Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Μιχαήλ Μπακούνιν - Θεός και κράτος (ολόκληρο το βιβλίο)

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Εκδόσεις Κατσάνος

Παρουσίαση

Στο βιβλίο αντό περιλαμβάνονται όυο κείμενα. To ηρώτο, είναι μια ανάλυση της ζωής και τον έργου του Μιχαήλ Μπακοννιν από τον καναόό αναρχικό Τζορτζ Γούντκοκ. To όεύτερο, είναι το έργο του Μπακούνιν Θεός και κράτος.

Ο ποιητής, όημοσιογράφος και εκόότης Τζορτζ Γονντκοκ έζησε μέχρι τα 1949 στην Αγγλία. όπον αφενός η γνωριμία τον με την ΜαρίΛουίζΜπερνέρι (κόρη του Καμίλο Μπερνέρι) και αφετέρον ο φι-λειρηνισμός του, τον οόήγησαν φυοΊκότατα στον αναρχιομό. Από τα 1949 και μετά ζει στον Καναόά και έχει γράψει πολλά έργα για τον αναρχιομό και τους αναρχικούς. Από το mo βασικό του έργο, έχουμε πάρει και το κε'ιμενο που ακολουδεί και αναφέρεται στον Μιχαήλ Μπακοννιν. Η μετάφραοη έγινε από το αγγλικό πρωτότυπο.

'Οσο για το έργο του Μηακοννιν Θεός και κράτος, η μετάφρασή του έγινε από τη γαλλική έκδοση πον επιμελήδηκε ο Μαξ Νετλάου.

Μερικές οημειώσεις που κρίδηκαν απαραίτητες βρίσκονται στο τέλος τον βιβλίου.

Μάρτης 1985

Μιχαήλ Μπακούνιν-Η ορμή της χαταστροφτ\ς

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν ήταν αυτός που, περισσότε-ρο απ' όλους τους άλλους αναρχικούς, έζησε σαν αναρχικός και του αξΐζει ο τ'ιτλος του αναρχικού. Στους Γκόντγσυιν, Στίρνερ και Προυντόν(Ι) φαίνεται πάντα να υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα οτις λογικές ή γεμάτες πάϋος ακράιες σκέψεις τους και στις πραγμα-τικότητες της καθημερινής ζωής. Αυτοΐ οι άνθρωποι που γεννούσαν τον τρόμο στους συγκαιρινούς τους, μπορεί να βγαΐναν απ' τα σπουδαστήριά τους και να μεταμορφώνονταν στον σχολαστικό πρώην παπά, στον καθηγητή του παρϋεναγωγείου με το πλατύ μέτωπο και στον πρώην χειροτεχνη - ταν περήφανο για την ποιότητα της εκτυπωτικής του δουλειάς - που γίνεται πρότυπο οικογενειάρχη. Μ' αυτό δε θέλω να πω ότι οποιοσδήποτε οσι' συτούς ήταν Οεμελιακά ασυνεπής-τόσο ο Γκόντγουιν όσο και ο Προυντόν έδειξαν παραδειγματικό Οάρρος στη σύγκρουσή τους με την εξουσΐα όταν η συνείδησή τους τους επέβαλε κάτι τέτοιο, αλλά η ορμή τους για ξεσηκωμό φαινόταν να καλύπτεται σχεδόν τελείως από τη συγγραφική τους δραστηριότητα, και, στη δράση τους, η περιφρόνησή ταυς για τη συμβατική συμπεριφορά σπάνια εκδηλω-νόταν με τρόπο πιο έντονο από μια κάποια εκκεντρι-κότητα.

Ο Μπακούνιν, απ' την άλλη μεριά, ήταν κάτι παραηάνω από εκκεντρικός, ένας επαναστάτης που σχεδόν σε κάθε του πράξη φαινόταν να εκφράζει τις πιο δυναμικές πλευρές της αναρχϊας. ' Ηταν ο πρώτος από μια ολόκληρη σειρά αριστοκρατών που υποστήρι-ξαν την υπόθεση του αναρχισμού, και δεν έχασε ποτέ μια κληρονομημένη χάρη στους τρόπους που την συνδύαζε με τη χαρακτηριστική ρωσική διαχυτικότητα

—7—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

και καλοσύνη καθώς και με μιαν ενστικτώδη περιφρό-νηση για όλες τις αστικές συμβατικότητες. Σωματικά, ήτανε γιγαντόσωμος και η εξαιρετική ατημελησιά του μπορούσε να εντυπωσιάσει ένα ακροατήριο πριν ακόμα αρχΐσει να κερδΐζει τη συμπάθειά του με την πειθώ και την ευγλωττία. 'Ολες του οι ορέξεις - με εξαίρεση τη σεξουαλική - ήταν υπερβολικές· συζητού-σε νύχτες ολόκληρες, διάβαζε πάρα πολΰ, έπινε κονιάκ σα να 'ταν κρασί, κάπνισε 1600 πούρα σ' ένα μόνο μήνα που έκανε φυλακισμένος στη Σαξονία κι έτρωγε με τόοη βουλημία ώστε ένας πονόψυχος αυστριακός δεσμοφύλακας ένιωσε την υποχρέωση να του χορηγεί διπλές μερίδες. Δεν είχε απολύτως καμία αΐσθηση της ιδιοκτησίας ή της οικονομικής εξασφάλισης· μια ολό-κληρη ζωή την πέρασε με δωρεές και με δάνεια από φίλους και θαυμαστές, έδινε χρήματα με την ιδια γενναιοδωρία που τα ' παιρνε και κυριολεκτικά δε σκεφτότανε διόλου το αΰριο. ' Ηταν έξυπνος, μαψ(χα-μένος κι ωστόσο αφελής- αυθόρμητος, ευγενικος κι ωστόσο πονηρός· πιστός όσο γίνεται περισσότερο κι ωστόσο απερίσκεπτος, που έβαζε διαρκώς τους φίλους του σε άσκοπους κινδύνους. Επαναστάτης και συνω-μότης, οργανωτής και προπαγανδιστής, ήτσν παίγνιο του επαναστατικού ενθουσιασμού. Μπορούσε να με-ταδώσει, χωρίς καθόλου να επιβάλει, τα ιδανικά του σ' άλλους ανθρώπους και να τους οδηγήσει, με τη θέλησή τους, στη δρόση στα οδοφράγματα ή στις αίθουσες διαλέξεων.

Κι όμως, ήταν φορές που όλη αυτή η πληθωρική και ακάμστη δραστηριότητά του έπαιρνε τη μορφή του παιχνιδιού ενός μεγάλου παιδιού, και άλλες φορές που οι ακραίες πράξεις και τα ακραία λόγια του δημιουρ-γούσαν σκηνές χα,ϋαρής, κωμωδίας που έκαναν τον Μπακούνιν να φαίνεται σαν καρικατούρα και όχι σαν υπόδειγμα αναρχικού. Τον βλέπεις να παρελαύνει στους δρόμους μιας ελβετικής πόλης μεταμφιεσμένος, χωρίς να πείθει κανέναν, σε αγγλικανό παπά- να οτέλνει με το ταχυδρομείο γράμματα γραμμένα σε κώδικα, και να στέλνει τον κώδικα με το ίδιο γράμμα-

—8—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

να κάνει πανέξυπνες μπλόφες σε τυχαίες γνωριμϊες και να μιλά για πελώριες και ολότελα φανταστικές μυστι-κές στρατιές που είχε στη διάϋεσή του. Είναι πάντα δύσκολο να αναιρέσεις τα όσα ειρωνικά λόγια γράφει ο Ε. X. Καρ στη μοναδική βιογραφία του Μπακούνιν που γράφτηκε στα εγγλέζικα.

Κι όμως, ο Μπακούνιν εξακολουϋεί να είναι πολύ σπουδαία μορφή και δεν μπορούμε νατον ξεγράψουμε θεωρώντας τον απλώς εκκεντρικό. Αν ήταν τρελός, ήταν κάποιος σαν τους τρελούς του Μπλέικ που με την επίμονη προσκόλληση στην τρέλα τους φτάνουν στη σοφία, και το ηθικό του ανάατττ\μα ήταν πολύ μεγάλο -και ταίριαζε πολύ καλά με τον καιρό του -, γιατούτο κι έγινε ένας από τους ανθρώπους που άσκησαν τεράσηα επιρροή τόσο γενικά στην επαναοτατική παράδοση όσο και ειδικά στην ιστορία του αναρχισμού. Κι αυτό το πέτυχε τόσο με τις αποτυχίες του - που ήταν πολλές - όσο και με τις ϋριαμβευτικές επιτυχιες του.

Απέτυχε, πρώτα πρώτα, εκεί που οι περισσότεροι μεγ,άλοι αναρχικοί πέτυχαν - απέτυχε σαν συγγραφέας. Μολονότι γέμιζε με μόχθο άφθονα χαρτιά, δεν άφησε ούτε ένα ολοκληρωμένο έργο που να μεταδιδει στους μεταγενέστερους τις ιδέες του. Όπως εκμυστηρεύτη-κε μια φορά στον Χέρτζεν, δεν μπορούσε να δομήσει ένα έργο και δεν ήταν καθόλου υπομονετικός- σε ο,τιδήποτε έγραφε, έχανε σύντομα τον αρχικό του προσανατολισμό και (τυνήθως το άφηνε στη μέση. Ύα καλύτερα κείμενά του είναι μικρά κομμάτια που γράφηκαν για εξαιρετικές περιστάσεις κι έχουν όλες τις αδυνοίμίες της επικαιρικής γραφής. Ούτε και οι ιδέες που συναντάμε στα γραπτά του είναι πολύ πρωτότυ-πες, εκτός από τα κειμενα όπου μιλάει για την οργάνωση των επαναστάσεων αλλιώς, λέει λίγα μόνο που δεν τα 'χει πάρει, κατά κάποιον τρόπο, από τον Χέγκελ ή τον Μαρξ κι από τον Κοντ ή τον Προυντόν.

Αυτοί που τον θαυμάζό*υν, παραδέχονται την αδυναμία των ϋεωρητικών του έργων, συνήθως όμως θεωρούν ότι αντισταθμίζεται από την πραγματικά μεγάλη σημασία που εΐχε ο Μπακούνιν σαν άνθρωπος

_9_

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

της δράσης. Κι όμως, ακόμα και οι πράξεις του, όσο κι αν ειναι εντυπωσιακές, φαΐνονται πολύ συχνά ιδιαίτερα αναποτελεσματικές. Μπλέχτηκε σε περισσότερες α-νώφελες πλεκτάνες κι έθρεψε τις περισσότερες φρού-δες ελπϊδες απ' όλους τους άλλους επαναστάτες, σε μιαν εποχή που προσφερόταν ιδιαΐτερα για τέτοια πράγματα. ' Εφτασε πάρα πολύ αργά και δεν πρόλαβε την ενεργητική φάση της μοναδικής επιτυχημένης εξέγερσης της ζωής του, της Επανάστασης του Φλεβά-ρη του 1848 στο Παρ'ισι- ot άλλες πέντε εξεγέρσεις όπου έλαβε μέρος, σαν ηγετική μορφή κι έγιναν ο' ολόκληρη την Ευρώπη, ήτανε όλες εϊτε ηρωικές καταστροφικές αποτυχίες είτε κωμικά φιάσκο. Οι μυστικές εταιρϊες που του άρεζε να ιδρύει, ήτανε ειτε θνησιγενείς είτε διαλύονταν σύντομα εξαιτίας εσωτερι-κών συγκρούσεων. Κι έπειτα απ' όλα αυτά, πέθανε μονάχος, έξω από τους αγώνες στους οποίους είχε αφιερώσει τη ζωή του κι εγκαταλειμμένος άη' τους αναρχικους υποστηριχτές του.

Σαν αντιστάθμισμα, όμως, για τις αδυναμίες του, ο Μπακούνιν είχε τις αρετές της αφοσίωσης στο ιδανικό του και της διορατικότητας, που σ' αυτές οφειλονται τα κατορϋώματά του. Είδε, πιο -καΰαρά κι από τον Προυντόν ακόμα, ότι στη δεκαετία του 1860 ειχε φτάσει ο καιρός που οι θεωρίες των αναρχικών ϋα μπορούσσν να χρησιμοποιηθούν σαν μέσα για να δοθεί ενεργητική έκφραση στη δυσαρέσκεια των εργατών και των αγροτών των λατινικών χωρών. Αυτό που κατάλαβε, τον οδήγησε να ενταχτεί στην Πρώτη Διεθνή, κι εκεί διέκρινε ξεκάϋαρα τις εξουσιαστικές τάσεις του μαρξιστικού σοσιαλισμού. Οι ασυμφιλίωτες διαφορές ανάμεαα στην ελευθεριακή και στην εξου-σιαστική αντϊλη\|Λΐ για το σοσιαλισμό, ανα7ττύχτηκαν μεσα στη Διεθνή, στη διάρκεια της διαμάχης του Μπακούνιν με τον Μαρξ' στη σύγκρουση αυτή, η ομάδα που είχε για αρχηγό της τον Μπακούνιν πήρε σιγά σιγά μορφή και έγινε ο πυρήνας του ιστορικού αναρχικού κινήματος. Τα χρόνια της σύνδεσής του με τη Διεβνή, ήταν για τον Μπακούνιν τα χρόνια στα

— 10—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑ ΤΟΣ

οποϊα οφείλει τη μεγάλη και διαρκή σπουδαιότητά του· αν δεν ήταν αυτά, 0α 'ταν απλώς ο πιο φανταχτερός από μια χούφτα εκκεντρικών επαναστατών που συρ-ρέανε στα κέντρα των εξόριστων της Ελβετίας και της Αγγλίας κατά τις δεκαετίες γύρω στα μέσα τσυ 19ου αιώνα.

Όπως και τόσοι άλλοι αναρχικοί, ο Μπακούνιν ήταν από καταγωγή κι από ανατροφή άνθρωπος της υπαίθρου. Γεννήίθηκε στα 1914 σ' ένα κτήμα στο Πρεμαυκίνο της επαρχιας του Τβερ της Ροοσϊας, και ο πατέρας του Αλέξανδρος Μπακούνιν ήταν ένας μετρη-μένος φιλελεύθερος της σχολής του 18ου αιώνα, ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα γράμμοαα και ερασιτέχνης ποιητής· βρισκόταν στο Παρίσι στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και είχε πάρει διδακτορικό φιλοσοφΐας στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Η γυναί-κα του Βαρβάρα ονήκε στην οικογένεια Μουράβιεφ που είχε μεγά>Λ κύρος στη Ρωοια- τρία ξαδέρφια της, που ο Μπακούνιν τα γ\·ώρισε όταν ήταν μικρός, έλαβαν μέρος στην πρώτη από τις επαναστάσεις που γίνανε στη Ρωσία, στη συνωμοσία των Δεκεμβριστών υποστη-ριχτών του συντόγματος, οτα 1825. Η ο:κογένεια ήταν πολυμελής' τα δέκα παώιά ήταν πολύ δεμένα μεταξύ τους κι είχαν μεγάλη συναισθηματική επαφή, κι έτσι στα χρόνια της εξορΐας του ο Μπακούνιν έβλεπε πισω, τα ευτυχισμένα ηαιδικά του χρόνια, με μια ρομαντική νοσταλγία την οποία συναντάμε πολύ συχνά στα απομνημονεύματα των ρώσων αριστοκρατών που γεν-νήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα.

Η ζωή στο Πρεμουκίνο ήταν σχεδόν σπαρτιατικά λιτή, επειδή όμως ο Αλέξανδρος Μπακούνιν ήταν μαθητής του Ρουσό φρόντιζε πολύ γιατη μόρφωση των παιδιών του· στα παιδικά του χρόνια, ο Μιχαήλ Μπακούνιν έμαθε τις γλώσσες που έμελλε αργότερα να του φανούν τοσο χρήσιμες όταν εγινε διεθνιστής επαναστάτης - τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα εγγλέζικα και τα ιτολικά. Εκείνο τον καιρό ήταν σχεδόν υπο-χρεωτικό το να περνάει ένας ρώσος αριστοκράτης τουλάχιστον ένα κομμστι της ζωής του είτε στο στρατό

— 11—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ειτε στη διοικητική γραφειοκρατΐα· γι' αυτό, ο πρε-σβύτερος γιος, ο Μιχαήλ, στάλθηκε στη Σχολή Πυρο-βολικού στην Αγία Πετρούπολη. Ήταν απρόϋυμος μαϋητής, τελικά όμως πήρε το δίπλωμό του και τοποθετήθηκε, νια νο ασκήσει τα καϋήκοντα του αξιωματικού, στη μακρινή Λιθουανία. Η πλήξη, η απέχθεια για την πειθαρχία και μια αγόπη για τα βιβλία που ξύπνησε άξαφνα μέσα του εκείνο τον καιρό, τον εκαναν να μισήσει τη στρατιωτική ζωή· την επόμενη χρονιά πήγε στο σπϊ,τι του, έκανε πειστικά τον άρρωστο και κατάφερε ν' αποστρατευτεί. Λίγους μήνες αργότερα, βρισκόταν στη Μόσχα όπου συνάντη-σε τον Νίκολας Στάνκεβιτς, τον πρώτο άνθρωπο που του έδειξε το δρόμο της επανάστασης.

' Ηταν τα χρόνια που οι νεαροί ρώσοι διανοούμενοι άρχιζαν να 'ναι δεκτικοί στις επιρροές που έφταναν από τη δυτική Ευρώπη περνώντας τους φραγμού^ που όρϋωνε η λογοκρισία. Ο ρομβντισμός στη λογοτεχνϊα, η γερμανική μεταφυσική, η γαλλική κοινωνική σκέψη -όλα αυτά έβρισκαν υποστηριχτές στους κύκλους των διανοούμενων της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπο-λης. Γύρω απ' τον Στάνκεβιτς εϊχαν συγκεντρωθεί οι χεγκελιανοί- γύρω απ' τον Χέρτζεν εκείνοι που τους έθελγαν οι σοσιαλιστικές θεωρϊες του Φουριέ, του Σεν-Σιμόν και του Προυντόν. Ο Μπακοϋνιν εντάχτηκε στον κύκλο του Στάνκεβιτς και, σταν ο δάσκαλος έφυγε απ' τη Ρωσία, έγινε εξαιτίας της ισχυρήςτου προσωπικότη-τας ο ηγέτης των χεγκελιανών της Μόσχας. Στη Ρωσία, ο χεγκελιανισμός του παρέμεινε ορϋόδοξος χαι εξου-σιαστικός και, παρά τις επανειλημμένες εξεγέρσεις του εναντίον της οικογενειακής εξουσίας, έμεινε πιστός στο τσαρικό καθεστώς. μέχρι σημείου που μας προκα-λεί κατάπληξη. Είχε αποκτήσει φιλικές σχέσεις με τον Χέρτζεν, ιτου του δάνειζε και χρήματα, δεν έχουμε όμως τίποτα που να μας δείχνει ότι εκείνο τον καιρό είχε επηρεαστεί από τις σοσιαλιστικές ιδέες του μελλοντικού εκδότη της Καμπάνας (Κολοκόλ).

Είναι αυτή η αδιαφορια του Μπακούνιν για τις ριζοσπαστικές ιδέες τον καιρό που βρισκόταν στη

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Μόσχα εκεΐνο που δίνει στη μετέπειτα αλλαγή της στάσης του - αφού έφυγε από τη Ρωσία στα 1840 - τη δραματική χροιά μιας συναισθηματικής μεταστροφής. Είχε κιόλας βιώσει την έντονη δυσφορια των ρομαντι-κών, την αίσθηση της πνευματικής κλειστοφοβΐας που είχε πιάσει πολλούς ρώσους εκείνο τον καιρό, και στα 1839 αισθάνθηκε ότι η ΐδια του η ύπαρξη σαν σκεπτόμενου όντος εξαρτιόταν από το να 'ρϋει σ' επαφή με τις πηγές της γνώσης που του τις εϊχαν στερήσει οι συνθήκες που επικρατούσαν crrnv ΐσαρική κοινωνία. «Δεν μπορώ να κάτσω πια εδώ ούτε στιγμή», φώναζε απελπισμένος στις αδερφές του, και μες στη φοντασίσ του το Βερολίνο ειχε γίνει η Μέκκα της φιλοσοφίας. Στο πρώτο από μια ολόκληρη σειρά παρόμοιων γραμμάτων, ζήτησε an' τον Χέρτζεν να τοϋ όανείσει ένα σημαντικό ποσό για να μπορέσει ·να φύγει. «Από το ταξίδι αυτό περιμένω μιαν αναγέ\η<ηση κι ένα πνευματικό βάπτιομα», του εί,πε. «Αισθάνομαι νΰ υπάρχουν βαθιά μέσα μου κάποιες μεγάλες δυνατότη-τες,, ::α( ϊααμε σήμερα έχω κάνει ελάχιστα πράγματα». Ο Χέρτζεν του δάνειοε τα χρήματα που τον ζήτησε, και συνόόευσε ο ίδιος τον οφειλέτη τοι> μέχρι την αποβά-θρα στο Νέβα απ' όπου σαλπάρισε το ττλοίο.

Πα δυο χρόνια σχεδόν στη Γερμανία, ο Μπακούνιν εξακολούθησε να είναι ο φοιτητής που ψάχνει με ενθουσιασμό και γνώριζε τους κύκλους των διανοού-μενων και την κοινωνία των μποέμ του Βερολίνου- ο πιο στενός του φίλος ήταν ο Ιβόν Τουργκένιεφ, που αργότερα τον χρησιμοποίησε σαν πρότυπο για τον ήρωα του πρώτου του μυ-θιστορήματος, τον Ρούντιν, και τον απαϋανάτισε μ' αυτό τον τρόπο ατη λογοτε-χνία. Ο Μπακούνιν εξακολουθούσε να έχει ακαδημαϊ-κές φιλοδοξιες κι έβλεπε τον εαυτό του σαν μελλοντικό καθηγητή της φιλοσοφΐας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας.

Η αλλαγή, όμως, που προμηνούσε την αναμενόμε-νη αναγέννησή του γινόταν κιόλας μέσα του. Πήγαινε ανήσυχος από φιλόσοφο σε φιλόσοφο. Σκεφτόταν με μιαν απέχθεια που ολοένα και μεγάλωνε το ν' αφήσει

ΜΙΧΑΙΙΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

την πνευματική ελευθερια της Ευρώπης για να γυρϊοει στα πνευματικά σκοτάδια της Ρωσϊας. Άρχισε να βρίσκει ανιαρό ακόμα και το Βερολίνο και στα τέλη του 1841 έκανε ένα ταξίδι στη Δρέσδη, το οποίο αναπάντε-χα έγινε το σημείο καμπής της ζωής του, γιατϊ εκεί συνάντησε τον απϊθανο άνθρωπο που συνέβαλε στη μεταστροφή του.

Ο ' Αρνολντ Ρούγκε έπαιξε μάλλον ρόλο κομπάρ-σου στις ζωές του Προυντόν και του Στίρνερ. Ήταν ένας απ' τους σημαντικότερους νέους χεγκελιανούς, που είχαν στρέψει τη θεωρία του Χέγκελ εναντίον του ίδιου του Δάσκαλου· υποστήριξαν ότι η διαλεκτική μέθοδος μπορούσε ναχρησιμοποιηθεί γιαν' αποδείξει ότι «τα πάντα ρει» και ότι, επομένως, η επανάστασο εΐναι πιο πραγματική από την αντίδραση. Ο Μπακούνι^ ρίχτηκε ευθύς στη μελέτη των γραφτών των ανορθόδο-ξων τούτων φιλοσόφων και η μεταστροφή του ολοκλη-ρώθηκε όταν διάβασε το έργο του Λόρεντζ φον Στάιν Σοσιαλισμός χαι χομμοννισμός στη ανγχρονη Γαλ-λία που γράφτηκε στα 1841· από τότε έκανε ιδανικό του την κοινωνική επανάσταση. Οι θεωρίες του Φουριέ και ton Προυντόν, που ο Μπακούνιν τις είχε παραβλέ-'ψει όταν τις διέδιδε ο Χέρτζεν στη Μόσχα, cpaivovxcrv τώρα να ανοίγουν, όπως αναλογιζόταν αργότερα, «έναν καινούριο κόσμο, όϊΐου ρίχτηκα με όλο το πσθος της ασϊγαστης δίψας μου».

Γιόρτασε τη μεταστροφή του γράφοντας και δημοσιεύοντας στα Γερμανιχά χρονιχά του Ρούγκε, με λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ζιλ Ελιζάρ, το πρώτο του και ένα από τα πιο σημαντικά του δοκίμια με τ'ιτλο Η αντίόραση στη Γερμανία. To δοκίμιο στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν μια τυπική απόπειρα ενός νέου χεγκελιανού να παρουσιάσει τη θεωρία του Χέγκελ σαν κατά βάση θεωρια της επανάστασης, διακρϊνουμε όμως και τον πραγματικό Μπακούνιν βλέποντας έναν τόνο αποκόλυψης με τον οποίο είναι γραμμένο το δοκίμιο καθώς και στην έμφαση που δίνεται στην καταστροφή ααν αναγκαίο προοίμιο για τη δημιουργϊα. Η επανάσταση στο παρόν είναι το αρνητικό, γράφει ο

—14—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Μπακούνιν, μόλις όμως θριαμβεύσει ϋα γ'ινει οτυτόματα το θετικό· η φωνή του παϊρνει μια χροιά θρησκευτικής έξαρσης όταν περιγράφει το ποθητό τέρμα της επανα-στατικής ανέλιξης. «Θαυπάρξει μια ποιοτική μετατρο-ττή, μια καινούρια ζωή, μια ζωοδότρα αποκάλυψη, ένας καινούριος ουρανός και μια καινούρια γη, ένας νεαρός και πανίσχυρος κόσμος που μέσατου όλες οι σημερινές δυσαρμονϊες θα αρθούν μέσα σ' ένα αρμονικό σύνο-λο». Κλεΐνει το δοκίμιο με την κατακλείδα που έχει γΐνει το γνωστότερο παράθεμα από τα κείμενα του Μπακούνιν:

Ας εμπιστευτούμε το αιώνιο πνεύμα που καταστρέφει και αφανίζει μόνο γιατι είναι η ανεύρετη και η αιώνια δημιουργική πηγή κάβε ζωής. Η ορμή για καταστροφή είναι αυνάμα και ορμή για δημιουργία.

Ο Μπακούνιν δεν παρουσιάζεται ακόμα σαν αναρχικός, γιατί δεν έχει κάποιο εξελιγμένο κοινωνικό όραμα που πάνω του θα μπορούσε να στηρΐξει την ενστικτώδη εξέγερση του εναντίον όλων όσων είναι καθιερωμένα και φαίνονται αιώνια. Κι όμως, στο κείμενο Η αντίδραση στη Γερμανϊα διατυπώνει για πρώτη φορά την άποψή του για τη διαρκή εξέγεροη και δίνει την έμφαση στο καταστροφικό στοιχείο της επαναστατικής ανέλιξης το οποίο υπάρχει σταθερά σε όλες τις αντιλήψεις του που μεταβάλλονται ολοένα, μέχρι που φτάνει να γΐνει ένα από τα κύρια στοιχεία της εκδοχής του αναρχισμού που προβάλλει ο Μπα-κούνιν.

Ο καιρός αυτός ήταν καιρός αλλεπάλληλων επιρ-ροών. ' Eva χρόνο αργότερα, στη Ζυρίχη, ο Μπακούνιν συνάντησε τον γερμανό κομμουνιστή ΒΊλχελμ Βάι-τλινγκ. Ο Βάιτλινγκ, όπως και ο Προυντόν, ήταν ένας αυτοδιδακτος εργάτης που είχε λάβει μέρος σε μιαν an' τις εξεγέρσεις που οργάνωσε ο Μπλανκί στο Παρίαι στη διάρκεια της δεκαετίας του 1830 και που τότε έστηνε μυστικές εταιρΐες στους κύκλους των ελβετών εργατών που άκουγαν τη θεωρία του για μιαν επανάσταση που ΰα νινόταν με ανελέητη βία και που, παραδόξως, ϋα κατέληγε σ' έναν ειδυλλιακό ουτοπικό

— 15—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

κόσμο. 0 Βάιτλινγκ ήταν ο πρώτος επαναστάτης αγωνιστής που είχε συναντήσει ο Μπακούνιν και το παράδειγμά του μετέστρεψε το νεαρό ρώσο από θεωρητικό σε πρακτικό επαναστάτη. Επιπλέον, ο Βόιτλινγκ έλεγε μια φράση που φαινόταν να απαντάει στο κοινωνικό πρόβλημα τόσο απλά, ώστε καρφώθηκε για πάντα στο μυαλό του Μπακούνιν: «Η τέλεια κοινωνϊα δεν έχει κυβέρνηση αλλά μονάχα μια διοίκη-ση, δεν έχει νόμους αλλό μονάχα υποχρεώσεις, δεν εχει τιμωρίες αλλά μέσα επανόρθωσης». ΟΒάιτλινγκ ήτανε με τον τρόπο του ένας πρωτόγονος αναρχικός που ανακάτευε δίχως συνοχή τον προυντονισμό με την αγάπη του για μια συνωμοτική οργάνωση που του την είχε μεταδώσει ο Μπλανκί. Αποτελούσε έναν συνδυα-σμό που ο ίδιος ο Μπακούνιν έμελλε να τον αναπαρα-γάγει σε γ,λΊμαχα. πολύ πιο μεγάλη an' αυτήν που μπόρεσε να φτάσει ο Βάιτλινγκ.

Φαίνεται ότι, ως ένα βαθμό, ο Μηακούνιν μπλέ-χτηκε σε κάποιες μυστικές δραστηριότητες του Βάι-τλινγκ, και αυτή του η μύηση στην πρακτική επανα-στατική δραστηριότητα έγινε και μια μύηση στη ζωή του εξόριστου. Οταν έπιασαν τον Βάιτλινγκ και τον απέλασαν από την Ελβετία, βρήκανε στα έγγραφά του και το όνομα του Μπακούνιν το όνομα του Μπακούνιν αναγραφόταν και σε μια δημόσια αναφορά με θέμα τις δραστηριότητες των κομμουνιστών που εκδόθηκε από τις αρχές του καντονίου της Ζυρίχης. Η ρωσική πρεσβεία ενημέρωσε την Αγΐα Πετρούπολη και ο Μπακούνιν διατάχτηκε να γυρίσει στην πατρίδα του για να δώσει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του. Αρνήθηκε, και καταδικάστηκε ερήμην σε απροσδιόρι-στου χρόνου εξορία και καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία.

Ο δρόμος του τώρα τον οδήγησε αναπόφευκτα στο Παρΐοι, που ήταν ακόμα, παρά το καθεστώς των Ορλεανιστών, η Ρώμη των επαναατατών ιδεαλιστών. Εκεί συνάντησε πολλούς ξακουστούς επαναστάτες· τον Μαρξ και τον Λελεβέλ, τη Γεωργία Σάνδη και τον Πιέρ Λερού, τον Καμπέ και τον Λαμενέ, και τον πιο

— 16—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

σπουδαίο και πιο κοντινό του απ' όλους, τον Πρου-ντόν. Με τον Προυντόν, που διέφερε από τους άλλους γάλλους σοσιαλιστές γιατϊ μιλούσε έξω απ' τα δόντια -πράγμα που οφειλόταν στην κσταγωγή του απ' τη Γισύρα - και γιατί ήταν το πιο ανοιχτό μυαλό απ' όλους τους, ο Μπακούνιν κουβέντιαζε νύχτες ολόκληρες μιλώντας για τα λεπτά σημεία των απόψεων του Χέγκελ και πίνοντας πάμπολλα φλιτζάνια τσάι' και, στις συζητήσεις αυτές τχου κρατούσαν μέχρι το πρωί, ο άμορςρος επαναστατιομός του πήρε μια πρώτη μορφή. «Ο Προυντόν εΐναι ο δάσκαλος όλων μας», έμελλε να διακηρύξει πολλά χρόνια αργότερα, ότσν εΐχε πέσει στους δικούς του ώμους ο μανδύας του ηγέτη των αναρχικών και, μολονότι διαφωνούσε με τον Προυντόν σε ζωτικής σημασίας ζητήματα που σχετίζονταν με την επαναστατική δραστηριότητα και απέρριπτε τις ιδέες του τόοο για την ατομική κατοχή πλούτου όσο και για την τράπεζα αλληλοβοήθειας, δεν έπαψε ποτέ να τον βλέπει σαν γνήσιο επαναστάτη και σαν τον καλύτερον απ' όλους τους σοσιαλιστές φιλόοοφους.

Κι όμως, κυρίαρχο ρόλο στις δραστηριότητες του Μπακούνιν κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια δεν έπαιξε ούτε η θεωρία του Προυντόν ούτε κι ο σοσιαλισμός με μιαγενική έστωέννοια. ' Ηταν μάλλον η έγνοια για τη μοιρα των αλάβων αδελφών του, που ήταν ακομα υποταγμένοι στους δεσ7χότες της Ρωσΐας, της Αυστρίσς και της Τουρκίας. Η προσοχή του στράφηκε πρώτα στους πολωνούς, που ατα μέσα του 19ου αιώνα ήταν κατά παράδοξο τρόπο το σύμβολο της ελεεινής κατάστασης στην οποια βρϊσκονταν οι υπόδουλες εθνότητες - κι συτό, παρά το γεγονός ότι οι πολωνοί εθνικιστές δεν αποδέχονταν τις δημοκρατικές αρχές. Στα 1846 έγιναν κάτι μικροξεσηκωμοί στα μέρη της Πολωνίας που ήταν κάτω απ' την κατοχή της Αυστριας και της Πρωσίας- η καταστολή τους προκάλεσε ένα κύμα συμπόθειας που άγγιξε βαθιά και τον Μπακού-vtv. To Νοέμβρη του 1847 έκανε την πρώτη του δημόσισ ομιλια σε μια ουνεστϊαση στο Παρίοι όπου παραβρίσκονταν 1500 πολωνοιπρόσφυγες. Διάλεξε για

— 17—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ϋέμα της ομιλΐας του τη συμμαχϊα της Πολωνϊας με την «πραγματική» Ρωσία, που την διαχώρισε από την «επϊσημη» Ρωσϊα και για πρώτη φορά αναφέρθηκε στο θέμα κλειδί της μεσαίας περιόδου της ζωής του - την ένωση των σλαβικών λαών μέσα στην εξέγερση και τη συνακόλουθη αναγέννηση της Ευρώπης. Είπε, ανάμε-σα σ' άλλα, και τα ακόλουθα:

Η αυμφιλίακιη της Ρωσίας με την Πολωνία είναι σπου-δαία υπόθεση. Σημαίνει την απελευθέρωση εξήντα εκατομ-μυρίων ψυχών, την απελευθέρωση όλων των σλαβικών λαών που στενάζουν κάτω αττ' τον ξένο ζυγό. Σημαίνει, κοντολογίς την πτώση, την ανεπανόρθωτη πτώση του δεσποτισμού στην Ευρώπη.

Λίγες μέρες αργότερα, έπειτα από διαμαρτυρϊα του ρώοου πρεσβευτή, ο Μπακσύνιν απελάθηκε στο Βέλγιο. Πριν περάσου-ν, όμως, δυο μέρες ξαναγύρισε, την ώρα που ο Πολίτης Βασιλιάς της Γαλλίας έφευγε προς την αντίθετη κατεύθυνοη εξαιτιας της Επανά-στασης του Φλεβάρη. Ο Μπακούνιν πέρασε τα σύνορα κι έφτασε στο Παρισι όσο πιο νωρίς του επέτρεπε το διαλυμένο σιδηροδρομικό δϊκτυο. Πήρε τη θέση του στην εργατική Εθνική Φρουρά που φύλαγε τα οδο-φράγματα στην οδό Τουρνόν και πέρασε τις μέρες του κι ένα μεγάλο μέρος απ' τις νύχτες του σε κατάσταση πυρετώδους έξαρσης και δραστηριότητας. Αργότερα, στην καταναγκαστική ηρεμία ενός κελιού της φυλακής, αναθυμόταν τις μέρες εκείνες:

Ανάσαινα με όλες μου τις αισθήσεις και με όλους μου τους πόρους το μεθύσι της επαναστατικής ατμόσφαιρας. Ήτανε μια γιορτή που δεν είχε αρχή ούτε και τέλος. Τους έβλεπα όλους και δεν έβλεπα κανέναν, γιατί το κάθε ξεχωριστό άτομο χανόταν μέσα στο ίδιο αναρίθμητο και περιπλανώμενο πλήθος. Μιλούσα σ' όλους όσους συναντού-σα και δε θυμάμαι ούτε τα δικά μου λόγια οϋτε τα λόγια των άλλων, γιατί την προσοχή μου την αποσπούσε σε κάθε μου βήμα κάποιο καινούριο γεγονός, κάποιοκαινούριο αντικεΐ-μενο και κάποια αναπάντεχα νέα.

Η έξαρση ταυ Μπακούνιν, όμως, ήθελε δράση για να τραφεί - και δράση δεν υπήρχε. Στο Παρίσι, ο επαναστατικός ενθουσιασμός είχε αρχίσει να καταλα-

— !8—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

γιάζει. Κι όμως, στην εν γένει ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα, υπήρχε ελπίδα. ' Ενα βασϊλειο είχε πέσει- τα υπόλοιπα απειλούνταν. Μόνον η Ρωσική Αυτοκρατορία εξακο-λουθούσε να κυβερνά ανενόχλητη, και ήταν φυσικό να σκεφτεί ο Μπακούνιν να μεταφέρει την ιερή φλόγα του ξεσηκωμού στη χώρα του. To αδύνατο σημείο της Ρωσίας ήταν η Πολωνία και γι' αυτό ο Μπακοΰνιν αποφάσισε ν' αρχΐσει τις δραστηριότητές του απ' την Πολωνία. Δανείστηκε 2.000 φρόγκα από τη Γαλλική Προσωρινή Κυβέρνηση και ξεκίνησε για κάτι που θα κατέληγε σε συγκλονιστική οδύσσεια.

Αρχικά, προορισμός του ήταν το Μεγάλο Δουκάτο του Πόζεν, στο τμήμα της Πολωνίας που βρισκόταν κάτω απ' την κυριαρχϊα των πρώσων. Η πρωσική αστυνομία τον έπιασε στο Βερολίνο και του υπέδειξε xadaga να προτιμήσει να πάει στο Μπρεσλάου, όπου συγκεντρώνονταν οι πολωνοί πρόσφυγες με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν εξεγέρσεις στα εδάφη της Πολωνιας που βρισκονταν κάτω απ' το ζυγό tojv ρώσων και των αυστριακών. Στο Μπρεσλάου, όμως, η κατάσταση ήταν απογοητευτική. Οι πολωνοϊ ήταν ανοργάνωτοι και διαιρεμένοι- το μόνο συναΐσθη-μα που φαινόταν να τους ενώνει ήταν η δυσπιστία τους για τον Μπακούνιν, που οι πράκτορες του Τσάρου τον είχαν συκοφαντήσει πως ήταν δικός τους. Σε λίγο, ο Μπακούνιν πληροφορήΰηκε ότι η ΕΟνική Επιτροπή tojv τσέχων συγκαλούσε ένα Συνέδριο των σλάβων. Καθώς πήγαινε κατά την Πράγα, οι ελπΐδες του για μιαν επαναστατική ένωση των καταπιεσμενων σλαβι-κών λαών αναπτερώϋηκαν ξανά" οι ίντριγκες, όμως, ττου ειδε στο Συνέδριο τον απογοήτευσαν για τα καλά. Οι νότιοι σλάβοι έβλεπαν την Τσαρική Ρωσΐα σαν σωτήρα που θα τους απελευθέρωνε απ' τσυς τούρ-κους· πολλοϊ τσέχοι και κροάτες έτρεφαν την ελπίδα ότι θα έπαιρναν οι ίδιοι τη θέση των γερμανών σαν άρχουσα φυλή της Αυτοκρατορΐας των Αψβούργων. Μόνο μια πολύ μικρή ομάδα των εκπροσώπων έδειξε κόποια συμπάθεια για την ιδέα της πανσλαβικής επανάστασης που πρόβαλε ο Μπακούνιν μιμούμενος

— 19—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

τον Βάιτλινγκ, ο Μπακούνιν προσπάθησε να τους ενώσει σε μια μυστική εταιρία.

Κι όμως, αν ο Μπακούνιν βρήκε λίγους ουντρό-φους στο Συνέδριο, βρήκε πολλούς στην εξέγερση που ξέσπασε την τελευταία μέρα του Συνεδρίου, όταν μερικοΐ φοιτητές και μερικοΐ εργάτες ύψωσαν τα οδοφράγματα στ' όνομα της ελευθερίας των τσέχων. Οι θρύλοι για τον Μπακούνιν υποστηρϊζουν - κατά τρόπο οπωσδήποτε απόκρυφο - ότι εκεΐνος άρχισε την εξέγερση πυροβολώντας τους αυστριακούςστρατιώτες από τα παράθυρα του Ξενοδοχείου «Κυανούς Αστέ\ ρας»- φυσικά βρέθηκε στο στοιχείο του μόλις άρχισαν οι πραγματικές συγκρούσεις, έδινε στρατιωτικές συμ-βουλές στους ξεσηκωμένους και πολέμησε στο πλευρό τους στα οδοφράγματα. Οι ξεσηκωμένοι κράτησαν για πέντε μέρες- στο τέλος, ο Μπακούνιν ξεγλιστρησε ανάμεσα απ' τις γραμμές των αυστριακών και πέρασε στο Δουκάτο του ' Ανχαλτ, που ήταν μια νησίδα φιλελευθερισμού μέσα σε μια Γερμανία που κατρακυ-λούσε γοργά προς την αντίδραση έπειτα απ' τον πρώτο επαναστατικό ενθουσιασμό του 1848.

Στο ' Ανχαλτ έγραψε ο Μπακούνιν το κεϊμενό του Κάλεσμα στονς αλόβονς, το κυριότερο ντοκουμέντο της εθνικιστικής του περιόδου. Ζητούσε σ* αυτό την καταστροφή της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και το σχηματιομό μιας μεγόλης ομοσπονδίας όλων των σλά-βων. Προφήτευε έναν μεσιανικό ρόλο για το ρωσικό λαό κι έβλεπε την πατρίδα του σαν το κλειδί για την καταστροφή της καταπΐεσης σ' ολόκληρο τον κόαμο. Σήμερα, βέβαια, διαβάζουμε σαν πικρήν ειρωνεία τη μισοεπαληϋευμένη προφητεία του ότι «το άστρο της επανάοτασης Οα σηκωθεί ψηλά και ανεξόρτητο πάνω απ' τη Μόσχα, μέσα από μια Οάλασσα αίματος και φωτιάς, και βα γίνει ο πολικός αστέρας που ϋα κατευθύνει μιαν απελευθερωμένη ανθρωπότητα».

Για τον Μπακούνιν, οι εβνικές επαναστάσεις είχαν και διεθνείς επιπλοκές- προχώρησε ακόμα περισσότε-ρο οτο μονοπάτι του αναρχισμού διακηρύσσοντας ότι τέτοια κινήματα μπορούσαν να πετύχουν μόνον αν

—20—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

περιλάμβαναν και την κοινωνικήν εηανάαταοτ]. Στο πιο χαρακτηριστικό κομμάτι από το Κάλεσμα... βλέ-πουμε πόσο πολύ τον εϊχε επηρεάσει ο Προυντόν ο προυντονισμός του, πάντως είναι μπολιασμένος με την προσωπική μυστικιστική πίοτη του ίδιου τοιι Μπακού-νιν στην καταστροφή:

Δυο σπουδαία ζτ\χτ\μαχα τέΰηκαν από τις πρώτες κιόλας μέρες της άνοιξης (του 1848): το κοινωνικό ζήτημα και το ζήτημα της ανεξαρτησίας όλων των εθνών, η εσωτερική και συνάμα η εξωτερική απελευθέρωση των λαών. Εκείνο που έβεσε τα δυο αυτά ζητήματα πάνω απ' όλα τ' άλλα κι απαίτησε την άμεση λύση τους, δεν ήτανε κάποια μεμονωμέ-να άτομα ούτε και κάποιο κόμμα, αλλά το αξιοθαύμαστο ένστικτο των μαζών. Ολος ο κόσμος κατάλαβε ότι η ελευθερία ήταν ένα ψέμα εκεί που οι άνθρωποι στη μεγάλη πλειονότητά τους ήταν υποχρεωμένοι να ζουν μέσα στη φτώχεια κι εκεί που μη έχοντας οϋτε μόρφωση ούτε ελεύθερο χρόνο ούτε ψωμί, προορίζονταν να παίξουντο ρόλο του οκαλοπατιού που πάνω τους θα πατούσαν οι ισχυροί και οι πλούσιοι. ' Εται, η κοινωνική επανάσταση παρουσιάζεται σαν φυσικό και αναγκαίο επακόλουθο της πολιτικής επανά-στασης. Ταυτόχρονα, ένιωσαν όλοι ότι όσο υπάρχει έστω κι ένα έθνος που καταδιώκεται στην Ευρώπη ο πλήρης κι οριστικός ϋρίαμβος της δημοκρατίας δε ϋα μπορέσει να 'ρθει πουθενά. Πρέπει πρώτα an' όλα να καθαρίσουμε τον περίγυρό μας και να μετασχηματίσουμε ολότελα το περιβάλ-λον μέσα στο οποίο ζούμε, γιατί αυτά διαστρεβλώνουν τα ένστικτα και τη βούλησή μας, γιατί αυτά εμποδίζουν την καρδιά και το μυαλό μας. Κατά συνέπεια, το κοινωνικό ζήτημα παρουσιάζεται πρώτα cor' όλα σαν ανατροπή της υπάρχουαας κοινωνίας...

Τέτοιες ιδέες, όπως η πρωτοκαϋεδρία της κοινω-νικής επανάστασης, το αδιαίρετο της ελευθερίας (με την αηόρριψη του ατομικισμού του Στίρνερ που υπονοεί), η ανάγκη για ένα ολοκληρωτικό γκρέμισμα της υπάρχουσας κοινωνίας, έμελλε να ενσωματωθούν στη μεταγενέστερη Φεωρια του Μπακούνιν για την αναρχία, που την ανέπτυξε κατάτη δεκαετιατου I860-το ίδιο συμβαίνει και με ορισμένες άλλες απόψεις που εκφράζει στο Κάλεσμα..., όπως με τον τονισμό του επαναστατικού ρόλου της αγροτιάς και με την απόρρι-

—21—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Τα ζητήματα αυτά, πάντως, δεν εϊναι ξεκαθαρισμένα, αφού στα 1848 ο Μπακούνιν δεν έχει ακόμα αναπτύξει τις μετανενέστερες απόψεις tou για την ελευθεριακή οργάνωση- η απόρριψη από μέρους του του αοτικού κράτους δεν ήταν εκείνο τον καιρό ασυμβΐβαστη με το όραμα μιας επαναστατικής δικτατορΐας, που τονκυνη-γάει όλα αυτά τα χρόνια που ήτανε πανσλαβιστής. 'Οπως εκμυατηρεύτηκε αργότερα, στη διόρκεια του 1848 είχε ονειρευτεϊ να φτιάξει μια μυστική οργάνωοη συνωμοτών που θα εξακολουβούσαν τη δράση τους και μετά την επανάοταση και θα συγκροτούσαν «την επαναστοτικήν ιεραρχία»- ακόμα και πολλά χρόνια αργότερα, στα 1860, μιλούσε στον Χέρτζεν για «μια σιόερένια δικτατορία που Οα είχε για στόχο την απελευθέρωση των σλάβων».

Κι όμως, το πιο επικό κομμάτι των νεανικών χρόνων του Μπακούνιν δεν οφειλόταν στους αγώνες του για την απελενθέρωση των σλάβων η ειρωνεία είναι ότι οφειλόταν στον αγώνα του για την υπεράσπι-ση των γερμανών, που τους ϋεωρούσε κιόλας συντηρη-τές του πνεύματος της αντίδρασης. To Μάρτη του 1849 ο λαός της Δρέσδης ξεσηκώϋηκε για να υποστηρίξει το σύνταγμα της Φραγκφούρτης που μιλούσε για μιαν ομόσπονδη δημοκρατική Γερμανϊα και που το απέρρι-ψε ο Βασιλιάς της Σαξονίας. Ο Μπακούνιν έτυχε να βρισκεται στην πόλη και προσπαθούσε να προκαλέσει αναταραχή στη Βοημία. Δεν έβλεπε με καμία συμπά-ϋεια τους αστικούς δημοκρατικούς στόχουςτων ξεση-κωμένων της Σαξονίας· δεν ήταν σλάβοι, ούτε κι έχαναν την κοινωνικήν επανάσταση. Ot εχθροι τους, όμως, οι βασιλιάδες της Σαξονίας και της Πρωσίας, ήτανε και δικοϊ του εχϋροί, κι όταν ο Ρϊχαρντ Βάγκνερ τον έπειθε να επισκεφτεί τις ξεσηκωμένες συνοικϊες της πόλης, δεν μπόρεσε να καταπνϊξειτην παρόρμησή του να πάρει μέρος στον αγώνα μόνο και μόνο γιατί ήταν αγώνας. Πολέμησε και οργάνωσε την άμυνα με ανυστερόβουλο ενθουσιασμό και τον έπιασαν μετάτην ήττα της επανάστασης ενώ προσπαθούσε να καταφύ-

—22—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

γει με μερικούς ακόμα που επιζήσανε στο Χέμνιτζ, όπου είχε την ελπίδα ότι 0α εξακολουθούσε την εξέγερση.

' Αρχισε τότε ένα μακρόχρονο κι αγωνιώδες ταξίδι. Οι σάξονες τον κράτησαν στη φυλακή για ένα χρόνο και τον xaxablxaaav σε θάνατο. Μετά από καιρό του δώσανε χάρη, κι έπειτα τον ηας>αδώαανε στους αυ-στριακούς, που τον κράτησαν για άλλους έντεκα μήνες αλυσοδεμένο τον περισσότερο καιρό στον τοίχο ενός μπουντρουμιού οτο φρούριο του Ολμούτζ' και πάλι καταδικάστηκε σε θάνατο και πάλι του δώσανε χάρη, κι έπειτα τον παραδώσανε στους ρώσους. Στη χώρα του, δεν χρειάστηκε να γινει δίκη ούτε για τα μάτια-είχε καταδικαοτεί πριν από κάμποσα χρόνια, κι έτσι, διχως πολλές τυπικότητες, τον εξαφάνιοοτν στο φρού-ριο Πέτρου και Παϋλου (Πετροπαυλόσκ).

Για έξι χρόνια ο Μπακούνιν έμεινε στη φυλακή. Του έπεσαν τα δόντια από το σκορβούτο- πρήστηκε και δεν περιποιότανε καθόλου τον εαυτό του. Οι μοναδικές του επαφές με τον έξω κόσμο συνέβαιναν τις σπάνιες φορές που επέτρεπαν στα μέλη της οικογένειάς του να τον επισκεφτούν η μοναξιά και η απραξία κατέτρωγαν το πνεύμα τούτου του ενεργητι-κού και πληθωρικού ανθρώπου, δΐχως όμως ούτε να συντρίψουν τη βούληση ούτε και να καταστρέψουν τη σκέιΐη του. Να τι γράφει σ" ένα οημείωμα που έδωσε στα κρυφά στην αδερφή του Τατιάνα:

Η φυλακή μου ' κανε καλό. Μου χάρισε ελεύθερο χρόνο και τη συνήβεια να συλλογιέμαι, ενΐσχυσε κατά κάποιον τρόπο to πνεύμα μου. Δεν άλλαξε, όμως, κανένα από τα παλιά μου συναισθήματα- απεναντίας, μάλιστα, τα έκανε πιο φλογερά, πιο απόλυτα από κάθε άλλη φορά και στο εξής όλα όσα έχουνε μείνει σε μένα από τη ζωή μπορούν να ουνοψιστούν σε μια μόνο λέξη: ελευθερία.

To συναίσθημα που εκφράζει σε τούτο το σημείω-μα που 'δωσε στα κρυφά οτην αδερφή του και που ξεπηδάει κατευθειαν απ' την καρδιά του Μπακούνιν, Οα πρέπει να το έχουμε στο νου μας όταν μελετούμε to μοναδικό κείμενο που του επέτρεψαν να γράψει στη

—23—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΜΝ

διάρκεια της φυλόκισής του, την περϊφημη Εξομολό-γηση, ένα κείμενο που το " γραψε έπειτα από προτρο-πή του Τσάρου και που βρέθηκε ατα αρχε'ια της ηολιτικής αστυνομιας μετά τη ρωσική επανάσταση. Μια εξομολόγηση του Μπακούνιν που απευθυνόταν στον Τσάρο, με την οποΐα ζητούσε ταπεινά συγχώρεση για τα κρίματά του και για τα όσα έκανε εναντϊον του δεσποτικού καθεστώτος! Ενθουσιάστηκαν οι εχθροί του Μπακοΰνιν, και τα 'χασαν απ' την κατάπληξη και τον τρόμο οι φίλοι του.

Kt όμως, αν εξετάσουμε τόσο τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε όσο και το ϊδιο το κείμενο της Εξομολόγηαης, θα δικαιολογήσουμε τον Μπακούνιν. Ας ϋυμηθοϋμε, πρώτα πρώτα, ότι αντ'ώετα με ό,τι συνέβαινε με τους ρώσους επαναστάτες των κατοπι-νών γενεών που έκαναν πράξεις ηρωικής αντίστασης στις φυλακές και στα φρούρια της Ρωσιας, ο Μπακού-νιν δεν ειχε την αίσθηση ότι ανήκε σ' ένα κίνημα που δε θα 'πρεπε να το προδώσει. Απ' όσα ήξερε, ήταν μονάχος, ήταν ο μοναδικός επαναστάτης που υπήρχε στη Ρωσία - και που, επιπλέον, το ότι υπήρχε το γνώριζαν μόνον οι δεσμοφύλακες και τ' αφεντικά τους. ' Οσο για το ίδιο το κείμενο της Εξομολόγησης, δεν είναι καθόλου το δουλικά γραμμένο ντοκουμέντο που αναμφίβολα περιμενε ο Τοάρος και που ο Μπακούνιν είχε ενδεχομένως την πρόθεση να γράψει με σκοπό να τον εξαπατήσει και να τον κάνει να τον στείλει στη Σιβηρϊα - πράγμα που λαχταρούσε ο Μπακούνιν. Στο μεγαλύτερο μέρος της, η Εξομολόγηση είναι μια γλαφυρή περιγραφή των δραστηριοτήτων, των εντυ-πώσεων και των σχεδίων του κατά τη διάρκεια των επαναστατικών χρόνων 1848 και 1849. Ζητάει συγγνώ-μη γι' αυτά, αναιρεί όμως τον απολογητικό τόνο ορισμένων κομματιών με άλλα χωρία, όπου υποστηρίζει ότι η Ρωσια εΐναι η πιο καταπιεστική απ' όλες τις χώρες της Ευρώπης και όπου αρνείται πεισματικό να κατονομάσει τους συνεργάτες του στις επαναστατικές δραστηριότητες. Ο Νικόλαος διάβασε με μεγάλο εν-διαφέρον την Εξομολόγηση και την έδωσε να την

—24—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

διαβόσει κι η Τσαρίνα με το σχόλιο ότι αξϊζει να την διαβάσει κανεις και ότι είναι «πολύ παράξενη και διδακτική». Κατάλαβε, όμως, πολύ πιο σωστά από κείνους που κατακεραυνώνουν φαρισαϊκά τον Μπα-κσύνιν, τη σημασία των χωρ'ιων όπου ο Μπακούνιν δείχνει ουσιαστικά την αμετανοησία του. Αποφάσισε ν' αφήσει τον Μπακούνιν να σαπίζει στο κελί του. Μόνο στα 1857, έπειτα από υπεράνθρωπες προσπά-θειες των υψηλά ιστάμενων συγγενών του φυλακισμέ-ναυ, συμφώνηαε τελικά ο καινούριος Τσάρος Αλέξαν-δρος ο Β' να του προσφέρει σαν εναλλακτική λύση την εξορία.

Ία τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία ήταν σχεδόν ευτυχισμένα σε σύγκριση με τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή. Ο Μπακούνιν έγινε μ' ενθουσιασμό δεκτός στις κοινωνΐες του Τόμσκ και του Ιρκούτσκ, όπου οι πολιτικοί εξόριστοι αποτελούσαν μιαν άτυπη αριστο-κρατϊα του πνεύματος. Παντρεύτηκε μιαν όμορφη και κουφιοκέφαλη πολωνεζούλα- προσπάθησε να πεϊσει τον Κυβερνήτη, τον εξάδελφό του Μουράβιεφ-Αμούρ-σκι, να γΐνει ο δικτάτορας της επαναστατικής Ρωσΐας-κι ούτε μια μέρα δεν έφυγε από το μυαλό του η ιδέα να δραπετεύσει. Για το σκοπό αυτό έπιασε δουλειά σαν εμπορικός αντιπρόσωπος- του επέτρεπαν να ταξιδεύει και επιτέλους, στα 1861, όταν ο Κυβερνήτης που αντικστέστησε τον Μουρόβιεφ αποκαλύφτηκε ότι ήταν οικογενειακός γνωστός ταυ, πήρε την άδεια να κάνει ένα ταξίδι κάτω από τον ποταμό Αμούρ. Μια σειρά από ευτυχεϊς συμπτώσεις και από έξυπνα κόλπα δικά του, του επέτρεψαν να επιβιβαστεϊ σ' ένα αμερικάνικο βαπόρι απ' to Νικολάγιεφσκ- από τότε και μετά ήταν ελεύθερος, και γύρισε, μέσω Ιαπωνίας, Σαν Φρανσϊσκο και Νέας Υόρκης στο Λονδίνο- μπήκε ορμητικά στο σπίτι του Χέρτζεν στο Πάντιγκτον γεμάτος ενθουσιασμό για την υπόθεση της επανάστα-σης. Ενώ το σώμα του είχε ολοφάνερα γεράσει, η φυλακή και η εξορΐα είχαν κρατήσει άθικτο το πνεύμα του, όπως ακριβώς οι πάγοι της Σιβηρίας κρατάνε άθικτα τα απομεινάρια των μαμούθ' ειχε ζήσει μια

—25—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

πνευματική κατάσταση της έξαρσης σε αναστολή, απρόσβλητος από την απογοήτευση που είχε πλήξει τα ίδια χρόνια τους επαναστάτες που ζούσαν έξω από τη φυλακή. Να τι γράφει ο Χέρτζεν:

Η ευρωπαϊκή αντ'ιδραση δεν υπήρχε για τον Μπακούνιν ούτε και τα πικρά χρόνια από τα 1848 μέχρι τα 1858 υπήρχανε γι' αυτόν τα γνώριζε αχνά, από μακριά και σε (ηηττομία... Απεναντίας, τα γεγονότατου 1848ήτανγι' αυτόν τα πάντα, ήταν κοντά στην καρδιά του... αντηχοϋσαν ακόμα ατ' αυτιά του και τριγύριζαν μπροστά στα μάτια του.

Ακόμα κι οι θεωρΐες ταυ είχανε μείνει ακΐνητες στα δώδεκα αυτά χρόνια της αναγκαστικής απομάκρυνσής του από τη ζωή, και γύρισε πίσω ορμητικός όπως τη μέρα που τον πιάσανε για την υπόθεση των πολωνών, για την ομόσπονδη ένωση όλων των σλάβων και για την κοινωνική επανάοταση που θα ' ταν ο όρος και συνάμα το κορύφωμα και των δυο. Στην αρχή, του φάνηκε φυσικό να πάρει τη θέση του στο πλευρό του Χέρτζεν που προπαγάνδιζε με την Καμπάνα μια φιλελεύθερη Ρωσ'ια. Σύντομα, όμως, τους χώρισαν οι διαφορές στο χαρακτήρα και στις απόψεις. Ο Χέρτζεν, με τον τρόπο του, βρισκόταν τώρα κοντά στον αναρχισμό, που ο Μπακούνιν μόλις εΐχε αρχίσει να τον πλησιάζει- ο Χέρτζεν μιοούοε το κράτος, περιφρονούσε τις δυτικές δημοκρατϊες και έβλεπε τη σωτηρια της Ευρώπης στο ρώσο αγρότη και στον κοινοτικό του τρόπο ζωής. Δεν πΐστευε, όμως, φλογερά όπως ο Μπακούνιν στη βία και ατην καταστροφή και ήταν, από ιδιοσυγκρασια, υπερ-βολικά απαισιόδοξος και δεν περΐμενε από τη Ρωσία τ'ιποτα πιο επαναστατικό από μια συνταγματική κυ-βέρνηση. Δεν είχε εμπιστοσύνη στους πολωνούς και ιδιαίτερα απεχϋανόταν τον επεκτατικό τους εϋνικι-σμό. Κατά συνέπεια, η συνεργασϊα τους κρότησε δύσκολα λίγους μήνες μόνο, κι έπειτα ο Μπακούνιν αποχώρησε για ν' αφοσιωθεΐ στα μεγαλεπήβολα σχέ-διά του.

«Ασχολσύμαι μόνο με την υπόθεση των πολωνών, των ρώσων και του πανσλαβισμού», έγραψε σε κά-ποιον φίλο του. Συνειδητοποίησε ότι στη δεκαετ'ια του

—26—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

i860 υπήρχαν, σ' αντ'ιϋεατ] με τη δεχαετ'ια του 1840, πραγματικοΐ επαναστάτες και μέσα στη Ρωσία. Οι πιο δραστήριοι είχαν σχηματίοει μυστικές εταιρΐες, όπως η Γη και Ελευθερία, και, μέσω αντιπροσώπων, είχαν αποκεααστήσει μεταξύ τους και κάποιες χαλαρές επαφές. Οι προσπάθειές του, όμως, να ενώσει όλους όσους υποστήριζαν την εξέγερση των σλάβων σ' ένα μόνο πανσλαβικό κίνημα δεν στέφθηκαν με επιτυχία και σταμέπηοαν απότομα εξαιτίας της εξέγερσης των πολωνών στα 1863.

' Οντας παλιός ήρωας των οδοφραγμάτων, ο Μπα-κούνιν αισβάνθηκε ότι δεν ϋα μπορούσε ν' απουσιάσει απ' τη σκηνή της δράσης και αναμφιβολα είχε στο μυαλό τσυ την επιτυχημένη απόβαση του Γκαριμπάλντι στη Σικελία όταν αποφάσισε να λάβει μέρος σε μιαν εκστρατεία διακοσίων πολωνών που ' χαν ναυλώσει ένα εγγλέζικο βαπόρι για να τους πόει από τη Στοκχόλμη στη Λιϋουανϊα, όπου έλπιζαν να ξεσηκώσουν το λαό και να σχημστίσουν μιαν επαναστατική δύναμη που 0α πλευροκοπούσε το ρωσικό στρατό. To σχέδιο ήταν οπωσδήποτε αρκούντως δονκιχωτικό- με δεδομένα τις προσωπικότητές τους και τις τερατώδεις παραβιάσεις όλων των συνωμοτικών κανόνων απ' τον Μπακούνιν και τους πολωνούς συντρόφους του, η επιχείρηση κατέληξε σ' ένα γελοίο φιόσκο που τέλειωσε όταν ο εγγλέζος καπετάνιος, φοβούμενος τα ρωσικά κατα-δρομικά, αποβίβασε την ομάδα στη Σουηδία, όπου ο καθένας άρχισε να κατηγορεί για την αποτυχία τον άλλον. Αυτό έβαλε τέλος στις ψευδαισθήσεις του Μπακούνιν αναφορικά με τους πολωνούς εθνικιατές και έκανε να ξεφουσκώσει γοργά ο ενθουσιασμός του για την υπόθεση του πανσλαβισμού. Στατέλη του 1863 έφυγε απ' το Λονδίνο και πήγε στην Ιταλία, όπου άρχισε την τελευταία φάση της καριέρας του.

Η Ιταλϊα έγινε για τον Μπακούνιν η δεύτερη πατρίδα τσυ. Η ανάλαφρη και δραστήρια ιδιοσυγκρα-σία των ιταλών του ταιριαζε, και στην ιταλική κοινωνία βρήκε ν' ανθίζουν η αγάπη του κόσμου για την περιοχή του καθώς και ο έρωτας για τις €θΐνωμοτικές

—27—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

δραστηριότητες. Η κατάσταση ήταν τεταμένη εξαιτίας μιας δυσαρέσκειας που ολοένα και μεγάλωνε, όχι μόνο με τη μοναρχία της ΣαβόΙας μα και με το ρεπουμπλι-κανικό εθνικιστικό κίνημα που είχε για αρχηγότου τον Ματσίνι. Η δυσαρέσκεια εκδηλωνόταν πιο καθαρά στους διανοούμενους, αντανακλούσε όμως και τη μόνιμη και συγχεχυμένη πικρία των ιταλών φτωχών, τους οποΐους η πολιτική απελευθέρωση εΐχε ελάχιστα μόνον ανακουφισει. Εϊχε έρϋει ο καιρός που ένα κάλεσμα στην κοινωνική επανάσταση θα μπορούσε να βρει ανταπόκριση σ' όλα σχεδόν τα στρώματα του πληθυσμού της Ιταλιας· στη διάρκεια των υπόλοιπων χρόνων της δεκαετίας του 1860, ο Μπακούνιν έμελλε να εκμεταλλευτεί αυτές τις δυνατότητες και να ιδρύσει στην Ιταλϊα τις οργανώσεις με βάση τις οποιες avajxxv-χτηκε στη συνέχεια το αναρχικό κίνημα.

ΕγκαταστάΘηκε πρώτα στη Φλορεντία, όπου οι συστατικές επιστολές που εΐχε πάρει απ' τον Γκαρι-μπάλντι του επέτρεψαν να μπει στους κύκλους των ρεπουμπλικάνων. Σύντομα το σπίτι του έγινε τόπος συγκέντρωσης των επαναστατύϊν απ' όλες τις χώρες-μαζί με μερικούς απ' αυτούς ίδρυσε την πρώτη του μυστική Αδελφότητα, μιαν οργάνωση που ο ιστορικός της ρόλος είναι άγνωστος. Είναι φανερό ότι ο Μπακού-νιν την είχε συλλάβει στο μυαλό του σαν μια ομάδα πειθαρχημένων αγωνιστών που 0α 'ταν αφοσιωμένοι στην προπαγάνδιση της κοινωνικής επανάστααης- ένας ιταλός καθηγητής ονόματι Γκουμπερνάτις, που ανήκε σ' αυτή την ομάδα για λίγο, υπολόγισε ότι είχε γύρω στα τριάντα μέλη. Ακόμα κι εκείνο τον καιρό φαίνεται ότι ο Μπακούνιν φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα διεθνές κίνημα, γιατί ο ξακουστός γάλλος γεωγράφος Ελιζέ Ρεκλί που παραβρέθηκε σε μιαν από τις συ-γκεντρώσεις της Αδελφότητας στη Φλορεντία, υπο-στήριξε αργότερα ότι από το φθινόπωρο του 1864 εκεινος και ο Μπακούνιν έκαναν σχέδιαγια μιαΔιεθνή Αδελφότητα.

To τι συνέβη στην Αδελφότητα της Φλορεντϊας δεν εϊναι ξεκάθαρα γνωστό, μολονότι ο Γκουμπερνάτις

—28—

υποστήριξε ότι διαλύθηκε πριν ο Μπακούνιν φύγει για τη Νάπολι στις αρχές του καλοκαιριού του 1865. Στο νότο, ο Μπακούνιν βρήκε ένα περιβάλλον πιο δεκτικό απέναντι στις ιδέες του και αρκετοί από τους ιταλούς που γνώρισε τότε - Τζουζέπε Φανέλι, Σαβέριο Φρίσια και Αλμπέρτο Τούτσι - έγιναν τελικά αφοσιωμένοι προπαγανδιοτές του μπακουνισμού. Εδώ ιδρύθηκε η Διεθνής Αδελφότητα- μέχρι το κολοκαΐρι του 1866 εϊχε στρατολογήσει κάμποσους κι είχε στήσει μιαν αρκετά πολύπλοκη οργάνωση, τουλάχιστο στα χαρτιά. Τα διάφορα ντοκουμέντα της, ιδιαΐτερα Η χατήχηση χον επαναοτάνη που έγραψε ο Μπακούνιν για τα μέλη της, υποδεικνύουν ότι εκείνος και οι υποστηριχτές του έκαναν τα τελευταΐα βήματα στο δρόμο που ϋα τους έβγαζε στον αναρχισμό. Η Αδελφότητα ήταν αντίθετη με την εξουσΐα, με το κράτος και με τη θρησκεία-υποστήριζε την ομόσπονδη ένωση των κοινοτήτων ((ρεντεραλισμό) και την αυτονομϊα τους· δεχόταν το σοσιαλισμό με το αιτιολογικό ότι η εργασία «πρέπει να εϊναι η μοναδική βάση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την οικονομική οργάνωση του κράτους»· διακήρυοΌε ότι η κοινωνική επανάσταση δε θα μπο-ρούσε να γίνει με ειρηνικά μέσα.

Ως προς τον τρόπο οργάνωσής της, ωστόσο, η Διεθνής Αδελφότητα είχε μιαν ιεραρχική δομή και τόνιζε, ιδιαίτερα, την εσωτερική πειθαρχϊα. Στην κο-ρυφή της ιεραρχίας θα βρισκότσν η Διεβνής Οικογέ-νεια, μια αριστοκρατία δοκιμασμένων αγωνιστών απ' όλες τις χώρες, που ϋα κατάστρωναν τα σχέδια για την επανάσταση. Τα μέλη της βάοης της Αδελφότητας θα εντάσσονταν στις Εθνικές Οικογένειες, που τα μέλη τους ϋα έπρεπε να υπακούουν ασυζητητί στις εθνικές χούντες.

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πόση πραγ-ματικά ήταν η έκταση της Αδελφότητας ϋα πρέπει να μετριάσουμε την αισιοδοξία και την αγόπη του Μπα-κούνιν για τη μυστικότητα, παϊρνοντας υπόψη μας τις εξωτερικές ενδείξεις. Σ' ένα γράμμα στον Χέρτζεν τον Ιούλη του 1866, ο Μπακούνιν κόμπιαζε:

—29—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Προς το παρόν έχουμε μέλη στη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Δανια, την ΑγγλΙα, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία. ' Εχουμε και μερικούς πολωνούς φΐλους καϋώς και κάμποσους ρώσους ανάμεσά μας. Οι περισσότερες οργανώσεις των ματσινικών της νότιας Ιταλίας, οι τομείς της «Φάλαγγα Σάκρα», έχουν έρθει με το μέρος μας. Στη νότια Ιταλία ιδιαϊτερα, οι κατώτερες τάξεις έρχονται κατά μάζες στο πλευρό μας, κι αιπό που μας λειπει δεν είναι τόσο το ανθρώπινο ακατέργαστο υλικό όσο οι μορφωμένοι κι έξυπνοι άνθρωποι που δρουν τίμια και που είναι ικανοί να δώσουνε μια μορφή σε όλο τούτο το ακατέργαστο ανθρώπινο υλικό.

Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα απ' όλα λέει ο Μπακούνιν σχετικά με τους υποστηρικτές του, εϊναι φανταστικά. Δε βρισκουμε πουθενά αλλού ενδεϊ-ξεις σχετικές με μια μαζική λιποταξία απ' τις γραμμές των οργανώσεων των ματσινικών, και οι μόνοι ενεργοί τομείς της Διεθνούς Αδελφότητας που μπορούν αλά-θητα να χαρακτηρχστούν σαν τέτοιοι είναι δυο μικρές ομάδες στη Σικελία και η Κεντρική Επιτροπή, δηλαδή ο Μπακούνιν κι οι φϊλοι του, στη Νάπολι. 'Οσο για τους υποστηρικτές του έξω απ' την Ιταλία, αν εξαιρέσουμε λίγους πολωνούς και ρώσους πρόσφυγες που ήταν στη Νάπολι, ο μόνος που μπορει να χαρακτηριστεί έτσι στα 1866 εΐναι ο Ελιζέ Ρεκλί, και στα 1867 οι Εμΐλ Βογκτ και Σεζάρ ντε Πέπε.

Σε άλλο κείμενο θα εξηγήσω πώς αυτά τα σκόρπια κομμάτια της Διεθνούς Αδελφότητας οδήγησαν στο ισχυρό ιταλικό αναρχικό κίνημα που αναπτύχτηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του 1870. Εδώ, μας ενδιαφέρει μόνον ο Μπακούνη> και, απ' αυτή τη σκοπιά, η Διεθνής Αδελφότητα έχει σημασία γιατϊ τον παρακίνη-σε, μέσα από τη σύνταξη κειμένων όπως η Κατήχηση του Επαναστότη, να διασαφηνϊσει τα τελικά στάδια του προχωρήματός του προς τον γνήσιο αναρχισμό· του έδωσε επίσης και πρακτική εμπειρία αναφορικά με το στήσιμο μιας οργάνωσης, και τον έφερε σε επαφή με μερικούς ανθρώπους που έγιναν αργότερα οι πιο δραστήριοι συνεργάτες του στη μεγάλη μόχη που έδωσε μέσα στη Διεϋνή.

Αυτό, όμως, που τράβηξε αμέσως μετά την προσο-

—30—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

χή του Μπακούνιν, δεν ήταν η Διεθνής αλλά ένα Συνέδριο που οργάνωνε για το Σεπτέμβρη του 1867 στη Γενεύη μια διεθνής επιτροπή φιλελεύΦερων, με σκοπό να συζητήσουν για «τη διατήρηση της ελευθε-ρϊας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης» σε μιαν Ευρώπη που απειλούνταν από τη σύγκρουση ανάμεσα στην Πρακιία και στην Αυτοκρατορική Γαλλια. Ο χαρακτή-ρας του εγχειρήματος αυτού δεν ήταν επαναστατικός, κι αυτό το μαρτυρούν τα ονόματα των οργανωτών του Συνεδρίου - όπου μεταξύ άλλων συμμετεϊχαν και ot Τζον Μπράιτ και Τζον Στιούαρτ Μιλ- ο Μπακούνιν, όμως, είδε το Συνέδριο σαν ευκαιρία να διαδώσει τις ιδέες του και να επεκτεΐνει τις δραστηριότητές του πιο πέρα από τα υπόγεια σκοτάδια των συνωμοτικών ομάδων, στον ανοιχτό στϊβο των πολιτικών συζη-τήσεων.

Τα ανδραγαθήματα του Μπακούνιν στα 1848, η φυλάκισή του, η οαχόδρασή του από τη Σιβηρία, τον είχαν κάνει θρυλική μορφή στη δυτική Ευρώπη, και η εμφάνισή του στο Συνέδριο για την Ειρήνη και την Ελευθερία - η πρώτη του δημόσια εμφάνιση από τον καιρό του Συνεδρίου της Πράγας πριν από δεκαοχτώ χρόνια - προκάλεσε αϊσθηση και μεγάλο ενδιαφέρον. Εκλέχτηκε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής και, την ώρα που πήγαινε για να πάρει τη θέση του πάνω στην εξέδρα - ένας πρόωρα γερασμένος πενηντάρης που τρέκλιζε, ντυμένος ατημέλητα και με όχι και πολύ καθαρά ρούχα - ο Γκαριμπάλντι πετάχτηκε όρθιος και τον αγκόλιασε, ενώ οι εξακόσιοι εκπρόσωποι, φωνάζο-ντας ρυθμικά τ' όνομά του, σηκώϋηκαν αυθόρμητα όρθιοι για να χειροκροτήσουν αυτό τον σκληροτράχηλο ήρωα της υπόθεσης της ελευθερίας.

Η Φερμή αυτή υποδοχή δε βοήθησε και πολύ τα πράγματα, γιατί οι απόψεις του Μπακούνιν γισ όλα σχεδόν τα ζητήματα παραήταν ακραΐες για τους φιλελεύθερους που αποτελούσαν την πλειοψηφία του Συνεδρίου. Ανέπτυξε τη φεντεραλιστική άπο·ψη κατά τρόπο σχεδόν ορβόδοξα προυντονικό, συνάντησε ό-μως αντίδραση μεγόλη γιατί δεν μπόρεσε ν' αποφύγει

—31—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

τους ύμνους στην καταστροφή. Είπε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουϋα:

Η γενική ειρήνη 6εν είναι δυνατό να επικρατήοει όσο υπάρχουν τα τοιρινά συγκεντρωτικά κράτη. Πρέπει να ϋελήσουμε να τα καταστρέψουμε για να μπορέσουν, πάνω στα ερειτπα τούτων των καταναγκαστικών ενώσεων που επιβλήθηκαν αηό τα πάνω με την εξουσία και με τις κατακτήσεις, να ξεπηδήαουν ελεύΰερες ενώσεις οργανωμέ-νες από τα κάτω με βάση την ελεύθερη ομοσπονδιακή συνένωση των κοινοτήτων σε επαρχίες, των επαρχιών σε έΰνη, και των εΰνών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ε\>ρώπης.

Κι όμως, έμεινε αρκετή από την αιγλη της πρώτης μέρας μες στα μυαλά των εκπροσώπων ο Μπακούνιν εκλέχτηκε στην κεντρική επιτροπή της Λίγκας που ορίοτηκε από το Συνέδριο, και ουσιαστικά κυριαρχού-σε σε τούτο το μικρότερο σώμα που έπρεπε να ετοιμάσει τις εισηγήσεις για το δεύτερο Συνέδριο του 1868. Για τους συνεργάτες του, έγραψε ένα εκτεταμένο έργο που περιείχε τις απόψεις του και που αργότερα εκδόθηκε με τΐτλο Φεντεραλιαμός, αοσιαλιαμός χαι αντιδεολογιαμός. To τμήμα του βιβλϊου που αναφε-ρόταν στον φεντεραλισμό βασιζόταν ακόμα στις ιδέες του Προυντόν, όπως ενμέρει και το τμήμα που αναφερόταν στο σοσιαλισμό, όπου τόνιζε την ταξική δομή της κοινωνίας του καιρού του καβώς και το ασυμβΐβαστο των συμφερόντων των καπιταλιστών και των εργατών. Ο Μπακούνιν προσδιόριζε τη σοσιαλιστι-κή του στόση με τα ακόλουθα λόγια:

Αυτό που απαιτούμε ειναι να διακηρυχτεί ξανά η μεγάλη αρχή της Γαλλικής Επανάστασης: ότι, δηλαδή, κάθε άνθρω-πος πρέπει να έχει τα υλικά και ηθικά μέσα "για να αναπτύσσει την ανθρωπινότητά^ του στο σύνολό της, μια αρχή που, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να διατυπωθεί με τον ακόλουθο τρόπο: να οργανώσουμε την κοινωνία κατά τρόπο τέτοιον ώστε κάθε άτομο, άντρας ή γυναίκα, που θα 'ρχεται στον κόσμο, να βρει κατά το δυνατόν τα ίδια μέσα για την ανάπτυξη των διαφορετικών του ικανοτήτων, και για τη χρησιμοποίησή τους στη δουλειά· να οργανώσουμε μια κοι,νωνία η οποία, κάνοντας αδύνατη την εκμετάλλευση ανΰρώπου από άνΰρωπο, θα επιτρέπει στον καθένα να

—32—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

συμμετέχει στον κοινωνικό πλούτο - που, στην πραγματικό-τητα, παράγεται μόνο με τη δουλειά - μόνο σιο μετρο πον έχει σνμβάλει στην παραγωγή τον ηλοντον αυτον με τη δονλειά τον.

Η τελευταία φράοη, που την τονίζω εγώ, δείχνει ότι κι εδώ ακόμα ο Μπακούνιν υποστηρίζει την ίδια θέση με τον Προυντόν. Σε αντίθεση με τους αναρχο-κομμουνιστές της δεκαετίας του 1880, δεν πίστευε στην αρχή «Από τον χαϋένα. σύμφωνα με τις δυνατότη-τές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγχες του», αλλά στη ριζικά διαφορετική αρχή «Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλο-γα με τα έργα του». Η παλιά χατάρα που έριξε ο Θεός στον Αδάμ - «θα τρως το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου» - στέκει ακόμα πάνω απ' τον κόσμο που οραματίζεται ο Μπακούνιν χρειαζόταν η άγια αισιοδοξία των Κροπότκιν και Μαλατέστα για ν' απομακρυνθεί απ' το όραμα των αναρχικών αυτή η κατάρα.

Κι όμως, ενώ ο Μπακούνιν δεν ήταν κομμουνιστής με βάση τις αρχές του Κροπότκιν, διέφερε από τον Προυντόν κατά το ότι πήρε τον συνεταιρισμό, που ο Προυντόν τον είχε δεχτει απρόϋυμα σαν μέαο για ν' αντιμετωπίσει τα προβλήματα της μεγάλης βιομηχα-νίας, και τον μετέτρεψε σε κεντρική αρχή της οικονο-μικής οργάνωσης. Η ομάδα των εργατών, η κοινότητα (κολεκτίβα), παίρνει τη ΰέση του μεμονωμένου εργάτη σαν βασική μονάδα της κοινωνικής οργάνωσης. Με τον Μπακούνιν, το κύριο ρεύμα του αναρχισμού απομα-κρύνεται από τον ατομικισμό, έστω κι απ' την μετριασμένη προυντονική μορφή του- αργότερα, στη διάρκεια των Συνεδριων της Διεθνούς, οι κολεκτιβιστές υποστηρικτές του Μπακούνιν ϋα έρθουν σε αντίθεση με τους υποστηρικτές της αλληλοβοήθειας (μουτουα-λιστές) προυντονικούς - τους άλλους κληρονόμους της αναρχίας - στο ζήτημα της ιδιοκτησιας και της κατοχής των μέσων παραγωγής.

Ο Μπακούνιν δεν έπεισε την κεντρική επιτροπή της Λίγκας να δεχτεϊ το πρόγραμμά του στο σύνολό

—33—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

του, την έπεισε όμως να δεχτεί μιαν αξιοσημειωτα ριζοσπαστική εισήγηση για to Συνέδριο της Βέρνης (Σεπτέμβρης 1868), που υποστήριζε την οικονομική ισότητα και έκανε καλυμμένα επίθεση κατά της εξουσίας τόσο του κράτους όαο και της Εκκλησίας. To Συνέδριο, όμως, απέρριψε την εισήγηοη με μια πλειο-ψηφία τόσο μεγάλη που έδειξε καϋαρά στον Μπακού-νιν ότι ελάχιστα θα μπορούσε να πετύχει, όσον αφορά την προώθηση της κοινωνικής επανάστασης, μέσα απ' τη Λϊγκα. Στο τέλος του Συνεδρϊου, ο ίδιος μαζί με δεκαεφτά συνεργάτες του αποχώρησαν επίσημα από τήν οργάνωοη· εκτός από τους τρεις ιταλούς φίλους του - Φανέλι, Τούτσι και Φρίσια, - ήταν και αρκετοΐ άλλοι που έπαιξαν αργότερα σημαντικό ρόλο στην ιοτορία του αναρχισμού, όπως ο Ελιζέ Ρεκλΐ, ο ρώσος Ζουκόφσκι και ο υφαντής από τη Λιόν Αλμπέρ Ρισάρ. ' Ολοι αυτοί αποτελούσαν ένα σεβαστό ποσοστό από τους εκατό εκπροσώπους της Λίγκας που χαροπάλευε κιόλας, και απ' αυτούς ο Μπακοΰνιν στρατολόγησε εκείνους που αποτέλεσαν τον πυρήνα της επόμενης οργάνωσής του.

Η επόμενη οργάνωσή του ήταν η περϊφημη Διεθνής Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατϊας. Η Συμμαχία δεν παραγκώνισε ευθύς τη Διεθνή Αδελφό-τητα, που επέζησε σαν σκιώδης οργάνωση των στενών φ'ιλων του Μπακούνιν μέχρι τη διάλυσή της στα 1869, ανέλαβε όμως σε διεθνή κλίμακα το έργο μιας ανοιχτής προπαγανδιστικής οργάνωσης που, στο αρχικό σχέδιο της Αδελφότητας, προοριζόταν για τις Εϋνικές Οικογέ-νειες. Στο σχέδιο της οργάνωσης, η ιεραρχική δομή κάπως χαλάρωσε· όπως και άλλες μεταγενέστερες αναρχικές ομοσπονδίες, η Συμμαχια ϋα περιλάμβανε λίγο πολύ αυτόνομες ομάδες που Οα ενώνονταν σε κάϋε έθνος και ϋα σχημάτιζαν το ΕΟνικό Γραφείο. Και το πρόγραμμα ήταν πιο ρητά αναρχικό από το πρόγραμμα της Διεθνούς Αδελφότητας και έδειχνε σε ορισμένα σημεϊα ότι είχε επηρεαστεί από τη Διεθνή ' Ενωση των Εργαζομένων, που ο Μπακούνιν σαν άτομο είχε γίνει μέλος της δυο μήνες πριν εγκαταλειψει

—34—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

τη Λίγκα για την Ειρήνη και την Ελευθερία. Ο φεντεραλισμός τονιζόταν περισσότερο απ' όσο πριν -το πρόγραμμα απαιτούσε την πλήρη καταστροφή των εθνικών κρατών και την αντικατάστασή τους από μια «ένωση ελεύθερων αγροτικών και βιομηχανικών συνε-ταιρισμών» σε παγκόσμια κλιμακα - οι δε οικονομικοϊ και κοινωνικοί στόχοι της Συμμαχίας συνοψϊζονταν ατην ακόλουθη παράγραφο:

Η Συμμαχία έχει για κύριο στόχο της την πλήρη και τελεσίδικη κατάργηση των τάξεων, καθώς και την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ισότητα όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου- για να πετύχει τον παραπάνω στόχο, απαιτεί πρώτα απ' όλα την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος, έτσι ώστε στο εξής τα εισοδήματα του καθενός να είναι ανάλογα με το τι παράγει· εηιπλέαν, σύμφωνα με την απόφαση του τελευταιου Συνέδριου της Διεθνούς που έγινε ατις Βρυξέλες, απαιτεί να γινουν η γη, τα εργαλεία και όλο το κοινωνικό κεφάλαιο από κοινού ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας και να χρησιμοποιούνται οτο εξής από τους εργάτες, δηλαδή μόνον από τους αγροτικούς και βιομηχανι-κούς συνεταιρισμούς. (Βλ. Αντιεξοναιαστιχός αοσιαλισμός).

Μέχρι να εμφανιστούν οι αναρχικοΐ κομμουνιστές, αυτό αποτελούσε σε αδρές γραμμές το πρόγραμμα του αναρχικού κινήματος.

Σήμερα, εϊναι δύσκολο να καθορίσουμε κατά πόσον ο Μπακούνιν σκεφτόταν ότι η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής ΑημοκρατΊας ϋα μπορούσε να έχει μια δικιά της ζωή, ή κατά πόσο την προόριζε για Δούρειο ' Ιππο που Οα του επέτρεπε να οδηγήσει μια στρατιά αναρχικών κατευθείαν στην καρδιά της Διεϋνούς. Αν, πάντως, πάρουμε υπόψη τις προσπάθειες που έκανε για να στήσει όργανα της Συμμαχίας σε διάφορες χώρες καθώς και την επιτυχια της συγκριτικά με παλιότερες οργανώσεις του Μπακούνιν, φαίνεται πολύ απίθανο να την έβλεπε απλώς σαν προσωρινή μετωπική οργάνωση. Ο Φσνέλι πήγε στην Ισπανία το Νοέμβρη του 1868 και ίδρυσε κλάδους της Συμμαχίας στη Βαρκελόνη και στη Μαδρίτη. Άλλοι τομείς ιδρύθηκαν οτη Λιόν, στη Μασαλία, στη Νάπολι και στη Σικελια. Ο κύριος τομέας, όμως, ήτανε στη Γενεύη, όπου λειτουργούσε

—35—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

και το Κεντρικό Γραφείο, με επικεφαλής τον ίδιο τον Μπακούνιν. ' Ετσι, η Συμμαχία εξαπλώθηκε στις λατι-νικές χώρες, και μάλιστα οι τομεϊς της σχημάτιζαν ένα πυκνό δίκτυο, σε αντίθεση όμως με την Αδελφότητα, είχανε και δικά τους ζωή, ανεξάρτητη από τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντος του Μπακού-νιν. ' Ολες οι ενδεϊξεις μας επιτρέπουν να δούμε ότι ο Μπακούνιν και οι πιο σπουδαίοι συνεργάτες του πήραν πολΰ στα σοβαρά το σχηματισμό της Συμμαχίας και ότι έλπιζαν να εξακολουθήσει να υπάρχει σαν σώμα αναρχικών με μια κάποια αυτονομία μέσα στη Διεϋνή όπου θα δρούσε σαν ένα εΐδος ομάδας ριζοσπαστών ακτιβιστών, σαν λεγεώνα αφοσιωμένων «προπαγανδι-στών, αποστόλων και οργανωτών» - σύμφωνα με τη διατύπωση του Μπακούνιν.

Μ' αυτές τις σκέψεις, η Συμμαχία ζήτησε τυπικά να γΐνει δεκτή στη Διεθνή σαν σώμα. Διάλεξαν τον Τζον Μπέκερ για να μεταφέρει την αίτηση, έναν γερμανό σοσιαλιστή που ήταν συνταγματάρχης στο στρατό του Γκαριμπάλντι, ίπως γιατί ο Μαρξ, που τώρα είχε αποκτήσει τον έλεγχο του Κεντρικού Συμβουλίου, της Διεθνούς οτο Λονδίνο ήταν γνωστό ότι τον εκτιμούσε. Με την μάλλον απλοϊκή ελπίδα ότι τα πράγματα θα διευκολύνονταν με προσωπικές επαφές, ο Μπακούνιν - που είχε κιόλας συζητήσει με τον Μαρξ στο Λονδίνο στα 1864 τις προοπτικές της Διεθνούς - του έστειλε κι ένα παράξενο γράμμα, όπου μια εμφανέστατη αφο-σίωση στην υπόθεση της εργατικής τάξης συνδυαζόταν με μάλλον αδέξια γραμμένες κολακειες. Γράφει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

Από τότε που αποχαιρέτησα επίσημα και δημόσια τους αστούς στο Συνέδριο της Βέρνης, δεν γνώρισα άλλη συντρο-φιά ούτε και άλλο κόσμο από τον κόσμο των εργατών. Πατρίδα μου είναι τώρα η Διεϋνής, που εσύ είσαι ένας από τους κυριότερους ιδρυτές της. Βλέπεις', λοιπόν, αγαπητέ φίλε, ότι είμαι μαϋητής αον κι είμαι περήφανος γι' αι>τό.

Ο Μαρξ ούτε εντυπωσιόστηκε ούτε πείστηκε. Όντας παλιός πανσλαβιστής, θαυμαστής του Πρου-ντόν και προπαγανδιστής μιας θεωρίας της αυθόρμη-

—36—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

της επανάστασης που Οα βασι,ζόταν κυρίως στους αγρότες και στους ξεπεσμένους κάτοικους των πό-λεων, (στο λούμπεν προλεταριάτο) ο Μπακούνιν ήταν τριπλά ύποπτος στα μάτια του, έστω κι αν οι κυριότε-ρες μεταξύ τους συγκρούσεις αναφορικά με την πολιτική δράση και το κράτος δεν ε'ιχαν αχόμα πάρει συγκεκριμένη μορφή. Ακόμα κι ένας άνθρωπος που δε θα 'χε για στόχο του κάποια προσωπικήν εξουσία, όπως ο Μαρξ, θα είχε τρομάξει από το αίτημα της Συμμαχίας έπρεπε να γϊνουν κλάδοι της Διεθνούς, διατηρώντας όμως τους δεσμούς τους με το Κεντρικό Γραφεϊο του Μπακούνιν στη Γενεύη, και οι εκπρόσω-ποι της Συμμαχίας θα έπρεπε να κάνουν χωριστές συγκεντρώσεις στον ίδιο τόπο και την ίδια ώρα που Οα γινόταν η συγκέντρωση του μεγαλύτερου σώματος -της Διεθνούς.

Απέναντι σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι γερμανοί μαρξιστές, οι γάλλοι μπλανκιστές και οι άγγλοι τρεϊντ-γιουνιονιστές του Κεντρικού Συμβουλίου συνασπίστη-καν, και η αίτηση της Συμμαχίας απορρΐφτηκε με το αιτιολογικό ότι μια δεύτερη διεθνής οργόνωση, είτε μέσα είτε έξω απ' τη Διεθνή, μπορούσε μόνο να ενθαρρύνει τη φραξιονιστική δραστηριότητα και τις ίντριγκες. Η απόφαση ήταν μάλλον λογική· το μοναδι-κό στοιχείο της που μας κάνει να χαμογελάσουμε ειρωνικά είναι το ότι την υπαγόρευσε ο μοναδικός άνθρωπος μέσα στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα που ήταν ανώτερος απ' τον Μπακούνιν στη φραξιονιοτική δραστηριότητα και στις ίντριγκες.

Ο Μπακούνιν πειθάρχησε στην απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου. Η Συμμαχία διαλύθηκε στα φανερά (μολονότι δεν έχει ακόμα ξεκαϋαριστεί το αν εξακολούθησε να λειτουργεί στα κρυφά), και η διάλυ-ση των κλάδων της, που μετωνομάστηκαν σε κλάδους της Διεθνούς, έγινε την άνοιξη του 1869. Μόνον ο τομέας της Γενεύης κράτησε τον τίτλο Συμμαχια της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που τον άλλαξε αργότερα σε «Τομέας Προπαγάνδας»· εντάχτηκε στη Διεθνή με εκατόν τέσσερα μέλη κι εξακολούθησε να δρα ξεχωρι-

—37—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

στά art' τον τομέα της Διεθνούς που υπήρχε στη Γενεύη.

Η διάλυση της Συμμαχίας δεν επηρέαζε την πραγματική επιρροή που θα μπορούσε ν' ασκήσει ο Μπακούνιν απ' τη στιγμή που θα πατούσε στέρεα το πόδι του σε μια πλατύτερη οργόνωση. Οι τομείς της Ισπανίσς και της Ιταλίας άλλαξαν όνομα, όχι όμως και στάση' μέσα στη Διεθνή παρέμεναν αφοσιωμένοι στον Μπακούνιν και στον αντιπολιτικό, κολεκτιβιστικό αναρχισμό του. Η επιρροή του Μπακούνιν ήταν ισχυρή και στη νότια Γαλλϊα και στο Βέλγιο, ενώ τα 1869 κέρδισε πολλούς υποστηριχτές στη Ρομανική Ομο-σπονδϊα, την ομάδα τριάντα τομέων που δρούσαν στη γαλλόφωνη Ελβετία - η οποία ήταν μια απ' τις πιο γόνιμες περιοχές για τη δράση των μελών της Διεϋνούς.

Στη Ρομανική Ομοσπονδϊα οι πιο πιστοι του υποστηριχτές ήταν οι ρολογάδες των χωριών της Γιούρα, που συνδύαζαν τη χειροτεχνία με την αγροτική δουλειά κι ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο με τον Προυντόν υλικό του ορεσείβιου αγρότη. Επηρεάζονταν σε μεγάλο βαθμό από τον νεαρό δάσκαλο Τζέιμς Γκιγιόμ, που ο Μπακούνιν τον είχε συναντήσει στο Πρώτο Συνέδριο της Λίγκας για την Ειρήνη και την Ελευθερΐα. Σΰντομα η Ρομανική Ομοσπονδία δια-σπάστηκε· απ' τη μια μεριά πήγαν οι εργάτες της Γενεύης που τους οδήγησε στο στρατόπεδο του Μαρξ ο ρώσος πρόσφυγας Νίκολας Ούτιν και απ' την άλλη ot άνθρωποι της Γιούρα. Οι ορεσε'ιβιοι μπακουνικοϊ αποχώρησαν στο τέλος και σχημάτισαν μια χωριστή Ομοσπονδία της Γιούρα, που στη διάρκεια της δεκαε-τίας του 1870 αποτέλεσε κέντρο της ελευθεριακής σκέψης και, στα πρώτα της χρόνια, την πραγματική καρδιά του αναρχικού κινήματος.

Και πριν ακόμα από την ίδρυση της Ομοσπονδϊας της Γιούρα, είχε γίνει η πρώτη μάχη ανάμεσα στον Μπακούνιν και στους μαρξιστές κατά το Συνέδριο της Διεθνούς στη Βασιλεία το Σεπτέμβρη του 1869. To Συνέδριο cojto σημαδεύει μιαν αλλαγή στο συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στη Διεβνή. Στη διάρκεια των

—38—

ΘΕΟΣΚΑΙΚΡΑ ΤΟΣ

τεσσάρων πρώτων χρόνων της ζωής της Διεθνούς, η κυριως σύγκρουση γινόταν ανάμεσα στους προυντονι-κούς μουτουαλιστές απ' τη μια μεριά και στο ετερογε-νές σώμα των αντιπάλων τους an' την άλλη - κομμου-νιστές, μπλανκιστές, άγγλους τρεϊντγιουνιονιστές, που πάνω τους είχε στσθεροποιήσει την επιρροή του ο Μαρξ μέσω του Κεντρικού Συμβουλίου. Οι μουτουαλι-στές ήταν κατά κάποιον τρόπο αναρχικοί, αντιτϊθενταν στις πολιτικες επαναστάσεις και συνδύαζαν την επιθυ-μία τους να μείνουν έξω απ' τη Διεθνή όλα τα αστικά στοιχεία με μιαν επΐμονη προπαγάνδα υπέρ των τραπεζών αλληλοβοήϋειας και των συνεταιριστικών εταιριών, που τις ϋεωρούσαν βάσεις για την αναδιορ-γάνωοη της κοινωνιας· ήταν ένας προυντονισμός χωρις Προυντόν, γιατι κανένας από τους ηγέτες των μου-τουαλιστών - Τολέν, ΦρΊμπουργκ, Λιμουζέν - δεν είχε κληρονομήοει ούτε την επαναστατική διορατικότητα οχχτε και τη δυναμική προσωπικότητα του δασκάλου τους. Ηδη στο Συνέδριο των Βρυξελών στα 1868, οι μουτουαλιστές είχαν νικηϋεϊ όταν αντιτάχτηκαν στην κολεκτιβοποιηση, και στο Συνέδριο της Βασιλείας αποτελούσαν ολοφάνερα μειο^φία, αφού και αρκετοί γάλλοι εκπρόσωποι ήταν πια αντίθετοι με την ιδέα των μουτουαλιστών για ατομική «κατοχή των μέσων ηαρα-γωγής». Ο αγώνας του Μαρξ εναντϊον των μουτουαλι-στών είχε ουσιαστικά λήξει στα 1869, η χαρά του όμως ήτανε πρόωρη: απεναντϊ του βρέθηκε μια απ' τις πιο φοβερές πρωτεϊκές μορφές του αναρχισμού.

Οι από πεποίθηση μπακουνικοί ήτανε μόνο μια σχετικά μικρή ομάδα ανάμεσα στους εβδομηνταπέντε εκπροσώπους που μετείχαν στο Συνέδριο της Βασι-λείας. Ο ίδιος ο Μπακούνιν ήταν εκπρόσωπος της Νάπολιν τον υποστήριζαν εφτά ελβετοί, δυο από τη Λιόν, δυο ισπανοΐ κι ένας ιταλός, ενώ ο παριζιάνος βιβλιοδέτης Ευτζέν Βαρλέν, ο βέλγος ντε Πέπε και μερικοί άλλοι εκπρόσωποι έδειξαν κάποια οαιμπάθεια για τις ιδέες του δίχως να ειναι μαθητές του. Ο Μπακούνιν κυριάρχησε στο Συνέδριο με τη δύναμη της προσωπικότητάς του και με την ευγλωττία του και όχι

—39—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

με τον αριθμό των υποστηριχτών του, κι έτσι κατάφερε να ματαιώσει τα σχέδια των μαρξιστών. ' Οπως συμβαί-νει πολύ συχνά, το συγκεκριμένο ζήτημα όπου οι μαρξιστές νικήθηκαν είχε μικρή ατημαο'ια συγκριτικά με τις Οεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των υποστηριχτών του ελευθεριακού και των υποστηριχτών του εξουσια-στικού σοσιαλισμού. ' Ηταν το ζήτημα της κατάργησης του κληρονομικού δικαιώματος, που ο Μπακούνιν την έβλεπε σαν ένα πρώτο βήμα γισ την κοΓνωνική και οικονομική εξίσωση των ανΰρώπων η στάση του Μαρξ, που δεν παραβρισκόταν στο Συνέδριο, φαίνεται πιο επαναστατική, ήταν όμως στην πραγματικότητα πιο ρεφορμιστική από τη στάση του Μπακούνιν, αφού δεν ήϋελε τίποτα λιγότερο απ' την πλήρη κοινωνικο-ποίηση των μέσων παραγωγής - ήταν, όμως, πρόθυμος να Θυσιάσει περισσότερους ανϋρώπους στη διάρκεια των μεταβατικών σταδίων. Ο Μπακούνιν κέρδιοε μιαν ολοφάνερη νίκη, αφού η πρότασή του έλαβε τριαντα-δύο ψήφους υπέρ και εικοσιτρείς κατά, ενώ του Μαρξ έλαβε δεκάξι υπέρ και τριανταεφτά κατά· πρακτικά, όμως, το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο, αφού οι αποχές μετρούσαν για αρνητικές ψήφοι κι έτσι η πρόταση του Μπακούνιν, στην οποία έκαναν αποχή δεκατρείς εκπρόσωποι, δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία που απαιτούνταν για να περιληφθεί στο πρόγραμμα της Διεθνούς.

Απ' αυτό το σημείο και πέρα, η σΐ'γκρουση ανάμεσα στο Μπακούνιν και στον Μαρξ βάθαινε σταϋερά και αναπόφευκτα. Ενμέρει ήταν μια σν>γ-κρουση για τον έλεγχο της οργόνωαης, όπου ο Μπακούνιν ήταν επικεφαλής των μελών της Διεϋνούς των λατινικών χωρών και τα οδηγούσε εναντίον του Μαρξ και του Γενικού Συμβουλίου προσπαϋώντας να αποτινάξει την εξουσία τους. ' Ηταν, όμως, και μια σύγκρουση προσωπικοτήτων και αρχών.

Από ορισμένες απόψεις, ο Μαρξ και ο Μπακούνιν ήτανε ίδιοι. Είχαν κι οι δυο τους πιει πολύ από τη μεϋυστική πηγή του χεγκελιανισμού και το μεϋύσι τονς κράτησε για όλη τους τη ζωή. ' Ηταν κι οι δυο από

—40—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

φύση αυταρχικοί και αγαπούσαν τις ΐντριγκες. ' Ηταν κι οι δύο, παρά τα ελαττώματά τους, ειλικρινά αφοσιω-μένοι στην υπόθεση των καταπιεσμένων και των φτωχών. Από ορισμένες άλλες απόψεις, όμως, ήταν πολύ διαφορετικοί. Ο Μπακούνιν ήταν πνεύμα γεν-ναιόδωρο και ανοιχτό μυαλό, ενώ ο Μαρξ ήταν αλαζονικός, εκδικητικός και αφόρητα σχολαστικός. Στην καθημερινή του ζωή, ο Μπακούνιν ήταν ένα μίγμα μποέμ και αριστοκράτη, που ot άνετοι τρόποι του του επέτρεπαν να ξεπερνάει όλα τα ταξικά σύνορα, ενώ ο Μαρξ παρέμενε ένας αδιόρθωτος αστός ανίκα-νος ν' αποκτήσει γνήσια προσωπική επαφή με υπαρ-κτά δείγματα του προλεταριάτου, στο οποίο έλπιζε να μεταδώσει τις ιδέες του. Σαν άτομο, ο Μπακούνιν ήταν σναμφΐβολα πιο αξιαγάπητος· η γοητεία της προσωπι-κότητάς του, καθώς και η ικανότητά του να βλέπει με τη διαίσθηση ορισμένα πράγματα, τον τοποϋετούσαν συχνά σε πλεονεκτική θέση απέναντι στον Μαρξ, μολονότι ο τελευταίος ήταν σαφώς ανώτερός του από άποψη γνώσεων και εξυπνάδας.

Ot διαφορές στην προσωπικότητα προβάλλονταν και στις διαφορές αρχών. Ο Μαρξ ήταν εξουσιαστικός, ο Μπακούνιν ελευθεριακός- ο Μαρξ ήταν συγκεντρω-τικός, ο Μπακούνιν φεντεραλιστής· ο Μαρξ υποστήρι-ζε ότι οι εργάτες έπρεπε να αναλάβουν πολιτική δράση και σχεδίαζε να καταλάβει τον κρατικό μηχανισμό' ο Μπακούνιν ήταν αντίθετος με την πολιτική δράση και επιδίωκε την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού. Ο Μαρξ υποστήριζε αυτό που ονομάζουμε τώρα εϋνικο-ποίηση των μέσων παραγωγής· ο Μπακούνιν υποστή-ριζε τον εργατικό έλεγχο. Η σύγκρουση αυτή είχε στην πραγματικότητα για επικεντρό της, όπως και όλες οι μετέπειτα συγκρούσεις μαρξιστών και αναρχικών, το ζήτημα της μεταβατικής περιόδου ανάμεαα στηνυπάρ-χουσα και στη μελλοντική κοινωνια. Οι μαρξιστές σέβονταν το ιδανικό των αναρχικών και συμφωνούσαν ότι ο τελικός στόχος του σοσιαλισμού και του κομμου-νιομού ϋα πρέπει να είναι ο μαρασμός του κράτους, ιιποστήριζαν όμως ότι κατά τη διάρκεια της μεταβατι-

—41—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

κής περιόόου το κράτος πρέπει να εξακολουθήσει να υπάρχει με τη μορφή της δικτατορίας του προλεταριά-του. Ο Μπακούνιν, που ε'ιχε πια παρστήσει τις ιδέες του για μιαν επαναστατική δικτατορΐα, ζητούσε την κατάργηση του κράτους όσο ήταν δυνατό πιο γρήγορα, έστω και με κϊνδυνο ένα προσωρινό χάος, που το έβλεπε σαν λιγότερο επικίνδυνο απ' τα στραβά που δεν μπορεί να μην έχει η οποιαδήποτε μορφή κυ-βέρνησης.

Οπου τέτοιες διαφορές σε ζψήματα αρχών και στόχων συνδυάζονται με τέτοιες διαφορές σε προσω-πικότητα, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες· δεν πέρασε πολύς καιρός, και η αντιζηλία στο εσωτερικό της Διεθνοϋς μετατράπηκε σε ηόλεμο μέχρις εσχάτων. Πριν, όμως, μιλήσουμε για τις τελευταϊες μάχες πρέπει να σταματήσουμε και να δούμε δυο σημαντικά επεισό-δια της ζωής του Μπακούνιν λίγο μετά τον ηθικό του θρίαμβο στο Συνέδριο της Βασιλείας. To χαϋένα ήταν, με τον τρόπο του, και μια ηθική ήττα.

To πρώτο επεισόδιο άρχισε με την άφιξη στη Γενεύη, στις αρχές της άνοιξης του 1869, του Σεργκέι Νετσάγιεφ, ενός φοιτητή του Πανεπιστημίου της Μόσχας ιτου είχε οργανώσει έναν επαναστατικό κύκλο, μιλούσε για αιμα και για φωτιά και to 'σκιιγε μόλις άκουγε ότι τον κυνηγούσε η αστυνομϊα. Ο Νετσάγιεφ έμελλε ν' απαθανατιστει αργότερα στην παγκόσμια λογοτεχνΐα σαν πρότυπο του Πέτερ Βερκοβένσκι στους Δαιμονισμένονς και, μολονότι το πορτρέτο του που έκανε ο Ντοστογιέφσκι είναι μια καρικατούρα που υποτιμά άδικα το γνήσιο ϋάρρος του Νετσάγιεφ, αποδίδει πιστά τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά του νεαρού επαναστάτη - το μηδενιστικό του φανατισμό, την έλλειψη κάθε προσωπικής εγκαρδιότητας ή ου-μπάθειας, τον υπολογισμένο του αμοραλισμό και την τάση του να βλέπει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναϊκες, σαν όργανα κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για την υπό-θεση της επανάστασης, που φυσικά ταυτΐζεται κατά τρόπο μαγικό με το προσωπικό του συμφέρον. Ο Νετσάγιεφ δεν ήταν αναρχικός- πίστευε

—42—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μάλλον στην επαναστατική δικτατορΐα που οδηγούσε το μηδενισμό μέχρις εκείνο το αποκρουστικό άκρο όπου ο σκοπός αγιόζει όλα τα μέσα, όπου το άτομο εκμηδενίζεται όπως και όλα τα άλλα πράγματα στην κοινωνία, και όπου η εξουσιαστική βούληση του τρομοκράτη γίνεται το μοναδικό αιτιολογικό για τις πράξεις του. Επιπλέον, αυτό δεν ήταν απλώς μια θεωρητική θέση· ο Νετσάγιεφ χρησιμοποιούσε πραγ-ματικά τις θεωρίες του για να δικαιολογήσει τη δολοφονία, την κλεψιά και τον εκβιασμό όταν τα έκανε ο ϊδιος. Στην ιστορία του αναρχισμού έχει θέση μόνον εξαιτϊας της κακής επιρροής που άσκησε στον Μπα-κούνιν.

Η γοητεία που ασκούσε ο Νετσάγιεφ στον Μπα-κούνιν βυμίζει και άλλες κοααστροφικές σχέσεις ανά-μεσα σε άντρες με πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας: τους Ρεμπό και Βερλέν, ή τους Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας και' Οσκαρ Ουάιλντ. Φαινεται ότι οπωσδήποτε υπήρχε μια δόση απωθημένης ομοφυλοφιλίας· πράγματι, είναι δύοτ<ολο να βρούμε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για την υποχωρητικότητα που έδειχνε για έναν καιρό απέναντι σ' αυτόν τον καταχϋόνιο νεαρό ο συνήθως αυταρχικός Μπακούνιν. Ανοιχτά. ωστόσο, ήτανε μια φιλία ανάμεσα σε δυο πολύ συνειδητούς επαναστάτες, που ο καθένας τους προσπαθούσε να μεγαλοποιήσει τη σημασΐα του με εξωφρενικές μπλόφες. Ο Νετσάγιεφ είπε στον Μπακούνιν - και φαίνεται ότι έπεισε τούτο τον βετεράνο των ρωσικών φυλακών - ότι είχε δραπετεύσει από το φρούριο Πέτρου και Παύλου και ότι ήταν εκπρόσωπος μιας επαναστατικής επιτροπής που είχε κάτω απ' τον έλεγχο της ένα συνωμοτικό δικτυο με πλοκάμια σ' όλη τη Ρωσία. Ο Μπακοϋνιν πάλι, δέχτηκε τον Νετσσγιεφ στην Παγκόσμια Επαναστατική Συμμα-χία (μια οργάνωση φανταστική που δεν έχουμε ακού-σει τιποτε άλλο γι' αυτήν) σαν Πράκτορα No 2771 του ρωσικού τομέα. Αφού πρώτα συνομολόγησαν σιωπηρά τη συμμαχία των δυο τεράστιων μα ανύπαρκτων επαναστατικών μηχανισμών, ο Μπακούνιν και ο Νε-τσάγιεφ συνεργάστηκαν για να γράψουν κείμενα που

—43—

MIX AH A ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Oct διανέμονταν στη Ρωσία. Ο Νετσάγιεφ ήταν πιϋανό-τατα ο πολυγραφέστερος από τονς δυο: τουλάχιστον όμως η μια από τις εφτά μπροσούρες που τύπωσαν μαζί έφερε την υπογραφή του Μπακούνιν είχε τον τίτλο Δνο λόγια ατους νεαρονς ρώσονς αδερφονς μον. Οι πιο εντυττωσιακές μπροσούρες, Πώς τίδεται το επαναοτατικό ζήτημα χαιΑρχές της εηανάστα-σης, δεν είχαν υπογραφή' και οι δυο μπροσούρες υμνούσαν την καταστροφή των πάντων στο όνομα της επανάστασης και υποστήριζαν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. «Δεν αναγνωρίζουμε δραστηριότητα άλλην από το έργο της καταστροφής, παραδεχόμαστε όμως ότι οι μορφές που ενδέχεται να πάρει η δραστηριότητα αυτή θα είναι εξαιρετικά ποικίλες -δηλητήριο, μαχαίρι, θηλειά, κλπ.», αναγράφεται στις Αρχές της εηανά-στασης.

Ακόμα πιο ακραίες θέσεις υποστηριζονται σ' ένα χειρόγραφο γραμμένο σε κώδικα, με τίτλο Κατήχηση τον επαναστάτη, που βρέϋηκε στην κατοχή του Νετσάγιεφ όταν τελικά τον έπιασαν οι ελβετικές αρχές στα 1870. Εκεί αναγράφονταν τα καϋήκοντα του ιδανικού επαναστάτη, που πρέπει να χάσει την ατομι-κή του υπόσταση και να γίνει ένα είδος καλόγερου της δικαιης καταστροφής, ένας χαοαα'ινος(3) του 19ου αιώνα:

Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος ταγμένος στην επανάσταση. Οφείλει να έχει μόνον ένα ενδιαφέρον, μια σκέψη κι ένα πάθος: την επανάσταση... Εχει μόνον ένα σκοπό και μια μόνον επιστήμη: την καταστροφή... Ανάμεσα σ' αχιτόν και την κοινωνία γίνεται ένας πόλεμος μέχρι θανάτου, αδιάκοπος και ανειρήνευτος... Πρέπει να κάνει έναν κατάλογο εκείνων πον είναι καταδικασμένοι σε θάνατο και να τοιις εκτελέσει σύμφωνα με τη σειρά των σχετικών τοιις ανομημάτων...

Η Κατήχηση τον επαναατάτη και οι άλλες μπροσούρες που γράφτηκαν μαζί μ' αυτήν, κατέχουν στη ζωή του ώριμου Μπακούνιν μια θέση τόοο αμφιλεγόμενη όσο και η Εξομολόγηαη στα νιάτα του. Οι μαρξιστές έχαναν ό,τι μπορούσαν για να του

—44—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

αποδώσουν την πατρότητα όλων αυτών των κειμένων οι αναρχικοί έβαλαν τα δυνατά τους για να ρίξουν το φταίξιμο στον Νετσόγιεφ. Και η έλλειψη σαφών ενδείξεων κάνει αδύνατη τη λύση του προβλήματος αυτού ακόμα και σήμερα. Πιθανότατα ο Μπακούνιν βοήθησε στη συγγραφή τουλάχιστον μερικών από τις ανυπόγραφες μπροσούρες, που περιέχουν ύμνους σε λήσταρχους όπως τον Στένκα Ραζΐν και που μοιάζουν πολύ με άλλα χωρία από παλιότερά του γραφτά. Από την άλλη μεριά, οι αναφορές σε «δηλητήριο, μαχαιρι, ϋηλειά, κλπ.» στις Αρχές της επανάστασης, μας υποδεικνύουν ότι το κεΐμενο γράφτηκε από κάποιον πον 'χε λιγότερο μυαλό από τον Μπακούνιν εκείνου, του άρεσε να σκέφτεται την καταστροφή σε μορφές πιο κατακλυσμικές. Η κατήχηση τον επαναστάτη, ανήκει σε μιαν άλλη κατηγορία κειμένων, αφού δεν τυπώθηκε ποτέ και μπορει θαυμάσια να ' χε γραφτεΐ από τον ιδιο τον Νετσάγιεφ όταν γύρισε στη Ρωσία τον Αύγουστο του 1869 με σκοπό να στήσει την καινούρια του επαναστατική οργάνωση, τη Λαϊκή Δικαιοσύνη. 0 τίτλος είναι ο ίδιος με κείνον που έχει το κεϊμενο που έγραψε ο Μπακούνιν για τη Διεθνή Αδελφότητα στα 1865, αυτό όμως δεν αποτελεί απόδειξη για την πατρότητα του κειμένου.

Κι όμως, ο Μπακούνιν επέτρεψε αδιαμαρτύρητα να τυπωϋεί το κείμενο Αρχές της επανάοτασης, πράγμα που υποδηλώνει ότι έδωσε σιωπηρά την έγκρισή του. ' Εχουμε επισημάνει κιόλας την προτϊμη-σή του για τις πιο βαρβαρικές μορφές συνωμοσίας. Ενώ όλα τα στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του υποδει-κνύουν ότι στη δράση απάνω ήταν ο πιο καλόκαρδος άνθρωπος, η φαντασια του - που διαμορφώΰηκε με βάση το ρομαντισμό της Ρωσίας της δεκαετϊας του 1840 - ήτανε πάντα έτοιμη να ξεσηκωθεί από μελοδρα-ματικά όνειρα αίματος και φωτιάς· ειχε διαρκώς απέναντί του τον πειρασμό - όπως κι οι πιο πολλοί επαγγελματίες επαναστάτες - να βλέπει την αποστολή τοι> σαν ιερό πόλεμο όπου πρέπει να καταστραφεί το κακό για να καϋαριστεί ο κόσμος και για να έρθει

—45—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

επιτέλους η ουράνια βασιλεϊα. To ότι δεν είχε δεχτεΐ ανεπιφύλακτα την τακτική του Νετσάγιεφ το δεϊχνει η αηδία του όταν ο Νετσάγιεφ άρχισε να την θέτει σε εφαρμογή. Ο Μπακούνιν μπορεί να ήταν απαλλαγμέ-νος από τη μικροαστική ηθική όσο κι ο Άλφρεντ Ντουλιτλ, τον ενδιέφεραν όμως, λόγω της αριστοκρατι-κής του καταγωγής, οι καλοί τρόποι· κατσάδιαζε τους νεαρούς από τα βουνά της Γιούρα όταν μιλούσαν χυδαία μπροστά σε γυναίκες, και δεν υπάρχει αμφιβο-λία ότι, ενώ στη Οεωρία μπορεί να είχε βρει έξοχα φοβερές τις προτάσεις του Νετσόγιεφ, στην πράξη τις έβλεπε σαν απλώς ανήϋικες.

Ο Νετσάγιεφ, πάντως, ειχε όλη τη μονομερή προσήλωση του γνήσκ>υ φοτνατικού και για κεΐνον δεν υπήρχε διάκριση ανάμεσα σε ιδέα και σε επακόλουθό της. 'Οταν επέστρεψε στη Ρωσΐα και έατησε τη μυστική του εταιρία, δολοφόνησε εν ψυχρώ κάποιον φοιτητή ονόματι Ιβάνοφ επειδή τον υποψιαζόταν ότι ϋα τον κατέδιδε στην αστυνομία και, έται πορωμένος που ήταν, άφησε τους συντρόφους του να πληρώσουν για το έγκλημά του. Οτσν γύρισε στην ΕλβετΊα, εξέϋεσε ακόμα περισσότερο τον Μπακούνιν με μια πράξη ηλίθιου εκβιασμού. Ο Μπακούνιν, για να ελαφρύνει τη φτώχεια του, είχε πάρει μιαν απ' τις σπάνιες φορές στη ζωή του την απόφαση να δουλέψει για να κερδίσει χρήματα- διάλεξε, όμως, ένα ιδιαίτερα δυσάρεστο έργο, τη μετάφραση του Κεφαλαίον για ένα ρώσο εκδότη. Πήρε μια προκαταβολή τρεις χιλιά-δες ρούβλια, βρήκε όμως τη στομφώδη γλώσσα του Μαρξ πιο δύσκολη απ' όσο εΐχε φανταστει και, δίχως να το πολυσκεφτεί, δέχτηκε ν' αφήσει τον Νετσάγιεφ να τακτοποιήσει τα πράγματα και να τον απαλλάξει από την υποχρέωσή του αυτήν. Ο Νετσάγιεφ -προφανώς δίχως να ξέρει τίποτα ο Μπακούνιν - έστειλε ένα γράμμα οτον πράκτορα του εκδότη στην Ελβετία, στον Λιουμπάβιν, και tov απείληοε ότι αν ενοχλούσε άλλο τον Μπακούνιν θα τον τιμωρούσε η Λαϊκή Δικαιοσύνη. To γράμμα βρέθηκε, άγνωστο πώς, στα χέρια του Μαρξ, ο οποιος και το χρησιμοποίησε τελικά

—46—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

για τους δικούς του σκοπούς. Στο μεταξύ, ο Νετσά-γιεφ, αφού εϊχε αρμέξει κυριολεκτικά τους ρώσουςτης Ελβετίας, έφυγε για το Λονδίνο με μια βαλίτσα γεμάτη με εμπιστευτικά ντοκουμέντα που έκλεψε απ' τον Μπακούνιν. Ο Μπακούνιν, απαλλάχτηκε επιτέλους απ' τις πλάνες του, τον αποκήρυξε και πέρασε αρκετές μέρες γράφοντας γράμματα σε φίλους του για να τους προειδοποιήσει να φυλάγονται απ' τον Νε-τσάγιεφ.

Σ' όλη την καριέρατου Μπακούνιν συναντάμε την ιδέα της δράσης - ιδιαϊτερα της επαναστατικής δράσης - σαν δύναμης που καθαριζει κι αναζωογονεί. Αυτό ισχύει τόσο για την κοινωνία όσο και για το άτομο- με διάφορους τρόπους, ο Μπακούνιν απηχεί την κραυγή του Προυντόν: «Εμπρός που να πόρει ο διάβολος, ας κάνουμε επανάσταση! Ειναι το μόνο καλό, η μοναδική πραγματικότητα στη ζωή». Οι επαναστάσεις στις οποίες έλαβε μέρος του εμφύσησαν μια σχεδόν μυστι-κιστική έξαρση, όπως εϊναι φανερό από τις παρατηρή-σεις του στην Εξομολόγηση για τη διάθεσή του στη διάρκεια του 1848- τα διαλείμματα δράσης που συνα-ντάμε στη μετέπειτα ζωή του φαΐνεται ότι λειτούργη-σαν όχι μόνο σαν μέσα για την επιτυχΐα κάποιων σκοπών, αλλά και σαν εμπειρίες καθεαυτές, ικανές να τον υψώσουν πάνω απ' την καθημερινή ζωή «που διαστρεβλώνει το ένστικτο και τη βούλησή μας, και καταστρέφει την καρδιά και το μυαλό μας». Η επαναστατική δράση ήτανε, μ' άλλα λόγια, μια προσω-πική απελευθέρωση, και επιπλέον κάτι σαν κάθαρση, ένας ηϋικός καθαρμός. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε τις τελευταίες επαναστατικές πράξεις της ζωής του. Οι δηλώσεις που έκανε ο ίδιος τον καιρό που έλαβε μέρος στην εξέγερση της Μπολόνια στα 1873, δεν αφήνουν καμιάν αμφιβολία για το ότι έβλεπε τη συμμετοχή του σ' αυτήν σαν εξιλέωση για τα οφάλμαΎα που είχε κάνει και - μολονότι δεν υπάρχει καμία σαφής ένδειξη γι' αυτό - φαϊνεται πιθανό να καλοδέχτηκε την εξέγερση της Λιόν το Σεπτέμβρη του 1870 σαν ένα μέσο για ν' αποδιώξει την ταπείνωση που

—47—

MIXAHA ΜΠΑΚ0ΥΝ1Ν

ενιωΰε για τη συνάντησή του με τον Νετσάγιεφ. Είχε κάνει ένα λάθος. Τώρα θα το ξεπλήρωνε με τις πράξεις του.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος τον είχε κιόλας ανα-στατώσει βαθιά. Την ικανοποίησή του για τις ήττες του Ναπολέοντα του Γ' τις αντιστάθμιζαν οι φόβοι του για την Αυτοκρατορική Γερμανία, είχε όμως δει και μιαν άλλη δυνατότητα - να μετατραπεί ο εϋνικός πόλεμος σε επαναστατικό πόλεμο του γαλλικού λαού εναντίον τόσο των πρώσω-ν εισβολέων όσο και των δικών του ανάξιων κυβερνητών. Κι αυτό, θα μπορούσε μέχρι να ειναι η αρχή της παγκόσμιας επανάστασης. Via να διασαφηνίσει τις ιδέες του έγραψε ένα γράμμα 30.000 λέξεων σ' έναν άγνωστο γάλλο (λένε πως πρόκειται για τον υποστηριχτή του απ' τη Λιόν Γκασπάρ Μπλαν)· ο Τζέιμς Γκιγιόμ το εξέδωσε με τ'ιτλο Γράμματα a' ένα γάλλο, αφού πρώτα το χώρισε σε έξι μέρη· η έκδοση ήταν τόαο πετυχημένη ώστε έγινε το πιο ξεκάθαρο και το mo καλογραμμενο από τα έργα του Μπακούνιν. Ακολουθεί ένα κομμάτι απ' αυτά τα Γράμματα:

Η Γαλλία σαν κράτος έχει ξοφλήσει. Δεν μπορεί πια να σωθεί με τα συνηθισμένα διοικητικά μέσα. Τώρα -στο προσκήνιο της ιστορίας πρέπει να εμφανιστεί η φυσική Γαλλ'ια, η Γαλλ'ια του λαού, πρέπει να σώαει την ελε\>θερια τόαο τη δικιά της όοο και όλης της Ευρώπης μ* έναν παλλαϊκό, αυϋόρμητο και καθαρά λαϊκό ξεσηκωμό, έξω απο κάθε επίσημη οργάνωση, έξω από κάθε σνιγκεντρωτικό κυβερνητικό όργανο. Διώχνοντας απ' τα εδάφη της τις στρατιές του βασιλιά της Πρωσίας, η Γαλλία ©α ελειιθερώσει όλους τους λαούς της Ευρώπης και ουνάμα θα κάνει την κοινωνική επανάστααη.

Ο Μπακούνιν, όμως, δεν αρκέστηκε απλώς να καλέοει γενικά κι αφηρημένα τον γαλλικό λαό να κάνει αυτό που ονόμαζε «λυσσαλέο, πανίσχυρο, γεμάτο πάθος και ενεργητικότητα, αναρχικό, καταστρεπτικό κι αχαλίνωτο ξεσηκωμό». Αποφάσισε να κάνει ό,τι μπορούσε για να τον προκαλέσει στην Κοιλόδα του Ροδανού, στην περιοχή που δεν απειλούνταν ακόμα απ' τις πρωσικές στρατιές· έατειλε γράμματα στους υποστηριχτές του στη Λιόν και τους κάλεσε να

—48—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

ενεργήσουν για να σώσουν τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό. Οταν τον κάλεσαν να πάει κι αυτός εκεί, δέχτηκε ευθύς. «Αποφάσισα να κουβαλήσω εκεί τα γέρικα κόκαλά μου, για να παίξω πιθανότατα το τελευταίο μου παιχνίδι», είπε σ' ένα φίλο απ' τον οποίο ζήτησε να του δανεϊσει χρήματα για to ταξίδι.

Στη Λιόν είχε ανακηρυχτεί η δημοκρατία αμέσως μετά την ήττα του Σεντάν. Στήθηκε μια Επιτροπή Κοινής Σωτηρϊας και αρκετά εργοστάσια έγιναν εϋνικά εργαστήρια κατ' απομίμηση του καταστροφικού προ-ηγούμενου του 1848. ' Ηταν μια επανάληψη, με τη μορφή παρωδίας, της γαλλικής επαναστατικής ιστορίας και μάλιστα τόσο λίγο πειστική, ώστε όταν ο Μπακού-νιν έφτασε εκεί στις 15 του Σεπτέμβρη, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας είχε κιόλας παραδώσει την εξουσία σ' ένα εκλεγμένο δημοτικό συμβούλιο.

Ο Μπακούνιν κι οι υποστηριχτές του βάλϋηκαν να δώσουν μιαν επαναστατική τροπή στην κατάσταση. Δημιούργησαν, πρώτα απ' όλα, μιαν Επιτροπή για τη Σωτηρία της Γαλλίας· εκτός απ' τον Μπακούνιν και τους Οζέροφ και Λάνκιεβιτς που τον συνόδευαν, περιλάμβανε και κάμποσους ντόπιους αναρχικούς (Ρισάρ, Μπλαν και Παλίξ απ' τη Λιόν, Μπαστέλικα απ' τη Μασαλία), η πλειονότητα όμως των μελών ήταν μετριοπαϋείς που έκαναν πίσω μόλις άκουσαν τον Μπακούνιν να μιλάει για β'ιαιη εξέγερση.

Ot μπακουνικοϊ, ωστόσο, δέχτηκαν μιαν απρόσμε-νη ενίσχυση χάρη στη στενοκεφαλιά των δημοτικών συμβούλων, που αποφάσισαν να περικόψουν από τρία σε δυόμισι φράγκα τη μέρα τους μισθούς των εργατών των εθνικών εργαστηριων. Σε μια συγκέντρωση του αγανακτισμένου λαού στις 24 του Σεπτέμβρη, που πρόεδρός της ήταν ένας σοβατζής ονόματι Ευτζέν Σεν, ψηφίστηκαν αποφάσεις που ζητούσαν μιαν αναγκα-στική φορολόγηση των πλουσίων και τον εκδημοκρα-τισμό του στρατού, όποΐ) οι αξιωματικοί θα έπρεπε στο εξής να εκλέγονται. Ο Μπακούνιν και η Εχητροπή πήραν αμέσως στα χέρια τους την εξουσια και ευΰύς μετά ανακοινωσαν στη συγκέντρωοη την κατάργηση

—49—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

του κράτους και την αντικατάστασή του από μια ομοσπονδϊα από κοινότητες (κομούνες), την εγκαθί-δρυση «της λαϊκής δικαιοσύνης» στη θέση των δικα-στηρίων που υπήρχαν και την κατάργηση τωνέμμεσων φόρων και των χρεών. Στο τέλος κάλεσαν και τις άλλες γαλλικές πόλεις να στε'ιλουν τους εκπροσώπους τους στη Λιόν για να συγκληθεί αμέσως μια Επαναστατική Εθνοσυνέλευση για τη Σωτηρία της Γαλλίας.

Αυτό που δείχνει την υποστήριξη που ε'ιχε απ' το λαό ο Μπακούνιν, εΐναι το ότι οι αρχές της Λιόν δε θεώρησαν μια τόσο έκδηλα ανατρεπτική διακήρυξη άξια λόγου ώατε να αναλάβουν δράση. Οταν η βία ξέσπασε πρανματικά, ήταν γιατί οι αρχές, έχοντας υπερβολικήν εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, έϋεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους για την περικοπή των μισθών. Οι εργάτες έκαναν μια διαδήλωση στις 28 του Σεπτέμβρη όπου συμμετε'ιχαν και τα μέλη της Επιτρο-πής για τη Σωτηρΐα της Γαλλίας, που ο Μπακούνιν μάταια εί,χε προαπαθήσει να τα παρακινήσει στην ένοπλη δράση. To δημοτικό συμβούλιο απουσίαζε διακριτικά και η Επιτροπή κατέλαβε με τη βοήθειατου πλήθους το Δημαρχεΐ,ο και ανέλαβε την προαωρινή διοικηση. Επιτέλους, η Λιόν φάνηκε να βρΐσκεται κάτω απ' την εξουσ'ια του Μπακούνιν και των υποστηριχτών του· έκατααν λοιπόν κάτω, κάπως αμήχσνοι εΐν' αλήθεια, για ν' αποφασίσουν τι μέτρα θα λάμβαναν στην πόλη.

Πριν προλάβουν να πάρουν έστω και μιαν απόφα-ση, η Εθνική Φρουρά (πολιτοφυλακή) των αστικών συνοικιών περικύκλωσε το Δημαρχείο, έδιωξε από γύρω τον κόσμο κι ανακατέλαβε το κτίριο. Τα μέλη της Επιτροπής έφυγαν, με εξαϊρεση τον Μπακούνιν, που φυλακ'ιστηκε στα υπόγεια του Δημαρχείου, μέχρι που τελικό τον απελευθέρωσαν οι αναρχικοϊ της πόλης. ' Εφυγε για τη Μασαλία, όπου πέραοε τρεις βδομάδες κρυμμένος μαζί με τον Μπαστέλικα, μέχρι που ένας φίλος του καπετάνιος ενός ιταλικού πλοίου τον μετέ-φερε λαθραία στη Τζένοβα.

To εγχε'ιρημα που ε'ιχε αρχίσει με τόσες ελπιδες,

—50—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

γέμισε οτο τέλος τον Μπακούνιν με αηδ'ια και απελπι-σία. Στις 19 του Σεπτέμβρη είχε στειλει ένα γράμμα από τη Λιόν όπου έλεγε ότι περίμενε «σύντομα να θριαμβεύσει» η επανάσταση. Οταν τέλειωσαν όλα αυτά, ενώ κρυβόταν στη Μασαλία, πήρε την απόφαση ότι η Γαλλία εϊχε ξοφλήσει και ότι η συμμαχΐα Πρωσίας και Ρωσΐας έμελλε να κυριαρχήσει για δεκαετίες ολόκληρες στην Ευρώπη. «Ας αποχαιρετήσουμε όλα μας τα όνειρα για μιαν απελευθέρωση στο κοντινό μέλλον».

Ωστόσο, άλλες δυο συγκρούσεις περίμεναν τον Μπακούνιν πριν τελικά σταυρώσει τα χέρια του εξαντλημένος και πρόωρα γερασμένος. Η μια, ήταν η πολεμική του με τον Ματσ'ινι, που βοήθησε σημαντικά στην ανάπτυξη του ιταλικού αναρχικού κινήματος έπειτα από τα 1870. Η άλλη, ήταν η τελευταία σύγκρουση μέσα στη Διεθνή, που είχε γίνει αναπό-φευκτη έπειτα από την ηθική του νϊκη στο Συνέδριο της Βααιλειας.

To Συνέδριο της Διεθνοϋς, που έπρεπε να γίνεται κάθε χρόνο, δεν έγινε στα 1870 εξαιτίας της Κομούνας του Παρισιού, ενώ για τα 1871 το Κεντρικό Συμβούλιο είχε συγκαλέσει μόνο μισν έκτακτη συνδιάσκεψη στο Λονδίνο. Μπόρεσε να παραβρεϋεϊ σ' αυτήν μόνον ένας εκπρόσωπος απ' την Ισπανία και κανένας, από την Ιταλία, ενώ μια τεχνικής φύσης δικαιολογία -το ότι είχαν αποχωρίαει από τη Ρομανική Ομοσπονδία -χρησιμοποιήθηκε για να μην κληθούν οι υποστηριχτές του Μπακούνιν απ" την Ελβετια. Ετσι, μόνο μια ασήμαντη μειοψηφϊα αναρχικών παραβρισκόταν στη συνδιάσκεψη, με αποτέλεσμα να ψηφιστούν σχεδόν ομόφωνα οι προτάσεις του Κεντρικού Συμβουλίου. Οι πίο πολλές απ' αυτές κατευθύνονταν ξεκάθαρα ενα-ντίον του Μπακούνιν και των υποστηριχτών του. Επιβεβαιώθηκε προκλητικά ότι ήταν ανάγκη να σχη-ματίσουν οι εργάτες πολιτικά χόμματα. Μια απεΛητική πρόταση προειδοποιοϋσε τους τομείς ή τους κλάδους «να μη παίρνουν διαφορετικά ονόματα... ούτε να σχηματίζουν ξεχωριστά σώματα». Και, σαν πισώπλατη

—51—

M1XA ΗΛΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

μαχαιριά στον Μπακούνιν, η συνδιάσκεψη αποκήρυξε δημόσια τις δραστηριότητες του Νετσάγιεφ.

Οι προθέσεις των μσρξιστών ήταν τόσο ξεκάθαρες ώστε οι ελβετο'ι μπακουνικο'ι συγκάλεσαν αμέσως μιαν έκτακτη συνδιάσκεψη στη μικρή πόλη Σονβιλιέ της Γιούρα. Οι μοναδικοΐ εκπρόσωποι που δεν ανήκαν ατην Ομοσπονδια της Γιούρα ήταν δυο ξένοι πρόσφυ-γες από τη Γενεύη, ο ρώσος ΝΊκολας Ζουκόφσκι και ο γόλλος Ζιλ Γκέσντ - που έγινε ατη συνέχεια ένας απ' τους ηγέτες του γαλλικού σοσιαλισμού, μα που τότε ήταν ένϋερμος αναρχικός. Ο Μπακούνιν δεν ήταν παρών. To κυρίως αποτέλεσμα της αυνδιάσκεψης αυτής ήταν η περιφημη Εγκύκλιος του Σονβιλιέ, που ζητούοε να πάψει να επικρατεί στη Διεθνή ο συγκεν-τρωτισμός και να ανααυγκροτηθει η Διεθνής σαν «ελεύθερη ομοσπονδία αυτόνομων ομάδων». ' Ετσι, η ουσιαστική σύγκρουαη μεταξύ εξουσιαοτών και ελευ-θεριακών μέσα στη Διεϋνή εκδηλώϋηκε καϋαρά σε οργανωτικό επίπεδο και η Εγκύκλιος υποατηρ'ιχτηκε όχι μόνο σττγν Ιταλία και στην Ισπανία αλλά και στο Βέλγιο, απ' τους ελευθεριακούς σοαιαλιστές που αγων'ιζονταν στο πλ'ευρό του Σεζάρ ντε Πέπε.

Μια απ' τις απαιτήσεις της συνδιάσκεψης του Σονβιλιέ ήταν και η άμεση σύγκληση του Συνεδρίου της Διεϋνούς σε ολομέλεια. To Κεντρικό Συμβούλιο δεν μπόρεαε ν' αρνηθεί τη σύγκληση του ΣυνεδρΙου, διαλέγοντας όμως μιαν άλλη πόλη του βορρά, τη Χάγη, σσν τόπο όπου θα γινότσν το Συνεδριο, έβαλε πάλι δυσκολίες στους εκπροσώπους των λατινικών χωρών και εμπόδισε τον Μπακούνιν να παραβρεϋε'ι, αφού ήταν αδύνατο να περάαει μέσα από γαλλικό ή από γερμανικό έδαφος.

To Συνέδριο της Χάγης εγινε το Σεπτέμβρη του 1872. Ο Μαρξ προσωπικά δεν συμμετείχε σ' αυτό, έβαλε όμως τα δυνατά του για να στείλει όσο περισσό-τερους υποστηριχτές του μπορούσε- όπως επισήμανε ο Γκ. Ντ. X. Κολ, τουλάχιστον πέντε απ' τους εκπροσώ-πους που αποτελούσαν τη μαρξιστική πλειοψηφία «αντιπροσώπευαν κινήματα ανύπαρκτα ή σχεδόν ανύ-

—52—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

ηας>χτα». Κι όμως, η αντιπολίτευση που 'χαν απέναντϊ τους ήταν ισχυρή· την αποτέλεσαν όχι μόνον οι ισπανοϊ και οι ελβετοί μπακουνικοί και οι ελευϋεριακοί σοσια-λιστές του Βελγιου και της Ολλανδίας, αλλά και οι άγγλοι τρεϊντγιουνιονιστές που, μολονότι δεν υποστή-ριζαν σε τίποτε άλλο τον Μπακούνιν, ενοχλήθηκαν απ' την τάση να επιβληθει απόλυτος αυγκεντρωτισμός μέσα στη Διεϋνή και συμφώνησάν ότι έπρεπε να περιοριστούν οι εξουσίες του Κεντρικού Συμβουλίου. Στην πραγματικότητα, η νικη του Μαρξ θα ήταν ακόμα πιο δύσκολη αν οι ιταλικοί τομείς της Διεϋνούς, σε μια συνάντησή τους στο Ρίμινι λίγο πιο πριν, δεν εΐχαν αποφασίσει να μποϋκοτάρουν το Συνέδριο και να κόψουν ευϋύς κάθε σχέση με το Κεντρικό Συμβούλιο. Αυτό άφησε τον Μαρξ με σαράντα περίπου υποστηρι-χτές, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι πρόσφυ-γες γάλλοι μπλανκιστές, εναντίον λιγότερων από τριά-ντα αντιπολιτευόμενους όλων των τάσεων.

To Συνέδριο άνοιξε με κάτι που είχε γίνει πια ρουτίνα: ψήφισε υπέρ της πολιτικής δράσης των εργατών και απέρριψε μια πρόταση των μπακουνικών να μετατραπεϊ το Γενικό Συμβούλιο σε γραφείο αλληλογραφίας. Οριστηκε, έπειτα, μια επιτροπή που ϋα έκανε έρευνες σχετικά με τις καταγγελίες του Μαρξ ότι η Συμμαχια του Μπακούνιν δρούσε ακόμα στα κρυφά. Στο σημείο αυτό, ο Μαρξ ξάφνιασε ακόμα και τους υποστηριχτές του όταν έκανε την εντυπωσιακή πρόταση να μεταφερθεί το Γενικό Συμβούλιο απ' το Αονδίνο στη Νέα Υόρκη, όπου δε θα κινδύνευε από τους μπακουνικούς και τους μπλανκιστές, που τους ϋεωρούσε, στην καλύτερη περίπτωση, επικίνδυνους συμμάχους. Η πρόχασχ] έγινε δεκτή - κυρίως για,τί οι μπακουνικοί, που δεν τους ενδιέφερε πια το Γενικό Συμβούλιο, έκαναν αποχή- ο Μαρξ, όπως αποκαλύ-φτηκε, σκότωσε τη Διεϋνή για να την κρατήσει μακριά από τα χέρια αλλονών, γιατί στη Νέα Υόρκη το Γενικό Συμβούλιο φυτοζωούσε και σύντομα πέθανε από καΰαρτ) απραξία.

Οι πιο σκανδαλώδεις διαδικασίες του Συνεδρίοιι

—53—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

της Χάγης, έμειναν για το τέλος. Ο Μαρξ είχε υποβάλει στην επιτροπή μελέτης όχι μόνο στοιχεια που είχε συγκεντρώσει ο γαμπρός του Πολ Λαφάργκ σχετικά με τη συνεχιζόμενη δράση της Συμμαχίας στην Ισπανία κάτω απ' την καθοδήγηση του Μπακούνιν, αλλά και το γράμμα του Νετσάγιεφ στον Λιουμπάβιν το σχετικό με τη μετάφραση του Κεφαλαίον. Η επιτροπή υπέβα-λε ένα αοαφές πόριαμα σχετικά με τσ ζήτημα της Συμμαχίας, που δεν μπορούσε ν' αποδειχτεϊ ότι υπήρχε ακόμα, βρήκε όμως ότι «ο Μπακούνιν ειχε χρησιμοποιήσει ανέντιμσ μέσα για ν' αποσπάσει ένα μέρος από τα πλούτη ενός άλλου ή και όλα του τα πλούτη - και επιπλέον, για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, είχε ο ίδιος, ή μέσω κάποιων πρακτό-ρων του, καταφύγει σε απειλές». Τέλος, σύστησε τη διαγραφή όχι μόνο του Μπακούνιν αλλά και των ελβετών υποστηριχτών του. του Τζέιμς Γκιγιόμ και του Αντεμάρ Σβιτζγκεμπελ - με αιτιολογικό για τους τελευτα'ιους δυο ότι ανήκαν ακόμα στη Συμμαχία, που ωστόσο στάθηκε αδύνατο ν' αποδειχτεί αν εξακολου-θούσε ή όχι τη δράση της! Οι αντιφάσεις του σχεδίου απόφασης δεν πτόησαν τη μαρξιστική πλειοψηφία. Ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της δια-γραφής των Μπακούνιν και Γκιγιόμ· ο Σβ'ιτζγκεμπελ μόλις που γλύτωσε. Μ' αυτό το απαράδεκτο γεγονός τελεΐωσε το Συνέδριο- η Διεθνής σαν σύνολο δεν συγκεντρώθηκε ποτέ πια.

To αν η Συμμαχΐα εξακολουθούσε ή όχι τη δράαη της είναι και για μας, όπως και για την επιτροπή μελέτης του Συνεδρίου της Χάγης, δύσκολο να το διαπιστώσουμε. Οπως θα δούμε αλλού, φα'ινεται ότι σχηματίστηκε μια ισπανική Συμμαχία για τη Σοσιαλι-στική Δημοκρατία στα 1869 ή 1870, ενώ στα 1877, τόσο αργά, έγινε στη Γιούρα μια συνάντηση των μελών της Συμμαχίας, όπου παραβρέθηκαν οι Κροπότκιν, Μαλα-τέστα και Πολ Μπρους. Αφού ειναι δύσκολο η οργό-νωση να διαλύθηκε κι έπειτα να στήθηκε ξανά απ' την αρχή, φαίνεται πιθανό να είχε κρατήσει ο Μπακούνιν μια μυσηκή οργάνωση των στενών συνεργατών του

—54—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μετό τη διάλυση της πλατύτερης Συμμαχίας. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός τέτοιου σώματος δεν αποδείχτηκε στο Συνέδριο της Χάγης, και η διαγραφή του Μπακούνιν οτηριζόταν σε εικασίες. Οσο για το θέμα της μετά-φρασης του Κεφαλαίον, η απόφαση του Συνεδρίου πάνω στο ζήτημα αυτό αποτελεί μιαν απίστευτη εισαγωγή της αστικής ηθικής μέσα σε μιαν οργάνωση που ήταν ρητά αντίϋετη σε όλες τις μορφές ιδιοκτη-σίας· επιπλέον, αφού η επιτροπή μελέτης δεν προσπά-Οησε καν να αποδείξει ότι ο Μπακούνιν γνώριζε το γράμμα του Νετσάγιεφ, τον καταδίκασε στην πραγμα-τικότητα για ένα κόλπο που κάνουν συχνά οι συγγρα-φεΐς - για το ότι παίρνοιιν χρήματα για δουλειές που δεν τις ολοκληρώνουν.

Τον καιρό που γινόταν το Συνέδριο στη Χάγη, ο Μπακούνιν βρισκόταν στη Ζυρίχη, προσπαθώντσς να κερδΐσει την υποστήριξη των ρώσων εξόριστων και να τους αποσπάσει από την επιρροή του ποπουλιστή ηγέτη Πέτερ Λαβρόφ. Οι ισπανοϊ εκπρόσωποι της Χάγης και μια ομάδα ιταλών από το Ριμινι τον συνάντησαν εκεί και, έπειτα από λίγων μερών συζητή-οεις, πήγαν όλοι στο Σεντ-Ιμιέρ της Γιούρα όπου, μαζί με γάλλους και ελβετούς εκπροσώπους, έκαναν ένα Συνέδριο των αναρχικών υπολειμμάτων της Διεθνούς. Οι αποφάσεις που ελαβε το Συνέδριο της Χάγης αποκηρύχτηκαν και διακηρύχτηκε η ανάγκη για μιαν ελεύϋερη ένωση των ομοσπονδιών της Διεθνούς.

Με την αντιεξουσιαστική Διεθνή που προήλθε από τη συγκέντρωση αυτή, ο Μπακούνιν δεν είχε άμεση επαφή. Στην πραγματικότητα, από τα 1872 και μετό, η δραστηριότητά του περιορϊστηκε εξαιτϊας της γοργής επιδείνωσης της υγεΐας του. Κράτησε το ενδιαφέρον του για τις δραστηριότητες των ρώσων επαναστατών που ήταν στην εξορϊα και, αφού εγκαταστάθηκε στο Τιτσίνο στα 1873, αποκατάστησε τις επαφές του με το ιταλικό κίνημα και ιδιαίτερα με τον Κάρλο Καφιέρο, έναν πλούσιο νεαρό αριστοκράτη που είχε παρατήσει τα πλούτη του για χάρη της επανάστασης. Ήτανε μερικές φορές που η παλιά φλόγα του Μπακούνιν

—55—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

τρεμόπαιζε από οργή ή από ενθουσιασμό, γενικά όμως έβλεπε τη ζωή του και τον κόσμο απαισιόδοξα. Προέβλεπε πολύ μεγάλες δυσκολ'ιες για το επαναστα-τικό κίνημα σαν αποτέλεσμα της ήττας της Κομούνας του Παρισιού και της ανόδου της ΠρωσΙας, και αισθανόταν υπερβολικά γέρος και υπερβολικά άρρω-στος για ν' «ντιμετωπίσει τις δυσκολϊες αυτές. Εξάλ-λου, τον είχαν πληγώσει βαθιά και οι συκοφαντίες του Μαρξ και δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ήταν ειλικρινής όταν έγραψε στην Εφημερίδα της Γενενης (Ζουρνάλντε Ζενέβ) στις 26 του Σεπτέμβρη του 1873, σαν διαμαρτυρία στα «ψέματα που διαδίδουν οι μαρξιστές» και ανάγγειλε ότι εκεϊνος είχε αποσυρϋεί από την επαναστατική δράση.

Ας αναλάβουν το έργο αυτό άλλοι άνθρωποι, νεότεροι. Εγώ, δεν αισθάνομαι να έχω ούτε τη δύναμη ούτε ίσως και την αυτοπεποίθηση που απαιτούνται για να εξακολουθήσω να κυλάω την πέτρα του Σίσυφου εναντίον των δυνάμεων της αντίδρασης που θριαμβεύουν... Στο εξής, δεν πρόκειται να χαλάσω την ησυχία κανενός ανθρώπου- και ζητώ, με τη σειρά μου, να μη χσλάσει κανένας και τη δική μου ησυχΐα...

Όπως, όμως, στο μύθο ο Σίσυφος δεν έλεγε ν' αφήσει την πέτρα του, έτσι και ο Μπακούνιν δεν έλεγε ν' αφήσει το παρελθόν του. Η υπόϋεση της επανά-στασης τον πυρπολούσε αχόμα, δίχως όμως να του φέρνει πια δόξα αλλά μονάχα κι άλλες πίκρες και ντροπές. Ενώ το νεαρό αναρχικό κίνημα άρχισε να δυναμώνει μακριά από την κηδεμονια του, εκείνος μπλέχτηκε σε πικρούς οικονομικούς καυγάδες εξαιτίας της ανικανότητάς του να διαχειριστεί την περιουσϊα που του είχε εμπιστευτεί ο Καφιέρο για την υπόϋεση της επανάστασης. Η φιλονικία για τη βιλα στο Τιτσίνο που την αγόρασε μ' αυτά τα χρήματα για να 'χει ένα καταφϋγιο για τα γηρατειά του καθώς κι ένα κέντρο για τους ιταλούς συνωμότες, οδήγησε σε σχεδόν ολοκληρωτική ρήξη με τους ελβετούς και τους ιταλούς υποστηριχτές του. Τον οδήγησε ακόμα να συμμετάσχει στην αναρχικήν εξέγερση της Μπολόνια τον Αύγουστο του 1874, με την ελπΐδα ότι ϋα καθησύχαζε την ένοχη

—56—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

συνείδησή του. Στο δρόμο του προς την Ιταλία, έγραψε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα από το Πέρασμα του Σπλιούγκεν στους επιτιμητικούς φίλους του όπου έδινε εξηγήσεις για τις πράξεις του κι όπου κατηγο-ροΰσε τον εαυτό του για τις αδυναμίες του. «Και τώρα, φίλοι μου, το μόνο που μου μένει ειναι να πεθάνω». Έτσι τέλειωνε το γράμμα.

Κι όμως, δεν είχε οϋτε τη δόξα να πεθάνει δονκιχωτικό. Η εξέγερση της Μπολόνια δεν απέτυχε· ούτε καν άρχισε. Τα σχέδια που πρόβλεπαν έφοδο κατά των πυλών της πόλης και στήσιμο οδοφραγμάτων στους δρόμους δεν τέθηκαν σε εφαρμογή όπως έπρεπε, οι λιγοστοϊ επαναστάτες ηου συγκεντρώθηκαν στα μέρη που ειχαν οριστεί έξω απ' την πόλη σκόρπισαν φοβούμενοι την αστυνομια, και μέσα στην πόλη ο Μπακούνιν μάταια περΐμενε να πάρει μέρος στην επίθεση κατά της οπλαποθήκης. Οι φίλοι του με δυσκολΐα τον έπεισαν να μην αυτοκτονήσει και, αφού του ξύρισαν την πλούσια γενειάδα του, τον μεταμφίε-σαν σε ηλικιωμένο παπά και τον έβγαλαν έξω απ' την πόλη μ' ένα καλάθι αυγό στα χέρια- τον πήγαν έπειτα στη Βερόνα, απ' όπου τελικά πέρασε στην Ελβετία.

Αυτή ήταν η τελευταία κι η πιο παιδαριώδης περιπέτεια τούτου του βετεράνου των οδοφραγμάτων. ' Επειτα από δυο ακόμα χρόνια σωματικής κατάπτω-σης και αποτυχημένων φιλικών σχέσεων, ο Μπακούνιν πεθανε την 1η του Ιούλη του 1876 στο νοσοκομείο της Βέρνης. Οι άνθρωποι που οτυγκεντρώθηκαν γύρω an' τον τάφο του, οι Ρεκλί, Γκιγιόμ, Σβϊτζγκεμπελ και Ζουκόφσκι, μετέτρεπαν κιόλας το αναρχικό κϊνημα -το τελευταίο και μοναδικό επιτυχημένο δημιούργημα του Μπακούνιν - σ' ένα κίνημα που μέσα σε μια δεκαετϊα έμελλε ν' απλωθεί σ' ολόκληρο τον κόσμο και να φέρει τον τρόμο στα μυαλά των κυβερνώντων. ' Ισως αυτό να είχε ενθουσιάσει το γενναιόδωρο και βαρβαρικό πνεύ-μα του Μπακούνιν, του πιο εντυπωσιακού και ϊσως του πιο μεγάλου από κείνα τα ευρωπαϊκά απομεινάρια μιας παλιότερης πολιτικής εποχής, του πιο εντυπωσιακού

—57—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

και του πιο μεγάλου από τους ρομαντικούς ετνχνα-στάτες.

Τζορτζ Γούντκοκ, 1962

* • •

Θεός και κράτος

Εΐναι γνωατό ότι ο Μηαχοννιν άρχιζε να γράφει χάτι χαι στη αυνέχεια το παρατονσε όταν οι ανάγκες της οτιγμής του επέβαλλαν ν' ασχοληθεί με χάτι άλλο - έται έγινε χαι με το χείμενο που αχολονθεί.

'Οπως γράφουν χόοο ο Μαξ Νετλάου όαο χαι ο Τζέιμς Γχιγιόμ (που έγραψαν χι οι όυο ιατορίες του αναρχικον χινήματος χαι δεωρούνται οι πιο έγκυροι μελετητές εχείνης της φάσης του χινήματος, όηου ο δεντερος σνμμετείχε ενεργά), ένα βιβλίο με τίτλο θεός χαι χράτος είχαν εκόώσει στα 1882 οι Κάρλο Καφιέρο χαι Ελιζέ Ρεχλί, βασιαμένοι αε χάηοια χειρόγραφα του Μπαχοϋνιν που βρήχαν μετά το δάνατό του. To βιβλίο εχείνο, όμως, είχε πολλά λάθη χαι περιλάμβανε δνο μέρη: το πρώτο μέρος, το αποτελοϋοε ένα χομμάτι από το ατέλειωτο έργο του Μπαχούνιν Η χνοντογερμανιχή αντοχρατορία χαι η χοινωνιχή επανάστααη (τον δεντερο τόμο τον)· το όεντερο μέρος, ήταν αντό που δημοαιεϋει χαι ο Μαξ Νετλάου με χ'ιχλο θεός χαι χράτος.

Να τι γράφει ο ΜαξΝετλάον γι' αυτό το ζήτημα:

«Αφησα ανέκδοτες τις σελίδες 240-286 του χειρόγρα-φου του Μπακοΰνιν (δεύτερος τόμος της «Κνουτογερμανι-κής συτοκρατορίας...») και δημοσιεύω μόνο τις σελίδες 286-340. Εξάλλου, το κεΐμενο που ακολουθεί είναι κατά κάποιον τρόπο ανεξάρτητο από το προηγούμενο, αφού γράφηκε ααν σημείωαη του Μπακούνιν οτις ακόλουθες φράσεις, όπου οι μεταφυσικοί αναπτύσοουν τις απόψεις που θέλει να κατα-ηολεμήσεις ο Μπακούνιν»:

To κράτος, εηομένως, επιβάλλεται στον καδένα σαν μοναδικός εκπρόαωπος του Καλον, της Σωτηρίας και της Δικαιοσύνης ολονών. ΠεριορΊζει την ελευδερϊα του χαδε-νός στο όνομα της ελενδερίας ολονών, το δικα'ιωμα τον καδενός στο όνομα των δικαιωμάτων ολονών, τα προαω-πικά σνμφέροντα τον καδενός στο όνομα του αυλλογικού

—59—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

συμφέροντος της χοινωνίας σαν συνόλου.(Στμ)

Τα (...), οημαίνουν λέξεις ηου δε όιαβάζονται στο χειρόγραφο.

Εηίοης, το Παράρτημα που αναφέρει ο Μπα-κούνιν σε κάποιο σημείο του κειμένου, όεν έχει βρεδεί ολόκληρο χαι γι' αντό όεν έχει όημοσιεντεί μέχρι αήμερα. (Στμ)


Στο όνομα, λοιπόν, τούτου του πλάσματος της φαντασϊας που ονομάζεται συνήθως συλλογικό συμ-φέρον, συλλογικό δικαίωμα ή συλλογική βούληση και συλλογική ελευθερΐα, οι γιακωβϊνοι αμπσολουτιστές^Λ οι επαναστάτες της σχολής του Ζαν-Ζακ Ρουσό και του Ροβεσπιέρου, προβάλλουν την απειλητική και απάν-θρωπη ϋεωρϊα του απόλυτου δικαιώματος του κρά-τους, ενώ οι μοναρχικοί αμπσολουτιστές το στηρίζουν με πολύ περισσότερη λογική συνέπεια πάνω στη Θεία Χάρη. Οι δογματικοί φιλελεϋθεροι^, εκείνοι τουλάχι-στον απ' αυτούς που παίρνουν τις φιλελεύθερες θεωρίες στα σοβαρά, ξεκινούν από την αρχή της ατομικής ελευθερϊας και προβάλλονται, πρώτα πρώτα, όπως είναι γνωστό, σαν αντίπαλοι της αρχής του κράτους. Αυτοί είπανε πρώτοι ότι η κυβέρνηση, δηλαδή το σώμα των λειτουργών που ε'ιναι οργανωμένο με τον άλφα ή βήτα τρόπο και εΐναι επιφορτισμένο εώικά με το ν' ασκεί τη δραστηριότητα του κράτους, ήταν αναγκαΐο κακό, και ότι όλος ο πολιτισμός ήταν το ακόλουθο: να περιορίζουμε ολοένα τις δικαιοδοσίες και τα δικαιώματά τους. Κι όμως, βλέπουμε ότι στην πράξη, όλες τις φορές που η ύπαρξη του κράτους απειλείται στα σοβαρά, ot δογματικοί φιλελεύθεροι αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του απόλυτου δικαιώ-ματος του κρστους με όχι λιγότερο φανατιομό απ' τους μοναρχικούς και τους γιακωβίνους αμπσολου-τιστές.

Η λατρεία τους, λοιπόν, για το κρότος, που φαινομενικά τουλάχιστον είναι διαμετρικά αντίθετη με τις φιλελεύθερες αρχές τους, εξηγείται με δυο τρόπους: πρακτικά πρώτα πρώτα, με βάση τα ταξικά τους

—60—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

συμφέροντα, αφού οι δογματικοι φιλελεύθεροι ανή-κουν στη μεγάλη τους πλειονότητα στην αστική τάξη. Η τόσο πολυάνθρωπη και τόσο αξιοσέβαστη αυτή τάξη δε θα επιθυμούσε τίποτα περισσότερο αηό το να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα, ή μάλλον το προνόμιο, της πιο πλήρους αναρχίας· ολόκληρη η κοινωνική της οικονομ'ια, η πραγματικά βάαη της πολιτικής της ύπαρξης, δεν έχει όπως ξέρουμε νόμο άλλον από την αναρχϊα, που διατυπώνεται με τα παςιαχάτω λόγια που έχουν γΐνει περίφημα: «Laissez faire et laissez passer» (6). Αγαπά, όμως, την αναρχια αυτήν μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, «που παραεΐναι αμαθείς για να την χαροϋν δίχως να της κάνουν κατάχρηση», θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους. Γιατί αν οι μάζες, έχοντας κουραστεί να δουλεύουν για όλλους, ξεσηκω-νόντουσαν, da κλονιζόταν πέρα για πέρα η πολιτική και κοινωνική ύπαρξη της αστικής τάξης. Βλέπουμε ακόμα, ποντού και πάντοτε, ότι, όταν σαλεύει η μάζα των εργαζομένων, οι πιο φλογεροί φιλελεύθεροι αστοί ξαναγϊνονται ευθύς οι πιο φανατικοι υπέρμαχοι της παντοδυναμΐας του κράτους. Κι αφού η κινητοποίηση των λαϊκών μαζών γίνεται σήμερα ένα κακό που ολοένα και χειροτερεύει και χρονίζει, βλέπουμε τους φιλελεύ-θερους αστούς, ακόμα και στις πιο ελεύθερες χώρες, να μεταστρέφονται ολοένα και περισσότερο και να λατρεύουν την απόλυτη εξουσία.

ΔΙπλα σ' αυτό τον πρακτικό λόγο, υπάρχει κι ένας άλλος, δεωρητικός, που σπρώχνει κι αυτός τους πιο ειλικρινείς φιλελεύθερους να στρέφονται πάντα προς τη λατρεία του κράτους. Είναι και ονομάζονται φιλε-λεύθεροι γιατί παϊρνουν για βόση και για αφετηρία της θεωρίας τους την ελευθερϊα του ατόμοιτ και ακριβώς γιατΐ έχουν αυτή την αφετηρια ή αυτή τη βάση, οφείλουν μοιραΐα να φτάσουν να παραδεχτούν το απόλυτο δικα'ιωμα του κράτους.

Η ελενθερία του ατόμου δεν είναι κσθόλου, σύμφωνα μ' αυτούς, ένα δημιούργημα, ένας ιστορικός καρπός της κοινωνίας. Υποστηρίζουν ότι ειναι προγε-

—61—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

νέοτερη από κάθε κοινωνΐα, και ότι κάθε άνθρωπος την φέρνει μαζί του από γεννησιμιού του, μαζι με την αθάνατη ψυχή του, σα Θείο δώρο. ' Επεται απ' αυτό ότι ο άνθρωπος εϊ,ναι κάτι, αν δεν είναι και ολοκληρω-τικά ο εαυτός του, ένα ον ολοκληρωμένο και, κατά κάποιον τρόπο, απόλυτο, μόνον έξω απ' την κοινωνΐα. 'Οντας ελεϋθερος προγενέστερα και έξω απ' την κοινωνία, σχηματϊζει αναγκαστικά την κοινωνία με μιαν ηθελημένη πράξη και με ένα είδος συμβολαϊου, εϊτε ενστικτώδους και σιωπηρού, είτε κατόπιν σκέψης και τυπικού. Κοντολογίς, μέσα σ' αυτή τη θεωρία, δεν είναι η κοινωνία που δημιουργεί τα άτομα, αλλά αηεναντ'ιας εϊναι τα άτομα που δημιουργούν την κοινωνία, γιατί τα αναγκάζει να το κάνουν αυτό μια εξωτερική αναγκαιότητα όπως η εργασία και ο πόλε-μος.

Βλέπουμε ότι, για τη θεωρία αυτή, η κοινωνϊα με όλη τη σημαα'ια της λέξης δεν υπάρχει- η φυσική σνθρώπινη κοινωνϊα, η πραγματική αφετηρΐα κάθε ανθρώπινου πολιτισμού, το μοναδικό περιβάλλον που μέσα τσυ μπορούν πραγματικά να γεννηθούν και ν' αναπτυχτούν η προσωπικότητα και η ελευθερϊα των ανθρώπων, είναι, για τη θεωρΐα αυτή, ολότελα ά-γνωστη. Αναγνωρϊζει, απ' τη μια μεριά, μόνο τα άτομα, όντα που υπάρχουν από μόνα τους και που εΐναι ελεύθερα από μόνα τους, και, απ' την άλλη, τούτη τη συμβατική κοινωνία, που την σχηματίζσυν αυθαίρετα τα άτομα αυτά και θεμελιώνεται σ' ένα συμβόλαιο ε'ιτε τυπικό εϊτε σιωπηρό, δηλαδή το κράτος. (Γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι κανένα ιστορικό κράτος δεν ειχε ποτέ για βάση του ένα συμβόλαιο και ότι όλα θεμελιώθηκαν με τη βία και με την κατάκτηση. Αυτό, όμως, το πλάαμα της φανταο'ιας που λέγεται ελεύθερο συμβόλαιο κι αποτελεΐ όπως λένε τη βάση του κρά-τους, τους είναι απαραίτητο και συμφωνούν πάνω σ' αυτό δίχως πολλές πολλές κουβέντες).

Ύα ανθρώπινα άτομα, που η μάζα τους ενώνεται μ' ένα συμβόλαιο και σχηματϊζει το κράτος, μοιάζουν, στη θεωρία συτή, με όντα ολότελα ιδιόρρνθμα και γεμάτα

—62—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

αντιφάσεις. Με δωρισμένα στο καθένα τους μιαν αθάνατη ψυχή και μιαν έμφυτη ελευθερία ή μιαν έμφυτη ελεύθερη βούληση, ειναι, από τη μια μεριά, όντα άπειρα, απόλυτα και σαν τέτοια αυτοτελή, όντα δι' εαυτά, συτάρκη και που δεν έχουν ανάγκη από κανέναν, ούτε καν απ' το Θεό αν δούμε αυστηρά φιλοσοφικά τα πράγματα, γιατί αφού είναι άπειρα και σθάνατα, είναι τα ίδια Θεοί. Από μιαν άλλη μεριά, όμως, είναι πλάσματα χονδροειδέστατα υλικά, αδύ-ναμα, ατελή, πεπερασμένα και απόλυτα εξαρτημένα από την εξωτερική φΰση που μέσα της ζουν, που τα περιβάλλει και, στο τέλος, αργά ή γρήγορα, τα παίρνει μέσα της. Αν τα δούμε από την πρώτη σκοπιά, έχουνε τόσο λίγο ανάγκη απ' την κοινωνία ώστε αυτή η τελευταϊα παρουσιάζεται μάλλον σαν εμπόδιο στην εκπλήρωση της πληρότητας της ύπαρξής τους, στην τέλεια ελευθερΐα τους.


Εΐδαμε ακόμα, από τις αηαρχες του χριστιανισμού και μετά, ανθρώπους άγιους και αδιάφθορους που, έχοντας πάρει στα σοβαρά την αθανασϊα και τη σωτηρία των ψυχών τους, έσπασαν τους δεσμοϋς τους με την κοινωνία και, αποφεύγοντας κόθε συναναστροφή με ανθρώπους, γύρεψαν στη μοναξιά να βρουν την τελειότητα, την αρετή και το Θεό. Είδαν δικαιολογημένα, λογικά συνεπέστατα, την κοινωνία σαν πηγή διαφϋοράς και την απόλυτη απο· μόνωση της τρυχής σαν αναγκαίο όρο για την ύπαρξη όλων των αρετών. Αν μερικές φορές βγήκαν από τη μοναξιά τους, αυτό δεν έγινε ποτέ από ανάγκη αλλά από γενναιοδωρία, από χριστιανική φιλανθρωπΐα απέ-ναντι στους ανθρώπους που, εξακολουθώντας να διαφθεΐρονται μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον, είχαν ανάγκη από τις νουϋεσιες τους, από τις προσευχες κι από την καθοδήγησή τους. Αυτό γινόταν πάντα για να σώσουν τους άλλους, και ποτέ για να σωθούν οι ίδιοι και να τελειοποιήσουν τον εαυτό τους. ΑπεναντΙας, διακινδύνευαν να χάσουν τις ψυχές τους γυρϊζοντας πάλι στην κοινωνΐα αυτήν από την οποία ε'ιχανε φύγει με φρίκη, acpou την εϊχαν δει σαν το σχολειό όλων των δκχφθορών- ευθύς μόλις ολοκλήρωναν το άγιό τους

—63—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

εργο ξσναγύριζαν το ταχύτερο δυνατό στην έρημό τους για να ξανστελειοποιηθούν, πάλι απ' την αρχή, με μέσο την αδιάκοπη περισυλλογή πάνω στην ατομική τους ύπαρξη, στη μοναχική τους ψυχή, παρουσία μόνο του Θεού.



Αυτό είναι ένα παράδειγμα για όλους εκείνους που πιστεύουν και σήμερα ακόμα στην αθανασία της ψυχής, στην έμφυτη ελευθέρια ή στην ελεύθερη βούληση, το όποιο παράδειγμα θα έπρεπε να μιμηθούν αν ήθελαν έστω και λίγο να σώσουν την ψυχή τους, και το οποίο θα τους προετοίμαζε όπως πρέπει για την αιώνια ζωή. To ξαναλέω για μιαν ακόμα φορά: οι αναχωρητές άγιοι που εξαιτίας της απομόνωσής τους έφτασαν σε πλήρη ηλιθιότητα, ήταν ολότελα λογικοί. Απ" τη στιγμή που η ψυχή είναι αθάνατη, δηλαδή από την ίδια της την ουσία άπειρη, ελεύθερη και αυθύπαρκτη, οφείλει να είναι και αυτάρκης. Αυτά που θα μπορούσαν να συμπληρωθούν αμοιβαία είναι τα παροδικά, περιορισμένα και πεπερασμένα όντα- το άπειρο δεν μπορεί να συμπληρωθεί. Απεναντίας, αν το άπειρο ον συναντήσει κάποιο άλλο άπειρο ον που δεν είναι ο εαυτός του, αισθάνεται να το περιορίζουν και έπομαι-νως οφείλει να φύγει, να αγνοήσει, οτιδήποτε δεν είναι ο εαυτός του. Όπως είπα παραπάνω, αν μιλήσουμε αυστηρά λογικά, η αθάνατη ψυχή θα ' έπρεπε να μπορεί να μην έχει ανάγκη ούτε απ' τον ίδιο το Θεό. ' Ένα ον άπειρο από μόνο του δεν μπορεί ν' αναγνωρίσει κάποιο άλλο ον, ισότιμό του, στο πλάι του, ούτε ακόμα κάποιο ον που θα ' ναι ανώτερό του και θα βρίσκεται από πάνω του. Κάθε ον που ία ήταν εξίσου με κείνο το ίδιο άπειρο, και που θα ήταν διαφορετικό από κείνο το ίδιο, ία του έθετε ένα όριο και κατά συνέπεια Οα το έκανε ον πεπερασμένο και καθορισμένο. Αν ανέγνωρη-ζε ένα ον εξίσου άπειρο με εκείνον, κι έξω από εκείνον, η αθάνατη ψυχή θα αναγνώριζε υποχρεωτικά τον εαυτό της σαν ον πεπερασμένο. Γιατί το άπειρο δεν είναι στην πραγματικότητα άπειρο παρά μόνον αν αγκαλιάζει τα πάντα χωρίς ν' αφήνει τίποτα έξω απ' αυτό το ίδιο. Επιπλέον: ένα άπειρο ον δεν μπορεί και δεν πρέπει ν'

—64—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

αναγνωρίζει για ανώτερό του κάποιο άλλο άπειρο ον. To άπειρο δεν αποδέχεται τίποτα σχετικό, τϊποτα συγκριτικό· οι εκφράσεις, λοιπόν, «ανώτερο άπειρο» και «κατώτερο άπειοο» είναι παραλογισμοί. Παραλογισμός ακριβώς εΐναι και ο Θεός. Η θεολογία που έχει το προνόμιο να 'ναι παράλογη και που πιστεύει σ' αυτά τα πράγματα ακριβώς γιατί είναι παράλογα, τοποθέτησε πάνω cm' τις αθάνατες και κατά συνέπεια άπειρες ανθρώπινες ψυχές, το ανώτερο άπειρο, to απόλυτο άπειρο του Θεού. Για να διορθώσει, όμως, το σφάλμα της, δημιούργησε το πλάσμα της φαντασίας που λέγεται Σατανάς, που αντιπροσωπεύει ακριβώς την εξέγερση ενός άπειρου όντος εναντίον της ύπαρξης ενός απόλυτου άπειρου, εναντίον του Θεού. Κι όπως ακριβώς ο Σατανάς εξεγέρθηκε εναντίον του ανώτερου άπειρου του Θεού, έτσι και οι αναχωρητές άγιοι του χριστιανισμού, όντας υπερβολικά ταπεινοί για να εξεγερθούν εναντίον του Θεού, εξεγείρονται εναντίον του ίσου άπειρου των ανθρώπων, εναντίον της κοινωνίας.

Διακήρυξαν ευλογοφανέστατα ότι δεν είχαν ανά-γκη από την κοινωνία για να σωθούν κι ότι αφού εξαιτίας ενός αλλόκοτου πεπρωμένου ήτανε άπειρα (...) και εκθρονισμένα, η κοινωνία του Θεού, η περισυλλογή τους παρουσία τούτου του απόλυτου άπειρου, τους ήταν αρκετή.

Και, το ξαναλέω, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση για όλους εκείνους που πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής. Γιατί αν δούμε απ' αυτή τη σκοπιά τα πράγματα, η κοινωνία μπορεί να τους προσφέρει μόνο τη σίγουρη απώλεια. Πράγματι, τί προσφέρει η κοινωνία στους ανθρώπους; Υλικά πλούτη πρώτα απ' όλα που μπορούν να παραχθούν σε ποσότητα ικανοποιητική μόνο με τη συλλογική δουλειά. Για όποιον, όμως, πιστεύει σε μιαν αιώνια ζωή, τα πλούτη αυτά δε θα 'πρεπε να 'ταν αντικείμενο περιφρόνησης; Ο Ιησούς Χριστός είπε στους μαθητές του: «Μη Θησαυρίζετε σ' αυτή τη Γή, γιατί όπου είναι τα πλούτη σας εκεί είναι κι η καρδιά σας», - και μιαν άλλη φορά είπε: «Ευκολότερο

—65—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

είναι να περάσει χοντρό σκοινά (κάμηλος) από μια τρύπα βελόνας, παρά ένας πλούσιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών». (Πάντα φαντάζομαι τι μούτρα θα πρέπει να κάνουν οι ευσεβείς και πλούσιοι αστοί προτεστάντες της Αγγλίας, της Αμερικής, της Γερμανίας και της Ελβετίας όταν διαβάζουν τούτες τις τόσο κατηγορηματικές και τόσο δυσάρεστες γι" αυτούς

φράσεις).

Ο Ιησούς Χριστός έχει δίκιο: τα υλικά πλούτη και η σωτήρια των αθάνατων ψυχών, είναι απολύτως ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα. Και τότε, όσο λίγο κι αν πιστεύει κανείς πραγματικά στην αθανασία της ψυχής, δε θα 'ταν καλύτερα να παραιτηθεί απ' τις ανέσεις και την πολυτέλεια που δίνει η κοινωνία και να τρέφεται με ρίζες όπως έκαναν οι αναχωρητές σώζοντας έτσι για την αιωνιότητα την ψυχή τους, παρά να την χάσει εξαιτίας λίγων δεκάδων χρόνων γεμάτων υλικές απολαύσεις; Ο λογαριασμός αυτός είναι τόσο απλός, τόσο ολοφάνερα σωστός, ώστε μας υποχρεώνει να σκεφτούμε ότι οι ευσεβείς και πλούσιοι αστοί, τραπεζίτες, βιομήχανοι και έμποροι, που κάνουν τόσο εξαιρετικές δουλειές με τα μέσα που όλοι γνωρίζουμε, μολονότι έχουν πάντα στο στόμα τους τα λόγια του Ευαγγελίου, δε λογαριάζουν καθόλου την αθανασία της ψυχής τους και την παραχωρούν γενναιόδωρα στο προλεταριάτο, κρατώντας ταπεινά για τον εαυτό τους τούτα τα θλιβερά υλικά αγαθά που σωρεύουν πάνω σ'

αυτή τη γη.

Πέρα απ' τα υλικά αγαθά, τι άλλο προσφέρει η κοινωνία; Τις σαρκικές, ανθρώπινες, επίγειες απολαύσεις, τον πολιτισμό και την πνευματική καλλιέργεια, πράγματα όλα τους πολύ σημαντικά από την πρόσκαιρη και επίγεια σκοπιά των ανθρώπων, μα που μπροστά στην αιωνιότητα, μπροστά στην αθανασία, μπροστά στο Θεό είναι μηδαμινά. Μήπως η πιο μεγάλη ανθρώπινη σοφία δεν είναι σκέτη ανοησία μπροστά στο Θεό;

" Ένας θρύλος της Ανατολικής Εκκλησίας ιστορεί ότι δυο αναχωρητές άγιοι απομονώθηκαν με τη θέληση τους σ* ένα ερημονήσι για μερικές δεκεετίες, έμεναν

—66—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μακριά ακόμο κι ο ένας απ' τον άλλον και περνούσαν νύχτα και μέρα με περισυλλογή και προσευχή, μέχρι που στο τέλος έφτασσν στο σημεΐο να λησμονήσουν ακόμα και το να μιλούν απ' όλο τους το παλιό λεξιλόγιο, εϊχαν κρατήσει μόνο τρεις τέσσερις λέξεις που, αν τις έβαζες τη μια δΐπλα στην άλλη, δεν εΐχαν κανένα νόημα, μα που μπροστά στο Θεό εκφράζανε τους πιο έξοχους πόθους της ψυχής τους. Φυσικά, τρέφονταν με ρϊζες όπως τα φυτοφάγα ζώα. Απ' τη σκοπιά των ανθρώπων, οι δυο αυτοί άνθρωποι ήταν ηλίθιοι ή παλαβοί, μα απ' τη σκοπιά του Θεού, απ' τη σκοπιό της πίστης στην αθανασΐα της ψυχής, δείχτη-καν υπολογιστές πολύ πιο έξυπνοι από το Γαλιλέο και το Νεύτωνα. Γιατί θυσίασαν μερικές δεκαετηρίδες επίγειας ευημερίας και εγκόσμιων απολαύσεων για να κερδ'ισουν την αιώνια ευδαιμονΐα και το Θείο ττνεύμα.

Είναι, λοιπόν, φσνερό ότι παρόλο που ο άνθρωπος κατέχει σα Θεΐο δώρο μιαν αθάνατη ψνχτ], και ένα έμφυτο σ' αυτήν άπειρο και μιαν έμφυτη σ' αυτήν ελευθερία, είναι ένα ον κατεξοχήν αντικοινωνικό. Αν ήταν πάντοτε σώφρονας, αν αποκλειστικό του μέλημα ήταν η αιώνια ζωή, θα εϊχε την εξυπνάδα να περιφρονήσει όλα τα υλικά aγαθά, άλατα αισθήματα κι όλες τις ματαιότητες πάνω σε τούτη τη γη, δε θα 'χε βγει ποτέ από τούτη την κατάσταση της αθωότητας ή της θείκής ηλιθιότητας και δε θα 'χε σχηματίσει ποτέ κοινωνία. Κοντολογίς, ο Αδάμ και η Εύα δε θα ' χαν γευτει ποτέ τον καρπό του δέντρου της γνώσης και θα 'χαμε ζήσει όλοι σαν τα ζώα σε τούτον τον επΐγειο Παράδεισο που ο Θεός μας εϊχε δώσει για να ζήσουμε. Απ' τη στιγμή, όμως, που οι άνθρωποι προτίμησαν τη γνώση, τον εκπολιτισμό, τον εξανθρωπισμό τους, τη σκέψη, Tην ομιλία και την απόλαυση των υλικών αγαθών, υποχρεώθηκαν να παρατήσουν τη μοναξιά τσυς και να οργανωθούν σε κοινωνία. Γιατϊ, όσο εσωτεριχά είναι οι άνθρωποι άπειροι, αθόνατοι και ελεύθεροι, τόσο εξωτεριχά είναι περιορισμένοι, θνητοι, αδύναμοι και εξαρτώνται απ' τον εξωτερικό κόσμο.

Αν τους δούμε απ' τη σκοπιά της επίγειας ζωής

—67—

ΜΙΧΑ ΗΛΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

τους, δηλαδή από σκοπιά πραγματική και όχι φανταστική, οι άνθρωποι στη μεγάλη τους πλειονότητα παρουσιάζουν ένα θέαμα τελείως απογοητευτικό- είναι τόσο θλιβερά στερημένοι από πρωτοβουλία, από βούληση και από πνεύμα, ώστε χρειάζεται πράγματι να 'χεις μεγάλη ικανότητα να αυταπατάσαι για να διακρίνεις μέσα τους μιαν αθάνατη ψυχή και τη σκιά τουλάχιστον μιας οποιασδήποτε ελεύθερης βούλησης. Παρουσιάζονται σ' εμάς σαν όντα απόλυτα και μοιραία καθορισμένα: καθορισμένα προπάντων από την εξωτερική φύση, από τη διαμόρφωση του εδάφους και απ' όλους τους υλικούς όρους της ύπαρξής τους· καθορισμένα από τις αναρίθμητες πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές σχέσεις, από τα έθιμα, από τα ήθη, από τους νόμους, από 'να ολόκληρο σύμπαν προκαταλήψεων ή σκέψεων που τις επεξεργάστηκαν αργά αργά στο διάβα των περασμένων αιώνων, και που όλα τα βρίσκουν οι άνθρωποι μπροστά τους όταν γεννιούνται και ζουν μέσα στην κοινωνία, της όποιας δεν είναι ποτέ οι δημιουργοί αλλά πάντα πρώτα τα προϊόντα κι αργότερα τα όργανά της. Στους χίλιους ανθρώπους δύσκολα θα βρούμε έστω κι έναν, για τον οποίον θα μπορούσαμε να πούμε από σκοπιά όχι απόλυτη αλλά μονάχα σχετική ότι έχει δική του βούληση και δική του σκέψη. Οι άνθρωποι στην τεράστια πλειονότητά τους, κι όχι μονάχα οι αμαθείς μάζες μα και τα μέλη των πολιτισμένων και προνομιούχων τάξεων, δεν έχουν βούληση και σκέψη διαφορετική απ' τη βούληση και τη σκέψη όλων των γύρω τους ανθρώπων πιστεύουν, βέβαια, ότι έχουν δική τους βούληση και σκέψη, δεν κάνουν όμως τίποτε άλλο πέρα απ' το να αντιγράφουν δουλικά, μονότονα, με διαφορές ολότελα αδιόρατες και μηδαμινές, τη βούληση και τη σκέψη των αλλονών. Αυτή η δουλικότητα, αυτή η μονοτονία, πηγές αστέ-ρευτες της κοινοτοπίας, αυτή η απουσία εξέγερσης απ' τη βούληση κι αυτή η απουσία πρωτοβουλίας απ' τη σκέψη των ατόμων, είναι τα κύρια αίτια της απελπιστικής βραδύτητας με την οποία προοδεύει ιστορικά η ανθρωπότητα. Εμάς, τους υλιστές ή ρεαλι-

—68—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

στές, που δεν πιστεύουμε ούτε στην αθανασία της ψυχής ούτε στην ελεύθερη βούληση, αυτή η βραδύτητα, όσο κι αν είναι Θλιβερή, μας φαίνεται γεγονός ολότελα φυσικό. Με αφετηρία την κατάσταση του γορίλα, ο άνθρωπος φτάνει πολύ δύσκολα στο σημείο να συνειδητοποιήσει την ανθρωπινότατα του και να πραγματώνει την ελευθερία του. Πρώτα πρώτα, δεν μπορεί να 'χει ούτε αυτή τη συνείδηση, ούτε αυτή την ελευθερία- γεννιέται αγρίμι και δούλος, κι εξανθρωπίζεται και απελευθερώνεται σταδιακό μέσα στους κόλπους της κοινωνίας που είναι αναγκαστικά προγενέστερη από τη γέννηση της σκέψης, της ομιλίας και της βούλησής τον κι αυτό μπορεί να το κάνει μόνο με τις συλλογικές προσπάθειες όλων των περασμένων και των τωρινών μελών τούτης της κοινωνίας που είναι, κατά συνέπεια, η βάση και η φυσική αφετηρία της ανθρώπινης ύπαρξής του. Έπεται απ' τα παραπάνω ότι ο άνθρωπος πραγματώνει την ατομική του ελευθερία ή μάλλον την προσωπικότητά του, μόνον εφόσον συμπληρώνεται απ' όλα τα άτομα που τον περιτριγυρίζουν, και μόνο χάρη στη συλλογική δουλειά και τη συλλογική ισχύ της κοινωνίας, έξω από την οποία, Οα παρέμενε το πιο ηλίθιο και το πιο αξιολύπητο απ' όλα τ' αγρίμια πάει ζουν στη γη. Σύμφωνα με το φιλοσοφικό σύστημα των υλιστών που είναι το μόνο φυσικό και λογικό, η κοινωνία όχι μόνο δεν μικραίνει και δεν περιορίζει την ελευθέρια των ατόμων αλλά απεναντίας την δημιουργεί κιόλας. Η κοινωνία είναι οι ρίζες και το δέντρο, και η ελευθερία είναι ο καρπός του. Κατά συνέπεια, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος οφείλει ν' αναζητά την ελευθερία του όχι στις απαρχές άλλα στα τέλη της ιστορίας, και μπορούμε να πούμε ότι η πραγματική και ολόπλευρη απελευθέρωση του κάθε ανθρώπου είναι ο αληθινός και μεγάλος σκοπός, το υπέρτατο τέλος της ιστορίας.

Από τελείως διαφορετική σκοπιά βλέπουν τα πράγματα οι ιδεαλιστές. Σύμφωνα με το δικό τους φιλοσοφικό σύστημα, ο άνθρωπος παράγεται πρώτα πρώτα σαν ον αθάνατο και ελεύθερο και μόνο στο

—69—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

τέλος γίνεται δούλος. Σαν πνεύμα αθάνατο και ελεύθερο, απεριόριστο και αυθύπαρκτο, δεν έχει ανάγκη από καμία κοινωνία- έπεται απ' τα παραπάνω ότι, αν μπαίνει σε μια κοινωνία, αυτό γίνεται μόνον αφού πρώτα πέσει απ' την ανώτερη θέση, ή μάλλον γίνεται γιατι λησμονά και χάνει τη συνείδηση της αθανασίας και της ελευθέριας του. Ον αντιφατικό, άπειρο εσωτερικά σαν πνεύμα αλλά εξαρτημένο, ελλιπές και υλικό εξωτερικά, είναι υποχρεωμένο να συνεργαστεί με άλλα παρόμοια όντα, όχι εξαιτίας των αναγκών της ψυχής του αλλά εξαιτίας των αναγκών της αυτοσυντήρησης του σώματός του. Η κοινωνία, λοιπόν, σχηματίζεται μόνον έπειτα από κάποια θυσία των συμφερόντων και της ανεξαρτησίας της ψυχής στo βωμό των αξιοκαταφρόνητων αναγκών του σώματος. Είναι μια αληθινή πτώση και μια υποδούλωση για το εσωτερικά αθάνατο και ελεύθερο άτομο, τουλάχιστον μερική απάρνηση της πρωταρχικής του ελευθερίας.

Είναι γνωστή η μυσταγωγική φράση που, στο ιδίωμα όλων των υπέρμαχων του κράτους και του νομικού δικαιώματος, εκφράζει αυτή την πτώση κι αυτή τη θυσία, αυτό το μοιραίο πρώτο βήμα προς την υποδούλωση των ανθρώπων. To άτομο που απολαμβάνει μιαν ολόπλευρη ελευθερία όταν ζει σε φυσική κατάσταση, δηλαδή πριν γίνει μέλος κάποιας κοινωνίας, θυσιάζει, μπαίνοντας σε μια κοινωνία, ένα κομμάτι απ' αυτή του την ελευθερία με σκοπό να του κατοχυρώσει η κοινωνία την υπόλοιπη ελευθερία του. Σ' όποιον γυρεύει μιαν εξήγηση γι' αυτή τη φράση, απαντάνε συνήθως με μιαν άλλη φράση: «Ελευθερία τον κάθε ατόμου οφείλει να μην έχει όρια άλλα, πέρα από κείνα που δείχνει η ελευθέρια όλων των άλλων ατόμων».

Φαινομενικά, τίποτα δεν υπάρχει πιο σωστό απ' αυτό, έτσι δεν είναι; Κι όμως, η θεωρία αυτή περικλείει σε σπέρμα όλη τη θεωρία του δεσποτισμού. Σε συμφωνία με τη Θεμελιώδη ιδέα των ιδεαλιστών όλων των σχολών και σε αντίθεση με όλα τα πραγματικά γεγονότα, το ανθρώπινο άτομο παρουσιάζεται σαν ον

—70—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

απόλυτα ελεύθερο, τόσο και μόνο τόσο, όσο μένει έξω απ' την κοινωνία- απ* αυτό έπεται ότι η κοινωνία, που θεωρείται και λαμβάνεται μονάχα σαν κοινωνία νομική και πολιτική, δηλαδή σαν κράτος, είναι η άρνηση της ελευθερίας. Να το αποτέλεσμα του ιδεαλισμού: είναι, όπως βλέπουμε, διαμετρικά αντίθετο με τα συμπεράσματα του υλισμού, ο όποιος σε συμφωνία με όσα συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, βλέπει την ατομική ελευθερία των ανθρώπων να προέρχεται an' την κοινωνία, σαν αναγκαίο επακόλουθο της συλλογικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας.

Ο ορισμός της ελευθερίας που δίνουν οι υλιστές, οι ρεαλιστές και οι κολεκτιβιστές, είναι διαμετρικά αντίθετος απ' αυτόν που δίνουν οι ιδεαλιστές και λέει τα ακόλουθα: ο άνθρωπος δε γίνεται άνθρωπος και δε φτάνει στη συνείδηση και στην πραγμάτωση της ανθρωπινότατος του παρά μόνο μέσα στην κοινωνία και μόνο διαμέσου της συλλογικής δραστηριότητας ολόκληρης της κοινωνίας· δεν απελευθερώνεται από το ζυγό της εξωτερικής φύσης παρά μόνο με τη συλλογική ή κοινωνική εργασία, που μόνον αυτή είναι ικανή να μεταμορφώσει την επιφάνεια της γης σε τόπο πρόσφορο για την ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους· δίχως αυτή την υλική απελευθέρωση, δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική και ηθική απελευθέρωση για κανέναν. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' απελευθερωθεί απ' το ζυγό της ίδιας του της φύσης, μ' άλλα λόγια δεν μπορεί να υποτάξει τα ένστικτα και τις κινήσεις του σώματός του στο νου του που ολοένα αναπτύσσεται, παρά μόνο με την εκπαίδευση και την αγωγή· τόσο η μια, όμως, όσο και η άλλη, είναι πράγματα κατεξοχήν, αποκλειστικό, κοινωνικά- γιατί έξω απ' την κοινωνία, ο άνθρωπος θα 'χε μείνει για πάντα αγρίμι ή άγιος, που και τα δυο είναι πάνω κάτω το ίδιο.

Τέλος, ο μεμονωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να 'χει συνείδηση της ελευθε-ρίας του. To να είναι ελεύθερος, σημαίνει, για τον άνθρωπο, ν' αναγνωρΐζεται, να θεωρεΐται και ν' αντιμετωπίζεται σαν ελεύθερος άνθρωπος από έναν άλλον άνθρωπο, απ' όλους τους ανθρώπους που τον

—71—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

περιτριγυρίζουν. Η ελευϋερια, λοιπόν, δεν είναι διόλου υπόθεση της απομόνωσης, αλλά της αμοιβαίας αντα-νάκλασης, δεν είναι υπόθεση του αποκλεισμού αλλά απεναντίας της σύνδεσης, αφού η ελευθερΐα του κάθε ατόμου δεν είναι τίποτε άλλο πέρα απ' την αντανά-κλαση της ανθρωπινότητάς του, ή του ανθρώπινού τοιι δικαιώματος, στη συνεΐδηση όλων των ελεύθερων ανθρώπων, των οδερφών του, των ΐσων μ' αυτόν.

Δεν μπορώ ν' αποκαλέσω και να αισθανθώ τον εαυτό μου ελεύθερο παρά μόνο παρουσϊα σλλων ανθρώπων και σε σχέση μ' αυτούς. Παρουσία κάποιου ζώου ενός κατώτερου εϊδους, δεν είμαι οϋτε ελεύθερος ούτε άνθρωπος, γιατΐ το ζώο αυτό εΐναι ανικανο να δισνοηθεΐ και κατά ουνέπεια ν' αναγνωρΐσει την ανθρωπινότητά μου. Είμαι ανθρώπινος κι ελεύβερος εγώ ο ίδιος μόνο στο μέτρο που αναγνωρΐζω την ελευθερία και την ανθρωπινότηταόλωντων σνθρώπων που με περιτριγυρϊζουν. Μόνο αν σέβομαι τον δικό τους ανθρώπινο χαρακτήρα σέβομαι και τον δικό μου ανθρώπινο χαρακτήρα. Ένας ανθρωποφάγος που τρώει έναν αιχμάλωτό του, αφού μεταχειρίζεται τον αιχμάλωτό του σαν αγρίμι, εΐναι κι ο ϊδιος αγρίμι και όχι άνθρωπος. ' Ενας δουλοκτήτης, ένας αφέντης δούλων, δεν είναι άνθρωπος αλλά αφέντης. Μη αναγνωρΐζοντας την ανθρωπινότητα των δούλων του, δεν αναγνωριζει και τη δική του ανθρωπινότητα. Όλη η αρχαϊα κοινωνϊα αποτελει μιαν απόδειξη γι' αυτό: οι έλληνες, οι ρωμαίοι, δεν αισθάνονταν ελεύθεροι σαν άνθρωποι, δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανθρώπους με βάση το ανθρώπινο δίκαιο- π\ατεναν ότι ήταν οι ϊδιοι προνομιούχοι όντας έλληνες ή ρωμαίοι, μόνο όσο βρίσκονταν στο έδαφος της πατρίδας τους, μόνον όσο η ηατρ'ώα τους έμενε ανεξάρτητη και δεν την κατα-κτούσε κανένας άλλος, όσο απεναντιας εκεϊνη κατα-κτούσε άλλες χώρες με την ιδιαΐτερη προστασ'ια των εθνικών της Θεών δεν ξαφνιάζονταν καθόλου ούτε και πιστευαν ότι είχαν το δικαΐωμα και το καθήκον να ξεσηκωθούν όταν, μετά από μια ήττα τσυς, υποδουλώ-νονταν κι οι ίδιοι.

—72—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Ειναι μεγόλη τιμή για το χριστιανισμό το ότι διακήρυξε την ανθρωπινότητα όλων των ανθρώπινων όντων, περιλαμβανομένων και των γυναικών, την ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του Θεού. Πώς, όμως, την διακήρυξε; Για τον ουρανό, γιατη μέλλουσα ζωή και όχι για την τωρινή, την πραγματική, την επίγεια ζωή. Εξάλλου, ακόμα κι αυτή η μελλοντική ισότητα είναι ψέμα, γιατί, όπως γνωρίζουμε, ο αριθμός των εκλεκτών είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Πόνω στο σημεϊο αυτό, συμφωνούν ομόφωνα οι θεολόγοι των πιο διαcρoρετικώv χριστιανικών δογμάτων. Επομένως, η χριστιανική ψευτοϊοότητα απολήγει στην πιο κραυγα-λέα προνομιακή κατάσταση, στην προνομιακή κατά-σταση λίγων χιλιάδων που τους επέλεξε η Θεία χάρη ανάμεσα από εκατομμύρια καταδικασμένων. Εξάλλου, αυτή η ισότητα όλων μπροστά στο Θεό, κι αν αχόμα ϋα όφειλε να γίνει πραγματικότητα για όλους, θα εξακο-λουθούσε να εΐναι η ίση μηδαμινότητα και η ίση υπουδούλωση όλων μπροστά σε κάποιον υπέρτατο Κύριο. Μήπως το Οεμέλιο της χριστιανικής λατρείας και η πρώτιστη προϋπόθεση της λύτρωσης δεν είναι η απάρνηοη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η περι-φρόνηση τούτης της αξιοπρέπειας απέναντι στο μεγα-λεϊο του Θεού; ' Eva χριστιανός, λοιπόν, δεν είναι άνθρωπος, με την έννοια ότι δεν έχει συνείδηση της ανθρωπινότητάς του: γιατί, αφού δε σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σαν τέτοια, δεν μπορεί να την σεβαςττεί στους άλλους ανθρώπους· κι αφού δεν την σέβεται στους άλλους, δεν μπορεί να την σεβαοττεί στον ίδιο του τον εαυτό. ' Ενας χριστιανός μπορεί να 'ναι προφήτης, άγιος, παπάς, βασιλιάς, στρατηγός, υπουρ-γός, ανώτερος δημόσιος υπόλληλος, εκπρόσωπος μιας οποιασδήποτε εξουσιας, χωροφύλακας, δήμιος, άρχο-ντας, εκμεταλλευτής, αστός ή υποδουλωμένος προλε-τάριος, καταπιεστής ή καταπιεζόμενος, βασανιστής ή βασανιζόμενος, αφεντικό ή μισθωτός, δεν έχει όμως το δικαίωμα να πει ότι ε'ιναι άνϋρωπος· γιατί ο άνθρωπος δε γίνεται πραγματικά άνθρωπος παρά μόνο στο μέτρο που σέβεται και αγαπά την ανθρωπινότητα και την

—73—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟ YNJN

ελευθερία ολονών, και στο μέτρο που την ελευθερΐα του και την ανθρωπινότητά τους τις σέβονται, τις αγαπούν, τις αναδεικνύουν και τις δημιουργούν όλοι οι άλλοι.

Δεν είμαι αληθινά ελεύθερος παρό μόνον όταν όλα τ' ανθρώπινα όντα που με περιτριγυρϊζουν, άντρες και γυναίκες, είναι εξΐσου με μένα ελεύθερα. Η ελευθερία των άλλων, όχι μόνο δεν είναι περιορισμός ή άρνηση της ελευθερϊας μου, αλλά απεναντϊας εΐναι η αναγκαία προϋπόθεση και η επιβεβαίωσή της. Δε γίνομαι αληθινά ελεύβερος παρά μόνο διαμέααυ της ελευθε-ρϊας των άλλων έτσι που, όσο περισσότεροι είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι που με περιτριγυρίζουν xat όσο πιο βαθιά και πιο πλατιά ε'ιναι η ελευθερία τους, τόσο πιο εκτεταμένη, πιο βαθιά και πιο πλατιό είναι η η δική μου ελευθερία. Απεναντίας, αυτό που εμποδΐζει την ελευθερ'ια μου είναι η υποδούλωση των ανθρώπων ή, για να πούμε το ΐδιο πράγμα μ' άλλα λόγια, η ζωικότητά τους είναι μια άρνηση της ανθρωπινότητάς μου γιατι, το ξαναλέω, δεν μπορώ να πω πως είμαι αληθινό ελεύθερος παρά μόνο στο μέτρο που η ελευθερΐα μου, ή μ' άλλα λόγια, η ανθρώπινη αξιοπρέ-πειά μου, το ανθρώπινο δικαίωμά μου, που συνϊσταται στο να μην υπακούω σε κανέναν άλλον άνθρωπο και στο να καθορΐζω τις πράξεις μου μόνο σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις μου, που τις αντανακλούν οι εξΐσου ελεύθερες με τη δική μου συνειδήσεις ολονών, επανέρ-χονται αε μένα επιβεβαιωμένες απ' την επιδοκιμασ'ια όλων των άλλων ανθρώπων. Η ατομική μου ελευθερία, που την επιβεβαιώνει με τον τρότιο αυτόν η ελενΰερ'ια όλων των άλλων ανθρώπων, εκτείνεται ως το άπειρο.

Βλέπουμε ότι η ελευθερία, με τον τρόπο που την εννοούν οι υλιστές, ειναι ένα πράγμα πολύ ϋετικό, πολύ περΐπλοκο και πάνω απ' όλα κατεξοχήν κοινωνι-κό, γιατϊ μπορεί να πραγματωθεί μόνο από την κοινωνία και μόνο με βάση την πιο ολόπλευρη ισότητα και την αλληλεγγύη ολονών. Μπορούμε να ξεχωρίσου-με σ' αυτήν τρεις ροπές ανάπτυξης, τρία στοιχεία, από τα οποία το πρώτο είναι κατεξοχήν Οετικό και

—74—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

κοινωνικό: είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη και η πιο ολοκληρωμένη απόλαυση όλων των ανθρώπινων ικα-νοτήτων και δυνάμεων για όλους, με την εκπαίδευση, την επιστημονική επιμόρφωση και την υλική ευμάρεια - πράγματα που μπορούν να δοθούν στον καθένα μόνο με την υλική και πνευματική, μυική και νευρική, συλλογική δουλειά ολόκληρης της κοινωνίας.

To δεύτερο στοιχείο της ελευθερίας ειναι αρνητι-κό. Είναι το στοιχείο της εξέγεροης του ανϋρώπου εναντϊον κάθε λογής ϋεϊκής και ανθρώπινης, συλλογι-κής και ατομικής εξουσίας.

Eivat πρώτα πρώτα η εξέγερση εναντίον της τυραννίας του ανώτατου φαντάσματος της θεολογϊας, εναντ'ιον του Θεού. Είναι φανερό ότι όσο Οα έχουμε έναν αφέντη στον ουρανό, θα είμαστε δούλοι στη γή. To λογικό και η βούλησή μας, ϋα εκμηδενίζονται κι αυτά. Όσο ϋα πιστεύουμε ότι του οφειλουμε απόλυ-την υπακοή - και απέναντι σ' έναν Θεό δεν είναι δυνατό κανένα άλλο είδος υπακοής - ϋα πρέπει υποχρεωτικά να υποτασσόμαοτε παϋητικά και δίχως ν' ασκούμε καμια κριτική στην αγία εξουσία που έχουν οι μεσολαβητές και οι εκλεκτοί του: Μεσϊες, προφήτες, θεόπνευστοι νομοθέτες, αυτοκράτορες, βασιλιάδες και όλοι οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπουργοι, καθαγιασμένοι εκπρόσωποι και υπηρέτες των δυο μεγάλων θεσμών που μας τους επιβόλλουν λες και τους έχει εγκαθιδρύσει ο ίδιος ο Θεός για να κυβερνά τους ανθρώπους: της Εχχλησίας χαι τον χράτονς. Κάθε εξουσϊα κοσμική ή ανθρώπινη απορρέει απευθείας από την πνευματική ή ϋείκή εξουσία. Η εξουσία, όμως, είναι η άρνηση της ελευθεριας. Ο Θεός, ή μάλλον το πλάσμα της φανταο'ιας που λέγεται Θεός, είναι κατά συνέπεια ο καθαγιασμός και το πνευματικό και ηθικό αίτιο όλων των υποδουλώσεων πάνω στη γη· η ελευϋε-ρία των ανθρώπων δε θα ' ναι ποτέ ολόπλευρη παρά μόνον αφού ηρώτα ο άνθρωπος θα 'χει εκμηδενίσει ολωσδιόλου το αποτρόπαιο πλάσμα της φαντασιας ενός ουράνιου Κύριου και αφέντη.

Ειναι, κατά συνέχεια και κατά συνέπεια, η εξέγερ-

—75—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ση του καθενός εναντίον της τυραννίας των ανθρώπων, εναντϊον της ατομικής και κοινωνικής εξουσίας που την αντιπροσωπεύει και την νομιμοποιεί το κράτος. Αυτό εδώ, πάντως, πρέπει να το καταλάβουμε καλά, και για να το καταλάβουμε πρέπει πρώτα πρώτα να εγκαθιδρύσουμε μια πολύ σαφή διάκριση ανάμεσα στην επίσημη και κατά συνέπεια τυραννική εξουσία της κοινωνΐας που ειναι οργανωμένη σε κρότος, καιί στην φυσική επιρροή και δράση της μη επίσημης αλλά της φυσικής κοινωνίας πάνω στο καθένα από τα μέλη

της·

Η εξέγερση εναντίον της φυσικής αυτής επιρροής της κοινωνίας ειναι για το άτομο πολύ πιο δύσκολη συγκριτικά με την εξέγερση εναντϊον της επίσημα οργανωμένης κοινωνίας, εναντίον του κράτους δηλαδή, μολονότι είναι συχνά εξίσου αναπόφευκτη με τούτη την τελευταία. Η συχνά καταθλιπτική και ολέθρια κοινωνική τυραννϊα δεν παρουσιάζει αυτό το χαρακτή-ρα της επιτακτικής βίας. του νομοθετικά καθορισμέ-νου και τυπικού δεσποτισμού που προσιδιάζει στην εξουσία του κράτους. Δεν επιβάλλεται σα νόμος στον οποίο είναι υποχρεωμένο να πειθαρχήσει το κάϋε άτομο γιατί αλλιώς θα διωχτεΐ δικαστικά. Η δράοη της είναι πιο ήπια, πιο υποβλητική, πιο αδιόρατη, μα και πολϋ πιο ισχυρή από τη δράση της εξουσίας του κράτους. Κυβερνό τους ανθρώπους με τα έθιμα, με τα ήΰη, μ' ένα πλήθος συναισϋημάτων, προλήψεων και συνηθειών τόσο της υλικής ζωής όσο και του πνεί^μα-τος και της καρδιάς, που αποτελούν αυτό που ονομάζουμε «κοινή γνώμη». Αυτή περιβάλλει τον άνθρωπο απ' τη στιγμή που γεννιέται, μπαίνει μέσα του, τον διαποτίζει και σχηματίζει την ίδια τη βάση της ατομικής του ύπαρξης· με τον τρόπο τούτο, ο καθένας συνεργεί, ας πούμε, μ' αυτήν σε βάρος λίγο πολύ του ιδιου του του εαυτού, και συνήθως ούτε καν την αμφισβητε'ι. ' Επεται απ' τα παραπάνω ότι για να εξεγερβει εναντίον αυτής της επιρροής που ασκεί κατά τρόπο φυσικό η κοινωνία πάνω στο-ν άνθρωπο, ϋα πρέπει ο άνθρωπος να εξεγερθεί τουλάχιστον εν μέρει

—76—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

εναντίον του ίδιου του του εαυτού- γιατί, παρόλες του τις υλικές, πνευμσπκές και ηθικές τάσεις και επιθυ-μιες, δεν είναι κι εκείνος ο ίδιος τίποτε περισσότερο από ' να δημιούργημα της κοινωνϊας. Από δω απορρέει και η ουντριπτικά μεγόλη πίεση που ασκεί η κοινωνία πάνω στους ανθρώπους.

Απ' τη σκοπιά της απόλυτης ηθικής, δηλαδή απ' τη σκοπιά του σεβασμού για τους ανθρώπους - και ϋα πω αμέσως παρακάτω τι εννοώ μ' αυτή την έκφραση -η πίεση αυτή της κοινωνίας μπορεί να ' ναι ευεργετική, όπως μπορεΐ να 'ναι και βλαβερή. Είναι ευεργετική όταν έχει την τάση να αναπτύσσει την επιστήμη, την υλική ευημερία, την ελευϋερια, την ισότητα και την αδελφική αλληλεγγύη των ανθρώπων. Είναι βλαβερή όταν εμφανίζει την αντίθετη τάση. ' Ενας άνθρωπος που γεννιέται σε μια κοινωνία ζώων μένει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, περίπου ζώο· αν γεννηθει σε μια κοινωνία που την κυβερνούν οι παπάδες, γίνεται ηλίϋιος, θρησκόληπτος· αν γεννηθεί σε μια συμμορία ληστών, θα γϊνει πιθανότατα ληστής· αν γεννηθεί αστός, θα γίνει ένας εκμεταλλευτής της δουλειάς των αλλονών κι αν έχει την ατιιχια να γεννηϋεί μέσα στο στρώμα των ημίθεων που κυβερνάνε τούτη τη γη, στο στρώμα των αριστοκρατών, την πριγκίπων και των βασιλοπαίδων, ϋα γίνει, ανάλογα με τις ικανότητες, τα μέσα και την ισχύ του, ένας απ' αυτούς που περιφρονούν την ανβρωπότητα, ένας υποδαυλωτής, ένας τύραννος. Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, για να εξανθρωπιστεί στοιχειωδώς ο άνθρωπος, ϋα πρέπει οπωσδήποτε να εξεγερθεί εναντίον της κοινωνίας ποιι τον γέννησε.

To επαναλαμβάνω όμως: η εξέγερση του ατόμου εναντίον της κοινωνίας είναι κάτι ολότελα διαφορετικό από την εξέγερσή τοχι εναντίον του κράτους. To κράτος είναι έναςΰεσμός ιστορικός, μεταβατικός, μια παροδική μορφή της κοινωνίας, όπως κι η Εκκλησία που ' ναι η μεγαλύτερη αδερφή του· δεν έχει διόλου τον μοιραίο κι αμετακίνητο χαρακτήρα της κοινωνίας που ' ναι προγενέστερη απ" όλες τις εξελίξεις τοιι ανθρώπι-νου είδους και που, χρησιμοποιώντας την παντοδιινα-

—77—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

■ μΐα των νόμων, της δράσης και των φυσικών εκδηλώ-σεων, αποτελει την ίδια τη βάση κάϋε ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος, τουλάχιστον από τότε που έκανε το πρώτο του βήμα προς την ανθρωπινότητα, από τότε που άρχισε να ε'ιναι ανθρώπινο ον, δηλαδή ον που μιλά και λίγο πολύ σκέφτεται, γεννιέται μέσα στην κοινωνΐα των ανϋρώπων, όπως το μυρμήγκι γεννιέται μέσα στην κοινωνϊα των μυρμηγκιών κι όπως η μέλισσα γεννιέται μέσα στην κοινωνία των μελισσών δεν την διαλέγει ο άνθρωπος την κοινωνία, αλλό αντ'ιϋετα αποτελεί γέννημά της, και υποτάσσεται μοιραΐα τόσο στους φυσικούς νόμους που διέπουν την αναγκαστική του εξέλιξη όσο και σ' όλους τους άλλους φυσικούς νόμους. Η κοινωνία είναι προγενέστερη από κάθε ανθρώπινο ον, και συνάμα ζει και μετά το βάνατό του, είναι όπως κι η ίδια η φύση· εϊναι αιώνια όπως η φύση, ή μάλλον, απ' τη στιγμή που γεννήθηκε πάνω στη γη, θα ζήσει για όσον καιρό θα ζήσει για όσον καιρό θα ζήσει κι η γη μας. Μια ριζική εξέγερση εναντίον της κοινωνΐας ε'ιναι, κατά συνέπεια, τόσο αδύνατη για τον όνθρωπο όσο και μια εξέγερση εναντΐον της φύσης, αφού η ανθρώπινη κοινωνία δεν εΐναι στο κάτω κάτω τίποτε άλλο από την τελευταία σπουδαία εκδήλωση ή δημιουργία της φύσης πάνω σ' αυτή τη γη· και, ένας άνθρωπος που Οα 'θελε ν' αμφισβητήσει την κοινω-νία, δηλαδή τη φύση γενικά και τη δική του φύση ειδικότερα, θα τοποθετούσε μ' αυτή την ίδια τοχι την πράξη τον εαυτό του έξω απ' όλες τις συνθήκες που ' ναι απαράιτητες για μια ττραγματική ύπαρξη' Οα ριχνόταν στο μηδέν, στο απόλυτο κενό, στη νεκρή αφαΐρεαη, στο Θεό. Μπορούμε, λοιπόν, τόσο λίγο να ρωτήσουμε αν η κοινωνία ειναι κάτι καλό ή κακό, όσο αόύνατο είναι και το να ρωτήσουμε αν η φύση, το γενικό, υλικό, πραγματικό, μοναδικό, υπέρτατο, από-λυτο ον, εΐναι κάτι καλό ή κακό- είναι κάτι περισσότερο απ' όλα αυτά" είναι ένα πολύ μεγάλο Οετικό και πρωταρχικό γεγονός, προγενέστερο από κάθε συνεί-δηση, από κάθε ιδέα, από κάθε πνευματική και ηθική κρίση- είναι η ϊδια η βάση, εΐναι ο κόσμος που μέσα του,

—78—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μοιραία και πιο μετά, αναπτύσσονται εκείνα που εμεϊς ονομάζουμε το καλό και το κακό.

Δε συμβαίνει το ίδιο και με το κρότος- και δε διστάζω να πω ότι το κράτος είναι το κακό, ένα κακό όμως ιστορικά αναγκαίο, που η ύπαρξή του ήτοχν τόσο αναγκαΐα στο παρελθόν όσο αναγκαία θα ε'ιναι αργά ή γρήγορα και η πλήρης εξολόθρευσή του στο μέλλον, όσο αναγκαία υπήρξαν κάποτε η ζωικότητα των πρωτόγονων και οι θεολογικές ιτεριπλανήοεις των ανθρώπων. To κράτος δεν είναι το ιδιο με την κοινωνια, εΐναι μόνο μια ιστορική μορφή της, ζωώδης και αφηρημένη. Γεννήθηκε ιστορικά σ' όλες τις χώρες απ' τη γαμήλια ένωση της βΐας, της αρπαγής, της λεηλασίας - κοντολογις του πολέμου και της κατάκτησης - με τους Θεούς που δημιούργησε διαδοχικά η Οεολογική φα-ντασία των εθνών. Υπήρξε από τις απαρχές του, και εξακολουθεί να εΐναι ακόμα και σήμερα, η εκ Θεοϋ επικύρωση της ζωώδους βίας και της νικηφόρας αδικίας. Είναι - ακόμα και στις πιο δημοκρατικές χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ελβετία - εύρυθμης (...) των προνομίων μιας οποιασδήποτε μειονότητας και της πραγματικής υποδούλωσης της συντριπτικής πλειονό-τητας των ανθρώπων.

Η εξέγερση είναι πολύ πιο εύκολη εναντίον του κράτους, γιατϊ μέσα στην ίδια τη φύση του κράτοιις υπάρχει κάτι που εξωθεί τους ανθρώπους στην εξέ-γερση. To κράτος είναι η εξουσ'ια, είναι η βΐα, είναι η επίδειξη και η προάσπιση της βΐας. Δεν προσπαθεί απλώς να επηρεάσει, δε δοκιμάζει να προσηλυτίσεΐ' κι όλες τις φορές που πάει να κάνει κάτι τέτοιο, το κάνει πολύ άχαρα· γιατί η φύση του το σπρώχνει όχι να πείσει αλλά να επιβληΰε'ι με τη βία. Λίγο το νοιάζει να εξωραΐσει τη φύση του, που το κάνει να είναι ο νόμιμος βιαστής της βούλησης των ανθρώπων, η μόνιμη άρνηση της ελευθερίας τους. Ενώ εξουσιάζει το κολό, το εξορίζει και το φθείρει, ακριβώς γιατί το εξουσιάζει, και γιατί κάθε εξουσία προκαλεί και διεγείρει τις δικαιολογημένες εξεγέρσεις της ελευϋεριας· και γιατι το καλό, απ' τη στιγμή που το επιβάλλει μια εξονισία.

—79—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μετατρέπεται στο κακό: κακό, απ' τη σκοπιά της αληθινής ηϋικής, της ανθρώπινης και όχι φυσικά της Οεϊκής ηθικής, απ' τη σκοπιά του σεβασμού για τονις ανθρώπους και της ελευϋερϊας. Η ελευθερία, η ηθικό-τητα και η ανϋρώπινη αξιοπρέπεια του ανθρώπου, είναι συγκεκριμένα το ακόλουθο: κάνει το καλό όχι γιατΐ αυτό του επιβάλλει κάποια εξουσΐα, αλλά γιατί το σκέφτεται, γιατΐ το βέλει και γιατ'ι το αγαπά.

Η κοινωνία, απ' την άλλη μεριό, όεν επιβάλλεται τυπίκά, επίσημα και εξουσιαστικά, αλλά επιβάλλεται φυσικά- για το λόγο αυτό η επΐδρασή της πάνω στον άνθρωπο είναι άπειρα πιο ισχυρή απ' την επιδραση του κράτους. Η κοινωνια δημιουργεί και διαπλάθει Ίόλους τους ανθρώπους που γεννιούνται και αναπτύσ-σονται στους κόλπους της. Κάνει να περάσει αργά μέσα τους, από την πρώτη κιόλας μέρα της γέννησής τους μέχρι τη μέρα του θανάτου τους, όλη η νιλική, πνευματική και ηϋική της φύση· θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξατομικεύεται μέσα στον κάβε άνθρωπο. To υπαρκτό ανθρώπινο άτομο είναι τόσο λίγο γενικό και αφηρημένο ον, ώστε ο καθένας, απ' τη στιγμή που σχηματίζεται μέσα στη μήτρα της μάνας του, βρίσκεται κιόλας καϋορισμένος και εξειδικευμέ-νος εξαιτίας ενός πλήθους αιτίων και επιδράσεων -υλικών, γεωγραφικών, κλιματολογικών, εθνογραφικών, υγιειονομικών και κατά συνέπεια οικονομικών - που αποτελούν ουσιαστικά την αποκλειστικά ιδιαίτερη φύση της οικογένειας, της τάξης, του έϋνους και της ρότσας τοιν και, στο βαθμό που οι κλίσεις και οι ικανότητες των ανθρώπων εξαρτώνται αττό το σύνολο όλων αυτών των εξωτερικών ή φυσικών επιρροών, ο καθένας γεννιέται με μιαν υλικά καθορισμένη φύση ή μ' έναν υλικά καϋορισμένο ατομικό χαρακτήρα. Επι-πλέον, χάρη στη σχετικά ανώτερη οργάνωση του ανθρώπινου εγκεφάλου, κόθε άνθρωπος φέρνει μαζί του, όταν γεννιέται, σε διαφορετικούς βέβαια βαθμούς, όχι έμφυτες ιδέες και έμφυτα συναισϋήματα όπως διατείνονται οι ιδεαλιστές, αλλά την υλική και συνάμα τυπική ικανότητα να αισθάνεται, νασκέφτεται, να μιλά

—80—

και να εττιθυμει. Φέρνει μαζί του μόνο την ικανότητα να διαμορφώνει και να αναπτύσσει τις ιδέες και, όπως ειπα, μια δυνατότητα για ολότελα τυπική, δίχως χανένα περιεχόμενο, δραστηριότητα. Ποιός δίνει το πρώτο περιεχόμενο σ' αυτή τη δραστηριότητα; Η κοινωνια. Δεν ειναι εδώ η ϋέση για να ερευνήσουμε το πώς διαμορφώνονται οι πρώτες έννοιες και οι πρώτες ιδέες που, κατά το μεγαλύτερό τοιις μέρος, ήταν, φυσικά, πολύ παράλογες στις πρωτόγονες κοινωνίες. Αι>τό ποιι μπορούμε όλο κι όλο να πούμε με πλήρη βεβαιότητα είναι ότι, πρώτα προ'πα, αυτές δεν δημιοι>ργήθηκαν μεμονωμένα και αυτόματα απ' το θαυματουργικά φωτιομένο πνεύμα κάποιων εμπνευσμένων διανοού-μενων, αλλά μάλλον απ' τη συνήϋως αδιόρατη συλλο-γική δουλειά του πνεύματος όλων των ατόμων πον αποτελούσαν αυτές τις κοινωνίες· τα ξεχωριστά άτομα, οι μεγαλοφυείς άνθρωποι, δεν μπόρεσαν ποτέ να δώσουν τίποτε άλλο πέρα απ' την πιο πιστή ή την mo ευτυχισμένη έκφραση αυτών των κοινωνιών, σφού πάντα όλοι οι άνθρωποι του πνεύματος, «έπαιρναν το καλό an' όττον το 'βρισκαν», όπως λέει ο Βολτέρος. Κατά συνέπεια, αυτό που δημιούργησε τις πρώτες ιδέες είναι η συλλογική πνευματική δουλειά των πρωτόγονων κοινωνιών. Οι ιδέες αυτές δεν ήταν αρχικά τίποτα περισσότερο από απλές διαπιστώσεις, ατελέ-στατες βέβαια, των φυσικών και κοινωνικών γεγονό-των, κσθώς και συμπεράσματα, αχόμα λιγότερο συνε-τά, που έβγαιναν από τα γεγονότα αυτά. ' Ετσι γεννήθηκαν όλες οι ιδέες, οι φαντασίες και οι σκέψεις των ανθρώπων. To περιεχόμενο των σκέψεων αυτών όχι μόνο δεν είχε δημιοιιργηβεί από μιαν ανχόματχ] δράση του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά απεναντίας δόθηκε πρώτα πρώτα απ' τον εξωτερικό και εσωτερι-κό υπαρκτό κόσμο. To πνεύμα του ανθρώπου, δηλαδή η δουλειά ή η ολότελα οργανική και κατά συνέπεια υλική λειτουργία του εγκεφάλου του, που προκαλείται απ' τις εξωτερικές και εσωτερικές εντυπώσεις που του μεταβιβάζουν τα νεύρα του, προσφέρει στην παραπά-νω λειτουργία μόνο μια δράση ολότελα τυπική, που

—81—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

συνίσταται στο να συγκρίνει και να συνδυάζει τις αποτυπώσεις των πραγμάτων και των γεγονότων σε συστήματα σωστά ή λαϋεμένα. ' Ετσι γεννήβηκαν οι πρώτες ιδέες. Με την ομιλία, αυτές οι ιδέες ή μάλλον αυτες οι πρώτες φαντασίες συγκεκριμενοποιούνται, παγιώνονται καθώς μεταδ'ιδονται από έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο- έτσι, οι ατομικές φαντασ'ιες του καθενός συναντώνται, αλληλοελέγχονται, αλληλοτρο-ποποιούνται, συμπληρώνουν ή μια την άλλη και λίγο πολύ αλληλοσυγχωνεύονται σ* ένα μόνο σύστημα, και στο τέλος διαμορφώνουν την κοινή συνεϊδηση, τη συλλογική σκέψη της κοινωνίας. Η σκέψη αυτή μετα-φέρεται, διαμέσου της παρόδοσης, από τη μια γενιά στην άλλη' στο βαθμό δε που αναπτύσσεται ολοένακαι περισσότερο εξαιτίας της πνευματικής δουλειάς που γ'ινεται στο διάβα των αιώνων, αποτελει την πνευμα-τική και ηθική κληρονομιά μιας κοινωνίας, μιας τάξης, ενός έθνους.

Κάθε καινούρια γενιά βρϊσκει μόλις γεννιέται έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών, φαντασιών και συναισϋημάτων ποιι τα ηαραλαμβάνει σαν κληρονομιά απ' τους περασμένους αιώνες. Ο κόσμος αυτός δεν παρουαιάζε-ται αρχικά στον νεογέννητο άνθρωπο με τη μορφή που λένε οι ιδεαλιστές. δηλαδή σαν σύστημα αναπαραστά-σεων και ιδεών, σαν Θρησκεία, σα δόγμα το παιδί ϋα ' ταν ανίκανο να τον δεχτεί ή να τον καταλάβει μ' αυτή του τη μορφή' επιβάλλεται, όμως. στο παιδί σαν ένας κόσμος γεγονότων ενσαρκωμένος και πραγματωμένος τόσο μέσσ στα πρόσωπα όσο και μέσα σ' όλα τα πράγματα που το περιτριγυρίζουν, μιλιοντας στις αι-σΰήσεις του με όλα όσα ακούει και βλέπει από την πρώτη κιόλας μέρα της ζωής τοιι. Γιατί οι ιδέες κι οι αναπαραστάσεις των ανθρώπων, αφού δεν υπήρξαν αρχικά τ'ιποτα περισσότερο από γεννήματα των πραγ-ματικών φιισικών και κοινωνικών γεγονότων, με την έννοια ότι υπήρξαν η ανχανάχ.λα.στ\ ή η αντήχησή τους μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο και η, ας πούμε, ιδεατή και λίγο πολύ συνετή αναπαραγωγή των γεγονό-των αυτών από τούτο το απόλυτα υλικό όργανο της

—82—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

ανθρώπινης σκέψης, αποκτούν αργότερα, αφού πρώτα θεμελιωθούν για τα καλά, με τον τρόπο που εξήγησα, μες στη συλλογική συνείδηση μιας οποιασδήποτε κοινωνίας, τη δύναμη να γΐνουν με τη σειρά τους αίτια που γεννούν καινούρια γεγονότα, όχι χαϋαρά φυσικά αλλά κοινωνικά. Στο τέλος, τροποποιούν και μεταμορ-φώνουν, πολύ αργόσυρτα είν' αλήϋεια,τηνύπαρξη,τις συνήθειες και τους θεσμοϋς των ανθρώπων, κοντολο-γϊς όλες τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κοινωνϊα* επιπλέον, με την ενσάρκωσή τους μέσα στα πιο καθημερινά πράγματα της καθημερινής ζωής του καθενός, γίνονται αισθητές, απτές για όλους, ακόμα και για τα παιδιά. "Ετσι, κάθε καινούρια γενιά τις βλέπει να μπαίνουν μέσα της και να την διαποτϊζουν από τα πιο τρυφερά παιδικά της χρόνια- όταν φτάνει στην ώριμη ηλικία, οπότε αρχίζει χαϋαρά και η δουλειά της δικής της σκέψης που αναγκαστικά συνοδεύεται από μια καινούρια κριτική, βρΐσκει μέσα της καθώς και στην κοινωνϊα που την περιτριγυρίζει, έναν ολόκληρο κόσμο καθιερωμένων σκέψεων ή αναπαραστάσεων που της χρησιμεύουν σαν αφετηρια και της δίνουν κατά κάποιον τρόπο την πρώτη ύλη ή το υλικό για την δική της πνευματική και ηθική δουλειά. Τόσο πολλές εϊναι οι παραδοσιακές και κοινές σε όλους φαντασίες, ώστε οι μεταφυσικοί, έχοντας απατηϋει απ' τον ολότελα ασυναίσθητο και αδιόρατο τρόπο με τον οποίο, προερχόμενες απ' τα έξω, περνούν μέσα στον εγκέφαλο των παιδιών και εντυπώνονται σ' αυτόν πριν καν τα παιδιά μπορέσουν ν' αποκτήσουν συνεϊδηση του ίδιου τους του εαυτού, τις ονομάζουν λαθεμένα έμφντες ιδέες.

Τέτοιες είναι οι γενικές ή αφηρημένες ιδέες για το Θεό και την τ^υχή, ιδέες ολότελα παράλογες αλλά αναπόφευκτες, μοιραίες στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος που φτάνει πολύ αργόσυρτα στο διάβα των αιώνων στην ορθολογική και κριτική γνώση του εαυτού του και των ιδιαίτερων εκδηλώσεών του, που ξεκινά πάντα απ' το παράλογο για να φτάσει στην αλήθεια, και απ' την υποδούλωση για να κατα-

—83—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

κτήσει την ελευθερία- ιδέες καθαγιασμένες από τη γενική αμάθεια και από την ηλιθιότητα ολόκληρων αιώνων, καθώς και από το ευνόητο συμφέρον των προνομιούχων τάξεων, σε σημείο που ακόμα και σήμερα, κανένας δε θα μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά και σε γλώσαα κατανοητή στο λαό εναντίον τους, δίχως να ξεσηκώσει εναντΐον του μια αριθμητικό σεβαστή μερίδα του λαού και δΐχως να διατρέξει τον κίνδυνο να λιθοβοληθεί απότην αστικήν υποκρισία. Πλάι σ' αυτές τις ολότελα αφηρημένες ιδέες και πάντα σε πολύ στενή σχέση μ' αυτές, ο έφηβος βρίσκει μέσα στην κοινωνία και σαν επακόλουθο της πανίσχυρης επιρροής που ασκεΐ αυτη η τελευταία πάνω του από τα παιδικά του κιόλας χρόνια, βρίσκει μέσα του ένα πλήθος άλλων αναπαραστάσεων ή ιδεών πολύ πιο συγκεκριμένα καθορισμένων και που αγγίζουν από πιο κοντά την πραγματική ζωή και την καθημερινή ύπαρξη του ανθρώπου. Τέτοιες είναι οι αναπαραστάσεις που αναφέρονται στη φύση και στον άνθρωπο, στη δικαιο-σύνη, στα καϋήκοντα και στα δικαιώματα των ατόμων και των τάξεων, στις κοινωνικές σχέσεις, στην οικογέ-νεια, στην ιδιοκτησία, στο κράτος και σε πολλά άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. 'Ολες αυτές τις ιδέες που βρϊσκει ενσαρκωμένες στα πράγματα και στους αν-θρώπους, από γεννησιμιού του, και που εντυπώνονται στο πνεύμα του με την εκπαίδευση και την αγωγή που λαμβάνει πριν ακόμα φτάσει στη γνώση του εαυτού του, τις ξαναβρίοκει αργότερα επικυρωμένες, ερμη-νευμένες και σχολιασμένες απ' τις θεωρίες που εκφράζουν τη γενική συνείδηση ή τις συλλογικές προλήψεις, καθώς και απ' όλους τους ϋρησκευτικούς, πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς της κοινωνίας στην οποΐα ανήκει. Και είναι ο ίδιος τόσο εμποτισμένος απ' αυτές, ώστε κι αν ακόμα δεν ενδιαφέρεται προσωπικά να τις υπερασπιστεϊ, γίνεται τταρόλα αυτά συνεργός τους άθελό του, με όλες του τις υλικές, πνευματικές και ηθικές συνήθειες.

Αυτό που ϋα ' πρεπε, λοιπόν, να μας ξαφνιάζει δεν

—84—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

εϊναι η πανίσχυρη επϊδραση που ασκούν τούτες οι ιδέες - που εκφράζουν τη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας - πάνω στη μεγάλη μάζα των ανθρώπων, αλλά μάλλον το αντίθετο: το ότι δηλαδή βρίσκονται μέσα σ' αυτή τη μάζα άνθρωποι που έχουν τη σκέψη, τη θέληση και το θάρρος να τις καταπολεμήσουν. Γιατι η πίεση της κοινωνίας πάνω στο άτομο είναι συντριπτι-κή, και δεν υπάρχει χανένας χαρακτήρας αρκετά δυνατός ούτε και χανένα. πνεύμα αρκετά ισχυρό ώστε να μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι είναι απρόσβλητα από τις μολυσματικές επιδράσεις τούτης της δεσποτι-κής και συνάμα ακαταμάχητης επιρροής.

Τίποτα δεν αποδεικνύει τον κοινωνικό χαρακτήρα του ανθρώπου καλύτερα απ' όσο τούτη η επιρροή. Θα 'λεγε κανείς ότι η συλλογική συνείδηση μιας οποια-σδήποτε κοινωνίας, ενσαρκωμένη τόσο τους μεγάλους δημόσιους θεσμούς όσο και σ' όλες τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής όλων των μελών της και που χρησιμεύουν σα βάση για όλες τις θεωρίες τονς, σχηματίζουν κάτι σαν φυσικό περιβάλλον, κάτι σαν πνευματική και ηϋική ατμόσφαιρα, ενοχλητική μα και απόλυτα απαραίτητη για τη ζωή τους. Εκείνη τα εξοιισιάζει και την ίδια στιγμή εκεΐνη τα στηρίζει, τα συνδέει μεταξύ τους με εϋιμικές σχέφις πον αναγκα-στικά καβορίζονται απ' αυτήν παρέχει στον καθένα την ασφάλεια, τη σιγουριά, και αυγκροτεί για όλους τον υπέρτατο όρο για τη ζωή των πολλών, δηλαδή τον εκχυδαϊσμό, την κοινοτοπία και τη μονοτονϊα.

Οι πιο πολλοί άνθρωποι, όχι μονόχα απ' τιςλαϊκές μάζες αλλά κι απ' τις προνομιούχες τάξεις που 'ναι συνήθως όχι μόνο εξίσου μορφωμένες με τις μάζες αλλά και περισσότερο, δεν αισθάνονται ήρεμες κπι με ησυχασμένη τη συνείδησή τους παρά μόνον όταν οι σκέψεις και όλες οι πράξεις της ζωής τους ακολοκθούν πιστά, τυφλά, την παράδοση και τη μονοτονία: « ' Ετσι σκέφτονταν και έπρατταν οι πατεράδες μας, έτσι πρέπει να σκεφτόμαστε και να πρόττουμε κι εμεις-όλος ο κόσμος γύρω μας σκέφτεται και πρόττεί έτσι· γιατί εμείς να σκεφτόμαστε και να πράττουμε διαφο-

—85—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ρετικά απ" όλο τον άλλο κόσμο;» Ία λόγια αυτά εκφράζουν τη φιλοσοφία, τις πεποιϋήσεις και την πρακτική του ενενήντα εννέα τοις εκατό των ανθρώ-πων, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν. Και, όπως το 'χω κιόλας επισημάνει, αυτό αποτελεί και το πιο σοβαρό εμπόδιο για τη γοργή πρόοδο και απελευϋέρωση του ανθρώπινου είδους.

Ποιό ε'ιναι τα αίτια της απελπιστικής βραδύτητας που μοιάζει τόσο πολύ με στασιμότητα και που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, την πιο μεγάλη δυστυχία για την ανθρωπότητα; ' Ενα απ' τα πιο σπουδαία είναι αναμφίβολα η αμάθεια των μαζών. Αφού όλες οι κυβερνήσεις και οι προνομιούχες τάξεις - που κρϊνουν σκόπιμο να τις κρατήσουν για όσο περισαότερο καιρό γίνεται μες στην αμάϋεια, τη ϋεοσέβεια και τη θρη-σκευτική π'ιστη, τρία ουσιαστικό που εκφράζουν πάνω κάτω to ίδιο πράγμα - φροντίζουν στοργικά να μη παρέχεται στις μάζες γενικά και συστηματικά χαμ'ια επιστημονική εκπαίδευση, οι μάζες αγνοούν τόσο την ύπαρξη όοο και τη χρήση τούτου του οργάνου της πνευματικής απελευθέρωσης που λέγεται κριτική και που δίχως αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένη ηθική και κοινωνική επανάσταση. Οι μάζες που έχουν κάθε συμφέρον να εξεγερθούν εναντίον της κατεστη-μένης τάξης πραγμάτων, προσδένονται επιπλέον σ' αυτήν μέσα από τη δρησκεία των πατεράδων τους -τούτο το σωτήρα των προνομιούχων τάξεων.

Οι προνομιούχες τάξεις, πσυ δεν έχουν πια σήμερα τι να πουν, που δεν έχουν ούτε Οεοσέβεια ούτε θρησκευτική πίστη, προσδένονται με τη σειρά τους σ' αυτήν, εξαιτίας των πολιτικών και κοινωνικών τους συμφερόντων. Ειναι αδύνατο, ωστόσο, να πούμε ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος που τις κάνει να προσκολλώ-νται με πάθος στις κυρίαρχες ιδέες. Οσο άσχημη γνώμη κι αν έχω για την τωρινή πνευματική και ηθική αξια αυτών των τάξεων, δεν μπορώ να παραδεχτώ ότι μοναδικό κίνητρο των σκέψεων και των πράξεών τους εΐναι το συμφέρον.

Υπάρχει αναμφίβολα μέσα σε κόθε τάξη και μέσα

—86—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

σε κάθε κόμμα μια ολιγάριθμη ή πολυάριθμη ομάδα έξυπνων, ϋρασύτατων και συνειδητά κακόβουλων εκμεταλλευτών, ανδρώπων ισχνρών πον λέμε, απε-λευϋερωμένων απ' όλες τις πνευματικές και ηθικές προκαταλήψεις, εξϊσου αδιάφορων απέναντι σ' όλες τις πεποιθήσεις και που, αν χρειαοτεί, θα κάνουν τα πάντα για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Αυτοί, όμως ot «διακεκριμένοι» άνϋρωποι αποτελούν πάντα, ακόμα και μέσα στις πιο διεφθαρμένες τάξεις, μιαν ασήμαντη μειονότητα· οι πιο πολλοϊ, ακόμα και σ' αυτές τις τάξεις, ακολουθάνε σαν τα πρόβαχα - όπως κάνει κι ο λαός. Υφίστανται φυσικά την επιρροή των συ μφερόντων τους, που κάνει την αντιδραστικότητά τους όρο απαραίτητο για την ύπαρξή τους. Είναι, όμως, αδύνατο να παραδεχτούμε ότι είναι αντιδραστικοϊ απλώς γιατί υποκύπτουν στα εγωιστικά τους συναι-σθήματα. ' Eva μεγάλο πλήθος ανθρώπων, αχόμα και αρκετά διεφθαρμένων, δε Οα μπορούσε να 'ναι τόσο διεστραμμένο όταν δρα συλλογικά. Σε κάθε ένωση πολλών ανθρώπων - και ιδιαίτερα στις παραδοσιακές, ιστορικές ενώσεις όπως οι τάξεις, ακόμα κι όταν αι>τές έχουν φτάσει στο σημείο να 'χοιινε γίνει απόλυτα επιζήμιες ή αντίϋετες προς τα συμφέροντα και το δίκαιο όλου του κόσμου - υπάρχει μια αρχή ηϋικής, μια ϋρησκεΐα, μια οποιαδήποτε πιστη - αναμφίβολα πολύ λίγο ορϋολογικές και το πιο συχνά γελοϊες και, κατά συνέπεια, μικρονοϊκές αλλά ειλικρινείς - που αποτε-λούν τον ηθικό όρο που ειναι απολύτως απαραίτητος για την ύπαρξή τους.

To κοινό και ϋεμελκυδες λόθος όλων των ιδεαλι-στών, λάθος που κατά το άλλα είναι λογικότατο επακόλουϋο του ϋεωρητικού τους συστήματος στο σύνολό του, εϊναι το ότι αναζητούν τη βάση της ηθικής μέσα στο μεμονωμένο άτομο, ενώ αυτή βρίσκεται μόνο στα άτομα που αποτελούν ομάδα. Για να το αποδεϊ-ξουμε αυτό, ας αρχίσουμε με σκοπό να κρίνουμε όπως πρέπει, μια για πάντα, το μεμονωμένο ή απόλυτο άτομο των ιδεαλιστών.

—87—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Αυτό το μοναχικό και αφηρημένο ανθρώπινο άτομο εΐναι, όπως και ο Θεός, ένα πλόσμα της φαντασίας: και τα δυο τα δημιούργησε ταυτόχρονα η θεοαεβής φαντασία ή το παιδιάστικο, το μη στοχαστι-κό, μη πειραματικό και μη κριτικό αλλά το φανταστικό λογικό των λαών αργότερα το επεξεργάστηκαν, τα ερμήνευσαν και τα έκαναν δόγματα οι θεολογικές και μεταφυσικές ϋεωρ'ιες των ιδεαλιστών στοχαστών. Και τα δυο, αφού αντιπροσωπεύουν μιαν αφαίρεση στερη-μένη από κάθε περιεχόμενο και ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε πρανματικότητα, καταλήνουν στο Μη-δέν. Πιστεύω ότι έχω αποδείξει πόσο ανήθικο είναι το πλάσμα της φανταα'ιας που λέγεται Θεός: πιο κάτω, στο Παράρτημα, θα αποδεϊξω ότι είναι και παράλογο. Τώρα, βέλω ν' αναλύσω το εξίσου ανήϋικο και παράλογο πλόσμα της φαντασίας που λέγεται απόλυτο ή αφηρημένο ανθρώπινο άτομο, πον οι ηϋικολόγοι της ιδεαλιστικής σχολής το παίρνουν για βάση των πολιτι-κών και κοινωνικών τους ϋεωριών.

Δε θα δυσκολευτώ ν' αποδείξω ότι το ανϋρώπινο άτομο. που το εκϋειάζουν και το αγαπούν, είναι ένα ον ολότελα ανήθικο. Είναι ο εγωισμός προσωποποιημέ-νος, το κατεξοχήν αντικοινωνικό ον. Αφού κατέχει μιαν αθάνατη ψυχή, είναι άπειρο και αυτοτελές· επομένως, δεν έχει ανάγκη από κανέναν, ούτε από το Θεό και, φυσικά. δεν έχει ανάγκη από άλλοιις ανϋρώπους. Λογικά, δε ϋα μπορούσε ν' ανεχτεί την ύπαρξη ενός ισάξιου μ' αυτό ή ανώτερου ατόμου. εξίσοΐ' αβάνατου μ' αυτό και εξίσου άπειρου, ειτε πιο αθάνατοχι ή πιο άπειρου απ' αυτό, είτε στο πλάι του είτε από πάνω του. Θα όφειλε να είναι ο μοναδικός άνϋρωπος πάνω στη γη - τι λέω, Οα όφειλε να μπορεί να λέει στον εαιιτό του ότι ε'ιναι το μοναδικό ον, ότι είναι ο κόσμος όλος. Γιατί το άπειρο που βρίσκει κάτι, ο,τιδήποτε, έξω απ' αυτό, βρίσκει κάποιο όριο, δεν εϊναι πιατο άπειρο· δυο άπειρα που συναντιώνται, αλληλοαναιρούνται.

Ι'ιατί τάχα οι θεολόγοι και οι μεταφυσικοί, που παρουσιάζονται σε άλλες περιπτώσεις τόοο δεινοί λογικοί, έχοιιν διαπράξει κι εξακολοιιϋούν να διαπράτ-

—88—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

τουν τούτη τη λογική ασυνέπεια; Γιατϊ, δηλαδή, παρα-δέχονται ότι υπάρχουν πολλοΐ άνθρωποι εξίσου αθά-νατοι, μ' άλλα λόγια εξίσου άπειροι, και ότι από πάνω τους υπάρχει ένας Θεός ακόμα πιο αθάνατος και ακόμα πιο άπειρος; Υποχρεώθηκαν να το κάνουν αυτό, γιατί τους ήταν απολύτως αδύνατο ν' αρνηθούν την πραγματική ύπαρξη, τη βνητότητα καβώς και την αμοιβαια ανεξαρτησία εκατομμυρίων ανθρώπινων ό-ντων πσυ έζησαν κι εξακολουθούν να ζουν πάνω σ' αυτή τη γη. Πρόκειται για ένα γεγονός που, παρόλη τους την καλή Οέληση, δεν μπορούν να το παραγνω-ρίσουν. Λογικά, θα 'πρεπε να είχαν συμπεράνει απ' αυτό ότι οι ψυχές δεν είναι αβάνατες, καθώς και ότι δεν έχουν ύπαρξη ξεχωριστή απ' τα σωματικά και θνητά τους περιβλήματα· επιπλέον, ότι περιορίζοντας τον εαυτό τους κι ανακαλύπτοντας ότι εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, συναντώντας έξω απ" τον εαυτό τους και άπειρα άλλα διαφορετικά αντικειμενα, τα ανθρώπινα όντα, όπως και όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο αυτόν, είναι όντα παροδικά, περιορισμένα και πεπερασμένα. Αν, όμως, το παραδεχόντουσαν αυτό, θα 'πρεπε ν' απαρνηβούν τις ίδιες τις βάσεις των ιδεαλιστικών τους Οεωριών, θα 'πρεπε να πάρουν τη θέση τους κάτω απ' το λάβαρο του καθαρού υλισμού, ή της πειραματικής και ορβολογικής επιστήμης. Προς τα εκεϊ τους σπρώχνει και η δυνατή φωνή του αιώνα μας.

Κλεΐνουν τ' αυτιό τους σ' αυτή τη φωνή. Ηφύση τους - των εμπνευσμένων, των προφητών, των δογμα-τικών και των παπάδων - και το πνεύμα τους - που αναπτύχτηκε με τα λεπτόλογα ψέματα της μεταφυσι-κής, που 'ναι συνηθισμένο στο μισόφωτο των ιδεαλι-στικών φαντασιώσεων - εξεγείρονται ενοτντίον των ξεκάθαρων συμπερασμάτων και εναντίον της φωτεινής απλής αλήθειας. Φοβούνται τόσο την αλήθεια, ώστε προτιμούν να υποστηρίζουν την αντίφαση που δημι-ουργούν εκείνοι οι ίδιοι μ' αυτό το παράλογο πλάσμα της φανταο'ιας, την αθάνατη ψυχή, είτε γυρεύουν να βρουν τη λύση μέσα σ' έναν καινούριο παραλογισμό,

—89—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

μέσα στο πλάσμα της φαντασΐας που λέγεται Θεός. Απ' τη σκοπιά της θεωρίας, ο Θεός δεν εϊναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο, παρεκτός το τελευταΐο αποκούμπι και η υπέρτατη έκφραση όλων των παρα-λογισμών και των αντιφάσεων του ιδεαλισμού. Μέσα στη θεολογία, που αντιπροσωπεύει την παιδιάστικη και απλοϊκή μεταφυσική, παρουσιάζεται σαν η βάση και το κυρίως αϊτιο του παράλογοιτ μέσα όμως στην καϋαρή μεταφυσική, δηλαδή μέσα στη λεπτόλογα επεξεργασμένη κι ορθολογικοποιημένη θεολογία, α-ποτελεί αντίθετα το έσχατο αΐτιο και την υπέρτατη καταφυγή, με την έννοια ότι όλες τις αντιφάσεις που φαίνονται άλυτες μέσα στον πραγματικό κόσμο, τις ερμηνεύουν μέσα στο Θεό και διαμέσου του Θεού, δηλαδή διαμέσου του παράλογου που to ' χουν στολί-σει όσο γίνεται περισσότερο με μιαν επιφαση ορθο-λογικότητας.

Η ύπαρξη ενός προσωπικού Θεού και η αθανασΐα της \|τυχής είναι δυο ηλάαματα της φαντασίας αξεχώρι-στα, είναι οι δυο πόλοι του ίδιου απόλυτου παραλογι-σμού, που ο χ,αϋένας τους φέρνει στο μυαλό τον άλλον, και που ο χαϋενας τους γυρεύει μόταια να ερμηνευτεί με βάση τον άλλον, ν' ανακαλύψει το λόγο της ύπαρξής του μέσα στον άλλον. To ίδιο ισχύει και για την κατάφωρη αντίφαση που υπάρχει ανάμεαα στο υποτι-ϋέμενο άπειρο του κάθε ανθρώπου και στο πραγματι-κό γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, άρα ένα μεγάλο πλήθος από άπειρα όντα που βρίσκονται το ένα έξω από τ' άλλο και που αναγκαστικά περιορίζουν το ένα το άλλο· ανάμεσα στη θνητότητα και στην αϋανασ'ια τους· ανάμεσα στη φυσική τους εξάρτηση και στην απόλυτη ανεξαρτησΐα του ενός απ' το άλλο. Γι' αυτές τις αντιφάσεις, οι ιδεαλιστές έχουν μονάχα μιαν απάντηση: το Θεό. - Αν η απάντηση αυτή δεν σας εξηγεί τίποτα, κι αν δεν σας ικανοποιεί, τόσο το χειρότερο για σας. Άλλην απάντηση, δεν μπορούννα σας δώσουν.

Ύα ιχλάοματα της φοτντασΐας που λέγονται αϋανα-σία της ψυχής και ηθική του ατόμου - που το δεύτερο

—90—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

εΐναι αναγκαϊο επακόλουθο του πρώτου - αποτελούν την άρνηση κάθε ηθικής. Και, απ' αυττ\ την άποψη, πρέπει να δώσουμε δίκιο στους θεολόγους που, όντας πολύ πιο συνεπείς και πιο λογικοί απ* τους μεταφυσι-κούς, αρνιούνται κατηγορηματικό αυτό που φτάοανε να ονομάζουν οι άνθρωποι σήμερα ανεξάρτητη ηδι-χή' διακηρύσσουν οι θεολόγοι λογικότατα ότι απ' τη στιγμή που κάποιος παραδέχεται την αβανασία της ψυχής και την ύπαρξη του Θεού, οφείλει ν' αναγνωρί-σει και το ότι μπορεί να υπάρχει μόνο μια ηθική, δηλαδή ο θειϊκός νόμος, ο νόμος τον οποίον αποκάλυ-ψε ο Θεός, η θρησκευτική μ' άλλαλόγια ηθική, δηλαδή η σχέση της αθάνατης ψυχής με το Θεό διαμέσου της Θεϊας Χάρης. ' Εξω απ' οτυτή την ανορθολογική, θαυματουργική και μυστικιστική σχέση, τη μόνη άγια και τη μόνη επιθυμητή, κι έξω από τις συνέπειες που απορρέουν απ' αυτήν για τον άνθρωπο, όλες οι άλλες σχέσεις έχουν αξια μηδαμινή. Η θεϊκή ηθική είναι η απόλυτη άρνηση της ανθρώπινης ηθικής.

Η ΰεϊκή ηθική έχει βρει την τέλεια έκφρασή της στην ακόλουθη χριστιανική ρήση: «Αγάπα το Θεό περισσότερο απ' τον εαυτό σου, και τον πλησίον σου, το διπλανό σου, όσο και τον εαυτό σου», πράγμα που υποδηλώνει τη θυσί,α τόσο του διπλανού σου όσο και του εαυτού σου στο Θεό. Η θυσία του εοα^τού μας μπορεΐ να χαρακτηριστεί ανοησία- η ϋυοία, όμως, του διπλανού μας είναι, από ανθρώπινη σκοπιά, απολύτως ανήθικη. Και γιατΐ υποχρεώνομαι να κάνω μιαν απάν-θρωπη θυσϊα; Για τη σωτηρΐα της ψυχής μου. Αυτή είναι η τελευταία λέξη του χριστιανισμού. Επομένως, για να είμαι αρεστός στο Θεό και για να σώσω την ψυχή μου, πρέπει να θυσιάσω το διπλανό μου. Αυτό ειναι ο απόλυτος εγωισμός. Ο εγωισμός αυτός που δεν περιο-ρΐζεται, δεν καταστρέφεται αλλά μονάχα μασκαρεύεται στον Καϋολικισμό με την κατοτναγκαστική συλλογικό-τητα και με την εξουσιαατική, ιεραρχική και δεσποτική ενότητα της Εκκλησίας, εμφανίζεται με όλη την κυνική σαφήνεια στον Προτεσταντισμό, που είναι ένα ειδος Ορησκευτικού «ο οώζων εαντόν σωδήτω».

—9J—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Οι μεταφυσικοι, με τη σειρό τους, πασχίζουν να συγκαλύψουν τον εγωισμό αυτόν, που είναι η εγγενής και θεμελιώδης αρχή όλων των ιδεαλιστικών θεωριών, μιλώντας ελάχιστα, όσο λιγότερο γϊνεται για τις σχέσεις του ανΦρώπου με το Θεό, και όσο περισσότερο γίνεται για τις σχέσεις των ανϋρώπων μεταξύ τους. Πράγμα που δεν είναι καθόλου ωραίο, ούτε ειλικρινές, ούτε και λογικό από μέρους τους- γιατΐ απ' τη στιγμή που κάποιος παραδέχεται ότι υπάρχει Θεός, είναι υπο-χρεωμένος ν' αναγνωρίσει πως είναι ανάγκη να υπάρ-χουν και σχέοεις του ανθρώπου με το Θεό· και οφείλει ν' αναγνωρίσει ότι μπροστά σ' αυτές τις σχέσεις με το απόλυτο και υπέρτατο ον, όλες οι όλλες σχέσεις είναι κατανάγκην κΐβδηλες. Είτε ο Θεός δεν είναι Θεός, είτε η παρουσία του απορροφά και καταστρέφει τα πόντα. Ας προχωρήσουμε, όμως...

Οι μεταφυσικοί, λοιπόν, αναζητούν την ηθική μέσα στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και, ταυτόχρονα, διατείνονται ότι η ηθική εΐναι ένα γεγονός απόλυτα ατομικό, ένας θεϊκός νόμος γραμμένος μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Να ποια είναι η αξερίζωτη αντίφαση που πάνω της ϋεμελιώνεται η ηθική θεωρϊα των ιδεαλιστών. Απ' τη στιγμή που κουβαλώ μέσα μου, πριν απ' όλες τις σχέσεις μου με την κοινωνία και μετά συνέπεια ανεξάρτητα από κάϋε επίδραση τούτης της κοινωνΐας πάνω μου, έναν ηθικό νόμο γραμμένο πρωταρχικά από τον ίδιο το Θεό μες στην καρδιά μου, αυτός ο ηθικός νόμος είναι αναγκα-. στικά ξένος και αδιάφορος, αν όχι και εχϋρικός, προς την ύπαρξή μου μέσα στην κοινωνία* ο ηθικός αυτός νόμος, δεν μπορεί να αφορό τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, και μπορεί να ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις μου με το Θεό, όπως πολύ λογικά βεβαιώνει η θεολογία. 'Οσο για τους ανθρώπους, με βάση το νόμο αυτό, ειναι για μένα ολότελα ξένοι. Αφού ο ηϋικός νόμος έχει διαμορφωθεί κι έχει γραφει μες στην καρδιά μου ανεξάρτητα απ' όλες μου τις σχέσεις με τους άλλους ανϋρώπους, δεν μπορεί να * χει καμιά σχέση μ'

—92—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

αυτούς.

Θα μπορούσε, όμως, κάποιος να πει: ο νόμος αυτός σας προστάζει συγκεκριμένα ν' αγαπάτε τοιις ανθρώποιις όσο και τον εαυτό σας, γιατί οι άνθρωποι είναι ϊσοι με σας· να μη κάνετε σ' αχιτούς ό,τι δε θέλετε να κάνουν κι εκείνοι σε σας, να προσέχετε να τους φέρνεστε διαρκώς σαν ΐοους, σαν ηΰικά ισότιμους και με γνώμονά αας τη δικαιοσύνη. Σ' αυτό απαντώ ότι: αν είν' αλήθεια πως ο ηθικός νόμος περιλαμβάνει τούτη την εντολή, οφείλω απ' αυτό να συμπεράνω ότι δεν είναι διαμορφωμένος και ότι δεν έχει γραφεί μόνο μέσα στη δική μου καρδιά- προϋποΰέτει αναγκαστικά την προγενέστερη ύπαρξη των σχέσεών μου μ' άλλους ανθρώπους. με τους όμοιούς μοιι, και κατά συνέπεια δε δημιουργεί τούτες τις σχέσεις αλλά, βρίσκοντάς τες κιόλας εγκαθιδρυμένες απ' τη φύση, τις ρυθμΐζει μονάχα κι αποτελεϊ κατά κόποιον τρόπο την αναπτυγ-μένη τους εκδήλωση, την εξήγησή τους και το επακό-λουθό τους. ' Επεται απ' τα παραπάνω ότι ο ηθικός νόμος δεν είναι γεγονός ατομικό αλλά κοινωνικό, ότι είναι δηλαδή δημιούργημα της κοινωνίας.

Αν δεν συνέβαινε αυτό, ο ηθικός νόμος, που ' ναι γραμμένος μες στην καρδιά μου, θα ' ταν παράλογος· Οα ρύθμιζε τις σχέσεις μου με όντα με τα οποία δε θα ' χα καμιά σχέση και που θα αγνοούσα ακόμα και την ύπαρξή τους.

Σ' αυτό, οι μεταφυσικοΐ δίνουν μιαν απάντηση. Λένε ότι κάθε ανθρώπινο άτομο κουβαλό γραμμένον μέσα στην καρδιά του, από τη γέννησή του κιόλας, από το χέρι του ίδιου του Θεού, τον ηθικό τούτο νόμο· μόνο που, ο νόμος αυτός, βρίσκεται αρχικά σε λανθάνουσα κατάσταση, υπάρχει μόνο δυνητικά, δεν ειναι πραγμα-τωμένος ούτε και εκδηλώνεται στο ίδιο το άτομο. που δεν μπορεί να τον πραγματώσει και που δε φτάνει να τον απροκρυπτογραφήσει μέσα του, παρά μόνο στο βαθμό που αναπτύσσεται μέσα στην κοινωνία των ομοίων του· κοντολογίς, ότι ο άνθρωπος δεν αποκτό συνείδηση του νόμου αυτού που ' ναι γραμμένος μέσα του, παρά μόνο μέσα απ' τις σχέσεις του με άλλους

—93—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ανθρώπους.

Με την εξήγηση αυτήν, που δίχως να ' ναι πειστική είναι τουλάχιστον αληθοφανής, να 'μαστε πάλι στο δόγμα των έμφυτων ιδεών, των έμφυτων συναισθημά-των και των έμφυτων αρχών. To γνωριζουμε τούτο το δόγμα- η ανθρώπινη ψυχή - αθάνατη και άπειρη στην ουσία της, αλλά καθορισμένη, περιορισμένη και βεβα-ρυμένη εξαιτίας του σώματος, και κατά κάποιον τρόπο τυφλωμένη κι εκμηδενισμένη στην πραγματική της ύπαρξη - περιέχει όλες αυτες τις σιώνιες και θεϊκές αρχες αλλά εν αγνοΐα της, δίχως αρχικά να υποψιάζεται καν την ύπαρξή τους. Οντας αθάνατη, οφείλει ανα-γκαστικά να ' ναι αιώνια τόσο σε σχέση με το παρελθόν όσο και σε σχέση με το μέλλον. ί'ιατί αν είχε κάποια αρχή, θα ' χε σναπόφευκτα και κάποιο τέλος, και δε θα 'ταν διόλου αϋάνατη. Τϊ υπήρξε και τ'ι έκανε στη διάρκεια όλη αυτής της αιωνιότητας που άφησε πίσω της; Μονάχα ο Θεός το ξέρει- όσο για την ψυχή την ίδια, δε θυμάται το παρελϋόν, το αγνοεί. Είναι ένα μεγάλο μυοτήριο, γεμάτο καυγαλέες αντιφάσεις, που για νατις άρουμε θα πρέπει να προσφύγουμε στην υπέρτατη αντίφαση, στο Θεό. Διατηρεί παντοτινά μέσατης, δίχως καϋόλου να τις αμφισβητεί, σ' ένα ολότελα μυστηριώ-δες κομμάτι του είναι της, όλες τις ϋεϊκές αρχές. Χαμένη, όμως, μέσα στο γήινο σώμα της, αποκτηνωμέ-νη απ' τις χονδροειδείς υλικές συνθήκες της γέννηοης και της ύπαρξής της πάνω στη γη, δεν έχει πια την ικανότητα να τις συλλάβει, ούτε και τη δύναμη να τις ξαναθυμηθεί. Είναι λες και δεν τις ειχε καβόλου μέσα της. Να, όμως, που μέσα στην κοινωνία συναντιώνται ένα πλήθος από ανθρώπινες ψυχές, όλες εξίσου αϋάνατες εξαιτίας της ουα'ιας τους, κι όλες εξίσου αποκτηνωμένες, εξευτελισμένες και υλοποιημένες μες στην πραγματική τους ύπαρξη. Πρώτα πρώτα, ανα-γνωρίζουν τοσο λΐγό ή μια την άλλη, ώστε η μια υλοποιημένη ψυχή τρώει την άλλη. Η ανθρωποφαγΐα ήταν, όποος ξέρουμε, η πρώτη πρακτική του ανθρώπι-νου είδους. Στη συνέχεια, εξακολουθώντας τον λυσσα-λέο αναμεταξύ τους πόλεμο, η καθεμιά πασχΐζει να

—94—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

υποτάξει όλες τις άλλες- πρόκειται για τη μακρά χρονική περίοδο της δουλείας, που φαίνεται πως δεν έχει τελειώσει ούτε σήμερα. Ούτε στην οτνθρωποφαγία ούτε στη δουλε'ια δε βλέπουμε φυσικά to παραμικρό Ίχνος απ' τις θεϊκές αρχές. Μέσα σ' αυτήν, όμως, την ακατάπαυτη σύγκρουση των λαών και των ανθρώπων μεταξύ τους που αποτελεί την ιστορία και εξαιτϊας των αναρίθμητων βασάνων που είναι το πιο ξεκάβαρό τους αποτέλεσμα, οι ψυχές σιγά σιγά ξυπνάνε, βγα'ινουν από τη νάρκη τους κι από την αποκτήνωσή τους, ξαναβρί-σκουν τον εαυτό τους, τον αναγνωρίζουν και εμβαϋύ-νουν ολοένα και περισσότερο στο εσώτερο είναι τους, προκαλούνται και διεγείρονται η μια απ' την άλλη, κι αρχΐζουν να θυμούνται τον εαυτό τους, να προαισθά-νονται αρχικά και στη συνέχεια να βλέπουν και να νιώθουν πιο κσθαρά τις αρχές που χάραξε μέσα τους για πάντα με το ΐδιο του το χέρι ο Θεός.

Αυτό το ξύπνημα κι αυτή η ανάμνηση πραγματο-ποιούνται πρώτα πρώτα μέσα στις ψυχές τις όχι πιο άπειρες και τις όχι πιο αθάνατες, γιατί το αντίθετο 0' αποτελούσε παραλογισμό- το άπειρο, δεν επιδέχεται ούτε αύξηση ούτε ελάττωση, κι αυτό κάνει την ψυχή αχόμα και του πιο μεγάλου ηλίθιου να εΐναι εξϊσου άπειρη και αθάνατη με την ι^χή της πιο κορυφαϊας μεγαλοφυϊας- πραγματοποιούνται μέσα στις λιγότερο χοντροκομμένα υλοποιημένες ψυχές και κατά συνέ-πεια στις πιο ικοτνές να ξυπνήσουν και ν' αναθυμη-θούν. Αυτές οι ψυχές είναι των μεγαλοφυών ανθρώ-πων, των θεόπνευστων, εκείνων που αποκαλύπτουν τη Θεια Χάρη, των νομοϋετών και των προφητών. Απ' τη στιγμή που αυτοί οι μεγάλοι και όγιοι άνθρωποι. φωτισμένοι και παρακινημένοι απ' το άγιο πνεύμα, που δίχως τη δική του βοήθεια δε γίνεται τίποτα μεγάλο και καλό μέσα σ' αυτό τον κόσμο, απ' τη στιγμή που ξαναβρΐσκουν μέσα τους μιαν απ' οιυτές τις θεϊκές αλήθειες που κάθε άνθρωπος κουβαλά ασύνει-δα μες στην ψυχή του, γίνεται φυσικά πολύ εύκολο για τους πιο χοντροκομμένα υλοποιημένους ανθρώπους να κοτνουν την ιδιαν ανακάλυψη μέσα τους.' Ετσι, κάθε

—95—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

μεγάλη αλήθεια, όλες οι αιώνιες αρχές που εκδηλώνο-νται πρώτα πρώτα μέσα στην ιστορία σαν εκ Θεού αποκαλύψεις, περιορίζεται αργότερα σε θεϊκή αλήθεια βέβαια, αλλά σε -θεϊκή αλήθεια που ο καϋένας οφείλει και μπορεί νσ την ξαναβρεϊ μέσα του και να την αναγνωρίσει σαν βάση της άπειρης ουσίας του ή της σ&άνατης ψυχής του. Αυτό εξηγεϊ το πώς μια αλήθεια, που αρχικά την αποκάλυψε ένας μόνον άνθρωπος, με το που διαδΐδεται σιγά σιγά παραέξω, βρίσκει απόστο-λους, λίγους αρχικά και που τους κυνηγάνε όπως και τον ΐδιο τον Κύριο οι μάζες και οι επίοημοι εκπρόσωποι της κοινωνίας- διαδίδεται, όμως, ολοένα και περισσό-τερο, εξαιτίας κι αυτών των ίδιων των καταδιώξεων, και στο τέλος εισβάλλει αργά ή γρήγορα μέσα στη συλλογι-κή συνείδηση και αφού πρώτα υπήρξε για πολύν καιρό μια αλήθεια αποκλειστικά ατομική, μετατρέπεται στο τέλος σε μια κοινωνικά σποδεκτή αλήθεια- πραγματο-ποιείται κουτσά στραβά μες στους δημόσιους και ιδιωτικούς θεσμούς της κοινωνίας, κι έτσι γίνεται σιγά σιγά ο νόμος της.

Να ποια είναι η γενική θεωρΐα των ηθικολόγων της μεταφυσικής σχολής. Με την πρώτη ματιά, όπως ειπα, φαίνεται πειστικότατη και μοιάζει να συμφιλιώνει τα πιο ανόμοια πράγματα: την εκ Θεού αποκάλυψη και το ανθρώπινο λογικό, την αθανασία και την απόλυτη ανεξαρτησία των ατόμων, με τη θνητότητα και την απόλυτή τους εξάρτηση, τον ατομικισμό με το σοσιαλι-σμό. Αν, όμως, εξετάσαυμε από πιο κοντά τούτη τη θεωρία και τις συνέπειές της, εύκολα θα διαπιστώσου-με ότι πρόκειται για μια φαινομενική μόνο συμφιλίωση, που κρύβει κάτω από μια ψεύτικη εηΐφαση ορϋολογι-σμού και σοσιαλισμού τον παμπάλαιο θρίαμβο του θεϊκού παραλογισμού πάνω στο ανθρώπινο λογικό και του οίτομικού εγωισμού πόνω στην κοινωνική αλληλεγ-γύη. Καταλήγει, σε τελευταία ανάλυση, στο διαχωρισμό και οτην απόλυτη απομόνωση των ανϋη<οπων και, κατά συνέπεια, στην άρνηση κάθε ηθικής.

Παρά το ότι η ϋεωρία αυτή υποστηρίζει πως είναι καθαρό ορθολογική, αρχίζει με την άρνηση κάθε

—96—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

λογικού, με το παράλογο, με το πλάσμα της φαντασϊας που λέγεται άπειρο να χάνεται μέσα στο πεπερασμένο, ή με την υπόθεση ότι υπάρχει μια ψυχή, ένα πλήθος αϋόναχων ψυχών που κοαοικούν κι είναι φυλακισμένες μέσα στα θνητά τους αώματα. Για να διορθώσει και για να ερμηνεύσει αυτό τον παραλογισμό, υποχρεώνεται να καταφύγει σε κάτι άλλο, στον κατεξοχήν παραλογι-σμό, στο Θεό, σ' ένα είδος αθάνατης. προσωπικής, αμετακίνητης ψυχής, που κατοικει κι είναι φυλακισμέ-νη σ' ένα σύμπαν παροδικό καιϋνητό και που, παρόλα αυτά, διαφυλάγει την παντογνωσία και την παντοδυ-ναμία της. ' Οταν κάποιος υποβάλλει αδιάκριτα ερωτή-ματα, πον η θεωρία αυτή είναι φυσικό ανΐκανη να τα απαντήσει, γιατί δεν υπάρχει απάντηση για το παράλο-γο ούτε και ερμηνεία γΓ αυτό, αποκρίνεται η θεωρια αυτή με τη φόβερή λέξη «Θεός», με το μυστηριώδες απόλυτο, που δε σημαίνει απολύτως τίποτα ή που σημαίνει το αδύνατο, μ' ένα πράγμα που, σύμφωνα μ' αυτήν, δίνει απάντηση στα πάντα και ερμηνεύει τα πάντα. Πρόκειται για δικό της ζήτημα και για δικαϊωμά της, γιατί γι' αυτό το λόγο, επειδή είναι κληρονόμος και λιγο πολύ υπάκουη θηγατέρα της θεολογίας, ονομάζε-ται μεταφυσική.

Αυτό που πρέπει να εξετάσουμε εδώ, είναι οι ηϋικές επιπτώσεις τούτης της ϋεωρίας. Ας επισημά-νουμε πρώτα πρώτα ότι η ηθική της, παρά τη σοσιαλιστική της επίφαση, ειναι μια ηθική βαϋντατα, αποκλειστικά, ατομική· έπειτα απ' αυτό, δε ϋα δυσκο-λευτούμε πια ν' αποδείξουμε ότι, αφού αυτό είναι το κυρϊαρχο χαρακτηριοτΓΐκό της, αποτελεί στην πραγμα-τικότητα την άρνηση κάθε ηθικής.

Μέσα σ' αυτή τη θεωρία, η αθάνάτη και ατομική ψυχή του κάθε ατόμου ξεχωριστά, άπειρη ή απόλντα αυτάρκης ως προς την ουσια της και σαν τέτοια μη έχοντας ανάγκη από κανένα απολύτως ον, ούτε κι από σχέσεις με άλλα όντα για να συμπληρωθεΐ, βρίσκεται φυλακισμένη και κατά κάποιον τρόπο αρχικά εκμηδε-νισμένη μέσα σ' ένα θνητό σώμα. ' Οντας σ' αυτή την κατάσταση της πτώσης, που τα αίτιά της θα μας

—97—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

μένουν αναμφίβολα για πάντα άγνωστα αφού το ανθρώπινο πνεύμα είναι ανίκανο να τα εξηγήσει κι αφού η εξήγησή τους δίνεται μόνο με το απόλυτο μυστήριο, με το Θεό' όντας περιορισμένη σ' αυτή την κατάσταση της υλικότητας και της απόλυτης εξάρτη-σης από τον εξωτερικό κόσμο, η ανθρώπινη ψυχή έχει ανόγκη απ' την κοινωνΐα για να ξυπνήσει, για ν' αναθιιμηβε'ι τον εαυτό της, για ν' αποκτήσει πόλι συνείδηση του εαυτού της και των θεϊκών αρχών που απ' τις απαρχές της αιωνιότητας τοποθετήθηκαν μέσα της από τον ίδιο το Θεό και αποτελούν την ουσϊα της. Να ποια είναι ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας και το σοσιαλιστικό κομμάτι αυτής της ϋεωρίας. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και του κάθε ατόμου με όλα τ' άλλα, κοντολογις η κοινωνική ζωή, δεν παρου-σιάζονται σ' αυτήν παρά μόνο σαν ένα αναγκαιο μέσο ανάπτυξης, σαν γέφυρα και όχι σαν στόχος· ο απόλυ-τος και έσχατος στόχος yia κάθε άνθρωπο εϊναι κεί\ος ο ίδιος, έξω απ' όλους τους άλλους ανθρώπους· είναι κείνος ο ίδιος, μπροστά στην απόλυτη ατομικότητα, μπροστά στο Θεό. ' Ηταν ανάγκη να βγουν οι άνθρωποι απ' τον γήινο εκμηδενισμό τους, να ξαναβρούν τον εαυτό τους, να ξαναποκτήσουν την αθάνατη ουσία τους· απ' τη στιγμή, όμως, που ξαναβρίσκουν την \|τυχή, αυτή, μη μπορώντας να ζήσει παρά μόνο μοναχή της, τους γυρίζει την πλότη και μένει ριγμένη στην περισυλλογή του μυστικιστικού παρόλογοΐ', στη λα-τρεια του Θεοϋ της.

Αν διατηρεί ακόμα κάποιες σχέσεις με τους ανθρώπους, αυτό δε γΐνεται από ηθική ανάγκη ούτε κατά συνέπεια από αγάπη για τους ανθρώπους, γιατί κάποιος αγαπά μόνον αυτό που έχει ανάγκη κι αυτό που τον έχει ανάγκη- κι ο άνθρωπος που ' χει ξαναβρει την άπειρη και αθάνατη ουσία του, όντας αυτάρκης δεν έχει πια ανάγκη από κανέναν, έχει ανάγκη μόνο από το Θεό, ο οποίος εξαιτίας μιας μυστηριώδους ιδιότητας που μόνον οι μεταφυσικοί την καταλαβαί-νουν, φαίνεται να κατέχει μιαν απειρια πιο άπειρη και μιαν αθανασια πιο αθάνατη απ' τις αντίστοιχες των

—98—

ΘΕΟΣΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

ανθρώπων έχοντας στο εξής την υποστήριξη της παντογνωσίας και της παντοδυναμίας του Θεού, το άτομο συνέρχεται και γίνεται εσωτερικά ελεύθερο, οπότε δεν μπορεϊ πια να ' χει ανάγκη απ' τους άλλους ανθρώπους. Αν, επομένως, εξακολουϋεί να διατηρει μερικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο για δυο λόγους.

Πρώτα πρώτα, γιατΐ όσο το ότομο μένει γελοία ντυμένο με το θνητό του σώμα, έχει ανάγκη να φάει, να βρει κατάλυμα, να ντυβεϊ, να υπερασπίσει τον εαυτό του τόσο από την εξωτερική φύση όσο κι από τις επιθέσεις των ανθρώπων όταν είναι άνθρωπος πολιτι-σμένος, έχει ανάγκη από μια ποσότητα υλικών πραγ-μάτων που συνιστούν την ευπορία, την άνεση, την πολυτέλεια και που μερικά απ' αυτά, όγνωστα στους πατεράδες μας, Οεωρούνται σήμερα απ' όλο τον κόσμο αντικεΐμενα πρώτης ανάγκης. Θα μπορούσε θαυμάσια ν' ακολουθήσει το παράδειγμα των αγίων των περα-σμένιων αιώνων και, αφού απομονωνόταν σε μια σπηλιά, να τρέφεται με ρίζες. Φαίνεται, όμως, ότι αυτό δεν είναι του γούστου των σύγχρονων αγίων που σκέφτονται αναμφίβολα ότι η υλική άνεση είναι απαραίτητη για τη σωτηρία της ιρυχής. Επομένως, έχει ανάγκη απ' όλα αυτά τα πράγματα- αυτά τα πρόγματα, όμως, μπορούν να παραχτούν μόνο με τη συλλογική δουλειά των ανθρώπων: η μεμονωμένη δουλειά ενός μόνον ανθρώπου θα ' ταν ανίκανη να παράγει έστω και το ένα εκατομμυριοστό τους. ' Επεται απ' τα παρατιά-νω ότι το άτομο που κατέχει την αθάνατη ψυχή και την εσωτερική ελευϋερία του ανεξάρτητα απ' την κοινω-νΐα, ο σύγχρονος άγιος, έχει νλικά ανάγκη απ' αυτή την κοινωνΐα, δίχως, από ηϋική σκοπιά, να την έχει ούτε στο παραμικρό ανάγκη.

Ποιό, όμως, είναι το όνομα που πρέπει να δώσουμε σε σχέσεις που το μόνο κϊνητρό τους είναι οι αποκλειστικά υλικές ανάγκες, που ταυτόχρονα δεν επικυρώνονται και δε στηρϊζονται από χαμ'ια ηθική ανάγκη; Εΐναι φανερό ότι το μοναδικό όνομα που μπορούσε να δώσουμε σ' αυτές, είναι το όνομα

—99—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

εχμετάλλενση. Και πράγματι, μέσα στη μεταφυσική ηθική και μέσα στην αστική κοινωνία που, όπως ξέρουμε. έχει για βάση της αυτή την ηθική, κάθε άτομο γίνεται αναγκαστικό εχμεταλλεντής της κοινωνίας, δηλαδή όλων, και το κράτος - με τις διαφορετικές του μορφές, από το θεοκρατικό κράτος και την πιο απόλυτη μοναρχΐα μέχρι την πιο δημοκρατική αβασϊ-λευτη δημοκρατία που βασιζεται στο πιο πλατύ γενικό δικαΐωμα ψήφου - δεν είναι τιποτε άλλο παρά ο ρυθμιστής και ο εγγυητής αυτής της αμοιβαίας εκμε-τάλλευσης.

Μέσα στην αστική κοινωνία, που βασίζεται στη μεταφυσική ηθική, κάθε άτομο, εξαιτϊας της ανάγκης ή εξαιτίας της λογικής της θέσης του, παρουσιάζεται σαν εκμεταλλευτής των άλλων, γιατί έχει ανόγκη,υλίχά μεν απ' όλους, ηδικά δε από χανέναν. Επομένως, ο καϋένας, αν απομακρυνθεί απ' την κοινωνική αλλη-λεγγύη που την βλέπει σαν εμπόδιο για την ολόπλευρη ελευθερία της ψυχής του μα και την επιζητά σαν μέσο απαραίτητο για τη διατήρηση του σώματός του, την βλέπει μόνον από τη σκοπιά της υλικής, της προσωπι-κής του χρησιμότητας και της φέρνει, της δίνει μόνον όσα εΐναι απολύτως απαραίτητα για να 'χει όχι το δικαιωμα αλλά και την εξουσΐα να εξασφαλΐσει για τον εαυτό του τούτη τη χρησιμότητα. Κοντολογίς, ο καθένας την βλέπει σαν εκμεταλλευτή. Οταν, όμως, όλοι είναι εξίσου εκμεταλλευτές, πρέπει αναγκαστικά να υπάρχουν ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι, γιατί κάθε εκμετάλλευση προϋποβέτει και εκμεταλλευόμε-νους. Υπάρχουν, επομένως, εκμεταλλευτές που είναι εκμεταλλευτές συνάμα δυνητικά και πραγματικά· και άλλοι. το μεγάλο πλήθος, ο λαός, που ειναι εκμεταλ-λευτές μόνο δυνητικά, που θα ' θελαν να ' ναι εκμεταλ-λευτές, μα στην πραγματικότητα δεν είναι. Στην πράξη είναι οι αιώνια εκμεταλλευόμενοι.Σε κοινωνική οικονο-μία, να λοιπόν σε τι καταλήγει η μεταφυσική ή αστική ηβική· σ' έναν ανελέητο και αχαλίνωτο πόλεμο όλων των ανθρώπων μεταξύ τους, σ' έναν λυσσαλέο πόλεμο όπου οι πολλοί χάνονται για να εξασφαλιστεί ο

— 100—

ΘΕΟΣ KA1 ΚΡΑΤΟΣ

θρίαμβος και η ευημερϊα των λΐγων.

Ο δεύτερος λόγος που μπορεί να σπρώξει έναν άνθρωπο που έχει συνειδητοποιήσει ολόπλευρα τον εαυτό του να διατηρήσει τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, εϊναι η επιθυμία να γΐνει αρεστός στο Θεό και το καθήκον να εκπληρώσει τη δεύτερη εντολή του Θεού· η πρώτη είναι να αγαπάς το Θεό περισσότερο απ' τον εαυτό σου, και η δεύτερη να αγαπάς τους ανθρώπους, τους διπλανούς σου, όσο και τον εαυτό σου και να τους κάνεις, για την αγάηη χον Θεον, όλα τα καλά που επιθυμείς να σου κάνουν κι αυτοί.

Προσέξτε τούτα τα λόγια: «για την αγάηη χον θεού». Εκφράζουν τέλεια το χαρακτήρα της μοναδι-κής ανθρώπινης αγάπης που είναι δυνατό να υπάρχει μέσα στη μεταφυσική ηθική, που συγκεκριμένα επι-βάλλει να μην αγαπάμε κσθόλου τους ανθρώπους για τους εαυτούς τους, επειδή αυτό ειναι για μας ανάγκη, αλλά μόνο για να γίνουμε αρεστοί στον υπέρτατο Κύριο. Εξάλλου, έτσι ϋα ' πρεπε να ' ναι τα πράγματα· γιατϊ απ' τη στιγμή που η μεταφυσική παραδέχεται την ύπαρξη ενός Θεού και τις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, οφείλει, όπως και η θεολογία, να υποτάξει σ' αυτές όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ιδέα του Θεού απορροφά, καταστρέφει όλα όσα δεν ειναι Θεός, και αντικαθιστά όλες τις ανθρώπινες και γήινες πραγματι-κότητες με τα θεικά ηλάσμαχα της φαντασίας.

Στη μεταφυσική ηθική, όπως ε'ιπα, ο άνθρωπος που απόκτησε συνείδηση της αθάνατης ψυχής του και της ατομικής τους ελευθερίας μπροστά στο Θεό και μέσα στο Θεό, δεν μπορεί ν' αγαπάει τους ανθρώπους, γιατί ηθικά δεν τους έχει ανότγκη και γιατϊ κάποιος μπορεϊ ν' αγαπήσει, όπως πρόσθεσα, μόνον αυτά που 'χουν ανάγκη απ' αυτή την αγάπη.

Αν κάποιος πιστέψει τα όσα λένε γι' αυτά οι θεολόγοι και οι μεταφυσικοί, ο πρώτος όρος καλύπτε-ται τέλεια στις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, γιατι υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει δίχως το Θεό. Ο άνθρωπος, λοιπόν, μπορει και οφείλει ν' ayana το Θεό, γιατί τον έχει ανάγκη. 'Οσο για τον

— 101—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

δεύτερο όρο, για το ότι δηλσδή μπορεί ν' αγαπήσει μόνον εκείνον που 'χει ανάγκη απ' αυτή την αγάπη, δεν τον βρίσκουμε να καλύπτεται στις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό. Θα ' ταν ασέβεια να πούμε ότι ο Θεός μπορεί να 'χει ανάγκη από την αγάπη των ανθρώπων. Γιατϊ, «να 'χεις ανάγκη», σημαϊνει να σου λείπει ένα πράγμα που ' ναι αναγκάιο για την πληρότη-τα της ύπαρξής σου, είναι επομένως μια εκδήλωση αδυναμίας, μια ομολογία έλλειψης. Ο Θεός, ο αηόλυτα αυτάρκης, δεν μπορεΐ να ' χει ανάγκη από κανέναν και από τίποτα. Μη έχοντας καμιά ανάγκη από την αγάπη των ανθρώπων, δεν μπορεί να τους αγαπάει- κι αυτό πσυ ονομάζεται «αγάπη του» για τους ανθρώπους εϊναι μόνο μια απόλυτη συντριβή, παρόμοια και φυσικά πιο θαυμαστή ακόμα απ' αυτήν που ο πανΐσχυρος Αυτοκράτορας της Γερμανίας έχει σήμερα για όλους τους υπηκόους του. Η αγάπη των ανθρώπων για το Θεό, μοιάζει τόσο πολύ με την αγάπη των γερμανών γι' αυτό το μονόρχη που 'γινε σήμερα πανΐσχυρος, ώστε μπροστά στο Θεό, δε γνωρϊζουν δύναμη πιο μεγάλη απ' τη δική του.

Η αληθινή, πραγματική αγάπη, έκφραση μιας αμοιβαΐας και ισοδύναμης και για τους δυο ανάγκης, μπορεί να υπάρξει μόνον σνάμεσα σε ίσους. Η αγάπη του ανώτερου για τον κατώτερο, είναι η συντριβή, η καταπίεση κι η περιφρόνηση, είναι ο εγωιομός, η αλαζονεία κι η ματαιοδοξία που θριαμβεύουν μες στο συναίσθημα ενός μεγαλείου που βασίζεται στον εξευ-τελισμό των άλλων. Η αγάπη του κατώτερου για τον ανώτερο, είναι η ταπείνωση, οι τρόμοι και οι ελπίδες του δούλου που περιμένει απ' τον κύριο και αφέντη του είτε τη δυστυχία εϊτε την ευτυχία.

Να ποιός εϊναι ο χαρακτήρας της λεγόμενης αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους και των ανθρώπων για το Θεό. Είναι ο δεσποτισμός του ενός και η υποδούλωση των άλλων.

Ti σημαϊνουν, λοιπόν τα λόγια «αγαπάτε τους ανθρώπους και κάνετέ τους το καλό για την αγόπη του Θεού;» Σημαίνουν να ταυς φέρνεστε όπως θέλει να

—102—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

τους φέρνεστε ο Θεός. Και πώς θέλει να τους φέρνεστε ο Θεός; Σα να ' ναι δούλοι. Ο Θεός, από τη φύση του, είναι υποχρεωμένος να τους φέρνεται έτσι. 'Οντας κείνος ο ίδιος ο απόλυτος Κύριος και αφέντης, εΐναι υποχρεωμένος να τους βλέπει σαν απόλυχα δούλους· αν τους βλέπει έτσι, δεν μπορεϊ να κάνει ποτέ τίποτε άλλο έξω απ' το να τους φέρνεται ανάλογα. Για να τους ελευβερώσει θα 'χε στη διάθεσή του ένα μόνο μέσο-θα 'πρεπε να παραιτηθεί, να εκμηδενιστει και να εξαφανιστεί. Η απαίτηση, όμως, αυτή θα 'τανυπερβο-λική για την παντοδυναμία του. Μπορεί πολύ καλά - για να συμφιλιώσει την περϊεργη αγάπη που νιώθει για τους ανθρώπους με την αιώνια δικαιοσύνη του, την όχι λιγότερο ιδιόρρυθμη - να θυσιάσει τον μονογενή του υιό, όπως μας το ιστορεί το Ευαγγέλιο· αλλά το να παραιτηθεϊ, ν' αυτοκτονήσει για την αγάπη των ανθρώπων, αυτό δε θα το κόνει ποτέ, εκτός κι αν τον αναγκάσει να το κάνει η επιστημονική κριτική. Οσο η εύπιστη φανχαα'ια των ανθρώπων του επιτρέπει να υπάρχει, θα ' ναι πάντα ο απόλυτος άρχοντας, ο Κύριος των δούλων. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι το να φερνόμα-στε στους ανθρώπους σύμφωνα μ' όσα λέει ο Θεός, δεν μπορεΐ να σημαίνει τίποτε άλλο πέρα απ' το να τους φερνόμαστε σα να 'ναι δούλοι. To ν' αγαπάμε τους ανθρώπους σύμφωνα μ' όσα λέει ο Θεός. σημαίνει ν' αγαπάμε την υποδούλωσή τους. Εγώ, όντας άτομο αθάνατο και ολοκληρωμένο χάρη στο Θεό, και που αιαθόνομαι ελεύθερος ακριβώς γιατϊ είμαι δούλος του Θεού, δεν έχω ανάγκη από κανέναν άνθρωπο για να κάνω πληρέστερη την ευδαιμονία της πνευματικής και ηθικής μου ύπαρξης, αλλά διατηρώ τις σχέσεις μου μ' αυτούς απλώς για να υπακούσω στο Θεό· αγαπώ-ντας τους για την αγάπη του Θεού και φερνόμενος σ' αυτούς όπως λέει ο Θεός, θέλω να 'ναι δούλοι του Θεού όπως κι εγώ. Επομένως, αν Οέλει ο ανώτατος Κύριος να με εκλέξει για να κάνω να υπερισχύσει η άγια βέλησή του πάνω στη γη, πρόθυμα Οα υποχρεώσω τους άλλους ανθρώπους να υπακούσουν με τη βία. Να ποιος εΐναι ο αληϋινός χαρακτήρας αυτού που οι

— 103—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

ειλικρινεϊς και σοβαροί λάτρεις του Θεαύ ονομόζουν ανθρώπινη αγάπη τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, τόσο για την αφοσϊωση αυτών που αγαπούν, όσο για την καταναγκαστική ϋυσϊα εκεϊνων που σποτελούν τα ανπκεϊμενα ή μάλλον τα θύματα τούτης της αγάπης. Δεν πρόκειται για την απελευϋέρωσή τους αλλά για την υποδούλωσή τους προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού. Μ' αυτό τον τρόπο μετατρέπεται η θεϊκή εξουσία σε ανθρώπινη εξουσία, και μ' αυτό τον τρόπο ιδρύει η Εκκλησΐα το κράτος.

Σύμφωνα μ' όσα λέει η θεωρία, όλοι οι άνθρωποι ϋα 'πρεπε να υπηρετούν το Θεό μ' αυτό τον τρόπο. ' Οπως ξέρουμε όμως, όλοι είναι κλητοί, αλλά λίγοι είναι οι εκλεκτοί. Κι εξάλλου, αν όλοι ήταν εξίσου ικανοϊ να εκπλ'ηρώσουν τις επιθυμιες του Θεού, δηλαδή, αν όλοι είχαν φτάσει στον ϊδιο βαβμό πνευματικής και ηθικής τελειοποίησης, αγιότητας και ελευθερίας μέσα στο Θεό, η υπηρεσία αυτή θα γινόταν άχρηστη.Αν είναι απαραίτητη, είναι γιατϊ οι άνθρωποι στη μεγάλη πλειονότητά τους δεν έχουν φτάσει σ' αυτό το οημείο-από τα παραπάνω έπεται ότι, αυτή τη μάζα που ' ναι ακόμα αμαθής και άθεη, θα ' πρεπε να την αγαπάμε και να της φερνόμαστε σύμφωνα μ' όσα λέει ο Θεός· μ' άλλα λόγια, ϋα 'πρεπε να κυβερνιέται και να υποτάσ-σεται σε μια μειονότητα αγϊων, που ο Θεός δε Οα παραλείπει να τους διαλέγει κεϊνος ο ϊδιος με τον άλφα ή βήτα τρόπο και να τους τοποθετεί σε θέση προνο-μιακή που ϋα τους επιτρέπει να εκπληρώνουν το καθήκον α\ηό(7).

Η μυσταγωγική φράση για τη διακυβέρνηση των λαϊκών μαζών, για το καλό τους αναμφίβολα, για τη σωτηρία των ψυχών τους, αν όχι και για τη σωτηρία των σωμάτων τους, μέσα στα θεοκρατικά κι αριστοκρατικά κράτη, από τους άγιους και τους αριστοκράτες, και μέσα στα δογματικά, φιλελεύθερα κράτη, καθώς και στα δημοκρατικά που βασίζονται στο γενικό δικοΐωμα ψήφου, από τους έξνηνονς και τους πλούσιοιις, εΐναι το ϊδιο: «Όλα για το λαό, τίποχα από το λαό». Πράγμα που σημαίνει ότι οι άγιοι, ot αριστοκράτες ή

—104—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

μάλλον οι προνομιούχοι όνθρωποι εΐτε απ' τη σκοπιά της επιστημονικά αναπτυγμένης εξυπνάδας εϊτε απ' τη σκοπιά του πλούτου, όντας πολύ mo απομακρυ-σμένοι απ' τον ιδεαλισμό ή απ' το Θεόλένε οι μεν, από το λογικό, τη δικαιοσύνη και την αληθινή ελευθε-ρία λένε οι δε, απ' όσο είναι απομακρυσμένες οι λαϊκές μάζες, έχουν την ιερή και ευγενή αποστολή να τις καθοδηγήσουν. Θυσιάζοντας τα συμφέροντά τους και παραμελώντας τις υποθέσεις τους, Οα πρέπει ν' αφοσιωθούν στην ευτυχια τον μιχρον τους αδερφον, του λαού. Η διακυβέρνηση δεν είναι απόλαυση, είναι ένα επώδυνο καθήκον: δεν αναζτμά κανείς σ' αυτήν την ικανοποίηση της φιλοδοξϊας ή της ματαιοδοξίας ή της προσωπικής του πλεονεξίας, αλλά μόνο την ευκαι-ρΐα να θιχιιαστεΐ για την ευτυχϊα όλου του κόσμου. ΙΊ' οαιτό αναμφίβολα και ο αριθμός των ανταγωνιζόμενων για τις ανώτερες δημόσιεςθέσεις εϊναι τόσο μικρός, και γι' αυτό οι βασιλιάδες κι οι υπουργοι, κσθώς και οι ανώτεροι και κατώτεροι δημόσιοι λειτουργοΐ, δέχονται την εξουσία με βαριά καρδιά.

Αυτά, λοιπόν, είναι, μέοα στην κοινωνΐα όπως την βλέπει η Οεωρία των μεταφυσικών, τα δυο διαφορετικά και μάλιστα αντιτιθέμενα είδη των σχέσεων που μπορεί να υπάρξουν ανάμεσα στους ανθρώπους. To πρώτο εΐναι αυτό της εχμετάλλενσης και το δεύτερο εΐναι αυτό της διαχνβέρνηαης. Αν είναι αλήθεια ότι διακυ-βέρνηση σημαίνει νσ ϋυσιάζεσαι για το καλό εκεΐνων που κυβερνάς, αυτή η δεύτερη σχέση βρϊσκεται στην πραγματικότητα σε απόλυτη αντΐφαση με την πρώτη, μ' αυτήν της εκμετάλλευσης. Ας πρβσέξουμε, όμως, καλά. Σύμφωνα με την ιδεαλιστική θεωρία, είτε τη θεολογική εϊτε τη μεταφυοική, η έκφραοη «το χαλό των μαζών» δεν μπορεί να σημαίνει την επίγεια ευημερία τους, ούτε και την επϊγεια ευτυχία τους· τι είναι λίγες δεκάδες χρόνια επίγειας ζωής σε σύγκριση με την αιωνιότητα! Πρέπει, λοιπόν, να κυβερνά κανείς τις μάζες όχι με στόχο τούτη τη χυδαϊα ευτυχια που δϊνουν οι υλικές δυνάμεις πάνω στη γη, αλλά με στόχο την αιώνια σωτηρϊα τους. Οι υλικές στερήσεις και τα

— 105—

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

υλικά βάσανα μπορούν εξάλλου να θεωρηθούν έλλειψη εκπαΐδευσης, αφού είναι αποδεδειγμένο ότι υπερβολι-κά πολλές σωματικές απολαύσεις σκοτώνουν την αθάνατη ψυχή. Τότε, όμως, η αντΐφαση αίρεται: εκμεταλλενομαι και κνβερνώ αημα'ινονν χο ίδιο ηράγμα, το ένα συμπληρώνει το άλλο και το ένα χρησιμεύει στο άλλο σαν μέοο για την επιτυχία του σκοπού του.

Εκμετάλλενση και διακνβέρνηση, εΐναι τα όυο αξεχώριστα στοιχεία του συνόλου που ονομάζεται πολιτική. Η πρώτη, δινει τα μέσα για να κυβερνάς και συγκροτεί τόσο την αναγκαία βάση όσο και το στόχο κάθε λογής διακυβέρνησης, που με τη σειρά της κατοχυρώνει και νομιμοποιεί την εξουσία να εκμεταλ-λεύεσαι τους άλλους. Από τις απαρχές κιόλας της ιστορίας, αυτά έχουνδιαμορφώσειτην πραγματική ζωή όλων των κρατών: ϋεοκρατικών, μοναρχικών, αριστο-κρατικών και ακόμα δημοκρατικών. Προηγουμένως και μέχρι τη μεγάλη επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα, τη στενή τους σύνδεση την έκρυβαν τα πλάσμα-τα της φαντασϊας που λέγονταν θρησκεία, βασιλιάςκαι ιππότης· από τότε που το βάναυσο χέρι της αστικής τάξης έσκισε όλους τους πέπλους, που στο κάτω κάτω ήταν αρκετά διάφανοι, από τότε που η επαναστατική της πνοή διέλυσε όλα αυτά τα άχρηστα πλάσματα της φαντασ'ιας, που από πϊσω τους η Εκκλησία και το κράτος, η θεοκρατΐα, η μοναρχία και η αριστοκρατία μπόρεσαν για τόσον καιρό να εκπληρώνουν ανεμπόδι-στα όλες τις ιστορικές τους αισχρότητες- από τότε που η αστική τάξη, ενοχλημένη από το να 'ναι όκμονας έγινε με τη σειρά της σφύρα- κοντολογϊς, από τότε που εκείνη εγκοτθϊδρυσε το σύγχρονο κράτος, αυτή η μοιραια σύνδεση έγινε για όλους μια αλήθεια ολοφσνε-ρη και αναμφισβήτητη.

Η εκμετάλλευση είναι το ορατό σώμα, και η κυβέρνηση είναι η ψυχή του αστικού καθεστώτος. Και όπως είδαμε, τόσο η μια όσο κι η άλλη, μέσα στην τόσο ατενή αυτή σύνδεση, είναι τόσο από Οεωρητική όσο και από πρακτική άποψη η αναγκαία και πιστή

— 106—

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

έκφραση του μεταcpυσικoύ ιδεαλισμού, το αναπό-φευκτο επακόλουθο αυτού του αστικού δόγματος που αναζητά την ελευθερία και την ηθική των ατόμων έξω απ' την κοινωνική αλληλεγγύη. Η Οεωρία αυτή κατα-λήγει στην εκμεταλλευτική διακυβέρνηση από λΐγους και εκλεκτούς, στην εκμετάλλευση και στην υποδού-λωοη των πολλών, και, για όλους, στην άρνηοη κάθε ηθικής και κάθε ελευθερίας.

Αφού δείξαμε πώς ο ιδεαλισμός, ξεκινώντας απ' τις αφηρημένες έννοιες του Θεού, απ' την αθανασϊα των ψυχών, απ' την πρωταρχιχή ελευθερία των ατόμων κι από την ηθική τους που 'ναι ανεξάρτητες από την κοινων'ια, φτάνει μοιραία στην επικύρωοη της δουλείας και της ανηθικότητας, θα πρέπει τώρα να δείξουμε πώς η πραγματική επιστήμη, ο υλισμός και ο σοσιαλισμός - που η δεύτερη τούτη λέξη δεν είναι τΐποτε άλλο πέρα an' την ορϋή και ολοκληρωμένη ανάπτυξη της πρώτης -, ακριβώς γιοαί παίρνουν σαν αφετηρ'ια τους την υλική φύοη και τη φυσική και πρωταρχική δουλεία των ανθρώπων, και έτσι υπο-χρεώνονται και γι' αυτό το λόγο ν' αναζητήσουν την απελευθέρωση των ανθρώπων όχι κάπου έξω, αλλά μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, όχι εναντιον της αλλά με τη βοήθειά της, οφείλουν εξίσου αναγκαστικά να καταλήξουν στην εγκαθίδρυση της πιο ολόπλευρης ελευθερίας των ανβρώπων και της ανθρώπινης ηθικής.

(Εδώ τελειώνει το χειβόγραφο). • • *

—107—

Σημειώσεις

Ι.Ο άγγλοςπρώην παπάς Οιιίλιαμ ΓκόντγουινΙ 1756-1836) ϋεωρείται ένας από τους πατέρες τοιι αναρχισμοιΊ.

Ο γερμανός καβηγητής σε παρθεναγωγείο Μαξ Στίρνερ (πο\) το πραγμαπκό του όνομα ήταν Κάσπαρ Σμιτ και έζησε από τα 1806 ως τα 1856) είναι ο mo χαρακτηριστικός εκπρόσωπος τοιι ατομικιστικοΰ αναρχισμού.

Ο γάλλος τυπογράφος Πιέρ Ζοζέ Προυντόν (1809-1865) εΐναι μια από τις μεγαλϋτερες μορφές του πρώιμου αναρχι-κοΰ κινήματος.

Περισσότερα στοιχεία γι' αυτούς και για τις ιόέες τους μιτορεί να βρει ο αναγνώστης ατοΑλφαβητάρι τον αναρχι-σμού, εκδ. Κατσάνος.

2. «Ανθρωπινότητα», δηλαδή η ιδιότητά του να είσαι άνθρωπος. Ο Μπακούνιν χρησιμοποιεία τον όρο αυτόν σε αντιδιαατολή προς τη ζωικότητα, την ιδιότητα του να είσαι ζώο.

3. Χασασίνος. Λέξη αράβικη που προέρχεται από τη λέξη χασις. ' Ετσι ονομάζονταν τα μέλη ενός μιιστικού μοναστικοϋ τάγματος μουοοιιλμάνων που, στη διάρκεια των Σταυροφο-ριών, δολοφονούσαν τους εχθροϋς της πίστης τοιις υπό την επήρεια τον χασίς. Η λέξη πέρασε στη συνέχεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά) και σημαίνει το δολοφόνο.

4. Αμπσολουτισμός. Πολιτικό σύσχημα που υιτοστηρϊζει ότι όλες οι εξουσιες πρέπει να συγκεντρώνονται στα χέρια τοιι ίδιου προσώπου (ή της ίδιας ομάδας προσώπων).

5. Δογματικοί. Αυτοί που κατά την εποχή της Παλινόρθω-σης της Μοναρχίας στη Γαλλϊα υποστήριζαν τις φιλελεΰβερες πολιτικές Οεωριες, δηλαδή την εφαρμογή της Χάρτας τον 1814.

6. (Kara λέξη: «Αφήστε να κάνουν, αφήστε να περά-σουν»). Η αρχή του πλήρους οικονομικού φιλελευβερισμοΰ (καμία κρατική παρέμβαση στην αγορά, κανένας εισαγωγι-κός δασμός, κλπ.).

7. (Ύον Μπακούνιν). Τον πάλώ καλό καιρό, όταν η χριστιανική πίστη δεν είχε ακόμα κλονιστεί και αντιπροσω-

— 109—

πευόταν κυρίως από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που βρισκόταν στη μεγαλύτερή της ακμή, ο Θεός δε δυσκολευό-ταν καθόλου να ορίσει τους εκλεκτούς. Εξυπακουόταν ότι όλοι οι κυρίαρχοι, μεγάλοι και μικροί, κυβερνούσαν με τη χάρη του Θεού, τουλάχιστον αν δεν είχαν αφοριστεί. Η αριστοκρατια βάσιζε τα προνόμιά της πάνω στην ευλογία της αγίας Εκκλησίας. Ο προτεσταντισμός πάλι, που, αναμφΐβολα παρά τις πρσθέσεις του, συνέβαλε σημαντικά στην κατα-στροφή της πίστης, άφησε, απ' αυτή την άποψη τουλάχι-στον, ολότελα άϋικτο το χριστιανικό δόγμα: «Όλες οι εξουσίες, επανέλαβε μαζί με τον απόστολο Παύλο, απορρέ-ουν an' to Θεό». "Εφτααε να ενισχύσει την εξουσία των βασιλιάδων διακηρύσσοντας ότι προέρχεται απευθείας απ' το Θεό και δεν έχει ανάγκη από την παρέμβαση της Εκκλησίας- απεναντίας, υπέταξε την Εκκλησϊα στην πολιτική εξουσια. Από τότε, όμως, που η φιλοσοφία του τελευταίου αιώνα, συμμαχώντας με την αστική επανάσταση, κατάφερε ένα χτύπημα Όανάσιμο στην π'ιστη και ανέτρεψε όλους τους θεσμούς που βασϊζονταν πανω σ' αυτή την πίσιη, το δόγμα της εξουσίας δυσκολεύεται να επανεγκαθιδρυθεί μες στη συνείδηση των ανθρώπων. Οι τωρινοί βασιλιάδες εξακολου-θούν φυσικά να ονομάζονται βασιλιάδες «με τη χάρη του θεον» (ελέω Θεού) αυτές οι λέξεις όμως, που είχανε κάποτε μια τόσο ζωντανή, τόσο ισχυρή και τόσο πραγματική οημασία, δε θεο)ρούνται πια από τις μορψωμένες τάξεις καβώς και από μια μερΐδα του ίδιου του λαού, τίποτε άλλο πέρα από μια έκφραση γερασμένη και κοινότοπη, που στο βάθος δε σημαΐνει απολύτως τίποτα. Ο Ναπολέων ο I" προσπάθησε να την ξανανιώσει προσβέτοντάς της το ακό-λουθο συμπλήρωμα: «και με τη δέληση χου λαον», που ηροστιθέμενη στην πρώτη είτε αναιρείται και συνάμα την αναιρεί, είτε σημαίνει πως ό,τι θέλει ο λαός το θέλει κι ο Θεός. Μένει να μάθουμε τι θέλει ο λαός, και ποιο είναι το όργανο που εκφράζει με τον πιο πιστό τρόπο τούτη τη θέληση. Οι ριζοσπάστες δημοκράτες φαντάζονται ότι την εκφράζει πάντα με τον πιο πιστό τρόπο η Εθνοσυνέλευση που εκλέγεται με καθολική ψηφοφορια. ' Αλλοι, ακόμα πιο ριζοσπάστες, προσθέτουν σ' αυτό και τα δημοψηψίσματα, την απευβείας ψηφοφορια όλου του λαού πάνω σε κάϋε κάπως σημαντικό καινούριο νόμο. Ολοι, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, μετριοπαθεΐς ριζοσπάστες και εξτρεμιστές ριζοσπάστες, συμφωνούν σ' ένα σημείο: είτε ο λαός κυβερ-νιέται από βασιλιά, είτε εκλέγει ο ίδιος τους κυβερνήτες και τα αφεντικά του, είτε τους επιβάλλουν κάποιοι άλλοι, πρέπει

— 110-

va 'χει κυβερνήτες και αφεντικά. Μη έχοντας ο λαός εξυπνάδα, πρέπει ν' αφήνει να τον κυβερνάνε άλλοι, αυτοί που έχουν.

Ενώ κατά τους περασμένους αιώνες ζητούσαν απλοϊκά την εξουσία στο όνομα του Θεού, σήμερα δογματικά τη ζητούν στο όνομα της εξυπνάδας· αυτοί που ζητουν την εξουσία, δεν είναι πια ot παπάδες μιας διαλυμένης θρησκείας αλλά οι διπλωματούχοι παπάδες της δογματικής εξυπνάδας, κι αυτό σ' έναν καιρό που η εξυπνάδα ετούτη έχει ολοφάνερα χρεωκοπήσει. ΓιατΙ ποτέ οι μορφωμένοι και σοφοί άνθρωποι, και γενικά αυτοί πον ονομάζονται φωτι-αμένες τάξεις δεν έδειξαν μια τέτοια ηβική κατάπτωση, μια τέτοια δειλία, έναν τέτοιον εγωισμό και μια τέτοια πλήρη απουσΐα πεποιθήσεων όπως αυτά που δείχνουν στις μέρες μας. Εξαιτίας της δειλίας, παρά τις γνώσεις τους, οι τάξεις αιιτές εχουν παραμείνει κουτές, δεν καταλαβαΐνουν τιποτα, επιθυμούν μόνο τη συντήρηση αυτού που υπάρχει, και ελπ'ιζουν ανόητα ότι θα σταματήσουν την τχορεία της ιστορίας με την κτηνώδη βία της στρατιωτικής δικτατορίας, που στα πόδια της είναι σήμερα ταπεινά γονατισμένες.

'Όπως άλλοτε οι εκπρόσωποι της θεϊκής εξυπνάδας και της θεϊκής εξουσίας, η Εκκλησία και οι παπάδες, ήταν περισσότερο απ' όσο πρέπει φανερά συνδεδεμένοι με την οικονομικήν εκμετάλλευση των μαζών, πράγμα που ήταν και το κύριο αίτιο της πτώσης τους, έτσι και σήμερα οι εκπρόσωποι της ανθρώπινης εξυπνάδας και της ανθρώπινης εξουσίας, το κράτος, οι σοφοϊ και οι φωτισμένες τάξεις, ταυτίζονται περισσότερο απ' όοο πρέπει φανερά με το ίδιο τούτο έργο της κτηνώδους και άδικης εκμετάλλευσης - κι έτσι δεν μπορούν να διατηρήσουν έστω και την παραμικρή ηθική δύναμη και το παραμικρό ηθικό κύρος. Αφού αισθά-νονται να τους κατοώικάζει και η ΐδια η συνεϊδησή τους, νιώθουν ξεμασκαρεμένοι και δεν έχουν άλλη διέξοδο ενα-ντιον της περιφρόνησης που ξέρουν ότι δικαιολογημένα τους αξίζει, έξω απ' την αιμοβορα επιχειρηματολογϊα της οργα-νωμένης και ένοπλης βΐας. Αυτό που αποτελεί σήμερα το κράτος, το ορατό σώμα της εκμεταλλευτικής και δογματικής εξυπνάδας των προνομιούχων τάξεων, είναι τούτη η οργάνω-ση που βασίζεται σε τρία μισητά πράγματα: στη γραφειοκρα-τία, στην αστυνομΐα και στο μόνιμο στρατό.

Εναντίον οτυτής της σαπισμένης και ετοιμοθάνατης εξυπνάδας, ξυπνά και παίρνει μορφή μέσα στις λαϊκές μάζες μια καινούρια εξυπνάδα, νέα και ρωμαλέα, γεμάτη μέλλον και ζωή, αναμφίβολα όχι ακόμα επιοτημονικά αναπτυγμένη αλλά

— 111—

που προσβλέπει στην καινούρια επιοτήμη που 'ναι απαλ-λαγμένη απ' όλες τις ανοησίες της μεταφυσικής και της βεολογίας. Αυτή η εξυπνάδα δε θα 'χει οϋτε διπλωματοΰ-χους καθηγητές, ούτε προφήτες. οΰτε παπάδες. αλλά θα λάμπει μέσα στον χαδένα και μέσα σ' όλους, και δε ϋα θεμελιώσει οϋτε καινούρια Εκκλησια ούτε καινούριο κράτος· ϋα καταστρέψει μέχρι και τα τελευταία υπολειμματα αιιτής της θανάσιμης και καταραμένης αρχής της εξουσιας, τόοο της ανϋρώπινης όσο και της Οεϊκής, και θα δώσει στον καθένα την ολόπλευρη ελευΰερία του. Μ' αυτό τον τρόπο, ϋα πραγματώσει την ισότητα, την αλληλεγγύη και την αδελφοοϋνη όλων των ανϋρώπων.

* • •

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου