Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Πιερ Ζοσεφ Προυντόν - Ιδιοκτησία και Επανάσταση (ολόκληρο το βιβλίο)

-
Δεν υπάρχει κανένας θεός εκτός αχό την Ανθρωπότητα -^το περιεχόμενο της θεολογίας είναι ασήμαντο. Δεν υπάρχει καμία κυβέρνηση εκτός από την Ελευθερία -το περιεχόμενο της πολιτικής δεν έχει καμιά αξία. Κυριολεκτώντας, η καλύτερη μορφή κυβέρνησης, όπως και η πιό τέλεια θρηοκεία, είναι μια αντιφατική ιδέα. To πρόβλημα είναι να ανακαλύψουμε πώς μπορούμε να αποκτήσουμε όχι την καλύτερη κυβέρνηση αλλά την μεγαλύτερη ελευθερία... Κατά τα άλλα, δεν δεχόμαστε την κυβέρνηση ανθρώπου από άνθρωπο περισσότερο απ' ότι την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο...
Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν
%►
%

ΠΙΕΡ-ΖΟΖΕΦ ΠΡΟΥΙΜΤΟΝ
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
ΚΑΙ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Μετάφραση: Μαρία Πχπαδά*η
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΤΙΤΛΟΣ: Ιστοςία και Επανάσταση
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΠΙΕΡ-ΖΟΖΕΦ ΠΡΟΥΝΤΟΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Μαρία Παπαδάκη ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ Βαλτετσίου 53 106 81Αθήνα τηλ.:210 38 02 040
01 μεγάλοι εΐναι μεγάλοι μόνον έπειδήι έμείς εΐμα• στε γοναπστοΐ.
ΠΙΕΡ • ΖΟΖΕΦ ΠΡΟΥΝΤΟΝ
&ς xi τέλος χής ζωής χου. Ένα άπ' χα βασικά χου ϊργα ήχαν χδ Γ-ι ά χ ή ν π ο λ t τ ι χ ή ίκανόχηχα ΐδν ^ρ-γαζόμενων τάξεων, πού έκδόθηκε λίγους μ^νες με-χα χδ θάναχό χου. Τδ έργο αύχδ &σκησε μι& σημ»νχική έπίδραση πάνω σχούς Γάλλους έργάχες χής Διεθνοθς. 'Γπεράοπισαν χΐς λύσεις χου, πού άπέβλεπαν στήν έλεύθερη πίστωση καΐ τήν Γση άνταλ-λαγή, δ;'χως μιά δίκχαχορίε τοΰ προλεχαριάχου. Ό Μάρξ θαΰμαζε άρχικά αύχδ χδν έχθρδ χΐ)ς ίδιοχχησίΛζ, άλλά μεχά τοθ έπιχέθηκε, ύπονομεύονχας έχσι χδ γόηχρό χου κι ούσιαστικά έκμηδενίζονχάς χον. (Ό Μάρξ ίγραψε 2να βιβλίο γιά ν' άνασκευάσει χΐς θεωρηχι-κές άπδψεις χοΰ Προυνχίν, πού περιέχονχαν βασικά σχδ Εργο του II φι λοσοφία τ ij ς άθλιότητας, σχδ δποΐο Σδωσε είρωνικά xiv χίχλο Ή άθλιόχηχα χ τ] ς φιλοσοφί-α ς ) ώς δχου νά άναζΐϋογονηθεΐ ξανά χδ ένδιαφέρον γιά χΐς θε-ωρίες χου άπ' χδν Άναρχοσυνδικαλισχή Φερνάν Πελλουχιέ. Ό Προυντδν έπηρέασε έπίσης πολύ χδ ψιλδσοφο Ζώρζ Σορέλ, δ δποϊ-ος θεωρεΐχαι παχέρας χοϋ έπανασχαχικοΰ συνδ:κ«λισμοΟ, πού Εγρα-ψε 5xt είναι μαθηχής χοθ ΊΙρουνχδν. Τδ ϊργο χοθ Προυνχδν εΐναι άρκεχά μεγάλο καΐ καλύπχει ποικίλους χομεΐς, δπως ή πολιχική οίκονομία, ή πολιχική έπισχήμη, ή φιλοσοφία, ή ίσχορία κλπ. Τ4 κυριώχερα ϊργα χου είνχι: Σύσχημα Οίκονομικών Άνχιφάσεων ή ή Φιλοσοφία τήί Ά 6 λ ι ό-τηχας, Έξομολογήσεις ένδςΈπανα-σχάχη, Ή Όμεσπονδιακή A ρ χ ή χι ή Άνώγκη ν ά Οϊκοδομηθεί ξανά τδ Έ π α-νασχαχικδ Κόμμα, Γενική Ίδέα ττ)ς Έ-πανάσχασης αχδ 19ο αΐώνα, Τ £ . e I ν β t ή Ίδ'. οκχησία; κλπ.
Παρουσιάζονχας yii πρώχη ψορα. σχήν Έλλάδα χδν Πιέρ Ζοζέφ Προυνχόν, έπιλέξαμε μερικές άνχιπροσωπευχικές σελίδες άπ' χα κυριώχερα Εργα χου, προσπαθώνχας νά δο')σουμε, σχδ μέχρο χοθ έφιχτοϋ, (.uta, σχεχικά άνχιπροσωπευχική είκόνα χΐ)ς πολύπλευρης ττροσωπικόχηχάς χου.
Ό έκδόχης
Είσαγωγη
Ό Πιέρ Ζοζέφ Προυνχδν (1809-1865) ύπ^ρξε Ινας άπ' χούς λίγους μεγάλους έπανασχάχες πού εΐχαν μια αύθενχικά πληβειαχή καχαγωγή — δ παχέρας χου ήχαν βαρελοποιός. Σχήν περίοδο χών σπουδών xou, δ Προυνχδν άνχιμεχώπισε Ινα δξΰ οίκονομικδ πρόβλη-μα. άλλά, χάρη σέ μιά ύποχροφία πού πϊ)ρε, καχόρθωσε νά συνεχ£-σει χΐς σπουδές χου. Σχά 1840, έκδόθηκε σχδ Παρίσι ή μπροσούρα χου Τί εΐνχι ή ίδιοκχησία, ποΰ προκάλεσε με-γάλη αϊσθηση μέ χή θέση πώς ή ίδιοκχηαία εΐναι κλοπή, μιά πρό-χαση πού ?κανε διάσημο χδ δνομα χοθ Προυνχδν. Τλ έπδμενα δη-μοσιεύμαχά χου βοήθησαν πολύ στήν έδραίωση χτ^ς φήμηί TOU σλν ριζοσπάσχη. Άναμ^γμένίς σχή ρ-.ζοτπχσχική πολιχική xt Εχονχας έτοχφή μέ xiv Μάρξ, λπέρριψε σύνχομα. χδ δόγμα χοθ χελευχαίου, άναζητώνχας μ&λλον Ινα μέοο δρδμο άνάμεσχ σχή σοααλισχική &ε• ωρία καΐ χήν κλχσσική πολιχική οϊκονομία- Τπκτχήρ'.ζε χήν Βέα χί)ς έλεύ9&ρης πίοχωστ,ς καΐ μιας άνχιπραγιι-χχίσχικ^ς άνχαλλαγίίς. Σχά 1848, έπιχείρησε vi ίδρύσει μ'.α Λαϊκή Τράπεζα, οί δρασχηριδχη-χές χου δμως χδν δδήγτραν γρήγορ» σχή φυλακή.
Τδ Εργο χου Γιά χήν Δικαιοσύνη μέσα σχήν Έπανάσχαση καΐ χήν Έκχλησία μιά έπίθεοη ένάνχια σχδ Κράχος καί χήν Έκκλησία, δδήγησε σχή δραπέχευσή χου σχΐς Βρυξέλλες. "Oxav επέσχρεψε σχδ Παρίσι συ-νέχισε νά γράφει, παρόλη χήν δ-σχημη καχάσχαση χί]ς ύγείας χου,
Ή έιχανάσταση τοϋ 1848 κι ή Β' αύτοκραχο-ρία.
Κάθε έπανά'σταση άπό πάνω εΐναι άναπόφευκτα — καΐ θ& έξηγήσω άργότερα τό λόγο πού συμβαίνει αύτδ — |«& έπανά-σταση πού πραγματοποιεϊται μέσα άπ' τήν καλή διάθεση έν6ς πρίγκηπα, τό καπρίτσιο ένός ύπουργοϋ, τΐς διστακτικές άναζητή-σεις μιάς συνέλευσης τ) τή βία μιάς λέσχης. Είναι μιά έπανάσταση πού ύλοποιεΐτα; άπ' τή &.κτατορία xxl ti δεσποτισμό...
Ή έπανάσταση πού ύποκινείται άπ' τΐς μάζες, βασίζεται πά-νω στή συντονισμένη δράση τών πολιτών, τήν έμπειρία τών έργα-τώγ καΐ τήν έπέκταση καΐ διάδοση τής δκχφώτισης. ΕΓναι μι4 έπα-νάστααη πού βασίζεται πάνω στήν έλευθερία. . .
Τό νά τχοθμε πώς μιά κυβέρνηση μπορεϊ vivat έπαναστατι-κή, άποτελεΐ μιά λεκτική άντίφαση, γιά τόν άπλδ λόγο δτι thai κυ-βέρνηση. Μόνο ή κοινωνία, δηλαδή, οί μάζες έμπνευσμένες άπ* τό έπαναστατικδ πνεθμα, μπορεΐ ν& έτταναστατικοποιηθεΐ, γιατΐ μόνο ή κοινωνία μπορεΐ vi κάvεt όρθολογική χρήση τ^ς αύθόρμητης ένεργητικότητάς της, ν' άναλύσει καΐ ν& έξηγήσει τό μυστήριο τοθ προορισμοθ καΐ τής καταγωγής της, ν* άλλάξει τήν πίστη καΐ τή. φιλοσοφία της — καΐ τελικά έπειδή μόνο ή κοινωνία εϊναι Ix&vi] ν' άγωνιστεΐ ένάντια πδ δημιουργό της καΐ νά, παράγει τοΰς δικούς της καρπούς. Οί Κυβερνήοεις εΐναι δργανα τοθ βεοϋ πού δημιουρ-γήθηκαν γι& νά πειθαρχήσουν τδν κόσμο. Πώς τό-τε μπορεΐ νά περιμένεις άπ' αυτές vie κατασφέψουν τδν έαυτό τους, νά γεννήσουν έλευθερία καί ν' άποτελέσουν άφετηρία έπα-ναστάσεων;
ο
Αύτό εΐναι κάτι άδύναχο. "Ολες οί έπανασχάαεις, άπδ τότε πού 6 πρώχος βασιλιάς δρκίστηκε στή Διακήρυξη χών Δικαιωμάχων χοΰ Άνθρώπου, Ιχουν γίνει αύθόρμητα άπ' χδ λαό. "Αν ύπϊ)ρξαν έποχές •πού οϊ κυβερνήσεις άκολουθοΰσαν άπδ πίσω χδ λαό, αύτδ συνέβηκε γιατι άναγκάσχηκαν νά χδ κάνουν. Σχεδδν πάντοτε οί κυβερνήσεις Ιχουν έμποδίσει, καταστείλλει, καΐ πλήξει τήν έπανά-σταση. Ηοιέ δέν Ιχουν έπαναστατικοπαήσε: τίποτχ μέ χή δ'.κή τους θέληση. Ό ρόλος χους δέν εΓναι νά βοηθήσουν χήν πρόοδο, άλλά ν4 τήν άναχαιτίσουν. Άκόμα κι δν καταλάβαιναν τήν έπισχήμη τής έπανάστασης ή κοίνωνική Ιπισχήμη, πράγμα πού εΓναι άδια-νόητο, βέν Θ4 μποροϋσαν νά τήν έφαρμόσουν σχήν πράξη. Δέν θδ-χαν χδ δικαίωμα vi χδ κάνουν.
(1849) «Έξομολογήσεις ένδς Έπανασχάχη», σελ. 81-82
Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ
«"Αν δέν ύπηρχε δ θεός», εΓπε δ Βολταίρος, δ έχθρδς τών θρησκειών, «θ&ταν άπαραίχηχο να τδν έφεύρουμε». . .
«Νόμίζα προηγούμενα», είπε δ Ρουσσώ, «πώς Θ4 μποροθσε κανείς ν£ναι δίκαιος δίχως θεό, άλλά άπδ τότε έχω άναγνωρίσει τδ λάθος μου». Ή λογική χου βασικά εΐνοα ή Ιδια. μέ τοθ Βολταί-ρου, ή ϊδια δικαιολόγηση χής δειλίας: δ άνθρωπος κάνει χδ καλδ κι άποφεύγει τδ κακό, μίνο έπειδή ύπάρχει μι4 Πρόνοια ποΰ τδν παρακολουθεϊ κι εΓναι καχαραμένοι έκεΐνοι πού χήν άρνιοθνται. 'Επιπλέον, κι αύτδ είνοα τδ άποκορύφωμα τοθ παραλογισμοθ, δ Γδιος άκριβώς δνθρωπος πού ζηχάει μι4 θεότηχα, ή δποία έκδι-κεΐχία κι άνταμοίβει, σάν έπικύρωση χ-ί^ς άρετής, είναι δ Τδιος &ν-θρωπος πού κηρύσσει σάν άξίωμα πίσχης, πώς δ ίνθρωπος είναι άπ' τή φύση .του καλός.
Προσωπικά, πισχεύο) πώς τδ πρώχο καθήκον χής σκέψης ένδς έλεύθερου άνθρώπου, εΐναι vie έξαφανίσει άπ' τδ μυαλδ κα Ιτή συν-είδησή του τήν Ιδέκ τοθ θεοθ. Πατ! δ βεδς, Sv ύπάρχει, εΤναι βα-σικά έχθρικδς άπένανχι στή φύση μας κι έμεΐς σέ καμιά περίκχω-ση δέν Ιξαρχιόμασχε άπ' χήν έξουσία χου. Άποκχοθμε χή γνώση ά-νεξάρχηχα άπ' «ύχδν, χήν εύημερία άνεξάρχηχα άπ' αύχδν καΐ τδ
10
κοινωγικδ εΓναι άνεξάρτητα άπ' αύτόν. Κάθε 6ί)μα στήν πρδοδό μας, άντιπροσωπεύει μιά άκόμα νίκη μέ τήν δποία έκμηδενίζουμε τή θεδτητα.
Μήν άφήνετε κανένα νά λέει πώς εΓναι άγνωστες ol θελήσεις τοϋ θεοΰ. Γιατί τΐς ξέρουμε να ?χουμε δεΐ άποδείξεις ττ^ς άδυναμί-ας χοθ θεοθ, 4ν δχι τ^ς άσθεvcκ^ς του βούλησης, γραμμένες μέ γράμμαχα άπδ αΓμα. Ή λογική μου, ποϋ τόσο καιρδ κρατήθηκε ύποχαγμένη, ύψώνεται σιγλ-σιγά γιά. νά φθάαει στδ άπειρο. Μέ τδν καιρδ θά γίνω δλοένα καί λιγώτερο Ινας φορέας κακοχυχίας καΐ δ*.αμέσου τί)ς άνζγέννησης τί)ς κατανόησής μου καί τί)ς τελειοποίΐϊ-σης τής έλευθερίας μου, θ& έξαγνιστώ, θ* έξιδανικεύσω τδ είναι μου καί 8ά γ£νω δ κύριος ττ)ς δημιουργίας καΐ Γσος μέ χδ θεδ. Μιά καΐ μόνο στιγμή καταστροφής, πού δ Παντοδύναμος μποροθσε νά ϊχει προλάβει άλλά δέν τδ ίκανε, άποτελεΐ μι4 κατηγορία ένάντια σχήν προνοηχική χου φρονχίδα κι άποκαλύπτει τήν άτέλεια ττ)ς σοφίας του. Τδ πιδ μικρδ βήμα πού κάνει δ δνθρωπος — άδαής, ερημος καί.προδομένος — πρδς χδ καλό, χδν χιμά άφάνχασχα. Μέ ποιό δι-καίωμα θά μποροΰσε, άκόμα, δ θεδς ν4 μοθ πεΐ: «Ν4 εΐσαι 4γνδς δπως κι έγώ»; «Ψευδολόγο πνεθμα» θ' άπαντοθσα, «ήλίθιε θεέ, ή βασιλεία σου άνήκει στδ παρελθόν. Ψάξε να βρεϊς νέα θύμαχα άνά-μεσα σχά θηρία. Ξέρω πώς δέν είμαι •κι οδχε μπορώ ποχέ να γ£νω άγνδς χι έκτδς άπ' αύχό, πως Θ4 μποροθσα ν4 εΐμαι, δ.ν ϊγινα κατ' είκόνα σου; Αίώνιε Παχέρα, Δία, Ίεχωβα, ϊχουμε μάθει ν4 δια-κρίνουμε χούς τρόπους σου. ΕΓσαι, ήσουνα καΐ θδ,σαι, έκεΐνος ποϋ ψΒονοϋαε τδν Άδ4μ καΐ βασάνιζε τδν Προμηθέα».
Καχ4 συνέπεια, δέν πέφτω στήν πλάνη που άνασκεύασε δ "Α-γιος Παΰλος, δχαν άιχαγόρευσε σχδ σκεθος ν4 πεϊ σχδν άγγειοπλά-στη: «Γιαχί μ' εκανες Ιτσι;» Δέν καχηγορώ τδν πλάσχη ΐών πάν-των γιαχί μ' ?κανε.?να δυσαραονικδ δημιούργημα, ?να άσυνάρτηχο συνοθύλευμα. γιατΐ δέν μποροΰια ν4 λυτρο)θώ ζώνχας σ' οώτή τήν καχάσχααη. ΕΓμαι ίκανοποιημένος να φωνάξω: Γιατί μ' έξαπα-τα;; Γιαχί, μέ τή σιωπή σου, ϊχεις άποδεσμεύοα μεοα. μου xiv Ιγω-ισμό; Γιαχί μ' ϊχεις ύποβάλλει σχδ μαρτύριο χής καθολικής άμφι-βολίας διαμέσου χί)ς πιδ πικρής «3χαπάχης, πού γεννιέχαι μέσα άπ' χΐς άντΐ|ΐαχόμενες ίδέες που ϊχει βάλλει μέσα στή συνείδη'σή μου: Άμφιβολία γι* χήν άλήθεια, άμφιβολία γι4 χή δικαιοσύνη,
11
άμφιβολία γιά τή συνείδηση xai χήν έλευθερία μου, άμφιβολία γιά οένα ώ Θεέ. Έξα:χίας της άμφιβολίας μου βρίσκομαι avayxowxixi σέ πόλεμο μέ χδν έαυχό μου καΐ μέ τό γείχονά μου. Αύτό, δψιστε Πατέρα, είναι πού ϊχεις κάνει για τήν εύτυχία μας καΐ τή δόξα σου. Νά χί ήχαν άπ' χήν άρχή ή θέληση κι ή κυβέρνησή σου. Αύ-χό εΐναι τό ψωμί, ζυμωμένο μέ αίμα καΐ μέ δάκρυα, μέ τδ δποϊο μας έχεις χα(σει. Έσΰ δ Ιδιος μάς εκανες νΐ διαπράξουμε xi λάθη γιά χα δποΐα ζηχαμε συγχώρεση. Έσύ δ Ιδιος έσχησες χΐς παγίδες άπ' χΐζ δποϊες σέ έκλ'.παροΰμε νά μάς βγάλείς. Έσύ δ Γδίος eisot δ Σαχανας πού μας βασανίζει.
Έσύ ήαουνα γεμάχος χαρά xal κανένας δέν τολμοθσε vi σοθ έναντιωθεί δταν, άφοΰ εΓχες βασανίσει σωματικλ καΐ ψυχικά τδν Ζίχαιο Ίώβ, χήν είκόνα τΐ]ς άνθρωπόχηχάς μας, πράσβαλες τήν εΐ-λικρινή του εύσέβεια, χήν σεμνή καΐ σεβαστή του £γνοια. Εϊμαστε μηδεν.κά μπροσχα σχήν άόραχη Μεγαλειόχηχά σου, στήν δποία προ-σφέραμε χόν ούρανό γιά θρίνο καΐ τή γή γιά. ύποπόδιο. ΚαΙ τώρα εΐσαι γκρεμισμένος κι έκθρονισμένος. Τ' δνομά σου, ποδ τόσο και-ρδ άποχελοΰσε χδ χελικδ έπιχείρημα τοϋ λόγιου, τήν έπικύρωση χοϋ δικαστή, τήν έξουσία τοΰ πρίγκηπα, τήν έλπίδα τοθ φτωχοθ, τό καχαφύγιο χοϋ μεχαμελημένου άμαρτωλοθ, αύχδ χδ άνείπωτο δνομα πού άπό δώ καΐ πέρα είναι μοιραΐο νά χδ καχαριδνται καΐ ν* χ& χλευάζουν, θ' άποδοκιμασχεΐ άπ' χούς άνθρώπους. Ό θεδς εΐναι ήλιθιόχητα καΐ δειλία. Ό θεδς εϊν» ύποκρισία καί πλάνη. Ό θεδς είναι χυραννία καί φχώχεια. Ό -θεδς είναι τδ κακό. ΓιατΙ δσο οί δνθρωποι γοναχίζουν μπροσχά σχοΰς βωμούς, ή άνθρωπότηχα θά συνεχίσει ν&ναι καχαδικασμένη, σκλάβα τών βασιλιάδων καΐ χών παπάδων. "Οσο κάποιος δέχεχαι τδν Ιρν.ο ένδς δλλου στ' δνομα τοϋ θεοθ, ή xotvuvia θα σχηρίζεχαι πάνω στήν έπιορκία κι ή εΐ-ρήνη κι ή άγάπη θά έξαφανιστοΰν άνάμεσα στούς θνητούς. Έξαφα-νίσου τδτε, ώ θεέ. ΓιατΙ άπδ σήμερα, λυτρωμένος άπ' τδ φδβο μου γιά σένα κι Ιχοντας ώριμάσει πνευματικά, δρκίζομαι, μέ τό χέρι σηκωμίνο στόν ούρανύ, πώς δέν εΐσαι τίποτα SXko παρί b ίήμιος ττ)ς λογικής μου, τδ φάντασμα τί)ς συνείδησής μου.
Έπομένως άρνοΰμαι τήν ύπεροχή τοθ θεοθ πάνω arfjv άνθρω-πότητα. Άπορρίπτω τήν πρδνοιά του, γιατΐ ή άνυπαρξία της Ιχει άποδειχθεί ίκανοποιητικά, άπ' τΐς μεταφυσικές καΐ οΐκονομικές φαν-
12
τασιώσεις τοΰ άνθρώπου, κοντολογής, άπ' τό μαρτύριο ττ]ς φυλτ)ς μας. Δέν άναγνωρίζω τή δικαιοδοσία τοθ Ύπέρτατου "Οντος πάνω στδν ίΐνθρωπο. θά τό άπογυμνώσω άπ' τοϋς τίτλους τοθ πατέρα, 6ασιλ:ά, δ-.καστή, κχλοΰ, έλεή;^να, στοργικοθ, φιλάνθρωπου, άμο£-βσντα, έκδ-.κητή. Όλες αύτές σί 1διόττ}τες πού συγκροτοθν τήν ί-δέα της Πρδνοιας, άποτελοΰν άπλώς μιά καρικατούρα τών Ιδιοτή-των τοΰ άνθρώπου. ΕΓναι άσυμβίβαατες μέ τήν οώτονομία τί)ς άν-θρωπότητας κι έπιπλέον χδ ψέμμα τους έχε; έπισφραγιστεΐ άπ' δ-Χόχληρη τήν ίστορίτ. τοϋ πολιτιτμοΰ, ποΰνχι γεμάτη παρεκκλί3είς καί καταστροφές.
(1846) «Ή Άθλιότητα τής Φιλοσοφίας», σελ. 382-84
Ό άνθρωπος εΓναι προορισμενος νά ζήσει δίχως θρησκεία. (1) Mii δλόκληρη σειρά ένδείξεων άποδεικνύει δτι διαμέσου κάποιας έσώτερης διεργασίας, ή κοινωνία τείνει πάντοτε, ν' άπελεοθερωθεΐ άπ' τδ έξωτερικό της περίβλημα πού έχει γ(νει ίχρτ] Τίθ. (1843) «Ή Δημιουργία ττ)ς Τάξης στήν Άνθρωπότητα», σελ. 63.
Ή θρητΛΐία ύπάρχει, δχι δπως ύποστήρ;ζαν οί παλ:οΙ άπιστοι, μέ τή σκόπιμη πρόθεση ν« ύποτάξει τήν άνθρωπότητ*. (Παρόλο r.oi) αύτδ συνέβηκε στήν πραγματικότητα), άλλ& γιά νά προσφέρει ενα έξουσιαστικό θεμέλιο γιά τή Δικαιοσύνη, δι'χως τήν δποία δέν μπορεϊ νά έπιζήσει ή κοινωνία.
Μποροϋμε κατά συνέπεια νά δοΰμε πδσο κοινδτυπο είναι ν' ajt-φισβητοθμε, δ~ως κάνουν οί Προτεστάντες, τή νομιμότητα τί]ς Έκ-κλησίας τής Ρώμης, τήν όρθότητα τής παράδοσής της, τήν άλήθεια τών διδαακαλιών της, τίς διάφορες έκδοχές τοΰ δόγματδς της, τήν άγνότητα τών κανόνων της, τών τροποποιήσεων τί)ς ίστορίας της καί τών άβεβαιοτήτων χής έρμηνείας χης. ΕΓναι έξίσου κοινότυπο ν' άμφισβηχοΰμε, δπως κάνουν οί Ντεν-ττίς, χήν άλήθεια χών προψΐ}-χειών καί χών θαυμάχων, χήν άποσχολή χοθ ΜωϋσΫ), χδ μεσσιανικδ ρόλο χοΰ Χασχοΰ κλπ. Κάνοντας αύχδ εΐνοα. σάν vi συμπεριφερόμα-a:e δτ:ως ol Φαρίσσαΐα -ών Εύαγγελίων, χοΰς δποίους έπέκρινε δ Χρ'.στός πώς «διϋλίζουν χδν κώνωπα καί καχαπίνουν χήν κάμηλο».
13
Έπίσης μπορεϊ κανεΐς ν& Set πόσο παράλογο χαΐ ύποκριτικο είναι yti μι& κοινωνία, πού ίσχυρίζεται πώς εΐναι θρήαχα, νά προ-σπαθεΐ νά ξεχωρίσει τδ αίώνιο άπ' τδ έφήμερο xal τήν Έκκλησία άπ' χδ Κράτος. ΕΙναι σά νά δίνεις σ' Ινα κουτσδ δεχανίχια γιά νά περπατή3ει χαΐ μετά νά τόν δποχρεώνεις ν& τά κουβαλάει σχήν πλάχη.
(1858)
•«Γιά τή Δικαιοσύνη μέσα στήν Έπανάσχαση χαΐ τήν Έχχλησία
I», σελ. 320-21.
Ή ώρα μιάς θρησχείας ίχει σημάνει, δχαν ή ταραγμένη συν-είδηση ρωτά, δχι &ν έκείνη ή συγχεχριμένη θρησχεία εΐναι άληθς-νή, γιαχ'ι οί άμφιβολίες πού άφοροθν χό δόγμα δέν άρχοθν γιά νά χαταστρέψουν μιά θρησχεία, οδχε άν χρειάζεται μεταρρύθμιση, γιαχΐ ή μεxαpρύθμcση σέ θέματα πίστεως άποτελεΐ άπόδειξη τί}ς ζωχικότητας μιάς θρηοκείας, άλλά £ν ή θρησχεία έχείνη, πού τόσο καιρό θεωρούνταν σάν ή άαφχλιστ.κή διχλείδα xal τό στήριγμα τί)ς ήθικής, είναι στήν πραγματικότηχα άνχάξια μέ τδ χαθήχον: μέ άλ-λα λόγια, δ,ν άποχελεϊ πραγματικά ενα ήθιχδ νόμο. . .
Άπαντώ μέ λύπη, δπως δ Πρεόδρος χής Συνέλευσης πού άπάγ-γειλε τήν κατ*δίκη τοθ Λουδοβίκου 15ου: «"Οχι, δ Xptcmavi-σμδς δέν έχει χανένα ήθικδ νόμο χι έπιπλέον, δέν μπορεΐ νά Εχει κανένα». . . Άφοϋ έπομένως, μετά άπδ 18 αΐώνες ζωτ)ς, ή Χριστια-νική Έκκλησία βρίσκεχαι στήν ίδ'.α καχάσταση πού βρέθηκε ή πο-λυθεϊστική θρησκεία, μετά άπδ 2.000 xpovta ζωΐ)ς, ή δποία έξαφα-νίστηκε έπειδή δέν εΓχε κανένα ήθικδ νδμο, είναι χαμένη.
(1858) «Γιά χή Δικαιοσύνη μέΌα στήν Έπανάσχαση καΐ τήν Έκκλησία» I, σελ. 393.
14
Oi έργαζόμενες τάξεις κι Α μπουρζουαζΐα
Ταξικές άντιφάσεις μέσα στδ Κράτος.
Άπ' τή σχιγμή πού δημιουργεϊχαι τό Κράχος, ot άντιφάαεις πού εΐναι ίμφυχες μέσα σ' αύτή, άκριβώς τήν ίδια τήν ϊννοιά τοο, άποτελοθν χά σπέρματα ττ)ς Γδιας χου τί)ς καχασχροφΐ)ς. . .
'ΑφοΟ δ πόλεμος κι ή περιουσιακή άνισότητα άποτέλεσαν πάντοτε τήν άν6ρώπινη μοίρα, ή κοινωνία διχάζεται μ' £να φυσικό τρδπο σ' 2να άριθμό άπδ διάφορες τάξεις: πολεμιστές ή εύγενεΐς, παπάδες, γαιοκτήμονες, έμπόρους, ναυτικούς, βιομηχανικούς έργά-τες κι άγρότες. Ό θεσμδς τΐ)ς βαοιλείας, δπου ύπάρχει, άποτελεΐ τή δική του άποκλειστική κάστα, πού τοποθετεΐται πάνω άπ' δλες τίς δλλες, δηλαδή τή δυναστεία.
Ή πάλη άνάμεσα στίς τάξεις, τά συγκρουόμενα συμφέροντά τους κι ό τράπος μέ τόν δποϊο ένοποιοθνται αύτά τά συμφέροναα, καθορίζει τό πολιτικό σύστημα xal κατά συνέπεια τή μορφή τής κυβέρνησης μέ τίς άναρίθμητες μορψές της καΐ τΐς άκόμα πι& άνα-ρίθμητες παραλλαγές της. Άλλά σιγά αιγά δλες οί τώξεις περιορί-ζονται σέ δυό: στήν άνώτερη, δηλαδή, μι& άριστοκρατία, άστική ■5) πατρικιακή καί στήν κατώτερη, δηλαδή, τδν κοινό λαό, ή προ-λεταριάτο. Παραπαίοντας άνάμεσα στίς δυό, βρίσχεται ή 6ασιλεία, ή όποία άποτελεί τδ δργανο τΐ)ς δύναμης καΐ ϊκφραση ττ)ς έξουσίας. "Αν ή άριστοκρατία ένωθεΐ μέ τή βασιλεία, τδ συνακόλουθο πολί-χευμα θάνα: μιά ήπια μορφή μοναρχίας, έκείνη πού είναι γνωστή ■3& συνχαγμαχική. "Αν έκεϊνος πού ένώνεί χΐς δυνάμεις του μέ τήν
15
έξουαία εΓναι 6 λαός, χδ πολίχευμα θ&ναι μιά άπόλυχη μοναρχία ή μιά αύταρχική δημ&κραχ£α.
(1863) «Ή Όμοσπονδιακή Άρχή», σελ. 294, 296.
"Οσο λογιχά δρθό κι δν είναο Ινα δμοσπονδιακδ σύνταγμα χι δσες πρακτ^κές έγγυήσεις κ: £ν προσφέρει, δέ θ&ναι ίνα βιώσιμο σύσχημα πρωχοϋ vi έξαφανισχοθν δλες οί δυνάμεις πού διαχαράσ-σουν χήν πολιχική οίκονομία Μέ &λλα λόγια, δ πολιχικδς νόμος 6i πρέπε: vi στηριχθεΐ πάνω στδν οίκονομικδ νόμο. "Αν ή παραγωγή κί ή διανομή τοθ πλούτου άφεθοΰν σχήν χύχη, &ν τδ δμοσπονδιακδ σύσχημα χρησιμεύες άπλώς γιά vi προσχαχεύει τήν άναρχία τοθ έμπορευματικοθ καπιχαλισμοΰ κι &ν, σά,ν άποτέλεσμα αύχΐ)ς τής ψευτο-άναρχίας ή κοινωνία είναι διχασμένη σέ δύο χάξεις, σχούς ί-διοκχηχες, καπιχαλιστές βιομηχάνους, άπ' τή μχά μεριλ καΐ στούς μισθοσυντήρηχους προλεχάριους άπ' τήν άλλη, δηλαδή σέ πλούσιους καΐ φτωχούς, ή πολιτική δομή θδναι πάνχοχε άσταθής. "Η έργατική τά,ξη, δηλαδή, ή πιδ φτωχή καΐ πιό πολυάριθμη τάξη, θ' άντιλη-φθεΐ τελικά πώς αύτό ήχαν άπλώς Ινα χέχνασμα, Θ4 ένωθεΐ ένάν-χια στήν άστική τάξη, ή δποία, μέ τή σειρά χης, θά ένωθεΐ ένάν-τια στούς έργάτες. "Αν δ λαός είναι ίσχυρότερος, ή συνομοσπονδία 8i έκφυλιστεί σέ μιά συγκεντρωτική δημοκραχία κι &ν ή μπουρζου-αζία καχορθώσει ν * έπιβληθεϊ, ή συνομοσπονδία Gi έκφυλιστεΐ σέ μιά συνχαγμαχική μοναρχία.
"Οπως εΓπα σ' ενα προηγούμενο κεφάλαιο, τό δτι εχουν σχη-ματιστεΐ Ισχυρές κυβερνήσεις Ιγινε γιά ν' άποκλείστεϊ τδ ένδεχό-μενο τοθ κοινωνικοθ πολέμου. Αύτές, τ!ς θαυμάζουν πολύ διάφορα πολιχικοΐ συγγραφεΐς, οί δποΐοι θεωροϋν πώς οί εδθραυστες δομές μι£ς συνομοσπονδίας δέν είνοα άρκετλ Ισγυρίς yti νά ύπερααπί-σουν μιά κυβέρνηση ένάνχια στήν έπίθεση χών μαζών, δηλαδή, γιά νά ύπερασπίσουν xi κυβερνητικλ συμφέροντ* ένάντια στ& δικαιώ-μαχα χοθ Ιθνους. Γιαχί, έπιτρέψτε μου vi έπαναλάβω, κι δς μή γ£-νει κανένα λάθος σχετικά μ' οώτό, δλες οί κυβερνήσεις, δχυρλ καΐ στρατοΐ συγκροτοθνται καΐ δργανώνονται γιά ν* άντιμετωπίσουν έ-πιθέσεις τόαο άπ' τδ έσωτερικό, δσο xt άπ' τό έξωτερικδ. "Αν ή άηοαχολ-ϊι τοθ Κράτους εϊναι vi κυβερνάει σάν άπόλυτη μοναρχία
16
στήν χοινωνία κι άν ή μοίρα τών άνθρώπων εΐναι va χρ,ηαμεύσουν oi μέσα μέ τά δποΐα έκτελεί τα σχέδιά του, τότε πραγμα-ακά θά πρέπει να όμολογήσω πώς τδ δμοσπονδιακδ σύστημα δέν μπορεΐ vi συγκριθεΐ μέ τδ σύστημα της συγκεντρωτικής κυβέρνησης.
'Αλλα δλα δείχνουν πώς οί καιροΐ Ιχουν άλλάξει κι δτι ή φυ-σική συνέπεια τής έπανάστασης σχίς ίδέες, πρέπει ν&ναι μιά έπα-νάσταση τών συμφερόντων. Ό 20δς αίώνας θα δδηγήσει στήν έπο-χή τών όμοσπονδιών ή, διαφορετικά, ή άνθρωπότητα 6i ξαναγυρί-σει πίσω στό καθαρτήριο για δ,λλα χίλια χρόνια. Τό πραγματικό πρόβλημα πού πρέπει vi έπιλυθεΐ δέν εΐναι πολιτικδ, είναι ένα οί-κονομικδ πρόβλημα.
(1863) «Ή Όμοσπονδιακή Άρχή», σελ. 354.
Τδ δμοσπον&ακδ σύσχημ* ίκανοποεί πολύ άποχελεσματικ4 χδ-σο χα δημoκρατικi ίδανικά, δσο καΐ χδν άσχικό συντηρηχισμδ, δυό. πράγμαχα πού δέν μποροΰν vi συμβιβασχοϋν σέ δποιαδήποχε δ,λλη περίπτωση. Πώς συμβαίνει χότε αύτό; Συμβαίνει διαμέσου χών πολιχικο-οίκονομικών έγγυήσε(ον πού άποχελοθν xi •πιδ πολύχιμα χαρακχηριστΐγΛ χοΰ δμοσπονδιακοΰ συσχήματος. "Οχαν ή Γαλλία θ&χει έπισχρέψει σχή φυσική χης κατάσχαση — πού βασίζεται πάνω στδ νόμο χης μεσαίας ίδιοκχηοίας, ττ]ς είλικρινοθς μεχριοφρο-σύνης κι Ισόχητας, μέ \ι•Λ δσο χδ δυναχδ μεγαλύχερη έξίσωση χίδν 7Ρεριουαιών μ'.ά Γαλλίχ πο» θ&χει άτιοχνίτχ'. ξαν* χδ πνεθμα καΐ χδ δικό χης χρόπο ζωής καΐ θ' άποχελεΐχαι άπό μ^ όμάδα κυρίαρχων όντοχήχων, πού προσφέρουν άμοιβαΐες έγγυήσεις — δέν θδχει κανέ-να φόβο άπ' χήν έπίθεση χοΰ κομμουνισμοΰ ή άπ' χΐς έπιδρομές τί]ς μοναρχίας. Οί μάζες, πού άπό κεί καΐ πέρα Givat άνίσχυρες vi καχασχείλλουν χή δημόσια έλευθερία, θάναι έξίσου άνίσχυρες vi καχαλάβουν ή vi καχασχεσουν χήν Ιδιοκχησία. Άκόμα, θ' άποτε-λέσουν χδ πιδ ίαχυρδ έμπδδιο ένάνχια σχή φεουδοποίηση χί)ς γί)ς καΐ χοθ κεφαλαίου, πού συμβαίνει άναπόφευκτα σ' ίνα συγκενχρωτι-κδ κράχος. Ένώ δ %ά.τοιχ.ος χί)ς πόλης έκχιμάει τήν Ιδιοκχησία μέ-νο για τδ ίσοδο πού προσφέρει, δ άγρόχης πού τήν καλλιεργεΐ, τήν έκχιμάει αύτή καθαυχή, πράγμα πού έξηγεί τδ γιατί ή Ιδιοκχησία δέν Ιχει.ποχέ χιχλύχερες έγγυήοεις άπ' δ,τι δταν, μ' £να πάγιο,
17
καλά ρυθμισμένο χαταμερισμό, προσεγγίζει τήν ίσότητα χαΐ τήν δμο-πονδία. "Οχι πιά μπουρζουαζία, δχι πιά δημοκρατία. "Ας μήν Σχουμε, δπως άποατούσαμε στά 1848, τίποτα 4λλο παρά μόνο πο/; τες. Μήπως αύτδ δέ σημαίνει πραγματικά ή έπανάσταση; ΠοΟ (κ• βρίσκαμε τήν πραγμάτωση αύτοΰ τοθ ίδανικοϋ, &ν δχι στδ δμοσπον-διακό σύστημα;
(1863) «Έ Όμοοπονδιακή Άρχή», σελ. 549.
Ταξική συνείδηση
Ή πολιτ'.κή έπιδεξιότητα ή ίκανδτητα ίποιονΒ-φιοτε ύπσκει-μένου, άνεξάρτητα δν εΓναι άτομο, έταιρεία ή συλλογικό σώμα, έξαρτιέται άπ' τήν υπαρξη τριών βσαικών δρων:
1. Τδ ύποκείμενο πρέπει ν&χει συνείδηση τοθ έαυ-τοϋ του, ττ)ς άξιοπρέπειάς του, τί)ς άξίας του, ττ)ς θέσης πού κατέχει στήν κοινωνία, τοϋ ρόλου πού παίζει, τών σκοπών στούς δποίους μπορϋ πολύ σωστά ν' άποβλέπει καΐ τών συμφερόντων τά δποΐα έκπροσωπεΐ ή ένσαρκώνει.
2. Σάν άποτέλεσμα αύτής ττ)ς συνείδησης τοϋ έαυτοθ του κι δλων τών δυνατοτήτων του, τό ύποκείμενο πού άναφέραμε Θ4 πρε*-πει νά έπιβεβαιώσει τήν I δ έ α του, δηλαδή θά πρέπει νδναι ίκανδ ν& παρ*δώ;?εί τδν έαυτό του στήν κρ:•κκή τής εύφυίας του, να τδν έκφράαε: μέ λέξεις καΐ νά προσφέρει μιά δρθολογική έκθε-ση τών άρχών καΐ τΰν συνεπειΰν τοΰ νόμου τής ΰπαρξής του.
3. "Οταν θδχεί κάνει αύτή τήν ίδέα άντικείμενο πίστης, Θ4 np£^c νάναι πάντοτε ίκανδ ν' άντλήσει π ρ α κ τ ι κ ά συμπε-ράσματα άπ' αύτή, τά δποϊα θά ποικίλουν &νά1ογα. μέ τΐς άπαιτή-σεις τών περιστάοεων.
Θά τ.ρέπζι νά σημειωθεί πώς δέν μπορεΐ νά ύπάρξει κανένα ποσοτικδ τρόβλημα. ΜερικοΙ άνθρωποι άντιλαμβάνονται τά πράγ-ματα μέ μεγαλύτερη έξυδέρκεια άπ' δτι δλλοι. Ή αύτοσυνείδησή τους είναι έξυψωμένη σ' 2να μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Κατα-λαβαίνουν τήν ίδέα καΐ τήν άναπτύσσουν μέ μιά μεγαλύτερη ή μι-κρίτερη έπιδεξιδτητα κι ένεργητικότητα ή διαθέτουν £να χάρισμα, νά unopwv νά έφαρμόζουν πρακτικά, πού ξεπερνάει συχνά τά χαρ(-
18
σματα τών πιό ϊξυπνων πνευμάτων. Παρόλο πού οώτές οί διαφορές στήν δξυνση ττ)ς συνείδηαης, στήν ίδέα καί TTJV έφαρμογή της, άποτελοθν 6 α θ μ ο ΰ ς ίκανδτητας, δέν δημιουργοθν τήν Εδια τήν ίκανότητα. . .
Τδ ν&σαχ πολιτικά ίκανδς δέ σημαίνει νά έχεις μιά Ιδιαίτερη κλίση γιά τΐς Κρατικές ύποθέσεις, ή γιά τήν έκτέλεση ένδς ίδιαίτε-ρου δημόσιου λειτουργήματος. Δέν σημαίνει νάχεις 2να δρισμένο φλογερδ ζηλο γοά τά δημόσια θέματα. Αύτά τ* πράγματα, έπανα-λαμβάνω, εΓναι θέμα ταλέ-ντον κι είδίκευσης καί δέν άποτελοθν τδ ίδαφος γιά κεΐνο ποϋ έννοώ έδώ, χρησιμοποιώντας τδν δρο, πολιτι-κή ίχανότητα στδν πολίτη, δ δποΐος εΐναι συχνά σιωπηλδς, σεμνός κα'ι δέν κατέχει κανένα δημόσιο άξίωμα. Διαθέτω πολιτική ίκανό-τητα. σημαίνει Ιχω συνείδηοη τοΰ έαυτοθ μου σά μέλος ένδς συνδλου. Σημαίνει τήν έπιβεβαίωση ττ^ς συνακόλουθης ί -δ έ α ς καΐ τήν έργασία γ(ά τήν π'ραγμάτωσή της. Κά-θε δτομο πού έκπληρώνει αότούς τούς τρεΐς δρους, εΓναι πολιτικά ίκανό. Λδγου χάρη, δλ&ι κίσθανδμαστε πώς εΓμαστε Γ ά λ λ ο ι καΐ σάν τέτοιοι, πιστεύουμε σ' 2va σύνταγμα καΐ πιστεύουμε άκόμα πώς ή χώρα μας ίχει μκχν άποστολή. Στδ φώς αύτών τών πραγμά-των, διιχμέσοο τό)ν πόθων καΐ τών ψήφων μας, δίνουμε προτεραιδ-τητα στΐς τακτικές, πού φαίνονται πώς έρμηνεΰουν καλύτερα τά αί-σθήματά μας κι άνταποκρίνονται στΐς γνώμες μας. Τδ πατριωτικδ πνεϋμα μπορεί vivat περισσότερο ή λιγώτερο φλογερδ μέσα μας, άλλά ή φύση του εΓναι ή ΐδια κι ή άπουσία του κάτι τδ άνώμαλο. "Ετσι, μέ τρεΐς λέξεις, ϊχουμε συνείδηση, ίχουμε μιάν I-δ έ α κι έπιδιώκουμε τήν ύλοποίησή της.
Μελετώντοις τδ ζήτημα τ^ς πολιτιγ,ης Ικανότητας τΐ)ς έργατι-κης τάξης, ή τής μπουρζουαζίας ή, δπως προηγούμενα, ιών εόγε-νών, θά πρέπει νά έξετάσουμε τά άκόλουθα σημεΐα:
α) "Αν ή έργατική τάξη, στΐς σχέσεις της μέ τήν κοινωνία καί τδ Κράτος, ?χει άποκτήσει συνείδηση τοΰ έαυτοΰ της' &ν σά μιά. συλλογική, ήθική, έλεύθερη δντδτητα, ξεχωρίζει άπ' τή μπουρζουα-ζία.
6) "Αν £χει τή δική της ίδέα, δηλαδή, £ν ϊχε-. δημιουργήοει μιάν άντίληψη τοΰ δ-.κοΰ της συντάγατος, δν ξέρε; τούς νδμους, συνθ-^κες καί φόρμουλες τής ύπαρξής της, δν προβλέπει τή μοίρα ή
19
to τέλος της, άν καταλαβαίνει τίς σχέσεις της μέ τδ Κράτος, τδ I-θνος καΐ τήν παγκόσμια τάξη καΐ τέλος,
γ) "Αν ή έργατική τάξη εΐναι σέ θέση ν' άντλή3ει άπ* αύτή τήν ίδέα τά διχά της πρακτικά συμπεράσματα για τήν όργάνωση ττ)ς κανωνίας χι άν, σέ περίπτωση πού ϊρθει πήν έξουτίχ σ&ν ίπχ-κόλουθο ιί)ς πτώσης ή ττ)ς ήττας χής άσπκτ)ς τάξης, θ&νχι ίχανή νά δημιουργήσει καί ν' άναπτύξει μιά νία πολιτική τάξη.
Να τί είναι ή πολιτική ίκανάτητα. Μιλ&με, φυσικά, για τήν πραγματική, συλλογική Ιχανότητα πού άποτελεΐ Ινα φυακδ καΐ κοινωνικό γεγον6ς καΐ πηγάζει άπ' τήν ένέργεια τοθ άνθρώπι-νου πνεύματος. Πέρα άπ' τΐς άνισότητες στδ ταλέντο καΐ τή συνεί-δηση, βρίσκεται σ' δλα τά &τομα καΐ δέν μπορεΐ ν' άποτελέσες τό I-διαίτερο προνόμιο δποιοοδήποτε προσώπου. 'Εμφανίζεται σ' δλες τΐς θρησκευτικές κοινόχητες, αίρέσεις, έχαφεΐες, κάστες, κόμματα, Κράχη, έθνικόχηχες κλπ. ΕΓναιμια ΐκανόχητα ποΰ δ νομοθέτης ά-δυναχεΐ νά δημιουργήσει, άλλά πού είναι ύποχρεωμένος ν' άναζητή-σει καΐ πού, δπωσδήποτε, πιστεύει δτι ύπάρχει.
Στό φώς αύχοΰ τοΰ καθορισμοϋ τής πολιτικής συνείδησης είναι πού άπαντώ άναφορικά μέ τίς έργαζόμενες ,τάξεις, παραβλέποντας τά μίίσνεκΐήματα καΐ. τή δε:λή συμπερϋφορά τους, πού συνε-χίζει ν' άποτελεϊ £va λυπηρδ καθημερινδ 61έαμα, μέ tiv άκόλουθο τρόπο:
Πάνω σχδ πρώτο σημεΐο: vat, οί έργαζόμενες τάξεις Εχουν ά-ποκχήσει συνείδηση τοϋ έαυτοθ χους καΐ μποροϋμε νά δρίσουμε χδ 1848, σαν χδ χρόνο αύχής χής άφύπνισης.
Πάνω στδ δεύτερο σημείο: vat, ol• έργαζόμενες χάξεις Ιχουν πραγμαχικά μιά ίδέα πού άνχισχοιχεϊ στήν αύχοσυνείδησή τους xt ή ίδέα αύτή βρίσκεται σέ δμεση άνχίθεση με τήν άντίστοιχη τΐ)ς μπουρζουαζίας. "Ομως, μπορεΐ ν* πεϊ κανεΐς πώς ή Ιδέα αύτή δέν τούς ϊχει άκίμα άποκαλυφθε! πλέρια, πώς δέν 5χουν ύποστεϊ δλες της τΐς συνέπειες καΐ δέν Εχουν άνακαλύψεο άκδμα τή φόρμουλα γι' αότό.
Πάνω στό τρίτο σημεΐο, άναφορικά μέ τά πολιτικα συμπερά-σματα πού μπορεί ν' άντληθοΰν άπ* τήν ίδέα: δχι, οί έργαζόμε-νες τάξεις, παρόλο πού εΓναι βέβαιες γιά τόν έαυτδ τους κ( εΤναι ήδή μισοφωτισμένες γιά τόν κανδνα τν)ς νέαζ τους πίστης. δέν Ε-
■20
χουν κατορθώσει άκόμα ν" άντλήσουν άπ' αύτή μο4 δποιαδήποτ» στερεότυπη πρακτική ή κατάλληλη ταχτική. Άπ' αύτή τήν 4πο-ψη, σταθείτε μάρτυρες τοθ γεγονότος δτι έψήφισαν μαζΐ μΐ τή μπουρζουαζία κι έπίσης σταθεΐτε μάρτυρες τών άμέτρητων πολιτι-κών τους προκαταλήψεων.
"Ας ποΰμε, πώς ot έργαζόμενες τάξεις ίχουν μόλις έμφανοστεΐ στήν πολιτική ζωή. "Αν, μίσω τί)ς πρωτοβουλίας πού άρχίζουν νά παίρνουν καΐ μέ τήν άπδλυτη βαρύτητα τ•?)ς άριθμητικής τους δύ-ναμης, μπόρεσαν νά μετατοπίσουν τό κέντρο τής βαρύτητας μέσα στήν πολιτική τάξη καΐ νά διαταράξουν τήν κοινωνική οίκονομία δέ σχάθηκαν ίκανές, άπ' τήν 4λλη μεριά, νά κυριαρχήσουν, έξααί-ας τοθ πνευματικοϋ χάους άπ' τδ bitolo ύποφέρουν κι ίδιαίτερα έξ-αιτίας τί]ς ίδιότροπης μεταχείρησης πού ίτυχαν στά χέρια μ,ι&ς άσυμβ(6αστης μπουρζουαζίας. Οί έργαζόμενες τάξεις I-χουν σχεδόν έπιβραδύνει τή χειραφέτησή τους κι &ζ ίνα βαθμό δια-κινδυνέψει τό μέλλον τους.
(1865)
«Γιά τήν πολιτ;κή [κανέτητα τών Έργαζόμενων Τάξεων», σελ.
89-92).
Παρά ιήν άφοσίωσή τους στΐς ίδέες τοθ '89, οί πολιτικοΐ συγ-γραφεϊς τής Άντιπολίτευσης δέν Εχουν συνειδητοπαήσει πώς έκεΐ-νο πού ϊχει δημιουργήσει χδ νέο δκχχωρισμδ άνάμεσα στήν μπουρ-ζουαζία καΐ τήν έργατική τάξη ή προλεταριάτο — ϊνας διαχωρι-σμδς πού ήταν έντελώς αγνωστος στίς φεουδαλικές έποχές κι αύτ& άκριβώς τή στιγμή ποϋ έξαφανίζονται ot παλιές κατηγορίες τών Εύγενών, τοθ Κλήρου καΐ ττ)ς Τρίτης Τάξης — εΐναι άκριβώς τ4 δικαιώματα πού κατοχυρώθηκαν στά '79. Δέν άνκλήφθηκαν ίτι πρίν άπ' τό '89, δ έργάτης ζοϋοε στή συντεχνία, δπως άκριβώς ζοθ-σε μέσα στήν οίκογένεια ή γυναίκα, τα παιδιά xt οί 6πηρέτες. ΠρΙν άπ' αυτ6, θαταν άπαράδεκτη ή άναγνώριση τί)ς ύπαρξης μιάς τάξης έργατών, πού βρίσκεται σέ άντίθεση μέ μιά τάξη έπιχει-ρηματιών, άφοθ οί προηγούμενοι ύποτίθεται δτι άποτελοθσαν Ινα τμήμα τών τελευταίωγ Μετά τδ '89 τδ συντεχνιακό σώμα ίχει διαλυθεΐ, παρίλο πού δέν ίχουν έξισωθεϊ τα μέσα κι ot συνθί)κες
21
τοΰ έργάτη καΐ τοθ άφεντικοΰ. Δέν ΐγινε τίποτα. Δέν έκπονήθηκε κανένα πράγραμμχ γιά τήν δ'.ανομή τοϋ κεφαλαίου, yti τήν όργάνω-ση τής βιομηχανίας ή γι& τά δικαιώματα τών έργατών. Σάν άπο-τέλεσμα, 6 διαχωρισμδς άν&μεσα στήν τάξη τών έργοδοτών, τών I-διοκτητών τών παραγωγικών μέσων, τών καπιταλιστών καΐ μεγαλο-ϊδιοκτητών καΐ στήν άντίστοιχτ) τών άπλών μισθωτών, Εχει γεννη-θεΐ άπό μόνος xou. . .
Όλόκληρο χδ πολιχικό μας σύσχημα, ή δημόσια οίκονομία μας, ή βιομηχανική μας όργάνωση, ή σύγχρονη ίσχορία κι ίδιαίχε-ρα ή λογοχεχνία μας, είναι δλα θεμελιωμένα πάνω σ' οώτό χδν ά-ναπόφευκχο διαχωρισμό καΐ χό νά τδν άρνηθοΰμε, Θ4ταν μι& ίνδει-ξη κακοπισχίας κι ήλίθιας όποκρισίας. (1865)
«Γιά χήν πολιχική ίκανέχηχα χών έργαζόμενων Τάξεων». σελ. 94-96.
ΕΓτε χό ξέρει ή άσχική χάξη εΓχε δχς, ό ρόλος χης χελειώνει. Δέν μπορεϊ νά ξεφύγει καΐ δέν μπορεΐ νά ξαναγεννηθεϊ. 'Αλλλ δίσχε χη νά πεθάνει είρηνικά. Ή &νοδος χών κοινων άνθρώπων στήν έξου-σία δέ σημαίνει πώς θά χήν έξαλείψουν, μέ τήν Ιννοια δτι δ λαός θ* άποκχήσει χήν πολιχική κυριαρχία πάνω στήν άσχική χάξη καΐ με-χ& θά τί)ς άποσπάσει χά προνόμια, χήν ΐδιοκχησία καΐ χά δικαιώμα-χα, ένώ οί άστοΐ θά πάρουν τή θέση χών άνθρώπων χοϋ λαοθ σ& μι-σθωτοί. Ό σημερινός, σταθερά παγιωμένος διαχωρισμδς άνάμεσα στΐς δυδ χάξεις, χών έργαχών καί τών άσχών, άποχελεΐ άπλώς ένα άπ' χά άπρόοπχα χής έπανάσχασης. Ή κάθε μι& πρέπει ν' άπορρο-φήσει χήν &λλη σ' Ινα άνώχερο έπίπεδο συνείδησης. Ή μέρα πού ol άπλοΐ άνθρωποι θ' άποτελοϋν τήν πλειονάχηχα, πού θδχουν κα-χαλάβει τήν έξουσία καΐ θδχουν είσαγάγει χήν οΐκονομική καΐ κοι-νωνική μεχαρρύθμιση σύμφωνα μέ τΐς φιλοδοξίες χοΰ νέου νόμου καΐ χής νέας έπιστήμης, θ&ναι ή μέρα πού θά συγχωνευτοϋν κι of δυδ για πάντα. Στό φώς αύτών τών νέων συνθηκών εΐναι ποϋ ol δνθρωποι, οί δποιοι τόσο καιρό ϊχουν ζήσει μόνο μέσα στήν έχθρό-τητα, πρέπει μελλοντικα να καθορίσουν τδν έαυτό τους, νλ έκδη-
οο
λώσουν τήν άνέξαρτησία τους καΐ να παγιώσουν τήν πολιηκή τους Οπαρξη.
(1865)
«Via. τήν Πολιτική Ίκανότητα τών Έργ^δμενων Τάξεων», σελ.
101.
Ό Σύγχρονος Σοσιαλισμδς δέν ίχει ίδρυθεΐ σά μι4 αίρεση ή έκκλησία, ?χει παρουσιάσει μκχ σειρά άπδ διαφορετικές σχολές. 01 έργαζόμενες τάξεις δέν εΓναι προοκολλημένες σέ κανένα άφεντικό. 'Ο Καμπέ, δ δικτάτορας τής Ίκαρίας, τδ Ιμαθε μέ σκληρδ τράπο στό Νοβού. (2) "Εχουν άκολουθήσει τή δική τους Ιμπνευση κι εί-ναι άπίθανο νά τ:αραιτηθοΰν κάποτε άπό τήν άνεξαρτησία δράσης τους. Αύτή ε'ναι ή έγγύηση τΐ)ς έπιτυχίας τους.
Mta κοινωνική έπανάσταση, δπως έκείνη τοθ '89, τής δποίας τδ προϊ6ν, ή έργατική δημοκρατία, συνεχίζει νά λειτουργεΐ μπρο-στά στά |ΐάτια μας, άποτελεί μιά αύθόρμητη μεταμόρφωση ποϋ διαδραματίζετοα σ' δλόκληρο τό πολιτικδ σώμα. Είναι ή ύποκώτά-σταση ένδς συστήμάτος σ' ενα δλλο, Ινας νέος δργανισμός πού άντι-καθιστά Ιναν παλιό. Άλλά αύτή ή άλλαγή δέν πραγματοποίεΐται μέσα σέ λίγα λεπτά, δσο χρειάζεται §νας δνθρωπος γι& ν' άλλά-ξει τά ροθχα ή τήν κονκάρδα του. Δέν συμβαίνει κάτω άπ' τήν καθ-οδήγηση ένδς ά,νθρώπου, ποΰ ?χει τή δική του προκατασκευασμένη θ:ι•ιρία, ή κ-χθ' ύπαγόρευση κάπαου προφήτη. Μ•.« πραγματικλ όργανική έπανάσταση είναι 2να προϊόν της συλλογικης ζωης καΐ παρόλο πού μπορεΐ ν&χει τοΰς άντιπροσώπους καί τά δργανά της, δέν άποτελεΐ στήν πραγματικότητα τό ?ργο κανενδς ξεχωριστοθ ά-τόμου. Άποτελεϊ μιά Ιδέα, ποΰ άρχικά εΓναι πολύ ύποτυπώδης καΐ φυτρώνει σά σπόρος. Μιά ίδέα, πού άρχικά δέν είναι σέ καμιά πε-ρίπτωση σημαντική, άφοθ βασίζεται στή λαϊκή σοφία, άλλλ κάποια ή όποία, θαμμένη δπως δ σπόρος μέσα στή γ•ί) ή τό ϊμβρυο μέσα στδ αύγό, άναπτύσσεται ξαφνικά μ' Ιναν άπρόβλεπτο τρόπο καΐ κα-λύπτει τδν κόσμο μέ τούς θεσμούς της. . . Τό ϊδιθ συνέβηκε μέ τήν Ιδέα τής έργατικης τάξης στό 19ο αΐώνα. . .
Οί 3ίνθρωποι εΐχαν άποκτήσει συνείδηση τοθ έαυτοθ τους κι ήταν βέβαιοι γι' αύτόν. Ή άνοααραχή (της έπανάσχασης τοθ
23
1789) πού ξέσπασε γύρω τους κι έξαιτίας αύτών, εΐχε άφυπνίσει τήν εύφυία τους- Μιά άατική έπανάστασ»] τούς εΐχε μάλις παρα-χωρτρει πολιτικά δικαιώματα. Άποφασισμένοι, γιά νά τό ποθμε ϊ-τσι, να ξεκαθαρίσουν τίς σκέψεις τους δίχως τή βοήθεια διερμηνέ-ων, άκολούθησαν τή λογική ττ)ς κατάστασής τους. Άρχικά, διαχω-ρίζοντας δσο τό δυνατό τή θέση τους άπ' τήν άστική τάξη, ot £ν-θρωποι προσπάθησαν νά στρέψουν τά άστικά πολυβόλα ένάντια στούς άστςύς. Τούς μιμήθηκαν. "Επειτα, μαθαίνοντας άπ' τήν άπο-τυγ_ία τους κι έγκαταλείποντας τήν πρώτη τους ύπάθεση, άναζήτη-σαν τή σωχηρία σέ μιά αύθεντική Ιδέα.
(1865) .
«Γιά τήν Πολ-.τική [κανότητα τών Έργαζομένων Τάξεων», σελ• 110-12.
Πρός τό παρόν οί έργαζόμενες τάξεις, άπορρίπτοντας τΐς άσΐί-κές πρακχικές καί στρεφόμενοι μέ προθυμία πρδς τήν κατεύθυνση ένός άνώτερου ίδανικοθ, ϊχουν συλλάβει τήν έννοια μιάς έγγύησης πού θά τίς άπελευθέρωνε τόσο άπ' τόν κίνδυνο τοϋ πληθωρισμοθ, δσο κι άπ' τή θανατηφόρα γιατρειά τών έργατικών ένώσεων. Αύτή ή έγγύηαη άποτελεΐται, κατά Ινα μέρος, άπ' τήν άρχή τϊ)ς συνένωσης, διαμέσου τής δποίας σ' όλόκληρη τήν Εύρώπη, έτοιμάζονται vi δρ-γανώσουν νόμιμες έργατικές έταιρεΐες γι& ν' άνταγωνιστοθν τ& ά- τζιγ.α. κονσέρν καί, κατά Ινα μέρος, άπ' τή γενικότερη καΐ πιό πλα-τιά διαδομένη άρχή τοΰ ΜΟΓΤΟΓΕΛΛΙΣΜΟΓ, μέσω τοϋ όποίου. ή έργατοκή Δημοκραχία, δίνονχας προχεραιόχηχα σχήν άλληλεγγύη καί τίς δμάδες, προεχοιμάζει χό δρόμο γι& τήν πολιχική κι οΐκονθ-μική άνοικοδόμηση της κοινο)νίας. Ή συνδυασμίνη δύναμη χών δυό άρχών, vfjQ συνένωσης καΐ χοϋ μουτουελλισμοθ — τ'.ς δποϊες δέ χρειάζεται νά χονίσουμε περισσόχερο — εΐναι έκείνη πού έμπερίέ-χει χό σύσχημα χών ήθικών- κι ύλικών έγγυήσεων πού άποζηχάει ή άνθρωπότητα. . .
(1865)
«Γιά τήν ϋολιχική Ίκανόχηχα τών Έργαζομένων Τάξεων», οελ.
395.
24
Ή Ιδιοκτησΐα καΐ τό κράτος
Ίδιοκτησία καΐ νομή
"Αν ϊπρεπε ν' άπαντήσω στό έρώτημα «Τί εΓναι δουλεία;» κι άν έπρόκειτο ν' άπαντήσω μέ μιά λέξη «ίγκλημα», θ& μέ καταλά-βαιναν άμέσως δλοι. Δέ 8ά χρειαζόταν νά χρησιμοποιήσω μιλ μα-κροσκελή έπιχειρηματολογία για νά δείξω πώς ή έξουσία ν' άπο-στερείς Ιναν δνθρωπο άπ' τΐς σκέψεις του, τή βούλησή του καΐ τήν προαωπικίτητά του, εΐναι μιλ δύναμη ζωης καΐ θανάτου κι δτι τδ νά ύποδουλ'ώνεϊς ίναν δνθροΜΐο εΓνα: ok vi τόν δολο^ονεΐς• Γ'.ατΙ τότε, ατό έρώτημα «Τί είναι ίδιοκτησία;» νά μήν μπορώ ν' άπαντή • σω παρόμοια «κλοπή», δίχως ν& ξέρω πώς θά μέ παρεξηγήσουν σί-γουρα, παρόλο πού ή δεύτερη πρίταση άποτελεϊ άπλώς μιά παρ-ραλλαγή τΫ|ς πρώτης;
(1840) «Τί είναι ή Ίδιοκτησία», σελ. 13.
ΣτΙς δυό, πρωτες πραγματεΐες μου, σέ μιά κατλ μέτωπο έπ(-θεση ένάντια στήν κατεστημένη τάξη, εΐπα, άνάμεσα σέ 4).λα πρά-γματα: «Ή Ιδιοκτησία εΓνα; κλοπή». Σκοπός μου ήταν νά κάνω μιά διαμαρτυρία κ'αΐ vi φωχίσω, γιά. vi to ποθμε Ιχσι, τήν άπόλυτη σαθρότητα τών θεσμών μας.
(1863-64) «θεωρία ττ^ς Ίδιοκτησίας», σελ. 37
26
Ποιός ήταν 6 εΐδικός σχόχος τϊ)ς έπίθεαής μου σχά 1840; *Η-ταν χδ δικα{(ομα χής νομής, πού άποχελεΐ 2να χόσο άναπόσπασχο μέρος τής Ιδιοκχησίας, ώσχε δπου δέν ύπάρχει ο$χδ δέν όπάρχει οδχε ίδιοκχησία.
(1863-64) .«θεωρία χής Ίδιοκχησίας», σελ. 20.
Ή Ιδιοκτησία άποχελεί Ινα χεράσχιο θέμα γιατΐ συνεπάγεχαι χήν άνάμειξη τόσο πολλών συμφερόνχων, διαγείρει χόσο μεγάλο φθόνο καί ξυπνάει χόσους πολλούς φόβους. Ή λέξη Ιδιοκχηαία είναι μιά πολύ δύσκολη λέξη, έξαιτίας χών πολλών έννοιών χης στή γλώσσα μας, τών άσαφείών της καΐ χοϋ δίχως νόημα περιεχομένου ποΰ μερικές φορές τής προσδίδεχοα. Είχε λόγω δγνοιας, είχε λόγω κακοπισχίας, κανένας δέν έχει άκολουθήσει ποτέ χήν καθοδήγησή μου πάνω σ' αύχδ χδ θέμα. Άλήθεια, τί μπορεΐ κανεΐς νά περιμέ-νει δταν άκόμα κι οί νομοθέχες, νομοδιδάσκαλοι καΐ χάτοχοι τοθ βραβείου χης Άκαδημίας συγχέουν τήν ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ μέ χή ν ο-μ ή , σχΐς διάφορες μορφές χης, μίσθωση, κολι㣫, μακροπρόθε-σμη μίσθωση καΐ άπόλαυση πραγμάχων πού ύπόκεινχοα στή φθορά. «Τ£!» λέει κάποιος, «δέν εΐμαι Ιδιοκχήχης χών έπίπλων μου, χοϋ ρολογιοθ μου καί τοΰ καπέλλου μου, χ& δποΐα πλήρωσα κανονικά;» «Τί», λίει Ινας δλλος, «δέν άποχελοθν λαπδν ίδιοκχτρία μου τ& ήμερομίσθκχ πού κέρδισα μέ τόν ίδρώχα χοθ προσώπου μου;» «"Εχω έφεύρει ενα μηχάνημα», φωνάζει γ.άποιος αλλος, «έχω σπαταλήσει εΓκοσι χρόνια άπ' χή ζωή μου -πάνω σ' αύχό, σέ μελέχη, δοκιμές, Ιρευνα καΐ χώρα πρόκε'.χαι νά μοθ πάρουν χήν άνακλλυψή μου, κυ-ριολεκχικά νά μοΰ χήν κλέψουν!» «Κι έγώ έχω γράψει ?να βιβλίο», λέει άκόμα κάποιος δλλος, «ποδναι χδ άποχέλεσμα ένδς μακροχρό-ν.ου κι ύπομονετικοΰ δίαλογισι.'.οθ. Μέσα σ' αύχδ βρίσκεται τδ δφος μου, ot ίδέες μου, αύτή άκριβώς ή ϊδια ή ψυχή μου — δλα δσα ξε-χωρίζουν έναν ανθρο)πο άπδ Ιναν άλλο — καΐ χώρα μοθ λένε πώς δέν έχω κανένα δcκαίωμα vi πληρωθώ γι' αύχό!»
Σ' αύχό τδ είδος χϊ)ς λογικης ήχαν πού άπάντησα, δείχνονχας τα παράλογα δρια στά δποϊα μπορεΐ νά, φΒάσί'. ή οΰγχυση χών διαφόρων έννοιών χης λέξης Ιδιοκχησία, χδ 1863 στ4 Μ A J 0 R A Τ S L I Τ Τ Ε R A I Κ Ε S μου: «Αύχή ή λέ-
26
ξη ?χει πολλά ένχελώς διαφορεχικλ νοήμαχα καΐ θ&χαν γελοίο να περνάμε, δίχως σχόλιο, άπ' χδ ?να σχδ &λλο κι δμως νά φαινόμασχε πώς συζηχάμε χδ Γδιο πράγμα. . . .
Τήν άνοιξη, οΕ φχωχές άγρόχισσες μαζεύουν φράουλες σχά δάση καΐ χίς ορέρνουν σχίς πόλεις νά χΐς πουλήσουν. Αύχές οί φράου-λες άποχελοθν χή σοδιά χους κι έπο)ΐένως, δπως θά ίλεγε δ Άβ-βδς Πλακέ,(3) χήν Ιδιοκχησία χους. 'Αλλά thai πραγμαχικά Ιχσι; "Αν ήχαν, αύχδ θα Ισοδυναμοΰσε μέ χδ ν& λέγαμε πώς άποχελοϋν χούς Ιδιοκχήχες χών δασών άπ* δπου προέρχονχαι ol φράουλες. Μά σΧλοϊμονο, χδ άνχίθεχο συμβαίνει. "Αν αύχές ol πω-λήχριες φραουλών ήχαν πραγμαχικά ίδιοκχήχες χών φραουλών, δέ θά πήγαιναν σχά δάση νά μαζέψουν φροϋχα γιά, χούς γαιοκχήμο-νες. θά χά Ιχρωγαν οί Τδιες. . .
Μήπως ό άναγνώσχης £χε*. ήδη άνχιληφθεΐ πώς χά καπέλλα καί χ* παλχώ, χά κχήμαχα καί χά σπϊχια, καχέχονχαι μέ πολύ δια-φορεχικούς χρόπους κι δχι παρόλο ποϋ πιθανδν ή γλώσσα νά έπι-χρέπει σέ κάποιον νά μιλάει γιά Eva χραπέζι σάν «Ιδιοκχησία» μέ κάποια μορφή άναλογίας, δπως άκριβώς μιλάει κάκοιος για Ινα χωράφι σάν «ίδιοκχησία», ή νομολογία δέν έκιχρέπει οούχή χή σύγ-χυση. . .
Δέν ύπάρχει άμφ*βολία πώς 6 άναγνο')σχης καταλαβαίνει χώρα χή διαφορά άνάμεσα σχή ν ο μ ή καί χήν ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. Τήν χελευχα(α μόνο ήχα,ν ποϋ άποκάλεσα κλοπή. Ή Ιδιοκχησία άπο-χελεΐ σήμερα χδ μεγαλύχερο πρόβλημα ττ)ς κοινωνίας. Αύχή είναι δλίκληρο χδ πρόβλημα.
(1863-64) «θεωρί* χής Ίδιοκτησίας», σελ. 2-3, 6-7, 15. •
27
Περίληψη τών προηγουμένων κειμένων μου πάνω στήν Ιδιοκτησία
"Οταν πά 1840 έξέδωσα τήν πρώτη μου Ε ρ α γ μ α -τεία γ ι & τήν Ίδιοκτησία (Τί είναι ή Ιδιοχχη-σία;) στάθηκα προσεκτικός ώστε νά κάνω μιά διάκριση άνάμεσα στήν ίδιοκτησία καΐ τή νομή, πού ή τελευταία δέν εΐναι τίποτα πε-ρισσότερο άπ' xb δικαίωμα χρήσης ένδς άντικειμένου. Σέ μιλ κοι-νωνία δπου κανένας δέν εχει τδ δικαίωμα νά κάνει κατάχρηση τών πραγμώτων, δέν ύπάρχει κανένα δικαίωμα ίδιοκτησίας, μόνο 2-να δικαίωμ* νομής. Έξακολουθώ σήμερα νά ύποστηρ£ζω δ.τι εΐπα στήν πρώτη μου Πραγματεία: ό χίτοχος ένός πράγμα--ος, άνεξάρτητα άπ' τδ άν αύτδ είναι γή, σπίτι, έργαλεΐο, πρώτη ΰλη ή έτοιμο προϊόν, μπορεί νάναι, εΓτε £να πρόσωπο, είτε μια δμά-δα, ό άρχηγός μιάς οΐκογένειας ή Ινα δλόκληρο Ιθνος, άλλά, σέ κά-θε ?;ερίπτωση, μπορεΐ νά είπωθεΐ δτι εΓναι Ιδιοκτήτης μέ μι4 μόνο προϋπόθεση: θά πρέπει ν&χει άπόλυτη κυριότητα πάνω σ' αύτό, θά πρέτκϋ v&vat δ άποκλεισηκάς του κύρ:ος θά πρέπει ν' άποτελεΐ κτϊ)μα του.
Τώρα στά 1840, ά^έρριψα κατηγορηματικά τήν ivyota τοϋ ίδιοκτητικοΰ δικαιώματος. Έκείνοι πού ϊχουν διαβάσει τήν πρώ-τη μου Πραγματεία, ξέρουν πώς τό άπέρριψα τόσο γιλ τήν όμάδα, δσο καΐ γιά τό άτομο, τδ ϊθνος καΐ τδν πολίτη κο έτσι δέν ύποστήριξα οθτε τδν κομμουνισμό, αδτε τήν Κρατική Ιδιοκτη-σία. Άρνήθηκα πώς ύπήρχε •ένα δικαίωμα ίδιοκτησίας, δηλαδή, ib δικαίωμα νά κάνεις δποιαδήποτε κατάχρηση, άκόμα καΐ τήν
29
καχάχρηση έκείνων πού δνομάζουμε ίκανότηχές μας. Ό δνθρωπος δέν ίχει μεγαλύτερο δικαίωμα νά. χάνει καχάχρηση τών δυνάμεών χοι , άπ' δ,χι ίχει ή κοινωνία νά κάνει καχάχρηση χης δύναμής χης.
«θεωρία χης Ίδιοκχησίας», σελ. 16.
Έκείνη τήν έποχή (σχά 1840) εΐπα δτι ό δνθρωπος, μέ τήν ί-διότητά του σάν παραγωγός, ϊχει άναμφίβολα Ίνα προαωπικώ δι-καίωμα πάνω στό προϊόν τΐ)ς έργασίας χου. 'Αλλά ποιό εΐναι αύτό τό προϊόν; ΕΙναι ή διαμόρφωση κι ή έπεξεργασία χης πρώτης δλης. Άλλά αύχή καθαυτή ή πρώχη ΰλη, δέν άποχελεΐ άπδ καμιά άποψη δημιούργημά χου. Άν έπομένως, είχε χό δικαίωμα νά ίδιοποιηθεΐ τήν πρώχη ΰλη πρωτοΰ νά προσθέσει σ' αύχή τήν προσωπική του έργασία, δέ θά. μποροϋσε νά χό χάνει μέ τήν Ιδιόχηχά του σάν παραγωγός. θά πρέπει έπομένως νά χδ ϊκανε μέ κάποια δλλη I-διόχηχα.
(1863-64) «θεωρία χης Ίδιοκχησίας», σελ. 17.
Άνχιλαμβάνομαι έπωσδήποχε δτι, δπως σχό έπιχείρημα χοΰ Βίκχωρα Κάζενς, τδ προσωπικό δικαίωμα καχοχής τής έργασία* Τ.ΟΟ προσχίθεχΜ στήν πρώχη δλη συνεπάγεχαι έπίσης 2να προσω-πικδ δικαίωμα καχοχης πάνω στήν Ολη πού άποχελεϊ άνχικείμενο έφαρμογής τής έργασίας. Άλλ& άνχαποκρίνεχαι αύχό σχλ γεγονό-τα;
'Οπουδήποχε δέν ύπάρχει σχενότηχα έδαφών, δπουδήποχε αό-χά εΐναι προσιχά σ' δποιοδήποχε άνθρωπσ, δπως κι δταν θέλει, άναγνωρίζω χόν κανόνα χοϋ άποκλεισχικοΰ δικαιώμαχος έκείνου πού έγκαχασχάθηκε σ* αύχά, πρώτος. Άλλά. χδ δέχομαι μόνο προ-οωρινά. "Οπου οί συνθήκες εΐναι διαφορεχικές, δέχομαι μόνο χήν ίση διανομή. Ό,χιδήποχε δλλο, καχά χή γνώμη μου, άποχελεϊ κα-χάχρηση. Συμφωνώ άπόλυτα πώς δ δνθρωπος πού δργωσε γιά πρώ-χη φορά χή γή, θά πρέπει νά πάρει άποζημείωση γιά χήν έργασία του. Έκεΐνο πού δέν |ΐπορώ νά δεχθώ, άναφορικά μέ χή yfj, είναι δχι ή έργασία πού προστίθεται σ' αύχή δίνει ?να διχαίωμα ίδιοκχη-
30
σίας σ' έχεΐνο ποΰ άποτέλεσ* άντιχείμενο έφοφμογής ττ^ς έργα-σίας. . .
Έ στοιχεςώδης δικαιοσύνη, ειπα στήν πρώχη μου Π ρ α γ-μ α χ ε ί a , άπαιτεΐ vi μή λειχουργήσει μόνο αχήν άρχή ή ΐση διανομή χής γής. "Λν θέλουμε vi μήν ύπάρξει καμιά καχάχρηση, Ui πρίπει νά ocax^p^i άπδ γενιλ σέ γενιά. Αύτό ίσχύε; γιλ κάθε γεωργική βιομηχανία.Όσο γ:ά χούς έργάτες πού άπασχολοΰνται σέ &λλες βιομηχανίες, Θ4 πρέπει νά άμοίβονχαι δλοι χό Γδιο γιά χήν παροχή Γσης έργασίας. Δίχως νά καχέχουν πραγμαχικά χή γή, Θ4 πρέπει νά χρησιμοποιοθν έλεύθερ^ χίς πρώτες ΰλες πού χρειάζον-ται γιά χήν έργασία χους. Πληρώνονχας μέ χήν ΐδια τους χή δου-λειά, ή, γιά να χό διαχυπώσουμε διαφορεχιχά, μέ χά προϊόνχα τους, δ,τι ^ροσφίρουν οί γα'.οχχ7]μονες, πρέπει νά πληρώσουν μδνο γιλ δποιαδήποτε έργασία πιθανόν νά έχουν προσθέσει οί χελευχαϊοι σχήν πρώχη ϋλη. Ή έργασία πρέπει νά πληρώνεχαι μόνο μέ έργα^ aia κι ή πρώχη υλη πρέπει νά προσφ^ρεται έλεύθερα. "Αν οί γοαο-κτήμονες άποκομίζουν ?να εΐαόδημα γιά χοϋς ϊδιους, αύχό ά,ποτελεΐ καχάχρηση.
(1863-64) «θεωρία χής Ίδιοκχησίας», σελ. 18-19.
"Αν «γν&ήσουμε τήν έλευθερΐα τοΰ καλλιεργηχγ), πού δπω;;-δήποχε περιορίζεχαι μόνο οχαν αύτδς δέν εΐναι χίποχα περισσδχερο άπό έναν έκμισθωχτ] άγρόχη, χ6 γεγονός δχι δ άργότχολος γαιοκτή-μονας γίνεχαι μολοντοϋτο ενα δργανο χής φυσικής δικαιοσι νης, σχή σχέση χου μέ χάν άγρόχη, άποχελεϊ μιάν άπ' χΐς άντινομίες χής ^γγειας Εδιοκχησίας. Πώς συμβαίνει αύχό; Άρχικά, μέ τό ν' άπαι-τεϊ άπ' χδν άγρόχη κα.τά χή δ:άρκεια τγ|ς έκμίσθα ΤΓ]ς, χδ νοίκι, γιά χήν ίοιοποίηση χοθ όποίου σχήν πραγμαχικόχηχα δέν ϊχει περισσό-χερα δικαιώμαχα άπό δΓθΐοοήτ-οχε &λλο πολίχη. Δεύχερον, μέ χό ν& άρνεϊχαι στόν άγρόχη όποιαδήποχε ύ^εραξία, πού πιθανόν νά Ιχει προσθέσει ή έργασία του σχήν ίδιοκχησία καί ποΰ αύχδς — δ άγρό-χης — θά παρακινούνχαν ν' άπαιχήσει γιά χδν έαυχό xou.
Μήπως ό έκμισθωχής άγρόχης, πού συμφωνεϊ νά πληρώσει ί• να ί-ρισμένο έχήσιο μίσθωμα σχ& γαιοκχήμονα, δέν ?χει ΰπολογίσει
31
έκ τών προτέρων τ& διάφορα ίξοδα πού συνεπάγεται ή έργασία του καχά τή διάρκεια ττ)ς έκμίσθωσης;
Δέν ίχει όπολογίσει δχι ή τιμή πώλησης ττ)ς σοδιίς του, θ' ά-ποσβέσει τά Ιξοδά του καθώς έπίσης καΐ θά τοθ προσφέρει μι& Ικα-νσποιητική άποζημίωιη γιά. τήν έργασία του; Παραδέχομαι πώς δ γαιοκτήμονας, έ δποίος δέν ίχει ν' άντιμετωπίσει τέχοια ίξοδα άλλά βρίσκεται μεχά τή λήξη χής έκμίσθωσης μέ βελτιωμένη γη, ποΰ τοΰ άποφέρει 'ένα ύψηλόχερο είσόδημα δίχως ν&χει έργαστεΐ δ ίδιος, δέν έχει. μεγαλύτερο δικαίωμα νά έπωφεληθεΐ άπ' τήν ύπερ-αξία άπ' δ,χι δ άγρότης• Κι δμολογώ δτ. δν ήμουνχ άναγκασμέ-νος νά διαλέξω άνάμεσα στόν άργόσχολο γαιοκτήμονα καΐ χδν έρ-γαζόμενο οκληρά κολίγο, δέ θά δίσταζα νά ταχθώ μέ χδ μέρος τοϋ χελευταίου. 'Αλλά δ έκμισθωχής άγρότης, πού έχει ύπολογίσει σω-'σχά, δέν £χει μεγαλύτερο δικαίωμα πάνω στήν ύπεραξία πού έχει προστεθεΐ σχή γή. σ&ν άποτέλεσμα ττ)ς 'ργα^ίας χου, άπ' δ/η £ν αύτή είχε παραχθεΐ άπ' τήν κοινωνία διαμέσου χής πληθυσμιακής αΰξησης ή χοϋ άνοίγμαχος ένδς νέου δρίμου, γέφυρας, καναλιθθ, ί) σιδηρόδρομου. Ό άργόσχολος ίδιοκχήτης δέν Εχει βέβαια κανένα δικαίωμα νά Εδιοποιηθεΐ τήν ύπεραξία, άλλά έπιχελεί μιλ πράξη δικαιοσύνης δχαν τήν παίρνει άπ' τόν έκμισθωτή άγρότη, δ δποΐος δπωσδήποχε έχει πληρωθεΐ γιλ χήν έργασία του άπ' τήν κοινωνία.
"Ετσι, άνέφερα στα 1846 σχδ Σύστημα ΟΙκονο-μικών Άντιφάσεων μου «δχι ή ίδιοκτησία άκολουθεΐ τήν άφύπνιση τής έργασίας νά παρασύρει τ& πάνχα πάνω καΐ πέρα άπ' τήν άξία της έργασίας πού καχαναλώθηκε πραγματικά γιά χήν καχα3κευή χοθ προϊόντος. . .
Έπομΐνως τδ νοίκι εΐναι, άπ' τή φύση καΐ τήν ούσία του, Ινα δργανο χής δ{κοαης καχανομης, μιά άπ' τΐς άμέχρηχες μεθόδους μέ χΐς δποΐες ή ϊμφυτη μεγαλοφυία χοθ οίκονομικοθ μηχανισμοθ προωθεΐ τήν ίσότηχα. . .
Γιαχϊ ό μηχανισμός, πού είναι ϊμφυχος μέσα σχήν κοινωνία, δέ λειχουργε? δπως οί θεωρητικοί μας, δίαμέσου τής άγονης σκέ-ψης. . . Οί Ιδέες του μετατρέπονται σέ πρόσωπα καΐ πράγματα. Λειχουργεϊ διαμέσου συγκεκριμένων ένσαρκώσεων καΐ κινούμενος πρός χήν καχεύθυνση χών έργανώσεων τ•?]ς κοινωνίας, σχηρίζεται πάνχοχε πάνω σχ6 ίίχομο. . . Οί &νθρωποι ήταν άναγκασμένοί vi
32
δεθοθνε μέ τή γη, εχ ι χό πνεϋμα χγ)ς κοινωνίας δημιούργησε τήν Εδιοκχησία. Έπειτα σχάθηκε άπαραίχητο νά γνωρίζουν οί άνθρω-ποι ποιός καχεϊχε χί σ' δλόκληρο χόν κόσμο. ΆντΙ νά διακηρύξει μεγαλόφωνα μιά συλλογική έπιχείρηση, χό πνεΰμα της κοινωνίας ώθησε χά άτομικά συμφέρονχα σέ διαμάχη κι άπ' τή σύγκρουση ά-νάμε3α σχδν έκμεχ χλλευτή της γί]ς καΐ τδν Ιδ-.οκχήχη χης, ξεπρό-βαλε ή \ίορψί\ διακανονισμοΰ πού ύπηρξε καλύτερη γιά χήν κοινω-νία.
(18R3-64) «θεωρία τής Ίδιοκτησίας», σελ. 32-35.
Σκοπός μου έδώ είναι νά έδραιώσω δλόκληρη χήν προηγούμε-νη κραική μου γιά χήν ίδιοκτησία, πού όδηγεΐ στήν άπόδειξη τΐ)ς θέσης πώς δν πρόκειτα: ν' άναγνωριστεϊ ή Εδ^κτησία, αύτό μπο-ρεϊ νά γίνει μόνο δν άναγνωρίσουμε έπίσης καί σχίς λρχές τί(ς Πανταχοΰ Παρούσας ήιχαιοοιίνη ς , t fj { Κυριαρχίας τοθ Άτόμου καΐ τ fj ς Ό μ ο-σ π ο ν δ ί α ς .
(18G3-64) «θεωρία τ•?)ς Ίδιοκτησίας», σελ. 64.
33
*Η νέα θεωρία τής Ιδιοκτησίας
Δέν εΐναι σχή βασιχή χης άρχή, οδτε στήν καχαγωγή της, οδτε στό φυσικό της χαρακχήρα, ποΰ Θά τζρέπα νά ψάξουμει γιά τή δικαίωση τί)ς Ιδιοκχησίας. Άπ' δλες αυχές τΐς άπόψεις, ή ίδιοκχη-σία δέν έχει χίποχα περισσόχερο νά προσφέρει άπ' τή νομή. Ή δι-καίωσή της βρίσκεχαι σχούς ΣΚΟΠΟΓΣ της. . .
Τδ μόνο πράγμα πού ξέρουμε μέ κάθε βεβαιότητα γιά τήν Ιδιο-κχησία, πού τήν ξεχωρίζει άπ' τή νομή, είναι πώς εΐναι άπόλυτη κι &δικη. ΚαΙ σ' αύχά άκριβώς τ4 πράγμαχα, σχήν άπόλυχη φύση χης καΐ τΐς καχαχρήσεις — γιά νά, μή χρησιμοποιήσουμε βαρύχερο ίρο — πού δδηγεΐ, εΐναι πού πρέπει νά ψάξουμε γιά ν* άνακαλύ-ψουμε χή φύση τών σκοπθν της.
(1853-64) «θεωρία. ττ]ς Ίδιοκιησίας», σελ. 128,129.
"Οχαν λέω πώς οί σκοποΐ τ?)ς Ιδιοκτησίας, δ τρ6ποζ πού λει-χουργεΐ καΐ καχά συν*έπεια ή δικαιολόγησή της πρέπει ν' άναζιτττ}-θοθν σχΐς καχαχρήσεις χης, &ς γίν« ξεκάθαρο πώς λέγονχας έχσι, δέ βλέπω χόν έαυχό μου σά, ν& όμνεΐ αότές χΐς καχαχρήσεις, οί δ-ποϊες εΓνα: κακές καθαυχές καΐ τΐς δποίες δλ κ θέλουν νά καταρ-γήαουν. Έννοώ δχι έπειδή ή Ιδιοκχησία εΐναι άπόλυχη, δέν ύπόκει-χαι σέ κανένα περιορισμδ κι εΐναι έπομένως άπροσδιδριστος δ σκο-πός της, άν ίχει κάποίθ, κι ή λείχουργία χης, άν άληθεύεί δτι άπο-χελεΐ Ινα μέρος τοθ κοινωνικοθ δργανισμοθ, μπορεΤ ν' άνακαλυφθεΐ μδνο δν μελετήσουμε χΐς καχαχρήσεις χης. "Οχαν είναι γνωσχή ή λειχουργία της χι ή δικα/ωσή χης ?χεί άποδείχθεί άπ' χδ σκοπό
35
της, τίτε μ 5νο μποροΰμε νά προσπαΦήσουμε ν' άνκχκαλύψουμε τρό-πους γιά νά έξαλείψουμε τίς χαταχρήσεις της.
(1863-64) «θεωρία χής Ίδιοκχησίας», σελ. 154-55.
Ολοι οί πολίχες εχουν χά ίδια δικαιώμαχα καί τήν Γδια άξιο-πρέπεια μέσα στό Κράχος.
"Αν ή φύση χούς δημιούργησε μέ &νισες δημιουργικές Ιχανό-τητες, έναπόκειχαι αχή φύση χοΰ πολιτισμοθ καΐ σχούς νόμους, νά περΐορίσουν πρακχικά τά άποχελέσματα αύχής χΐ)ς άνισόχηχας, προ-σφέρονχας σέ δλους τϊς ίδιες έγγυήσεις χαί, δσο χό δυνατό περισ-σότερο, χήν Γδια μόρφωση. Άλλά ή ίδιοκτησία έμποδίζει αύχή τήν έπιθυμηχή διαδικασία. μέ χίς συνεχεϊς μεχαβιβάσεις χης xal χή δη-μιουργία μονοπωλιακών προνομίων. Σάν άποχέλεσμα, ή ίδιοκτησία θεωρεΐται σάν Ινα έμπόδιο γιά τήν ίσόχηχα καΐ τοποθεχεΐχαι, άπ' αύτή χήν 4ποψη, χαμηλόχερα άπ' δ,χς ή νομή.
(1863-64) «θεωρία χγ)ς Ίδιοκχησίας», σελ. 146.
Ή ίδιοκχησία είναι άπ' τή φύίη χης ένχελώς άδιάφορη γς& χή δομή χης έξουσίας, οδτε εϊναι μοναρχική, δημοχρατική, άρισχοκρα-χ-.κή, συνχαγμαχική ή δεσποχική. Έκεϊνο ποΰ θέλει εΐναι νά εχει κάχω άπό τδν Ιλεγχό της ι6 κράτος, χδ πολίτικδ σώμα xal τήν κυ-βέρνηση νά λειχουργεΐ διαμέσου αύτης κα,Ι γιά χάρη χης, στή διά-θεσή της καί για δφελός χης. . .
Πάνω άπ' δλα, ή κυβέρνηση πρέπει v&vat δημιούργημα καί δοθλος χγ)ς ίδ-.οκχησιας, διαφορεχίκά θά καχασχραφεΐ. Καμιά έξου-σία δέν μπορεΐ νά χής άνχισχαθεϊ, χαμιά ίερή δυναστεία δέν ύπάρχεί •γι* αύχή, κανένα άπαραβίασχο σύνχαγμα. . .
Ξέρουαε χί συνίβηχε καχά χή διάρκεια χτ)ς Γαλλικής Έπανά-στχσης: άνχγχαστ'.κή πώληση ή καχάσχεση χοθ ένδς τρίχου χ•^ς γί)ς ή μεχαχροπή χης σέ ίδιοκχησίες έλεύθερες άπό φεουδαλικούς φό-ρ^υς — πού πραγματικά καΐαργήθηκαν. Ό νόμος χής πρωχογέννει-ας καχαργήθηκε. Άπούληχα φέουδα μεχατράπηχαν σέ έλεύθερες κχηματίχές ίδιοκχησίες. Νά χί Ικανε χή Γαλλία μιά δημοκραχία.
Στ« 1799, ή ίδιοκχησία σχή νέα χης μορφή έπιβλήθηκε μ' ξ-
:}6
να πραξιχόπη|ΐα xat κατάργησε τή δημοκρατία. Δεχατέσσερα χρό-νια άργόχερα, δυσαρεσχημένη μέ χόν Αύχοκράχορα πού τήν κραχοθ-σε κάτω άπό ϊλεγχο, έγχατέλειφε χό Ναπολέονχα χι ίβοιλε τέλος σχήν αύτοχραχορική έξουσία. Ή Ιδιοκτησία ήχαν έχείνη πού oxi 1836 προκάλεσε χήν πτώση τοΰ Κάρολου χοθ ΙΟοο καΐ τοθ Λου-σαν διχασμένοι, ένώ ή μεσαία τάξη ή μιχροϊδιοχχήτες, ήχαν Ixot-δοβίκου Φίλιππου σχά 1848. Οί μεγαλοαστοί ή μεγαλοϊδιοχχηχες ή-μη νά έξεγερθεΐ. Μιά χούφτα Δημοκραχιχοί, άχολουθούμενα άπ6 μιά, μερίδα χοΰ κοινοΰ λαοθ, ήχαν έχεϊνοι πού τακχοποίησαν τήν ύ-πόθεση. Άπ' χή σχιγμή πού Ιφυγε άπ' χή μέση δ Λουδοβίκος Φί-λιππος, ή έξουσία 8i Ιπρεπε λογ'.χά ν&ναΓσχ&, 'χέρια χών Δημοχρα-χιχών- Ή λογική δμως δέν Ijaxpatet πάνχοχε... Ή Ιδιοχχηαία, ή δποία γιά μιά σχιγμή είχε αίφνιδ^χσχεί, ϊκανε πάλι σύνχομα χήν έμφάνισή χης χι άνέχρεψε τή Δημοχραχία γιά δεύχερη ψορά. Ά-φοΰ δ άπλός λαός δέν διέθεχε τίποτα, ή δημοκραχία σχηριζόχαν σχό χενό. Τό πραξιχόπημα χ^ς 2ας χοθ Δεχέμβρη, δπως χι έκεΐνο χής 18ης Μ π ρ υ μ a I ρ (4) είχε έπιχυχία γιαχΐ ύποσχη-ριζόχαν άπ' τήν Ζδιοκχησία. Ό Λουδοβίκος Ναπολέων άπλώς πρό-βλεψε χίς έπιθυμίες χτ]ς άσχικης χάξης κι ήχαν διπλλ σίγουρος γι4 χήν έπιχυχία, άφοθ δ κοινός λαδς έβλεπε σ' αύχδν χόν προσχάχη χου άπ' χήν έκμεχάλλευση χών άσχών.
Έπομένως είναι φανερό δτι ή ίδιοχχησία καθαυχή δέν δφεί-λει ύποχαγή σέ καμιά συγκεκριμένη μορψη χυβέρνησης xal δέν δε-σμεύεχαι άπδ κανένα δυνασχικδ ή vojuxi δεσμό. Ή πολιχική χης μπορεΐ νά συνοψισχεΐ σέ μιά μόνο λέξη: έκμεχάλλευση ή άχόμα κι άναρχία. Άποτελεΐ χόν φοβερώτερο έχθρό καΐ πιδ ΰπουλο σύμμαχο κάθε μορφής έξουσίας. Κονχολογής, σχή (Τχέση χης μέ χό Κράτος, καχευθύνεχαι άπδ μιά μόνο άρχή, 2να συναίσθημα, μιά ίγνοια: χήν ίδιοχέλεια ή έγωισ;ιό. . .
Ν& γιαχΐ δλες οί κυβερνήσεις, δλες οί ούχοπίες κι δλες οί Έκ-χλησίες δέν έμπιστεύονχαι χήν ίδιοχτησία, γιά νά μήν άναφέρουμε χό Λυκοθργο xal χδν Πλάχωνα, οί bnoloi άπαγόρευσαν τήν Ιδιοχχη-σία — δπως καί τήν ποίηση — οτϊς δημοκραχίες χους ή χούς Καί-σαρες, δημοφιλείς ήγέχες ποΰ χαχαπαχοΰσαν μονο γιλ ν' άποχχή-σουν ίδιοκχησία χαί παραβίαζαν χά διχαιώμαχα χών πολιχών μόλις γίνονχαν διχχάχορες. . .
37
Στό φώς δλων αύτών τών γεγονότων, μποροθμε ν* βγάλουμε τό συμπέρασμα πώς ή ίδιοκτησία εΐναι ή μεγαλύτερη έπαναστατική δύναμη πού ύπάρχει, μέ \ίΐί άπαράμιλλη ίκανότητα ν& άντιτίθεται στήν έξουσία. . .
Άκόμα xt άν έχει τό πιδ δρθολογικό Σύνταγμα κι fiv elvou έξαιρετικά φιλελεύθερο καΐ καλοπροαίρετο, τό Κράτος είναι άκα-ταμάχητα ίσχυρό κι ίκανό νά καταστρέψει δ,τιδήποτε γύρω του, άν \δέν έξισορροπεΐται άπδ κάποια άλλη δύναμη. Π κά &λλη δύναμη ε!ναι διαθέ3ΐμη; Όλόκληρη ή δύναμη τοΰ Κράτους έγκειται στήν ύποστήριξη πού δέχεται άπ' τοΰς πολίτες του. Τ£ Κράτος εΐναι ή συνισταμένη δλων τών γενικών συμφερόντων. Τποστηρίζεται άπ' τή γενική θέληση κι ύποβοηθεΐται άπ' τή συνισταμένη ττ)ς δύναμης δλων τών μελών του. Ποίά δύναμη θά μποροθσε νά έξισορρ&πήσει Ικανοποιητικά τήν τεράστια δύναμη τοθ Κράτους; Μόνο μιά. δπάρ-χει: ή ίδιοκτησία. Οί ένωμένες δυνάμεις ττ)ς ίδιοκτησίας θ' άποτε-λοΰσαν πραγματικά μι& δύναμη ποϋ θδταν Γση μέ τή δύναμη τοϋ Κράτους. θά μποροΰααν νά μάς ρωτή-jouv γιατί ή νομή ή ή φεουδα-λική ίδιοκτησία δέν μπορσΰσαν νά χρησιμεύσουν σάν άντίβαρο. Ό λόγος είναι πώς ή νομή καΐ τό φέουδο είναι ΚρατικοΙ θεσμοΐ κι έπομένως άφοθ κάθε μιά άποτελεΐ άναπόσπαστο μέρος τοθ Κρά-τους, 'δέν μποροΰν ν' άντ•.τχχθοΰν στδ κράτος άλλ& μ&λλον τδ ύπο-στηρίζουν. Τό βάρος τους πέφτει άπό τήν ίδια. μεριά τής ζυγα-ριάς κι ίτσι δέν μποροΰν ν* δημιουργήσουν ίσορροπία, άλλά ν& προσΑέσουν μόνο περισσίτερη βαρύτητα στήν κυβερνητική έξουσία... Γιά νά μπορεί μιά δύναμη νά υποχρεώσει κάποια άλλη νά τή σέβεται, ή κάθε μια θά πρέπει ν&ναι άνεξάρτητη άπ' τήν δλλη. θά πρέπει νδνοα δυό ξεχωριστές δυνάμε'.ς, •δχι μιά. Γιά νά ύπολο-γίζετ». λοιπδν ό πολίτης σ' ό,τιδήποτε συμβχίνει μέ3α στδ Κρά-τος, ή προ•3ωπική Ιλευθερία δέν εΓναι άρκετή. Ή άτομικάτητά του, δ~ο)ς κι ή άτομικότητα τοΰ Κράτους, θά πρέπει νά βασίζετα'. σέ κάτι ύλικό, τδ δποίο πρέπει να κατέχει άπόλυτα, δπως άκρίβως τ& Κράτος κατέχει άπόλυτα τήν δημόσια περιουσία. Ή άτομική Ιδιο-κτησία προσφέρει αύτή τή 6άί?η.
Ή κυριώτερη λειτουργία τής άτομικί)ς ίδιοκτησίας μέσα στά πλαίαια TOU πολ'.τικοϋ συατήατος, ftivat νά ένεργεΐ σάν άντίβαρο στήν Κρατική έξουσία καί κάνοντας αύτδ νά δ'.ασφαλίζει τήν έλεο-
38
θερία τοθ άτόμου. "Αν ή λειτουργία αύτή κατασταλεΐ ή, γι& νά τδ θέσω μέ κάπαο &λλο τρόπο (πού ούσιαστικά είναι τδ ΐδιο πράγ-μα), άν ή ίδιοκτησία πάψει πιά νάναι τόσο άπόλυτη, στδ βαθμύ πού τήν Εχουμε δεΐ νά εΐναι, άν αύτό πάψει πιά vivcw τδ χαρακτη-ριστικό της γνώρισμα, iv τής έπιβληθοθν περιορισμοί κι δ,ν κηρυ-χθεΐ ά[ΐεταβίβασι:η ή άδιαίρετη, τότε χάνει δμεσα τή δύναμή της καΐ παύει πιά νά ϊχει δποιαδήποτε βαρύτητα. Ξαναγίνεται άπλώς μι& χορηγία ή μιά άβέβαιη κατοχή. Άποτελεΐ μιά, φεουδαρχική έξ-άρτηση ττ)ς κυβέρνησης, άνίκανη νά δράσει ένάγτια σ' αύτή.
Έπομένως, ύπάρχει μιά σύγκρουση άνάμεσα oti άπόλυτα δι-καιώματα τοθ Κράτους xal τδ άπόλυτο δικαίωμα τοθ Ίδιοκτήτη. (1863 - 64) «θεωρία τί)ς Ίδιοκτησίας», σελ. 131, 134-38.
39
4
Άποσπάσματα and τή γενική ίδέα τής έπα νάστασης στό 19ο αΐώνα
Οί αίχίες τ fj ς Έπανάστασης
Ύπάρχει μ'.ά γνώμη πού ύποστηρίζεται σήμερα, τόσο άπό άν-θρώπους μέ προχωρημένες άντιλήψεις, δσο κι άπδ συντηρητικούς, πώς μι* έπανάσταση μπορεΐ νά σταματήσει, vi χατασταλεί, ν& άπο-προσανατολιστεϊ ή να διαοτρεβλωθεΐ, δν όποστεΐ μιά έπίθεση στΐς άπαρχές της. "Ott μόνο δυδ πράγματα χρειάζονται γι* αύτό, διορα-τιχότητα xai δύναμη. . .
Κατά συνέπεια ή Άντίδραση, τό σπέρμα too δεσποτισμοθ, 6pi-σκεται μέσα στήν χαρδιά δλων. Έχδηλώνεται στ& δυδ δχρα τοθ πολιτιχοϋ δρίζοντα. . .
Νά σταματή3ει μιά έπανάσταση! Δέν φαίνεται αύτό σά μι& άπε*.λή ένάντιχ σχήν πρόναα,, μιά πρόχληση ποΰ έχσφενδονίζεται ένάντ'.α στήν ίχαμπτη Μοι'ρα, μέ μιά λέξη, 6 μεγαλύτερος παρα-λογισμός ποΰ μποροθμε νά φανταστοΰμε; Έμποδείστε Ινα άντιχείμε-νο πού πέφτει, τή φωτιά νά χαίει, τόν ήλιο νά λάμπει!
Ή έπανάσταση άποτελεϊ μιά δύναμη τήν δποία δέ μπορεϊ νά Ιμποδίσα καμ:ά δύναμη, θεϊχή ή άνθρώπινη, ή φύση τής δποίας ένισχύεται xt άναπτύσσεται άπ' τήν ίδια άκριβώς τήν άντίσταση πού άντιμετωπίζει. . . Ή έπανάσταση ποτέ δέν έγκαταλείπεται γιά τόν άπλ6 λόγο δτι ποτέ δεν έχει τδ &δικο μέ τό μέρος της.
Κάθε έπανάσταητ) έκδηλώνετοα πρώτα σά λαϊχή διαμαρτυρία, μ:λ χαταγγελίχ ένάντια 3έ μιά φαύλη χατάστχση πραγμάϊων, πού
41
ol φτωχοί είναι πάνχοχε οί πρώχοι πού 9i τήν αίσθανθοϋν. Ή έξέ-γερση είναι άνχίθεχη μέ τή φύση χών μαζών, έκχδς άν στρέφεται ένάνχια σέ κεΤνο πού τίς πληγώνει, ύλιχά i) ήθικά.
Ό χυρίκρχος κανόνας
Ποιός είναι δ κανόνας πού κυριαρχεΐ σχήν ύπάρχουσα κοινω-νία; Ό καθένας μέ χδν έαυτό χου, δ καθένας γι& χδν έαυτό του, θεδς καΐ Τύχη γιά δλους. Τδ προνόμιο πού προκύπτει άπ' τήν τύ-χη, άπό μιά έμπορική έπιχυχία, άπδ δποιαδήροχε ριψοκ£νδυνη μέ-θοδο προσφέρει ή χαοχική καχάσχαση ττ}ς βιομηχανίας. άποτελεϊ χόχε Ινα ζήχημα πρόνοιας, πού δλοι πρέπει vi σέβονται.ί
Άπ' χήν δλλη μεριά, ποιός εΐναι δ σκοπδς χής κυβέρνησης: Νά άποφασίζει καΐ vi διασφαλίζει τδν καθένα προ^ωπ'.κί, χή βιο-μηχ*νίχ του, τήν ΙδοσκΓτρία του. Άλλά άν άπ' τήν xvafpccuorqxx χων πραγμάχων, ή Ιδιοκχησία, xi πλούχη κι οί άνίσεις ίιηγαίνουν δλα άπ' χή μιά μεριά κι ή φχώχεια άπ' χήν &λλη, είναι φανερδ δτι ή κυβέρνηση έχει δημ'.ουργηθεΐ yti vi ύπερασπίζε'. τοΰς πλούσιους Ivivxca σχούς φχωχούς.
Ή καχαγωγή χ ■?} ς Κυβέρνησης.
Ή πείρα δείχνει, πραγμαχικά, δχι πανχοθ κα'ι πάντοτε ή κυ• βέρνηση Ιχει χαχθεϊ μέ χδ μέρος χών πιό πλούσιων καΐ πιδ μορφω-μένων χάξεων. . . κι άνχΐ vi διαχηρεΤ χήν έλευθερία καΐ χήν Ισό-χηχα δλων, έργάζεχαι έπίμονα γιά. vi χήν καχαστρέψει, χάρη πή φυσική χης προδιάθεση άπένανχι σχό προνδμιο.
Ή Άμεση νομοθεσία, ή δμεαη κυβέρνηση, εΓναι πανάρχαια ψίμ«τζ, πού πρισπαθοθν μάταια ν' άνανεωθοθν. "Αμεσα ή ίμμεσα, ά-πλά ή ποΧύπΙογΛ, χδ vie χυβερνας χούς άνθρώπους &i σημαίνκ πάνχοχε vi έξαπαχ^ς χούς άνθρώπους. ΕΙναι πάνχοχε δ 5νθρωπος πού διαχάζει χδν ίνθρωπο, έκεΐνος πού σκοχώνει τήν έλευθερία.
42
Τ £ εΐναι ή Κυβέρνηση;
ΤΩ άν&ρώπινη προσωπικόχηχα! Πώς γίνεχαι καΐ ούρθηκες μέσα σ' αύχή χήν προσχυχιά έξήνχα δλόκληρους αίώνες; Άποκα-λεΐς χδν έαυχό σου ίερδ καί καθαρδ άλλά δέν εΓσαι παρά μδνο ή πδρνη, χδ κορόϊδο, δ γελωχοποιός χών ύπηρεχών καΐ χών μισθοΦΟ-ρων στραχιωχών σου. Τδ ξέρεις αύχδ καί χδ άνέχεσαι!
Σέ ΚΓΒΕΡΝΟΓΝ σημαίνει σέ έπιχηροθν, σέ έποπχεύουν, σέ χαφιεδίζουν, σέ νομοθετοΰν, σέ ρυθμίζουν. σέ περιχαρακώνουν, σέ διαπαιδαγωγοΰν, σοΰ κάνουν καχήχηση, σέ έλέγχουν, σέ κοσχολο-γοϋν, σέ άποχιμοΰν, σέ μεχροϋν, σέ διοικοΰν δνχα πού δέν Ιχουν οδχε χδ δικαίωμα, ουχε χή γνώση, οδχε χήν άρεχή γι' αΰχό.
Σέ ΚΓΒΕΡΝΟΓΝ σημαίνει, σέ κάθε έπιχείρηση, σέ κάθε συν-αλλαγή, σέ κάθε κίνηση, σέ σημεκόνουν, σέ καχαγράφουν, σέ ά-πογράφουν, σέ ζυγίζουν, ηϊ χαξινομοΰν. σέ φορολογοΰν, σέ όποση-μειώνουν, σέ Ιμποδίζουν, σέ μεχασχηματιζουν, σέ άνασχηλώνουν, σέ διορθ(όνουν. Σηιιαίνει μέ χό πρόσχημα τ7\ς δημόσιας ώφέλειας καΐ χοθ γενικοθ συμφέρονχος, νά σέ καχαχωροθν, να σέ έξαγορά-ζουν, νά σέ έκμεχαλλεύονται, νά σέ γδύνουν, vi σέ συμπιέζουν, vi σέ μυσχικοπο'.οθν, νά σέ κλέβουν' κι Ιπειχα μέ χήν παραμικρή άνχί-σχαση. μέ χήν παραμικρή διαμαρχυρίκ, νά σέ καταδιώκουν, νά σέ προπηλακίζουν, vi σέ χαλανίζουν, vi σέ κυνηγοθν, vi σέ λοιδω-ροθν, vi σέ άνασκολπιζουν, να σέ άφοπλίζουν, να σέ δένουν χειρο-πόδαρα, vi σέ γώνουν φυλακή, ν* σέ τουφεκίζουν, vi σέ πυροβο-λοΰν, vi σέ δικάζουν, vi σέ καχαδικάζουν, vi σέ θυσιάζουν, vi σέ πουλοΰν, vi σέ προδίδουν καί, σαν άποκορύφωμα, vi σέ έμπαίζουν, vi σέ χλευάζουν, vi σέ ξεφτελίζουν, vi σέ &7.3«νίζουν, να σέ άχι-μάζουν. Αηχή είναι ή έξουσία, αύχή εΓναι ή δικοαοσύνη χης, αύτή είναι ή ήθική της! Kal να σκεςρθεΐς δχι ύπάρχουν άνάμεσά μας δηιιοκράχες πού ύποστηρίζουν δχι ή κυβέρνηση ?χει xt δρισμένα καλα — σοαιαλιατίς πού ύποσχηριζουν αιύχή χήν πρθ3τυχι& σχ' δ-voiwc χής Έλευθερίας, χής Ίσδχηχας καΐ Άδελφότηχας — προλε-τάριοι ποΰ άναγγέλλουν χήν ύποψηφιίχηχά χους yti τό άξίωμα χοθ Προέδρου τΐ)ς Δημοκραχίας! Τί ύποκρισία!
43
Σχέψεις πάνω ατό συγχεντρωτισμό χαΐ στόν Κομμουνισμό.
Ή ύπαλληλοχραχία ώθεϊ σχδν Κραχιχδ Κομμουνισμδ, στήν ά-πορρόφηαη χάθε τοπιχής χι άχομιχτ]ς ξωής άπ' χδ διαχητιχδ μη-χανοσμό, σχήν χαταστροφή χάθε έλεύθερης σχέψης. "Ολος 6 χόσμος ζηχδ τή σχέγασή χου χάτω άπ' χή σχέπη τής έξουσίας, ζηχδ ν& ζή-σει σέ βάρος χοθ δημόσιου.
Μέ χή συνεχή έπέκταση τί)ς συγχεντροποίησης. .. τά πράγμα-τα ϊφβασαν οί χέχαο σημεΐο ώσχε ή χανωνία χι ή κυβέρνηστ] δέν μποροθν πι4 νά ζήσουν μαζ{. Δέν ύπάρχει χίποτα, άπολύτως τ(πο-τα μέσα σχδ Κράχος, άπ' τήν κορυφή &ς χή βάση χτ)ς γραφειοχρα-τίας, πού ν& μήν άποχελεϊ καχάχρηση πού πρέπει ν& έξαλκφΑεί, παρασιχισμό πού πρέπει νά έξαφανισχεί, δργ«νο κυριοφχίας πού πρέπει νά καχασχραφεΐ. ΚαΙ |ΐδς μιλάχε γι& διαχήρηση τοθ Κρά-χους, γιά αδξηση τ•^ς άρμοδιόχηχας χοθ Κράτους, γιά περισσόχερη ένίσχυση χής έξουσίας τοΰ Κράχους! ΚαΙ λέχε κατόπιν Ιχι είστβ έπανασχάχης! . .
Τδ κομμουνισχικδ σύσχημα, χυβερνητιχό, διχτατοριχό, αύ-ταρχικό, δογμαχιχό, ξεχινά άπ' τήν άρχή δτι χδ 4τομο ύπάγεται οόσιασχικα στήν κοινόχηχα. Σάν σχραχδς πού χυρίεψε χ& xavovta χοΰ έχθροθ, δ κομμουνισμδς δέν κάνει τίποτα ίλλο άπ' τδ ν& στρέ-φει ένάνχια σχό σχραχό χίδν ίδιοκχηχών χδ πυροβολικό του. Δέν εί-ναι χίποχα δλλο παρ& μιά συγκροχημένη δημοκραχία, έπιφανειακλ βασιζόμενη στή δικχαχορία τών μαζών, άλλά δπου ot μάζες δέν ί-χουν άπ' χήν έξουσία παρά δ,τι χρειάζεχαι γιά τή διασφάλιση ττ)ς καθολικης δουλείας, σύμφωνα μέ τΐς παρακάχω φόρμουλες, πού Ι• χουν παρθεί άπ* χδν παλιό δεσποτισμό:
Άδιαίρεχο χτ)ς έξουσίας,
Άπορροφηχική συγκενχροποίηση,
Συσχημαχική καχασχροφή κάθε άχομικής, συνχεχνιακής xal χοπικής σκέψη?, θεωρημένης σάν διασπασχικής,
ΊεροεξεταστικοΟ τύπου άστυνομία.
Οί «έξουσιαστικοί» σοσιαλιστές άποσκοποθν σέ μιά «έπα-νάσταση άπδ τά πάνω». Τποστηρίζουν δτι μετ* τήν Έπανάσταση θά ττρέπει νά συνεχιαχεί τδ Κράτος. Διατηροθν xai έπεχτείνοον
U
τδ Κράτος, τήν έξουσία, τήν χυβέρνηση. Τό μόνο πού χάνουν εΐναι ν' άλλάζουν τΐς όνομασίες. . . . Σάν ν' άρχεί ή άλλαγή τών λέξεων γιά ν' άλλάξουν τά πράγματα! 'Η χυβέρνηση είναι άπ' τή φύση της άνχεπαναστατιχή. . . Βάλτε στήν έξουσία άχόμα xal τδν &γιο Bt-κέντιο: θα γίνει Γκιζώ ή Ταλλεϋράνδος. . .
"Οπως δ άτομ'.κισμός εΐναι xb πρωταρχικδ γεγονός τής άν-θρωπινότητας, ετσι xt ή συνένωστ; δ συμπληρωματικός της δρος. Οί άλλοι, Οεωρώντας δτι δ ά,νθρωπος δέν ϊχει άξία παρά μέσα άπ' τήν κοινωνία. . . τει'νουν ν' άπορροφήσουν τό άτομο στήν χοινότη-τα. Τέτοιο εΐναι τό κοαμουνισχικό σύστημα, ή παρακμή τής προ-σωπιχότηχας zzb δν&μα χής κανωνίας ε?ναι... τυραννία, μ/.α μυσχιχή xt άνώνυμη τυραννία' δέν εΐναι συνένωαη.. . Ή κοινωνία θ' άπστε-ρηβζϊ χή ζωτ-.κή ΐ7]ί χρχή δταν άπογυμνώχι χήν άνθρώπινη προσω-^κόχτρα άπ' χά προνόμιά. χης.
0 ί νόμοι χι δ προλεχάριος
Νόμοι γιά κεΐνον r.w σκέπχεχαι γιά χόν Γδιο xal πού δφειλε ν' άπολογεΐχία μόνο γικ χ'ς δικές χου πράξεις; νόμοι γιά χεΐνον ποΰ θέλει vilyat έλεύθερος κι αίσθάνεχαι πώς είναι άνχλξιος χΐ]ς έ-λευθερίας; Είμαι Ιχοιμος νά διαπραγμαχευχώ, άλλά δέν θέλω νό-μους. Δέν άναγνωρίζω κανένα άπ' αύχούς: διαμαρχύρομοα ένάνχια σέ κάθε διαχαγή που πιθανόν κάποια δύνοομη νά θέλει νά έπιβάλλει σχήν έλεύθερη θέλησή μου, λόγω κάποιας ύποχιθέμενης άνάγκης. Νόμοι! Ξέρουμε χί είναι καΐ τί άξίζουν! ΊσχοΙ άράχνης γιά χδν πλούσιο κι ίσχυρό, άχσαλένιες άλυσσίδες γιά χόν άνίσχυρο xal φχω-χό, δίχχυα ψαρέμαχος σχά χέρια χης χυβέρνησης.
"Ο,χι γι. δν είνχι, άκοΰτ:ε, δνθρωπα χής έξουσίας, xi λδγια χοΰ παραγωγοΰ, χοΰ προλεχάριου, χοθ σκλάβου, άπ' χόν δποΐο περι-μένεχε νά έξαναγκασχεί νά δουλέψει για σάς: δέ ζηχώ ούχε χ' άγα-θά, οΰχε χα χρήμαχα κανενδς καΐ δέν είμαι διαχεθειμένος νά έπι-χρέψω νά γίνει βορρά όποιουδήποχε χό προϊόν χης έργασίας μου. Έπιθυμώ έπίσης χήν χάξη, δσο καί κεΐνοι πού χήν διαχαράσσουν συ-νεχώς μέ χήν ύποχιθέμενη κυβέρνησή χους, άλλά χή θέλω σάν άπο-χέλεομα χής έλεύθερης έκλογης [ΐου, jui προθπόθεοη χής έργασίας
45
μου, ένα νόμο xffi λογικής μου. Δέ θ& ύποταχθώ σ' αΰτήν δταν προ-έρχεται άπ' τή θέληση κάποιου 4λλου καΐ μοϋ έπιβάλλει τή θυσία καΐ τήν δποταγή σλν προκαταρκτικούς δρους.
Ή έλευθερία κι ή πολιτική.
Ή έλευθερία, ή Ισότητα, ή πρ6ο5ος, μέ δλες τΐς στομφώδεις τους συνέπειες, είναι γραμμένες στά κείμενα τών συνταγμάτων καΐ τών νδμων•. Δέν ύπάρχει οδτε Ιχνος άπ' αύτές μίσα στούς θεσμούς. Ή πανάρχαια ίεραρχία τών τάξεων Εχει άντικατασταθεΐ άπό Ινα χυδαϊο φεουδαρχισμό, πού βασίζεται πάνω στήν έμπορευματική καΐ 6ςομτ}χανοκή τοκογλυφία. Μέσα άπδ ένα χάος συμφερόντων, Ινα γενικευμένο άνταγωνισμδ άρχών, μιά έξαχρείωση τοθ νόμου, οί καταχρήσεις ίχουν άλλάξει τήν προσωπίδα πού Εφεραν πρΐν άπ' τήν έπανάσταση τοϋ '89, γιά νά υίοθετήσουν μιά διαφορετική μορφή όργάνωσης. Δέν έλαττώθηκαν οδτε άπό δποψη άρίθμοθ οδχε άπό ίποψη βαρύτητας. Έξαιτίας τοϋ δτι άπορροφηθήκαμε μέ τήν πολιτιχή, λησμονη3αμε ύντελώς τήν κοινωνική οίχονομία. Μ' αώ-τό τδν τρόπο ήταν πού τδ Ιδιο τό δημοκρατικδ κδμμα, δ κληρονδ-μος τ )ς πρώτης έπανάστασης, κατέληξε ν& προσπαθεϊ νά μεταρρυ-μίαει τήν κανωνία καθιερώνοντα ; τήν πρωτοβουλία τοθ Κράχους, νλ δημιουργήσει θεσμούς μέ τή βόήθκα τής γόνιμης άποτελεσμα-τικότητας τής Έξουσίας; κοντολογης, ν* διορθώσει μία κατάχρη-ση μέ μια δλλη.
Μέ τδ ν&ναι δλα τά. μυαλ& άπορροφημενα μέ τήν ποληική, ή Κοινωνία έπαναλαμβάνεο Ινα κύκλο σφαλμάτων, έξωθώντας τό κε-φάλαιο σέ μι& πιό συνθλιπτική συσσώρευση, τδ Κράτος σέ μιά έπ-έκταση τών προνομίων του, γίνεται δηλαδή δλοένα χαΐ πιδ τυραν-νιχό, τΐς έργαζόμενες ιάξεις σ' 2να άνεπανόρθωτο έκφυλισμό, σω-ματικά, ήθικλ καΐ πνευματικά.
"Αν ol δνθρωποι γίνουν νομοθέτες, τ£ χρειάζονται ol άντιπρδ-σωποι; "Λν οί δνθρωποι αύτοκυβερνώντοα, τί χρειάζονταί οί όπουρ-γοί; "Αν τούς δώσουμε τόν ίλεγχο, τ£ θά γίνει ή έξουσία μας;
46
Τά Κοινωνιχά Συστήματα.
Τά συστήματα άφθονοΰν. Τά προγράμμαχα πέφτουν σά 6ρο-χή. Ό Ινας θά δργάνωνε τά έργοστάσια, κάπαος 4λλος τήν κυ-βέρνηση, στήν δποία ίχει μεγολύτερη έμπιστοσύνη. . . "Ετσι ή σχολή τοθ ΣαΙν Σιμόν, ξεπερνώντας τήν Ιδέα τοθ Ιδρυτή της, δη-μιούργησε Ινα σύστημα. Ό Φουριέ δημιούργησε Ινα σύσττ2μα, 6 "Οουεν Ινα σύστημα, δ Καμπέ Ινα σύστημα, δ Πιέρ Λερού £να σύ-στηιχα, δ Λουί Μπλάν Ινα σύστημα, δπως χι δ Μπαμπέφ, δ Τόμας Μόρ, δ Καμπανέλλα, δ Πλάτωνας χι δλλοι πρΐν άπ' αύτούς, ot δ-ποΐοι, δ χαθένας ξεχινώντας άπό μι4 μόνο άρχή, δημιούργησαν συ-στήματα. Κι δλα αύτά τά συσχήματα, πού ήταν άνταγωνιστιχά άνάμεσά τους, άντιτίθονται έξίσου στήν πρδοδο. "Αστε χήν άνθρω-πότητα νά χαθεΐ γρηγορότερα άπ' δ,τι δ χανδνας! Αύτδ είναι τό αύνθημα τών Ούτοπιστών, δπως ν. . δλων τών φανατιχών χάθε έπο-Χ*ίί•
Ό σοσιαλισμός, σχά χέρια τέτοιων έρμηνευτών, Ιγινε μιά θρη-σκε(α πού πιθανόν νά περνοΰσε, πρΐν άπδ 500 ή 600, χρόνια σάν μιά πρόοδο άπέναντι στόν Καθολικισμό, άλλά πού στδν 19ο αίώνα εΓναι έλάχιστα έπαναστατική.
Μολοντοΰτο, οί πρόμαχοι αύτοί, άπδ xotvoO, αίσθανόμενοι πδσο στείρα είναι ή άρχή τους, πόσο άντιτίθεται στήν έλευθερία, πδσο λ£-γες έπομένως πιθανΐτητες Ιχει γιά νά γίνει άποδεκτή σάν ή κυρί-αρχη φόρμουλα της έπανάστασης, καταβάλλουν τΐς πιό άπίστευ-τες προσπάθειες γιά νά διατηρήσουν αύτή τήν άβέβαιη άδελφοσύ-νη. Ό ΛουΙ Μπλάν ϊχει προγΐύρτρει τόσο πολύ, ώστε νά άντιστρέ-ψει τδ δημοκρατικδ σύνθημα, λές καΐ ήθελε νά έπαναστατικοποι-ήσει τήν έπανάσταση. Δέ λέει πιά, δπως λένε δλοι, κι δπως άπαι-τεϊ ή παράδοση:'
Έλευθερία, Ίσότητα, Άδελφότητχ, λέει Ίσότητα, Άδελφδτητα, ΈλευθερίαΙ Σήμερα άρχίζουμε μέ τήν *Ι ο 6 τ η τ α . Πρέπει νά πάρου-με τήν Ίσότητα σάν πρωταρχικό μας δρο. Θ4 πρέπει vi οίκοδομή-σουμε ιή νέα δομή ττ)ς έπανάστασης πάνω σ' αύτήν. "Οσο γιά τήν
47
Έλευθερία, αύτή συνάγεται άπ' τήν Άδελφότητα. Ό ΛουΙ Μπλάν όπόσχεται τήν έλευθερία μετ& τή συνένωση, δπως ol Γαπάδες όπόαχονται μετά τδ θάνατο τόν παράδεισο.
Τό άφήνω στήν κρίση σας ν& σκεφτεΐτε τί εΓδους σοσιαλισμδς θάναι έκεϊνος πού χρησιμοπαεϊ λογοπαίγνια.
Δικτατορία.
"Αστε έκείνους οί δποΐα, μέ περισσότερη τιμιότητα παρά σύ-νεση, άκολουθώντας τά 6ή|ΐατα τσϋ Δαντδν, ξαναζωντανεύουν τήν πρδταση γιά &μεση κυβέρνηση, οί δποΐοι, ξανά, σ4ν τόν Δαντόν, ύπενθυμίζουν στούς άνθρώπους τά άναφαίρετα δικαιώματά τους καΐ φωνάζουν: "0 χ t & λ λ ο ι δικτάτορες! *Οχι δλλοι δογματικοί! θυμ^στε τους δτι ή δικτατορία βρίσκεται στό τέλος τί)ς θεωρίας τους κι αύτδ τό Δ 6 γ μ α , τό δποΐο τόσο πολύ φοβοΰνται, εΓναι τδ δόγμα τοδ δίκαια τιμωρημένου προδότη τοϋ θερμιδώρ. Ή δμεση κυβέρνηση δέν εΐναι τίποτα 4λ-λο παρά ή πασίγνωστη μεταβατική περίοδος, κατά τή διάρκεια τί)ς δποίας δ λαίς, κουρασμένος άπ' τλ πολι-ακά πρήφάμματα παραδίδεται στή δεσποτική κυβέρνηση, δπου τδν περιμένουν οί φι-λοδοξίες τών άντιδραστικών. Μήπως ή σκέψη τί)ς δικτατορίας δέν Ιχει ήδη, καθώς γράφω αύτές τίς γραμμές, ά,πορριψβέΐ άπ* τδ λαό καΐ γίνει άποδεκτή άπ' τόν άνυπόμονο καΐ τό δειλδ;
Ά ν α ρ χ £ α
Ή ίδέα τής άναρχίας εΐχε αύτή τήν τύχη. ΆφοΟ ή άπδρρι-ψη της κυβέρνησης Ιχει άνανεωθεΐ μετά τήν έπανάσταση τοθ Φλε-βάρη, μέ νέο πάθος καΐ κάποια έπιτυχία, δρισμένοι σημαντικοΐ 4ν-Ορωποι μέσα στό δημόκρατικδ καΐ τό σοσιαλιστοκό κόμμα, τούς δ-πο'.ονς ή ίδέα τής Άναρχίας γέμιζε μέ άνησυχία, σκέφτηκαν δτι θά μποροθσαν νά ίδιοποιηθοθν τ&- έπιχειρήματα πού κατευθΰνονταν
48
ένάντια στήν κυβέρνηση καΐ πάνω σ' αύτα τ& έπιχειρήματα, πού ήταν βασικά άρνητικά, πιθανδν ν& άποκαταστοΰσαν οώτή άκριβώς τήν Γδια τήν άμφισβητούμενη άρχή, κάτω άπό Ινα νέα δνομα, καΐ μέ μερικές τροποποιήσεις. Δίχως νά Ιχουν πρόθεση, δίχως vi τδ ύποπτεύονται, ol ίντιμοι οωτοΐ πολίτες υίοθέτησαν τήν τοποθέτηση άντεπαναστατών, άφοΰ μιά πλαστογραφία, γιατί τελικά οώτή ή λέ-ξη έκφράζει τήν Ιδέα μου καλύτερα άπδ δποιαδήποτε 4λλη, μια πλαστογραφία, στΐς πολιτικές καί κοινωνικές ύποθέσεις, είναι πρα-γματικά άντεπανάτταση. . . Νά τί εΐναι στήν πραγματικδτητα αύ-τές οί παλινορθώσεις τί)ς έξουσίας, πού Ιχουν έπιχειρηθεΐ πρόσφα-τα σέ άνταγωνοσμδ μέ τήν Άναρχία καΐ πού ϊχουν προσελκύσει τήν προσοχή τοΰ κοινοΰ κάτω άπ' τά όνίματα "Αμεση Νομοθεσία, "Αμεση Κυβέρνηση. . .
Ή Άμεοη Νομοθεσία κι ή "Αμεση Κυβέρνηση μοΰ φαίνον-ται σ3ο δυό άπ' τά μεγαλύτερα λάθη στ& χρονικά τής πολιτικης καΐ τής φιλοσοφίας. . . τά ϊδια άκριβώς έπιχειρήματα πού χρησι-μοποιοΰν ένάντια στήν ί μ μ ε σ η κυβέρνηση οέν ίχουν καμι* ίσχύ πού νά μήν έφαρμόζεται έξίσου ένάντια στήν & μ ε α η κυβέρνηοη, δτι ή κριτική τους γίνεται άποδεκτή μόνον δταν γί-νετα•. άπόλυτη κι δτι σταματώντας στή μέση τοθ δρόμου, Εχουν πέ-σει στήν πιό λυπηρή άσυνέπεια. Πάνω άπ' δλα, πώς συμβαίνει νά μήν ίχουν άντιληφθεΐ 2τι ή ύποτιθέμενη &μεση κυβέρνησή τους δέν εΐναι τίποτα &λλο παρά δ περιορισμός τΐ]ς κυβερνητικής ίδέας στόν παραλογισμό, στό μέτρο πού, άν διαμέσου ττ)ς προόδου τών ίδεών καΐ χτ\ς πολυπλοκότητας τών συμφερόντων, ή κοινωνία εΐναι άναγκασμένη ν' άποκρούσει κάθε μορφης κυβέρνηση, θ&ναι σωστή γιατΐ ή άμεση κυβέρνηση, ή μόνη μορφή κυβέρνησης πού φαίνεται ν&ναι όρθολογική, φιλελεύθερη, έξισωτική, εΐναι μολοντοΰτο άδύ-νατη. . . Ή έξουσία εΐναι γιά τήν κυβέρνηση δ,τι ή σκέψη yti τή λέξη, ή ίδέα γιλ τό γεγονός, ή ψυχή γιά, τδ σώμα. Ή έξουσία είναι ή κυβέρνηση στή θεωρία, δπως ή κυβέρνηση είναι ή έξουσία στήν πρ&ξη. Γιά vi καταργηθεϊ μιά άπ' αύτές, δ,ν πρόκειται γι& μιά άληθινή κατάργηση, πρέπει νά καταργηθοθν κι οί δυό. Παρόμοια, γιά νά διατηρηθεϊ ή μιά ή ή &λλη, &ν θέλουμε ή διατήρηση νδναι άποτελεσματική, θά πρέπει νά διατηρηθοΰν κι οί δυό. . . "Αν μπο-ρέσετε ν' άνασκευάσετε αύτδ τδ δίλημμα, "Αντιδραατικοί, θίχετε πλήξει κατάκαρδα τήν Έπανάσταση.
49
Ό καταμερισμός της έργασίας
"Ας φανταστβΰμε τόν πλοθτο σά μιά μάζα πού διατηρεϊται ά-πό μιά χημική δύνβμη σέ μιά, μόνιμη κατάσταση συνοχτ)ς, στήν 6πο(α είσχωροϋν συνεχώς νέα στοιχεία μέ τέτοιο τρόπο, ώστε ν4 συνενώνονται σέ διαφορετικές άναλογίες, ένώ παραμένουν σύμφωνα μ' έ"να άμετάβλητο νόμο. Ή άςία εΐναι ή σχέτ») άναλογίας (τό μέ-τρο) τοΰ καθένα άπ' αύτά τά στοιχεΐα σέ οχέση μέ τδ σύνολο.
Άπ' αύτό προκύπτουν δυδ πράγματα,: πρώτο, πώς οί οίκονο-μολόγοι είχαν άκολουθήσει έντελώς λαθεμένο δρόμο, προσπαθών-τας ν' άνακαλύψουν 2να πρότυπο άξίας στ6 άλεθρι, τό χρΐ)μα, τό νοίκι κλπ. καθώς Ιπίσης κι δταν 'Ιβγαλαν τό συμπέρασμα, δταν ϊ-δειξαν δτι κανένα άπ* αύτά, χά πράγματα δέν πρόσφερε Ινα. πρότυπο άξίας, πώς ή άξία δέν εΐνοα κάτι τό χειροπιαστό καΐ δέν μπορεϊ ν& μετρηθεΐ. Δεύτερον, πώς ή άναλογία τών διάφορων άξιών μπο-ρεΐ νά ποιχι'λει συνεχώς, ένώ ταυτόχρονα νά συνεχίζει νά ύπόκει-ται σ' ένα νόμο, δ καθορισμός τοθ όποίου άποτελεΐ άκριβώς τήν ά• πάντηση πού ζητάμε. . .
'Γποστηρίζω έπομένως, δτι σέ άμετάβλητες άναλογίες, κάποια δύναμη συνδυάζει τά στοιχεία τοθ πλούτου καΐ τά μετατρέπει σ' 2να δμοιογενές αύνόλο. Kt 4ν άκόμα τά συστατικά στοιχεΐα δέν ύ-πάρχουν πίς άπαιτούμενες άναλογίες, μολοντοθτο ή Ινωση θά γ£-νει, άλλά άντΐ ν' άπορροφήσει δλόκληρο τδ ύλικό, θ' άποβάλλει I-να μέρος του σάν ίχρηστο. Ή έσωτερική κ^ητήρια δύναμη πού δημιουργεΐ τήν Ενωση καΐ καθορίζει τή συνάφεια τών διάφορων ύλικών εΐνοκ, στήν κοινωνία, ή άνταλλαγή. Ή άνταλλαγή έξετά-ζεται έδώ δχι μόνο μέ τή οτοιχεοώδη της μορφή, πού άναφέρεται
61
στή σχέση άνάμεσα σέ δυδ άνθρώπους, άλλά θεωρεϊται σά συγχώ-νευοη δλων τών άξιών πού παράγονται άπ' τήν ίδιωτική βιομηχα-νία, σ' ενα καΐ μόνο κοινωνικό πλοΰτο. Τέλος, όνομάζω άξία τήν άναλογία συμετοχής κάθε στοιχείου στό αύνολο καί μ ή - ά ξ ( cc , τό πλεόνασμα πού παραμένει άφοϋ συντελεστεΐ ή ένωση, στό μέτρο πού αύτό τό πλεόνασμα δέν μπορεΐ ν* συνδυαστεΐ καΐ ν' άνταλλα-χθεΐ, άν προστεθεί μιά δρισμένη ποσάτητα &λλων στοιχείων. . .
Αύτή ή δύναμη, τήν δποία έςύμνησε μέ τόση εύφράδεια δ "Αν-ταμ Σμίθ καί τήν δποία εΐχαν παρανοήσει οί διάδοχοί του, άποδί-δοντας ϊση σημασία στό προνόμιο, είναι ή ΕΡΓΑΣΙΑ. Ή έργασία ποικίλει τόσο ποσοτικά, δσο καί ποιοτικά, άπδ παραγωγό σέ παρα-γωγό. Σ' αύτδ μοιάζει μέ ολους τού; μεγάλους κανόνες τής φύσης καί τούς πιό γενικοΰς νδμους, πού εΐναι άπλοΐ στή λειτουργία κα'ι τή διατύπωσή τους, άλλά ποικίλουν άτέλειωτα άναφορικά μέ τόν άριθμό τών συγκεκριμένων αίτιών πού μπορεϊ ν& Ιχουν καΐ τΐς ά• τέλειωτες ποικιλίες ή μορφές ποϋ μπορεϊ ν& πά,ρουν. Ή έργασία καΐ μόνο ή έργασία εΐναι έκείνη πού παράγει δλα τά στοιχεΐα τοθ πλούτον καί τά συνδυάζει, ώς τό τελευταΐο μόριο, άκολουθώντας ενα μεταβλητό άλλά συγκεκριμένο νόμο άναλογικότητας. ΚαΙ τέλος ή έργασία, σάν κανόνας ττ\ς ζωης, εϊναι έκείνη πού ένεργοποιεΐ τήν ούσι'α τοϋ πλούτου, τό πνεθμαένεργοποιεΐ τήν ϊι λ η καΐ καθορίζει τΐς άναλογίες της.
(1846) «Άθλιότητα ττ)ς ΦΛοσοφίας» I, σελ. 105-8.
Λέγεται πώς δ καπιταλιστής πληρώνει τούς έργάτες γιά τήν καθημερινή τους δουλειά. Άλλά γιά νάμαστε άκριβεΐς, αύτό πού ϊπρεπε νά είπωθεΐ εΐναι δτι δ άριθμός τών ήμερών πού Ιχει πληροΊ-•οει είνοα ίοοδύναμος μέ τδν άρ'.θμδ τών έργατών πού άπασχολοϋσε κάθε μέρα. Αύτό σέ καμιά περίπτωση δέ σημαίνει τδ ίδιο πράγμα, άφοΰ δέν πλήρωσε τίποτα γιά τήν τεράστια συλλογική δύναμη πού προέρχεται άπ' τήν κοινή προσπάθεια τών έργατών, • ) άκ' τδ γεγο-νός δτι άσχολοΰνται δλοι ταυτόχρονα μέ τδ Γδιο άντικείμενο. Δια-xootot γρεναδιέροι Ιχτισαν xiv όβελίσκο τοΰ Λοθξορ μέσα σέ λί-γες ώρες. Μήπως κανείς νομίζει δτι Ινας δνθρωπος θά μποροθσε ν4 τά καταφέρει μέσα σέ δ'.ακόσιες |ιέρες; Κι δμως στ&ν προθπολογι-
ό2
.'4«i !
σμό τοθ καπιταλιστή τά συνολικ* ήμερομίσθια θάταν τά ϊδια. Τώ-ρα, καλλιεργώντας 2να άγριότοπο, χτίζοντας Ινα στΐίτι, ί) διευθύ-νοντας ένα έργοστάσιο, elvat σά vi χτίζεις ίναν όβελίσκο ή vi με-τακινεΐς ίνα βουνό. Ή πιό μικρή περιουσία, ή πιό άσήμαντη έμπο-ρική έπιχείρηση, ή πιδ μηδαμινή βιομηχανική διαδικασία, άπαι-τεΐ τή συνεργασία μιάς τδσο πλατιάς ποικιλίας δεξιοτήτων, πού κα-νένας 8.νβρωποζ δέν μπορεϊ νά διαθέτει. Προκοιλεΐ κατάπληξη τδ δτι οί οϊκονομολόγοι δέν άντιλήφθηκαν αύτό τό γεγονός. "Ας ζυ-γίσουμε λοιπόν αύτά ποΰ πτ5ρε δ καπιταλιστής κι αύτλ πού ϊδωσε
Τί Ιλπίζει νά έκμεταλλευτεΐ Ινας δνθρωπος δταν έκμtσθώvεt τΐς ύπηρεσίες του; Τήν ύποτιθέμενη άνάγκη καί θέληση τοθ ϊδιο-κτήτη ν4 τόν προσλάβει. "Οπως άκριβώς προηγουμένως, δ κοινδς θνητδς δφειλε τό δικαίωμα νομτ}ς τΐ)ς γΐ)ς του στή γενναιοδωρία καΐ καλή διάθεση τοθ φεουδάρχη, ίτσι καΐ σήμερα δ έργάτης δ-φείλει τήν έργασία του στή καλή διάθεση καΐ τΐς άνάγκες τοθ έργο-δότη καΐ γ,άχογου της Ιδιοκτησίας. Άλλ' αότή ή άβέβαιη κατάστα-ση εΤναι άδικη άφοθ συνεπάγεται τήν άνισότητα στή έιαπραγμα-τευτική ίκανότητα. Τδ ήμερομίσθιο τοθ έργάτη σπάνια ξεπερνάε: τ& καθημερινά του Ιξοδα, ένω δ καπηαλιστής ίχει έξασφαλίσει τήν άνεξαρτησία καΐ τήν άσφάλεια γιά τό μiλλov, άπ' τά μέσα μέ τλ δποϊα παράγει δ έργάτης.
Τώρα, αότή ή γδνομη μαγιά, αΰτή ή σταθερή πγ^γή ζωΐ)ς, αύτή ή συσσώρευση κεφαλαίου καΐ παραγωγικών μέσων, είναι έ-κεΐνο πού δφείλει στδν παραγωγδ δ καπιταλιστής, άλλά πού ποτέ δέν τόν πληρώνει γι' αύτό. Αύτή ή δόλια καταλήστευση, είναι πού προκαλεΐ τή φτώχεια τοθ έργάτη, τή χλιδή τοθ τεμπέλη καΐ τήν άνισότητα τών δρων τΐ)ς ζωής τους. Κι αυτή είναι, πάνω άπ' δλα, πού τόσο σωστά όνομάστηκε έκμετάλλευση άνθρώπου άπδ δνθρω-πο. . .
Ή δύναμη χιλίων άνθρώπων πού έργάζονται γιά εΓκοσι μέ-ρες, πληρώνεται μέ τδ Γδιο ποαοστδ ένός άνθρώπου δ ύποϊος έργά-ζεται πενήντα πέντε χρδνια, άλλλ ή δύναμη χιλίων άνθρώπων πρα-γματ(3τ:οιεΐ μέσα σέ εΓκοσι μέρες δ,τι δέ θά μποροθσε νά πραγματο-ποιήσει σ' ?να έκατομμύριο αίώνες ή δύναμη τής συνεχοθς προσπά-θειας ένδς άνθρώπου. Μποροΰμε έπο)ΐένως νά ποθμε, πώς μι* τέ-
53 '.
xota 6dunj άποζημείωσης είναι δίκοχη; 6i πρέπει vi τδ Ιπχναλά-6ω, δχι, δέν μποροβμε. Άκδμα κι δταν έχεις άποζημιώσει χή δύ-ναμη κάθε άνθρώποο ξεχωρισχά, δέν έχεις άποζημεκόσει τή συλ-λογική δύναμη. Kaxi αυνέπεια παραμένει ί£να συλλογικδ Ιδκ κχη-χικδ δικαίωμα, πού δέν χδ έχεις άποκχήσει δίκαια καΐ πού έπομέ-νως άπολαμβάνεις ίδικα.
Παραδέχομαι πώς xi ήμερομίσθια εΓκοσι μερών, πιθανδν vi-ναι άρκετά γιά vi θρέψουν, vi στεγάσουν xal vi ντύσουν δλους αύ-χούς χοΰς έργάχες yii εΓκοσι μέρες. 'AXXi δταν δέ θδχουν mi δου-λειά, μειά τδ τέλος αύχοϋ χοϋ χρονικοϋ διασχήμαχος, χ£ θ' άπογί-νουν δν, ένώ δούλευαν, παρέδιδαν τ& προΓδνχα χους στούς ίδιοκχί)-τες, άπ' τούς fmoiovz έπρόκειχο σύντομα vi έγκαχαλειφθοθν; Έ-νώ δ Ιδιοκχήχης, πού είναι πιδ σχαθερδ έδραιωμένος, χάρη σέ δλα δ,χι έχουν κάνει οί έργάτες, ζεΐ μέσα σχή σιγουριΐ καΐ δέν αίσθά-νεχαι mi φδβο δτι Gi σχερηθεϊ χή δουλε^ ή τήν τροφή, ή μόνη έλπίδα τοθ έργάτη σχηρίζεχαι στήν καλή θέληση οώχοθ τοθ Γδιου ίδιοκτήτη, στόν δποΐο ϊχει πουλήσει καΐ δεσμεύσει τήν έλευθερία χου. "Αν έπομένως δ ίδοοκχήχης, καχαφεύγονχας μακάρια σχήν ά-φβονΐα καί τά νομικά χου δίχαίώματχ, άρνηθεϊ vi προσλάβει τδν έργάτη, πώς 6i ζήσει δ τελευταΐος; "Εχει προεχοιμάσεί Ινα θαυ-μάσιο κομμάτι γΐ)ς, aXXi δέ 6i τδ σπείρει ποτέ. "Εχει χχίσει ένα δνετο καΐ ύπέροχο σπίτι, άλλδ δέ 6i ζήσει ποτέ σ' αύτό. "Εχει παράγει xi πάνχα, aXXi δέ θ' άπολαύσει xijtoxa.
Διαμέσου τΐ)ς έργασίας, προχωροϋμε πρδς τήν κατεύθυνση τ•!)ς Ισόχηχας καΐ κάθε 6ί)μα πού κάνουμε μ«ς φέρνει πιδ κονχά χης. "Αν ήταν Γσες ή δύναμη, ή έργαχικδχητα κι ή έπιδεξιόχηχα τών έργατών είναι φανερδ πώς θδταν Γσες κι οί περιουσίες χους. Στήν πραγμαχικόχηχα, £ν δ έργάτης (δπως ύποσχηρίζεχαι κι δπως 5χω ήδη δεχθεί) είναι δ ίδιοκχήχης χί)ς άξίας πού δημιουργεΐ, προκύ-πχει δτο:
1. Ό έργάτης κερδίζει σέ 6άροζ τοθ άργδσχολου v.6.xoymi τής ίδιοκτησίας.
2. ΆφοΟ δλόκληρη ή παραγωγή εΓνα: άναγκαστικα συλλογι-κή, δ έργάτης Ιχει χο δικαίομα vi μοφαστεΐ τα προϊόντα καί τα κέρδη σέ άναλογία μέ τήν ποσότητα έργασίας πού ϊχει προ3φέρει.
3. Άφοΰ δλο xb συσσωρευμένο κεφάλαιο άποτελεΐ συλλογι-
U
κή Ιδιοκτησία, δέν μπορεΐ κανεΐς vSvat άποχλειστικδς του Ιδιο-κτήτης.
OC συνέπειες αύχίς εΐναι άναπόφευκτες κι είναι άρκετές άπό μδνες τους ν' άνατρέψουν δλόκληρη τήν οΐκονομία μας xai vi μετα-βάλλουν έντελώς τούς θεσμούς καΐ τούς νόμους μας.
(1840) «Τί εΐναι Ιδιοκτησία», σελ. 215-18.
ΕΓτε γίνονται δλα xi μέρη ένδς ρολογιοθ άπδ £να καΐ μδνο έργάτη, εΕτε άπδ πενήντα διαφορετικούς έργάτες, αύτδ σέ καμ^ περίπτωση δέν έπηρεάζει τήν άκεραιότητα τοθ προΓδντος. Elvat σάν, άντί vi γίνονται άπδ έν* δτομο σέ διαδοχικές fiatu, vi γί-νονται xi διάφορα μέρη χοθ ρολογιοθ άπδ ίνα ίργάτη μέ πενήνχα κεφάλια κι έκαχδ χέρια. Kaxi συνέπεια δ καχαμεροηιδς χί)ς έργα-σίας εϊναι συνώνυμος μέ χδν πολλαπλασιασμδ χοθ άριθμοθ χών έρ-γαχών. Ό καχαμερισμδς τί)ς έργασίας κι ή συλλογική δύναμη, ή συνεργαχική δράση, άποχελοθν δυό άλληλοεξαρχώμενες πλευρές χοθ Γδιου νόμου. Τώρα, σύμφωνα μέ χδ πώς τόν έξεχάζει κανείς, άπ* χήν άποψη τοΰ προΐόντοζ, ή άπ* τήν δποψη τοθ έ ρ -γ ά χ η , δ κανδνας χοθ Άνχαμ Σμίθ, γεννάει δ^aφopεxtκi άπο-χελέσ;ιαχα. Μερικά, δπως μδλις άνάφερα, άποχελοθν χήν έπςσχήμη χής παραγωγ•?)ς καΐ κοκλοφορίας χοθ πλούχου κι 4λλα χήν έπισχή-μη χ•»5ς 'Οργάνωσης, πού άποτελεΐ χδ δεύχερο κλάδο τί)ς πολιχικής οΐκονομίας. . .
Ό καχαμερισμδς χΐ)ς έργασίας προθποθέτει διαφοροποίηση χα-λένχων κι αύχή γεννάει χήν άνχαλλαγή. Ή συγκένχρωση χών άχο-μικών δυνάμεων, άποχελεΤ άπλώς χήν συνισχαμίνη ένδς άριθμοθ έργχτών πού &εο)ροΟντοα ai μι& δντδχητα.
Άπ' αύχδ χδν κανδνα, πού παρουσιάζεχαι μέ χή ]ΐορφή μιδς μαθηματικής σειράς, • Ιχουν βγεΐ xi άκδλουθα «ορίσμαχα:
1. Διαμέσου τοθ καχαμερισμοθ χής έργασίας, πού Εχει γίνει μια αυλλογική δύναμη, ή σχέση άνάμεσα σχούς έργάτε; εΓναι φυσι-χί μι& σχέση συνεργασίας κι άμοιβαίας έξάρχησης.
2. Έπειδή είναι συνέχαιροι καΐ συλλoγtκi όπεύθυνοι, έξαφα-νίζεχαι άνάμεσά χους ή άρχή κι άκδμα κι ή πιθανόχηχα χοθ άνχα-γωνισμοθ.
55
3. Ή συλλογική δύναμη έκατδ έργατών είναι άσύγκριτα με-γαλύτερη άπ' τή δύναμη ένός έργάτη πολλαπλασιασμένη έπΐ έκα-τό. Άφοϋ αύτή ή δύναμη δέν ύπολογίζεται στ& ήμερομίσθοα έκατδ ξεχωριστών έργατών, ύπάρχει Ινα ύπολογκπικό λάθος, πού έπεμ-βαίνει σήμερα άνάμεσα στούς έργάτες καΐ στούς Ιργοδάτες κι ol νό-μοι τών ένώσεων θ&πρεπε ν' άναδιατυπωθοθν.
4. Οί πιό προικισμένοι δνθρωποι, τόσο άπ' τήν άποψη ττ]ς ά-νάπτυξής τους δσο κι άπ' τής άπό μέρους τους χρήση τών χαρισμώ-των τους, άποτελοΰν ένα μέρος της συλλογικής δύναμης κι ύπόκειν-ται στούς νόμους τής άλληλεγγύης μέ τδν Γδιο τρόπο, δπως καΐ κεΐ-νοι, πού έκτελοΰν τΐς πιό άσήμαντες λειτουργίες. Έπιπρόσθετα, ol προηγούμενοι δφείλουν πολύ περισσότερα στήν κοινωνία άπ' δ,τι ol τελευταΐοι. Κατά συνέπεια μτζορεϊ νά ύπάρξει πολύ λιγότερη δι-καιολογία γιά άξιώσεις πού άφοροΰν ύπέρμετρες άμοιβές.
5. Στήν πραγματικότητα, τά ήμερομίσθια τών έργατών δίνον-ται άπλώς σ&ν άντάλλαγμα για τΐς δπηρεσίες πού προσφέρουν. Έ-πομένως, ή Ιαόχψα. τών λειτουργιών πού συσχεχίζοντα^, 6i πρέπει ν&χει σ&ν άποτέλεσμα τή δημιουργΐα ϊσων συνθηκών γι& δλους τούς έργάτες, στδ μέτρο τούλάχιστον πού εΐναι αύτό δυνατδ δο-σμένων τών φυσικών, πνευματικών κι ήθοκών άνωμαλιών πού προσ-βάλλουν τήν άνθρώπινη φυλή. Οί άνωμαλίες αότές θά πρέπει στα-διακά νά έξαλειφθοϋν διαμέσου τών άρχών τόθ καταμερισμοθ τής έργασίας καί τής συλλογικης δύναμης, τ•?)ς θεωρίας τοΰ νόμου τών σειρών κα' μεταρρυθμίσεων στήν έκπαίδευση καΐ τήν ύγιεινή.
6. Όπααδήπο-ε δλλη βάση γι& τή δκχνομή τών έργαλείων ττ)ς έργασίας καΐ τό μοίρασμα τών προϊόντων άποτελεΐ δνομρ σφε-τερισμό.
Ή μόνη άπάντηση πού ?χε( δοθεΐ στΐς διάφορες έκεΐνες φόρ-μουλες, ή δποία προσφέρει τή βάτη γι& 'ϊνα νέο σύστημα νομολο-γ:ας, ήταν γ^ά ν' άπορρίψϋ τήν ύπίθεση- Αύτέ συμβαίνει, είτε έ-πειδή ο! προνομιοθχες τάξεις Ιχουν ενα πάγιο συμφέρον γι& να δια-τηρήσουν τό STATUS QUO, είτε έξαιτίας τί)ς ίλλει-ψης δποιασδήποτε δργανωτικής θεωρίας, ποΰ θά ίν.&νζ δυνατή τή διόρθωση τόίν σφαλμάτων πού έπισήμαναν ol κριτικοΐ. Γιά νά διορ-θώσει τά πράγματα, τδ προλεταριάτο καλεϊται νά ζροσφέρει Ινα
S6
-Μ^ϊίί
. «& «-Η^/ν^ΐί'Λ/
'.■*- «*«fer
πρότυπο τάξης, δηλαδή, νά δημιουργήσει αύτή άκριβώς τήν TStot τήν Οίκονομική έπιστήμη.
(1843)
«Ή δημιουργία τΐ)ς τάξης μέσα στήν Άνθρωπότητα», σελ. 301-2.
"Ας πάρουμε τήν περίπτωση τοθ άγρότη. ΠρΙν άπ' τδν έρχο-μδ τοΰ χειμώνα, δργώνει τά χωράφια καΐ σπέρνει στάρι καΐ σίκα-λη. Τήν άνοιξη φυτεύει καλαμπόκι, πατάτες, καννάβι καΐ γουλιά. Τό καλοκαίρι θερίζει κι άλωνίζει, ένώ τό φθινόπωρο εΐναι άποισχο-λη,ιένος μέ τόν τρύγο. "Επειτα άποθηκεύει καΐ οη)ντηρεί τή σοδειά του. Σ' δλο αύτ6 xb διάστημα ϊκανε άμέτρητες άλλες βοηθητικές δουλειές. Κάθε μιά. άπ' αύτές τΐς διαδοχικές έργασίες άποτελεΐ 2να μέρος τής καλλιεργητικης διαδικασίας κι άπαιτεϊται §νας δλόκλη-ρος χρόνος γιά νά δλοκληρωθεί καΐ ν' άποτιμηθεΐ δλόκληρη ή έρ-γασία τοΰ άγρότη. . .
"Ολα ΐά mo έφευρετικά, περίπλοκα καΐ πολύπλοκα καθήκον-τα τοΰ άνθρο')που, έκχελοΰνται άναγκαστιν.λ σέ άπείρως μικρόι στά-δια. 'Λλλά δταν συνδέονται μαζί, τα στάδια αύτά συνενώνονται στό τέλος γι* ν*• σχηματίσουν μιά δλδκληρη, σύνθετη, αειρά. Τώ-ρα, τό ν' άκινητοποιήσουμε τόν έργάτη μέσα σ' Ινα δπείρα μικρδ παραγωγικδ χωρο, άποτελεΐ αύτδ πού Ιχουν όνομάσει καταμερι-σμδς ττ]ς έργασίας. 'Γποστηρίζω δτι ή άκίνιτχοποίηση αύτή εΐναι τδ προϊδν μι&ς σύγχυσης χι άποτελεΐ γ.Ά συνέπενα τής ύπεραπλου-στευμένης έφαρμογης τοθ ίδιοκτητικοΰ δικαιώματος, πού δλα άπο-βλέπουν στήν κατάργησή του. . .
Πολύ συχνά, συναντάει κανεΐς άνθρώπους πού διαθέτουν πρα-γμαν.κή ίκανότηχα κι ύψηλα άναπτυγμένο τιχλέντο ά δποία, μέ άντάλλαγμα ti Γδιο ήμερομίσθιο, προτιμοΰν νά κάνουν τΐς πιό ά-πλές καΐ πιδ μονίτονες έργασίες, έπειδή θέλουν νά φυλάξουν τΐς πνευματικές τους δυνάμεις γιά άπεριόριστες δημιουργικές δρα-στηριδτητες, γιά τίς δποΐες δέν περιμένουν νά πληρωθοΰν. Σέ τέ-τοιες περιπτώαεις, δ καταμερισμδς της έργασίας, πού δέν εΐναι βλα-βερός ο»5τε γιά τήν κοινωνία οΰτε γιά τδ &%ο\ιο, άν κατευθύνεται καΐ συντονίζεται κατάλληλα, δέν Ιχει κανένα μειονέκτημα. Πιθα-νόν κάποια μέρα νά καταλήξει αύτό ν' άποτελεϊ τόν τρόπο ποΰ θά
57
r,ff y*' " ' ;»■ /'i ί *' ''•¥»
ζοΰ;ιε ίΧοί. "Οταν Ινας δνθρωπος ίχει έξαντλήσει 8λες του τΐς δυ-νατότητες στή νιότη, Ιχει έξερευνήσει τήν είδικευμένη σφαίρα δρα-ατηριάτητάς του κι ίχει κατορθώσει να φθάσει στό έπίπεδο να δια-τάζει καΐ νά κατευθύνει αλλους, άρέσκεται, δταν έρθει δ καιρός, να κλείνεται οτόν έαυτδ του κα.1 νά διαθέτει χρόνο γιά περισυλλο-γή. Τότε, δθ3μένου δτι έχει έξζ^φαλίσε: χ4 κχθημερινδ ήμερομίσθι&, ίκανοποιημένος πού Ιχει άποδείξει τήν άξΐΛ του, άφήνει στούς αλ-λους τήν έκτέλεση μεγαλόπνοων σχεδίων καΐ τήν κατάληψη σπου-δαίων πόστων καί παραδίδεται στ* σκιρτήματα τής καρδιάς του, ηού ή δμαλδτητα τής ύποδιαίρεσης τής έργασίας δέ χρησιμεύει πα-ρά νά ένθαρρύνει.
(1843)
«Ή δημιουργία τής τάξης μέσα στήν Άνθρωπότητα», σελ. 334-8.
58
Οΐκονομία κσΐ δικαιοσύνη
Ό πατέρας μου, δ όποϊος ήταν ενας άπλός δνθρωπος, δέν μπό-ρεσε ποτέ νά χωνέψει πώς ή κοινωνία πού ζοϋσε ήταν βασισμένη πάνο στδν άνταγωνισμό, πώς ή εύημερία στήν δποία άποβλέπει κάθε βιομήχανος εΓναι έξίσου κλεμμένη, δσο καί τό Γ.ροϊδν της έργασίας κι δτι κατά συνέπεια ή τιμή πωλήσεως ένός προϊόντος δέν ύπολογίζεται μέ βάοη τό κάατος του, άλλά σύμφωνα μέ τίς ά-νάγκες τοΰ κοινοΰ, τήν άγοραστική του δύναμη, τήν κατάσταση τοΰ άνταγωνισμοϋ κι ίτοι έπιτρέπει στό βιομήχανο ν' άποκομίζει ύπέρογκα κέρδη. Ό πατέρας μου συνήθιζε νά ύπολογίζει τά ϊξοδά του, νά προσθέτει αλλα τόσα για τήν προσωπική του άπασχόληση και va λέει: «Ή τιμή μου εϊναι αύτή κι αύτή». Δέν ϊδινε προσο-χή σέ καμια άντίρρηση κι Ιται δημιούργησε δ Γδιος τήν ϊδια του τήν καταστροφή. Πρωτοϋ άκόμα γίνω δώδεκα χρονών, δταν δού-λευα σάν άποθηκάριος, άρχισα να συλλογίζομαι τΐς διαχεφηστικές μεθόδους τοϋ πατέρα μου καί τίς παρατηρήσεις πού Ικαναν οί φί-λοι του. Δίχως va τό ξέρω, σκεπτόμουνα σχετικά μέ τήν π ρ ο σ -φ ο ρ ά και τή ζ ή τ η σ η καΐ τά καθαρά κέρδη, σάν χδν Παοκάλ μέ τούς cΓJλλoγισμoύς του γι* τΐς σ φ α ΐ ρ -ε ς καϊ τίς ρ ά β δ ο υ ς , ποΰ άναφέρονται στή Γεωμετρία. (5^) Γνώ-ρ'.ζα πολύ καλά πώς ή μεθοδος τοΰ πατέρα μου ήταν τίμια κβΐ σω-στή, άλλά παρόλα αότά γνώριζα έπίσης καί τούς κινδύνους πού συνεπαγότβν. 'FI συνείδη^ή μου ένέκρινε τδν τρόπο πού ένεργοΰσε ό πατέράς μου, άλλά ή έπιθυμία γιά τήν άσφάλειά μας μέ ώθοϋ-σε πρός τήν άντίθετη κατεύθυνση. Αότό άποτελοΰσε κάτι σά γρίφο γιά μένα, άφοθ ήταν άντίθετο μέ τδ Χριστιβνικδ δόγμα κι ή έπίλυ-
59
σή χου θά σήμαινε τήν καχασχροφή τών θρησκευχικών μου πεποι-θήσεων. . .
Τίποχα, άπάνχησα, δέν Ιχει άποδείξει πώς δέν μποροθν ν4 έξισορρ^πηθοΰν ol άντιμαχόμενες θελήσεις καΐ συμφέρονχα, ώστε νά γεννήσουν τήν εΐρήνη, τή διαρκή είρήνη καΐ χδν πλοθτο, σάν προϋπόθεση για χήν εύημερία δλων τών άνθρώπων. Δέν δπάρχει τίποτα πού ν' άποδεικνύει πώς ή άνηθικόχηχα καΐ xi ϊγκλημα, πού θεωροΰνται δχι άποχελοΰν χήν αΐχία τ?)ς φχώχειας καΐ χοθ άν-χαγωνισμοΰ, δέν προκαλοΰνχαι σχήν πραγμαχικόχηχα άπ' χή φχώ-χεια, καί xiv άνχαγωνισμά: τ6 Καθολικό δδγμα έμφανίζει χή φχώ• χεια καΐ χόν άνχαγωνισμό, σάν χιμωρία γι4 χήν άνηθικδχηχα καΐ χδ ?γκλη|ΐα. Έκεΐνο πού πρέπει νά κάνουμε εΐναι ν' άνακαλύψοο-με κάποιο κανόνα άρμονίας, Ισοζυγίας κι ίσορροπίας.
(1858)
«Γιά τή Δικαιοσύνη μέσα σχήν 'Επανάσχαση καΐ τήν Έκκλησία»,
σελ. 5-6.
ΕΓνα'. πανχοΰ καχάφωρο πώς ή άνηθικόχηχα αύξάνεχαι σέ άνα-λογία μέ τήν οίκονομική πράοδο, έχσι ώστε ή κοινωνία φαίνεται ν4 βασίζεται πάνω στό μοιρζϊο, άδιάρρηκχο δυϊσμό χοθ π λ ο ύ-τ ο υ καί χης φ τ ώ χ ε ι α ς , χής π ρ ο ό δ ο υ καΐ τ•?)ς διαφθοράς. Άφοϋ οί οίκονομολόγοι δείχνουν έπίσης πώς κι ή T5ta ή Δικαιοσύνη άποχελεϊ μιά οίκονομική δύναμη, δτι δπου-δήποτε παραβιάζεχαι άπ' τή δουλικόχηχα, τό δεσποχισμδ, χήν άν-ασφάλεια κλπ. ή παραγο)γή έπηρεάζεχαι, δ πλοθχος μειώνεχαι κι ή βαρβαρίχηχα αύξάνεχαι, προκύπτει πώς ή πολιχική οίκονομία, δηλαδή δλόκληρη ή κοινωνία, άποτελεί Ινα δίχχυο άπδ άνχιφάσεις. Αύχδ είναι κάχι ποΰ b Ρόσσι δέν άνχιλήφθηκε ή πού πιθανδν δέν χδλμησε νά δείξει. (6)
θά βρεϊς μι& έκχεχαμένη άνάλυση αότί]ς χ?)ς ά,νχινομίας σχδ εργο μου Σύστημα Οίκονομικών Άντιφά-σ ε ω ν . Άλλα ποιά εΐναι ή έπίσημη γνώμη χδν εΐδιχών γι* αύχ4;
Μερικοί, ποϋ είναι έξτρεμιστές δπαδοΐ χοΰ Μάλθους, μιλάνε μέ θράσος ένάνχια στή Δικαιοσόνη. Κύρια καΐ πρωχαρχικ4 κι έναν-
60
xt όποιουδήποχε άνχαλλάγμαχος, ζηχάνε πλούχη, άπ' χ4 όποΐα έλπί-ζουν νά πάρουν τό μερίδιό χους. Άποδίδουν μικρή άξία σχή ζωή, τήν έλευθερία καί χήν εύφυΐα τών μαζών. Μέ χό πρόσχημα δχι ά-ποτελεϊ oly.ow\WKb νόμο καί θέλημα χής μοίρας, θυσιάζουν άλύπη-χα χήν Άνθρωπόχηχα σχόν Μαμμωνά. Νά xl ι?χει διακρίνει χήν οΙχονομολογιΧΎΐ σχολή, σχήν πάλη χης ένάντια σχό σοσιαλισμό. Ειθε αύχό νά περάσει σχήν ίσχορία σάν Ιγκλημα καΐ ντρσκή χης.
"Αλλοι ύποχωροΰν πανικόβληχοι μπροσχά σχίς έξελίξεις χΐ|ς οίκονομικης έπισχήμης κι άναπολοϋν μέ άπόγνωση χΐς μέρες πού ή βιομηχανία ήχαν άπλή κι ή υφανση γινόχαν σχό σπίχι, χΐς μέρες χοΰ χοινοτιν.οΰ ^oupvou. "Exot άποχραβιόνται σχό παρελθόν.
Πισχεύω δχι κι έδώ, έπίσης, ύπήρξα δ πρώχος, πού καχόρθωσε ν« συλλάβεί πλήρως χήν κατάσχαση, δ δποΐος χόλμησε νά πεί πώς ή Δικαιοσύνη κι ή Οίκονομική έπισχήμη δέν θ&πρεπε νά άλληλο-περιορίζονχαι ή νά κάνουν έπιπόλαιες παραχωρήσεις. Αύτδ θίίχαν άπλώς κατασχρεπχικό κ»ί γιά τίς δυδ κι δχρττοχο- θ&πρεπε νάναι ουσχημαχικά συνυφασμένες κι ή Δικαιοσύνη νά χρησιμεύει σ4 νό-μος χης Οίκονομίας. "Εχσι, άνχΐ να περιορίζουμε χΐς οίκονομικές δυνάμεις, χών δπο(ων ή παραμορφωμένη άνάπχυξη μάς σκοχώνει, Οάπρεπε νά τίς κάνουμε va άλληλοεξισορροποΰνχαι μέ χή βοήθεια ένος έλάχιστα γνω^τοΰ κο άκόμα λιγότερο κατανοημένου καλ4 κα-νόνα: δηλαδή, δτι χά άνχίθεχα δέν πρέπει νά καχασχρέφουν άλλ4 να συμπληρώνουν χδ ενα τδ &λλο, έπειδή άκριβώς είναι άνχίθεχα.
θάθελα νά ένομάσω τδν κανόνα αύχόν έφαρμογή χτ)ς Δικαιο-σύνης σχήν Πολιχική Οίκονομία, δπως άκριβώς δ Καρχέσιος ένόμα-σε χήν άνάλυσή χου έφαρμογή χής δλγεβρας σχή γεωμεχρία. Αύ-χή, λέει δ Ρόσσι, εΐναι ή νέα έπισχήμη, ή πραγμαχική έπισχήμη χτ^ς κοινωνίας.
(1865)
«Γιά χή Δικαιοσύνη μέσα στήν Έπανάσχαση καΐ χήν Έκκλησία»
II, σελ. 59-61.
Άφοΰ δ νόμος χί)ς φύσης καθώς έπίσης καΐ χί)ς Δικαιοσύ-νης εΐναι ή ίαόχηχα κι άφοϋ οί σκοποί καΐ χών δυδ είναι χαυτόσημοι,
61
οί οίκονομολόγοι κι οί πολιτικοί δέν εΐναι πιά άναγκασμένοι ν' ά-ποφασίσουν άν θά πρέπει νά θι αιαστεΐ ή Οίκονομία γιά χάρη τί)ς Δ^καιοσύνης ή ή Δικαιοσύνη γιά χάρη τής ΟΙκονομίας. θά πρέπει ν' άνακαλύψουν τόν καλύτερο τρόπο γιά νά έκμεταλλευτοθν τΐς φυαικές, πνευματικές κι οϊκονομικές δυνάμεις, ποΰ άνακαλύπτει συ-νεχφς ή άνθρώπινη εϋφυία γιά ν' άποκαταστήσει τήν κοινωνική ίσορροπία, ή όποία πρός τό παρόν εχει διαταραχθεΐ άπ' τ& άπρό-οπτα τοϋ κλίματος, της πληθυσμιακης άνάπτυξης, τής έκπαίδευ-σης κι δλων τών παρόμοιων περιστατικών τής λεγόμενης ά ν ω-τέρας βίας.
"Ενας άνθρωπος, λογουχάρη, εΐναι πιό σωματώδης καΐ πιό δυνατδς άπό Εναν άλλο. Κίποιος τά καταφέρνει καλά ατή γεωργία, Ινώ ενας ϊλλος στή β-.ομηχανική δραστηρίότητα η τά ναυν.λιακά Κάποιος εΐναι ίκανός νά αυλλάβει μέ μιά ματιά Ινα πλατύ σύμ-πλεγμα γεγονότων κι ίδεών. Ένας άλλος είναι άπαράμιλλος σέ μιά πιό περιορισμένη σφαίρα. Σέ δλες αύτές τΐς περιπτώσεις, θά πρέπει νά γίνουν όρισμένες έπανορθώσεις, ώστε νά λειτουργήσει μιά έξισωτική διαδικα^ία πού θά δδηγοϋσε στήν άνθηση ένός έλ-κυστικοϋ άνταγωνισμοΰ καΐ μιάς φιλικής άμιλλας. Ό τρόπος πού διαμορφώνεται δ &νβρωπος κι 6 τρόπος ποΰ διαιρεΐται ή βιομηχα-νία, προσφέρει άπεριόριστες πηγές γιά τόν Ιλεγχο τών έκδηλώ-σεων άνωτερότητας καΐ γιά τήν σταθερή δημιουργία νέων μέσων για τήν διατήρηση τής ίσότητας άνάμεαα στΐς 4γνωστες δυνάμεις τής φύσης καΐ τής κοινωνίας.
Λύτή έπομένως είναι ή ριζική κι άνυπέρβλητη διαφορά πού χωρίζει τήν Χριστιανική καϊ τήν Μαλθουσιανή Οίκονομία, οί δποΐ-ες είναι τόσο ύλιστικές boo καί μυστικιστικές, άπ' τήν έπαναστατι-κή Οίκονομέα.
Ή πρώτη, πού στηρίζει χϊς άποφάσεις της πάνω στά φαινόμε-να τής τύχης καί τής άνωμαλίας, δέ διστάζει νά διακηρύξει πώς ή φύση έΐχει κάνει τούς άνθρώπους'δνισους. "Επειτα, δίχως νά ένδιαφερθεΐ νά συγκρίνει τό είδος τής έργασίας πού κάνουν ol 4ν-θρωποι ή νά έξετάσει τά άποτελέσματα τής έργασίας τους, τή μόρ-φωσή τους καί τίς συνέπεις τοΰ διαχωρισμοϋ τ^ς άπασχόλησης — χχ'ι φρονΐίζοντχς να μήν έξετάσει πολϋ προσεκτ:κά τδ μερίδιο κά-6ε άνθρώπου άπ' τ6 συλλογικό προϊόν, οδτε νά συγκρίνει αύτδ πού
62
έκείνος παίρνει μ? έκεΐνο πού προσφέρει — καταλήγει στό συμπέ-ρασμα πώς ο$τή ή λεγόμενη άνισότητα δικαιολογεΐ τά προνόμια ττ)ς έκμετάλλευσης καΐ τοθ ΙδιοκτητικοΟ δικαιώματος.
Ή 'Επανάσταση, άπ' τήν 4λλη μεριά, ζεκινάες άπ* τδ συλ-λογισμό πώς ή Ισότητα άπατελεΐ φυσικδ νόμο κι δτι ol άνθρωποι ίχουν πλαστεΓ Γσοι άπό τή φυση. "Αν άποδειχθεΐ στήν πράξη δτι μερικοΐ εϊναι λιγότερο Γσοι, αότό συμβαίνει γιατΐ δέν ήθελαν ή για-τΐ δέν ήξεραν πώς νά κάνουν πλέρια χρήση τών δυνατοτήτων τους. Ή Έπανάσιαση θεωρεϊ πώς ή ύπδθεση δτι ol ίνθρωποι εΐναι 4vt-oot, άποτελεϊ μιά άβάσιμη προσδολή ποΰ διαψεύδετοιι καθημερινά άπ' τήν πρόοδο τ•»)ς έπιστήμης καΐ τής βιομηχανίας. Άφιερώνει δλη της τήν ένεργητικότητα προσπαθώντας ν* άποκαταστήσει τήν Ισορροπία, ποΰ ίχει άνατραπεϊ άπ' χήν προκατάληψη, μέ τή βοή-θεια ττ]ς νομοθεσίας καΐ τί)ς δλοένα καΐ μεγαλύτερης Ισδτητας τών ύπηρεσιών καΐ τών άμοιβών. Νά γιατΐ διακηρύσσει πώς 6Xot ot άνθρωποι ϊχουν Γσα δικαιώματα κι είναι fooc άπέναντι στδ νόμο. 'Λπ' τή μιά μεριά έπιθυμεΐ νά θεωροΰνται σάν έξίσου εύγενικές κι άξιδλογες δλες ot έργασίες, έπαγγέλματα, λει-τουργ£ες, τέχνες, έπιστ•?)μες κι είδικότητες. Άπ' τήν &λλη, θέλει νά βρίσκουν Γαη μεταχείρηοη δλα τά μέρη σέ κάθε δικαστική άνα-μέτρηση κι άνταγωνισμό, έκτός δν ύπάρχει διαφορά άξ(ας άνάμεσα στα προΐόντσ. καΐ τΐς ύπηρεσίες. Κι έτσι, έπειδή ή Τση δικαιοσύνη γι& δλους πιθανόν νά διαδοθεΐ πλατιά στήν κοινωνία σ' £να αύξα-νόμενο βαθμό, ή έπανάσταση έπιθυμεΐ ν' άπολαμβάνουν Γσες εύκαι-ρίες γι' άνάπτυξη καΐ δραστηριότητα δλοι ot πολίτες.
(1858)
«Γιά τή Δςκαιοσύνη μέσα στήν Έπανάσταση καί τήν Έκκλησία»
II, σελ. 69-70.
Πώς Θ4 μποροθσε ν* έπιζήσει οποιαδήποτε άξία fj καλή πί-στη σέ μιά κοινωνία τής δποίας τό βασικδ ά.ξ(ωμα εΐναι δτι ή Οί-κονομία δέν ϊχει καμιά σχέση μέ τήν Δικαιοσύνη, δτι εϊναι έντε-λώς άνεξάρτητη άπ* σ^5τή, δτι ή Ιδέα τ•?)ς οΐκονομικής Δικαιοσύ-νης άποτελεΐ μιά οίκονομική ούτοπία κι δτι κατά συνέπεια ή ΰφι-στά[ΐενη οίκονομική τάξη (ϊτσι ύποστηρίζεται) δέν βασίζεται πά-
63
νω σέ καμιά λογική θεώρηση; Σέ μιά κοινωνία δπου οί άνθρωπ κ μποροθν νά ύποσχεθοϋν δ £νας στδν &λλο δ,τιδήποτε θέλουν, άλλά πού σάν άποτέλεσμα τών οίκονομικών τους σχέαεων δέν όφείλουν σχήν πραγμαχικόχηχα άπολύχως χίποχα δ 2νας στδν &λλο κι δπου συνακόλουθα, άφοϋ κάθε ίνθρωπος Εχει χδ δικαίωμα νά έπιδιώκει χδ δικό του συμφέρον σέ βάρος τών 4λλων, ό φίλος θ& μπορεϊ νό-μιμα, λογικά κι έπιστημονικά νά καχασχρέφει χδ φίλο, ή δ γυιδς νά έγκαταλείπει χούς γονεΐς του, ή δ έργάτης να προδίδει χδν έρ-γοδότη χου κλπ. Πώς θά μποροϋσε νά όπάρξει δποιοσδήποχε σε-βασμδς γιά χήν ΐδιοκχησία σ' Ινα χέχοιο σύσχημα; Ποιά δύναμη θά μποροϋαε νά ύπάρξεί στή συνένωση ποιός αεΰασμδς άπένχντι στήν έξουσία, ποιά πίστη οτδ νόμο, ποιά άνθρώπινη άξιοπρέπεια;
(1865)
«Γιά χήν Πολιτική Ίκανότηχα τών Έργαζόμενων Τάξεων»,
σελ. 228.
Τί εΐναι χδχε, πώ συγκεκρομένα, ή πολ:τίκή οίκονομία; Ή είναι δ σοσιαλισμός;
Ή πολιτική οίκονομία εΐναι τδ σύνολο τών παρατηρήσεων πού ϊχουν γίνει μέχρς σήμερα σχετικλ μέ τα φαινόμενα τής παραγω-γής χαί τής διανομής χοΰ πλούχου, δηλαδή, σχετιχά μέ τίς πιδ γε-νικές, αύθόρμηχες καί, καχά συνέπεια, πιό αύθεντικές μορφές χής έργασίας καΐ τγ)ς άνταλλαγής.
Οί οίκονομολόγοι έχουγ χαξινομήσει αύτές τίς παρατηρήσεις 030 καλύτερα μποροΰν. Έχουν περιγράψει χά φαινόμενα, καί παρα-χηρήσει τίς άνωμαλίες καί τίς σχέσεις τους. "Εχουν παρατηρήσει σέ μιά σειρά περιπτώσεων τήν ποφουσία μιας δρισμένης άναγκαι-όχηχας, πού τούς Ιχει κάνει νά μιλάνε γιά ν ό μ ο υ ς . Αύτδ τδ σύνολο τών γνώσεων, πού βασίζεχαι πάνω σ' σρτί χ& δποΐα θά, μποροϋσε κανεΐς ν' άποκαλέσει τά πιδ άπλ& φαινόμενα χής κοινω-νίας, άποτελεΤ τήν πολιχική οίκονομία. . .
Ό Σοσιαλισμδς πού, δπως δ θεδς Βισνού, πάνχοτε πεθαίνει καΐ πάντοτε ξαναγεννιέται, Ιχει φθάσει στδ διάστημα τών τελευ-ταίων είκοαι περίπου χρόνων τΐς 10.000 ένσαρκώσεις του, μέ τή \ίορ ?Ύ] πέντε ή ?ξη προφητών. Ό σοσιαλισμδς ύποστηρίζει δτι ή
64
σημερινή συγκρδτηση τί]ς χοινωνίας καΐ συνακόλουθα δλων τών προηγοόμενων χοινωγι&ν, ilvou άνώμαλη.
'Γποστηρίζει κι άποδεικνύει δτι ή πολιτισμένη τάξη εΐναι έ-πίπλαστη, άντιφατική κι άνεπαρκής κι δτι άπδ μδνη της γεννάει τήν καταπίεση, τή φτώχεια καΐ τδ Εγκλημα. Κατηγορεΐ, γι4 ν4 μήν ποθμε διασύρει, δλόκληρη τήν περασμένη ζωή τΐ)ς όργανωμέ-νης κοινωνίας καΐ προωθεΐ μέ δλη του τή δύναμη τήν άναμόρφωση τών συνηθειών καΐ θεσμών.
Ό σοσιαλισμός καταλήγεο διακηρύσσοντας πώς ή πολιτική ol-κονομία εΓναι έδραιωμένη πάνω σέ μιά ψεύτικη ύπόθεση κι δτι ά-ποτελεΐ ένα σύστημα σοφιστείας πού έπινοήθηκε γιλ ν* προωθήσει τήν έκμετάλλευση τών περισσοτέρων άνθρώπων άπ' τούς λιγδτε-ρους. Έφαρμόζοντας τήν παροιμία «θά τούς γνωρίσεις άπ' τ' άπο-τελέσματά τους», δλοκληρώνει τήν έπίδειξη τοθ άνίσχυρου καΐ κε-νοθ χαρακτήρα τΐ]ς πολιτικί)ς οίκονομίας, πα.ρονοι&ζοντας τδν πί-νακα τών άνθρώπινων συμφορών, γιά τΐς δποΐες δ σοσιαλισμδς θε-ωρεΐ ύπεύθυνη τήν πολιτική οΐκονομία.
'Αλλάάν ή πολιτική οίκονομία εϊνα* ψεύτικη, θά πρέπει ν&ναι τέτοια κι ή νομολογία, ή όποία σέ δλες τΐς χώρες άποτελεϊ τήν έπιστήμη των νόμων καΐ τών έθίμων. ΓιατΙ στηρίζεται στό διαχω-ρισμύ άνάμεσα στδ δικό μου καΐ τό δικό σου καΐ προθποθέτει τήν άναγνώριση τών γεγονότων πού περιγράφει καΐ ταξινομεΐ ή πολι-τική οίκονομία. 01 θεωρίες τοθ Δημόσιου καΐ τοϋ Διεθνοθς Δίκαι-ου, μαζΐ με δλες τΐς πακιλίες τΐ)ς άντιπροσωπευτικ^ς κυβέρνησήί, Θ4 πρέπει παρόμοια y&vat ψεύτιχες, άφοθ 6ασίζοντο« πάνω στόν κανόνα τής άτομικτ)ς Ιδιοκτησίας xal xfjg θέλησης τών άτόμων.
Ό σοσιαλισμδς άποδέχετιχι δλες αώτές τΐς συνέπειες. Βλέπει τήν πολιτική οίκονομία, πού μερικοΐ θεωροθν σάν τή φυ πολογία τοϋ πλούτου, άπλώς σάν δργανωμένη χλοπή καΐ φτώχεοα, δπως ά-κριβώς βλέπει τήν νομολογία, τήν δποία οί δίκηγόροι Ιχουν στολί-σει μέ τδν τίτλο κωδικοποιημένη λογική, άπλώς σάν μιά συλλογή νόμιμων κι έπίσημων τίτλων γιά τήν έπικύρωση τΐ)ς ληστείας, δη-λαδή, τΐ)ς ίδιοκτησίας. Κατά τή γνώμη τών σοσιαλιστών ο£ δυό αό-τές λεγόμενες έπισχημες, ή πολιχική οίκονομία καΐ τό δίκαιο, έξε-χαζόμενες σέ σχέση ή \ui μέ τήν &λλη, συγκροχοθν μιά δλοκληρω-μένη θεωρία τϊ^ς άδικίοος καΐ χής διχδνοιας. Περνώντας άπ' τήν
65
καταλυτςκή κριτική στήν θετική ύπόδειξη, δ σοσιαλισμός προτεί-νει τήν άρχή ττ)ς συνεργασίας άντΐ γιά κείνη τής ίδιοκτησίας κι ά-ναλαμβάνει ν' άνοικοδομήσει τήν κοινωνική οίκονομία(7) άπό πά-νω πρός τά κάτω. Δηλαδή, δ σοσιαλισμός άναλαμβάνει ν' άναδη-μιουργήσει ένα νέο νδμο, §να νέο πολιτικό σύστημα καΐ θεσμούς κι ήθη πού θά διαφέρουν άπό κάθε δποψη άπ' τΐς παλιές μορφές.
Κατα ouvfrcsta ύπάρχει μι& ξεκάθαρη διαχωρωιική- γραμμή άνάμεσα στό σοσκχλισμδ καΐ τήν πολιτική οίκονομία. Ύπάρχει ά-νάμεσά τους άνοιχτή έχθρότητα.
Ή πολιτική οίκονομία κλίνει πρός τόν καθαγιασμένο έγωισμό, πάνω άπό δ,ηδήποτε δλλο. ..
Σήμερα, ή σ! γχροντ} κριτική έχει δείξει πώς, σέ μιά άντίθεση τέτοιας μορφης, ή άλήθεια δέν πρόκειται νά βρεθεί μέ τδ ν' άπο-κλείσουμε τόν ένα άπ' τούς δυδ άντίθετους δρους, άλλα μδνο αν τούς συμφιλιώσουμε. ΕΙναι, έπαναλαμβάνω, 2να γνωστό έπιστημονο-κδ γεγονός πώς δλοι οί άνταγωνισμοί, άνεξάρτητα άπ' τό άν διαδρα-ματίζονταο στή φύση ή στΐς ίδέες, δρία-χ&νν τή λύση τους σ' Ινα πιό γενικό δρο ή πολύπλοκη φόρμουλα, πού συμβιβάζει τΐς άντίθε-τες πλευρές άφομοιώνοντάς τις, γιά να τ6 ποθμε ίται καΐ τΐς δυό. Δέ θά μπορούσαμε έπομένως έμείς, πού είμαστε δνθρωποι μέ πρα-κτικό μυαλό, ένώ περιμένουμε τή λύση πού θά προσφέρει δίχως άμφιβολία τδ μέλλον, νλ προεταμαστοϋμε γι' αύτή τή μεγάλη άλ-λαγή, άναλύοντας τΐς άντίθετες δυνάμεις καί έξετάζοντας τΐς θε-ct-κές κι άρνητικές τους ίδιότητες; "Eva τέτοιο καθ^κον, έκτελεσμέ-νο προ^εκτικά κ: έπιατημονίκά, άκόμα κι αν δέν δδηγεΐ κατευβεϊ-αν στή λύση, θά είχε τουλάχιστον τά άνεκτίμητο πλεονέκτημα ν' ά-ποκαλύψει τή φύση τοθ προβλήματος καΐ κάνοντας αύτό, να μας καλέσει σ' έπιφυλακή ένάντια σέ κάθε ούτοπία.
(1846) «Σύστημα Οίκονομικόδν Άντιφάσεων», I, σελ. 67-72.
"Αν κι ή πραγμαΐ'.κή κοινωνική έπιστήμη έξακολουθεί vivat σήμερα περισσότερο μιά, πειραματική έπιστήμη πού σκ&πεύει στδ μέλλον, παρά μιά γνώση τΫ)ς πραγματικότητας δπως είναι, θα πρέ-πει έπίσης ν' άναγνωρίσουμε πώς τ* στ κχεία αύτοθ τοθ κλάδου μελέτης, μποροΰν δλα νά βρεθοθν στήν ηολιτική οίκονομία. Νομίζω
66
JTC έκφράζω τδ γενικό αΓσθημα λέγοντας πώς αύτή ή γνώμη υίο-θετεϊται τώρα άπ' τούς περισσότερους άνθρώπους. ΕΙναι άλήθεια δ-xt έλάχιστοι ανθρωποι ύπερασπίζουν τή σημερινή κατάσταση πρα-γΐιάτων, άλλα ή άπέχθεια γιά τΐς ούτοπίες δέν εΐναι λιγότερο διά-χυτη καί γίνεται γενικά άποδεκτό δτι ή άλήθεια μπορεΐ νά βρεθεϊ σέ κάποια φόρμουλα πού θά συμφιλίωνε τούς δυό δρους: ΣΓΝΤΗΡΗΣΗ καΐ ΠΡΟΟΛΟ. (1846) «Σύστημα ΟΙκονομικών Άντιφάσεων , I, σελ. 86.
Ό σοσιαλισμός ϊγει δίκιο νά διαμαρτύρεται ένάντια στήν πο-λιτική οίκονομία καί να λέει δτι αύτή άποτελεΐ άπλώς ίνα μηχανι-σμό δίχως σκέψη κι ή πολιτική οίκονομία Ιχει δίκιο δταν λέει πώς δ σοσιαλισμός εΐναι άπλώς μ.ια έξωπραγματική οιύτοπία πού κατά πάσα τ^Οανότητα δέν μπορεΐ νά ύλοποιηθεΐ. 'Αλλά άφοϋ δ καθένας μέ τή σειρά του άρνιέται κάτι, δ σοσιαλισμδς τήν προηγούμενη έμ-πειρία τής Άνθρωπότητας κι ή πολιτική οίκονομία τή λογική χ-ϊ)ς Άνθρωτίότητας, άποτελοθν κι οί δυό άνεπαρκεΐς άναλύσεις άναφο-ρικά μέ τήν άλήθεια τΐ)ς άνθρώπινης ζω•?)ς.
Ή κοινωνική έπιστήμη εΐναι τδ πάντρεμα τής λογικτ]ς καΐ τών κοινωνικών πρακτικών. Ένώ οί προηγούμενοί μας δάσκαλοι δέν εΐχαν συλλάβει παρά μόνο σπάνιες άνοΆαμπές οώτϊ)ς τής έπι-στήμης, θ' άναλάβουμε έμεΐς, σ' αύτόν τδν αΐώνα, νά τήν άτενίσου-με α' δλο της χο μεγαλεΐο καΐ τήν άνυπέρβλητη άρμονία!
(1846) «Σύστημα Οίκονομικών Άντιφάσεων», II, σελ. 391.
67
Μουτσυελισμός
*Αν δέν ε'μαι βυθισμένος σέ μεγάλη πλάνη, δ άναγνώστης θά πρέπει νίχει πειστεϊ τουλάχιστον γι& ένα πράγμα, δηλαδή: πώς ή άλήθεια άναφορικά μέ τήν κοινωνία δέ βρίσχεται οδτε στΐς ούτοπίες οδτε ατήν τυφλή ρουτίνα. Ή πολιτική οΐκονομία δέν ά-ποτελεϊ τήν έπιστήμη τής κοινωνίας, άλλίς περςέχει τ4 σταχεΐα αύττ)ς τής έπιστήμης, δπως άκριβώς τδ χάος, πρΐν άπ' τήν δημιουρ-γία, περιεΐχε τά στοιχείατόΰ κόσμου. Tti νά φθάσουμε στήν δρι-στική όργάνωση, ποϋ φαίνεται πώς άποτελεί τδ πεπρωμένο τί)ς φυ-λής μας πάνω στόν πλανήτη, τό μύνο πού Ιχουμε νά κάνουμε εΐναι νά ταξινομήσουμε δλες μας τΐς άντιφάσεις έμφανίζοντάς τις μέ τή μορφή μιάς γενικής έξίσωσης.
'Αλλά ποιά μορφή θά πάρει αύτή ή έξίσωση; Άρχίζουμε ήδη να τή βλέίΐουμε άχνά. θά πρέπει νλ βασίζεται πάνω στδ νδμο τί)ς άνταλλαγής, σέ μιά θεωρία ττ)ς ΑΜΌΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ, σ' Ινα σύστημα έγγυήσεων πού έγχαταλείπει χούς παλιούς τύπους τών κοινωνιών μας, οί δποΐες βασίζονταο στήν πολιτιχή χαΐ τδ έμ-πόριο, χι ΙκανοποιεΖ δλους τούς δρους τί)ς άποτελεσματικδτητας, ττ)ς προόδου χαΐ της δικαιοσύνης, πού έντόπισαν ol χριτικοΐ. θ&ναι μια κοινωνία πού δέ βασίζεται στήν παράδοση, άλλά στήν πραγμα-τικότητα- μιά κοινωνία πού μετατρέπει τδν χαταμερισμδ τί)ς έργα-σίας σ' Ινα έπιστηιιονικδ δργανο' μιά κοινωνία πού κάνει τούς άν-βρώπονς νά πάψουν νδναι σχλάβοι τών μηχανών καΐ προβλέπει τίς κρίσεις πού θά προκαλέσουν αύτές• 9i χάνει τδν άνταγωνισμδ έπω-φελή καί θ& μεταμορφώσει τδ μονοπώλιο σέ μι& έγγύηση άσφά-λειας γιά δλους. Διαμέσου τής ζωτικότητας τών άρχών της, άντΐ
69
νά ζητάα πίστωση άπ' χδν καπιταλ'.στή καΐ προστασία άπ* τδ χρά-τος, θά ύποτάξει τόσο τδ κεφάλαιο. δσο καΐ τδ Κράτος στήν έργασία. Διαμέσου τΐ)ς α,ύθεντικής φύσης τής άνταλλαγί)ς θ& δημιουργήσει τήν άληθινή άλληλεγγύη άνάμεσα στούς άνθρώπους. θ' άποδώσει στήν κοινότητα τδν πλοθτο πού εϊχαν Ιδιοποιηθεΐ ίδιώτες, δίχως ν' άναστείλλει τήν άτομοκή πρωτοβουλία ή τήν οίκιακή λιτότητα. θ&ναι μιά κοινωνία ποΰ θά έξασφαλίσει, διαμέσου τί)ς κίνησης τών έξόδων κι έσόδων τοθ κεφαλαίοι», τήν πολιτχκή κι οΐκονομική Ισότητα τών πολιτών της καί, διαμέσου ',ένδς έκτεταμένου συστήμα-τος δημόσιας έκπαίδευσης, θά έπιφέρει τήν Ισότητα στΐς λειτουρ-γίες καΐ τΐς κλίσεις, άνυψώνοντας σταθερά τδ έπίπεδό τους διαμέ-σου ττ)ς δικαιοσύνης, εύημερίας κι άρετής, θά πραγματοποιήσει μι& άνανέωση τγ]ς άνθρώπινης συνείδησης καΐ θά Ιξασφαλίσει τήν άρ-μονία καΐ τήν ίσορροπία άνάμεσα στΐς γενιές. Κοντολογΐ)ς, θδναι μ,ιά κοινωνία ή δποία, άφοϋ βασίζεται τόσο σέ μι& δργανωμενη δομή δσο καί στή δυνατότητα άλλαγης, θδ,ναι κάτι περισσότερο άπδ προσωρινή' θα έγγυάτοΜ τά πάντα δίχως νά ύπδσχεται τίποτα. . . Έ θεωρία τοθ μουτουελισμοϋ, δηλαδή ή άνταλ-λαγή σέ εΙΖος, της δποίας ή άπλούστερη μορφή εΐναι τδ καταναλω-τικδ δάνειο (8)' άναφορικά μέ τδ σύνολο, άποτελεΐ τή σύνθεση τών έννοιών τής άτομικής ίδ'.οκτησίας καΐ τΐ)ς ουλλογικής ίδιοκτησίας. Αύτή ή σύνθεση είναι τόσο παλι& δσο καΐ τ& συστατικά της μέρη, ά-φοϋ σημαίνει άσφαλώς πώς ή κανωνία, έπιστρέφει μέσα άπδ Ινα δαίδαλο έφευρέσεων καΐ συστημάτων, στΐς πρωτδγονες πρακτικές της, σάν άποτέλε3μα μιάς περιουλλογής πάνω στή θεμελιώδη πρδ-ταση A = Α, πού κράτησε 6.000 χρδνια.
(1846) «Σύστημα Οίκονομικ&ν Άντιφάσεων», I, σελ. 410-11.
Ή άρχή τοθ μουτοοελισμοϋ έκφράστηκε γιά πρώτη φορ& μέ κάθε φιλοσοφική έπιτήδευση καΐ μ' ίνα μεταρρυθμιστικδ πνεθμα, στδ περίφημο άξίωμα πού ίχουν έπαναλάβει 8Xot οί σοφοΐ ν.α.1 nob τά Συντάγματά μας, τοθ Β' καΐ τοθ Γ' Χρόνου, συμπεριλάβανε στή Διακήρυξη τδν Δικαιωμάτων καΐ Τπ ο -χρεώσεων τοθ Άνθρώπου καΐ τοθ Πο• λ ( τ η :
70
Μήν κάνεις στούς ά).λους δ,τι δέν θάθελες ν* σοθ κάνουν. Κά-νε πάντοτε στούς άλλους δ,-ct θ&θελες xt έκεΐνοι ν4 κάνουν σέ σέ-να. . .
Άρχικά, πώς καΐ κάτω άπδ uota έπίδραση συνεπί)ρε τδ μυα-λδ τών άνθρώπων ή Ιδέα τοθ μουτουαλισμοθ;
Έχουμε ήδη έξετάσει τδν τρόπο μέ τδν δποϊο ή αχολή τοθ Λουξεμβούργου (9) βλέπει τή σχέση τοθ άνθρώποι» χτλ χοθ πολί-τη μέ τήν κοινωνία καΐ τδ Κράτος. Σύμφωνα μ' αύτούς ή σχέση αύτή εΓναι σχέση ύποταγης. Άπ' αύτή προκύπτει μιά έξουσιαστική καΐ κομμουνιστική όργάνωση.
Άντίθετη μ' αύτή τήν ΙΙέα. διακυβέρνησης, εΓναι έκείνη τών ύ-περασπιστών τί)ς άτομικ^ς έλευθερ(ας. Σύμφωνα μ' ο^τούς, ή κοι-νωνία δέν πρέπει νά θε(ορεΐται σάν 2να ίεραρχικδ αύτητμα λειτουρ-γιών κι έξουσιών, άλλά σάν 2να σύστημα έλεύθερων δυνάμεων ποΰ έξιιυρροποθντα: άνάμεσά τους, Ινα σύστημα πού έγγυάΌϊΐ τά iSc-a δικβαώματα σ' δλα χά ^τομα, toa\Uwj Ιν. έκτελοΰν τλ ϊδια καθήκον-τα, 2να σύστημα στδ δποΤο θ* άτκτκομίζουν ti Γδια ώφέλη σέ άντάλ-λαγμα τϊ)ς πραηρορας Γδιων ύπηρεαών. Έπομένως αύτδ τδ σύστημα tlvai 6ασ:κά έξισωηκδ καΐ φ:λελεύβερο κ•. άποκλείει κάθε δ'.άκριση περιουσίχς, βαθμοθ, τάξης. Νά τώρα πώς αότοί οί άνπαυταρχικοί ή φιλελεύδεροι περατώνουν τά έπ'.χειρήματά τους.
'Γποστηρι'ζουν δτι άφοθ ή άνθρώπινη φύση εΤναι ή πιδ άνα-πτυγμένη ϊκφραση, γιά vi μή ποθμε ένσωμάτωση, τί]ς παγκδσμιας Δικαιοσύνης, δ δνθρωπος σάν πολίτης άντλεϊ τά δικαιώματά τοο άπ' τήν άξιοπρέπεια ττ]ς φύσης του. Παρδμοια, θ' άπαιτήσει άργδ-τερα τήν εύημερία, &μεσα, άπ' τήν προσωπική του έργασία κι άπ' τήν καλή χρήση τών ίδιοτήτων του πού θά κάνει, καθώς έπίσης καΐ τδν σεβασμδ άπ' τήν έλεύθερη έξάσκηση τών ταλέντων καΐ τδν χαρισμάτων του. Λένε έπομένως πώς τδ Κράτος άποτελεΤ άπλ δς τδ προϊδν τΐ)ς έντελως έλεύθερης συνένωσης, πού σχηματίστηκε άπδ Γσα, άνεξάρτητα ύποκείμενα, ποΰ δλα τους thai νομοθέτες. Κατά συνέπεια τδ Κράτος έκπροσωπεΤ μδνο δμαδικλ συμφέροντα κι δποιαδήποτε προστριβή άνάμεσα στήν 'Εξουσία καΐ τδν πολίτη δέν είναι στήν πραγματικδτητα παρλ μίνο μιά προστριβή άνάμεσα σέ πολίτες. Συνακόλουθα, τδ μόνο προνδμιο στήν κοινωνία εΓναι ή έλευθερία, ή μδνη άνώτατη δύναμη, δ Νόμος. Ή έξουσία κι ή pt-
71
λανθρωπία, λένε, Εχουν φάει τά ψωμιά τους. Αύτό πού θέλουμε άν-τίθετα εϊναι ή δικαιοσύνη.
Άπ' αδτούς τούς συλλογισμούς, πού, άντιτίθονται ριζικά σ' έκείνους ΐής έπιτροπής τοΰ Λουξεμβούργου, "καταλήγουν ν* ύποστη-ρίζουν μι4 δργάνωση πού θά βασίζεται πάνω στήν δσο τό δυνατδ πιδ πλαηλ έφαρμογή τΐ)ς μουτουελισπκτ)ς άρχής. Ό νόμος TOO, λέ-νε, είναι ύπηρεσία άντ'ι ύπηρεσίας, προίδν άντΐ προϊόντος, δάνειο άντΐ δανείου, άσφάλιση άντΐ άσφάλισης, πίστωση άντΐ πίστωσης, άσφάλεια άντΐ άσφάλειας, έγγύηση άντΐ έγγύησης. ΕΓναι σά ν* ά-ναποδογυριζέταν δ πανάρχαιος νδμος τής άνταπδδωσης, ό φ θ α λ-μδν άντΐ δφθαλμοϋ, όδόντα άντΐ δδδν-τος, ζωή άντΐ ζ ω f] ς , καΐ να μετατίθονταν άπ* τδ ποινικδ δίκαιο καΐ τΐς χυδαΐες πρακτικές τ9\ς βεντέττας στδ οίκο-νομιχδ δίχαιο, στα καθήκοντα ττ)ς έργασίας καΐ στήν εογεν?) φρον-τίδα τ^ς έλεύθερης άδελφότητας. Πάνω σ' αύτδν στηρίζονται δλα ot μουτουελιστικοΐ θεσμοί: άμοιβαία άσφάλεια, άμοιβα(α πίστωση, άμοιβαία βοήθεια, άμοιβαία έκπαίδευση, άμοιβαίες έγγυήσεις άν-ταλλαγών κι έργασίας, γι& προϊδντα καλί)ς ποιότητας καΐ λογι-κ& τιμολογημένα κλπ. Ν& τΐ ύποστηρίζει πώς θ& χρησιμοποιήσει ή μουτουελιστική άρχή, μέ τή βοήθεια δρισμένων θεσμβν, σλ θεμέ-λιο τοϋ Κράτους, νόμο τοθ Κράτους κι άκδμα Θ4 πρσχωρήσω τδσο πολύ & πε νά πα α&ν Ινα εΐδος θρησκείας τοδ Κράτους, πού θϊνα: ΐξ-ίσου tfaoko (στήν πράξη) δσο χα'. πλεονεκτικδ. Δέν άπαιτεΤ καμιλ άστυνομία, καμια καταπίεση ή περιορισμούς καΐ δέν μπορεΐ ν* άπο-τελέσει ποτέ αίτία άπογοήτευσης ή χαταστροφί)ς κανενδς.
Σ* αύτδ τδ σύσιημα δ έργαζδμενος δέν tlvat raa δοθλος τοθ Κράτους, εΤναι ένας έλεύθερος ίνθρωπος, χύριος πραγματιχά τοθ έαυτοθ του, δ δποϊος ένεργεΐ μέ δική του πρωτοβουλία κι εΓναι προσωπικά ύπεύθυνος. Ξέρει δτι θ' άποκομίσει δίκαιη xt ίχανοποι-ητική άποζη|αίωση γιά τά προΓδντα καΐ τΐς ύπηρεσίες του κι δτι οί συμπολίτες TOU Θ4 τοθ προσφέρουν άπόλυτη έμπιστοσύνη καΐ πλήρεις έγγυή κις γι& δλα τά καταναλωτικλ άγοοθλ πού utftocviv ν& χρειάζετοα. Τδ Κράτος, ή κυβέρνηστ;, παύει π•.ιΙ νδνχι χυρίαρχο. Ή έξουσία δέν άποτελεΤ πι& τήν άντίθεση τί)ς έλευθερίας xal τδ Κράτος, ή κυβέρνηση, ή έξουσία χλπ. δέν άποτελοθν ιιαρά μδνο έχφράσεις πού χαρακτηρίζουν τήν έλευθερία μ* £να διαφορετικδ
72
τρόπο. Είναι γενικές φίρμουλες δανεισμένες άπό μιά ξεπερασμένη γλώσσα, ή δποία σέ δρισ•)ΐένες περιπτώσεις συμβολίζει τδ σύνολο, τήν ένωση, τήν ταυτότητα καΐ τήν άλληλεγγύη τών άτομικών συμ•. φερόντων.
'Λπδ δώ καΐ πέρα δέ χρειάζεται νά ρωτήσουμε (δπως άπαι-τεΐται στό άστικό σύστημα ή σ' έκεΐνο τί)ς έπιτροπτ)ς τοθ Λουξεμ-βούργου), &ν τό Κράτος, ή χυβέρνηση ή ή κοινότητα πρέπει ν4 κυ-βερνοθν τό &τομο ή νά ύποτάσσονται σ' αύτό, δν δ κυρίαρχος θεω-ρεΐται άνώτερος άπ' τδν πολίτη ή δ πολίτης άνώτερος άπ' τδν κυ-ρίαρχο, ή άν ή έςουσία είναι δ κύριος ήδ ύπηρέτης τί)ς έλευθερίας, γιατΐ δλα αύτά τά έρωτήματα δέν ϊχουν χαμιλ σημασία. Ή κυβέρνηση, ή έξουσία, τδ Κράτος, ot χοινότητες, οί έταιρεΐες, οί τάξεις, οί ένώσεις, οί πόλεις, ot οίχογένειες, ot πολίτες — κοντολο-γϊ}ς, δμάδες χι δτομα, συλλογικά οώματα xal πρδσωπα, εϊναι δλοι Γσοι άπέναντι στό νόμο. Μόνο αύτδς, μερικές φορές διαμέσου τής μεσολάβησης τοθ ένδς χα'. μερικές φορές διαμέσου χ•7)ς φροντίδας τοΰ $λλου, βασιλεύει, κρίνει καΐ κυβερνάει: «δ κυρίαρχος εΐναι δ Νδμος». (1865)
«Γιά τήν Πολιτική Ίκανότητα τών Έργαζδμενων Τάξεων»,
σελ. 120, 124-26.
'Ο σκοπδς τών βιομηχανικών xal άγροτικών συνεταιρισμών, συμπεριλαμβανοιιένων τών έργατικών 'ένώσεων, δπου μποροθν νά σχηματιστοθν, δέν εΐναι νά άντικαταστήσουν τΐς συλλογικές έπι-χειρήσεις μέ άτομικές, δπως ήλίθια διακήρυσσαν στα 1848. (10) Έγκειται στδ νά έξασφαλίσει σ' δλες τΐς μιχρές xal μεσαΐες 6ιο-μηχαν.χές έπιχειρήσεις καθώς έπίσης καΐ στούς μικρο-ίδιοκτΐ^τες, τά ώφέλη τών έφευρέσεων, μηχανών, βελτιώσεων xt έξελίξεων, πού Οάταν διαφορετικά άπρόσιτες στΐς μικρές έταιρεΐες καΐ περιουσίες. (1863-64) «Τί εΓναι ή Ίδιοκτησία;», σελ. 183.
Τ4 προΤδντα μποροθν ν' άνταλλα-γοθν μδνο, μέ προϊδντα. Κανένας δέν άμφισβη-
73
τεΐ σήμερα αύτδ τδ άξίωμα τί)ς πολιτικ•ί)ς οΐκονομίας. Σοσιαλκπες xt οΐκονομολόγοο μαζΐ τό δέχονται DE JURE καΐ DE FACTO xc αύτό προσφέρει ένα κοινδ ϊδαφος δπα μπορεΐ νά συμβίβαστοθν άντίθετες θεωρίες κί δποο γνώμες ouvavxcfivtat γιά να σχηματίσουν ένα δόγμα.
Ή άνταλλαγή είναι εΓτε αμεση εϊτε ϊμμεαη.
Ό καρεκλοποιδς στό Παρίσι χρειάζεται Ινα βαρέλι κρασΐ τήν Γδια ώρα πού Ινας κρασέμπορος στό Μπορντώ χρειάζεται καρέκλες. Οί δυδ ποφαγωγοΐ μποροΰν ν' άνταλλάξουν τ* άντίστοιχα προΐόντα τους στέλνοντάς τα δ Ινας στόν αλλο. Αύτή είναι αμεση άνταλλα-γή.
"Ας όποθέσουμε δμως, δπως συμβαίνει συνήθως, δη δ Ινας άπ' τούς δυδ άνθρώπους, πού συμετέχουν στήν άνταλλαγή, δέ χρει-άζεται τό προϊόν τοΰ αλλου. Ό κρασέμπορος τοθ Μπορντώ, λογοο-χάρη, άντΐ γιά καρέκλες χρειάζετα: χάμποτο, τδτε ή άνταλλαγή δέν εΐναι πια δυνατή. Ό Παριζιάνος θα πληρώσει yci τδ κρασί του μέ χρήματα κι δ κάτοικος τοθ Μπορντώ Θ& χρησιμοποιήσει αύ-τά τα χρήματα γιά ν' άποκτήσει τδ ύλικδ πού τοθ χρειάζεται γιί νά τοθ στείλουν άπ' τή Μυλούζη. Αύτή είναι 2μμεση άνταλλαγή.
Τώρα, α,ύτή ή άνταλλαγή, πού είναι άναγκαστικά Ιμμεση έξ-αιτίας τής ϊλλειψης κάποιου κοινοθ πιστωτικοθ δεσμοθ, Θ4 λειτουρ-γοθσε δμεσα κα! χωρΐς μεσάζοντες, αν ήταν δυνατδ δλοι έκεΐνοι πού έπιθυμοΰσαν ν' άνταλλάξουν άγαθά σέ μια χώρα — δλοι έκεΐνοι πού χρειάζονται νά πουλήσουν καΐ ν' άγοράσουν — να γνωρίζοντο» μεταξύ τους. *Ας φανταστοθμε, λογουχάρη, πώς δ Παριζιάνος, δ κάτοικος τής Μυλούζης κί δ κάτοοκος τοθ Μπορντώ ξέρουν τήν Γδια στιγμή δτι δ καθένας τους χρειάζεται κάτι" δ πρώτος Ινα 6α-ρέλι κρασί, δ δεύτερος κοφέκλες κι δ τρίτος ένα κομμάτι κάμποτο. ΕΓνα: φχνερό δπ σ* αύτή τήν περίπτω^η τά εϊδη μποροθν ν' άν-ταλλαγοθν, δίχ(ος νά χρειάζεται νά χρησιμοποιηθοθν χρήματα. *0 Παριζιάνος θ& στείλει τΐς καρέκλες τοο στδ βιοιιήχανο τί)ς Mu-λούζης, δ δποΐος θά στείλει τίτε τδ κάμποτό του στδν παραγο γδ τοϋ Μπορντώ κι αύτδς μέ τή σειρά του θά στείλει τδ κρασί του στδ Παρίσι. Βαλτε στή 6ίση αύτών τών τριών, έκατδ χ:λιάδες άνθρώ-πους, πού νά συμμετέχουν στίς άνταλλαγές καΐ θα έξακολουθήσει να συμβαίνει τδ ίδιο, ή άνταλλαγή θά συνεχίσει νδΐναι άμεση.
74
Τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε ώστε νά έπιτρέψουμε τή δceξa-γωγή ίμεσης άντ χλλαγί)ς — δχι άπλβς άνάμεσα σέ τρεΐς, τέσσε-ρεις, §ξη, δέκα ή έκατό άνθρώπους, άλλ* άνάμεαα σέ έκατό χι-λιάδες ή άνάμεσα σ' δλους τούς παραγωγούς καΐ καταναλωτές τοθ κόσμου; *
Κάτι πολύ άπλδ. θά πρέπει να συγκεντροποιήσουμε δλες τΐς έμπορικές συναλλαγές διαμέσου μιας τράπεζας πού θα δέχεται δλες τΐς συναλλαγματικές, έπιταγές καΐ χρεωστικα γραμμάτια, πού άντι-προσωπεύουν τίμολόγια τών έμπδρων. "Επειτα θά πρίπει να γενι-κεύσουμε ή νά μετατρέψουμε αύτές τΐς ύποχρεώσεις σέ άποδείξεις ποΰ θα ίσοδυναμοθν μ' αύτές καΐ πού Θ4 καλύπτονται ουνακδλουθα άπ' τα προϊδντα ή τΐς πραγματικές άξίες πού άντιπροσωτιεύουν αδ-τές οί όποχρεώσεις.
Οί τραπεζικές άποδείξεις πού Θ4 δημιουργηθοθν μ' αύτδ τδν τρδπο θδχουν δλες τΐς Ιδιότητες τών πιδ ύγιών λογαριασμών.
Δέ θά ύπόκεινται σέ ύποτίμηαη, άφοθ Θ4 παραδίδονται μδνο ivayti πραγματικών άξιών καΐ καθιερωμένων συναλλαγματικών. Κατλ συνέπεια δέ θα βασίζονται πάνω στα κατασκευ.χζόμενα προϊ-όντα, άλλά σ' έκεΐνα πού πουλιοθνται καΐ παραδίδονται καΐ για τά όποΐα, έπομένως, μπορεϊ ν* άπαιτηθεϊ ή έξώφληση.
Δέν θ& ύτ^άρξει κανένα πρόβλημα 5τχρ6ολ'.κα αύξημένης κυκλο-φορίχς, άφοθ ή άπόδειξη θά πκραδίδετοα μόνο Ινχντ: &ναγνωρισμέ-νων συναλλαγματικών, δηλαδή, δταν ύπάρχει μά γνήσια καί σίγου-ρη ύπδσχεαη γιλ έξώφληση•
Κανένχς δέ θ' άρνιόταν να τΐς δεχθεί άφοδ 3αν άποτέλεσμα τί)ς συγκεντροποίησης δλων τών άνχαλλαγών κι έπειδή δλοι d πολίτες θά πατρονάρίζαν τήν τράπεζα, οί άποδείξεις αώτές θ' άντιπροσώπβυαν γ:ά κάθε ατομο μ;« άξία Τση μ' έκείνη πού σύντομα θδπρεπε νά πλη-ρώσει σέ τραπεζιτικές άτκδείξε'.ς.
(1848-49) «Ή λύση τοθ Κο;νωνικοΰ προβλήματος», σελ. 182-84
ΔΙΑΚΗΡΓΞΗ ΤΗΣ ΛΑΤΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ(ΐθ)
. . . Ή Λαϊκή Τράπεζα έντελώς 4πλά ένσωματώνει τΐς χρημα-τΐστ'.κές xt οΐκονομικές πλευρές χτ)ς άρχτ)ς ττ)ς σύγχρονης δημοκρα-χίας, πού εΐναι ή Λαϊκή κυρ^αρχί* κχΐ τοθ δημοκρατικοθ συνθήμα-
75
τος, Έ λ e u θ t ρ f χ , Ίσότητα, Άδ λφότητα• Δηλώνω δτ4 δταν ϊπέκρινα τήν Ιδισχτησία, ή άκριδέστερα τδ σύμπλεγμα &σμών, των δποίων ή Ιδιοκτησία άποτελεΐ θεμέλιο λίθο, δέν εΐχα τήν πρδθεση να προσβάλλω τ& δικοαώματα τσθ άΐόμου, δπως τ' άναγνωρίζουν ol ύφιστάμενα νόμοι, οδ-χ ν' άμφιαιβητήσω τή νομι-μδτητχ κεκτημενων, οδτε να προκαλέσω τήν αδθαίρετη διανομή τών άγαθών, οδτε ν& έμποδίσω χήν έλεύθερη καΐ χανονιχή άπδχτηση Ιδο-κτησίας διά μέσου τής πώληοης χαΐ τής άνταλλαγ^ς, οδτε ν' άπα-γορεύσω ή νά κχταστείλλω μέ βασ-.λικδ &άτ«γμα, τδ νοίκ: tij; γ^ς χαΐ τδν τόκο πού συνεπχγεται δ δανκσμδς κεφαλαίων.
Πιστεύω πώς δλες χότές ol μορφές άνθρώπινης δραστηριόΐητχς, θάπρεπε ν& παραμείνουν έλεύθερες καΐ πήν έχλογή τοθ χαθενδς- Δέν έτατρέπω καμια δλλη τροποποίηση, περιορισμδ τ) άπαγδρευση, έ-κτός άπό κεΐνες πού άποτελοδν τδ φυσιχδ, άνχπάφευκτο άποτέλεσμα τί)ς καθολ:χής 1φαρμογτ)ς τί)ς άρχί)ς ττ)ς άμαβαιότητχς xal toQ νί-μου τΐ)ς αύνθεσης ποΰ έχω έγώ προτείνει...
(1848-49) «Ή λύση τοθ ΚανωνιχοΟ Προβλήματος», σελ. 259-61
76
Άναρχία
Πθίά μορφή χυδέρνησης βχ θεωρούσαμε χαλύτερη; «Πώς μπο-ρεΐς νά ρωτας;» π:θχνόν ν' άπαντοθσε χάποιος άπ' τούς πιδ νεχροός άναγνώστες μου• «Είσαι ΔημοκραΈκός». Δημοκρχτικός, ναί, άλλά χύχή ή λέξη δέν Ιχει χανένα συγκεκριμένο νάημα. Δ η μ ο κ ρ α-- I α , σημαίνει τδ δημόαο πράγμα. Τώρχ δπαος επ-.θυμεϊ τδ γε-ν.κό κχλδ, κάτω άπ' δποιχδήποτε μορφή κυβέρνησης, μπορεΐ vi δνο-μάζεται δημοκρατικός. Κι οί βασιλιάδες λοιπδν εΐναι δημοχρατιχοΠ «Τότε λοιπόν, δέν el jat δημοχρα-ακός;» "Οχι. «Τί; δέν μπορεϊ νδσαι μοναρχικός!» "Οχι. «Συνταγματίκός;» θεδς φυλάξει! «Tow πρέπεί νίσχι μέ τήν άρ-.σχοκρατία». Ουτε κατα διάνοια! «θέλεις \i.ik μιχτή κυβέρνηση;» Άκδμα λ'.γότερο. «Μά τί εΐσαι τελοσπάντων;» Είμαι ά-νχρχικδς.
«Καχαλαβαίνω, άίκεΐς είρωνεία αέ βάρος τί)ς χοβέρνησης». Οδ-
χε κατα διάνο;α. Σο& Ιχω μόλ'.ς δώσει τήν χαλοζυγισμένη χαΐ σοβα-
ρή δμολογία πίοτης μου. Παρόλο icou είμχι σθεναρδς ύποστηριχτής
ττ)ς τάξης ε!μαι μέ τήν ττ.δ πλήρη ϊννοια τοδ δρου, λναρχικδς.
(1840) «Τί εΓναι ή Ίδ-.οκτησία;», σελ. 335.
Σέ κάθε δοσμένη κοινωνία, ή Ιξουσία πού Ιχει δ &νβρ ύπος πά-νω σε δνθρωπο, εΐνο* άντιστρόφως ά.νάλογη μέ χό πνευματικό έπίπε-δο άνάπτυξης στό δποΐο Ιχει φιάσει έκείνη ή κοινωνία. Ή ταθανή δίάρκεία αύ-τί)ς ττ^ς έξουσίας μπορεΐ Γσως νλ ύπολογιστεΤ μέ βάση τήν περ:σσόυερο ή λιγώτερο πλατιιίς διάδοαη τί)ς έπιθυμί(*ς γιά άληθινή κυβέρναη, πού slvxt ή κυβέρνηση ή δποία βασίζεται πάνω στήν έπι-
77
σχήμη. "Οπως άκριδώς χδ δικχίωμα τί)ς βίας καΐ τδ διχαίωμα τής πονηρι&ς περιορίζονται άπ' τ4 δλοένα αύξανόμενχ δρα τϊ)ς δικαιοσύ-νης καΐ Θ4 ΙκλεΙψουν τελιχΛ μόλις παγιωβεΐ ή Ισάτητα, Εχσι xt ή κυ-ρκαρχία τής θέλησης παραχωρεΐ τή θέση της πήν κυριαρχία τΐ)ς λογικής xol πρέπει χελικ4 νά έξαφαν:στεί μεσχ οέ μι4 μορφή έταστη-μονικοθ σοααλισμοθ. Ή ίδιοκχησία καΐ τ4 προνόμια έκφυλίζονται άπδ xoxe πού δρχιαε δ κόσμος. "Οπως άκρ βώς δ ανθρωπος άναζιττάβ τή δικαιοσύνη σχήν ίσόχψα Ιτσι κι ή κοινωνία άναζψάει τήν τάξη στήν άναρχία.
Ά ν % ρ χ ί α , πού σημαίνε; ίλλειψη ήγεμόνα ί} κυριάρχου-Αύχή εΐναι ή μορφή κυβέρνιτσης πού κάθε μέρα πλησιάζουμε περισ-αύτερα. 'Εξχίτίας ττ)ς βα&ειά ρίζωμίνης συνήθε«ας ν4 βεωρσδν Ιναν δνθρωπο σ4ν έκπρδσωπο τ?)ς χ4ξϊ)ς καΐ ν4 παίρνουν χή θέλησή του σ4 νδμο, οί δνθρωποι μας θβωροϋν σ4ν τό δκρο δωτο τής άχαξίας κι έν-σάρκωση χοϋ χάους. Ύπάρχα μι4 ίστορία γ\4 Ινα Παριζιάνο άστό, στδ 17ο αίώνα, δ δποΤος δκουιε πώς σχή Βενεχία δέν εΐχαν 6ασ*.λιά. Ό δνθρωπος δέν μποροθσε vi συνέλθε*. άπ' τήν κχχαπληξή του καΐ νδμισε πώς Θ4 πέθχινε άπ* χ4 γέλια δχαν ακουσβ γι4 πρώχη φορ4 Ινα χέχο-.ο γελοίο πράγμα. "Ολοι μας πάσχ&υμε άπ' αάτή τήν προκαχαλη-ψη. Όλοι μας θέλουμε ?να άρχηγδ ή άρχηγούς. "Εχω στή διάθε-σή μου αύχή τή στιγμή μι4 μπροσοθρα, πού ϊχει γραφτεΐ άπδ Ινα φλογερό κομμουνισχή, δ δποϊος δνειρεύεται σ4 δεύχερος Μαρά, χή δι-κτοαορία. 0£ πιδ προχωριτμένα. άνάμεσά μας εΐναι κεΐνοι πού θέλουν τδ μεγαλύχερο δυναχδ άρ:θμδ κυριάρχων• Ή πιδ φλογερή τους Ιπι-θι μία elvat νά διατηρη&εΐ ή βασιλική δύναμη μέαχ σΐήν Ιθν.κή Φρου-ρά• Δίχως άμφιβολία, κάποιο πρόοωπο πού (^ονεΐ τή λαϊκή πολιτοφυ-λακή, {& πεΐ σύντομα: «Όλοι ol δνθρωποι εϊναι βασιλιάδες». 'Αλλλ ή άπάντησή μου σ' αύτδ &Svac: «Κανένας δνθροίπος δέν εΐναι δασιλιδς». ΕΓμαστε δλα, εΓτε μάς άρέοει αύτό εΓτε δχι, ούντροφα». "Ολα τά βέ-μαυα τής έσωτερικτ^ς πολιτίκ^ς θά πρέτα'. ν4 ρυθμιστοθν στδ φ δς τών στατίστκών στοιχείων τών νομδν. Όλα τ4 βέματα τζς έξωτερικί)ς πολιχ'.κ^ς elvat ζήτιτμα xf/ς δςε&νοθς σχαχισχικί)ς. Ή έπιστήμτ; χί]ς κυβέρνησττς άνήκει δtκa•.ωμauκi σέ κάποιον άπ' τούς κλάβους τί)ς Άκαδημίας 'Επισχημων, τ?)ς δποίας δ μδνψος γρχμμαχέας κρέπχι άναγκαστικά νά γίνει Πρωθυποοργός. Άφοδ οί πολίχες μποροθν νά ΰπεβάλλουν Ινα ύπόμνημα στήν Άκαδημία, δλα οΓ τιολίτες είναι yojio-
78
θέχες. Άλλ' άφοΰ ή γνώμη ένδς προσώπου δέν Ιγν. χιχμ'Λ βαρύχηχα 3tv δέν ύποστηρίζεται άπό χά γεγονότα, ή θέληση κανενός άνθρώ-που δέ μπορεΐ να ξεπεράσει τή λογική xt έπομένως κανένας δέν εΐ-vai βϊαιλιδς...
Tt eivai τόχε οί δνθρωποι άν δέν εΐναι κυρίοφχοι κι 4ν δέν άπο-χελοΰν χήν πηγή χης νομοθεχίκής έξουσίας; Οί δνθρωπα elvat οί κη-δεμόνίς χοδ νόμου- ϋό δνθρωποι άποτελοθν χήν έκτελεστική ϊξουσία. Κάθε πολίχης μπορεί να έπιβεβαιώσει δτ•. δλχ αύχ4 εΐναι 4-ληθ•.να ή σωσχά, άλλα ή πεποίθησή χου δέ δεσμεύει κανένχν δλλο πα-ρά μόνο χδν έαυχό χου. "Αν πρδκειχαι vi γίνει νόμος ή 4λήθε:α πού πρεσδεύε'-, χόχε θα πρέπε1. ν' άναγνωρίζεχαι άπ' δλους σ4 νόμος. Τί εί-νπ δμως ή άναγνώρ:αη ένδς νόμου; ΕΙναι ή έπαλήθευση ένδς μαθΓ,-μαχικοΰ ή μεχαφυχκοθ ΰπολογισμοθ• Elvat ή έπανάληψη ένδς πε«ρδ-ιιατος, ή παρατήρη.τη ένός φαινομένου τ) ή καχαγραίρή ένός γ^γονό-χος• Μόνο δλόκληρο χδ ίθνος ίχει δικαίωμα ν4 πεΐ «άποφαιίζουμε καΐ διαχάσσουμβ».
(1840) «Τ£ εΐναι ή Ίδ-.οκχηοία», αελ. 339-40.
"Εγραψχ σχά 1840 τήν άκόλουθη δμολογία χοθ 7Κ)λιτ•.κοΟ μου 7α-σχεύω, ποϋ άξίζει νά ^ημειωθεΐ τύσο γι4 χή λακωνικόχητα δσο καί για χή δύναμή χης: ΕΙμαι δναρχικδς, δ^ακηρύσσονχας μ' αύχή χή λέςη χήν δρνηση — ή καλύχερα — χήν λνεπάρκει* χΐ]ς άρχης χης έξουαίας. Δηλαδή, δπως Ιδειξα άργόχερα, δχι ή gyyou της έξουαίας δπως κ: ή ίνναχ μ:4ς άνώχερης δπαρξης, δέν elvat παρ4 μ/ά άναλυχική -χνχίληψη ή δποία εΐναι άνίσχυρη ν4 προσφέρες ένχ σύνχαγμα ^χήν κοινωνία, δσχεχα μέ χήν πηγή τΐ)ς έξουσίας καΐ χδν χρίπο μέ τδν bnoia άίκεΐχαι. Τποκαχάσχησα χήν έξουσία καΐ χήν πο-λ'.τ.κή σχήν Ivvota χών ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ — μι4 θεΏκή, συνθεχική ίδέα, ή δποία, καχα χή γνώμη μου, εΐναι ίκανή δπό μόνη χης ν4 δδη-γήσει σέ μίδ δρθολογική, πρακχική άνχίληψη χ^ς κανωνικί}; χαξης. 'Εταπλέον, κάνονχας αύχίί, υίοθεχοϋσχ άπλώς χή θέση χοϋ ΣχΙν Σι-μδν, ή δποία χόοο περίεργ» ίχε: διαστρεβλωβεΖ άπ' χοΰς δπαΐούς του κι άμφισβηχεΐχα-. σήμερχ άπ' χδν Μ. Ένφαντέν ('2) γιδ λάγους χα-κuκ^)ς πού δέν μπορΰ ν4 έξιτγήσω. Ή θέση αύχή awioxaxxt σχόν I-σχυριομδ δχι, σχδ φώς χτ]ς ίστορίας κι άπ' χδν άσυμβίβαστο χαρακχή-
79
pa χών ένναών χί}ς έξουσίας καΐ τϊ)ς προ61ου, ή κκνωνία βρίσκεχω στή διαδικασίχ συμπλήρωσης χοθ κυ€ερνητικοΟ κύκλου γι4 τελευταία φορά, βτι ή κοινή λογική ίχει πειστεϊ πώς ή πολιχική εΙν« άνίσχορη νά βελχιώσε: χή μοίρα χών μαζών, δχι οί ϊννοιες τ?)ς έξουσίας καΐ τ!}ς δύναμης άνχικαθίσχανχχι στό μυαλό χοθ λαοθ, δπως καΐ στήν nopeia xfji ίσχορίας, άπ' τΐς ίννκες χής έργασίας καΐ τϊ)ς 4νχαλλαγί)ς κι δτι τδ τελικό άποχέλεσμα Θ4 εΐνκ ή ύποκχχάσχαση τοθ πολιχικοθ μηχα-ν.σοϋ σχίς οίκονομ'.κές δργχνώαεις κλπ• κλπ.
(1853) «Ή ίΗλοσοφία τί)ς Προόδου», «λ. 74.
"Εχω ήδη άναφέρει χήν ΑΝΑΡΧΙΑ, ή τήν κυβέρνηση τοθ κάθε άνθρώπου άπ' χόν έαυχό του — ή δπως χή λένε οί "Αγγλοι, α ύ -χοκυβέρνηση — σλν Ενχ παράδειγμα έλεύθερου καθεσχώχος. ΆφοΟ ή Ιχφραση «άνχρχική κυβέρνηση» άποχελεΐ μιά άντίφαση, τδ Γδ:ο χδ σύστημα φα£νεχαι νά είναι άδύνχχο κι ή ίδέα παράλογη. Ό-μως, έκείνη πού χρειάζεχαι να έπικρ:θεΐ είναι μόνο ή γλώσσα. Ή ίν-νοια χτ)ς έναρχία; σχήν πολιτ.κή εΐναι έξίσου δρθολογική καί θεχική δσο κι δποιαδήποτε άλλη. Σημχίνει πώς μόλίς οί οΐκονομι-κές λεαουργίες καχαλάβουν τή θέση χών πολιχικών λειτουργιών, τόχε. οί έμπορ-.κές αυναλλαγές κι ή άνχαλλχγή && δημιουργήσουν άπδ γΑ-νες χους τήν κοινων.κή χάξη. Κάτω άπ' αύχές τΐς συν(Η]κες κά&ε &ν-θρωπος μπορεϊ ν* άποκαλεΐχαι άφεντικό τοϋ έαυχοϋ του, πράγμα πού εΐναι άκριβώς χό άνχίθεχο άπ' τή συνχαγμαχική μοναρχία.
(1863) «Ή 'Ομοσπονδιακή Άρχή», ***• 278.
Μέ χή λέξη (Άνχρχία) ήβελα νά ύποδηλώσω τό Ισχατο δριο τί)ς πολι-'.κης προόδου. Ή Ά ν α ρ χ ί α είναι, αν Γσως μοθ έπιτραπεΐ νά τό χ&ποθεχήσω μ' αύχό xiy τρίπο, μ:α μορί ή κυβέρνησης ί) συντάγ-ματος, σχήν δποία ή συλλογική κι ή άτομική συνείδηση, δίαμοριρωμέ-νες μέαω της άνάπχυξης τί)ς έιασχήμης xai rod νόμου, εΐναι Ικανές άπδ μόνες χους vi διατηρήαουν τήν τάξη καΐ νλ έγγυηθοθν δλες τίς έλευθερίες. Σ' αΰτή, σά αυνέπεια, ol θεσμοΐ rfj; άστυνομίας, οί προληππχές καΐ καταστχλτικές piftoSot, ή γραφε'.οχρατία, ή φορολο-γία κλπ• περιορίζοντα: σχδ μίνιμοαμ. Σ' αύτήν, εΐδιχώτερα, Ιξαφανί-
80
ζονται οί μορφές xffi μοναρχίας καΐ τί)ς έvτauκί)ς c7υγκεvτpoπoίτ]σrIς γιά ν' άνιικβταοταθοδν άπδ δμοσπονδίακούς θεσμούς xt ίνα πρύτυπο ζωΐ)ς βαασμένο πάνω στήν κομμούνα. "Οχαν ή πολιτική κι ή ίδιωτι-κή ζωή θ£χουν γίνει £να καΐ τό αύχό, δχαν xi οίκονομικά προβλήματα θαχουν έπιλυθεΐ μ' £να τέτοιο τρόπο πού vivat χαυχόσημα xi άχο-μικά καΐ χα συλλογικα συμφέρονχχ, χόχε — ίχονχας έξχφανιστεΐ κάθε καχχναγκασμδς — εΐναι φανερδ πώς && βρεθοθμε σέ μι4 χαχάσχαση άπόλυχης έλευθερίας ή άναρχίας. Οί νδμα χϊ)ς κοινωνίας Θ4 λει-χουργοΰν άπδ μόνα χους διαμίσου τοθ γενικοθ αύθορμιτχισμοθ καΐ δέ θά χρειάζεχχ'. να έπιβάλλονχα ή νά έλέγχονχχι•
(1864) «Σχδν κύριο X», Γ, 14, σελ. 32.
Ή κανόχηχα ζηχάει Ισόχηχα καΐ νδμο. Ή ίδισκχη-σ!α, πού γεννή&ηκε άπ' χήν αύχονομία τϊ)ς λογικί)ς καΐ τδ σεβασμό γιά χήν άχομ-.κή άξία, θέλει πάνω άπ' δλα ά ν e ξ α ρ τη σ ί α χι άναλογίκόχητα.
Άλλα ή κανόχηχα, μπερδεύονχας χήν όμοιομορφίχ μέ τδ νδμο καΐ χήν Ισοπέδωση μέ τήν Ισδχψα, γίνετα χυραννική κι αδικη. Ή I-διοχχηαία, διοψιέσου τοΰ δεσποχισμοϋ χης καΐ χήν άπδ μέρους χηϊ κα-χαπάτηαη των δίκαιωμάχων, γίνεχα; σύνχομα καχαπιεσχική κι ίργάζε-χαι ΐνάνχια σχ4 συμφέρονχχ τ»)ς κοινωνίας.
"Ο,χι προχίθενχολ νά κάνουν ή κανόχηχα κι ή Ιδιοκτησία εΐναι χαλό, άλλα δ,τι xt οί δυ6 σχήν πραγμαχικόχηχα γεννοθν εΓναι κακό. Γ'.αχί vavat Ιχσι χά πράγμαχα; Αύχδ συμδαίνα γιαχΐ ή κάβε μι4 έ-πιδιώκει χήν άποκλεισχικοχηχα κι ή χάθε μιά παραβλέπει δυδ crtoi-χεΐχ μέΊκς σχήν κο-.νωνία. Ή κανόχηχα άπορρίπχει χήν άνεξαρχησία καΐ τήν άνχλογικόχηχα, ένώ ή ίδ-.σχχηιία δέν έκπληρώνει τΐς προθπο-θέσεις χτ)ς Ισόχηχας καΐ χοδ ν6μου.
"Αν φανχασχοθμε χώρχ μιά κο:νωνία πού να βασίζεται πάνω σ' χύχές τΐς χέσσερεις αρχές — ίσόχηχα, νδμο, άνεξαρχησία κι άναλο-γικοχηχα, θ* άνακαλύψουμε δχι:
1. ΆφοΟ ίσδχηχχ σημαίνει μόνο ί σ ό χ η χ α σ χ I ς σ u ν-θ fj κ ε ς, δηλαδή σχχ μ έ σ α, δχι ίαόχηχα σ τ ή ν e ύ η μ ε ρ '£ α, αύχή πρέπε: νά ύπάγεχο« σχήν εύθύνη χοθ έργάχη,
81
Ζ-τ, -χ μέσα είνα: *σα — ή ϊσδχηχα δέν άποχελεΐ άπδ καμ-.i Sro-ψη παρχβίαση χής δικα'.οσύνης καί χοϋ δικαιου•
2. Ό Νόμος, ίντας βχχσμένος πάνω TCTJV έπισχήμη γεγονίχων πού παραχηρήθηχαν χαΐ χατά συνέπε:α πάνω αχήν Γδι« χήν άναγκαι-όχηχα, δέν βλάπχει σέ χαμςά περίπχωση χήν άνεξχρχησία.
3. Ή προσωπική άνεςχρχησία, χών άχόμων ή ή αύ-χονομίχ χης άχομικής κρίσης, ή δποία εΐναι άποχέλεσμα χών δ-.αφο-ρών 3x4 χαλένχο κχΐ χήν ίκανάχηχα δέν άποχελεΤ κίνδυνο, δοσμένου δχ: παρζμένει μέσα σχά πλαίσία χοϋ νδμου.
4. Ή άναλογικόχηχχ, άφοΰ γίνεχαι άνεχχή μδνο σχό βααίλειο χτ)ς 3χέψης καϊ χτ)ς αΐσθησης xt δχ: cni φυαχά άνχικείμενχ, μπορεΐ νά παραχηρη&εϊ, δίχω; να ποφαβ'.ασχεί ή δ-.καιοσύνη τ) ή κοινωνική Ισδχηχα-
θ' άποκαλέσω αύχή χήν χρίχη μορφή κοινωνίας, πού άποχελεϊ μ:ά σύνθεαη χής χανόχηχχς χαΐ χής ίδιοκχησίας, ΕΛΕΓΘΕΡΙΑ.
Σχίς έπιθέσεις μου ivayua σχήν ί&οκχησία άπ* χδ 1840 χαΐ με-χά δέν παρέΆείψϊ vi διχμχρχυρηθώ σχ' δνομα χί)ς έλευθερίας, χόσο ένάνχια σχόν Κρχχικδ Ιλεγχο δσο xt ένάνχια σχδν χομμουνισμδ. Κα-χεχάμουνα πάνχα άπδ Ινα Ιδιαίχερο φόβο γιά χή σχραχολδγηση. Άπδ χήν άρχή, δχαν δ'.αχήρυξχ πώς εΐμαι άναρχ:χός, άποσχρεφόμουνα xiv συγχενχρωχικό, μοναρχ(χδ δεαποχισμό- Σχ* 1848 διαχήρυξα χήν άνχιθεσή μου άπένανχ: σχδν Κραχΐχδ ϊλεγχο, πού υίοθεχοϋσε ή έχθεση χγ)ς Έπιχοπης Λουξεμβούργου- Έπαίνεσα χήν Προσωρινή Κυβέρνηστ; γίά χήν Ιπ'.φυλχκχικόχηχα ποΰ ϊδε:ξε άσχολούμενη μέ χήν κανων;κή μεχαρρύθμιση xt άπδ χόχε έχω δκχκηρύξει ϊχολλές φο-ρές πώς ή μεχρ:οπάθε;ά χης, ποϋ έχει χδσο συχνά έπικριθεΐ, ήχαν κα-χά χή γνώμη μου άπόλυχα άξιέπα'.νη. Ή έχ&ρδχηχά μου άπένανχι σχήν άρχή χής έξουσίχς δέν Ιχει μέ κανένα χρόπο μαωθεΐ. Οί ίσχο-ριχές μελέχες, σχίς δποϊες έταδίδομαι σχ&ν έλεύθερο χρόνο μου καχά τ& χελευχαΐα δέχα χρόνια, μ' Εχουν πείοει πώς αύχή είναι ή χαχάρα xij; χοίνωνί'ας. Χώρ;α άπά *ι:ά χούφχα φαναχίχών, οί έργάχες σχή Γαλλία δέν ήχαν κιμμουν:σχές, οΰχε σχά 1848, οδχε σχά '89, οδχβ 3χα '93 ή '96. Ή άποτυχία χών κομμουνισχικων χους πειραμάτων,
82
Ιφερε χούς πρώχους ούχοπ:σχές σέ άπόγνωση..• xoti σχή Γοιλλία αό-χό δέν elvat παρ« μιά τιαρανδηση χτ)ς έννοιας χτ]ς ίσόχηχοις.
Έλευθερία είνοκ χδ δικαίωμα χοΰ άνθρώπου vi κάνει χρήση χών ίκανοχήχων χου καϊ νά ένεργεϊ δτχως χοϋ άρέσε•.. 'Αλλλ δέν μπορεΐ νά ύπάρξει καμιά άμφιβολία δχι αύχδ δέ συμπεριλαμβάνει χδ δικαί-ωμα χί)ς καχάχρησης. θά πρέπει δμως νά κάνοομε 2ν« διαχωρίσμό άνάμεσα σέ δυδ μορφές καχάχρησης. Σχήν πρώχη περίπχωση μδνο δ καχαχραοχής είναι κεΐνος πού ύφίσχαχα χΐς συνέπεΐ€ς, σχή δέύχερη, xaxaTtaxouyxoc. χά δ:χαιώμαχα χάπαου αλ^ου προσώπου, π.χ. χδ δι-καίωμά χου σχήν έλευθερία καΐ χδ διχαίϋ μαν3Γκάνει έλεύβερ r, χρή-ση χής γί]ς τ) ύλικών• Σχδ βα&μδ πού χδ πρδσωπο πού προσβάλλεχαι εϊναι χαυχόχρονα κι έκεΐνο πού βαρύνεχαι γιλ χήν καχάχρηση, ή κοινωνία δέν εχει χανένα &καίωμα ν& έπέμχ«ι, άν θά χδ ίχανε, Θ4-xav xt ή ϊδια ένοχτ; γΛ μίά καχάχρηση. Σ' αύτή χήν περίπχωση δ πολίχης πρέπει νά κυ&ρνίέχαι μόνο, άπ' χή λογΓκή χου- 6&xay άνάκ ξιος καί θά χοΰ ίλειπε δ αύχοσεβασμδς, δν θά δεχόχαν δποιαδήποχί άπόφαση πού δέ θα προερχόχαν άπ' χή δ«κή χου έλεύθερη βούλτιση. θα προχωρήσω περισσόχερο xal θά προαθέσω πώς ή χοινωνία θα πρέτχει νά δργανωθεΐ μ* Ινα χέχοιο χρόπο πού vi κάνε•. άδύναχες, σ* ενα αύξανδμενο βαθμό, χίς καχαχρήσε:ς αύχοθ τοΰ δεύχερου εΓδους, Ιχσι ώσχε vi ύπάρχει δλοένα καί μικρόχερη άνάγκη vi έπεμβιχίνει για vi χΐς καχαστέλλει. "Αν δέ γίνει ϊχα — δν ή χοινωνία πλησιά-ζκ δλοένα καί 7κρισσόχερο πρδς ιδν κομμουνισμδ άνχΐ πρδς χήν ά-ναρχία, ή χήν κυβέρνηαη χοΰ άνθρώπου άπ' χδν έχυχό χου — χόχε ή Γδ:α ή κοινων.χή δργάνωση Ό' άποχελεΐ χαχάχρηοη• χών ίκανοχή-χων χοΰ άνθρώπου•
1863-4 «Ή θεωρία χτ)ς ί&οκχησίας» σ. 28-29
Άνχί να υίοθεχοΰμε χήν άπολυχαρχική 4ποψη πώς ή κυβέρνη Π3 άποχελεϊ χδ δργχνο καΐ χήν ίκφραση χτ)ς κανωνίας, ή, χή δογμαχική δποψη δχι άποτελεΐ δργανο Yii χήν έπιβολή τ»)ς χάξης, ή καλύχερα για χήν άαχυνόμευση, ή χή ριζοσπασχική άποψη δτι άποχελεΐ €να \ιέχ γ-.i χήν έπανάσχαση, δς προσπαδήσουμε vi ιή δοθμε άπλα aiv ενα φοκνόμενο ττ)ς κοινων;κϊ)ς ζωής oiv τήν έξωχεριχή ένσάρκωση χών διχα^ω;χάχων μας, χήν άνάπχι^ξη μιάς άπ' χΐς Ικανδχηχές μας.
83
ΙΙαός ζέρει, Γσως ν' άνχκχλύψουμε πώς οί διάφορες μορφές κυβέρ-νησης, πού γι* αύτές £θνη κχΐ πολίτες χόβουν δ Ινας χδ λαιμδ τοθ δλλου έδώ χαΐ έξήντα αίώνες, δέν elvai χίποτχ περίσσόχερο άπδ μιά φα/χασμαγορία πού βρίαχετοκ μέσα σχδ μυαλό μας κι δχι τδ πρώτο κϋθθήκον χής έλεύ&ερα έξασκούμενης λογικής that να τΐς χαταχω-νιάσει στδ μουσεΐο καΐ τή 6ιβλιο&ήχη...
Αύχδ πού ζητάει δ πολίτης σέ μια κυβέρνηση, εΓτε χήν δνομά-ζει Βααλιχ, Αύχοκρατορχ ή Πρόεδρο, elvou. δ έαυχός tou, xc αύτδ εΐνα: ή ΕΛΕΓΘΕΡΙΑ.
Δέν ύπάρχε'. κανένας θεδς έχτδς άπ' τήν, Άνθρωπόττρ»* τδ πί-ριεχάμενο τής θεολογίχς είνχι άσήμχνχο. Δέν ύπάρχει καμια Κυ-βέρνηση έκτδς άπ' χήν 'Ελευθερίχ- τδ περιεχόμενο ττ)ς κολιτικί); δέν Ιχει κχμια άξ£α•
Ή καλύχερτ} μ^ρφή κυβέρνησης, δπως χι ή ικδ τέλαα θρησκείχ, xupwXocRxa μιλώνχχς, elvai μίά άντιφχχική ίδέα. Τδ πρόβλημα el-^νχι ν' άνχκαλύψουμε πώς μποροϋμε ν' άποκχήσουμε δχι τήν κχλύτβ-ρη κυβέρνηαη χλλχ τή μεγαλύχερη έλευθερία. Ή μόνη πραγμχτική έξουσίχ καΐ πολιχική είνχ'. μιχ έλευθερίχ Γση xai χχυτόσημη μέ τήν τάςη. Σέ τί συνίσχαχχι αύχή ή άπόλυχη έλευθερία, πού εΐναι συνώ-νυμη μέ χήν χάξη; θά μάθουμε χήν άπάντγρη άπ* τήν άνάλυση τών διάφορων μ&ρφων πού παίρνει ή έξονσίχ. Κατα τ' αλλχ, δέν δεχόμα-στε τήν κυβέρνηση άνθρώπου άπ' ανθρωπο περισσότερο άπ' δχι δε-χδαατε χήν έχμετάλλευαη άνΦρώπου άπδ δνβρωπο...
"Οπως ή β:ομηχχνική ελευθερίχ, ή πολ'.τική έλευθερία θχ εΐνχι γ-.χ μας τδ άποχέλεσμχ άμαβχίων έγγυήσεων. Move άν έγγυηθοθμβ δ Ινας τήν έλευθερίχ τοϋ αλλου, θχ μπορέ3ουμε να κάνουμε δίχως αύτή τήν κυβέρνηση, σκοπδς χής δποίας elvat να μιμηθεί τδ δημο-χρα-αχδ σύν6ημ«: Έ λ ε υ θ e ρ ί α, *Ι σ δ τ η τ α, *Α δ ε λ-φ ό τ η" χ, άφήνοντχς στή δική μας εύφυίχ τδ καθτ^κον νά τδ πρα-γμχτοπαήσει. (1849) «Άπομνημονεύματα ένδς Έπανχστάτη» σ. 62-62, 64.
Τί εΓνα; τδ Κοινωνικδ Συμβδλχιο; Μήιτως εί-νχ: μ:ά συμφωνίχ άνάμεοχ 3τόν πολίτη κχΐ τήν κυβέρνηση; Όγι, γ:ατϊ αύτδ θχ οήμχινε πώ; παραμένουμε πχγιδευμένοι μέσα στήν
84
Γδ:α ίδέα- Τ6 κανωνικό συμβόλχ:ο είνχι μια :τυμφωνίχ άνάμεσχ σέ άνθρώπους χπ' τήν δποίχ πρέπει να ξεπροβάλλει οώτδ πού δνομά-ζουμε κο;νων!χ. Έδώ ή ενναα ΐης άνταλλχκτικϊΐς δ ι-κ χ ; ο 3 ύ ν r; ς, 7κύ έπιβλήθγρε απ' xb πρωχόγονο γεγονδς xij; άν-χλλχγης κα: κχθορ'οχηκε χπ' χδ Ρωμχϊκδ δίκαιο, άντικχθίστχχχι άπδ ν.είνη χής διχνεμηχιχής δ'. καιοσύνης, ή δ-π3:'α Ιχει άπορρι^εΐ χνΐγγλιχχ άπ' χούς Δημοκρχχιχούς έπ;κρ,.χές. Μΐχαφράσχε χούς νομιχούς δρους συμβόλαιο καί άνχαλ-λχκχική δικχι&•σύνη 3τήν χρέχου3χ -(Χώιζα κ: Ιχεχε τδ ΕΜΠΟΡΙΟ- Δηλχδή, χήν πράξη, 3τήν mb έξελιγμένη της μορ-φή, μέ χήν δποίχ οϊ ανθρωπκ, πού αύτο-χαρχκχηρίζονχχ; βχσικά σαν πχρχγωγοί, παρχιτοΰννχι άπό κάθε ίπχίχψη νά κυβερνχει δ Σνχς τδν δλλο.
Άνχαλλχκχ;κή δ t χ a ( ο 3 ύ ν η, έξουσίχ δςαμέσου συμβολαίου, ή μέ άλλα λόγιχ, έ ξ ο υ-3ΐ'χ δ ι α μ έ σ ο υ τών ο ίχυνορχω ν κχΐ τ fj ς β ι ο μη χ α ν ί α ς, αύτχ δλχ εΐναι δ'.χφ5ρ« ίκχ συνώνυμχ πού έχ-ψράζονν χήν ίδέχ, ή έμφάνιση τής δτχοίχ; πρέπει νχ χχχαργήοει χχ παλ'.ά συ3χήμχχχ τγ)ς διχνεμηχι κτ)ς δικχιοσύνης, χής έξουσίχς δ:χμέσου νδμων ή γιά νχ γίνω πιδ συγκεκριμένο;, χδ φεουδχλικό κυβερνηπκδ ή σχρχχιωτικδ κα&ε-3τώς. Τδ μέλλον τής Άνθρωπόχηχχ κρίνεχαι άπ' αύχή χήν άλλχγή...
'Η ?ννοιχ τοϋ ^μβολχίου άποκλεία χήν Iwotx τί)ς κυβέρνησης. Ό κύριος Λενχροΰ - Ρολλέν, δ ίπάος εΐναι νομ&μαΰής καΐ τοθ δποίου θχ ήθ :λχ νχ έπ'.σύρω χήν προ3οχή σχδ γεγονδς αύχό, &χ πρέτχει ήδη voc χδ γ•«ι)ρ!ζει. Τδ 3υμβόλχ;&, ή άνχχλλακχική 3υμφων!χ, χαρχκχη-ρίζεχοα χπ' χδ γεγονδς δχι χύξάνε: χήν άνθρώπινη έλευθερίχ xt εύη-μερίχ. Ή άνάδειξη δποιασδήποτε Ιξουσίας, άπδ χήν άλλη μερ-.ά, ά-νχγκχ3Γ.κχ τή μείώνε;. Αύχδ είναι φχ«ρδ αν σκεφχεΐ κχνεΐς πώς Ινχ ουμβόλχιο είνχ: μ;χ πράξη μέ χήν δποίχ δυδ ή περ:σ30χίρχ δ-τομχ αυμφιονοθν νχ έργχνώ^ουν, χναμεταξύ τους, μέ^χ σ' δρισμένχ 6ptx κχί ycx fvx δνσμένο χρ6νο, χή β-.ομηχανική δύναμη πού δνομά-ζουμε άνταλλχγή, Καχχ συνέπεια άνχλχμβάνουν άμοιβχΐες ύποχρεώ-3e:c xxi άντχλλχ333υν άμοιβαΐες έγγυήσεις γ".χ 2να δρισμένο άρίθμδ ύπηρςσιών, προϊδντων, ώφελημάχων χχ&»]κόνχων κλπ• κ: Ιτσι εΓνχι σέ Θέ3η ν' χποκχήσουν κχι νά προ3φέρουν, ξέρονχας πώς εΓναι άπδ
85
κάθε χλλη αποψη έντελώς άνεξάρχηχα, χόα άναφορικά μ' αύτλ πού κχχαναλώνουν δοο ναΐ γι* «ki πού παράγουν.
Άνάμεσχ π4 συμβχλλόμενχ μέρη δπεισέρχβται άνχγκαστικ& Ινα πρχγμαχικδ xal προσωπικδ συμφέρον. Ή λέξγ; συμβόΧα-.ο ύποδττ-λώνει 8τι Ινας δνθρωπος &απραγμχχεύεται Ιχοντας τήν πρδθεση vi κχχοχυρώσε: χήν έλευθερίχ του xal ταυτόχρονα τδ ε1σδδημ4 του, δ(-χως vi ύπάρξει κχμ*4 πιθχνόχηχχ vi ζημειώοε*. Άνάμεαχ σέ κυ-βερνώνχες καΐ χυβερνώμενους, άνχίθεχα — !δποιοδήποτε xt δν elvox τδ σύσχημχ χτ)ς έκπρο^ώπησης ί) τΐ)ς εξουσιοδδτησης χί)ς κυβερνη-τικτ)ς έξουσίας — 2να μέρος χής έλευθερίας καΐ τ?)ς περκϊυσίας τοθ πολίχη άπαλλοτριώνεται. Τί πλεονεκχήματχ άποκχάε: σχή θέση τους; Αύχδ τδ ϊχουμε ήΖη έξηγήσε*.
"Eya συμβόλαιο είναι Ιπομένως ούααστικλ άμφοχεροβχρές. Δέν έπιβάλλκ αχ4 συμβχλλδμενα μέρη χαμια &λλη ύποχρέωση έκτδς άπδ κεΐνες πού προέρχονται άπ' χήν προαωτκκή, τους ύπόσχεση ή ά-μοιβαϊα έξυπηρέτηση. Δέν ύπόκειτχι σέ κχμια £ξωτερική έςουσία. ΕΓναι δ μονα&κδς νόμος πού δεσμεύει xi δυδ μέρη• Περιμένει vi ix-πληρωθεί μδνο μέ τή &κή χους ύποκίνηση.
"Αν αύτδ εΓνχι τδ «συμβδλα-.ο» μέ τήν πιδ πλαχιά χου ίννοιχ χι δπως έφαρμδζετα: κχθημερινά, πώς μποροθμε vi περιγράψουμε τδ Κανωνοιδ Συμβάλχιο, πού ύποτίθεται δτι προορίζετοκ vi ένώσει δλα τά μίλη ένδς Κράτους σ' fνχ κανδ συμφέρον;
Τδ Κοινων.κδ Συμβόλαιο είναι ή άνώχχχη πράξη μέ τήν δποία κάβε πολίτης ύπόσχεται σχήν κοινωνίχ τήν άγάπη του, τήν έξυπνάδα του, τήν έργχσίχ του, τίς ύπηρεσίες χου, xi προΓόνχα χα καΐ τ* άγα-θά του μέ άνχάλλχγμα τήν χφοσίωση, τίς Ιδέες, τΐς έργασίες, xi προΓ-όνχχ, τίς ύπηρεσίες xal t* άγαθχ χών συμπολ:τδν tou. Τδ τί μπορεΐ ν' άξίώσει κάθε δνθρωπος, κχθορίζέτ». πάντοτε άπδ κεΐνο πού συνει-σφέρει, δσο προσφέρει χή συνεισφορά του, αλλο τδσο 8i πάρει τήν άνταμκβή του.
Έπομένως τδ κοινωνιχδ συμβόλα;ο πρέπει vi περ:λαμβάνει δλί-νΐ-ηρο τδ σώμα τών πολ-.τών, tx συμφέροντά τους καΐ τΐς σχέσεις τους. "Αν Εστω κι Ινχς ανθρϋ)πος άηοκλείονταν άπ' xb συμβόλαιο, αν παρχλείπονταν έ^τω κc Σνχ πρδβλημχ, πού ά πολίτες, οί δποΐοι εΖν«
86
Ιςυπνα, έργατιχοΐ κ; εύχίσθητοι, χαλούντχν να ίπιλύσουν, τδ συμβό-λαιο, θδτχν περΐίαότερο ή λιγώτερο μεροληπχϋχδ κι άπσχλεισαχό. Δέ θά μποροδσε να δνομάζεται χοινωνικό•..
Έπιπλέον, τδ χο:νωνιχδ συμβόλαιο, πο6 ά,ναλύεται έδώ, σέ καμι4 περίπτωση, δέν elvat παρδμαο μέ τδ συμβύλχιο μέ τήν κοινωνία. Μέ βάοη τδ χελευτχϊο... χδ συμβχλλδμενο μέρος άπχλλοτριώνει Ινα μέ-ps; άπ' τήν έλευθερία του κι ύποτάσ^ετχι σέ μια άλληλεγγύη, ποΰ Ιχα μ•.χ φορτιχή κχΐ συχνά ριψοχίνδυνη μορφή, ή δποία στηρ£ζετοιι αχήν κάπως χμφίβολχ έδαφική έλπίδα χέρδους• Τδ κοινων*κδ συμβό-λαιο ίχει τήν ϊδια φύιη μέ χδ άνταλλχκτ'.κδ συμβδλαιο. "Οχι μδνο άφήνει έλεύθερο τδ συμ.6 χλλόμενο μέρος άλλα καΐ μεγαλώ퀕. έπίσης χήν ίλευθερίχ χου. "Οχι μόνο χοΰ άορήνε*. δλχ χου χα ύπάρχοντα, άλλ4 κχΐ μϊγαλώνα έπίσης πρχγμαχ^κχ τήν περιουσία, του- Δέ βάζει χα-νίνχ δρίο άνχφορικχ μέ τήν έργασίχ ιου, άσχολεΐχχι μδνο μέ τήν άνχχλλαγή. Κανένα χπ' οωχα τά πράγμχτχ δέν Ισχύει στδ συμβδ-λχιο μέ τήν χανο ν(κ, σχήν πρχγ|ΐατ•.κδχηχχ, δλα elvxt ένχελώς άντί-
θεχα μ' αύχό-
(1851) Γεν:χήΊδί«χήςΈπανά5τ*3η;σχδ19οχΙώνα {χΧ. 187-89)
Τήν ίννοια χί)ς κυβέρνησης διαδέχεχαι ή ίνναα τοθ Συμδολαί-ου• Ή πορείχ χί]ς ίτχορίχς δδηγεί Λναπδφευκτ* τήν άνθρωπότητα ν4 υίοθεχήσει νέες πραχχικές. Ή οίκονομική κριχική 5χει ήδη ύπογραμ-μίχ: 6u κάχω άπ* τδ νέο σύστημα ά πολιν.χοΐ θεσμοΐ flk πρέπε; νΐ έξαφαν;3χο0ν μέσχ σχή βιομηχανιχή δργάνωση. "Ας συμπεράνουμε έπομένως αφοβχ δχι χδ έπανχτυχτικδ σύνθημα δέν μπορεΐ πιά νίναι "Αμεση Νομοθεσία, "Αμεση Κυβέρνηση, Άπλοποιημένη Κυβέρνηση. Πρέπα vivac ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΚΓΒΕΡΝΗΣΗ.
Δέν πρέπε•. vi ύπάρχει μονχρχία, άρΐϊχοκραχίχ, άχδμα xal 5η-μοκρχτία, τυδ μέχρο πού χύχή αυνεπάγεχχ: μι4 κυβέρνηση, ή δποία ένεργεΤ ιπ' δνομχ χοθ λαοθ κι ίαχυρίζεχχι δχι etvai δ λαδς. Καμι4 Ι.ξοντ.ζ, χχμι4 κυβέρνηση, ϊστω xc δν eTvat λαΐκή χυβέρνηση, vi τί είνβ; ή Έπχνάσταση. (1851) Γενιχή Ίδέα χί)ς 'Επχνάσχασης στδ 19ο αΐώνχ σ. 199-
87
"Εχουμε ήδη έξηγήσει πώς (& θέλαμε νά ύποκαχαστήσουμε ιήν κυβέρνηση στή β-.ομηχανική δργάνωυη.
ΆνχΙ γιά νόμους Β£χαμε συμβόλαια. Κανένας νδμος δέ 84 ψη-φιζόχαν, είτε μΐ χήν ψηφο xfj; πλειοψηφίχς, εΓχε άνώνυμα. Κάθε πο-λίχης, χάθε χομμούνα ή συνεχχιρισμδς θ& θέσιαζαν χούς &χούς τους νδμους.
ΆνχΙ γ».ά χήν πολίτιχή έξουσία, θά εΐχαμε οίχονομικές δυνάμεις.
ΆντΙ γιά χούς παλιούς χ*ξ•.χούς διαχωρισμούς άνάμευα σέ πολί-τες, άριστοκράχες καΐ κανούς θνητούς, άσχική τάξη καΐ προλετα-ριάχο, θχχαμε καχηγορίες καϊ χάξεις πού &' άναφέρονται σέ διάφο-ρες λε-.χουργχς: γεωργία, βιομηχανίχ, έμπόριο κλπ.
ΆντΙ γιά κρατικές δυνάμας θάχαμε συλλογικές δυνάμεις.
Άντί γιλ άδρανείς σχρατούς θ&χαμε 6ιομηχαν:κές έταιρεΤες
ΆνχΙ γιά, τήν άστυνομία θα εΓχα]ΐε Ινα συλ&γικδ συμφέρον.
ΆνχΙ για τδν πολιχικδ συγκεντρωχισμδ 04 εϊχαμε οΐκονομικό συγκεντρωπσμδ.
Τί 6α χρειαζόμασχε χήν κυβέρνηση δχαν θ&χουμε φθΑσει σέ μι4 κατάτχαση άρμονίας; Μήπως ή Έθν:κή Τράπεζα μ' δλα της χ& ύ-ποκχτασχήμχχα δέν μας προσφέρβι συγκεντροποίτρη χ; ένότητα.; Μή-πως οί συμφωνίες πού έγιναν άνάμεσα στούς κολήγους γι4 τήν άπο-ζημίωση w άνα&ανομή τών άγροτικών κτημάτων δέν δημιουργοϋν ένόχηχα; Μήπως οί έχαιρεΐες χών εργατών πού δημιουργήθηχαν f.4 χήν άνάπχυξη χων μεγάλων χκομηχανιών δέ δημιουργοθν έπίσης έ-νότητα μ' !να διαφορετικδ τρ^πο; Kxl μήπως δέν εΐναί έπίσης τδ σύνταγμα τΐ)ς άξίας, τδ συμβόλχιο των συμβολαίων, δπως τδ έχουμε δνομάαει, ή άνώτερη xal ταδ αχρωτη μορφή ένότηχας;..
Γι' αδτδ μή μέ ρωτάτε δλλο f.i τδ χί θά εΓχαμε άνχΐ γι4 χήν κυβέρνηστ,', οδχε τί 04 γίνε* ή κοινωνία δχαν δέ Θ4 ύπάρχουν πι4 κυ-βερντρεις. Βεβαιώνω πώς τχδ μέλλον θάναι εύχολώτερο ν4 συλλά-βε: κανεΐς μι4 χοινωνία δίχως κυβέρνηση, άπ' χδ ν& συλλάβε: μι4 κανωνία μέ χυβέρνηση. (1851) Γεν.χή 'Κέα χτ)ς Έπανάτχασης σχδ 19ο αΐώνα, οελ. 302-3
Ή έπανάσχαση δέν ϊχει πpαγματcxά χαχασχείλλει τήν άπίχρυ-φη, μυταχιστική δύναμη πού δνομάσθηκε έξουσ(α, άλλά χήν δποίχ
88
έμείς πρ3χψ.2ΰμ2 vi όνομάζουμε Κράχος. Δέν lye. ύποβιβάσει τήν χο:νωνία άπλώ; σ' Ινα σύνοΐο λχδμων, πού ϊρχονχοκ σέ συμφωνία xal συνάτχτουν άνάμεσά χους συμβόλαια xal &αμέσου χών έλεύθερων αυναλλαγών χους δεσμεύονχαι άπδ ?να χοινδ δεαμό, δπως μδς Exave να πιαχέψουμε χδ Κονωνιχδ Συμβόλαιο χοθ Ρουσσώ. "Οχι, ή ϊννο:α χής Κυβέρνησης, 'Εξουσίχς ή Κράτους, ή δπως άλ-λ;ώς θδ&ί)ΐ χάποιος νά χήν δνομάσεί, 2χε: παραμείνει ίθιχχη χάτω άπ' xi έρείπια χ&ΰ πχλιοΰ χαθεσχώχος χι εΐναι ίσχυρότερη δσο τχεχέ 4λλοχε. Έχεΐνο ποΰ δλλαξε ή Έπανάτχαση είναι ή θέση πού παρα-χωρεΐχα; σχήν Έλευθερία, ή νέα χης πολιχε•.αχή xal πολχχιχή χχ-τάοτχση.
"Ας στ]μειώιουμε, έπ:πλέον, δχι τδ Κράχος, δπως τδ άντ.λκμβά-νεχαι ή Έπανάατα^η, δέν elvat χάτι έντελώς άφηρημένο, ?να εΐδος νομιχοΰ πλάιματος, δπως ίχουν ύποθέσε: δ Ρουσαώ κι αλλοι. Άπο-τελεΐ μια τόσο θετιχή πραγμαχιχίχητα δσο χι ή Γ&χ ή χανωνία xt 030 χδ Γδιο τδ αχομο. Τδ Κράχος ΐΐνχ•. ή συλλογιχή δύναμη πού πη-γάζεί άπδ κάθε άνθρώπ:νη δμαδοποίηση άπ' τΐς άμαβαΐες σχέσε:ς xwv χνΟρώπΜν.άπ' τήν ταυχόχητα τών Τϋμφερόντων τους, άπ' χήν κο:νή -ους δράαη χι άπ' χδ δυνχμ:3μδ χών γνωμΰν xxl τών παθών τους. Τδ Κράτος δέν ύπάρχε: φυ^ικά δίχως χούς πολίτες. Ή ύταιρ• Εή χου δέν ΐΐν?.: προγ€νέττερη οδτε άνώχερη άπ' τή δική χους. 'Γ-πάρχε: μάλλον χάρη σΐδ γεγονδς δχι αύχοΐ όπάρχουν ξέχωρα άπδ χά-θί άχομο xt άπ' χδ σύνολ&, έξα:χίας χών είδςχών Ικανοχήτων χι Ι&ο-χήχων του• Οδχε εΐναι ή έλΐυθερία μ'.α πλασμαχική δύναμη πού συν£-στχχα: άπλώς ττήν Ίκανόχητα έχλογί,ς άνάμεσα στή δράση xal τήν άξράνε:». Άποχε^εΐ μιά θετική ίκανόχηχα, μ ο ν α δ ι χ ή, ή δ-πο•!χ είνχι γιά τδ δτομο, π^ύ είνχι ενα σύνολο: άπδ διάφορα πάθη κι ίκανόχηχες. δ?. εί'λχι χδ Κράχος γ'.ά τό συλλογιχδ σί μα χών πολιτών —δηλχδή, ή μεγαλύχερη δύναιιη χτ)ς άνθρώπινης έπιδίωξης χι άνά-πχυξης.
Να γιαχί δ σχοπδς χοΰ Κράχους κ; οί σχοποΐ χοθ άτόμου δέν ί-ποτελοΰν τδ tSto πράγμχ, γ'.ατΐ τα xpauxa συμφέροντχ δέν είναι χα ϊδ;χ μέ τχ άχομ:κά συμφέρονχχ, άκόμα xt άν αύχα ήχαν ταυχδ-σημα γιχ χήν πλειονόχηχα ή άχόμα xal γιά δλδκληρο τδ σύνολο χών πολιτών κχΐ γιατί ot πράξε•.ς ττ)ς καβέρνησης εΐνα; διχφορεπχές άπ*
89
φορχ άνάμε^χ 3τδ ατομο xxl χή χο'.νότητα, ίχσι ύπάρχει ΧΛΙ \u.k 5ta-φορά άνάμίσχ 3τίς ίκχνότηχες, ί-διόχτρες καΐ συμφέροντα τοθ πελίχη xat j' έκεϊνες χοΰ Κράχους. Ένα χαλδ παράδειγμα γχ' αύτδ πού μδς πρθ3φέρει δ χανόνας, πού έξέθε3α, δχι ol νάμοι χής άνταλλχγί)ς δέν ίσχύουν χδ ίδ-.ο, γιά τ6 αχομο, δπως ίαχύουν γά τδ Κράχος.
Σχδ σύστημα πού βασίζεται στδ θεϊχδ Διχαίωμα, ή λο-γ^.χή τοΰ Κράχους ήταν δεμένη μέ χή δυνασπχή, χρντχοχρχτική ή πζπχδίταχη λογίχή χ•. έπομένως δέν άνχαποκρ'.νόχαν πάνχοτε σχήν άρχή ifj; δ'.χχιο3ύνης. Νχ γαχί χδ ούγχρονο δίχαιο 2χει έξοστραχί-3c'. χήν άβά3ΐμη χρχή χοΰ «3χοποϋ τοϋ Κράτους»• Πάρόμόια τά συμ-φέριντα τοΰ Κράτους ήχαν δεμένα μέ χά συμφέροντα χτ}ς δυνασχείας τι χάςης χι έπομένως δέν ijtxv χι χύχά πάνχοχε σύμφωνα μέ χή Δι-χοκο3ύνη• Νχ γ:αχΐ δλες ο? χοινωνίες, πού ίχουν μετα3χημαχι πεί μέ Έπχνά3χα3τ}, χείνουν πρδς χήν χατεύθυνση μι&ς δημοχρατιχί)ς χυ-βέρνηοης-
Κάτω χπ' τδ νέο κχθεστώ;, άνχίθετα, ή λογιχή χοδ Κράτους &χ πρέπε; σε χάθε περίπχωση νχ προσαρμόζετοκ σχδ πνεθμα τΐ)ς Διχχιο-σύνης, χδ δποϊο ΐχφράζει πραγμαχιχχ ποιόί εΐνκ χδ δίκχιο. ΑύχοΙ οί λδγο: εΐνχι βχ3ΐκχ γενιχοΐ χχί συνβετΐκοΐ ν/ύ. χατα συνέπεια διαφέ-ρουν χπ' τούς λόγους χοϋ πολίτη, πού είνχι πάντοχε ικρισσόχερο ?) λιγώτερο είδιχοί κι άτομιχοί. Παρόμοια, χα συιμφέροντχ χοΰ Κράτους ϊχουν άπχλλαχθεί άπδ κάθε άρ:3Χοκρα?.κή χχΐ δυνα3πχή άξίωση.
Τά 3υμφερονχα χοϋ Κράτους εΓνα'. πάνω άπ' δλα, άνώχερα ίυμφέροντα χοΰ νόμου χι αύτδ συνεπχγ€τ*ι δτι Ιχουν δ'.αφορετιχδ χχραχτήρα άπ' τα χτομιχά συμφίροντα.
Ό 3υγγραφέζς τοθ ΚοινωνιχοΟ Συμβόλχιου μπιρεϊ χάλλΐϊτχ να Ισχυρίζεται χ'. d όπχδο! χου μποροθν χάλλιττα νΐ Ιηχναλαιιβάνουν, !rz b πρχγματικδς χυρίαρχος εΐνα: δ πολίτης, δτι δ βχβιλιχ; πού άποτελεϊ Ινα δργανο τοθ Κράτους, είναι άπλώς καΐ μό-νο δ άνΐ:πρ03ωπος τ&Ο λαοΰ xxl χχτα συνέπε'.α δτι τδ Κράτος άνή-χει 3Τού; πολίτες. "Ιβως ναχε δίχιο νά τδ λέει ηϊ μια έποχή πού χρε:χζόταν νχ δ•.•χδ'.χη8ο0ν ti διχα'.ώματχ τοΰ άνθρώτιου xal τοθ πο-λ!τη χα! πού ή ίλευθερία θα Ιπρ«πε vi πάρει τή θέση toO δεσποτ;-σμοθ. 'Λλλά πρδς ιδ παρδν ή έπχνά3τααη δέν άντιμετωπίζε•. δλλχ
90
έμπόδίχ, τουλάχιστον κανένχ άπ' χδ παλ'.δ χχθεσχώς. Αύτδ πού πρε-πει νά κάνουμε elwt νχ κχταλάβίυμε πλέρια τΐς Ιδέες της καΐ νχ τΐς έφαρμόσουμε. Μέ3α α' χύτή χήν προοπακή, ή γλώ•33α τοΰ Ρου3σώ δέν elvat πιά σω3χή" θά ίφθανχ άκίμα καί στδ 3ημεΐο νχ τή χαρχκχη-ρϊσω 3χν ψεύχιχη κ έπικίνδυνη• (1861) Φορολογιχή θεωρία σ• 64-66
91
Φεντεραλισμός
"Ολες ϋ. πολιτικές συνθήκες κ: δλες οί μορφές χυβέρνησης συμ-περιλαμβανομένου καί χοθ φενχεραλισμοΰ, μποροθν νά συν: |*σχοΟν 3τήν άχάλουθη φόρμουλα: Ιξισορράπηση τ ή ς έξου-σ ί α ς ά π' t ή ν έ λ ε υ θ ε ρ ί * καί χδ άνχίσχροφο• Αύχό ίχε: σα συνέπε:α τ& δτι οί χατηγορίες μονχρχία, άρισχοκρα-Ϊ ί «, 5 η μ ο κ ρ α τ ί χ κλπ•, πού χριρίμοπβίήθηκαν άπ' τήν έποχή τοϋ Άρΐ3Χοχέλη άπδ τέσους συγγραφεΐς y.i νά -αξίνομήσουν ιίς κυβερνήαεις γιά νά ν.άνουν ίνα, δίαχωριαμό άνάμε3α στΐς δ;άφο-ρ«ς μορφέ; χρα:ών χαί νχ χάνουν μ-.ά δ^άχριση άνάμεσα στά ίθνη, μ-;ροΰν δλες, έκτδς άπ' χδ όμοσπονδιακδ σύσχημα, ν' άποδειχθοΰν ύ-ποθετικ& χατατκευάσμχτα πού βαοίζοντ» μίνο στήν έμπε-.ρίχ, πού ;λάχΐ3χα μπορ&Ον ν' άνχαποκριθ&ϋν σχίς άπαιτήσεις τί)ς λογικής χαΐ χης δ'.χαιοτύνης...
Άπ' αύχές χίς δυδ θεμελ'.ακές Ινναες (χήν έξου3ΐα χαί χήν έ-λευθερία) μποροΰν νά προχύψουν, έχ χών προτέρων, δύο δ'.αφορεχιχές μορφές κυβίρνησης, άνάλογα με χδ σέ παά άπ' χΐς δυδ δίνεχαι προτβραιέτηχα, δηλαδή, ή Κυβέρνη3η πού βχσίζεται σχήν 'E\ouria χι ή Κι βέρνη3η πού βα3ίζεται σχήν έλευθερία.
Έπιπλέον, άφοθ ή χοινωνία άποτελεΓχαι άπό ίτομα xt άφοθ ή 3χέση τοθ άτόμου μπορεΐ νά έννοηθεΐ μέ τέσβερε'.ς Βιαφορεχ'.κούς τρόπαυς, στδ μέχρο, πού άφορα χί;ν πολ^κή, ύπάρχουν σάν άπστέ-λε3μα χέσοερας μορφές χυβέρνη3ης, •δυδ γιά χάβε σύσχημα.
Ι.Ή Κυβέρνηση πού βασίζεται σχήν Έ ξ ο υ 3 ί α ,
93
Α. Ή κυβέρνηση δλων χών άνθρώπων άπδ Ινχ δνθρωπο, δηλχδή, ή ΜΟΝΑΡΧΙΑ ή ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑ.
α• Ή κυβίρνηση δλων τών άνθρώπων άπό δλους τούς δνθρώ-πους, δηλαδή ή ΟΛΟΚΡΑΤΙΑ ή ΚΟΜΜΟΓΝΙΣΜΟΣ.
Τό βαακό χαρακχη-ρισχικό αύχοΰ χοΰ συσχήμαχος καΐ σχις δυδ μορφίς του, είναι δτι δέν ύπάρχει καχανομή χής έξουσίας.
2. Ή Κυβέρνηση π ο ύ βααίζεται στήν Έλευθερία
Β. Ή κυβέρνηση δλων τών άνθρώπων άπδ κάθε δνθρωπο, δηλα-5ή, ή ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.
6. Ή κυβέρνηση κάθε άνθρώπου άπδ χόν έαυχό χου, δηλαδή, ί) άναρχία ή αύχοκυβέρνηση.
Τό βχσικδ χαρακχηρισχ-.κδ xikoO χοθ συσχήμχχος καΐ σχΐς δυό ίορφές χου, είνα; ή καχχν&μή χής έξουσίχς.
Άφοΰ ol δυδ άρχές, ή 'Εςουσία κ'. ή Έλευβερία, πού κρύδονχαι χΐ3ω άπδ κά9ε μορφή έργανωαένης κοινωνίας, elvcu χπ' τή μια με-κά «ντίθεχες ή μ:ά μέ τήν Ζλλη, σέ μιά δ(«ρκή καχάσχαση διαμά- ης κ: άπ' τήν δλλη μεριά δέν μποροϋν οδχε νά περιορίσουν ή μια :ήν δ-λλη, είνχι άπχρχίχηχο κάπ κο έΐδος συμ&βασμοδ, άνάμεσά χοι ς. Οποιοδήποχε σύ3χημα κι δν εύνοοθμε, άνεξάρχηχχ δν εΐνχι μοναρχι-ΛΟ, δημοκραχικό, κομμουνισπκό ή άναρχικό, ή διάρκεια χγ)ς ζωτ]ς tou θά εξαρχηθεΐ άπό χδ βαθμδ πού Ιχε'. πάρει ύπόψη, αύχή τήν ά,ρ-χή χ1)ς άνχίθεσης.
Αογουχάρη... σέ μ:χ δημοκραχική κυβέρνηση δέν ώφελεΐ νά προσπχβϊϊ κανείς, δσχεχα πάσο σοφα ή συνεχά, να κ«&3ρ£σει τά δι-κα:ώμχχχ xxi τΐς ύποχρεώσεις χών πολιχών, τλ καθήκοντα τών δη-μόθίων λειχουργών ή νά προσπχθεΐ νά προβλέψει κάθε τΐ πού θα μποροθσε νά προκύψει κάθε χυχδν έξαίρεση κι άνωμαλία: ή γον*-μότητα χοϋ άπρόβλεπτου ξεπερνάα καχά πολύ κάθε πρόβλεψτ; άπό μέρους τοΰ πολιχ-.κοθ κι ή αδξηση χής νομοθεσίας προσφέρει μδνο ϊδαφος γιά μεγοΛύτερη άμφισβήτηση. Αύτό άΐΐα:τεί άπό μέρους έ-κείνων πού κατέχουν τήν Ιξουαία τόσο πρωτοβουλία δσο καΐ δυνά-μ«ς 3υνδιαλ),χγτ)ς, οί όποΐες μποροΰν νά έπιτύχουν μόγον δν βασί-
94
ζοντοιι στήν έξουσία. Άπογυμνώστε τή Δημοκρατία καΐ τήν Έλευ-θερία άπ' τδ ύπέρτατο τώρος τΐ)ς 'Εξουσίας vaX τό Κράχος Θ4 καταρ-ρεύοει άμέσως. ΕΙναι δμως φανερδ 6u, 4ν είναι £τσι, δέν ένεργοθ-με τκά μίσχ ιπή σφαίρ* χί)ς έλευθερίας τών συμβάσεων, εχτδς δν χανεΐς Ισχυριστεϊ δτ: σέ ταριπτώσεις άμφισβήτησης οί πολίΌες έ-χουν είδικά συμφωνήσα νά ύποχάσοονται στήν άπόφαση ένδς άπ* αύτούς, δηλαδή σ' Ινα δικα^χή πού ίχει όριστεΐ έκ χών προτέρων• Άλλά iv τό κάνουμε οώτά, ϋημαίνει δπ σέ τελεαταία άνάλυση άπορ-ρίπτουμβ χήν άρχή τής δημοκρατίχς f.i χάρη ένδς ύποκατάστατου πού μοιάζει μέ μοναρχίχ.
"Οσο πολύ κι δν αύξάνε: ή δ/,μοκραιία τδν άρι&μδ τών νομικων έγγυήσεων καί μεθ 5δων έλέγχου, οιύξάνοντας τδν άριθμδ τών δημο-σίων ύπαλλήλων της, δσο κι δν περ;6άλλει τιίι διοικψ'.κά της σιε-λέχη μέ τύπους κ'. δοο συχνά xt δν χαλεΐ τοϋς πολίτες vi ψηφίσουν οί δημόσια ύπάλληλοί της θά συνεχίσουν νδναι δνθρωπο: περι&βλη-μΐνοι μέ έξουσία χαί πάε•. λέγοντας• Κ: δν ενας ί) περισσίτεροι ύ-πάλληλοι έπρόχεαο νδναι ύπεύθυνοι γ.α. τόν ίλεγχο δλων τών όπο-θέσεων, αύΐή ή χεφαλή χής χυβέρνητης, άνεξάρτητχ δν ^ϊναι Σνχ άτομο ή μ;ά δμάδχ, θδχαν ούσιασπχά α,ύτό πού δ ϊδιος δ Ρουσσώ ά-ποχαλοθαΐ κ υ ρ ί χ ρ χ ο . , κάτ; πού έλάχιστα θά διέφερβ άπδ ενα 6ααλ:ά.
Πχρόμο'.ες παρχτηρή^εις μποροϋν νχ γίνουν άναφορικιχ μΐ τδν χομμουνισμδ καΐ τήν άναρχίχ. Π^τέ δέν ύπτ)ρςε έ'νχ πχράδειγμα μιάς τέλειας κανότψας, κ: είνχι άπίθανο, σ' δποιοδήποτε 6αθμδ πο-λΐΐΐσμοϋ, ήθι,κής καί σοφίας xt δν φθά3ουν οί δνθρωπα, νά έξ *φανι-στεΐ έντελώς κάθε Γχνος κυβέρνη3ης κι έξουαίας- 'Αλλα ένώ ή κα-νότητχ εϊναι τδ δνεψο τών περισσότερων σοτ.χλιατών, ή άναρχί* χποτελεΐ τό ίδχνικό τ^ς 3χολτ5ς της ο1κονομολογικΐ]ς σκέψτ,ς, πού χποβλέπε: μέ τάλμη στήν κχ-άργηιη κάθε μορφ^ς κυβέρνησης χαΐ στή ουγκρότηοη χτ]ς χανωνίας άποκλε'.στικα πάνω οτή βάση τί]ς I-δίοκτησίας xxl τΐ)ς έλεύθερης έργασίας.
Δέν θα τιαρουαάσω δλλα πχραδείγμαχα• Αύχδ ποΰ μόλ:ς εΐπχ είνχί άρκεχδ γά νχ δείξ^ι χήν άλήθεια χοΰ έπιχερήμαχός μου, δηλχ-δή, πώς ή Μοναρχία, ή Δημοκρχχία, δ Κομμουνισμδς κι ή Άναρ-
95
χ•α elvM δλες άνίκανες άπδ μόνες τους vi ύΧοποιήσουν χ& ίδα-νικά τους κ: ίτ-χ περιορίζονται στδ ν& συμπληρώνουν ή μιά τήν 4λ-λη, διαμίσου άμοιβαίων δανεισμών. (1863) «Ή Όμοσπονδιακή Άρχή», σελ. 288, 290-1.
ΆφοΟ ή κυβέρντρη, πού βοαίζετα-. στήν έλευθερία xai τό συμ-βδλαιο, κερδίζει καθημερινά ϋδαφος σέ βάρος τί)ς χυβέρνηστ,ς πού βχσίζεχαι 3χήν έξουσία, θά πρέπ& νά συγχεντρώσουμε χήν προοοχή μχς 3χήν ίννο:α τοθ 3υμβόλαιου, γιατΐ αύτή εΐναι ή ίδέα πού κυριαρ-χεΐ σχήν πολιν.κή. . .
Τό πολιτικδ συμβδλαιο άνταποκρίνεχοα άπόλυχα σχήν άξ*.οπρέπεια xal χήν ήθική, μόνο μέ χήν προθπδθεση δτι εΐναι χρχικά σ υ ν -αλλαγμχτ•. χό (•3ημ• μετ. άμφοτεροβαρές) xal ά ν τ χ λ -λ * χ τ ι κ ό (οημ• μετ. δχαν χχ άνταλλασσόμενα είδη ή ύπηρε-σίες θεωροϋνχαι Ισοδύναμχ) καΐ καχά δεύχερό λδγο, δτι οί σκοποΐ χου βρίσκονχοκ μέοα σέ δρισμένχ δρχ — δυδ προθποθέσεις ποΰ ύ-ποτίθεχα: δτι άποτελοΰν μίρος τοΰ δημοκρατικοΰ συσχήμχχος, άλλ4 ποΰ συνήθως, πίδ συχνά, άποτελοΰν ενα νομ'.κδ πλάσμα. Σέ μιά άν• τιπρο3ωπίυχική καί συγκενχρωτική δημοκραχία, σέ μιιχ συνταγμαχι-κή μοναρχία, βαασμένη σέ κάποιο περιορ:3μδ τής lUoxzrplcu; i) i-κόμ•χ εΐδ-.κώχερχ οέ μ•.ά κομμουνιστική δημοκρατία, δπως Ικείνη χοδ ΙΙλάχο να, μπορεϊ νά πεϊ κανεΐ; πώς τδ συμβόλαιο πού δένει χδν πο-λίχη μέ τδ Κράχος eivat Σσότχμο κ: χμοιβαΐο; ΜπορεΙ νά πεί χανείς δ-χι ενχ συμβόλοχο πού σ'χερεϊ toy πολίχη άπδ to μισδ ή χό ενχ χρίτο άπ' τήν κυριαρχία του καί χδ ενχ χέταρχο άπδ τό προϊόν χου, δια-τηρείτα; μίσχ σέ δίκχ'.α δρια; "Οπως ή πείρχ πάρα πολΰ συχνλ έ-π'.βεβχώνει•., θχταν πιδ άλτθινδ νχ πεϊ κανεΐς πώς ϊδ συμβόλαιο σ' δλα αύτχ -Λ συτιήματα εΓνχι άπροκατάλυπτα αδικο καΐ Ιπαχθές, άφΰΰ σ' fva μεγάλο βαθμδ δέν πρςυφέρει κ«μιά άποζημίωση. Είνχι έπίτης άβέβχιο, χφοΰ χά ώφέλη τχ δποΐα ύπδαχετοα, πού δπωσδήπο-τε εΐναί άνεπχρκ^, δέν είνχι κάν έγγυημένα.
"Αν χδ πο)οιτ•.κδ συμβόλχιο πρδκειται να έκπληρώνει τήν προθ-πόθεση νδναι συναλλαγμχτικδ κ'. άνχαλλακτικδ, δτυως άπαιχεΐ ή ίδέα της δημοκρχτίας, κι Sv πρόκε'.τα: νά διαχηρεΐται μέοα σέ λογικά δ-ρ:χ καΐ ν&ναι ώφέλιμο κχΐ χρήτ.μο γιά τδν καδένχ, δ πολίτης, δχχν
96
συνάπτει τδ συμβόλαιο, πρέπει πρώτα νά παίρνει άπδ τό Κράχος δ-σα κι i ϊδ'.ος προσφέρει. Κχτά δεύχερο λόγο, θά πρέπα νά διατη-ρεϊ τήν έλευθερία, χήν κυριαρχία καΐ τήν πρωχσβουλία χου, έκτδ; άπό χϊς περ'.πχώσεις ποΰ αύτά χρειάζονχχι yea χδ συγκεκριμένο άνχι-κείμενο πού χποτελεί τό σκοπδ χοθ συμβόλαιου xal πού χδ Κράχος καλίϊχαι νά έγγυηθεΐ. "Αν ρυθμίζετχι κι έρμηνεύεχαι μ' αύτδ τδν τρόπ^, τ4 πολ'.τικδ συμβόλαιο ί,ποχελεΐ έκεΐνο πού έγώ θά δριζα σάν δμοσπονδίχ•
Όμοσπονδίχ, άπδ χδ λχτινικό, ιρένχους γεν. φένχερις δηλαδή, σύμφωνο, συμβδλαιο, συνθήκη, σύμβαση, συμμαχία κλπ. εΤ-νχι μια συμφωνίχ μέ τήν δποίχ ένχς ή περισσόχεροι άρχηγοΐ μιας οίκογένειας, μιά ή περισσόχερες κομμοΰνες, μια ή περισσόχερες δμά-δες κομμ&υνών ή κρχχών, δεσμεύοντα^ μέ αμοιβαίες xt ίσότιμες συμ-φωνίες για Ιναν τ) περυ30χερους καθορΐ3μίνους σκοπούς, πού ή εύ-θύνη τους βχρύνει είδικά κ( άπσκλε:3τιχα τά μέλη τής όμοσπονδίας•
"Ας γυρίσουμε σ' αύχδ τδν δρισμά.
Ή cuata κι ή φύστ χοθ δμο3πονδιακοΟ οι^όλα'.ου εΐνα: δτι σχό σύ3τημα αύχδ χ% 3υμ&χλλόμενχ μέρη, άρχηγοΐ οΐκογενειών, χαν-τονιών, Ιπχρχιών ή κρατών, δε3μεύοντα'. δχι μένο συναλλαγμαπκλ καΐ άνχαλλχκτικά, άλλά συνάπχοντας χή 3υμφωνία, έξασφαλίζουν γιά τόν έαυιό χους, σέ άχομικό έπίπεδο, περ:σσόχερα δικαιώματα, έλευθερία, έξου3Ϊα κι Ιδιοκχησία χπ' δσα παραχωροθν—
Κάθε συμφωνία, άκόμα καί uti συναλλαγμαχική κι άνταλλα-κτική, r.ob άπαιτεΐ τή μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια τών συνερ-γαχών, τούς στερεΐ τήν άνεξαρτησία τους καΐ χούς άναγκάζει ν' ά-άφοσιωθοΰν άπoκλεtστcκa στήν £νωση" αύτό εΐναι ύπερβολικδ καΐ μιση-6 τόσο γιά τούς πολίχες δσο xal γιά χούς άνθρώπους.
(1863) «Ή Όμοσπονδιαχή Άρχή», σελ. 315, 317-19.•
Γιά ν' άνακεφαλαιώσουμε, τδ δμοσπονδιακδ σύστημα εϊναι τδ άκρίβώς άντίθετο τής ίεραρχίας ή συγκεντρωχικης διοίκησης xal κυβέρνησης. Ή ίεραρχία άποχελεΐ τδ χaρaκτηρcσx^xό γνώρισμα τ.οϋ εΓναι κοινό, σ' ενα "σο βαθμό, στήν αΰχοκρατορική δημοκρατία, τή συνχαγματική μοναρχία καί τίς κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Ό βασικός διακριχικός νόμος μιάς δμοσπονδίας είναι δτι, καθώς
97
προσχωρβθν στή Συνομοσπονδίαδλο καΐ περίσσότερα κράτη, ol δυ-νάμεις ττ)ς κεντρικης έξουσίας κργΐζουν vi έξειδικεύονται σ' Ινα αύξανόμενο βαθμδ καΐ vi περιορίζονται σέ άριθμό, μέγεθος καΐ σέ, γιά vi τδ ποϋμε Ιτσι, ϊνταση. Άπδ τήν £λλη μεριά, σέ μιά συγκιν-τρωτική κυβέρνηση, σέ άναλογία μέ κά&ε αδξηση τοθ έδάφους ή τοϋ πληθυσμοϋ, ή δύναμη τί}ς άνώτατης έξουσίας αύξάνεο, έπεκτείνε-ται καΐ γίνεται πι6 άμεση, φέρνοντας τΐς όποθέσεις τών έπαρχιών, κοινοτήτων, συνεταιρισμών κι Ιδ-.ωτών κάτω άπδ τδν 4μεσο Ιλεγχο τοθ κυριάρχου. Τδ άποτέλεσμα thcu δτι ή έλευθερία, δχι μόνο στδ κοινοτικδ κς έπαρχιακό έπίπεδο, άλλ' άκόμα καΐ στδ άτομικδ χι ή-θικδ έπίπεδο, καταπιέζεται έντελώς.
(1863) «Ή Όμοσπονδιακή Άρχή», σ«λ. 32.
Σέ μιά έλεύθερη κοίνωνία, δ ρόλος τοθ Κράτους ή τί)ς Κυβέρ-νησης είνοα 6aotxi £νας ρόλος νομοθετικός, είσηγητικός, δημιουργι-κός, πρακτικός κι έργανωτικδς. θά πρέπει νίναι Ινας ρόλος δσο τδ δυνατδ λιγώτερο έκτελεστικός. Άπ' αΰτή τήν Λποψη, 6 δρος έκτελεστική έξουσία, πού περιγράφει τ4 χαρακτη-ριστίκά τής κυρίαρχης δύναμης, δπί)ρξε πολύ παραπλανητικός. Τδ Κράτος δέν άναλαμβάνει δημόαια 2ργα, γιατΐ αύτδ θά τδ ταύτι-ζε μέ τούς έργολάβους ποΰ άναλαμβάνουν δημδσιες συμβάσεις. Εί-τε θεσπίζει νόμους, εΐτε ένεργεΐ ή προβλέπεο, τδ Κράτος ε!νο« δ 6-ποκονητής κι δ ύπέρτατος καθοδηγητής κάθε έξέλιξης. "Αν καμι& ψορα παίρνει μέρος τδ Γδιο στδ ϊργο, αύτδ γίνεται yti vi κινητοποι-ήσει τά πράγματα καΐ vi δώσει κάποιο παράδειγμα. Μδλις δημι-ουργηθεΐ μιά νέα ύπηρεσία, άπ' τή στιγμή πού ή τελευταία Θ4χε{ μορφοποιηθεΐ κι δργανωθεϊ, τδ Κράτος άποσύρετο».
Άπ' τή στιγμή πού ή δμοσπονδιακή κυβέρνηση θϊχει άναμορ-φώσει τδ πολιτικό σύστημα, θά έπιχειρήσει τδτε άναγκαστικλ μι& σειρά οΐκονομικών μεταρρυθμίσεων. Παραθέτω μι4 σύντομη ϊνδει-ξη τ1)ς φύσης αύτών τών μεταρρυθμίσεων.
"Οπως άκριβώς δυδ ή περισσδτερα άνεξάρτητα κράτ»;•, μπο-ροϋν γιά πολιτικούς λόγους νά σχηματίσουν μιά δμοσπονδία γιά vi έξασφαλίσουν τά σύνορά τους f) ν4 προστατεύσούν τΐς έλευθερίες τους, 2τσι μποροθν vi σχηματιοθοθν κι δμοσπονδίες γιά οΐκονομι-
98
κούς λόγους, yti νά διασφαλίσουν τήν προστασία τοθ έμπόριου καΐ τί)ς β:οηχανίας. "Αλλα είδη δμοσπονδιϊδν μποροθν νά σχ»;μαχκποΟν γιά. τήν κατασκευή καΐ ουντήρηση συστημάτων έπικοινωνίας, δ-πως δρόμοι, κανάλια καΐ σιδηρόδρομοι ή γι4 τήν δργάνωση τ?)ς πί-στεως καΐ τΐ)ς άσφάλισης κλπ. Σκοπδς οώτών τών Ιδιωτικών δμθ: σπονδιών θάνα: ή προστασία τών πολιτών τών Κρατών-μελών άπ* τήν έκμετάλλευση, πού άσκεΐται άπδ μέρους των καπιτοΛιστών καΐ τραπεζιτών στήν πατρίδα ή στδ έξωτερικό. Ή 2νωσή τους, σέ άν-τίθεση μέ τδν χρημαχιστικδ φεουδαλισμδ πού κοριαρχεϊ σήμερα, ά-ποτελεΐ έκεΐνο ποΰ σήμερα θά δνδμαζα άγροτικο-βιομη-χανική δμοσπονδία.
(1863) «Ή Όμοσπονδιάκή 'Αρχή», σελ. 357.
Όταν μεταφραστεΐ στδ χ&ρο ι^ς πολιτικής, αύτδ πού ώς τώ-ρα ϊχουμε δρίσει σάν μουτουελισμδ ή έγγυητισμό, δνομάζεται δ -μοσπονδιακδ σύστημα. Όλόκληρη ή πολιτική χι οίκονομική έπανάσταση συνοψίζεται σ' αύτδ τδ άπλδ συνώνυμο.
(1865) ----------
«Γιά τήν ϋολι^κή Ίκαν ίτητα τών Έργαζόμενων Τάξεων», σελ. 198.
Ή Εύρώπη θδταν ύπερβολικά μεγάλη για νά σχηματίσει μι4 μδνο συνομοσπονδία. θδπρεπε νά ύπάρξει μιά συνομοσπονδία τών συνομοσπονδιών. Ni γιατί Εχω ύποδείξει. στα πιδ πρόσφατα δημο-σιεύματά μου, πώς τδ πρώτο μεταρρυθμίστικδ μέτρο πού Bit, πρέ-πει vi θεσπισχεΐ στδ δημόοιο δίκαιο είνάι ή έτιανασύσταση τών Συν-ομοσπονδιών τ^ς Ίταλίας, Έλλάδας, τών Κάτω Χωρών, τί)ς Σκαν-διναυίας καΐ τών χωρών τοϋ Δούναβη, oiv προο£μιο τΐ)ς άποκέν-τρωσης τών μεγάλων Κρατών, τήν δποία. θ' άκολουθοθσε 2νας γε-νικός άφσπλισμός. Κάτο) άπ' αύτές τΐς συνθΐ)κες, δλα τ4 £θνη θ' ά-ποκτοθσαν ξavi τήν έλευθερία τους καΐ 6i γινόταν μι4 πραγματι-κότητα ή ίννοια ττ\ς ΙσορροκΙας τών δυνάμεων στήν Εδρώπη.
Αύτδ δραματίστηκαν 6Xot ot ιτολιτικοΐ συγγραφείς xal uoXc-
99
τιν.οί, άλλά δχει παραμείνει άδύνατο στδ μέτρο πού οί μεγάλες δο-νάμεις είναι συγκεντρωτικά Κράτη.
Δέν πρέπει νά προκαλεΐ κατάπληξη τό δτι ή Svvota τής Όμο-σπονδίας χάθηκε, μέσα στήν άκτινοβολία τών μεγάλων Κρατών, άφοΰ είναι άπ' τή φύση της είρηνική καΐ ήπια καΐ παίζει Ινα polo αύτο-ύποτίμησης στδ πολΐΉκδ προσκήνιο.
(1863) «Ή Όμοσπονδιακή Άρχή», σελ. 335-6
Άς πάρουμε λοιπδν σ& δοσμένη τήν άκόλου&ί) άρχή, ή δ-ποία βασίζεται τόσο στήν πραγματικίτητα δσο καΐ' στή λογική: ή δύναμη της ένότητας σέ δποιοδήποτε όργανισμδ εΓνο» άντιστρδφως άνάλ^γη μέ τδ μέγεθός της. Κατά συνέπεια, σέ κάθε συλλογική δν-τότητα ή όργανική δύναμη χάνει σέ Ινταση δ,τι κερδίζει σέ μέγε-θος κι άντίστροφα. . .
"Ας έφαρμόσουμε τώρα αύτδ τδ νόμο στήν πολιτική. Τδ Κρά-τος είναι βασικά ενα, άοιαίρετο κι άπαραβίαστο. "Οσο μεγαλύτερος είναι b πληθυηιδς κι ή έπικράτείά του, τόσο ποιδ άδύναμη πρέπει νά γίνεται ή κυβερνητική ένότητά του. Διαφορετικά, θά γίνει τυραν-νικό καί τελικά θά καταρεύσει δλοκληρωτικά. Άκόμα κι άν ϊχουν ίδρυθεϊ πλάϊ χου παρακλάδια ή άπακίες, άργά ή γρήγορα αύτά τά παρακλάδια κι οί άζοικίες θά μετατραποθν σέ νέα Κράτη, πού θά διατηρήίουν μόνο δμοσπονδιακσύς δεσμοΰς μέ τδ πατρικδ Κράτος ή ϋσο ς καί κανένα άπολύτως δεσμό.
Ή Γδια ή Φύση μάς προσφέρει τδ παράδειγμα. "Οταν δ καρ-πδς εΓναι ωριμος άποσπαται καί σχηματίζει Ινα νέο δργανισμδ. "0-ταν δ νέος φτάιε•. στήν ώριμότητχ έγν.ατχλείπα ΐδν πατέρα του καΐ τή μητέρχ τιυ, δπως μάς λέει τδ βιβλίο της Γένείης καί προσκολ-λάται στή γυναίκα του. "Ckay τδ νέο Κράτος είναι σέ θέση νά συν-τηρήσει τδν έαυτό του διακηρύσσει τήν άνεξαρτησία του. Π κ6 δι-καίωμα Ιχει τδ πατρικδ Κράτος νά τδ θεωρεϊ σάν ύποτελή ή σάν xaxt πού πρέπει ν' άποτελεϊ άντικείμενο έκμετάλλευσης καΐ νομης; (1863-64) «Φιλοσοφία τής Άθλιότητας», σελ. 229-30.
100
Ή διαλεκτική
"Ολες ol Ιδέες εΐναι συναιώνιες μέ τήν παγκδσμια λογική. Έμφανίζονται σα δι *δοχικές μόνο στήν Ιστορία, δταν ή μιά μετά τήν δλλη ϊρχονται στδ προσκήνιο κι άναλαμβάνουν τή διεύθυνση τών πραγ|ΐάτων. Ή λειτουργία μέ τήν δποί* άναιρεΐται στή λογική μιά ίδέα, δνομάζεται ά ρ ν η σ η χι έκείνη μέ τήν δποία έπι-βεβαιώνεται κάποια άλλη ίδέα, θ έ σ η .
«Γενική Ίδέα τής Έπανάστασης στδ 19ο αίώνα», σελ. 18β
(1851)
Οί άρχές άποτελοΰν τί)ν ψυχή τΐ)ς ίστορίας. Ή σύγχρονη φιλο-σοφία θεωρεΐ σάν αύταπόδεικτο πώς δλα 2χουν τή δική τους Ιδέα. καΐ κατά συνέπεια τίς δικές τους άρχές καΐ νόμους, πώς κάθε γεγο-νδς ?χει καΐ τήν άντίστοιχη Ιδέα. του καΐ πώς δλα σΐδν κόσμο ά-ποτελοθν τήν Ικφραση μιας Ιδέας. Αύτδ ίσχύει έξίσου γι& μιλ πέ-τρα πού πέφτει δσο καί γιά τδ λουλούδι καΐ τήν πεταλούδα. Ot ί-δέες άναταράσσουν τδ χάος καΐ τδ καθιστοθν γόνιμο. 01 Ιδέες καθ-οδηγοθν τήν άνθρωπότητα μέσα άπδ έπαναστάσεις καΐ καταστρο-
φές.
(1861) «Πόλεμος καΐ Είρήνη», σελ. 9-10.
Σκοπδς τής λογικής εϊναι νά συγκεντρώσει προοπτικά Ιδέες πού, άπδ δποψη ούο£ας, αίτίας, καταγωγής ή μορφής, εΐναι έντε-
101
λώς άνόμοιες καΐ νά τΐς τακτοποιήσει σέ μιά μόνο σειρλ Γσων ή ταυ-τόσημων δρων.
Διαλεκτική σ ε ι ρ ά θάναι τδ δνομα πού δίνω σ* αύτή τή σειρά, τό προΐ'όν τής λογικής, πού μπορεΐ ν4 συγκρίνει δ-ρους πού θδταν διαφορετικά έντελώς άδύνατο να συγκριθοθν. Διαλεκτική τών Σειρών είναι τ' δνομα πού Θ4 δώ-σω στήν είδοκή θεωρία ή όποία διδάσκεο πώς νά τήν έφοφμόσου-με...
Στή σεφά τής ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ύπάρχει μιά οόσία, xatt πού άντιστέκεται, πού άγωνίζεται νά παραμείνει άμετάβλητο καΐ ποΰ θά καταστρεφόταν μάλλον παρά νά ύποστεΐ δπααδήποτε με-ταμόρφωση ή τήν παραμικρή άλλαγή. Elvat κάτι παραπάνω άπό ά-πλδ &&ρος, χρώμα, κίνηση, σχήμα ή άλληλουχία. Στήν πραγματι-κότητα εΓναι κάτι πού ξεπερνάει τλ δρια τ?)ς άνθρώπινης κατα-νόησης.
(1843) «Έ Δημιουργία τ^ς Τάξης στήν Άνθρωπδτητα»,
σελ. 193, 286.
102
*Η ίστορία κι ή ίδέα τής προόδου
Ή Ί σ χ ο ρ { a .
Ή Ίστορία, δπως κι ή φιλοσοφία, δέν εΐναι έπιστήμη. Δέν εί-vat είδικευ|ΐένη, δέν έχει κανένα άντικείμενο, μέΒο^ο ή άποκλειστι-κα δική της άλληλουχία. Ίστορία είναι ή διαδοχή διάφορων κατα-στάοεων, μίσα άπ' τίς δποίες περνάνε ή άνθρώπινη εύφυία καΐ κα-νωνία, τφωτοΰ νά φτάσει ή πρώτη στήν καθαρή έπιστήμη κι ή τε-λευταία στήν έφαρμογή τών νόμων τής έπιστήμης. Άποτελεΐ Ινα παν6ραμα δημιουργικί)ς δραστηριότητας στή διαδίκασία άνάπτυ-ξής της, .£να μπερδεμένο πρότυπο γεγονότων πού συγχωνεύονται κι έπηρεάζουν το Ινα τδ αλλο. ΙΙαρουσιάζει μια άλληλουχία πε-ρισσότερο ή λιγώτερο κανονικών είκόνων, ώς δτου τελικά, κάθε ί-δέα βρεΐ τή θέση της καΐ κάθε συστατικδ στοιχεΐο ττ)ς κοινωνίας 2-χει τύχει έπεξεργασίας καΐ ταξινόμησης, τδ δράμα ττ)ς έπανάστα-σης έχει τελειώσει κι ή ίστορία γίνει άπλώς τό άρχεΐο τών έπιστη-μονικών δεδομέν(ον, τών καλλιτεχνικών μορφών καΐ ττ)ς βιομηχανι-κής προόδου. Τότε οί δραστηριδτητες τών άνθρώπων γενεών 6avat σάν τούς στοχασμούς ένδς έρημίτη. Ό ϋολιτισμδς θαχει φορέσει τό μανδύα τ•?)ς αΐωνιότητας.
(1843) «Ή Δημιουργια τής Τάξης στήν Άνθρωπότητα»,
σελ. 357-58.
ΆφοΟ τα γεγονότα χρειάζονται yea νά έδραιώσουν χή βεβαι-δτητα τής έιαστήμης τών Οίκονομικών, ή μελέτη μας πάνω στήν Ίστορία θα πρέπει νά βασίζεται πάνω στήν έργασία. . .
103
'Αλλά δταν θάχουμε έξετάσει τήν έπίδραση τί)ς έργασίας πά• νω στήν κοινωνία, άπ' τή σκοπιά τΐ)ς παραγωγί)ς καί τί]ς κυκλο-φορίας τοθ πλούτου, θά πρέπει έπίσης ν' άνιχνεύσουμε τΐς όργανικίς της έκδηλώσεις στά έπαναστατικά κινήματα καΐ τΐς διάφορις μορ-φές κυβέρνησης. θλ πρέπει ν' άνακαλύψουμε δν τ& γεγονότα, ίΐδω-μένα άπ' αύτή τή νέα σκοπιά, άναιροθν ί) έπιβεβοκώνουν τά θεωρη-τικά συμπεράσματα στά δποία ίχουμε καταλήξει" άν τό κοςνωνικό. σύστημα κι δλα δσα αύτό καλύπτει, θρησκευτικές πρακτικές, πόλε-μος, έμπόριο, έπιττήμη, τέχνη, κλπ- καθϋρίζονται στήν πραγματικό-τητα κι έδραιώνονται άπ' τό σύστημα νδμων ή δργάνωση, δπως τήν Ιχουμε περιγράψει, ή μήπως βρίσκονται σέ άντίφαση μέ αότό. Στό φώς αύτΐ)ς τής μελέτης θά σχεδιάσουμε μιά τσπογραφία τών διάφο-ρων φάσεων τής άνθρωπδτητας καΐ θά δοθμε πόσο πολύ έχει προο-δεύσει δ πολιτισμός μέχρι σήμερα, χάρη πή δική του ένεργητικό-τητα. καΐ τούς προνοητικούς του νόμους. Ή κοινωνία δημιουργεϊ συνεχώς τήν τάξη. Άπ' τήν άφετηρία της άκόμα χάρα-ξε Ινα αύλάκι πού δέν μποροΰμε νά έγκατοολείψουμε δίχως νάχουμε δυσάρεττες συνέπειες- Έπομένω; θ& πρέπει νά όπολογίσουμε τήν κατεύθυνσή του καΐ τό τέρμα του άν πρδκειται νά συνεχίσουμε μ' έπιτυχία τό έργο πού ξεκινήσαμε κάτω άπ' τήν Γδια τήν καθοδή-γηση τοϋ θεοθ...
(1843) «Ή Δημιουργία ττ)ς Τάξης στήν Άνθρωπότητα»,
σελ. 369 - 70.
Τπάρχουν δυό μέθοδοι μελέτης τί)ς ίστορίας. Ή μιλ εΐναι έ-κείνη πού Θ4 δνομάσω προνοητική μέθοΒο κι ή 4λλη εϊναι ή φιλοσοφική μέθοδος.
Ή πρώτη συνίσταται στό ν' άποδοθεϊ ή α,Ιτία. τών γεγονότων εΓτε ?έ μι& άνώτερη θέληση ή δποία κατευθύνει άπδ ψηλά τήν πο-ρεία τών πραγμάτων, δηλαδή στό θεό, ή σέ μιά άνθρώπινη θέληση ή δποία γιά μιά στιγμή βρίσκεται σέ μιά τέτοια θέση, δπως δ θεός, πού νά μπορεΐ νά έπηρεάσει τήν πορεία τών γεγονότων διαμέσου τί^ς έξάσκησης τΐ)ς έλεύθερης βούλησής της. Αύτή ή μέθοδος δέν άποκλείει έντελώς κάθε σχέδιο ή συστηματική προμελέτη στήν Ί-στορία, άλλά to σχέδιο δέν συνεπάγεται καμιά άναγκαιδτητα καί,
. 104
θα μποροθσε ν' άποσυρθεϊ δποιαδήποτε στιγμή άνάλογα μέ τή διά-θεση τοθ γράφοντα. Έξαρτιέται άποκλειστικά άπ' τΐς άποφάσεις τών προσώπων κι άπ' τήν κυρίαρχη θέληση τοθ θεοϋ...
Elvat φανερό δτι βασικα αύτό εΐναι τδ Γδιο πράγμα μέ τή θε-ωρία της πιθανότητας. Ό πιστός μπορζϊ νά τήν όνομάσει ΠΡΟ-ΝΟΙΑ κι δ σκεπτικιστής ΤΓΧΗ, άλλλ άποτελεΐ 2να καΐ τό αύτδ πράγμα...
Ένώ ή φιλοσοφική μέθοδος άναγνωρίζει πώς δέν ύπάρχει τΐ-ποτα τό άναπόφευχτο σέ δρισμένα γεγονότα κι δτι αύτά μπορεΐ νά ποικίλουν άτέλειωτα, σύφωνα μέ τΐς άτομικές θελήσεις πού xi προ-καλοϋν να συμβοΰν, μολοντοθτο ύποστηρίζει πώς δλα τ& γεγονδ-τα βασίζονται πάνω σέ γενικοΰς νόμους πού εΐναι Ιμφυτα στή φύση καΐ τδν άνθρωπο. ΑύτοΙ οί νόμα άποτελοΰν τδ αίώνιο, άναλοίωτο νδημα τής ίστορίας, £νω τα συγκεκριμέν* γεγονότα πού έκφράζουν αύτούς τούς νόμους, δποις οί γραφικοΐ χαρακτηρες πού έκφράζουν τδν προφορικό λόγο, ή, δπως οί λέξεις πού έκφράζουν τΐς Ιδέες, ά-ποτελοϋν τ6 αύθαίρετο πρόσ(οπο τής Ίστορίας. θά μποροΰσαν νά με-ταβληθοΰν άηέτρητες ψορές, δίχως νά έπηρεαστεΐ καθόλου τό ?μ-μονο νόημα πού περικλε{νουν.
Έπομενοις, ή άπάντησή μου στήν άντίρρηση ποϋ ϊχει προβλη-θεΐ, είναι πώς ή Προσωρινή Κυβέρνηση θά μποροθσε νά ϊχει συγ-κροτηθεΐ άπό διαφορετικούς άνθρώπους. Ό Λουι Μπλάν δέ χρειά-ζεται ν&ταν μέλος της. Ό Μπαρμπύ κι δ ΜπλανκΙ δέ χρειάζεται νδχουν προσθέσει τίς έπιπλοκές ττ}ς άνταγωνιστικής τους έπίδρα-σης σέ μιά ήδη πολύπλοκη κατάσταση. Ή πλειοψηφία τί)ς Έθνι-κης Συνέλευσης θά μποροΰσε ν&ταν πιδ δημοκρατική. 'Γποστηρί-ζω δτι αύτά καί πολλά δ,λλα πράγματα ήταν δυνατλ κι ή κατάστα-ση θά μποροΰσε ν' άποδειχτεΐ πολΰ διαφορετική. Νά τί Ιννοώ χρη-σιμοποιώντας τ' δνομα τυγ^.ία., ψ ε ύ τ ι κ η πλευρά τής ίστο-ρίας.
Άλλά δοσμένης ττ)ς έπαναστατικής άλληλουχίας στήν δποία 2χει έμπλακεΐ δ σύγχρονος κδσμος, μιά άλληλουχία πού κι ή ϊδια εϊναι άποτελεσμα τών δρων ποΰ έταβάλλί'. ή άνθρώπινη εύ-φυία καί δοσμένης μιάς προκατάληψης πού δλοι άπορρίπτουν καΐ ταυτύχρονα δέχονται, δηλαδή, στήν Έθνική Συνέλευση έναπδκει-ται νά ύποκινήσει καί νά κατευθύνει τή μεταρρύθμιση, ύποστηρ(-
105
ζω δτι τά γεγονδτα πού θά πρέπει vi προκύψουν άπ* αύτό, άνε-ξάρτητα άπ' τό άν ε!ναι αΓσια ί) δυσάρεστα, δέν μπορεΐ ν' άποτελοθν παρά μδνο τήν έκφραση τ9)ς πάλης πού άναπόφευκτα Θ4 διαδραμα-τιστεΐ άνάμεσα οτή παράδοση καΐ τήν έπανάσταση...
Σώμφωνα μ' οώτή τή φΛοσοφική άντ(ληψη τί)ς Ιστορίας, τά βασικά γεγονότα τακτοποιοϋνται σέ μιά αίτιακή άκολουθία καΐ συ-νάγονται τό Ινα άπ* τδ δλλο μέ μι4 έπαγωγική άκρίβεια πού εΐνοα δυνατή μδνο στΐς άκριβεΐς έπκπΐ)μες. Κι άφοθ ή λογιχή μπορεΐ ν* άνακαλύψει τή φιλοσοφία πίσω λπ' τήν άκολουθία, ή άνθρώπινη σοφίχ εΐναι ίκανή vi κατευθύνει τήν πορεία της. Σύμφωνα μέ τή θε-ωρ(α τί)ς πρόνοιας, άπ' τήν £λλη μεριά, ή ίστορία είναι άπλδς Ινας χονδροειδής κυκεώνας ποί στερεΐται κάθε άρχή, λογική καΐ rn.or.fi. Άποτελεΐ Ινα έπιχείρημα δπέρ τί)ς πρόληψης καθώς έπίσης χαΐ τοθ άθεΓσμοΟ, μιά προσβολή γιά τήν εΰφοία καΐ τή συνείδηση. (1849) «Έξομολογήσεις ένδς Έπαναστάτη», σελ. 147-49.
Έ Πρίοίο;.
Ή Τάξη διατηρεΐται άνάμεσα στλ πλάσματα πού δέν δργανώ-νονται ή στεροθνται τήν εύφυία, άπό άσυνείδητες, τυφλές, άλάθη-τες δυνάμεις καΐ σύμφωνα μέ νόμους τοδς δποίους άγνοοθν. Στλ εύφυή δντα, αύτδ γίνεται διαμέσου δυνάμεων ποϋ γ(νονται αΐσθη-τές καΐ πού, γι' οϊύτδ άκριβώς τδ λίγο, ύπόκεινται στήν άλλαγή σύμφωνα μέ νόμους πού αύτλ ti δντα 9i πρέπει άναγκαστικ& ν' ά-νακαλύψουν.
Μέ άλλα λόγια, τά &γρια ζόδα ύπακούουν στούς νδμους πού τΐ κυβερνοθν, δίχως vi τδ ξέρουν, ένδ ή ζωή τοϋ ά,νβρώποΌ ρυθμ(ζε-ται μδνο σάν άποτέλεσ|«χ γνώσης καΐ περίσκεψης καί, δν μπορώ vi τδ τοποθετήσω μ' αύτδν τδ τρόπο, μόνσν έπειδή δ δνθρωπος έπε-ξεργάζεται τούς δ-.κούς του νδμους.
Τώρα, δέν άποκτοθμε τήν κατανδηση τών νάμων μας μέσα σέ μιά στιγμή καΐ μ' ένστικτώδικο τρύπο, άλλά διαμέσου συστημα-τικ-^ς σκέψης, ερευνας καΐ μεθόδου.
Σάν άποτέλεσμα ύπήρξαν τρία μεγάλα στάδια στήν άνάπτυξη τϊ)ς άνθρώπινης γνώσης: τό θρησκευτικό, τό Φιλοσοφικδ καΐ τδ Ιπιατημονίχό. . .
106
Μέ τή λίξη ΠΡΟΟΔΟΣ έννοώ τήν άνοδική κίνηση τοθ πνεύ-;ιατος διαμέσου τών τριών διαδοχικών σταδίων, τί)ς θρησκείας, Φι- .οσοφ{ας καΐ Μεταφυσικί)ς, ή μεθόδων, πρός τήν Έπιστήμη.
(1843) «Ή Δημιουργία τγ)ς Τάξης στήν Άνθρωπότητα»,.
σελ. 36 - 37, 39.
Όαο πιό κοντά στά δγρια ζώα βρίσκεται δ δνθρωπος, τόσο πιδ πολύ βυθισμένος εΐναι μέσα σ' έκείνη τήν δθλια κατάσταση, τήν δ• κοίτ. οί φιλόσοφοι τοθ περασμένου αΐώνα όνόμασαν φυσική κατά-στ«3η τόσο τκρίσσότερο άναγκάζετα: vi β*;7ΐστεϊ στή Y.PW1] ΐών δικών του χεριών καΐ, σαν άποτέλεσμα, τόσο λιγώτερο έκπληρώνει τίς δυνατότητές του καΐ τόσο λιγώτερο έργάζεται. Ή κοινωνική πρόοδος Ικτιμάται άπ' τή σκοπια τής άνάπτυξηζ της βιομηχανίας καΐ τής τελειοποίησης τών έργαλείων. Ένας δνθρωπος πού δέν μπορεΐ τ) δέν ξέρει πώς νά έργαστεΐ μέ έργαλεΐα, εΐναι μια άνωμα-λία ^ ?νας άλλόκοτος. Δέν μπορεΐ ν' άποκαλεΐται άνθρωπος.
(1843) «Ή Δημιουργία τ^ς Τάξης στήν Άνθρωπίτητα»,
σελ. 279-98 ΠΠ
Πραγματικά, ή λογική τών σοσιαλ'στών προκαλεΐ μεγάλο θαυμασμό.
Ό δνθρωπος είναι καλός, λένε, άλλα γιος να ύποχρεωθεΐ ν' ά-ποφύγει τδ κακδ θά πρέπει να μή δεί κανένα πλεονέκτημα σ' αύτό. Ό δνθρο πος εΐναι καλός, άλλα 8i πρέπει vi Set κάποιο πλεονέκτη-μα στδ καλό για vi τδ έφαρμόσει. Γιατί &ν τ6 συμφέρον τών παθών του τόν ώθεΐ στό κακό, θα έφαρμόσει τδ κακδ ν.ι άν τδ Γδιο αύτδ 3υμφέρ ?/ τδν άφήνεί άδιάφορο άπένανπ στδ καλό, δέν θά τ4 Ιφαρ-μόσει. Ή κοινο3νία δέν εχει κανένα δικαίωμα vi τδν κατακρίνει έτ:ειδή ύπάκουσε στΐς έπιθυμίες του. γιατί ή κοινωνία θδπρεπε να τον Ιγει καθοδηγήσει μέ τή βοήθεια τών έπιθυμιών του. Τί πλούσια προικισμένη κι έκλεπτυσμένη φύση εΐχε δ Νέρωνας. Σκότωσε τή μηχε'ρα του γιατί ή γυναίκα τδν ένοχλοϋσε κι ϊκαψε τή Ρώμη ωστε vi μπορέσε: vi άπολαύσει τή δική του παράσταση τής καταστρο-φγ)ς ττ]ς Τροίας! Τί καλλιτεχνική ψυχή είχε δ 'Ηλιογάβαλος, δ δ-πο'ιος δργάνωσε τήν πορνεία! Τί δρμητικδς χαρακτήρας ήταν δ Tt-
107
βέριος! 'Αλλά καΐ τί φοβερή κοινωνία ήταν έκείνη πού διέφθειρε αύτές τΐς θεΐες ψυχές καΐ πού μολοντοθτο γέννησε τόν Τάκιτο καΐ τό Μάρκο Αόρήλιο. . . .
Ή ήθική τελειοποίηση χσθ άνθρώπου, δπως κι ή ύλική του εύ-ημερία, περνάει μ&κχ άπδ μιά. άλληλουχία άμφχχαλαντεύσεων άνά-μεαχ σχδ καλδ καΐ τδ καχί, oti πλεονέκχημ,ακαΐ τδ μειονέκτημα.
Ναί, δ ίνθρωπος κάνει προόδους πρδς τήν κατεύθυνση τ?)ς δι-καιοσύνης κι έπομένως, καΐ τής έλευθερίας, άλλ' αύτή ή πρόοδος δφείλεχ» άποκλειστικά στήν άνάπχυξη τ?)ς εύφυίας μχς καΐ δέν ά-ποδεικνύει τίποτα γιλ τήν καλή μας φύση. Άπέχοντας πολύ άπ* τδ vi μάς έπιχρέπει vi λαχρεύουμε xi πάθη μας, καχασχρέφει πραγ-ματικά τήν όπεροχή τους. Ή δολιόχηχά μας άλλάζει τή [)&ρφ•ίι της σέ κάθε έπσχή. Οί φεουδάρχες τοθ Μεσαίωνα λήστευαν τδν ταξιδιώ-τη σχό κεντρικό δρόμο καΐ |ΐετά τοθ πρόσφεραν φιλοξενία σχ4 κά-σχρα χους. Οί φεουδάρχες χοϋ έμπορίου είν*ι λιγώχερο κτηνώδεις Έκμεχαλλεύονχαι χδ προλεχαριάχο καί μετά χχίζουν νοσοκομεία γι' αύχό. Ποιός Θ4 χολμοϋσε vi πεί ποιός ά«' αύχοΰς δ6καιο0χαι χδ φοίνικα χί)ς χάριχος;
(1846) «Ή Φιλοσοφία χ-ϊ)ς Άθλιόχητας», I, σελ. 360, 362.
θεμελίωσα τ4 συμπεράσμαχά μου πάνω σχδ βασικό κανδνα πώς άν δπααδήποχε άρχή, δχαν δδηγεΐχαι σχδ λογικό χης συμπέρα-σμα, καχαλήγει σέ μιά άνχίφαση, χόχε θά πρεπει vi θεωρηθεΐ oiv ψεύχικη καΐ ν' άπορριφθεΤ. Έπιπλέον, δν δποιοσδήποχε θεσμδς ?χ«ι. θεμελιωθεΐ πάνω σέ μιά χέχοια άρχή, θά πρέπει vi θεωρηθεϊ σάν άσχήρικχος κι ούχοπικδς.
Όπλισμένος \ι αύχδ χό κριχήριο, διάλεξα oiv άνχικείμενο πει-ραμαχισμοθ μου, χδν πιό παλιό, πιδ σεβασχδ, πιό διαδομένο καΐ λι-■γώτζρο άμφισβητούμενο θεσμό χΐ)ς κοινωνίας, δηλαδή, χήν Ίδιο-κχησία. "Ολοι ξέρουν χί συνέβηκε. Μεχά άπό μι& μακρόχρονη, έκ^ χεχαμένη καΐ πάνω άπ' δλα άμερόληπχη άνάλυση, μέ τδν TSto χρδ-πο πού Ινας μαθημαχικός έπεξεργάζεχαι χίς έξισώσεις χου, καχέ-ληξα σχό περίεργο συμπέρασ)ΐα πώς ή ίδιοκτησία εΓν «, άπ' δποια σκοπιά κι άν χήν έξετάσεις, κχΐ σέ όποιοδήποτε κανόνα κι Λν άνα-
108
φερθεϊς — μιά άνχιφαχική Ivvota! Άφοΰ ή άρνηση χης ίδιοκχτ,σί-ας σημαίνει άρνηση τής έξουσίας, Ιβγαλα άμέσως άπ' χόν δρισμό μου χό δχι λιγώχερο παράδοξο συμπέρασμα δχι ή άληθινή μορφή κυβέρνησης ε'ναι ή ά ν α ρ χ ί a . Τελος, άνακάλδψα μέ μιίς μαθημαχική άπόδειξη πώς δέν μπορεϊ νά γίνει κα;αά βελχίωση στήν κοινωνική οίκονομία, διαμέσου χης δύναμης χής πρωχόγονης συγ-κρόχησης χης κοινωνίας καθαυχης, άλλα δχι θά πρέπει νά ύποβοη-Οηθεϊ καΐ να έττιθυμεΐται συνειδητά άπδ δλους. Έχσ( άνχγνώρισα δχι ?ρχεχαι μιά σχιγμή μέσα σχή ζωή δλων χών κοινωνιών πού ή πρδ-οδος, ή δποία άποχελεΐ άρχικά μιά άσυνείδηχη διαδικασία, άπαι-τεϊ χήν έπέμβαση χης έλεύθερα έξασκούμενης λογικ•»)ς χοΰ άνθρώ-που κι άπ' αύτδ εβγαλα χδ συμπέρασμα πώς ή αύθόρμηχη κινηχήρια δύναμη πού όνομάζουμε Πρόνοια δέν προσφέρει χήν άπάνχηαη σέ δλα. 'Λπό κείνη χή σχιγμή, παρόλο πού δέν Ιγινα έκεΐνο ποϋ μαλ-λον άφιλοσόφηχα όνομάζεχαι άθεϊσμός, ϊπαψα νά λαχρεύω χδ θεό...
"Ομως ή κριχική δέν πρέπει μδνο νά άρνεΐχαι, πρέπει 'έπίσης να προσφέρει θεχικές ύποδείξεις καί νά έποικοδομεΐ. Διαφορεχικά, δ σοσιαλισμός θά παρέμενε άπλώς ενα θέμα περιέργειας, πρόκλη-σης πανικοθ σχήν μπουρζουαζία κι ένχελώς άχρησχο γιά χό λαδ...
Ή μέθοδος πού χρησιμοποίησα γιά νά οΙν.οδο\ι.τιαω (Σημ. τ. Μεταφρ. π:0αν4ν δ Ilpouv^iv νχ ήθελε νά γράψει «καχ«σχρέ-ψω») ήχαν δχρηστη δχαν Ιφχασε Y^ σχιγμή χής οίκοδόμηαης. Ή δ'.αδικασ!*• μέ τήν δποία τδ πνεθμα επιβεβοαώνίΐ δέν εΓνοα Γδ'.α μέ κεί-νη μέ χήν δποία άρκέ-χ'.. Πρωτοΰ νά μπορέαω νχ ιίκοδομήιω κάχ•. ϊ-πρεπε νά βρώ μιά διέξοοο άπ' χήν άνχίφαση καί νά δημιουργήσω μιά έπανασχαχική μεθοδο έπινόησης, δηλαδή, μιά φιλοσοφ{α πού δέ θάχαν άρνηχική, άλλά, γιά vi χρησιμο-οιήσω χήν Ικφραση χοθ Αδγουσχου Κόμ^χ, θ ε χ ι κ ή . Μόνο ή κοινωνία, χό συλλογικδ σώμα, είναι κείνη πού μπορεΐ ν' άκολουθήσει χδ ϊνσχικχό χης καί vi έπιχρέψε•. σχδν έαυχό χης vi Ιςασκήσει χή δική χου έλεύθερη θέλη-οη, δίχως vi »o6axat πώς θά πέσει σέ άπδλυχη κι δμεση πλάνη. Ή δική χης άνώχερη λογική, που otyi atyi γίνεχαι φανερή σχΐς ένέργειες χών μαζών καί σχή σκέψη χών άχόμων, πάνχοχε βλέπει δν άκολουθεΐ χή σωσχή πορεία. Ό φιλδσοφος, άπ' χήν δλλη μερίά, δέν ;'.πορεϊ ν' άνακαλύψει xijv άλήθεια διαμέσου χής ένόρασης κι 5ν αύχό πού προχίθεχαι vi διευθύνει εΐναι ή Γδια ή κοινωνία, δια-
109
τρέχει χδν κίνδυνο νά ύποκαχασχήσει χοϋς αίώνιους νόμους χής Τά-ξης μέ τΐς δικές χου, άναπόφευκχα λαθεμένες άνχιλήψεις, καΐ νά σύρει χήν κοινωνία σέ μιάν ίβυσσο.
Χρειάζεχαι ένα δδηγδ καΐ τί καλύτερο θά μποροθσε νά CuapSec άπ' χό νόμο ττ)ς άνάπχυξης, αύχήν άκριβώς τήν Γδια χή λογική τ?)ς άνθρωπόχηχας; Κραχώνχας χό νήμα χών ίδεών σχδ ένα χέρι χαΐ χ& ντ]μα χής ίσχορίας στδ άλλο, φανχάσχηκα πώς θά μποροϋσα νά είσ-χωρήσω ατό πιδ βαθύ νόημα χής κοινωνίας. θά γινόμουνα Ινας προ• φήτης δίχως νά πάψω νίμαι Ινας φίλόσοφος.
(1849) «Έξομολογήσεις ένδς 'Επαναστάτη», σελ. 173-4, 176-7.
Σχήν άνθρώπινη κοινωνία xi Ινσχικχο κι ή λογική πού 6ρί-σκονχαι έκεϊ χό έ"να παράλληλα μέ τ' άλλο, άνυψώνονχαι καΐ τ& δυό σχό πιό άνώχερο έπίπεδό τους. Ή Άνθρωπόχηχα κι ή θεότη-τα συνενώνονχαι, μέσα σχδ Εοινωνικό Σώμα, άλλλ πρώχα άπ' δλα εΐναι άνχαγων.στικές• 01 έκδηλώσας χοθΙ ένστίκτου άποχελοϋν χό θεϊκό τ) θεόσχαλχο κανόνο, ένώ οί έκδηλώσεος χής φιλοσοφίας άπο-χελοδν χδν κανόνα χής έλευθερίας. Οί θρησκεΐες, οί αύχοκραχορίες, ή ποίηση καΐ χ' άναμνησχικά μνημεϊα, δημιουργοθνται άπ' χδν κοι-νωνικό αύθορμηχισμό, χόν άναθεωρεΐ καί άναζωογονεΐ ή λογική.
'Αλλά στήν κ πνωνία, δπως καΐ σχό &τομο, ή λογική κι ή σκέ-ψη θριαμβεύουν πάντοτε πάνω σχδ ίνσχικχο καΐ χδν αύθορμηχισμδ. Αύχό είναι χδ χαρακτηριστικό γνώρισμα χοϋ εΓδους μας καΐ σ' αύχδ δφείλεται χό γεγονός δτι προοδεύουμε. Συνάγεχαι δχι ή Φύση μέ-οα μας φαίνεχο« νά ότησθοχωρεΐ, ένώ ή Λογική ίρχεχαι στδ προ-σκήνιο, ή, μέ δλλα λόγια, δ θεδς άποσύρεται κι ή Άνθρωπότητα προχωρεϊ.
(1849) «Έξομολογήσεις ένδς Έπαναστάτη», σελ. 182-3.
Τό Γδιο πράγμα μπορεΐ νά είπωθεΐ άναφορικά μέ τδν Ερωτα δπως καΐ γιά τήν έργασία, ίδιοκτησία, άντιχλλαγή κι δ,τιδήποτε ύπάρχει στήν κοινωνία. "Οταν δ δνθρωπος ξεπροβάλλει άπ' τή φυ-σική κατάσταση, τδτε εΓναι πού y8vvcixat ή άντίληψη τί)ς Δικαιο-σύνη; καΐ δημιουργείται ή πάλη. Αύτό άποδεικνύει άπλώς δτι ή φυ-
110
σική κατάσταση είνας για τόν faftptano μιά άφύσικη κατάσταση κι δλες ο\ &λλες διακηρύξεις τοθ Ζάν Ζάκ Ρου^σώ πάνω σ' αύτδ τδ θέμα είναι παράλογες. Παρόμοια, δταν δ άνθρωπος ξεπροβάλλει άπ' τή φυσική κατάσταση κι dp;^*i νά ζεΐ στήν κοινωνία, διαχωρί-ζεται άπ' τήν κλοπή, γομιμοποιεΐτοκ ή άνταλλαγή κι άπελευθερώνε-ται άπ' τήν κερδοσκοπία κι ή έργασία δργανώνεται γύρω άπ' τδν καταμερισμό καΐ τήν δμάδα.
(1858)
«Γιά τή Δικαιοσύνη μέσα στήν Έπανάσταθη καΐ τήν Έκκλησία»,
σελ. 16.
Μήν περιμένετε άπό μένα να σάς προσφέρω Ινα σύστημα. Τό σύστημά μου είναι ή Πρόοδος, δηλαδή, ή άνάγκη νά έργαζόμαστε συνεχώς γιά ν' άνακαλύψουμε τό δ,γνωστο ένώ τδ παρελθδν ϊχει έξαντληθεί... Τδν έπόμενο χρόνο, αύτή ή πλευρά τοθ Ιργον μας, πού εΓναι πώ σημαντική άπ' δποιαδήποτε δλλη, θ' άποκαλυφθεΐ μ' ενα τέτοιο χρόπο ώσχε νά συνχαράξει χδ μυαλό χών άνθρώπων. θα καχαλάβουν χόχε πώς ή έλεύθερη πίσχωση κι δλλες φόρμουλες είναι γιά μάς άπλώς χά πρώχα βήμαχα άπομάκρυνσης άπ' χό παρελθίν, πώς χδ μέλλον, σ' δλη χου χήν πληρόχηχα, παρα-μίνει σκοχεινό και πώς σχεδδν δέ θά μπορούσαμε νά κάνουμε χ£πο-χα περισσόχερο άπ' χό νά χδ φανχασχοθμε μέ χή μορφή ένδς περισ-σότερο ή λιγώχερο μυθικοϋ συμβόλου, χδ ύποϊο έμεΐς όνομάζουμε Άναρχία κι άλλοι Άδελφόχηχα.
Τόχε έπίσης θά ξεκαθαρισχεί ποιές αίρέσεις καί συαχήμαχα εΓ-ναι έντελώς άσήμανχες, γιαχΐ δ άληθινός έπανασχάχης έργάζεχαι μόνο σχαδιακά ν.αλ γιαχΐ χδ πεπρωμένο χοθ άνθρώπου άποχελεϊ 2να κενό χώρο, ενα χάσμα σχδ δρόμο χου. Μόνο χά παιδιά διασκεδάζουν μέ συστημαχικές προοπχικές. Ό άπλ6ς λαός είναι άκριβώς 2χσι, εΐ-ναι άνίκανος νά καχαλάβει δχι δ άνθρωπος, σάν χδν περιπλανώμε-νο Ίουδαΐο, πρέπει πάνχοχε νά προχωράει. Άναζηχάει χή γαλήνη σχδν Καμπέ, χδ Φουριέ κλπ. κάχω άπ' χή σκιά χών Κοινοχήχων κα'ί χών Ένώσεων. Οί άπλοΐ άνθρωποι, βπως κι οί άνχιδρασχικοί, έπι-Ουμοϋν κάχι χό δρισχικό. Άλλά, έπαναλαμβάνω, δέν ύπάρχει Χί'πο-
111
χα τδ δρισχικδ κι άν άκόμα ή ίστορία εΐναι ίχανή ν4 μ&ς διδάξει δ,τι-δήποχε γιά τήν καμπύλη πού αύτή τή σχιγμή περιγράφουμε, μο-λονχοΰτο παραμένουμε σχεδόν έντελώς άδαείς άναφορικά μέ τό με^ λον. Δέν μποροθμε νά δοθμε πέρα άπ' τήν άντίθεση πού μ&ς ύπο-δεοκνύει χδ παρόν.
Αύτή ή θεωρία xfjc Προόδου έχει άναπτυχτεϊ σέ βάθος κι άπο-κλείει κάθε άπόλυχη Ιννοια καΐ κάθε άποκαλούμενη καόορισχική ύ^όθεση. θά πρέπει ν' άποτελέσει, κατά τή γνώμη μου, τήν στα-θερή άλλ4 μολονχούτο εύμεχάβληχη βάση τοΰ μέλλοντος. θά προ-σχαχέψει χήν κοινωνία τόσο άπ' τή νωθρότηχα τοθ συντηρητισμοθ δσο κι ά~ό λαθεμενα έπαναστατικά έγχειρήματα.
(Δεκέμβρης 1851) C 4, σελ. 157-58.
Οί περισσότεροι μορφωμένοι δνθρωποι, καθώς έπίσης κι οί ά-δαείς, άντώαμβάνονχαι συνήθως τήν Πρόοδο σά νά σημαίνει κάτι ώφελιμιστικό κι ύλικό. Τή θεωροΰν, σά νά λέμε, πώς άποχελεϊ τή συσσώρευση τών άνακαλύψεων, χδ πολλαπλασιασμό χών μηχα-νών, χήν ώθηση στή γε\*κή εύημερίχ, σχήν καλύτερη περίπτωση, χή διάδθ3η χής έκπαίδεικτης καΐ βελχίωση τών με&όδων της• Κον-τολογής, άντιπροσωπεύει αβξηση τοϋ ύλικοΰ κι ήθικοθ πλούτου καΐ τή δυναχόχητα νά μοιραστεΐ τΐς άπολαύσεις τοθ πλούτου καΐ τοϋ πνεύμαχος £νας δλοένα αύξανόμενος άριθμδς άνθρώπων. Φυσικά κι αύχδ εΐναι Πρόοδος κι ή ψιλοσοφία χής Προόδου θδχαν πιό δκαρπη καί πολΰ κονχόθωρη άν δρχιζε τούς διαλλογισμούς χης παραβλέ-πονχας τή φυσική, ήθική κ α i πνευματική βελτίωση της π t 6 φτωχης καΐ πιό πο-λυάριθ ης τάξης, δπως άναφέρει ή φράση τοθ Σαίν Σιμδν. 'Λλλά δλα αύτα τά πράγμαχατδέν άποτελοθν παρά μόνο μιά π&λύ περιορι^μένη Ικφραση χής Προόδου" μιά εΕκόνα, Ινα σύμδολο ή μποροϋμε να ποΰμε §να προϊόν. Φιλοσοφικά, μιά τέτοια άντίλη-ψη χής Προόδου είναι άχρησχη.
Ή Πρόοδος, έπαναλαμβάνω, εϊναι |ui έπιβεβαίωση τί)ς παγ-κόσμοας κίνησης καί κατά συνέπεια άποτελεΐ τήν δρνηση κάθε μορ-φής καΐ φδρμουλας πού ?χει άναλλοίωτο χαρακτήρα, κάθε δόγμα-
112
τος, αίωνώτητας, άκινησίας καΐ τελειότητας κλπ. πού Ισχύει γι4 δποιοδήποτε δν μέ δποιοδήποτε τρδπο. Άπορρίπτει τή μονιμδτητα κάθε τάξης, συμπεριλαμβανομένης κι έκείνης τοθ Γδιου τοθ κόσμου και τδν άμετάβλητο χαρακτήρα δποιουδήποτε ύποκειμένου ή άντι-κειμένου, εϊτε εΐναι έμπειρικδ εΓτε ύπερβατικό.
Τδ Άπόλυτο ή ή θεωρία περί τοϋ άπολύτου, άντίθετα, έπιβε-βαιώνει δλα δσα άρνιέται ή Πρόοδος κι άρνιέται δλα δσα έπιβε-βαιώνει ή Πρόοδος. ΕΙναι ή ίρευνα, στή φύση, τήν κοινωνία, τή θρησκεία, τήν πολιτική, τήν ήθική κλπ. γιά τήν άνεύρεση τοϋ αί-ώνιου, τοθ άναλλοίωτου, τοθ τέλειου, τοθ - δρκηικοθ, τοθ άμετάβλη-του, τοθ άδιαίρετου. Elvat, γιά νά δανειστώ £ναν δρο πού ϊχει γίνει πολύ γνωοτδς στΐς κοινοβουλευτικές συζητήσεις, σ' δλα τ& πράγμα-τα καΐ παντοθ, τό STATUS QUO...
Άπδ αυτούς τούς διφορούμενους κι άντιφατικούς δρισμούς τής Προδδου καΐ τοΰ Άπολύτου, μποροΰμε άρχικά νά βγάλουμε σ4 ^μπέρασμα μιά, πρόταση, πού φαίνεται μάλλον παράξενη στδ μυα-λό μας, ή δποία τόσο πολΰ καιρδ ύπί)ρξε προσκολλημένη στή θεω-ρία περΐ Άπολύτου. Αύτή ίγκειται στό δτι τδ πραγματικό, τδ Αλη-θινό, τδ θετικό καΐ τδ πρακτικδ σ* δλα τ4 πράγματα, είναι έκεΐνο ποΰ άλλάζει, ί) τουλάχιστον έκεΐνο πού έπιδέχεται τήν πρόοδο, τή συνδιχλλαγή καΐ τή μ£ταμ6ρφα στ;, ένω'έκεΐνο πού εΐνοκ ψεύτικο, φα-νταστικά, άδύνατο κι άφηρημένο έμφανίζεται σάν πάγιο, δλοκλη-ρωμένο, πληρες, άμετάβλητο, τέλειο, δίχως ν4 έπιδέχεται τροπο-ποίηση, μετασχηματισμδ, αδξηση ή μείωση κι άντιστέκεται έπομέ-νως σέ δποιοδήποχε μεγαλύτερο συνδυασμό ί) σύνθεση.
(1853) «Ή ΦΛοσοφία τής Προδδου», σελ. 49-50.
113
Ό είρωνικός Προυντόν
Αύτδ πού λείπει άπ' τή γενιά μας δέν είναι ενας Μιραμπώ, I-νας Ροβεσπιέρος τ) ενας Βοναπάρχης, άλλά Ινας Βολταϊρος. Είμαστε άνίχανο; νά έχτιμήσουμε ό,τιδήποτε, άμερόληπτα. ή μεροληπτιχά. "Εχουμε γίνει σκλάβοι τών γνωμών καθώς έπίσης χαί τών συμ-φερόντων μας. Σάν άποτέλεσμα τοθ 8τι παίρνουμε τόν έαυτό μας στα σοβαρά, εΐναι δτι γινόμαστε ήλίθιοι. Ή αύξανόμενη έλευθερία της σχέψης άποτελεΐ τδν πιό πολύχιμο χαρπό τί)ς έπιστημονιχής γνώσης, άλλά έμεΐς μετατρέπουμε αύτή τή γνώση σέ σχολαστιχό-τψα' άντί ν' άπελευθερώνει τδ μι χλό μας τδ άπονεκρώνει. "Εχου-με τόσο πολύ άπορροφηθεϊ μέ τΐς άγάπες xal τ& μίση μας πού δέ γελ&με πιά μέ τούς άλλους παρά μέ τδν έαυτό μας. Χάνοντας τήν εύστροφία μας, χάσαμε χαί τήν έλευθερία μας.
Ή έλευθερία δημιουργεϊ ό,τιδήποτε ύπάρχει στδν χόσμο. Έ-παναλαμβάνω, δ,τιδήποτε' άχόμα χαί χεΐνα τά πράγματα πού σή-μερα χαταστρέφει: τή θρησχεία, τήν χυβέρνηση, τούς εΰγενεϊς, τήν Ιδιοχτησ(α.
Σάν τήν άδελφή της, τή Λογιχή, ή δποία δέ δημιούργησε νω-ρίτερα ενα σύστημα, άπ' δ,τι άρχίζει ν& πλαταίνει τήν δπτιχή της xal ν4 τήν άνοιχοδομεί, ή Έλευθερία προσπαθεΐ συνεχώς ν' άλλά-ξει τά προηγούμενα δημιουργήματά της. Προσπαθεϊ ν' άπαλλαγεΐ άπ' τΐς μορφές πού Ιχει υίοθετήσει xal ν' άναχαλύψει νέες xt ϊπει-τα ν' άπελευθερωθεΐ άπ' αύτές δπως άχριβώς xal προηγούμενα, ά-τενίζοντάς τες μέ άντιπάθεια σά v&vac άξιοχαταφρόνητες, ώς δτου ν& τΐς άντιχαταστήσει μέ χάτι νέο.
115
Ή Έλευθερία, βπως κι ή Λογική, μπορεΐ ν4 ύπάρξει χαΐ νά-ναι φανερή, μόνο διαμέσου τήί συνεχοϋς άπόρριψης τών δημισυργη-μίτων της. Χάνεται μ^λις άρχίσει ν4 θαυμάζει τόν έαυτό της. Νϊ γιατΐ ή είρωνεία ύπΐ)ρξε παντοτε τό σημάδι τοθ φώοσοφικοθ καΐ" φιλελεύθερου πνεύματ^, ή βφραγίδα τί)ς άνθρώπινης εύφυίας χαΐ τό άκαταμάχητο δργανο τΐ)ς προόδου. Οί στατικοΐ ανθρωπα, εΐναι δλοι σεμνοΐ ανθρωποι. Ό άπλδς ανθρωπος που γελάει βρΐσκετάι χίλιες φορές κοντύτερα στή λογική καΐ τήν έλευθερία άπ' δ,τι δ ά-σκητής πού προσεύχεται, ή δ φιλόσοφος πού σπαταλάει τό χρόνο του σέ συζητήσεις.
Είρωνεία, σύ εΐσαι ή πραγματική έλευθερία! Μέ προφυλασ-σεις άπ' τΐς φιλοδοξίες γιά, τήν άπόκτηση έξουσ(ας, άπ' τδ νδμαι σκλάβος τών κομμάτων, άπ' τή σχολαστικότητα στήν έπιστήμη, άπ' τδ ν4 θαυμάζω τδ σπουδαΐο, άπ' τ4 μπλεξίμαχα τί)ς πολιτικής, άπ' τδ φανατισμδ τών μεταρρυθμισχών, άπ' τΐς προλήψεις.αύχοθ τρθ ά-χανοθς κόσμου κι άπ' τδ ναρκισισμό. Έμφανίστηκες πδ παρελθδν σχό Σοφό βασιλέα δχαν φώναξε, μπροστά σ' δλο τό λαό πού τό θεω-ροΰσε σάν ήμίθεο, «Μαχαιότης Ματαιοτήτων». "Ησουνα τό οΐκείο πνεθαα χοθ Φιλοσόφου, δταν μ' ϊνα κτύπημα ξεσκέπασε χό δσγμα-τικό, τό σοφισχή, χόν ύποκριτή, τόν άθεϊστή, τά φιλήδονο xal τόν κυνικό. "Ησουνα ή παρηγορι4 τοδ Μόνου ένάρετου δταν, καθώς ξεψυχοϋσε, προσευχήθηκε πάνω σχό Σχαυρδ γι4 τούς δημίους του, λέγονχας, «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, γιατΐ δέν ξέρουν t£ κάνουν».
Γλυκεια είρωνεία,! Μόνο σύ είσαι καθαρή, άδιάφθορη καΐ νηφάλια.
Προσθέτεις χάρη στήν δμορφιά καΐ δυναμώνεις τήν άγάπη. Έμπνέεις xb Ιλεος δι4 μέοου τής έπιείκειας xal απαλάσσεις κά-ποιον άπό τήν έγκλημαχική προκατάληψη. Διδάσκεις στΐς γυναΐ-κες τή σεμνότητα, στούς πολεμισχές τήν τόλμη καΐ στούζ πολιτικούς χή σύνεση. Μέ χό χαμόγελό σευ άποτρέπεις χή διχόνοια καΐ τδν έμφύλιο πόλεμο. Ερηνεύεις τ* άδέλφια καΐ θεραπεύεις τδ φανατικό καί τόν αΐρετικό. ΕΙσαι b κυρίαρχος τί)ς άλήθειας, δ προστάτης της Μεγαλοφυίας κι είσαι, *Ω θεά, ή Γδια ή Άρετή.
"Ελα, *Ω Κυρίαρχε, ρίξε μ(4 άκτίνα in τδ φώς σοο πάνω
116
στούς συμπολίτες μου. Πυρπόλησε τήν καρδιλ τους μέ μι4 σπίθα άπ* τδ πνεθμα oeu, Ετσι ώσιε ν4 μπορέοουν πιθανδν ν4 συνδιαλλαγαΰν δ-Λμέσου ττ)ς έξομολάγησής μου xt frcoi ώστε ή έπανάσταση, πού el-vat άναπόφευκτη, ν4 μπορέσει πcθavδv ν4 διαδραματιστεί μέσα σέ γαλήνη xal χαρά.
(1849) «Έξομολογήσεις ένδς Έπαναστάτη», σελ. 341-2.
J17
Σημειώσεις
1) Αύτδς δ ίσχυρισμδς δέν πρέπει νά προκαλέσει πανικδ, 8ο-σμένης τής διάκρισης πού ϊχω κάνει άνάμεσα στόν ήθικο ν ό μ ο καΐ τό θρησκευτικδ σύμβολο. Ό προηγούμενος «Ιν*ι αίώ-νιος κι άπόλυτος, ένώ τό τελευταΐο μεταβλητδ καΐ προσωρινό, I-χοντας σά μονο^κό του σκοπό νά προσφέρει στήν ήθική ένα προσω-ρινδ στήριγμα καΐ μιά έπικύρωση. Ή νεα έπκπήμη Θ4 πρέπει τώ-ρα ν' άντικαταστήσει τή θρησκεία δλοκληρωτικά καΐ νά τό κάνει καλύτερα άπ' δ,π οί προηγούμενές της• Μίνο μ' οώτή τήν ιτροθπό-θείϊη, θάναι σ οστά τά συμπεράσματα στ4 δποϊα πρδκειται νά κατα-ληξω. Έπομένως, έμψυχώστε τούς φοδισμένους. Παός τελοαπάντων σήμερα θά. τολμοθσε vi έπιτεθεΐ στόν ήθικό νόμο, άλλά καΐ ποιός, άπ' τήν &λλη μεριά, άνησυχεϊ γιλ τ4 σύμβολα; Μήπως οί γονεΐς στέλνουντά παιδιά τους στά κατηχητικλ γιά vi μάθουν οώτά vi θεολογοθν ή μήπως γιά νά μάθουν μίλλον τΐς άρχές τΐ)ς προσω-πικής άκεραιότητας καΐ τών καλών τρόπων; Αότή εΐναι ή ούσία τοϋ θίματος.
(Σημείωση τοθ Προυντόν).
2) Ό Καμπέ δνόμασε τή σοσιαλιστική του ούτοπία Ίκοφία. λί•.4 δμάδα όπαδών tou μπαρκάρησε γι4 τΐς Ένωμένες Πολιτεΐες, γι4 νά ίδρύσει μιά Ίκαριανή άποικία. *0 Καμπέ ένώθηχε μαζί τους στ4 1851, στδ Ναβού τοθ ΊλλινόΓς. Άρχιχά ή άποικία εύημεροθσε, άλλά έμφανίστηκαν διαφωνίες XL ό Καμπέ, άναχαλύπτοντας πώς άμφισβητοΰνταν ή έξουσία του, άναγχάστηχε vi φύγει παίρνοντας μαζί του 200 άπό τούς όπαδούς τοι . Ό Καμπέ πέθανε λίγο μετά τήν έπιστροφή του στή Γαλ^ία.
118
3) Ό Άββάς Πλακέ (1716-90) ίγινε καθηγητής στδ Γαλλικό Κολλέγιο, στήν έποχή τοθ Λοοδοβίκου 16ου κι έξέδωσε μι4 ,Φιλοσοφική καΐ Πολιτική Πραγματεία πάνω στήν Πολυτέλεια, στά 1786. Ό Πλακέ ύποστήριζε μι4 ζωή σύμφωνη μέ τή «φύση», Ό ίδιοκτήτης πρέπεο vi βασίζεται στδν έαυτό του. Αύτδ άποτελεΐ Ινα έπιχείρημα 6πέρ τοΰ περιορισμοθ μαλλον, παρά τής κατάργη-σης τής Ιδιοκτησίας.
4) Τό πραξικόπημα τής 2ης τοθ Δεκέμβρη, έφερε στήν έξου-atoc τ6 Ναπολέοντα τόν Γ'. Τό πραξικόπημα τί)ς 18ης Μπρυμαίρ, 1799, ϊφερε στήν έξουσία τδ Ναπολέοντα τδν Α'.
5) Ό πατέρας τοθ Πασκαλ άνακάλυψε δτι δ γυιός του, δταν δ τελευταϊος ήταν δώδεκα χρονών, προσπαθοΰσε ν' άποδείξει Ινα γεωμετρικδ θεώρημα, όνομάζοντας τούς κύκλους «σφαΐρες» καΐ τΐς εύθεΐες γραμμές «ράβδους», ένώ ώς τότε δέν ε!χε ποτέ διδαχτεΐ μαθημΑτικά.
6) Ό Ε. Ρόσσι (1787-1848) ήταν Ινας Ίταλδς οίκονομολό-γος δ δποΐος δκχδέχτηκε τδν Τ. Β. Σέΐ', σαν καθηγητής στδ Γ α λ-λικδ Κολλέγιο, oxk 1833. Ό Προυντδν συγκλονίστηκβ δπως κι δλλοι σοσιαλιστές ττ)ς έποχ^ς του, άπ' τό συμπέρασμα τϊ)ς κλοοσσικης πολιτικής οίκονομίας δτι δ πλοΰτος βασίζονταν πάνω στή φτώχεια. "Etst δ Hpoi v"6y άαχολήθηκε μέ τδν τρδπο πού θ& μπο-ροθσε να συμβιβαστεΐ ή πολιτική οίκονομία μέ τή δικαιοσύνη. Ό Ρδσσι ύποστήριξε, στά τμήματα δπου δίδασκε, δτι τ& συμπεράσμα-τα τής πολιτικης οίκονομίας δταν έφαρμοστοΰν στήν κοινωνία, χρει-άζεται να συμπληριοθοθν μέ πολιπκές κι ήθικές μελέτες.
7) Έδώ, καθώς καΐ σ' δλλα σημεία, δ Προυντδν χρησιμοποι-εΐ τδν δρο Ε C 0 Ν 0 Μ I Ε SOCIALB, κοινωνική ol-κονομία, σέ άντίθεση μέτήν ECONOMIE POLITI-Q U Ε , πολιτική οίκονομία. Μ' αύτδν χδν δρο, δ Προυντδν έν-νοοθσε μιά νέα έπιστήμη της οΐκονομίας τής κοινωνίας, πού θ&ναι διαφορετική άπ' τό φιλελεύθερο καπιταλισμό (LAISSEZ FAI-
Π9
RE) καΐ 9i βασίζεχαι πάνω στή διχαιοσύνη χαΐ xi δικαιώμαχα χοΰ άχόμου. Μια πιθανή μεχάφραση θίταν «σοσιαλισχική οίκονο-μία», £ν έξαιρέσουμε τό γεγονδς δχι δ Προυνχδν ύποστηρίζει έδώ πώς δ σοσιαλισμδς άποτελεϊ μόνον Ινα σχάδιο, τήν άντίθεση τοθ καπιχαλισμοΰ, τής όποίας ή χελική σύνθεση εΐνοκ δ «μουχοοελι-σμός», δηλαδή, μιά, κανωνία πού σχηρίζεται πάνω σχΐς άρχές χτ)ς συνένωσης καί χής Γσης άνχαλλαγής.
8) Τό καχαναλωχικό δάνειο εΐναι μι& συμφωνία δυνάμει χής δποίας ενα πρόσωπο παραδίδει o1 Ινα δλλο μι& δρισμένη ποσδτητα πραγμάχων, πού πρόχεΐ'» νά καχανχλω&οϋν, μέ ύποχρέωση τοθ δα-νειζόμενου, νά έπισχρέψει ένα ίσο άριθμδ πραγμάχων τοϋ Γδιου εΓ-δους καί ποιόχηχας.
9) Ό Προυνχόν άναφέρεχαι σχό Aout Μπλάν καΐ τήν Έπι-χροπή τοϋ Λουξεμβούργου, ποΰ γιά. Ινα μικρδ χρσν.κδ διάστημα ί-δρυσαν έθν.κα έργοσχάσια για χούς δνεργους Παριζιάνους. Λίγο μεχά τήν άποχυχία χής Έπιχρ&πής, δ Μπλάν ύπεράσπισε χδν έαυ-,χό χου άπένανχι σχοϋς έπικριχές xou (συμπεριλαβανόμενου καΐ χοΰ Προυνχίν), ύττοτυηρίζονχας oxt δέν είχε ποχέ χήν πρόθεση νά λει-χουργήσουν χα σύνεχαιριοχικά, χου έργοσχάσια χάχω άπ' χδν Ιλεγχο χοΰ Κράχους, παρά μόνο νά δεχχεΐ βoήθεcα γι& νά χά ξεκινήσει.
10) Μιά έπίθεση ένάνχια σχΐς ούχοπικές Ιδέες χών συνχρόφων χου σοσιαλισχών, ίδιαίχερα χών Φουριερισχών καΐ πιθανόν τοθ Αουί Μπλάν καΐ χής Έ-οχροπής χοΰ Λουξεμβούργου.
11) Ό Προυνχον τ:ροσπάθησε πραγμαχικα ν& δημιουργήσει Ινα έλεύθερ3 π'.σχωτικδ σύσχημα, μεχ& χή Φεβρουαρια/ή έπανά-σχαση χοϋ 1848. Τό Γΐνάρη χοϋ 1849, καχαχώρησε έπίσημα τήν Ίδρυχική πράξη έκείνου πού δνόμασε Λαϊκή Τράπεζα. "Ομως δέν καχορθώθηκε ποχέ να συγκενχρωθεΐ χδ κεφάλαιο χών 50.000 φράγγων, ποΰ δ Προυνχδν εΓχε άποφασίσει δχι χρειαζόχαν γιά νά κτζορϊτει. να λειχουργήσει ν.ι Ιχσι ή Τράπεζα ϋκλεισε λίγους μήνες μεχά χήν Γδρυσή χης. Πρωχοΰ άναγκασχεϊ νά κλείσει ή Τρά-πεζα, h άριθμδς χών άχόμων πού είχαν προσχωρήσε: σ' αύχή, άνερ-χόχαν σχίς 27.000, έργαχικά σωμαχεΐα κυρίως κι άνεξάρχητοι τε-χνίχες.
12) Ό Προσπέρ Ένφανχέν, εΐχε καθοδηγήσει χούς όπαδούς χοθ Σαίν Σιμόν, μεχά χό θάνατο χοΰ «Διδασκάλου» χους, ν& Ιδρύ-οουν μιά ίεραρχιχή Έκκλησ£α.
120

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου