνήθιστες μυρωδιές του χαλού φαγητού χαι του χαλού χαπνού, τα αθόρυβα και ταχύτατα ασανσέρ που ανεβοκατέβαιναν, οι υπηρέ-τες με τα άσπρα σακάκια που μπαινόβγαιναν βιαστικά — όλα αυτά σ' έκαναν να φοβάσαι. Παρ' όλο που είχε καλό πρόσχημα για να
183

έρθει εδώ, σε κάθε βήμα τον κυρίευε ο φόβος μήπως ξαφνικά πα-ρουσιαστεί από καμιά γωνιά κανένας μαυροφορεμένος φρουρός και του ζητήσει τα χαρτιά του και τον διατάξει να φύγει. 0 υπηρέτης του Ο'Μπράιεν πάντως τους δέχτηκε και τους δυο χωρίς δισταγμό. Ήταν ένας κοντός μελαχρινός άνθρωπος, με άσπρο σακάκι και γωνιώδες πρόσωπο, εντελώς ανέκφραστο, που Θύμιζε Κινέζο. Τους οδήγησε σ' ένα διάδρομο στρωμένο μ' ένα παχύ χαλί. Ot τοίχοι, καλυμμένοι με κρεμ ταπετσαρία, έλαμπαν από καθαριότητα. Κι αυτό επίσης σ' έκανε να φοβάσαι. 0 Γουίνστον δεν θυμόταν να είχε δει ποτέ διάδρομο με τοίγρνς που να μην είναι βρομισμένοι από το πέρασμα των ανθρώπων.
0 Ο'Μπράιεν κρατούσε στα χέρια ένα χαρτί και φαινόταν να το μελετά με προσοχή. To βαρύ του πρόσωπο, σκυμμένο έτσι ώστε να φαίνεται η γραμμή της μύτης, τον έδειχνε ταυτόχρονα φοβερό και έξυπνο. Για είκοσι δευτερόλεπτα περίπου καθόταν ακίνητος. Μετά, έφερε κοντά του το φωνογράφο και υπαγόρευσε ένα μήνυμα στην κορακίστικη διάλεκτο των Τπουργείων.
Κονδύλια ένα κόμμα πέντε κόμμα επτά εγκεκριμένα πλήρως στοπ• πρόταση περιεχομένη κονδύλιον έξι υπερπολύ γελοία προσεγγίζει έγκλημα σκέψης μα-ταίωση στοπ μη συνέχιση κατασκευή πριν λαμβά-νοντας πλήρως εκτίμηση μηχανημάτων άνωθεν στοπ τέλος μηνυματος.
Σηκώθηκε από την καρέκλα του και προχώρησε προς αυτούς, ενώ τα βήματά του πνίγονταν στο παχύ χαλί. Κάτι από την επίσημη ατμόσφαφα φαινόταν να είχε φύγει από πάνω του μαζί με τις λέξεις της Νέας Ομιλίας, αλλά η έκφρασή του ήταν πιο σκυθρωπή απ' ό,τι συνήθως, σαν να μην ήταν ευχαριστημένος που τον είχαν ενοχλήσει. Ξαφνικά, μετά τον τρόμο που είχε νιώσει, ο Γουίνστον αισθάνθηκε να τον διαπερνά ένα κύμα αμηχανίας. Του φάνηκε πολύ πιθανό να είχε κάνει ένα ηλίθιο λάθος. Γιατί, στην πραγματικότητα, ποια
184
Χίλι/ζ εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
απόδειξη είχε πως ο Ο'Μπράιεν ήταν πολιτικός συνωμότης; Τίπο-τα, εκτός από ένα βλέμμα και μόνο μία διφορούμενη παρατήρηση. Πέρα απ' αυτό, δεν υπήρχαν παρά Οί δικές του κρυφές υποθέσεις που βασίζονταν σ' ένα όνειρο. Δεν μπορούσε καν να κάνει πίσω και να ισχυριστεί ότι είχε έρθει να δανειστεί το λεξικό, γιατί σε τέτοια περίπτωση ήταν αδυνατο να εξηγήσει την παρουσία της Τζούλιας. Μια σκέψη φάνηκε να έρχεται στο νου του Ο'Μπράιεν, καθώς περνούσε μπροστά από την τηλεοθόνη. Σταμάτησε, γύρισε και πάτη-σε ένα κουμπί στον τοίχο. Ακούστηκε ένας ξερός και οξύς κρότος. Η φωνή σταμάτησε.
Της Τζούλιας της ξέφυγε μια μικρή κραυγή, κάτι σαν επιφώ-νημα έκπληξης. Ακόμα και μέσα στον πανικό του, ο Γουίνστον ένιωσε τέτοια κατάπληξη, που δεν μπόρεσε να κρατήσει τη γλώσ-σα του.
«Μπορείτε να την κλείσετε!» είπε.
«Nat», είπε ο Ο'Μπράιεν, «μπορούμε να την κλείσουμε. Έχου-με αυτό το προνόμιο».
Στεκόταν τώρα μπροστά τους. 0 επιβλητικός όγκος του κυριαρχούσε πάνω στους δυο τους, και η έκφραση του προσώπου παρέμενε ανεξιχνι'αστη. Περίμενε, με κάποια αυστηρότητα, να μιλή-σει ο Γουίνστον — αλλά για τι πράγμα; Ακόμα και τότε, ήταν πο-λυ φυσικό να σκεφτεί κανείς πως ήταν απλώς ένας πολυάσγρΚος άνθρωπος που αναρωτιόταν ενοχλημένος ytaxc τον είχαν διακόψεί από τη δουλειά του. Κανείς δεν μιλούσε. Μετά το κλείσιμο της τηλεοθόνης, στο δωμάτιο είχε απλωθεί νεκρική σιγή. Τα δευτερόλε-πτα που περνούσαν φαίνονταν αιώνες. Με δυσκολία ο Γουίνστον εξακολουθούσε να κρατάει τα μάτια του καρφωμένα στα μάτια του Ο'Μπράιεν. Τότε, ξαφνικά, το σκυθρωπό πρόσωπο γλύκανε με κάτι που έμοιαζε με την αρχή ενός χαμόγελου. Με τη χαρακτηριστική του κίνηση, ο Ο'Μπράιεν ξαναστήριξε τα γυαλιά στη μύτη του.
«Να το πω εγώ ή θέλεις να το πεις εσύ;» ρώτησε.
«Θα το πω εγώ», απάντησε αμέσως ο Γουίνστον. «Αυτό το πράγμα έκλεισε στ' αλήθεια;»
185

«Ναι, όλα είναι κλειστά. Είμαστε μόνοι μας».
«Ήρθαμε εδώ, γιατί...»
Σταμάτησε, συνειδητοπ κώντας για πρώτη φορά την αοριστία των κινήτρων του. Δεν ήξερε ακριβώς τι είδους βοήθεια περίμενε από τον Ο'Μπράιεν κακ δεν ήταν zuxdko να πει γιατί είχε έρθει εδώ. Συνέχισε, καταλαβαίνοντας πως αυτό που έλεγε θα πρέπει να ηχούσε και αδυνατο και φτιαχτό:
«Πιστεύουμε πως υπάρχει ένα είδος συνωμοσίας, κάποια μυστι-κή οργάνωση που δρα ενάντια στο Κόμμα, και ότι εσείς είστε μέλος της. θέλουμε να μπούμε και μεις σ' αυτή την οργάνωση και να εργαστούμε γι' αυτήν. Είμαστε εχθροί του Κόμματος. Δεν πιστεύ-ουμε στις αρχές του ΑΓΓΣΟΣ. Είμαστε εγκληματίες της σκέψης. Ακόμα, είμαστε και μοιχοί. Σας το λέω αυτό, γιατί θέλουμε να αφεθούμε στο έλεός σας. Αν θέλετε να ενοχοποιήσουμε με οποιοδή-ποτε άλλο τρόπο τους εαυτούς μας, είμαστε έτοιμοι».
Σταμάτησε και κοίταξε πάνω από τον ώμο του, με την αίσθη-ση ότι είχε ανοίξει η πόρτα. Πράγματι, ο κοντός κιτρινοπρόσωπος υπηρέτης είχε μπει χωρίς να χτυπήσει προηγουμένως. 0 Γουίνστον είδε πως κρατούσε ένα δίσκο με ποτήρια και μια καράφα.
«0 Μάρτιν είναι δικός μας», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Φέρε εδώ τα ποτήρια, Μάρτιν. Βάλ' τα στο στρογγυλό τραπέζι. Μας φτάνουν ot καρέκλες; Τότε, καλά θα κάνουμε να καθίσουμε άνετα και να μι-λήσουμε. Φέρε μια καρέκλα για σένα, Μάρ-uv. Θα μιλήσουμε για δουλειά. Για δέκα λεπτά μπορείς να πάψεις να είσαι υπηρέτης».
0 κοντός ανθρωπάκος κάθισε εντελώς άνετα κι ωστόσο εξα-κολουθώντας να έχει το ύφος του υπηρέτη, το ύφος του υπηρέτη που απολαμβάνει ένα προνόμιο. 0 Γουίνστον τον κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Κατάλαβε ότι ο άνθρωπος έπαιζε σε όλη του τη ζωή ένα ρόλο, και το έβρισκε επικίνδυνο να εγκαταλείψει έστω και για μια στιγμή την προσωπικότητα που είχε υιοθετήσει. 0 Ο'Μπρά-ιεν πήρε την καράφα και γέμισε τα ποτήρια με ένα σκούρο κόκκινο υγρό. Η κίνησή του ξύπνησε στον Γουίνστον μια συγκεχυμένη α-νάμνηση από κάτι που 'χε δει εδώ και πολύ καιρό σ' έναν τοίχο ή
186
XtXta εννιαχόσια ογδόντα τέσσερα
σ ένα δίαφημιστικό πανό —μια μεγάλη μποτίλκχ φτιαγμένη από ηλεκτρικά φώτα που φαινόταν να ανεβοκατεβαίνει και άδειαζε το περιεχόμενό της σ ένα ποτήρι. Κοιτάζοντάς το από πάνω, αυτό το υγρό φαινόταν σχεδόν μαύρο, αλλά μέσα στην καράφα άστραφτε σαν ρουμπίνι. Είχε γλυκόξινη μυρωδιά. Είδε την Τζούλια να παίρνει το ποτήρι της και να το οσφραίνεται με αληθινή περιέργεια.
«Αυτό λέγεται κρασί», είπε ο Ο'Μπράιεν, μ' ένα αδύναμο χαμόγελο. «Ασφαλώς θα έχετε διαβάσει γι' αυτό στα βιβλία. Φοβά-μαι πως δεν κυκλοφορεί πολύ στο Εξωτερικό Κόμμα». To πρόσωπό του ξανάγινε σοβαρό. Σήκωσε το ποτήρι του. «Νομίζω πως είναι σωστό ν' αρχίσουμε με μια πρόποση. Στην υγεία του Αρχηγού μας, του Εμμανουήλ Γκολντστάιν».
0 Γουίνστον πήρε το ποτήρι του με κάποια λαχτάρα. To κρα-σί ήταν κάτι που γι' αυτό είχε διαβάσει και το είχε ονειρευτεί. Σαν το γυάλινο πρες παπιέ ή τα μισοξεχασμένα στιχάκια του κ. Τσά-ρινγκτον, ανήκε και αυτό στο χαμένο ρομαντικό παρελθόν —τους γέρικους χρόνους, όπως του άρεσε να το ονομάζει στις κρυφές του σκέψεις. Χωρίς να ξέρει γιατί, πάντα νόμιζε ότι το κρασί είχε μια έντονη γλυκιά γεύση, σαν τη μαρμελάδα από βατόμουρα, και ότι σ' έκανε αμέσως να μεθύσεις. Στην πραγματικότητα, μόλις το κατά-πιε, του φάνηκε εντελώς απογοητευτικό. Η αλήθεια ήταν πως ύστερα από τόσα χρόνια που έπινε τζιν, δεν μπορούσε να νιώσει τη γεύση του κρασιού. Ακούμπησε κάτω το άδειο ποτήρι.
«'Ωστε ο Γκολντστάιν είναι πρόσωπο υπαρκτό, ε;» ρώτησε.
«Nat, υπάρχει και ζει. Πού... δεν ξέρω».
«Και η συνωμοσία —η οργάνωση; Υπάρχει πραγματικά; Δεν είναι απλώς επινόηση της Αστυνομίας της Σκέψης;»
«Όχι, είναι πραγματική. Τη λέμε Αδελφότητα. Δεν θα μάθετε ποτέ τίποτα περισσότερο για την Αδελφότητα, παρά ότι υπάρχει και ότι ανήκετε σ' αυτήν. Θα επανέλθω στο θέμα σε λίγο». Κοίταξε το ρολόι του. «Δεν είναι φρόνιμο, ακόμα και για τα μέλη του Εσωτερι-κού Κόμματος να κλείνουν την τηλεοθόνη πάνω από μισή ώρα. Δεν έπρεπε να έρθετε εδώ μαζί, και πρέπει να φύγετε χωριστά. Εσύ,
187

συντρόφισσα»,. είπε γέρνοντας το κεφάλι προς την Τζούλια, θα φύγεις πρώτη, έχουμε κάπου είκοσι λεπτά στη διάθεσή μας. Καταλαβαίνετε πως πρέπει ν' αρχίσω κάνοντάς σας ορισμένες ερωτήσεις. Σε γενικές γραμμές, τι είστε έτοιμοι να κάνετε;»
«Ό,τι μπορούμε», είπε ο Γουίνστον.
0 Ο'Μπράιεν έστριψε λίγο στο κάθισμά του, ώστε να κοιτάζει καταπρόσωπο τον Γουίνστον. Την Τζούλια την αγνόησε σχεδόν, παίρνοντας σαν δεδομένο ότι θα μιλούσε ο Γουίνστον και γι' αυτήν. Για μια στιγμή, μισόκλεισε τα μάτια. Άρχισε τις ερωτήσεις του με χαμηλή, ανέκφραστη φωνή σαν να ήταν ζήτημα ρουτίνας, σαν να ήταν κατήχηση όπου ήξερε ήδη τις περισσότερες απαντήσεις.
«Είστε έτοιμοι να δώσετε τη ζωή σας;»
«Nat».
«Είστε έτοιμοι να σκοτώσετε;»
«Ναι».
«Να κάνετε ενέργειες σαμποτάζ που μπορεί να κοστίσουν τη ζωή εκατοντάδων αθώων;»
«Ναι».
«Να προδώσετε την πατρίδα σας σε ξένες δυνάμεις;»
«Ναι».
«Είστε έτοιμοι να εξαπατήσετε, να πλαστογραφήσετε, να εκβιάσετε, να διαφθείρετε το πνεύμα των παιδιών, να κυκλοφορήσε-τε ναρκωτικά, να ενθαρρύνετε την πορνεία, να διαδώσετε α ρροδίσια νοσήματα, να κάνετε ό,τι μπορεί να προκαλέσει τη φθορά του Κόμ-ματος και να το εξασθενίσει;»
«Nat».
«Αν, για παράδειγμα, εξυπηρετούσε τους σχ,οπούς σας να ρίξε-τε θεακό οξύ στο πρόσωπο ενός παιδιού, θα το κάνατε;»
«Nat».
«Είστε έτοιμοι να απαρνηθείτε την υπόστασή σας και να ζήσε-τε την υπόλοιπη ζωή σας σαν σερβιτόροι ή αχθοφόροι;»
«Ναι».
«Είστε έτοιμοι ν' αυτοκτονήσετε αν και όποτε σας διατάξουμε;»
188
Χίλια εννιαχόσκχ ογδόντοι τέσσερα
«Nac».
«Είστε έτοιμοι να χωρίσετε οι δυο σας και να μην ξαναϊδωθεί-
τε ποτέ;»
«Όχι!» έκανε η Τζούλια.
Του Γουίνστον του φάνηκε πως πέρασε πολλή ώρα προτού απαντήσει. Προς στιγμήν, νόμισε πως έχασε τη μιλιά του. Η γλώσ-σα του κινούνταν χωρίς να βγάζει ήχο. Ξεκινούσε τις πρώτες συλλα-βές μιας λέξης, έπειτα μιας άλλης, και ξανά το ίδιο συνεχώς. Μέ-χρι να την ξεστομίσει, δεν ήξερε ποια λέξη θα έλεγε. «Όχι!» είπε στο τέλος.
«Κάνατε καλά που μου το είπατε», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Πρέ-πει να τα ξέρουμε όλα».
Στράφηκε προς την Τζούλια και πρόσθεσε με φωνή κάπως πιο εκφραστική:
«Καταλαβαίνεις πως, ακόμα και αν επιζήσει, μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο; Ίσως χρειαστεί να του δώσουμε καινούρια ταυτότητα. To πρόσωπο, οι κινήσεις του, το σχήμα των χεριών του, το χρώμα των μαλλιών του, ακόμα και η φωνή του θα έχουν αλλάξει. Κι εσύ η ίδια ίσως γίνεις διαφορετικό πρόσωπο. Οι χεφούρ-γοι μας μπορούν ν' αλλάξουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν αγνώριστους. Πολλές φορές αυτό είναι απαραίτητο. Κάποτε φτά-νουμε ακόμα και σε ακρωτηριασμούς».
0 Γουίνστον δεν μπόρεσε να κρατηθεί και κοίταξε με την άκρη του ματιού του το μογγολικό πρόσωπο του Μάρτιν. Δεν μπόρεσε να διακρίνει ουλές. Η Τζούλια είχε χλομιάσει, και αυτό έκανε τις φα-κίδες της να προβάλουν περισσότερο, αλλά αντιμετώπισε θαρραλέα τον Ο'Μπράιεν. Μουρμούρισε κάτι που δήλωνε συναίνεση.
«Καλώς. Τότε, είμαστε εντάξει».
Στο τραπέζι υπήρχε μια ασημένια τσιγαροθήκη. 0 Ο'Μπράιεν την έσπρωξε προς το μέρος τους αφηρημένα. Πήρε τσιγάρο ο ίδιος, έπειτα σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει σιγά, πάνω κάτω, σαν να σκεφτόταν καλύτερα όρθιος. Ήταν πολύ καλά τσιγάρα, καλογεμισμέ-να και καλοτυλιγμένα, με ασυνήθιστο χαρτί, απαλό σαν μετάξι. 0 Ο'Μπράιεν κοίταξε πάλι το ρολόι του.
189



«Καλύτερα να γυρίσεις στο δωμάτιό σου, Μάρτιν», είπε. «Θ' ανοίξω την τηλεοθόνη σ' ένα τέταρτο. Πριν φύγεις, κοίτα καλά τα πρόσωπα των συντρόφων. Εσύ θα τους ξαναδείς. Εγώ ίσως όχι».
Τα μαύρα μάτια του ανθρωπάκου τρεμόπαιξαν πάνω στα πρό-σωπά τους, όπως είχε γίνει και προηγουμένως στην πόρτα της εισόδου. Δεν υπήρχε ίχνος φιλικότητας στη συμπεριφορά του. Συγκρατούσε στο μυαλό την εικόνα τους, αλλά δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι' αυτούς, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. 0 Γουίνστον σκέφτη-κε πως ίσως ένα τεχνητό πρόσωπο να μιην μπορεί ν' αλλάξει έκ-φραση. Χωρίς να μιλήσει ή να χαιρετήσει, ο Μάρτιν αποσύρθηκε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του αθόρυβα. 0 Ο'Μπράιεν δρασκέλιζε πάνω κάτω το δωμάτιο, με το ένα χέρι στην τσέπη της μαύρης στολής του, και στο άλλο κρατώντας ένα τσιγάρο.
«Καταλαβαίνετε», είπε, «ότι θα αγωνίζεστε στο σκοτάδι. Θα είστε πάντα στο σκοτάδι. Θα παίρνετε εντολές και θα τις εκτελείτε χωρίς να ξέρετε γιατί. Αργότερα θα σας στείλω ένα βιβλίο, όπου θα μελετήσετε την αληθινή φύση της κοινωνίας όπου ζούμε και με ποια τακτική θα την καταστρέψουμε. Όταν θα έχετε διαβάσει αυτό το βιβλίο, θα είστε πραγματικά μέλη της Αδελφότητας. Αλλά ανάμεσα στους γενικούς σκοπούς για τους οποίους αγωνιζόμαστε και στις άμεσες ενέργειες της στιγμής, δεν θα γνωρίζετε ποτέ τίποτα. Σας λέω πως η Αδελφότης υπάρχει, αλλά δεν μπορώ να σας πω αν έχει εκατό ή δέκα εκατομμύρια μέλη. Απ' όσο θα γνωρίζετε εσείς προ-σωπικά, δεν θα είστε σε θέση να πείτε αν έχει έστω και δώδεκα μέλη. Θα έχετε επαφές με τρία τέσσερα πρόσωπα που κατά και-ρούς θα τους αντικαθιστούν άλλοι μόλις εξαφανίζονται. Σήμερα, ήταν η πρώτη σας επαφή. Οι εντολές που θα παίρνετε θα προέρχο-νται από εμένα. Αν χρίνουμε απαραίτητο να επικοινωνήσουμε μαζί σας, αυτό θα γίνει μέσω του Μάρτιν. Όταν στο τέλος σάς πιά-σουνε, θα ομ.όλ.ογησετε. Είναι αναπόφευκτο. Αλλά εκτός από τις πράξεις σας, θα έχετε πολύ λίγα πράγματα να ομοΚογψετε. Δεν θα μπορείτε να προδώσετε περισσότερους από μια φούχτα ασήμαντους ανθρώπους. Ίσως να μην προδώσετε ούτε μένα. Ως τότε, μπορεί να
190
Χίλια εννιαχόσιχ ογδόντα τέσσερα
είμ,αι νεκρός ή να έχω γίνει άλλος άνθρωπος, με διαφορετικό πρό-σωπο».
Συνέχισε το πέρα δώθε πάνω στο πλούσιο χαλί. Αν και εύσω-μος, είχε μια ξεχωριστή χάρη στις κινήσεις του. Αυτή η χάρη εκ-δηλωνόταν ακόμα και στην κίνηση που έκανε για να βάζει το χέρι στην τσέπη του ή για να καπνίσει ένα τσιγάρο. Πιο πολύ κι από τη δύναμη, αναδιδόταν απ' αυτόν μια αίσθηση αυτοπεποίθησης και μια κατανόηση με την απόχρωση της εφωνείας. Δεν είχε τίποτα από τη στενομυαλιά ενός φανατικού. Όταν μιλούσε για δοΚοφονίες, αυτο-κτονίες, αφροδίσια νοσήματα, ακρωτηριασμούς και αλλαγμένα πρό-σωπα, ο τόνος του είχε μια λεπτή εφωνεία. «Αυτό είναι αναπόφευ-κτο», έμοιαζε να λέει η φωνή του. «Αυτά πρέπει να κάνουμε χωρίς να λυγίσουμε, αλλά δεν θα κάνουμε τέτοια πράγματα όταν η ζωή θ' αξίζει πάλι να τη ζει κανείς».
Ένα κύμα θαυμασμού, σχεδόν λατρείας, ξεχύθηκε από τον Γουίνστον για τον Ο'Μπράιεν. Για μια στιγμή είχε ξεχάσει τη σκιώδη σιλουέτα του Γκολντστάιν. Όταν κοίταζες τους δυνατούς ώμους του 0'Μπρά:εν χαι το πρόσωπό του με τα τραχιά χαρα-κτηριστικά — τόσο άσχημο και όμως τόσο πολιτισμένο —, ήταν αδύνατο να πιστέψεις ότι θα μπορούσε ποτέ να νικηθεί. Δεν υπήρ-χε τίποτα που να μην μπορεί να αντιμετωπίσει, κανένας κίνδυνος που να μην μπορεί να προβλέψει. Ακόμα και η Τζούλια έδειχνε να έχει πολύ εντυπωσιαστεί. Είχε παρατήσει το τσιγάρο της και ά-κουγε με προσοχή. 0 Ο'Μπράιεν συνέχισε:
«Μάλλον θα 'χετε ακούσει τις διαδόσεις που κυκλοφορούν για την ύπαρξη της Αδελφότητας. Ασφαλώς θα έχετε σχηματίσει στο μυαλό σας μια προσωπική εικόνα γι' αυτήν. Θα έχετε ίσως φαντα-στεί μια ισχυρή, μυστική οργάνωση συνωμοτών που συναντιούνται κρυφά σε υπόγεια, γράφουν συνθήματα στους τοίχους και αναγνω-ρίζουν ο ένας τον άλλον με συνθηματικές λέξεις ή χεφονομίες. Τί-ποτε απ' αυτά δεν είναι αλήθεια. Τα μέλη της Αδελφότητας δεν έχουν κανένα τρόπο να αναγνωρίζονται και ένα μέλος δεν μπορεί να γνωρίζει την ταυτότητα ποφά μόνο πολύ λίγων άλλων. 0 ίδιος ο
191

Γκολντστάιν, αν έπεφτε στα χέρια της Αστυνομίας της Σκέψης, δεν θα μπορούσε να τους δώσει πλήρη κατάλογο των μελών ή οποιαδή-ποτε πληροφορία που θα τους βοηθούσε να βρουν κάτι τέτοιο.
»Δεν υπάρχει πλήρης κατάλογος. Η Αδελφότης δεν μπορεί να εξαρθρωθεί, γιατί δεν είναι οργάνωση με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Τίποτα δεν συνδέει τα μέλη της, εκτός από μια ιδέα που δεν μπορεί να καταστραφεί. Δεν θα έχετε ποτέ τίποτα να σας στηρίξει εκτός από αυτή την ιδέα. Δεν θα έχετε κανένα σύντροφο και καμιά ενθάρρυνση. Όταν στο τέλος σας πιάσουν, δεν θα λάβετε καμιά βοήθεια. Δεν 6θΊ}ΰούμ.ε ποτέ τα μέλη μας. To πολύ πολύ, αν είναι απολύτως απαραίτητο να μη μιλήσει κάποιος, μπορούμε καμιά φο-ρά να περάσουμε κρυφά μια ξυριστική λεπίδα στο κελί του φυλακι-σμένου. Πρέπει να συνηθίσετε να ζείτε χωρίς να περιμένετε χανένα αποτέλεσμα και χωρίς ελπίδα. Θα εργαστείτε για λίγο, θα σας συλλάβουν, θα ομ.6λ.ογτ\σετε και έπειτα θα πεθάνετε. Αυτά είναι τα μόνα αποτελέσματα που θα δείτε. Δεν υπάρχει πιθανότητα να γίνει καμιά αισθητή αλλαγή στη δική μας ζωή. Είμαστε νεκροί. Η μόνη πραγματική μας ζωή βρίσκεται στο μέλλον. Θα πάρουν μέρος σ' αυτό τα οστά και η τέφρα μας. Αλλά πόσο μακρινό μπορεί να είναι αυτό το μέλλον, δεν ξέρουμε. Μπορεί να είναι μετά από χίλια χρόνια. Τώρα, τίποτα δεν είναι δυνατό, εκτός από το να επεκτείνουμε σιγά σιγά την περιοχή της λογικής. Δεν μπορούμε να δράσουμε συλλο-γικά. Μπορούμε μόνο να διαδώσουμε τις γνώσεις μας από άτομο σε άτομο, από γενιά σε γενιά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντι-μετωπίσουμε την Αστυνομία της Σκέψης».
Σταμάτησε και κοίταξε το ρολόι του για τρίτη φορά.
«Πλησιάζει η ώρα να φύγεις, συντρόφισσα», είπε στην Τζού-λια. «Μια στιγμή. To κρασί μας δεν τελείωσε».
Γέμισε τα ποτήρια από την καράφα και σήκωσε το ποτήρι του.
«Σε τι θα πιούμε αυτή τη φορά;» είπε με την ίδια απόχρωση εφωνείας στη φωνή του. «Στη σύγχυση της Αστυνομίας της Σκέ-ψης; Στο θάνατο του Μεγάλου Αδελφού; Στην ανθρωπότητα; Στο μέλλον;»
192

«Στο παρελθόν», είπε ο Γουίνστον.
«To παρελθόν έχει περισσότερη σημασία», συμφώνησε σοβαρά ο Ο'Μπράιεν.
Άδειασαν τα ποτήρια τους, και το επόμενο λεπτό η Τζουλια σηκώθηκε να φύγει. 0 Ο'Μπράιεν πήρε ένα μικρό κουτί από ένα σεκρετέρ και της έδωσε μια μικρή άσπρη πλακέ ταμπλέτα λέγοντάς της ότι έπρεπε να τη βάλει στη γλώσσα της. Δεν έπρεπε, είπε, με κανένα τρόπο να μυρίζει κρασί τώρα που θα έβγαινε. Οι υπάλληλοι του ασανσέρ ήταν πολύ παρατηρητικοί. Μόλις έκλεισε η πόρτα πί-σω από την Τζούλια, φάνηκε ότι ξέχασε τελείως την ύπαρξή της. Βημάτισε ακόμα λίγο πάνω κάτω στο δωμάτιο και μετά σταμά-τησε.
«Πρέπει να τακτοποιηθούν ορισμένες λεπτομέρειες», είπε. «X-ποθέτω πως έχετε κάπου μια κρυψώνα, έτσι δεν είναι;»
0 Γουίνστον του μίλησε για το δωμάτιο πάνω από το μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον.
«Για την ώρα, αυτό φτάνει. Αργότερα θα βρούμε κάτι άλλο. Πρέπει να αλλάζουμε συχνά κρυψώνες. Στο μεταξύ, θα σου στείλω το συντομότερο ένα αντίτυπο του &6λίου» —ακόμα και ο Ο'Μπρά-ιεν, πρόσεξε ο Γουίνστον, πρόφερε αυτή τη λέξη σαν να ήταν γραμ-μένη με κυρτούς χαρακτήρες. «To βιβλίο του Γκολντστάιν, εννοώ. Ίσως περάσουν μέρες ώσπου να το βρω. Δεν υπάρχουν πολλά, όπως θα φαντάζεσαι. Η Αστυνομία της Σκέψης τα κυνηγά και τα κα-ταστρέφει σχεδόν αμέσως μόλις τα τυπώνουμε. Αλλ' αυτό δεν έχει σημασία. To βιβλίο δεν πρόκειται να αφανιστεί ποτέ. Αν καταστρεφό-ταν και το τελευταίο αντίτυπο, θα μπορούσαμε να το ξανατυπώ-σουμε λέξη προς λέξη. Χρησιμοποιείς χαρτοφύλακα, όταν πας στη δουλειά σου;» πρόσθεσε.
«Συνήθως».
«Πώς είναι;»
«Μαύρος, πολύ φθαρμένος, με δυο λουριά».
«Μαύρος, πολύ φθαρμένος, με δυο λουριά• ωραία. Mta μέρα, αρκετά σύντομα — δεν μπορώ να σου πω πότε ακριβώς — ένα από
193

τα μηνύματα που σου στέλνουν στην πρωινή δουλειά σου θα περι-έχει μια κακοτυπωμένη λέξη και θα χρειαστεί να ζητήσεις ένα άλ-λο αντίγραφο. Την επομένη, θα πας στη δουλειά χωρίς το χαρτο-φύλακά σου. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια της ημέρας, κάποιος στο δρόμο θα σ' αγγίξει στο μπράτσο και θα σου πει: "Νομίζω πως σας έπεσε ο χαρτοφύλακάς σας". Αυτός που θα σου δώσει, θα περιέχει ένα αντίτυπο του βιβλίου του Γκολντστάιν. Θα το επιστρέψεις σε δεκατέσσερις μέρες».
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
«Σε δυο λεπτά πρέπει να 'χεις φύγει», είπε ο Ο'Μπράιεν. «Θα ξανασυναντηθούμε — αν ξανασυναντηθούμε...»
0 Γουίνστον σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε.
«Εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι;» συνέχισε διστακτικά.
0 Ο'Μπράιεν κατένευσε χωρίς να δείξει καμιά έκπληξη.
«Εκεί όπου δεν υπάρχει σκοτάδι», είπε σαν να είχε καταλάβει τον υπαινιγμό. «Στο μεταξυ, υπάρχει τίποτα που θέλεις να πεις προτού φύγεις; Κάποιο μήνυμα; Καμιά ερώτηση;»
0 Γουίνστον σκέφτηκε. Δεν ένιωθε την επιθυμία να ρωτήσει τίποτε άλλο, και ακόμα λιγότερο να πει μεγαλόστομες γενικότητες. Αντί να σκεφτεί κάτι που να έχει άμεση σχέση με τον Ο'Μπράιεν ή την Αδελφότητα, του ήρθε στο μυαλό μια σύνθετη εικόνα του σκο-τεινού δωματίου όπου η μητέρα του πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της, και του μικρού δωματίου πάνω από το μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον, του γυάλινου πρες παπιέ και της γκραβούρας με την κορνίζα από ξύλο τριανταφυλλιάς. Σχεδόν στην τύχη είπε:
«Μήπως συνέβη ποτέ ν' ακούσετε ένα παλιό τραγούδι που άρχιζε έτσι: " 'Πορτοκάλια και λεμόνια' ", λεν οι καμπάνες του Α-γίου Κλήμεντος";»
0 Ο'Μπράιεν συγκατένευσε ξανά. Με κάποια σοβαρή ευγένεια συμπλήρωσε τη στροφή:
«Πορτοκάλια και λεμόνια», λεν οι χαμπάνες του Αγίου Κλήμεντος, «Μου χρωστάς τρ'κχ, φαρδίνια», λεν οι καμπάνες του Αγίου Μαρτίνου,
194
Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα
«Πότε θα με ξεπληρώσεις;» λεν οι καμπάνες του Ολντ Μπέιλι, «Όταν γίνω πλούσιος», λεν οι χαμπάνες του Σόρντιτς.
«Ξέρετε τον τελευταίο στίχο!» είπε ο Γουίνστον.
«Ναι, τον ξέρω. Και τώρα, νομίζω, πρέπει να φύγεις. Μια στιγ-μή όμως. Καλύτερα να σου δώσω μια από αυτές τις παστίλιες».
0 Γουίνστον σηκώθηκε και ο Ο'Μπράιεν άπλωσε το χέρι. Η δυνατή του χεφαψία έκανε τα κοκάλα της παλάμης του Γουίνστον να τρίξουν. Στην πόρτα, ο Γουίνστον στράφηκε πίσω, αλλά ο Ο'Μπράιεν φαινόταν κιόλας να είναι έτοιμος να τον βγάλει από το μυαλό του. Περίμενε με το χέρι στο διακόπτη της τηλεοθόνης. 0 Γουίνστον μπορούσε να δει στο βάθος το γραφείο με τη λάμπα και το πράσινο αμπαζούρ, το φωνογράφο και το σωρό των χαρτιών που περίμεναν. To επεισόδιο είχε λήξει. Μέσα σε μισό λεπτό, σκέφτηκε, ο Ο'Μπράιεν θα ξανάρχιζε τη σοβαρή δουλειά που είχε διακόψει, την οποία έκανε για λογαριασμό του κόμματος.
IX
0 Γουίνστον είχε λιώσει σαν ζελατίνα από την κούραση. Σαν ζελατί-να, αυτή ήταν η σωστή λέξη. Του είχε έρθει στο μυαλό αυθόρμητα. To σώμα του φαινόταν να έχει όχι μόνο τη ρευστότητα του ζελέ αλλά και τη διαφάνειά του. Ένιωθε πως, αν σήκωνε το χερι του, θα μπορούσε να δει το φως μέσα απ' αυτό. Όλο το αίμα και η λέμφος του σώματός του είχαν στραγγίξει από την εξοντωτική δουλειά, αφήνοντας μόνο ένα εύθραυστο οικοδόμημα από νεύρα, κόκαλα και δέρμα. Όλες του οι αισθήσεις λες και είχαν μεγιστοποιηθεί. Η στολή του τού ερέθιζε τους ώμους, το λιθόστρωτο του πιρούνιαζε τα πό-δια- ακόμα και για ν' ανοιγοκλείσει το χέρι του, απαιτούσε μια προ-σπάθεια που έκανε τους αρμούς του να τρίζουν.
Μέσα σε πέντε μέρες είχε δουλέψει πάνω από ενενήντα ώρες.
195

To ίδιο κι όλοι οι άλλοι στο Υπουργείο. Τώρα είχαν τελειώσει και κυ-ριολεκτικά δεν είχε τίποτα να κάνει, καμιά απολύτως δουλειά για το Κόμμα, μέχρι αύριο το πρωί. Μπορούσε να περάσει έξι ώρες στην κρυψώνα και εννέα στο κρεβάτι του. Ήταν ένα γλυκό ηλιόλουστο απόγευμα, κι αυτός ανέβαινε σιγά σιγά ένα στενό δρομάκι που ο-δηγούσε στο μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον. Είχε το νου του μήπως συναντήσει καμιά περίπολο, αλλά, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί, είχε μια σιγουριά ότι δεν κινδύνευε τούτο το απόγευμα, δεν θα τον ενοχλούσε κανείς. 0 βαρύς χαρτοφύλακας που κρατούσε χτυπούσε στο γόνατό του σε κάθε βήμα και του έφερνε στο δέρμα της γάμπας του ένα παράξενο μυρμήγκιασμα. Μέσα στο χαρτοφύλακα υπήρχε το &έλ{'ο που το ε(χε στα χέρια του εδώ και έξι μέρες, και όμως δεν είχε καταφέρει να το ανοίξει, ούτε καν να του ρίξει μια ματιά.
Την έκτη μέρα της Εβδομάδας του Μίσους, μετά τις τελετές, τις ομιλίες, τις φωνές, τα τραγούδια, τις σημαίες, τις αφίσες, τις ταινίες, τα κέρινα ομοιώματα, τις τυμπανοκρουσίες, τα σαλπίσμα-τα, το ποδοβολητό των παρελάσεων, το βρυχηθμό από τις ερπύ-στριες των τανκς, το μούγκρισμα από τα σμήνη των αεροπλάνων, το βροντερό ήχο των όπλων — έξι μέρες μετά απ' όλα τούτα, όταν πια ο μεγάλος οργασμός κλιμακωνόταν προς την κορύφωσή του, όταν το γενικό μίσος για την Ευρασία κόχλαζε πια σε τέτοιο σημείο παροξυσμού, που, αν ο όχλος είχε στα χέρια του τους δύο χιλιάδες Ευρασιάτες εγκληματίες πολέμου που επρόκειτο να κρεμάσουν την τελευταία μέρα της Εβδομάδας του Μίσους, θα τους έκανε κομμά-τια στα σίγουρα, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ανακοίνωσαν πως η Ωκεανία δεν πολεμούσε τελικά με την Ευρασία. Η Ωκεανία βρισκό-ταν σε πόλεμο με την Ανατολασία. Η Ευρασία ήταν σύμμαχος.
Φυσικά, δεν έγινε καμιά δήλωση πως συνέβη κάποια αλλαγή. Απλώς έγινε γνωστό, παντού, ταυτόχρονα και εντελώς ξαφνικά, πως ο εχθρός ήταν η Ανατολασία και όχι η Ευρασία. 0 Γουίνστον συμμετείχε σε μια διαδήλωση σε κεντρική πλατεία του Λονδίνου ό-ταν μαθεύτηκε το νέο. Ήταν νύχτα. Τα πρόσωπα και τα κόκκινα πανό λούζονταν από ωχρό φως. Η πλατεία ήταν γεμάτη από αρκε-
196

τές χιλιάδες άτομα και ανάμεσά τους υπήρχε και μια ομάΒα χιλίων περίπου μαθητών με τη στολή των Κατασκόπων. Σε μια εξέδρα κα-λυμμένη με κόκκινο ύφασμα, ένας ομιλητής του Εσωτερικού Κόμ-ματος, ένας κοντός, ισχνός ανθρωπάκος με δυσανάλογα μακριά χέρια και μεγάλο φαλακρό κεφάλι απ' όπου ξεφύτρωναν κάτι αραιές κακομοφιασμένες τούφες, ρητόρευε στο πλήθος. Ήταν μια αδύνα-τη σιλουέτα με ζαρωμένο πρόσωπο, ποφαμορφωμένο από το μίσος. To ένα του χέρι κρατούσε σφιχτά το μικρόφωνο, ενώ το άλλο, τεράστιο και απειλητικό στην άκρη ενός κοκαλιάρικου μπράτσου, ξέσκιζε τον αέρα πάνω από το κεφάλι του. Η φωνή του, που τα με-γάφωνα της είχαν δώσει ένα μεταλλικό ήχο, αράδιαζε ουρλιάζοντας έναν ατέλειωτο κατάλογο από φρικαλεότητες, σφαγές, εξορίες, λεη-λασίες, βιασμούς, βασανιστήρια των αιχμαλώτων, βομβαρδισμους πολιτών, ψεύτικη προπαγάνδα, άδικες επιθέσεις, παραβιάσεις συμ-φώνων. Ήταν σχεδόν αδύνατο να τον ακούει κανείς και να μην πειστεί στην αρχή και έπειτα να μη φρενιάσει. Κάθε τόσο η μανία του όχλου ξεχείλιζε, και η φωνή του ομιλητή πνιγόταν σ' ένα ζω-ώδες ουρλιαχτό που έβγαινε ανεξέλεγκτα από χιλιάδες στόματα. Οι πιο άγριες κραυγές έρχονταν από τους μαθητές. 0 ομιλητής ρητό-ρευε γύρω στα είκοσι λεπτά, όταν ένας αγγελιαφόρος ανέβηκε πολύ βιαστικός στην εξέδρα και έβαλε κρυφά στο χέρι του ομιλητή ένα χαρτάκι. Αυτός το ξεδίπλωσε και το διάβασε χωρίς να σταματήσει την ομιλία του. Τίποτα δεν άλλαξε στη φωνή, στις κινήσεις του ή σ' αυτά που έλεγε, αλλά ξαφνικά τα ονόματα ήταν διαφορετικά. Χω-ρίς να ειπαίθούν λέξεις, το πλήθος κατάλαβε.
Η Ωκεανία πολεμούσε με την Ανατολασία. Αμέσως προκλή-θηκε μεγάλη σύγχυση. Τα πανό και οι αφίσες που στόλιζαν την πλατεία ήταν όλα λάθος. Τα μισά απ' αυτά έδειχναν τα πρόσωπα του τωρινού εχθρού! Ήταν σαμποτάζ! Οι πράκτορες του Γκολντ-στάιν είχαν κάνει τη δουλειά τους. Επακολούθησε ένα ιντερμέδιο ό-λο ταραχή, όπου ot αφίσες κατέβηκαν από τους τοίχους και τα πανό ξεσκίστηκαν και τσαλαπατήθηκαν. Οι Κατάσκοποι έδειξαν αξιο-θαύμαοττη δραστηριότητα σκαρφαλώνοντας πάνω στις στέγες για
197

να κόψουν τις σημαιούλες που ανέμιζαν στις καμινάδες. Σε δυο τρία λεπτά, όλα είχαν τελειώσει. 0 ομιλητής, μ^ε το μικρόφωνο πάντα στο ένα χέρι, τους ώμους σκυμμένους προς τα εμπρός, ενώ το ελεύθερο χέρι του σπάθιζε τον αέρα, συνέχιζε την ομιλία του χωρίς διακοπή. Ένα λεπτό αργότερα, ο όχλος ξεσπούσε και πάλι σε άγρια λυσσασμέ-να ουρλιαχτά. To Μίσος συνεχιζόταν ακριβώς όπως και πριν, μόνο που είχε αλλάξει ο στόχος.
Αυτό που έκανε εντύπωση στον Γουίνστον, όταν τα ξανασκέ-φτηκε όλ' αυτά, ήταν πως ο ομιλητής πέρασε, από τη μια πολιτική γραμμή στην άλλη, ακριβώς στη μέση μιας φράσης, όχι μόνο χωρίς να σταματήσει, αλλά χωρίς ν' αλλάξει καν τη σύνταξη. Όμως, εκείνη την ώρα, ο Γουίνστον είχε άλλα θέματα να τον απασχολούν. Ακρίβώς τη στιγμή της σύγχυσης, την ώρα που ξέσκιζαν τις αφίσες, ένας άνθρωπος, που δεν τον είδε στο πρόσωπο, τον χτύπησε στον ώμο και του είπε: «Συγγνώμη, νομίζω πως σας έπεσε ο χαρτοφύλα-κάς σας». Πήρε αφηρημένα το χαρτοφύλακα χωρίς να πει λέξη. Ήξερε πως θα περνούσαν μέρες προτού βρεί την ευκαιρία να τον ανοίξει. Μόλις τελείωσε η διαδήλωση, πήγε κατ' ευθείαν στο Τπουρ-γείο Αλήθειας, παρ' ότι πλησίαζε έντεκα η ώρα. Όλο το προσωπικό του Τπουργείου είχε κάνει το ίδιο• είχαν προλάβει τις διαταγές που μετέδιδαν οι τηλεοθόνες που τους καλουσαν όλους να επιστρέψουν στην υπηρεσία τους.
Η Ωκεανία βρισκόταν σε πόλεμο με την Ανατολασία. Η Ωκεα-νία πάντα βρισκόταν σε πόλεμο με την Ανατολασία. Μεγάλο μέρος της πολοτικής λογοτεχνίας ήταν τώρα εντελώς άχρηστο. Αναφορές και εκθέσεις όλων των ειδών, εφημερίδες, βιβλία, φυλλάδια, ταινίες, δίσκοι, φωτογραφίες — όλα έπρεπε να διορθωθούν αστραπιαία. Αν και δεν είχε εκδοθεί καμιά επίσημη διαταγή, όλοι ήξεραν πως οι προϊστάμενοι του τμήματος περίμεναν μέσα σε μια εβδομάδα να μην έχει μείνει πουθενά ούτε μια νύξη σχετικά με τον πόλεμο εναντίον της Ευρασίας και τη συμμαχία με την Ανατολασία. Η εργασία ήταν συντριπτική για ένα λόγο παραπάνω: ot διαδικασίες που απαιτού-νταν δεν μπορούσαν να ονομαστούν με τα αληθινά τους ονόματα.
198

Στο Τμήμα Αρχείων, όλοι δούλευαν δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτε-τράωρο, με δύο τρίωρα διαλείμματα για υπνο στα πεταχτά. Στρώμα-τα ανέβηκαν από τα υπόγεια στους διαδρόμους• τα γεύματα ήταν σάντουιτς και Καφές Νίκης που οι υπάλληλοι της καντίνας έφερναν πάνω σε τραπεζάκια με ρόδες. Κάθε φορά που ο Γουίνστον σταμα-τούσε για το σύντομο ύπνο του, προσπαθούσε να μην αφήνει μισο-τελειωμένη δουλειά στο γραφείο του, και όμως, κάθε φορά που γύριζε σερνάμενος με μάτια μισόκλειστα και πονεμένα από την αϋπνία, έβρισκε άλλη μια καταιγίδα από κυλίνδρους χαρτιών, που ε(χαν σκεπάσει το γραφείο σαν χιονοστιβάδα, είχαν θάψει το φωνο-γράφο, είχαν ξεχειλίσει ως το πάτωμα. Έτσι, η πρώτη του δουλειά ήταν να τα μαζέψει και να τα τακτοποιήσει στοιβάζοντάς τα σ' ένα σωρό, ώστε να έχει χώρο να δουλέψει. To χειρότερο ήταν πως δεν επρόκειτο για δουλειά καθαρά μηχανική. Πολύ συχνά αρκούσε να αντικαταστήσεις το ένα όνο\ια μ' ένα άλλο, αλλά οι λεπτομερείς αναφορές γεγονότων απαιτούσαν προσοχή και φαντασία. Ακόμα χρειάζονταν σημαντικές γεωγραφικές γνώσεις, απαραίτητες για να μεταφέρεις τον πόλεμο από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο.
Την τρίτη μέρα, τα μάτια του πονούσαν φριχτά και έπρεπε κά-θε λεπτό να καθαρίζει τα γυαλιά του. Ήταν σαν ν' αντιμαχόταν μια συντριπτική φυσική προσπάθεια, κάτι που είχε κανείς το δικαίωμα ν' αρνηθεί, αλλά που παρά ταύτα αγωνιούσε να το τελειώσει. Τον Γουίνστον, απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί, δεν τον στενοχωρούσε το γεγονός ότι όλες οι λέξεις που υπαγόρευε στο φωνογράφο, καθετί που έγραφε, ήταν εσκεμμένο ψέμα. Εκείνο που επιθυμούσε διακα-ώς, όπως και ολοι στο Τμήμα, ήταν να γίνει η πλαστογραφία τέλεια.
To πρωί της έκτης μέρας, οι κύλινδροι έφταναν με πιο αργό ρυθμό. Μέσα σε μισή ώρα, δε βγήκε τίποτα από το σωλήνα, έπειτα φάνηκε ένας κύλινδρος, ύστερα τίποτα. Παντού την ίδια στιγμή, η δουλειά έπεσε. Ολόκληρο το Τμήμα έβγαζε ένα βαθύ, μυσ-ακό ανα-στεναγμό. Ένα σημαντικό έργο, που γι' αυτό δεν έπρεπε να μιλή-σει κανείς ποτέ, είχε μόλις τελειώσει. Τώρα ήταν αδύνατο να απο-δείξει κανείς με ντοκουμέντα ότι η Ωκεανία ήταν ποτέ σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ευρασία.
199

Στις δώδεκα, ανακοινώθηκε απρόσμενα πως okoi οι υπάλληλοι του Τπουργείου ήταν ελεύθεροι ως το πρωί της επομένης.
0 Γουίνστον είχε πάντα μαζί του το χαρτοφύλακα με το βιβλίο. Τον έβαζε ανάμεσα στα πόδία του όσο δούλευε, και κάτω από το σώμα του όσο κοιμόταν. Γυρισε στο σπίτι του, ξυρίστηκε και μέσα στο μπάνιο σχεδόν αποκοιμήθηκε, μ' όλο που το νερό ήταν χλιαρό.
Νιώθοντας σαν να έτριζαν ot κλειδώσεις του από ευτυχία, ανέ-βηκε τα σκαλιά πάνω από το μαγαζί του κ. Τσάρινγκτον. Ήταν κουρασμένος, αλλά δεν νύσταζε. Άνοιξε το παράθυρο, άναψε τη μικρή, βρόμικη γκαζιέρα και έβαλε νερό για τον καφέ. Η Τζούλια δεν θ' αργούσε• στο μεταξύ, είχε το βιβλίο. Κάθισε στην παλιωμένη πολυθρόνα και έλυσε τα λουριά του χαρτοφύλακα.
Ήταν ένας βαρύς, μαύρος τόμος δεμένος ερασιτεχνικά, χωρίς όνομα ή τίτλο στο εξώφυλλο. Η εκτύπωση επίσης έδειχνε λίγο ασύμμετρη. Τα φύλλα ήταν τσακισμένα στην άκρη και χώριζαν εύκολα, σαν το βιβλίο να είχε περάσει από πολλά χέρια. Στη σελί-δα του τότλου έγραφε:
ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ ΤΟΪ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΪ ΚΟΛΕΚΤΙΒΙΣΜΟΐ
του Εμμανουήλ Γκολντστάιν
0 Γουίνστον άρχισε να διαβάζει:
if άχνοίιζ ε 'ναί δύναμ,η
Διά μέσου των ιστορικών χρόνων και προφανώς από το τέλος της Νεολιθιχης εποχής, υπήρζιζν στον κόσμο τρεις τάξείς: η Ανώτε-ρη, η Μεσαία και η Κατώτερη. Έχουν υποδιαιρεθεί με πολλούς τρόπους, έχουν πάρει αμέτρητες διαφορετικές ονομασίες, και η αριθ-μητικη τους αναλογία καθώς και οι σχέσεις μεταζύ τους ποικίλλουν
200

κατά καιρούς. Αλλά η ^ασικη δομή της κοινωνίας δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμα και ύστερα από τεράστιες εζεγέρσεις και φαινομενικά α-μετάκλητες αλλαγές, η ίδια δομή αποκαβίσταται πάντα, ακριβώς όπως ένα γυροσκόπιο ζαναβρίσκει την ισορροπία του, όσο και αν το απομακρύνουν από τη μια πλευρά τη την άλλη.
Οι σκοποί αυτών των τριών ομάδων είναι εντελώς ασυμβίβα-στοι...
0 Γουίνστον σταμάτησε να διαβάζει, πιο πολύ για να χαρεί το γεγονός πως διάβαζε με άνεση και ασφάλεια. Ήταν μόνος: ούτε τηλεοθόνη, κανένα αφτί στην κλειδαρότρυπα, καμαά νευρική παρόρ-μηση να κοιτάξει ανήσυχα πάνω από τον ώμ,ο του ή να σκεπάσει τη σελίδα με το χέρι του. To γλυκό καλοκαιριάτικο αεράκι τού χάιδευε το μιάγουλο. Από κάπου μακριά έρχονταν αδύνατες φωνές παιδιών. Στο δωμ,άτιο δεν ακουγόταν άλλο από το χτύπο του ρολογιού. Χώ-θηκε πιο βαθιά στην πολυθρόνα και βόλεψε τα πόδια του μπροστά στο τζάκι. Αυτό ήταν ευτυχία, αιωνιότητα. Ξαφνικά, όπως κάνει χάποιος μ' ένα βιβλίο που ξέρει ότι θα το διαβάσει και θα το ξα-ναδιαβάσει ολόκληρο πολλές φορές, το άνοιξε σε άλλη σελίδα και βρέθηκε στο τρίτο κεφάλαιο. Συνέχισε το διάβασμα:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
0 πόλεμος είναι ειρήνη
Η διαίρεση του κόσμου σε τρία μεγάλα υπερ-κράττη τηταν ένα γεγονός που είχε προ6λεφτεί πριν από τα μισά του εικοστού αιώνα. Δύο από τις τρεις τωρινές δυνάμεις, η Ευρασία και η Ωκεανία, με την απορρόφηση της Ευρώπης από τη Ρωσία και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν ήδη δημιουργη-θεί. Η τρίτη, η Ανατολασία, προ£λήθηκε σαν σαφής ενότητα ύστερα από συγκεχυμένους αγώνες μιας δεκαετίας. Τα σύνορα ανάμεσα στα τρία υπερ-κράτη σε μερικά μέρη είναι αυθαίρετα, σε άλλα κυ-μαίνονται ανάλογα με τψ έκβαση του πολέμου, αλλά γενικά
201

ακόλουθούν τις γεωγραφικές γραμμές. Η Ευρασία περιλαμβάνει ολόκληρο το βόρειο τμήμα της ευρωπαϊκης χαι ασιατιχης ηπείρου, από την Πορτογαλία ως τον Βερίγγειο Πορθμό. Η Ωκεανία περιλαμβάνει τψ Αμερικη, τα νησιά του Ατλαντιχού συμπεριλαμ-βανομένων χαι των Βρετανιχών Νήσων, την Αυστραλία και το νό-τιο τμήμα της Αφρικής. Η Ανατολασία, μιχρότερη χαι έχοντας ένα πιο ασαφές μέτωπο στη δύστ], περιλαμβάνει την Κίνα χαι τις με-σημβρινές της χώρες, τα νησιά της Ιαπωνίας χι ένα μεγάλο αλλά ασταθές τμήμα της Μαντζουρίας, της Μογγολίας χαι του Θιβέτ. Με τον ένα ή τον άλλο συνδυασμό, αυτά τα τρία υπερ-χράτη βρίσχονται μόνιμα σε εμπόλεμη χατάσταση μεταζύ τους εδώ χαι είχοσι πέντε χρόνια. Αυτός ο πόλεμος, πάντως, έπαφε πια vex είναι ο άπελπις, μεχρις αφανισμού αγώνας των πρώτων δεκαετιών του ει-χοστού atcova. Είναι ένας αγώνας με περιορισμένους στόχους, με-ταζύ αντιπάλων που δεν μποροόν να καταστρέφουν οι μεν τους δε, που δεν μάχονται για υλικούς λόγους χαι δεν τους χωρίζει καμιά αληθινή ιδεολογική αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει πως η διεξαγωγή του πολέμου ή -η χρατούσα στάση απέναντι σ' χυτόν είναι λιγότερο αιματηρή ή mo ιπποτιχή. Απεναντίας, η πολεμιχή υστερία είναι συνεχής χαι γενιχευμένη σε όλες τις χώρες, χαι πράζεις όπως ο βιασμός, η λεηλασία, η παιδοχτονία, ο εζανδραποδισμός των πλη-θυσμών, τα αντίποινα εναντίον των αιχμαλώτων που φτάνουν ως το σημείο να τους ρίχνουν σε ζραστό νερό ή να τους βάβουν ζωντα-νούζ, θεωρούνται φυσιχές —όταν μάλιστα δεν τις διαπράττουν οι εχθροί, αλλά οι ίδιοι, θεωρούνται αξιέπαινεζ. Αλλά, ο πόλεμος, υπό τη φυσιχή του έννοια, απασχολεί πόλύ λίγα πρόσωπα, που είναι κυ-ρίως ειδιχοί άριστα εχπαιδευμενοι, χαι προξενεί σνγχριτιχά μιχρές απώλειες. Η μάχη, όταν γίνεται, διεξάγεται στα αχαβόριστα σύ-νορα που τη θέση τους ο μέσος άνθρωπος μόνο να μαντέφει μπο-ρεί, ή γύρω από Πλωτά Οχυρά που ψρουρούν τα στρατηγίκά ση-μεία των βαλάσσιων οδών. Στα χέντρα, ο πόλεμος δεν σημαίνει παρά συνεχή έλλειφη καταναλωτικών αγαθών και ενίοτε την έκρηξη μιας τηλεκατευθυνόμενης βόμβας που μπορεί να προκαλέσει το θάνατο
202

μερικών δεκάδων θυμάτων. 0 πόλεμος, πράγματι, έχει ζλλάξει χαρακτήρα. Για την ακρίβεια, έχει αλλάξει η τάξη της σπουδαιότη-τας των λόγων για τους οποίους διεξάγεται. Κίνητρα τα οποία υπήρχαν ηδη αλλά σε μικρό βαθμό στοος μεγάλους πολέμους των αρχών του εικοστού αίώνα, σημερα έχουν επικρατήσει, είναι ανα-γνωρισμένα, και ο πόλεμος συνοφτάται προς αυτά και τα επηρεάζει. Για να κατανοησουμε ττη φύσιη του τωρινου πολέμου —γιατί, παρά τους διαφορετικους συνδυασμούς που κατά καιρούς διαδέχε-ται ο ένας τον άλλον, είναι ο ίδιος πόλεμος — πρέπει κατ' εζοχψ να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι αδύνατο να είναι αποφασιστικός. Κα-νένα απ' τα τρία υπερ-κράτη δεν θα μπορούσε να ηττηθεί οριστικά, ακόμα και αν τα άλλα δύο ένωναν τις προσπάθειές τους προς τούτο. Οι δυνάμεις τους είναι ίσα μοψασμένες, τα δε φυσικά οχυρά τους εζαφετικά. Η Ευρασία προστατεύεται από τις απέραντες εκτάσεις της, 7] Ωκεανία από τα πλάτη του Ατλχντικού και του Ειρηνικού, και η Ανατολασία από τη γονιμότητα και την εργατικότητα των κατοίκων της. Κατά δεύτερο λόγο, από υλικής πλευράς, δεν υπάρ-χει πλέον λόγος για να πολεμήσουν. Με την επικράτησΎ} της εσω-τερικης οικονομίας όπου παραγωγη και κατανάλωση αλληλοκα-λύπτονται, δεν υφίσταται πια ο αγώνας για τις αγορές, μια δηλαδή από τίς κυριότερες αιτίες των προηγούμενων πολέμων, ενώ ο α-νταγωνισμός για τις πρώτες ύλες δεν αποτελεί πια ζήτημα ζωής και θανάτου. Οπωσδήποτε, καθένα από τα τρία υπερ-κράτη είναα τόσο απέραντο, που μπορεί να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις για την απόκτηση όλων σχεδόν των απαραίτητων υλών. 0 μόνος άμε-σος οικονομικός σκοπός που έχει ένας πόλεμος, αφορά το εργατικό δυναμικό. Μεταζύ των συνόρων των τριών υπερ-κρατών και χωρίς να τελεί συνεχώς υπό την κατοχή ενόζ απ' αυτά, υπάρχει ενα τετράπλευρο που οι γωνίες του είναι στην Ταγγέρη, την Μπραζα-βίλ, το Ντάρ&ν και το Χονγκ Κονγκ, στο οποίο περιέχεται περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της γης. Ακριβώς για την κατοχή αυτών των πυκνοκατοικημενων περιοχών και για τον Βόρειο Πό-λο βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο οι τρεις δυνάμεις. Στην πράξη, κα-
203

μιά δύναμη δεν ελέγχει ολόκληρη τψ περιοχή που είναι η αιτία του πολέμου. Μερικά τμηματά της αλλάζουν κυρίους συνεχώς, και αυτό που υπαγορεύει τις ατελείωτες αλλαγές των συνδυασμών είναι η επιθυμία ν' αρπάζουν το ένα η το άλλο κομμάτι αυτών των χωρών. Όλα τα επίμαχα εδάφη περιέχουν πολύτιμα ορυκτά κα,ι μερικά παράγουν αξιόλογα φυτικά προϊόντα όπως το καουτσούκ, που οι χώρες με φυχρότερο κλίμα είναι υποχρεωμενες να κατασκευάζουν με ζιομηχανικά μέσα, πράγμα σχετικά δα,πανηρό. Κυρίως, όμως, δια-θέτουν ανεξάντλητο απόθεμα φτηνών εργατικών χεριών. Η δύναμη που ελέγχει την ισημερινη Αφρική ή τις περιοχές της Μέαηης Ανατο-λής, των Νοτίων Ινδιών ή της Ινδονησίας κατέχει αυτομάτως και εκατοντάδες εκατομμύρια χαμάληδων που εργάζονταί σκληρά με μι-σθούς πείνας. Οι κάτοικοι αυτών των χωρών που τους έχουν υπα-γάγει λίγο ως πολύ φανερά σε καθεστώς δουλείας, περνούν συνε-χώς από τον ένα κατακτητή στον άλλον και χρησιμοποιουνται σαν δεδομένη ποσότητα κόφβουνου ή λαδιού, για να παράγουν περισσότε-ρα πολεμοφόδια, να κατακτούν περισσότερα εδάφη και να ελέγχουν μεγαλύτερο εργατικό δυναμικό, ώστε να παράγουν περισσότερα όπλα, να κατακτούν περισσότερα εδάφη, και ούτω καθεξής επ' άπειρον. Σημειωτέον ότι ο αγώνας δεν ξεπερνά ποτέ τα όρια των επίμαχων περίοχών. Τα σύνορα της Ευρασίας μετακινούνται ανάμεσα στη λεκάνη του Κογκό και τα βόρεια παράλια της Μεσογείου. Τα νησιά του Ινδικού ωκεανού και του Ειρηνίκού κυριεύονται διαδοχικά από την Ωκεανία και την Ανατολασία. Σττη Μογγολία, η διαχωριστικιη γραμμή ανάμεσα στψ Ευρασία και τψ Ανατολασία δεν είναι ποτέ σταθερή. Γύρω από τον Βόρειο Πόλο και οι τρεις δυνάμεις διεκδικούν τεράστιες εκτάσεις εν πολλοίς ακατοίκτητες. Αλλά ο βαθμός της ι-σχύος παραμένει πάντα ίσος, και το έδαφος που αποτελεί τον πυ-ρηνα του κάθε υπερ-κράτους μένει πάντα απαραβίαστο. Επί πλέον, ο μόχθος των περί τον Ισημερινό λαών δεν είναι πραγματικά ανα-γκαίος για την παγκόσμια οικονομία. Δεν προσθέτει τίποτα στον πλούτο του κόσμου, αφού ό,τι παράγουν χρησιμοποιείται για πολε-μικούς σκοπούς. Όταν εζαπολύουν έναν πόλεμο, είναι πάντα για να
204

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου