Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Φρίντριχ Ένγκελς - Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (ολόκληρο το βιβλίο, μέρος 3)

Η διαβάθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων ανάλογα με την περιουσία δεν ήταν, ωστόσο, από τους θεσμούς εκείνους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να υπάρχει κράτος. Όσο με-

— 141 —

γάλο ρόλο κι αν έπαιξε η διαβάθμιση αυτή στη συνταγματική ιστορία των κρατών, ωστόσο πάρα πολλά κράτη, και μάλι-στα τα πιο εξελιγμένα, δεν τη χρειάστηκαν. Και στην Αθήνα ακόμα έπαιξε μόνο παροδικό ρόλο. Από τον κοαρό του Αρι-στείδη όλα τα αξιώματα ήταν προσιτά στον κάθε πολίτη'.

Στα αμέσως επόμενα 80 χρόνια, η αθηναϊκή κοινωνία πήρε σιγά-σιγά την κατεΰθυνση προς την οποία εξελίχθηκε παραπέρα στους αιώνες που ακολούθησαν. Είχε μπει φραγ-μός στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία της γης της προσολωνικής εποχής, επίσης και στην απεριόριστη συγκέντρωση της γαιο-κτησίας. Κυρίαρχοι κλάδοι βιοπορισμού έγιναν το εμπόριο και η χειροτεχνία, μαζί και η καλλιτεχνική χειροτεχνία, που εξασκούνταν όλο και σε μεγαλύτερη κλίμακα με τη δουλειά των σκλάβων. Οι άνθρωποι διαφωτίζονταν. Αντί να εκμε-ταλλεύονται με τον αρχικό ωμό τρόπο τους ίδι,ους τους συ-μπολίτες τους, εκμεταλλεύονταν κυρίως τους δούλους κοα την εξωαθηναϊκή πελατεία. Μεγάλωναν διαρκώς η κινητή ι-διοκτησία, ο χρηματικός πλούτος και ο πλούτος σε δοΰλους και πλοία, αλλά δεν ήταν τώρα πια απλό μέσο για ν' απο-κτούν γαιοκτησία, όπως ήταν στην πρώτη, περιορισμένη ε-ποχή, είχε γίνει αυτοσκοπός. Έτσι, από τη μια μεριά δημι-ουργήθηκε για την παλιά εξουσία της αριστοκρατίας ένας νι-κηφόρος ανταγωνιστής, η νέα τάξη των πλουσίων που ασχο-λούνταν με τη βιομηχανία και το εμπόριο, από την άλλη μεριά όμως αφαιρέθηκε και η τελευταία βάση από τα υπολείμματα του παλιοΰ καθεστώτος των γενών. Τα γένη, οι φρατρίες και οι φυλές που τα μέλη τους κατοικούσαν τώρα διασκορπισμέ-να σ' όλη την Αττική και τελείως ανακατωμένοι, έγιναν έτσι ολότελα ακατάλληλα σαν πολιτικά σώματα. Ένα σωρό αθη-ναίοι πολίτες δεν ανήκαν σε κανένα απολύτως γένος, ήταν μέτοικοι που, ενώ είχαν αποκτήσει τα δικαιώματα του πολί-τη, δεν είχαν γίνει δεχτοί σε καμιά από τις παλιές ενώσεις με βάση τη συγγένεια εξ αίματος. Δίπλα τους βρίσκονταν ακόμα

1. Πρόκειται για την τέταρτη τάξη των αθηναίων πολιτών, τους θήτες, που ήταν ελεύθεροι, αλλά χωρίς ιδιοκτησία, που απέκτησαν το δικαίωμα να κατέχουν δημόσια αξιώματα. Ένα τμήμα των πηγών αποδίόει αυτή την και-νοτομία στον Αριστείδη (σημ. γερμ. σύντ.).

— 142 —

οι ξένοι επήλυδες που είχαν μόνο νομική προστασία κοα που ο αριθμός τους ολοένα και μεγάλωνε.1

Στο μεταξύ οι κομματικοί αγώνες συνεχίζονταν. Η αρι-στοκρατία γύρευε να ξαναποκτήσει τα προηγούμενά της προνόμια και πέτυχε για μια στιγμή να επικρατήσει ξανά, ώ-σπου η επανάσταση του Κλεισθένη (509 πριν από τη χρονο-λογία μας) την γκρέμισε οριστικά. Μαζί της όμως γκρέμισε και το τελευταίο υπόλειμμα του καθεστώτος των γενών.

Ο Κλεισθένης στη νέα του νομοθεσία αγνόησε τις τέσσε-ρις παλιές φυλές που στηρίζονταν στα γένη κοα τις φρατρίες. Στη θέση τους μπήκε μια ολότελα νέα οργάνωση που βασιζό-ταν αποκλειστικά στη διαίρεση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας, διαίρεση που είχε δοκιμαστεί κιόλας στις ναυκραρίες. Αποφασιστικός παράγοντας δεν ήταν πια το να ανήκει κάποιος στις ενώσεις με βάση τη συγγένεια εξ αίμα-τος, αλλά ο τόπος κατοικίας και μόνο. Τώρα δεν διαιρούσαν το λαό, αλλά το έδαφος, οι κάτοικοι πολιτικά γίνονταν απλό εξάρτημα του εδάφους.

Ολόκληρη η Αττική χωρίστηκε σε εκατό αυτοδιοικούμε-νες κοινοτικές περιοχές, τους δήμους. Οι πολίτες που κατοι,-κούσαν σε κάθε δήμο (οι δημότες) εκλέγανε τον προϊστάμενό τους (το δήμαρχο) και τον ταμία τους, καθώς και 30 δικαστές με δικαστική δικοαοδοσία για μικρότερες διαφορές. Ol δήμοι απέκτησαν επίσης κοα ένα δικό τους ναό και έναν προστάτη θεό ή ήρωα, που τους ιερείς του τους εκλέγανε. Η ανώτατη ε-ξουσία στο δήμο βρισκόταν στη συνέλευση των δημοτών. EC-ναι, όπως σωστά παρατηρεί ο Μόργκαν, το πρωτότυπο της αυτοκυβερνούμενης αμερικανικής πόλης.2 To διαμορφωνό-

1. Αναφορά στους λεγόμενους μέτοικους, τους ξένους που έμεναν μόνι-μα στην Αθήνα. Παρ' όλο που είχαν την προσωπική τους ελευθερία, θεω-ρούνταν ξένοι χωρίς δικαιώματα και δεν επιτρεπόταν ούτε να κατέχουν δη-μόσι,α αξιώματα, ούτε να συμμετέχουν στη συνέλευση του δήμου, ούτε να κα-τέχουν ακίνητη ιδιοκτησία. Ασχολοΐινταν κυρίως με τη χειροτεχνία και το ε-μπόριο. Οι μέτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν κεφαλικό φόρο και μόνο με τη μεσολάβηση των λεγόμενων προστατών τους από τις γραμμές των αθηναίων πολιτών με πλήρη δικαιώματα μπορούσαν να απευθύνονται στα διοικητικά όργανα (σημ. γερμ. σύντ.).

2. L. Η. Morgan, Ancient society, σελ. 271 (σημ. γερμ. σνντ.).

143

μενο κράτος στην Αθήνα άρχισε με την ίδια μονάδα, στην ο-ποία καταλήγει το σύγχρονο κράτος στην ανώτατη ανάπτυξή του.

Δέκα απ' αυτές τις μονάδες, τους δήμους, αποτελούσαν μια φυλή που όμως, για να διακρίνεται από την παλιά φυλή των γενών, ονομάζεται τώρα τοπική φυλή. Η τοπική φυλή δεν ήταν μονάχα αυτοδιοικούμενο πολιτικό σώμα, ήταν επί-σης και στρατιωτικό σώμα. Εξέλεγε το φύλαρχο ή τον προε-στό της φυλής, που διοικούσε το ιππικό, έναν ταξίαρχο που διοικούσε το πεζικό και το στρατηγό που διοικούσε όλους τους άντρες που στρατολογούνταν στην περωχή της φυλής. Διέθετε επίσης πέντε πολεμικά πλοία με τους άντρες τους και τους διοικητές τους, και έπαιρνε για προστάτη άγιο έναν ατ-τικό ήρωα, που έφερε και το όνομά του. Τέλος, έβγαζε 50 βου-λευτές για την αθηναϊκή βουλή.

To επιστέγασμα ήταν το αθηναϊκό κράτος, που to διοι-κούσε η βουλή από τους πεντακόσιους εκλεγμένους των δέκα φυλών, και σε τελική ανάλυση, η συνέλευση του λαού, όπου είχε πρόσβαση και δικαίωμα ψήφου κάθε αθηναίος πολίτης. Παράλληλα, οι άρχοντες κοα άλλοι αξιωματοΰχοι φρόντιζαν για τους διάφορους κλάδους της διοίκησης και για τη δικαι-οσύνη. Ανώτατος λειτουργός της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπήρχε στην Αθηνα.

Μ' αυτό το νέο σύστημα και με την εισδοχή ενός πολύ με-γάλου αριθμού κατοίκων με όχι πλήρη δικαιώματα, εν μέρει από επήλυδες και εν μέρει από απελεύθερους δοϋλους, απο-κλείστηκαν τα όργανα του καθεστώτος των γενών από τις δη-μόσιες υποθέσεις. Κατάντησαν ιδιωτικές ενώοεις και θρη-σκευτικές εταιρίες. Όμως, η ηθική επίδραση, ο πατροπαρά-δοτος τρόπος αντίληψης και σκέψης της παλιάς εποχής των γενών επέζησαν ακόμα για πολύ καιρό και χάθηκαν μονάχα σιγά-σιγά. Αυτό φάνηκε σ' έναν άλλο κρατικό θεσμό.

Είδαμε ότι ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους είναι η ξεχωριστή από τη μάζα του λαοΰ δημό-σια εξουσία. Η Αθήνα είχε τότε μονάχα λαϊκό στρατό και ένα στόλο που τον επάνδρωνε και τον αρμάτωνε άμεσα ο λαός. Ο στρατός και ο στόλος την υπεράσπιζαν από τους εξωτερι-κούς εχθρούς και χαλιναγωγούσαν τους δοΰλους, που και

— 144 —

τότε αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Απέναντι στους πολίτες τη δημόσια εξουσία αρχικά την απο-τελούσε μονάχα η αστυνομία, που είναι τόσο παλιά όσο και το κράτος, γι' αυτό και οι αφελείς Γάλλοι του 18ου αιώνα δεν μιλούσαν για πολιτισμένους λαούς, αλλά για λαούς αστυνο-μευμένους (nations policees). Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν ταυτόχρονα με το κράτος τους και αστυνομία, μια σωστή χω-ροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υ-παίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία. Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δονλονς. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεΰθερο Αθη-ναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα που προτιμούσε να τον συλλαμβάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτοιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμα η παλιά νοοτροπία των γενών. To κράτος δεν μπορούσε να υ-πάρχει χωρίς την αστυνομία, ήταν, όμως, ακόμα νέο και δεν είχε ακόμα αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα ε-πάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους.

Πόσο πολύ το ολοκληρωμένο πια στα κύρια χαρακτηρι-στικά του γνωρίσματα κράτος ταίριαζε στην καινούργια κοι-νωνική κατάσταση των Αθηναίων, φαίνεται από τη γρήγορη άνθηση του πλούτου, του εμπορίου και της βιομηχανίας. Η ταξική αντίθεση που πάνω της στηρίζονταν οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, δεν ήταν πια η αντίθεση ανάμεσα στην αριστοκρατία και στον κοινό λαό, αλλά η αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και στους ελεύθερους, στους κατοίκους με πε-ριορισμένα δικαιώματα και στους πολίτες. Τον καιρό της α-νώτατης άνθησης όλοι οι ελεΰθεροι πολίτες της Αθήνας, μα-ζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ήταν περίπου 90.000 ά-τομα, δίπλα σ' αυτούς υπήρχαν 365.000 δούλοι και των δυο φύλων και 45.000 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα ξένοι και απελεύθεροι. Σε κάθε ενήλικο άρρενα πολίτη ανα-λογούσαν λοιπόν τουλάχιστον 18 δούλοι και πάνω από 2 κά-τοικοι με περιορισμένα δικαιώματα. Ο μεγάλος αριθμός των δούλων εξηγείται από το ότι πολλοί απ' αυτούς εργάζονταν μαζί σε μανιφακτούρες, σε μεγάλους χώρους και κάτω από την επίβλεψη επιστατών. Με την ανάπτυξη όμως του εμπορί-

— 145 —

ου και της βιομηχανίας έχουμε συσσώρευση και συγκέντρω-ση των αγαθών σε λίγα χέρια, εξαθλίωση της μάζας των ελεύ-θερων πολιτών, που τους έμενε μονάχα η εκλογή, ή να συνα-γωνιστούν την εργασία των δούλων με τη δική τους χειρωνα-κτική εργασία, που τη θεωρούσαν και υβριστική και βάναυ-ση και που δεν υποσχόταν κοα πολλά, ή να εξαθλιωθούν. Μέσα στις τότε συνθήκες ακολοΰθησαν αναγκαστικά το δεύ-τερο δρόμο, και επειδή αποτελούσαν τον όγκο του πληθυ-σμού, κατάστρεψαν έτσι όλο το αθηναϊκό κράτος. Δεν κατά-στρεψε η δημοκρατία την Αθήνα, όπως υποστηρίζουν οι ευ-ρωπαίοι τσανακογλείφτες και αυλόδουλοι δάσκαλοι, αλλά η δουλεία, που πρόγραφε την εργασία του ελεύθερου πολίτη.

Η δημιουργία του κράτους στους Αθηναίους είναι εξαι-ρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς σχηματίζο-νται γενικά τα κράτη, γιατί από τη μια μεριά γί,νεται εντελώς καθαρά, χωρίς ανάμειξη εξωτερικής ή εσωτερικής βίας ο σφετερισμός της εξουσίας από τον Πεισίστρατο δεν άφησε κανένα ίχνος της σύντομης ύπαρξής τουκαι από την άλλη μεριά γιατί δείχνει ένα κράτος με πολύ ψηλή μορφή εξέλιξης, τη δημοκρατική πολιτεία (demokratische Republik) που ξεπη-δάει άμεσα από την κοινωνία των γενών και τέλος γιατί γνω-ρίζουμε αρκετά όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειές του.

146

VI ΓΕΝΟΣ ΚΑΙΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

Από το μύθο για την ίδρυση της Ρώμης βγαίνει ότι ο πρώ-τος οικισμός έγινε από μια σειρά λατινικά γένη (ο μύθος λέει ότι ήταν εκατό), που ήταν ενωμένα σε μια φυλή. Σύντομα προσκολλήθηκε σ' αυτά μια σαβελλική φυλή, που επίσης λέ-γεται ότι είχε εκατό γένη και τέλος μια τρίτη φυλή από διά-φορα στοιχεία, και που, όπως λένε, είχε κι αυτή εκατό γένη. Όλη η αφήγηση δείχνει με την πρώτη ματιά ότι σχεδόν τίπο-τα, εκτός από το γένος, δεν ήταν φυσικό προϊόν, και ότι κι αυτό ακόμα σε μερικές περιπτώσεις ήταν μονάχα μια παρα-φυάδα του μητρικού γένους, που εξακολουθούσε να υπάρχει στην παλιά πατρίδα. Οι φυλές έχουν αποτυπωμένη τη σφρα-γίδα της τεχνητής σύνθεσης, ωστόσο από συγγενικά κυρίως στοιχεία και κατά το πρότυπο της παλιάς φυσικά αναπτυγ-μένης κι όχι φτιαχτής φυλής. Και δεν αποκλείεται ο πυρήνας της καθεμιάς από τις τρεις αυτές φυλές να υπήρξε μια πραγ-ματική παλιά φυλή. To ενδιάμεσο μέλος, η φρατρία, σχηματι-ζόταν από δέκα γένη και ονομαζόταν κουρία. Υπήρχαν λοι.-πόν τριάντα κουρίες.

Εί/vcu γενικά παραδεγμένο ότι το ρωμαϊκό γένος ήταν ο ίδιος θεσμός με το ελληνικό. Αν λοιπόν το ελληνικό γένος έί-νοα η παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνικής εκείνης μονάδας που την πρωτόγονη μορφή της μας παρουσιάζουν οι αμερι-κανοί ερυθρόδερμοι, το ίδιο ισχύει, φυσικά, και για το ρω-μαϊκό γένος. Μπορούμε επομένως εδώ να είμαστε πιο σύ-ντομοι.

To ρωμαϊκό γένος είχε, τουλάχιστον στην αρχαιότατη ε-ποχή της Ρώμης, την παρακάτω συγκρότηση:

1) Αμοιβαίο κληρονομικό δικαίωμα των μελών του γέ-νους. Η περιουσία έμενε στο γένος. Επειδή στο ρωμαϊκό γέ-νος, όπως και στο ελληνικό, επικρατούσε κιόλας το πατρικό δίκαιο, αποκλείονταν οι απόγονοι της γυναικείας γενεαλογι-κής γραμμής. Σύμφωνα με το νόμο της Δωδεκαδέλτου', του

1. Πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα ρωμαϊκού δικαίου από τα μέσα

— 147 —

πιο παλιού γνωστού σ' εμάς γραφτού ρωμαϊκού δικαίου, κληρονομούσαν πρώτα τα παιδιά σαν φυσικοί κληρονόμοι. Όταν δεν υπήρχαν παιδιά οι αγνάτοι (συγγενείς της ανόρι-κ^γραμμής). Και όταν δεν υπήρχαν ούτε αυτοί, τότε κληρο-νομούσαν τα μέλη του γένους. Σε όλες τις περιπτώσεις η πε-ριουσία έμενε στο γένος. Βλέπουμε εδώ τη βαθμιαία εισαγω-γή στις συνήθειες των γενών καινούργιων κανόνων δικαίου που προκλήθηκαν από τον αυξανόμενο πλούτο και τη μονο-γαμία: το αρχικό ίσο δικαίωμα κληρονομιάς των μελών του γένους περιορίστηκε πρώτα ίσως από πολύ νωρίς, όπως α-ναφέραμε ήδη πιο πάνωμε την πράξη, στους αγνάτους, τέ-λος στα παιδιά και τους απογόνους τους μέσα στη φυλή του άντρα. Στη Δωδεκάδελτο αυτό εμφανίζεται φυσικά σε αντί-στροφη σειρά.

2) Ύπαρξη κοινού τόπου ταφής. Όταν το γένος των Κλαυδίων που ήταν πατρίκιοι, ήρθε από το Ρέτζιλι στη Ρώ-μη, του δόθηκε ένα κομμάτι γης, καθώς επίσης κι ένας κοινός τόπος ταφής μέσα στην πόλη. Ακόμα κοα τον καιρό του Αυ-γούστου, το κεφάλι του Βάρου, που έπεσε στο δρυμό του Τόι-τομπουργκ', το έφεραν στη Ρώμη και το έθαψαν στον τύμβο του γένους (gentilitius tumulus). To γένος (των Κουιντιλίων) είχε λοιπόν ακόμα ξεχωριστό τΰμβο.

3) Κοινές θρησκευτικές τελετές. Αυτές, τα sacra gentilitia, είναι γνωστές.

4) Υποχρέωση να μην παντρεύονται μέσα στο γένος. Αυ-τό δεν φαίνεται ποτέ να μετατράπηκε στη Ρώμη σε γραφτό νόμο, αλλά το έθιμο έμεινε. Από το πλήθος των ρωμαϊκών ζευγαριών που δκχτηρήθηκαν τα ονόματά τους ως την εποχή

του 5ου αιώνα πριν από τη χρονολογία μας, αποτέλεσμα της πάλης των πλη-βείων ενάντια στους πατρίκιους. Στην ουσίο, πρόκειται για καταγραφή του εθιμικοΰ όωαίου που ίσχυε τότε στη Ρώμη. Ol νόμοι, που ήταν χαραγμένοι πάνω σε δώδεκα πίνακες, αντικαθρεφτίζουν τη διαφοροποίηση της περιου-σίας μέσα στη ρωμαϊκή κοινωνία, την ανάπτυξη της δουλείας και τη δια-μόρφωση του δουλοκτητικού κράτους (σημ. γερμ. σύντ.).

1. Η μάχη που έγινε το έτος 9 στο δρυμό του Τόιτομπουργκ μεταξϋ των γερμανικών φυλών που εξεγέρθηκαν ενάντια στους ρωμαίους εισβολείς και τα ρωμαϊκά στρατεύματα με επικεφαλής τον Βάρο, τελείωσε με τιγν πλήρη συντριβή του ρωμαϊκού στρατού. Ο Βάρος αυτοκτόνησε (σημ. γερμ. σύντ.).

— 148 —

μας, κανένα δεν έχει το ίδιο όνομα γένους για τον άντρα και τη γυναίκα. To κληρονομικό δίκαιο αποδείχνει επίσης αυτόν τον κανόνα. Η γυναίκα χάνει με το γάμο τα αγνατικά της δι-καιώματα, βγαίνει από το γένος της και ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά της δεν μπορούν να κληρονομήσουν από τον πατέρα της ή από τα αδέρφια του πατέρα της, γιατί αλλιώς θα χανό-ταν το κληρονομικό μερίδιο του πατρικού γένους. Αυτό έχει νόημα μονάχα με την προϋπόθεση ότι η γυναίκα δεν μπορεί να παντρευτεί μέλος του γένους της.

5) Ένα κομμάτι γης που ήταν κοινή ιδιοκτησία. Αυτό υ-πήρχε πάντα στην πρωτόγονη εποχή, τότε που άρχισαν να μοιράζουν τη γη της φυλής. Στις λατινικές φυλές βρίσκουμε ν' ανήκει η γη εν μέρει στη φυλή, εν μέρει στο γένος, εν μέρει στα νοικοκυριά που είναι αμφίβολο αν αποτελούσαν τότε ξε-χωριστές οικογένειες. Λένε ότι ο Ρωμύλος έκανε την πρώτη διανομή της γης σε χωριστά άτομα, περίπου ένα εκτάριο (δυο jugera) στον καθένα. Ωστόσο, βρίσκουμε και αργότερα γαιο-κτησία στα χέρια των γενών, για να μη μιλήσουμε καθόλου για την κρατική γη, γύρω από την οποία περιστρέφετοα όλη η εσωτερική ιστορία της δημοκρατίας.

6) Υποχρέωση των μελών του γένους να αλληλοϋπερα-σπίζονται και να αλληλοβοηθιούνται. Για το ζήτημα αυτό μας λέει ελάχιστα πράγματα η γραφτή ιστορία. To ρωμαϊκό κρά-τος εμφανίστηκε από την αρχή τόσο ισχυρό που το δικαίωμα της προστασίας από την αδικία πέρασε σ' αυτό. Όταν πιάστη-κε ο Άππιος Κλαύδιος, όλο του το γένος φόρεσε πένθος, ακό-μα και εκείνοι που ήταν προσωπικοί του εχθροί. Τον καιρό του δεύτερου καρχηδονιακού πολέμου ενώθηκαν τα γένη για να πετύχουν την απόλυση των μελών τους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι πολέμου. Η γερουσία τους το απαγόρευσε.

7) Δικαίωμα στα μέλη του γένους να φέρουν το όνομά του. Αυτό διατηρήθηκε ως την εποχή της αυτοκρατορίας. Στους απελεύθερους επέτρεπαν να παίρνουν το όνομα του γένους του πρώην κυρίου τους, χωρίς όμως να αποκτούν τα δικαιώματα του γένους.

8) Δικαίωμα υιοθέτησης ξένων στο γένος. Αυτό γινόταν με υιοθεσία από μια οικογένεια (όπως στους Ινδιάνους), που είχε σαν συνέπεια και την εισδοχή στο γένος.

— 149 —

9) To δικοάωμα να εκλέγουν και να καθοαρούν τον επικε-φαλής δεν αναφέρεται πουθενά. Επειδή όμως την πρώτη πε-ρίοδο της Ρώμης, από τον αιρετό βασιλιά και κάτω, όλα τα α-ξιώματα τα συμπλήρωναν με διορισμό ή με εκλογή, και επει-δή και οι ίδιες οι κουρίες εκλέγανε τους ιερείς τους, μπορού-με να υποθέσουμε χο ίδιο και για τους αρχηγούς (principes) των γενών όσο κι αν η εκλογή από την ίδια πάντα οικογέ-νεια στο γένος είχε ίσως γίνει κιόλας κανόνας.

Αυτές ήταν οι αρμοδιότητες ενός ρωμαϊκού γένους. Αν εξαι-ρέσουμε το πέρασμα στο πατρικό δίκαιο που είχε πια ολοκληρω-θεί, είνοα πιστό είδωλο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του γένους των Ιροκέζων. Κι εδώ «προβάλλει καθαρά ο Ιροκέζος».

Δίνουμε ένα μόνο παράδειγμα για το πόση σύγχυση επι-κρατεί για το ρωμαϊκό καθεστώς των γενών ακόμα και σήμε-ρα και στους πιο αναγνωρισμένους ιστοριογράφους μας. Στη διατριβή του Μόμσεν για τα ρωμαϊκά κύρια ονόματα της εποχής της δημοκρατίας και της αυγουστιανής περιόδου (Romische Forschungen, Berlin 1864), διαβάζουμε:

«Εκτός από όλους τους άντρες-μέλη του γένους, αν απο-κλείσουμε φυσικά τους δούλους, συμπεριλάβουμε όμως τους υιοθετημένους και τους προστατευόμενους, το όνομα του γέ-νους παίρνουν επίσης και οι γυναίκες... Η φυλή (Stamm, ό-πως μεταφράζει εδώ το gens ο Μόμσεν) είναι... μια κοινότη-τα που προήλθε από κοινή πραγματική ή υποθετική ή φα-νταστικήκαταγωγή, κοα που συνδέεται με κοινές τελετές, κοινό τόπο ταφής και κοινή κληρονομιά, στην οποία μπο-ρούν και πρέπει να θεωρούν ότι ανήκουν όλα τα προσωπικά ελεύθερα άτομα, επομένως και οι γυναίκες. Δυσκολίες δημι-ουργεί όμως ο καθορισμός του ονόματος τον γένους των πα-ντρεμένων γυναικών. Η δυσκολία αυτή φυσικά δεν υπάρχει για την περίοδο που δεν επιτρεπόταν στη γυναίκα να πα-ντρεύεται άλλον εκτός από ένα μέλος του γένους της. Και, ό-πως αποδείχνεται, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε για τις γυναίκες μεγαλύτερη δυσκολία να παντρεύονται έξω από to γένος παρά μέσα στο γένος, γιατί ακόμα και στον 6ο οαώνα το gentis enuptio' το παραχωρούσαν σαν προσωπικό

1. Γάμος έ|ω από το γένος (σημ. ελλ. σύντ.).

— 150—

προνόμιο για αντσμοιβή... Όπου όμως παρουσιάζονταν τέ-τοιες εξωγαμίες, έπρεπε η γυναίκα στους παλοαότατους και-ρούς να περνούσε στη φυλή του άντρα. Δεν υπάρχει πιο βέ-βαιο πράγμα από το ότι η γυναίκα με τον παλιό θρησκευτικό γάμο έμποανε ολότελα στη νομική και θρησκευτική κοινότητα του άντρα κοα έβγαινε από τη δική της. Ποιος δεν ξέρει ότι η παντρεμένη γυναίκα χάνει τα ενεργητικά και παθητικά της κληρονομικά δικοαώματα μέσα στο γένος, ενώ αντίθετα συν-δέετοα με κληρονομικό δεσμό με τον άντρα της, τα ποαδιά της και τα μέλη της φυλής του άντρα της γενικά; Και εφόσον ο ά-ντρας της την υιοθετεί και μπαίνει έτσι στην οικογένειά του, πώς μπορεί να μένει μακριά από το γένος του;» (σελ. 8-11).

Ο Μομσεν ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι στις ρωμαίες γυναί-κες που ανήκαν σε κάποιο γένος επιτρεπόταν αρχικά να πα-ντρεύονται μονάχα μέσα στο γένος τους, ότι το ρωμαϊκό γέ-νος ήταν λοιπόν ενδογαμικό και όχι εξωγαμικό. Η άποψη αυ-τή που αντιφάσκει με όλη την πείρα από άλλους λαούς, στη-ρίζεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σ' ένα μοναδικό και πολυσυζητημένο χωρίο του Λίβιου (βιβλίο XXXIX, σελ. 19), σύμφωνα με το οποίο η γερουσία το έτος 568 της Ρώμης, δη-λαδή το 186 πριν από τη χρονολογία μας αποφάσισε, uti Feceniae Hispalae datio, deminutio, gentis enuptio, tutoris optio item esset quasi ei vir testamento dedisset; utique ei ingenuo nubere liceret, neu quid ei qui earn duxisset, ob id fraudi ignominiaeve esset — η Φετσένια Ισπάλα να έχει το δι-καίωμα να διαθέσει την περιουσία της, να την ελαττώσει, να παντρευτεί έξω από το γένος και να διαλέξει κηδεμόνα, ακρι-βώς σαν να της είχε μεταφέρει το δικαίωμα αυτό με διαθήκη ο (πεθαμένος) άντρας της, ότι μπορεί να παντρευτεί έναν γεν-νημένο ελεύθερο, και ότι σ' αυτόν που θα την έπαιρνε γυναί-κα του, δεν θα του το καταλόγιζαν σαν κακή πράξη ή ντροπή.

Αναμφισβήτητα λοιπόν δίνεται εδώ στη Φετσένια, μια α-πελεύθερη, το δικαίωμα να παντρευτεί έξω από το γένος. Και σύμφωνα μ' αυτά, και ο σύζυγος είχε αναμφισβήτητα το δι-καίωμα να μεταβιβάσει με διαθήκη μετά το θάνατό του το δι-καίωμα στη γυνοάκα του να παντρευτεί έξω από το γένος. Όμως, έξω από ττοιογένος;

Αν η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να παντρεύεται μέσα

— 151 —

στο γένος της, όπως υποθέτει ο Μόμσεν, τότε και μετά το γά-μο θα έπρεπε να μένει σ' αυτό το γένος της. Πρώτα όμως πρέ-πει να αποδειχτεί ίσα-ίσα αυτή η ενδογαμία του γένους. Κοα δεύτερο, αν η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να παντρεύεται μέ-σα στο γένος της, τότε, φυσικά, κι ο άντρας έπρεπε να κάνει το ίδιο, γιατί αλλιώς δεν θα έπαιρνε γυναίκα. Έτσι όμως κα-ταλήγουμε ότι ο άντρας μπορούσε με διαθήκη να μεταβιβάσει στη γυναίκα του ένα δικοάωμα που δεν το είχε ούτε ο ίδιος για τον εαυτό του. Φτάνουμε, λοιπόν, σε νομικό παραλογισμό. Αυτό το νιώθει και ο Μόμσεν, γι' αυτό και υποθέτει:

«Για το γάμο έξω από το γένος νομικά δεν χρειαζόταν μόνο η συγκατάθεση του εξουσιαστή, μα και όλων των μελών του γένους» (σελ. 10, σημείωση).

Αυτό είναι πρώτα-πρώτα μια πολύ τολμηρή υπόθεση και δεύτερο αντιφάσκει με το σαφές κείμενο του χωρίου. Η γερου-σία της δίνει το δικαίωμα αυτό στη θέση του άντρα, και της δί-νει ρητά ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα απ' όσα θα μπορού-σε να της είχε δώσει ο άντρας της, όμως αυτό που της δίνει εί-ναι ένα απόλυτο δικαίωμα, που δεν εξαρτάται από κανέναν άλλο περιορισμό, έτσι που αν το χρησιμοποιήσει, να μην έχει να πάθει τίποτα και ο νέος της άντρας. Αναθέτει μάλιστα στους τωρινούς και μελλοντικούς υπάτους και πραίτορες να φροντίζουν να μην πάθει καμιά αδικία απ' αυτό. Η υπόθεση του Μόμσεν φαίνεται λοιπόν πέρα για πέρα απαράδεκτη.

Ή πάλι πρέπει να υποθέσουμε ότι η γυναίκα παντρεύτη-κε έναν άντρα από άλλο γένος, ενώ η ίδια έμεινε στο γένος που γεννήθηκε, και τότε, σύμφωνα με το πιο πάνω χωρίο, ο ά-ντρας της θα είχε το δικαίωμα να επιτρέψει στη γυναίκα του να παντρευτεί έξω από το δικό της γένος. Δηλαδή θα είχε το δικαίωμα να αποφασίζει για υποθέσεις ενός γένους στο ο-ποίο δεν ανήκε καθόλου. Η υπόθεση είναι τόσο παράλογη, που δεν αξίζει ο κόπος να μιλάμε πια γι' αυτήν.

Μένει λοιπόν μονάχα να υποθέσουμε ότι η γυναίκα στον πρώτο της γάμο παντρεύτηκε έναν άντρα από άλλο γένος και ότι με το γάμο της πέρασε απλούστατα στο γένος του άντρα της, πράγμα που και ο Μόμσεν παραδέχετοα πραγματι,κά για παρόμοιες περιπτώσεις. Τότε εξηγείται αμέσως όλος ο συ-σχετισμός της υπόθεσης. Η γυναίκα, που με το γάμο της απο-

—152 —

σπάστηκε από το παλιό της γένος και έγινε δεκτή στη νέα έ-νωση γενών του άντρα, κατέχει εκεί μέσα μια τελείως ξεχω-ριστή θέση. Είναι βέβοαα μέλος του γένους, αλλά όχι συγγε-νής εξ αίματος. Ο χαρακτήρας της εισδοχής την αποκλείει προκαταβολικά από κάθε απαγόρευση γάμου μέσα στο γέ-νος, όπου ακριβώς μπήκε με το γάμο της. Επιπλέον, τη δέ-χτηκαν στη γαμήλια ένωση του γένους, και κληρονομεί με το θάνατο του άντρα της ένα μέρος της περιουσίας του, που εί-ναι περιουσία ενός μέλους του γένους. Τι φυσικότερο λοιπόν από το ότι η περιουσία αυτή πρέπει να μείνει μέσα στο γένος και ότι επομένως η γυναίκα πρέπει να παντρευτεί ένα μέλος του γένους του πρώτου της άντρα και κανέναν άλλον; Kl αν χρειάζεται να γίνει εξαίρεση, ποιος είνοα πιο αρμόδιος να την εξουσιοδοτήσει γι' αυτό, αν όχι εκείνος που της κληροδότησε αυτή την περιουσία, δηλαδή ο πρώτος της άντρας; Τη στιγμή που της κληροδοτεί ένα μέρος της περιουσίας και σύγχρονα της επιτρέπει να μεταφέρει με γάμο ή σαν συνέπεια του γά-μου, σε ξένο γένος αυτό το μέρος της περιουσίας, αυτό θα πει ότι του ανήκει ακόμα αυτή η περιουσία. Επομένως, διαθέτει κυριολεκτικά μονάχα την ιδιοκτησία του. Όσο για την ίδια τη γυνούκα και τη σχέση της προς το γένος του άντρα της, αυτός την έφερε στο γένος αυτό με μια πράξη ελεύθερης βούλησης με το γάμο. Γι' αυτό φαίνεται επίσης φυσικό ότι αυτός εί-νοα το κατάλληλο πρόσωπο που μπορεί να την εξουσιοδοτή-σει να βγει από το γένος αυτό με ένα δεύτερο γάμο. Κοντολο-γί,ς, το πράγμα φούνεται απλό και αυτονόητο, μόλις εγκατα-λείψουμε την περίφημη υπόθεση του ενδογαμικού ρωμαϊκού γένους και το θεωρήσουμε από την αρχή σαν εξωγαμικό, ό-πως ο Μόργκαν.

Μένει ακόμα μια τελευταία υπόθεση που βρήκε κι αυτή τους εκπροσώπους της, και ίσως μάλιστα τους περισσότε-ρους. To χωρίο λέει απλώς «ότι οι απελεύθερες δούλες (libertae) δεν μπορούσαν χωρίς ειδική έγκριση e gente enubere, (να παντρεύονται έξω από το γένος), ή να κάνουν μια από τις πράξεις που έχοντας σχέση με to capitis deminutio minima1, θα προκαλούσε την έξοδο της liberta από

1. Απώλεια των οικογενειακών δικαιωμάτων (σημ. γερμ. σύντ.).

153

την ένωση του γένους» (βλ. Lange, Romische Alterthiimer, Βε-ρολίνο 1856,1, σελ. 195. Εδώ ο Λάνγκε αναφέρεται στον Χούσκε σχετικά με το χωρίο του Λίβιου που παραθέτουμε1).

Αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, τότε πια το χωρίο δεν α-ποδείχνει απολύτως τίποτα για τις σχέσεις των γεννημένων ελεΰθερων ρωμαίων γυναικών, και δεν μπορεί πια καθόλου να γίνεται λόγος για υποχρέωσή ιους να παντρεύονται μέσα στο γένος.

Σ' όλη τη ρωμαϊκή φιλολογία, η έκφραση enuptio gentis, παρουσιάζεται σ' αυτό το μοναδικό χωρίο και πουθενά αλ-λού. Η λέξη enubere, παντρεύομαι έξω, παρουσιάζεται μόνο τρεις φορές, κοα τις τρεις φορές στον Λίβιο, κι αυτό όχι σχε-τικά με το γένος. Η ιδέα ότι οι Ρωμαίες επιτρεπόταν να πα-ντρεύονται μονάχα μέσα στο γένος χρωστάει την ύπαρξή της σ' αυτό το μοναδικό χωρίο. Δεν στέκει όμως καθόλου. Γιατί, ή το χωρίο αναφέρεται σε ειδικούς περιορισμούς για τις απε-λεύθερες, και τότε δεν αποδείχνει τίποτα για τις γεννημένες ελεύθερες (ingenuae), ή ισχύει και για τις γεννημένες ελεύθε-ρες, και τότε μάλλον αποδείχνει ότι η γυναίκα κατά κανόνα παντρευόταν έξω από το γένος της, αλλά με το γάμο περνού-σε στο γένος του άντρα. Επομένως, μιλάει ενάντια στον Μόμσεν και υπέρ του Μόργκαν.

Ύστερα από τριακόσια σχεδόν χρόνια μετά την ίδρυση της Ρώμης, οι δεσμοί του γένους ήταν ακόμα τόσο ισχυροί που ένα γένος πατρικίων, το γένος των Φαβίων, μπόρεσε με τη συγκατάθεση της γερουσίας ν' αναλάβει μονάχο του μια πολεμική εκστρατεία ενάντια στη γειτονική πόλη Βέι. Λένε ό-τι είχαν εκστρατεύσει 306 Φάβιοι και σκοτώθηκαν όλοι σε ε-νέδρα. Ένα μοναδικό αγόρι που είχε μείνει πίσω συνέχισε το γένος.

Δέκα γένη αποτελούσαν, όπως είπαμε, μια φρατρία, πον εδώ λεγόταν κουρία, και είχε σπουδαιότερες δημόσιες αρμο-διότητες από την ελληνική φρατρία. Κάθε κουρία είχε τις δι-

1. Στο βιβλίο του Romische Alterthiimer, τόμ. 1, Βερολί/νο 1856, σελ. 195, ο Λάνγκε αναφέρεται στη διατριβή του Ph. Ε. Huschke, Deprivilegiis Feceniae Hispalae senatusconsulto concessis (Liv. XXXIX, 19), Γκέτινγκεν 1822 (σημ. γερμ. σύντ.).

— 154 —

κές της θρησκευτικές τελετές, τα δικά της ιερά και τους δι-κούς της ιερείς. Αυτοί οι τελευταίοι στο σύνολό τους αποτε-λούσαν ένα από τους ρωμαϊκούς συλλόγους ιερέων. Δέκα κουρίες αποτελούσαν μια φυλή, που, όπως κι οι υπόλοιπες λατινικές φυλές, ίσως να είχαν αρχικά έναν εκλεγμένο αρχη-γό στρατηγό και αρχιερέα. To σΰνολο των τριών φυλών α-ποτελούσε το ρωμαϊκό λαό, τον populus romanus.

Στο ρωμαϊκό λαό, λοιπόν, μποροΰσε ν' ανήκει μονάχα ό-ποιος ήταν μέλος ενός γένους και μέσω αυτού μιας κουρίας και μιας φυλής. Η πρώτη κοινωνική συγκρότηση αυτού του λαού ήταν η παρακάτω. Τα δημόσια πράγματα φρόντιζε κα-τά πρώτο λόγο η γερουσία, που, όπως σημείωσε σωστά πρώ-τος ο Νίμπουρ, αποτελείτο από τους αρχηγούς των 300 γε-νών. Και ακριβώς επειδή ήταν οι γεροντότεροι των γενών, λέγονταν πατέρες, patres, και το σύνολό τους γερουσία (senatus, συμβούλιο των γερόντων, από το senex = γέρος). Η συνήθεια να εκλέγουν το γερουσιαστή από την ί,δια πάντα οι-κογένεια κάθε γένους, γέννησε και εδώ την πρώτη κληρονο-μική αριστοκρατία. Οι οικογένειες αυτές ονομάζονταν πα-τρίκιοι και διεκδικούσαν το αποκλειστικό δικαίωμα να μπαίνουν στη γερουσί,α και να καταλαμβάνουν όλα τα άλλα αξιώματα. To γεγονός ότι ο λαός με το πέρασμα του χρόνου δέχτηκε αυτή την αξίωση, που μετατράπηκε σε πραγματικό δικαίωμα, εκφράζεται στο μύθο που λέει ότι ο Ρωμύλος έδω-σε στους πρώτους γερουσιαστές και στους απογόνους τους τον τίτλο του πατρικίου (patricius) και τα προνόμιά του. Η γερουσία, όπως και η αθηναϊκή βουλή, είχε το δικαίωμα να α-ποφασίζει για πολλές υποθέσεις, να κάνει την προκαταρκτι-κή συζήτηση για περιπτώσεις πιο σοβαρές και ιδίως για τους νέους νόμους. Τους νόμους τους αποφάσιζε τελικά η λαϊκή συνέλευση που λεγόταν comitia curiata (συνέλευση των κου-ριών). Ο λαός συνερχόταν συνταγμένος κατά κουρίες και μέ-σα σε κάθε κουρία πιθανώς κατά γένη. Όταν επρόκειτο να παρθεί απόφαση, η καθεμιά από τις 30 κουρίες είχε μία ψήφο. Η συνέλευση των κουριών ενέκρινε ή απέρριπτε όλους τους νόμους, εξέλεγε όλους τους ανώτερους δημόσιους λειτουρ-γούς μαζί και τον rex (το λεγόμενο βασιλιά), κήρυχνε πόλεμο (η γερουσία όμως έκλεινε ειρήνη), κοα αποφάσιζε σαν ανώτα-

— 155 —

το δικαστήριο, ύστερα από προσφυγή των ενδιαφερομένων, σ' όλες τις περιπτώσεις που επρόκειτο για θαναηκή ποινή ρωμαίου πολίτη. Τέλος, πλάι στη γερουσία και τη λαϊκή συ-νέλευση βρισκόταν ο rex, που αντιστοιχούσε ακριβώς στον έλληνα βασιλιά και που δεν ήταν καθόλου ο σχεδόν απόλυτος μονάρχης, όπως τον παρουσιάζει ο Μόμσεν.1 Κι αυτός ήταν διοικητής του στρατού, αρχιερέας και πρόεδρος σε ορισμένα δικαστήρια. Δεν είχε καθόλου αστικές αρμοδιότητες ή εξου-σία πάνω στη ζωή, την ελευθερία κοα την ιδιοκτησία των πο-λιτών, εκτός από εκείνες που πήγαζαν από την πειθαρχική ε-ξουσία του σαν στρατιωτικού διοικητή ή από την εξουσία του να εκτελεί αποφάσεις σαν πρόεδρος του δικαστηρίου. To α-ξίωμα του rex δεν ήταν κληρονομικό. Αντίθετα, εκλεγόταν πρώτα, ίσως με πρόταση του προκατόχου του, από τη συνέ-λευση των κουριών, και ύστερα, σε μια δεύτερη συνέλευση, τον εγκαθιστούσαν πανηγυρικά στο αξίωμά του. To γεγονός ότι μπορούσε και να καθαιρεθεί, το αποδείχνει η μοίρα του Ταρκύνιου του Περήφανου.

Όπως οι Έλληνες την ηρωική εποχή, έτσι και οι Ρωμαίοι τον κοαρό των λεγόμενων βασιλιάδων ζούσαν σε μια στρα-τιωτική δημοκρατία που στηριζόταν στα γένη, τις φρατρίες και τις φυλές απ' όπου και αναπτύχθηκε. Όσο κι αν οι κου-ρίες κοα οι φυλές ήταν ως ένα βαθμό τεχνητοί σχηματισμοί, είχαν ωστόσο σχηματιστεί σύμφωνα με τα γνήσια φυσικά πρότυπα της κοινωνίας, που τους γέννησε και που τις περιέ-βαλλε ακόμα απ' όλες τις μεριές. Όσο κι αν είχε κερδίσευ κιό-λας έδαφος η φυσικά αναπτυγμένη αριστοκρατία των πατρι-

1. To λαΐΐνικό rex είναι to κεληκοϊρλανδικό righ (προεστός φυλής) κοα to γοτθικό reiks. Ότι αυιό, όπως επίσης και ο δικός μας FUrst (στα αγγλι,κά first, στα δανικά forste, δηλαόή ο ποώτος), σήμαινε αρχι,κά τον προεστό του γένοιις ή της φυλής βγαίνει από το ότι οι Γότθοι από τον 4ο ακόμα αιώνα εί-χαν μια ειδι,κή λέξη για τον κατοπινό βασιλιά, to στρατηγό ενός ολόκληρου λαού: thiudans. Στη μετάφραση της Βίβλου του Ουλφίλα, ο Αρταξέρξης και ο Ηρώδης δεν λέγονται ποτέ reiks, αλλά thiudans και το κράτος (ροαχ) του αυτοκράτορα Τιβέρι,ου δεν λέγεται reiks, αλλά thiudinassus. Στο γοτθικό ό-νομα thiudan, ή όπως το μεταφράζουμε λαθεμένα, του βασιλιά Thiudareik, Theodorich, δηλαδή Dietrich, συγχωνεύονται και οι δυο ονομασίες (σημ. του Ένγκελς).

— 156 —

κίων, όσο κι αν οι reges (βασιλείς) προσπαθούσαν σιγά-σιγά να διευρύνουν τις αρμοδιότητές τους, όλα αυτά δεν αλλά-ζουν τον αρχικό βασικό χαρακτήρα του καθεστώτος και auto μονάχα έχει σημασία.

Στο μεταξύ μεγάλωνε ο πληθυσμός της πόλης της Ρώμης και του ρωμαϊκού εδάφους που είχε διευρυνθεί με κατακτή-σεις, εν μέρει με μετοίκηση, εν μέρει με κατοίκους από τις υ-ποταγμένες, κυρίως τις λατινικές περιοχές. Όλοι αυτοί οι νέ-οι υπήκοοι (to πρόβλημα των πελατών, clientes, το αφήνουμε εδώ κατά μέρος) βρίσκονταν έξω από τα παλιά γένη, κουρίες και φυλές, δεν αποτελούσαν λοιπόν μέρος του populus romanus, του καθαυτό ρωμαϊκού λαού. Ήταν προσωπικά ε-λεύθεροι άνθρωποι, μπορούσαν να έχουν γαιοκτησία, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους και να εκτελούν στρα-τιωτικά χρέη. Δεν μπορούσαν όμως να κατέχουν αξιώματα και να παίρνουν μέρος στη συνέλευση των κουριών, ούτε στο μοίρασμα των κατακτημένων κρατικών γαιών. Αποτελού-σαν τους πληβείους, που αποκλείονταν από όλα τα δημόσια δικσιώματα. Με τον αριθμό τους, που όλο και μεγάλωνε, με τη στρατιωτική τους εκπαίδευση και τον οπλισμό τους έγι-ναν απειλητική δύναμη για τον παλιό populus που είχε κλεί-σει ερμητικά τις πόρτες χου σε κάθε ξένο στοιχείο. Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι η γαιοκτησία φαίνεται να ήταν αρκετά ίσα μοιρασμένη ανάμεσα στον populus και τους πλη-βείους, ενώ ο εμπορικός και βιομηχανικός πλοΰτος, που δεν είχε βέβαια ακόμα πολύ αναπτυχθεί, βρισκόταν κυρίως στα χέρια των πληβείων.

Με το βαθύ σκοτάδι, που περιβάλλει την ολότελα μυθική αρχέγονη ιστορία της Ρώμης σκοτάδι που ενίσχυσαν ακό-μα περισσότερο οι ορθολογιστικές-πραγματιστικές προσπά-θειες ερμηνείας και οι εκθέσεις των κατοπινών νομικά μορ-φωμένων συγγραφέων που τα έργα τους χρησιμοποιοΰνται σαν πηγέςείναι αδύνατο να πει κανείς κάτι το οριστικό εί-τε για το χρόνο, είτε για την πορεία, είτε για την αφορμή της επανάστασης που έβαλε τέλος στην παλιά οργάνωση των γέ-νων. Βέβαιο είναι μονάχα ότι η αιτία της βρισκόταν στους α-γώνες μεταξύ πληβείων και populus.

To νέο πολίτευμα που το αποδίδουν στο βασιλιά Σέρβιο

— 157 —

Τύλλιο και που στηρίζεται σε ελληνικά πρότυπα, ιδίως στον Σόλωνα, δημιούργησε μια νέα λαϊκή συνέλευση που περι-λάμβανε ή απέκλειε χωρίς διάκριση και τον populus και τους πληβείους, ανάλογα με το αν πρόσφεραν πολεμικές υπηρε-σίες ή όχι. Όλοι οι άντρες που ήταν υποχρεωμένοι να υπηρε-τούν στο στρατό χωρίστηκαν σύμφωνα με την περιουσία τους σε έξι τάξεις. Η ελάχιστη περιουσία σε καθεμιά από τις πέντε τάξεις ήταν: I. 100.000 ασσάρια, II. 75.000, III. 50.000, IV. 25.000, V. 11.000 ασσάρια. Κατά τον Ντιρό ντε λα Μαλ, τα ποσά αυτά ισοδυναμούσαν περίπου με 14.000, 10.500, 7.000, 3.600 και 1.570 μάρκα. Την έκτη τάξη, τους προλετά-ριους, αποτελούσαν όσοι είχαν μικρότερη περιουσία και ε-ξαιροΰνταν από τη θητεία και τους φόρους. Στη νέα λαϊκή συνέλευση των εκατονταρχιών (comitia centuriata) oi πολί-τες έρχονταν συνταγμένοι στρατιωηκά στις εκατονταρχίες τους, κατά λόχους των 100 αντρών, και κάθε εκατονταρχία είχε μία ψήφο. Η πρώτη τάξη όμως διέθετε 80 εκατονταρχίες, η δεύτερη 22, η τρίτη 20, η τέταρτη 22, η πέμπτη 30, η έκτη για λόγους ευπρέπειας διέθετε κι αυτή μία. Πρέπει να προσθέ-σουμε ακόμα τους ιππείς, που αποτελούνταν από τους πλου-σιότερους, με 18 εκατονταρχίες. Υπήρχαν, δηλαδή, συνολικά 193 εκατονταρχίες. Για την πλειοψηφία χρειάζονταν 97 ψή-φοι. Μονάχα όμως οι ιππείς και η πρώτη τάξη εί,χαν μαζί 98 ψήφους, δηλαδή την πλειοψηφία. Αν αυτοί συμφωνούσαν δεν ρωτιόνταν καθόλου οι υπόλοιποι, η έγκυρη απόφαση εί-χε παρθεί.

Σ' αυτή τη νέα συνέλευση των εκατονταρχιών πέρασαν τώρα όλα τα πολιηκά δικαιώματα της προηγούμενης συνέ-λευσης των κουριών (εκτός από μερικά ονομαστικά δικαιώ-ματα). Οι κουρίες και τα γένη που τις αποτελούσαν, υποβι-βάστηκαν έτσι, όπως στην Αθήνα, σε απλές ιδιωτικές και θρη-σκευτικές εταιρίες, και σαν τέτοιες φυτοζωούσαν ακόμα για πολΰ καιρό, ενώ η συνέλευση των κουριών σύντομα έσβησε ο-λότελα. Για να εξοστρακίσουν από το κράτος και τις τρεις παλιές φυλές των γενών, καθιέρωσαν τέσσερις εδαφικές φυ-λές, που η καθεμιά τους κατοικούσε το ένα τέταρτο της πόλης και είχε μια σειρά πολιτικά δικαιώματα.

Έτσι και στη Ρώμη, πριν ακόμα καταργηθεί η λεγόμενη

— 158 —

βασιλεία, είχε διαλυθεί το παλιό κοινωνικό καθεστώς των γε-νών, που στηριζόταν σε προσωπικοΰς δεσμούς αίματος. Τη θέση του την πήρε μια νέα πραγματικά κρατική συγκρότηση, που βασιζόταν στην εδαφική διαίρεση και στις περιουσιακές διαφορές. Τη δημόσια εξουσία αποτελούσαν εδώ οι πολίτες που ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν στραηωτικά και να χρησιμοποιούνται όχι μονάχα ενάντια στους δούλους, αλλά και ενάντια στους λεγόμενους προλετάριους, που αποκλείο-νταν από τη στρατιωτική υπηρεσία και δεν είχαν δικαίωμα να φέρουν όπλα.

To νέο καθεστώς αναπτύχθηκε παραπέρα με την απέλα-ση του τελευταίου rex, του Ταρκύνιου του Περήφανου, που είχε σφετεριστεί πραγματική βασιλική εξουσία, και με την α-ντικατάσταση του rex από δύο στρατιωτικούς διοικητές (υ-πάτους — consules) με ίση εξουσία (όπως στους Ιροκέζους). Μέσα στα πλαίσια αυτού του καθεστώτος κινείται όλη η ι-στορία της ρωμαϊκής δημοκρατίας με όλους τους αγώνες της ανάμεσα στους πατρίκιους κοα τους πληβείους για πρόσβαση στα αξιώματα και για τη συμμετοχή στην εκμετάλλευση των κρατικών γοαών, με την τελική διάλυση της αριστοκρατίας των πατρικίων μέσα στη νέα τάξη των μεγάλων γαιοκτημό-νων και μεγιστάνων του χρήματος, που σιγά-σιγά απορρό-φησαν όλη τη γαιοκτησία των χωρικών που είχαν καταστρα-φεί με τη στρατιωτική υπηρεσία. Η νέα αυτή τάξη καλλιερ-γούσε με δούλους τα τεράστια κτήματα που δημιουργήθηκαν μ' αυτόν τον τρόπο, ερήμωσε την Ιταλία από τους κατοίκους της και άνοιξε έτσι τις πόρτες όχι μονάχα στην αυτοκρατο-ρία, αλλά και στους διαδόχους της, τους γερμανούς βαρβά-ρους.

— 159 —

VII TO ΓΕΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΚΕΛΤΕΣ ΚΑΙΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ

Ο χώρος δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε στους θεσμούς του γένους που υπάρχουν ακόμα και τώρα σε λίγο ή πολύ καθα-ρή μορφή στους πιο διαφορετικούς άγριους κοα βάρβαρους λα-ούς ή στα ίχνη που άφησαν οι θεσμοί αυτοί στην παλιότερη ι-στορία των πολιτισμένων λαών της Ασίας. Παντού βρίσκουμε αυτά ή εκείνα τα ίχνη. Μερικά παραδείγματα μόνο: Πριν ακόμα ανακαλυφθεί το γένος, ο άνθρωπος που περισσότερο απ' όλους μόχθησε για να το παρανοήσει, ο Μακ Λέναν, απέδειξε την ύ-παρξή του και το περιέγραψε σπς γενικές του γραμμές σωστά, στους Καλμούκους, τους Τσερκέζους, τους Σαμογέντες και σε τρεις ινδικούς λαούς: τους Βάραλι, τους Μαγκάρ και τους Μουνιπούρι. Τελευταία ο Μ. Κοβαλέφσκι ανακάλυψε και πε-ριέγραψε το γένος στους Ψάβους, τους Σεβσούρους, τους Σβα-νίτες κοα σε άλλες κσυκασιανές φυλές. Εδώ θα περιοριστούμε μονάχα σε μερικές σύντομες σημειώσεις για την ύπαρξη του γέ-νους στους Κέλτες και τους αρχαίους Γερμανούς (Germanen).

Ol παλαιότεροι κελτικοί νόμοι που διασώθηκαν μας δεί-χνουν ολοζώντανο ακόμα το γένος. Στην Ιρλανδία ζει ακόμα και σήμερα τουλάχιστον σαν ένστικτο στη λαϊκή συνείδηση, παρ' όλο που το διέλυσαν με τη βία οι Άγγλοι. Στη Σκοτία βρι-σκόταν σε πλήρη άνθηση και στα μέσα του περασμένου αιώνα και εκμηδενίστηκε κι εδώ επίσης μονάχα με τα όπλα, τη νομοθε-σία και τα δικαστήρια των Αγνλων.

Οι αρχαίοι ουαλικοί νόμοι, που γράφτηκαν πολλούς αιώ-νες πριν από την αγγλική κατάκτηση', το αργότερο τον 11ο αιώ-να, δείχνοιτν ακόμα ότι ολόκληρα χωριά καλλιεργούσαν από κοινού τα χωράφια τους, έστω κι αν αυτό ήταν σπάνιο μόνο υ-πόλειμμα παλιότερου γενικού έθιμου. Κάθε οικογένεια είχε πέ-ντε ακρ2 γη για δική της καλλιέργεια. Ταυτόχρονα, ένα άλλο

1. Η κατάκτηση της Ουαλίας από τους Άγγλους ολοκληρώθηκε το 1283, ωστόσο η Ουαλία διατήρησε την αυτονομία της. Μόλις στα μέσα του 16ου αιώνα ενώθηκε τελείως με την Αγγλία (σημ. γερμ. σύντ.).

2. Ακρ (acre, Acker), παλιά κελτική και γερμανική μονάδα γης που ισο-δυναμούσε περίπου με 4 1/2 στρέμματα (σημ. ελλ. σύντ.).

— 161 —

κομμάτι γης το καλλιεργούσαν από κοινού και το εισόδημα το μοιράζονταν. Αν κρίνουμε από τις αναλογίες της Ιρλαν-δίας και της Σκοτίας, κοα στην περίπτωση ακόμα που μια καινούργια μελέτη των ουαλικών νόμων, για την οποία μου λείπει ο χρόνος (οι σημειώσεις μου εί,ναι από το 1869) δεν θα το απέδειχνε αυτό άμεσα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αυ-τές οι αγροτικές κοινότητες εκπροσωπούν τα γένη ή υποδιαι-ρέσεις γενών. Αυτό όμως που αποδείχνουν άμεσα οι ουαλι-κές πηγές, και μαζί τους και οι ιρλανδικές, είναι ότι τον 11ο αιώνα οι Κέλτες δεν είχαν σε καμιά περίπτωση ακόμα αντι-καταστήσει το ζευγαρωτό γάμο με τη μονογαμία. Στην Ουα-λία ο γάμος μόνο ύστερα από 7 χρόνια γινόταν αδιάλυτος ή μάλλον δεν μπορούσε πια να καταγγελθεί. Αν έλειπαν έστω και τρεις νύχτες για να συμπληρωθούν τα 7 αυτά χρόνια, τό-τε οι σύζυγοι μπορούσαν να χωρίσουν. Τότε μοίραζαν τα υ-πάρχοντά τους: η γυναίκα μοίραζε κοα ο άντρας διάλεγε το μερίδιό του. Τα έπιπλα τα μοίραζαν σύμφωνα με ορισμένους πολύ αστείους κανόνες. Αν ο άντρας διέλυε το γάμο, έπρεπε να επιστρέψει στη γυναίκα την προίκα της και κάτι ακόμα. Αν τον διέλυε η γυναίκα, έπαιρνε λιγότερα. Από τα παιδιά ο άντρας έπαιρνε δύο, η γυναίκα ένα και μάλιστα το μεσαίο. Όταν η γυναίκα ύστερα από το χωρισμό έπαιρνε άλλον ά-ντρα κι ο πρώτος άντρας πήγαινε να την ξαναπάρει, όφειλε να τον ακολουθήσει, κι αν ακόμα είχε βάλει κιόλας το έναπό-δι στο νέο συζυγικό κρεβάτι. Αν όμως οι δυο τους είχαν μεί-νει μαζί 7 χρόνια, τότε ήταν αντρόγυνο ακόμα και χωρίς προηγούμενο επίσημο γάμο. Την παρθενιά των κοριτσιών πριν από το γάμο ούτε την τηρούσαν αυστηρά, αλλά οΰτε και την αποατοΰσαν. Οι κανόνες σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα είναι εξαιρετικά ελεύθεροι και δεν συμφωνούν καθόλου με την α-στική ηθική. Όταν μια γυναίκα παραβίαζε τη συζυγική πίστη, ο άντρας είχε δικαίωμα να τη δείρει (πρόκειται για μια από τις τρεις περιπτώσεις που επιτρεπόταν αυτό, διαφορετικά τιμωριόταν), ύστερα όμως δεν μπορούσε να ζητήσει άλλη ι-κανοποίηση, γιατί «για to ίδιο παράπτωμα επιτρέπεται ή ε-ξιλέωση ή εκδίκηση, όχι όμως και τα δυο μαζί».1

1. Βλ. Ancient laws and institutes of Wales, τόμ. 1, 1841,σελ.93 (σημ. γερμ. σύντ.).

— 162 —

Οι λόγοι για τους οποίους η γυναίκα μπορούσε να ζητή-σει το χωρισμό, χωρίς να χάνει τα δικαιώματά της όταν χώ-ριζε, ήταν πολλών ειδών. Έφτανε για το χωρισμό αν μύριζαν τα χνώτα του άντρα. Ύα λύτρα για να απαλλαγεί από το δι-καίωμα της πρώτης νύχτας (gobr merch, από εδώ προέρχεται το μεσαιωνικό όνομα marcheta, γαλλικά marquette), που πρέπει να πληρώνονται στο φύλαρχο ή το βασιλιά, παίζουν μεγάλο ρόλο στον κώδικα. Οι γυναίκες είχαν δικαίωμα ψή-φου στις λαϊκές συνελεύσεις. Ας προσθέσουμε ότι και στην Ιρλανδία αποδείχνεται ότι υπήρχαν ανάλογες συνθήκες. Ότι κι εκεί επίσης ήταν πολύ συνηθισμένο πράγμα οι γάμοι επί προθεσμία και ότι σε περίπτωση χωρισμού εξασφαλίζονταν στη γυναίκα μεγάλα κοα ακριβώς καθορισμένα πλεονεκτήμα-τα, ακόμα και αποζημίωση για τις οικιακές της υπηρεσίες. Ότι και εκεί παρουσιάζεται μια «πρώτη γυναίκα» πλάι σ' άλ-λες γυναίκες και ότι στη μοιρασιά της κληρονομιάς δεν γίνε-τοα διάκριση ανάμεσα στα νόμιμα κοα τα νόθα παιδιά. Έχου-με, λοιπόν, μπροστά μας μια τέτοια εικόνα του ζευγαρωτού γάμου, που σε σύγκριση μ' αυτήν η μορφή γάμου της Βόρειας Αμερικής φαίνεται αυστηρή. Αυτό όμως δεν μπορεί να μας ξαφνιάζει για τον 11ο αιώνα και για ένα λαό που ακόμα τον καιρό του Καίσαρα ζούσε σε ομαδικό γάμο.

To ιρλανδικό γένος (sept, η φυλή λέγετοα clainne, κλαν) δεν επιβεβαιώνεται κοα δεν περιγράφεται μονάχα από τους παλιούς κώδικες, αλλά το επιβεβαιώνουν και το περιγρά-φουν και οι άγγλοι νομικοί του 17ου αιώνα, που στάλθηκαν εκεί, να μετατρέψουν τις γαίες των φυλών (clanland) σε κτή-ματα (domaine) του άγγλου βασιλιά. Ως την εποχή εκείνη η γη αυτή ήταν κοινή ιδιοκτησία της φυλής ή του γένους, εφόσον δεν την είχαν κιόλας μετατρέψει οι φύλαρχοι σε ατομική τους ιδιοκτησία. Όταν πέθαινε ένα μέλος του γένους, όταν δια-λυόταν δηλαδή ένα νοικοκυριό, ο προεστός του γένους (οι άγγλοι νομικοί τον ονόμαζαν caput cognationis), ξαναμοίρα-ζε όλη τη γη του γένους στα υπόλοιπα νοικοκυριά. Η διανο-μή αυτή πρέπει γενικά να γινόταν σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που ίσχυαν και στη Γερμανία. Ακόμα και σήμερα βρίσκονται μερικά χωριά πριν σαράντα ή πενήντα χρόνια ήταν πολλάπου τα χωράφια τους τα καλλιεργοΰν με ένα

— 163 —

σύστημα που το λένε «rundale». Οι χωρικοί, οι ατομικοί ενοι-κιαστές της γης που παλιά ανήκε από κοινού στο γένος, και που την άρπαξε ο άγγλος κατακτητής, πληρώνουν ο καθένας το νοίκι για το κομμάτι του, βάζουν όμως τα χωράφια και τα λιβάδια όλων των κομματιών μαζί, τα χωρίζουν ανάλογα με την τοποθεσία και την ποιότητά τους σε «Gewanne», έτσι τα λένε κοα στον Μοζέλα, και δίνουν στον καθένα το μερίδιό του από κάθε Gewann. Τους βάλτους και τα βοσκοτόπια τα χρη-σιμοποιούν από κοινού. Ακόμα πριν από 50 χρόνια από και-ρό σε καιρό κάποτε κάθε χρόνοξαναμοίραζαν τη γη. To κτηματολογικό διάγραμμα ενός τέτοιου χωριού-rundale έχει ακριβώς την ίδια όψη που έχει το κτηματολογικό διάγραμμα μιας γερμανικής κοινότητας αγροτικών νοικοκυριών (Gehoferschaft) στον Μοζέλα, ή στο Χόχβαλντ. To γένος εξα-κολουθούσε να ζει και στα «factions»'. Οι ιρλανδοί χωρικοί χωρίζονται συχνά σε κόμματα, που στηρίζοντοα σε φαινομε-νικά ολότελα παράλογες ή ανόητες διαφορές, που είναι πέρα για πέρα ακατανόητες στους Άγγλους και δεν φαίνετοα να έ-χουν άλλο σκοπό από τους αγαπημένους πανηγυρικούς ξυ-λοδαρμοΰς του ενός «κόμματος» από το άλλο. Ol ξυλοδαρ-μοί αυτοί είναι τεχνητά ξαναζωντανέματα, μεταγενέστερο υ-ποκατάστατο για τα διαλυμένα γένη, που με τον τρόπο τους διαδηλώνουν έτσι ότι εξακολουθεί να υπάρχει το κληρονο-μημένο ένστικτο του γένους. Σε μερικές περιφέρειες άλλωστε τα μέλη του γένους ακόμα και τώρα ζουν μαζί στο παλιό πε-ρίπου έδαφος. Έτσι, ακόμα και τη δεκαετία 1830-1840, η με-γάλη πλειοψηφία των κατοίκων της κομητείας του Μόνα-γκαν είχε μονάχα τέσσερα οικογενειακά ονόματα, δηλαδή καταγόταν από τέσσερα γένη ή κλαν.2

1.«Κόμματα» (σημ. γερμ. σύντ.).

2. Στο διάστημα μερικών ημερών που πέρασα στην Ιρλανδία, συνειδη-τοποίησα ξανά καθαρά πόσο εκεί ο αγροτικός πληθυσμός ζει, ακόμα με τις παραστάσεις της εποχής του γένους. Ο γαιοκτήμονας, που ενοικιαστής του είναι ο χωρικός, εξακολουθεί για τον τελευταίο να είναι ακόμα ένα είδος αρ-χηγός του κλαν, που έχει την υποχρέωση να διαχειρίζεται τη γη προς το συμ-φέρον όλων, που ο χωρικός του πληρο')νει φόρο με τη μορφή ενοικίου, που σε περίπτακιη όμως ανάγκης πρέπει να βοηθήσει το χωρικό. To ίδιο κάθε πε-ρισσότερο ευκατάστατος θεωρείται υποχρεωμένος να υποστηρίζει τους

— 164 —

Στη Σκοτία η εξαφάνιση του συστήματος των γενών χρο-νολογείται από την καταστολή της εξέγερσης του 1745. Μένει ακόμα να μελετηθεί, ποιον κρίκο αυτής της σειράς εκπροσω-πεί ειδικά το σκοτσέζικο κλαν, είνοα όμως αναμφισβήτητο ό-τι πρόκειται για έναν τέτοιο κρίκο. Στα μυθιστορήματα του Ουόλτερ Σκοτ βλέπουμε ζωντανό μπροστά μας αυτό το κλαν της Ανω Σκοτίας. Είναι, λέει ο Μόργκαν, «ένα περίφημο υ-πόδειγμα του γένους, στην οργάνωσή του και στο πνεύμα του, ένα χτυπητό παράδειγμα της κυριαρχίας της ζωής του γένους πάνω στα μέλη του... Στις διαμάχες τους και στη βε-ντέτα τους, στον εδαφικό χωρισμό κατά κλαν, στην κοινή χρήση του εδάφους τους, στην πίστη των μελών του κλαν στον αρχηγό τους και αναμεταξύ τους, βρίσκουμε παντού να εκδηλώνονται ξανά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κοινω-νίας των γενών... Η καταγωγή υπολογιζόταν σύμφωνα με το πατρικό δίκοαο, έτσι ώστε τα παιδιά των αντρών έμεναν στο κλαν, ενώ τα ποαδιά των γυναικών περνούσαν στο κλαν του πατέρατους».1

To γεγονός όμως ότι στη Σκοτία επικρατούσε παλιά το μητρικό δίκαιο, αποδείχνει το ότι στη βασιλική οικογένεια των Πίκτων ίσχυε, κατά τον Βέδα2, η γυναικεία σειρά διαδο-χής. Μάλιστα στους Σκοτσέζους όπως και στους Ουαλούς, είχε διατηρηθεί ως το μεσαίωνα ένα υπόλειμμα από την πον-ναλουανή οικογένεια, με το δικαίωμα της πρώτης νύχτας,

φτωχότερους γει,τόνους του, όταν βρεθούν σε ανάγκη. Η βοήθεια αυτή δεν εί-ναι ελεημοσύνη, είνοα αυτό που δικαιωματικά ανήκει στο φτωχότερο από μέρους του πλουσιότερου μέλους του κλαν ή του αρχηγού του κλαν. Νιώθει κανείς το παράπονο των καθηγητάδων της πολιτικής οικονομίας και των νομικών για την αδυναμία τους να διδάξουν στον ι,ρλανδό χωρικό την έν-νοια της νεότερης αστικής ιδιοκτησίας. Μια ιδιοκτησία που έχει μόνο δικαι-ώματα και δεν έχει καθόλου υποχρεώσεις, δεν χωράει, καθόλου στο κεφάλι του Ιρλανδού. Καταλαβαίνει όμως κανείς επίσης, γιατί οι Ιρλανδοί που με τέτοιες αφελείς παραστάσεις του γένους πέφτουν ξαφνικά στις μεγάλες αγ-γλικές ή αμερικανικές πολιτείες, μέσα σ' ένα πληθυσμό με ολότελα άλλες α-ντιλήψεις ηθικής και δικαίου, τρελαίνονται τελείως, χάνουν κάθε έλεγχο και συχνά πέφτουν μαζικά στον εκφυλισμό (σημ. του Ένγκελς στην 4η έκδοση).

1. L. Η. Morgan, Ancient society, σελ. 357-358 (σημ. γερμ. σύντ.)·

2. Beda Venerabilis, Historiae ecclesiasticae gentis Anglorum, βιβλίο I, κεφ. I (σημ. γερμ. σύντ.).

— 165 —

που ο αρχηγός του κλαν ή ο βασιλιάς, σαν τελευταίος εκπρό-σωπος των πρώην κοινών συζύγων, μπορούσε να το ασκεί σε κάθε νΰφη, εφόσον δεν το είχε εξαγοράσει.

* * *

Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Γερμανοί ως τη μετανάστευ-ση των λαών ήταν οργανωμένοι σε γένη. Φαίνεται ότι την πε-ριοχή ανάμεσα στο Δούναβη, το Ρήνο, το Βιστούλα και τις βορινές θάλασσες την κατέκτησαν μόλις λίγους αιώνες πριν από τη χρονολογία μας. Τότε οι Κίμβροι και οι Τεύτονες με-τανάστευαν ακόμα, ενώ οι Σουηβοί απέκτησαν σταθερό τόπο διαμονής μόλις τον καιρό του Καίσαρα. Ο Καίσαρας λέει ρη-τά γι' αυτούς, ότι εγκαταστάθηκαν κατά γένη και συγγένειες (gentibus cognationibusque)1, κοα στο στόμα ενός Ρωμαίου του γένους των Ιουλίων (gens Julia) η λέξη gentibus έχει μια ο-ρισμένη κοα αναμφισβήτητη σημασία. Αυτό ίσχυε για όλους τους Γερμανούς. Ακόμα και η εγκατάστασή τους στις κατα-κτημένες ρωμαϊκές επαρχίες φαίνεται να έγινε κατά γένη. To αλαμανικό λαϊκό δίκαιο μας επι,βεβαιώνει ότι ο λαός εγκα-ταστάθηκε κατά γένη (genealogiae) στα κατακτημένα εδάφη νότια από το Δούναβη. Η λέξη genealogia χρησαμοποιείται α-κριβώς με την ίδια έννοια όπως αργότερα η λέξη Mark ή α-γροτική κοινότητα. Τελειπαία, ο Κοβαλέφσκι διατύπωσε την άποψη ότι αυτές οι genealogiae είναι μεγάλες κοινότητες νοι-κοκυριών που ανάμεσά τους έχει μοιραστεί η γη, και που μό-λις αργότερα εξελίχθηκαν στην αγροτική κοινότητα. To Ιδιο θα έπρεπε να ισχύει τότε και για τη φάρα (fara). Με την έκ-φραση αυτή οι Βουργούνδιοι και οι Λαγγοβάρδοι δηλαδή μια γοτθική και μια ερμιονική ή άνω γερμανική φυλήχα-ρακτήριζαν περίπου, αν όχι ακριβώς, το ίδιο που χαρακτηρί-ζεται με τη λέξη genealogia στον «αλαμανικό κώδικα». Αν ε-δώ πρόκειται πραγματικά για γένος ή για κοινότητα νοικο-κυριών, χρειάζεται να ερευνηθεί ακόμα καλύτερα.

Τα γλωσσικά μνημεία μας κάνουν να αμφιβάλλουμε, αν

1. Γ. I. Καίσαρ, Υπομνήματα τον γαλαηκον πολέμον, βιβλίο VI, κεφ. 22 (σημ. γερμ. σύντ.)·

— 166 —

όλοι οι Γερμανοί είχαν μια κοινή έκφραση για το γένος και ποια ήταν αυτή η έκφραση. Η λέξη που ετυμολογικά αντι-στοιχεί στο ελληνικό γένος και στο λατινικό gens, είναι το γοτθικό kuni, που στη μέση άνω-γερμανική διάλεκτο λέγεται kiinne και χρησιμοποιείται επίσης με την ίδια έννοια. Στην ε-ποχή του μητρικού δικαίου μας παραπέμπει το γεγονός ότι η ονομασία για τη γυναίκα κατάγεται από την ίδια ρίζα: ελλη-νικά γυνή, σλαβικά ζενά (zena), γοτθικά κβίνο (qvino), αρ-χαία νορδικά κόνα (kona) και κούνα (kuna). Στους Λαγγο-βάρδους και τους Βουργούνδιους βρίσκουμε, όπως είπαμε, τη φάρα, που ο Γκριμ την ετυμολογεί από μια υποθετική ρί-ζα: fisan — γεννώ. Θα προτιμούσα να ξεκινήσω από την πι,ο χεροπιαστή προέλευσή της, από το faran, fahren — πορεύο-μαι, οχούμαι, ξαναγυρίζω, σαν ονομασία ενός τμήματος της φάλαγγας που βάδιζε, ενός τμήματος που είναι σχεδόν αυτο-νόητο ότι το αποτελούσαν μόνο συγγενείς ονομασία που κατά τη διάρκεια των μεταναστεύσεων, που διάρκεσαν πολ-λούς αιώνες, πρώτα προς τα ανατολικά και ύστερα προς τα δυτικά, σιγά-σιγά μεταφέρθηκε στην κοινότητα του γένους. Έχουμε ακόμα το γοτθικό sibja, το αγγλοσαξονικό sib, που στην αρχαία άνω-γερμανική διάλεκτο λέγεται sippia, sippa, Sippe, συγγενολόι. Στα αρχούα νορδικά παρουσιάζεται μο-νάχα ο πληθυνακός της λέξης sifjar, που σημαίνει συγγενείς. Ο ενικός υπάρχει μονάχα σαν όνομα μιας θεάς, της Sif. Και τέλος, παρουσιάζεται ακόμα μια έκφραση στο έπος του Χίλ-ντεμπραντ1, εκεί που ο Χίλντεμπραντ ρωτάει τον Χάντου-μπραντ «ποως είναι ο πατέρα σου ανάμεσα στους άντρες του λαού... ή σε ποια γενιά ανήκεις» («eddo huSlihhes cnuosles du sis»). Av υπήρξε κοινό γερμανικό όνομα για το γένος, θα λε-γόταν βέβαια γοτθικά kuni. Γι' αυτό συνηγορεί όχι μονάχα η ταυτότητα με την αντίστοιχη έκφραση των συγγενικών γλωσ-σών, αλλά και το γεγονός ότι από τη λέξη αυτή παράγεται η λέξη kuning (Konig), βασιλιάς, που αρχικά σημαί,νει προε-στός του γένους ή της φυλής. To sibja, Sippe, δεν φαίνεται ότι

1. Αρχαίο άνω γερμανικό ηρωικό έπος, που μόνο «ποσπάσματά του,έ-χουν διασωθεί, του 8ου αιώνα. Είναι το παλιότερο κείμενο από τη γερμανι-κή μυθολογία που διαθέτουμε (σημ. γερμ. σύντ.).

— 167 —

πρέπει να το πάρουμε υπόψη μας. Η λέξη sif jar δεν σημαίνει, στα αρχαία νορδικά τουλάχιστον, μονάχα συγγενείς από αί-μα, μα και συγγενείς από συμπεθεριό, περιλαμβάνει, δηλαδή, ανθρώπους που ανήκουν τουλάχιστον σε δυο γένη. Έτσι λοι-πόν η λέξη sif όεν μπορεί να ήταν ονομασία του γένους.

Όπως στους Μεξικανούς και στους Έλληνες, έτσι κοα στους Γερμανούς, η τάξη μάχης, τόσο η ίλη του υυακού, όσο και η φάλαγγα του πεζικού ήταν διαρθρωμένη κατά σώματα γενών. Όταν ο Τάκιτος λέει: κατά οικογένειες και συγγενικές ομάδες', αυτή η ακαθόριστη έκφραση εξηγείται από to ότι στην εποχή του το γένος στη Ρώμη είχε από καιρό πάψει να εί-ναι ζωντανή ένωση.

Αποφασιστική σημασία έχει ένα χωρίο του Τάκιτου, ό-που αναφέρεται ότι ο αδερφός της μητέρας θεωρεί τον ανι-■ψίό του σαν γιο του, μάλιστα μερικοί θεωρούν το δεσμό αί-ματος ανάμεσα σε θείο από μητέρα και ανιψιό ακόμα juo ιε-ρό και πιο στενό από το δεσμό ανάμεσα στον πατέρα και το γιο, έτσι πον όταν ζητούν ομήρους, ο γιος της αδερφής θεω-ρείται μεγαλύτερη εγγύηση παρά ο γιος εκείνου που θέλουν να δεσμεύσουν. Εδώ έχουμε ένα ζωντανό υπόλειμμα από το οργανωμένο σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο γένος, δηλαδή α-πό το αρχικό γένος, και μάλιστα σαν κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τους Γερμανούς2. Αν κάποιο μέλος ενός τέτοιου γέ-

1. Tacitus, German/a, κεφ. 7 (σημ. γερμ. σύντ.)·

2. Οι Έλληνες μόνο στη μυθολογία της ηρωικής εποχής γνωρίζονν την ε-ξαιρετικά στενή φύση του δεσμού ανάμεσα στο θείο από μητέρα και στον α-νιψιό του, δεσμού που κατάγεται από την εποχή του μητρικού δικαίου και που τον βρίσκουμε σε πολλούς λαούς. Κατά τον Διόδωρο (IV, 34) ο Μελέα-γρος σκοτώνει τους γιους του Θέστιου, τους αδερφούς της μητέρας του Αλθοάας. Η Αλθαία θεωρεί αυτή την πράξη τόσο ανεξιλέωτο ανοσιούργημα που καταριέται το φονιά, τον ίδιο της το γιο και εύχεται το θάνατό του. «Οι θεοί άκουσαν, όπως λένε, τις ευχές της ηαι θανάτωσαν τον Μελέαγρο.» Ο ί-διος ο Διόδωρος (IV, 44) λέει ότι οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν κάτω από την αρχηγία του Ηρακλή στη Θράκη και βρήκαν εκεί ότι ο Φινέας κακομετα-χειριζόταν αισχρά τους δυο γιους του που είχε από την πρώτη του γυναίκα, τη Βορεάδα Κλεοπάτρα, που την είχε διώξει. Σ' αυτό τον έσπρωχνε η νέα του γυναίκα. Όμως ανάμεσα στους Αργοναύτες βρίσκονταν κοα οι Βορεάδες, οι αδερφοί της Κλεοπάτρας, δηλαδή οι θείοι από μητέρα των παιδιών που κα-κομεταχειριζόταν ο Φινέας. Οι Βορεάδες φροντίζουν αμέσως για τους ανι-

— 168 —

νους έδινε όμηρο το γιο του για μια υποχρέωση που αναλάμ-βανε, κι αν αυτός ο γιος έπεφτε θύμα, γιατί ο πατέρας του α-θέτησε την υποχρέωσή του, τότε η υπόθεση αφορούσε μονάχα τον πατέρα του. Αν όμως το θύμα ήταν ο γιος της αδερφής του, τότε θιγόταν το πιο ιερό δίκαιο του γένους. Ο πλησιέ-στερος συγγενής εξ αίματος του αγοριού ή του έφηβου, που περισσότερο απ' όλους τους άλλους ήταν υποχρεωμένος να τον υπερασπίσει, ήταν υπεύθυνος για το θάνατό του. Ή έ-πρεπε να μην το είχε δώσει όμηρο ή ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει την υπόσχεσή του. Κι αν ακόμα δεν είχαμε άλλα ίχνη που να μας λένε ότι το σύστημα των γενών υπήρχε στους Γερ-μανούς, και μόνο αυτό το χωρίο θα ήταν αρκετό.

Ακόμα πιο αποφασιστική σημασία έχει, γιατί γράφτηκε περίπου 800 χρόνια αργότερα, ένα χωρίο από το αρχαίο νορ-δικό έπος για το «Λυκόφως των θεών» και για το τέλος του κόσμου, η «Vbluspa»1. Σ' αυτό το «όραμα της μάντισσας» ό-που, όπως το απέδειξαν τώρα ο Μπανγκ και ο Μπούγκε, εί-ναι συνυφασμένα και χρισαανικά στοιχεία, στην περιγραφή της εποχής του γενικού εκφυλισμού και της διαφθοράς που οδηγεί στη μεγάλη καταστροφή, αναφέρεται ότι:

Broedhr munu berjask ok at bonum verdask,

munu systrungar sifjum spilla.

«Αδερφοί θα αλληλοπολεμούν και θα αλληλοσκοτώνο-νται, παώίά αδερφάδων θα σπάνε τους δεσμούς της συγγέ-νειας.» Systrungar λέγεται ο γιος της αδερφής της μητέρας, και το γεγονός ότι αυτά, παιδιά δυο αδερφάδων, θ' αρνηθοΰν μεταξύ τους μια τέτοια συγγένεια αίματος, το θεωρεί ο ποιη-τής ακόμα πιο μεγάλο έγκλημα από την αδερφοκτονία. To έγκλημα μεγαλώνει γιατί υπάρχει η λέξη systrungar που τονί-ζει τη συγγένεια από μητρική πλευρά. Αν αντί γι' αυτό έλεγε syskina-born παιδιά αδερφών, ή syskina-synir, γιοι αδερφών, τότε ο δεύτερος στίχος δεν θα αποτελούσε επίταση του πρώ-

ψιούς τους, τους ελευθερώνουν και σκοτώνουν τους φύλακες (σημ. του Ένγκελς).

1. Ένα από τα τραγούδια της παλιάς Έντα (βλέπε σημ. στη σελ. 46).

— 169 —

του, αλλά αδυνάησμά του. Λοιπόν και στην εποχή των Βί-κινγκς, τότε που γράφτηκε η «Voluspa», δεν είχε ακόμα σβή-σει στη Σκανδιναβία η ανάμνηση του μητρικού δικαίου.

Κατά τ' άλλα, τον κοαρό του Τάκιτου, τουλάχιστον στους Γερμανούς που ήταν πιο γνωστοί του, το μητρικό δίκαιο είχε κιόλας κάνει τόπο στο πατρικό δίκοαο: τα παιδιά κληρονο-μούσαν τον πατέρα. Όπου δεν υπήρχαν ποαδιά, κληρονομού-σαν οι αδερφοί και ol θείοι από την πλευρά του πατέρα κοα της μητέρας. To δικαίωμα του adeQcpov της μητέρας στην κληρονομιά συνδέετοα με τη διατήρηση του εθίμου που μόλις αναφέραμε και αποδείχνει επίσης πόσο νέο ήταν ακόμα τότε το πατρικό δίκαιο στους Γερμανούς. Ακόμα ως βαθιά στο με-σαίωνα βρίσκονταν ίχνη του μητρικού δικαίου. Κοα τότε α-κόμα φαίνεται πως δεν θεωρούσαν και πολύ σίγουρη την πα-τρότητα, ιδίως στους δουλοπάροικους. Όταν λοιπόν ένας φεουδάρχης ζητούσε από μια πόλη να του αποδοθεί ένας δουλοπάροικος που είχε δραπετεύσει, έπρεπε, λόγου χάρη στο Αουγκσμπουργκ, στη Βασιλεία και στο Κάιζερσλάου-τερν, να επιβεβαιώσουν με όρκο ότι ο κατηγορούμενος ήταν δουλοπάροικος έξι από τους κοντινότερους συγγενείς του εξ αίματος, και μάλιστα αποκλειστικά από τη μητρική πλευρά (Maurer, Stadteverfassung, I, σελ. 381).

Άλλο ένα υπόλειμμα από το μητρικό δίκαιο που μόλις τό-τε έσβηνε, είναι ο σχεδόν ακατανόητος για τους Ρωμαίους σε-βασμός των Γερμανών προς το γυνοακείο φύλο. Τα κορίτσια των αριστοκρατικών οικογενειών θεωρούνταν οι πιο σίγου-ροι όμηροι για την τήρηση των συμφωνιών με τους Γερμανούς. Η σκέψη ότι οι γυναίκες και οι κόρες τους θα μπορούσαν να πιαστοΰν αιχμάλωτες και να γίνουν σκλάβες, τους ήταν αφό-ρητη και κέντριζε περισσότερο από καθετί άλλο το θάρρος τους στη μάχη. Στη γυναίκα βλέπουν κάτι το ιερό και το προ-φητικό, ακούν τη συμβουλή της ακόμα και στις σπουδαιότερες υποθέσεις. Έτσι η Βελέντα, η βρουκτεριανή ιέρεια στην περιο-χή του ποταμού Λίπε ήταν η κινητήρια ψυχή όλης της εξέγερ-σης των Μπαταβών, όπου ο Κίβιλις, επικεφαλής Γερμανών και Βέλγων, κλόνισε όλη τη ρωμαϊκή κυριαρχία στη Γαλατία.'

1. Η εξέγερση των γαλατικών και γερμανικών φυλών, με επικεφαλής τον

— 170 —

Στο σπίτι η κυριαρχία της γυναίκας μοιάζει αδιαφιλονίκητη. Φυσικά, η γυνούκα, οι γέροι και τα παιδιά έπρεπε να φροντί-ζουν για όλη τη δουλειά, ενώ ο άντρας πήγαινε κυνήγι, έπινε ή τεμπέλιαζε. Αυτά λέει ο Τάκιτος. Επειδή όμως δεν λέει ποι-ος καλλιεργούσε τα χωράφια και δηλώνει ρητά ότι οι δούλοι πρόσφεραν μόνο δοσίματα χωρίς να κάνουν όμως αγγαρείες, τότε είναι φανερό ότι οι ενήλικοι άντρες θα πρέπει να έκαναν τη λίγη δουλειά που αποατοΰσε η καλλιέργεια της γης.

Η μορφή του γάμου όπως είπαμε ήδη mo πάνω, ήταν ο ζευγαρωτός γάμος, που σιγά-σιγά πλησίαζε στη μονογαμία. Δεν ήταν ακόμη αυστηρή μονογαμία, οφού στους αρχόντους επιτρεπόταν η πολυγαμία. Γενικά επέμεναν αυστηρά στην α-γνότητα των κοριτσιών (σε αντίθεση με τους Κέλτες) και ο Τάκιτος μιλάει με ξεχωριστή θέρμη για το αδιάλυτο του δε-σμού του γάμου στους Γερμανούς. Σαν λόγο χωρισμού ανα-φέρει μόνο τη μοιχεία της γυναίκας. Η αφήγησή του ωστόσο αφήνει εδώ πολλά κενά και οπωσδήποτε χρησιμεύει ολοφά-νερα για καθρέφτης αρετής στους ακόλαστους Ρωμαίους. Ένα είναι βέβαιο: αν οι Γερμανοί στα δάση τους ήταν ol εξαι-ρετικοί αυτοί ιππότες της αρετής, χρειάστηκε μονάχα ελάχι-στη επαφή με τον έξω κόσμο, για να πέσουν στο επίπεδο των άλλων ευρωπαίων μέσων ανθρώπων. To τελευταίο ίχνος της αυστηρότητας των ηθών χάθηκε μέσα στο ρωμαϊκό κόσμο α-κόμα πιο γρήγορα απ' ό,τι η γερμανική γλώσσα. Δεν έχει κα-νείς παρά να διαβάσει τον Γκρεγκουάρ ντε Τουρ. Είναι αυτο-νόητο ότι στα γερμανικά παρθένα δάση δεν μπορούσε να επι-κρατεί η ραφιναρισμένη ηδυπάθεια των σαρκικών απολαύ-σεων που επικρατούσε στη Ρώμη, και έτσι μένουν στους Γερμανούς και απ' αυτή την άποψη αρκετά πλεονεκτήματα απέναντι στο ρωμαϊκό κόσμο, χωρίς να τους αποδίνουμε με

Κίβιλις, ενάντια στη ρωμαϊκή κυριαρχία τα έτη 69-70 (σύμφωνα με ορισμέ-νες πηγές 69-71) προκλήθηκε από τις αυξήσεις των φόρων, τις αυξημένες στρατολογίες και τις καταχρήσει,ς εξουσίας των Ρωμαίων. Επεκτάθηκε σ' έ-να σημαντικό τμήμα της Γαλικίας και γερμανικών περιοχών που βρίσκο-νταν κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων. Αρχικά φάνηκε ότι τα εδάφη αυτά θα τα έχανε η Ρ(όμη. Ύστερα, όμως, από τις αρχικές επιτυχίες, οι ε|ε-γερμένοι υπέστησαν αρκετές ήττες που τους ανάγκασαν να κλείσουν ειρήνη με τη Ρώμη (σημ. γερμ. σύντ.).

— 171 —

τη φαντασία μας μια εγκράτεια σε σαρκικά ζητήματα που πο-τέ κοα πουθενά δεν επικράτησε σ' έναν ολόκληρο λαό.

Από το καθεστώς των γενών προέρχεται η υποχρέωση να κληρονομούν τις εχθρότητες κοα τις φιλίες του πατέρα ή των συγγενών. Επίσης τη χρηματική αποζημίωση και την εξιλέω-ση, αντί της αιματηρής εκδίκησης σε περιπτώσεις φόνου ή τραυματισμού. Αυτή η εξαγορά, που πριν από μια γενιά ακό-μα θεωρούνταν ειδικός γερμανικός θεσμός, έχει τώρα απο-δειχτεί ότι υπάρχει σε εκατοντάδες λαούς σαν γενική, ηπιό-τερη μορφή της αιματηρής εκδίκησης που πήγαζε από το σΰ-στημα των γενών. Τα βρίσκουμε, όπως και την υποχρέωση της φιλοξενίας, εκτός των άλλων και στους Ινδιάνους της Αμερικής. Η περιγραφή της φιλοξενίας από τον Τάκιτο (German/a, α 21) είναι σχεδόν ως τις λεπτομέρειές της η ίδια μ' εκείνη που κάνει ο Μόργκαν για τους Ινδιάνους του.

Η ζωηρότατη και ατελείωτη διαμάχη για το αν οι Γερμα-νοί του Τάκιτου είχαν κιόλας μοιράσει οριστικά τη γη ή όχι, και για το πώς πρέπει να ερμηνευτούν τα σχετικά χωρία, α-νήκει τώρα στο παρελθόν. Από τότε που αποδείχτηκε σχεδόν για όλους τους λαούς ότι τα γένη και αργότερα οι κομμουνι-στικές οικογενειακές κοινότητες καλλιεργούσαν από κοινού τα χωράφια, πράγμα που, όπως βεβαίωνε ο Καίσαρας, υπήρ-χε ακόμα στους Σουηβούς1, και ότι το καθεστώς αυτό το δια-δέχθηκε το μοίρασμα της γης σε ξεχωριστές οικογένειες με περιοδικό ξαναμοίρασμά της, ότι το περιοδικό αυτό ξανα-μοίρασμα της καλλιεργήσιμης γης είχε διατηρηθεί στην ί,δια τη Γερμανία πού και πού και ως τις μέρες μας, δεν αξίζει να μιλάμε γι' αυτή τη διαμάχη. Αν οι Γερμανοί από την κοινή καλλιέργεια της γης, που ο Κοάσαρας την αποδίδει ρητά στους Σουηβούς (μοιρασμένο ή ιδιωτικό χωράφι, λέει, δεν υ-πάρχει καθόλου σ' αυτούς), πέρασαν μέσα σε 150 χρόνια, ως τον Τάκιτο, στην ατομική καλλιέργεια με ξαναμοίρασμα της γης κάθε χρόνο, αυτό πραγματικά αποτελεί αρκετή πρόοδο. Η μετάβαση από τη βαθμίδα εκείνη στην πλήρη ατομική ιδιο-κτησία της γης, σ' ένα τόσο σύντομο ενδιάμεσο χρονικό διά-στημα και χωρίς καμιά ξένη ανάμειξη, είναι απλούστατα α-

1. Γ. I. Καίσαρ, ό.π., βιβλίο IV, κεφ. I (σημ. γερμ. σϋντ.).

— 172 —

δύνατο. Διαβάζω λοιπόν στον Τάκιτο μονάχα εκείνο που λέ-ει με ξερά λόγια: Αλλάζουν (ή ξαναμοιράζουν) την καλλιερ-γημένη γη κάθε χρόνο, και πάλι περισσεύει αρκετή κοινή γη.1 Είναι η βαθμίδα της γεωργίας και της ιδιοποίησης της γης που αναστοιχεί ακριβώς στο τότε καθεστώς των γενών των Γερμανών.

Την παραπάνω τελευταία παράγραφο την αφήνω αμετά-βλητη, όπως βρίσκεται στις προηγοΰμενες εκδόσεις. Στο με-ταξύ το πρόβλημα πήρε άλλη τροπή. Από τότε που ο Κοβα-λέφσκι (βλ. πιο πάνω, σελ. 442) απέδειξε ότι η πατριαρχική οι-κιακή συντροφιά ήταν πλατιά, αν όχι και καθολικά, διαδεδο-μένη σαν ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στην κομμουνιστική οικογένεια του μητρικού δικαίου και τη σύγχρονη απομονω-μένη οικογένεια, δεν μπαίνει πια το ερώτημα όπως έμπαινε ακόμα στη συζήτηση ανάμεσα στον Μάουρερ και τον Βάιτς, αν δηλαδή πρόκειται για κοινή ή ατομική ιδιοκτησία της γης, αλλά για τη μορφή της κοινής ιδιοκτησίας. Δεν υπάρχει κα-μιά αμφιβολία ότι τον καιρό του Καίσαρα στους Σουηβούς δεν υπήρχε μονάχα κοινή ιδιοκτησία, αλλά και από κοινού καλλιέργεια για κοινό λογαριασμό. Θα συζητηθεί ακόμα πο-λύ αν η οικονομική μονάδα ήταν το γένος ή η οικιακή συ-ντροφιά, ή μια ενδιάμεση κομμουνιστική συγγενική ομάδα, ή αν ακόμη, ανάλογα με τις συνθήκες της γης εμφανίζονταν και οι τρεις ομάδες. Ο Κοβαλέφσκι όμως ισχυρίζεται ότι η κατά-σταση που περιγράφει ο Τάκιτος δεν έχει για προϋπόθεση τη μαρκ ή αγροτική κοινότητα, αλλά την οικιακή συντροφιά, κοα απ' αυτήν πολύ αργότερα εξελίχθηκε η αγροτική κοινό-τητα εξαιτίας της αΰξησης του πληθυσμού.

Σύμφωνα μ' αυτά, οι οικισμοί των Γερμανών στην πε-ριοχή που κατέλαβαν τον καιρό των Ρωμαίων, καθώς και στην περιοχή που απόσπασαν αργότερα από τους Ρωμαίους, δεν αποτελούνταν από χωριά, αλλά από μεγάλες οικογενεια-κές συντροφιές, που αγκάλιαζαν περισσότερες γενιές, έπαιρ-ναν κοα καλλιεργούσαν ένα αντίστοιχο κομμάτι γης κοα χρη-σιμοποιοΰσαν τη γΰρω χέρσα γη από κοινού με τους γείτονες

1. Tacitus, Germania, κεφ. 26 (σημ. γερμ. σΰντ.).

2. Βλ. σελ. 69 αυτοΰ του βιβλίου.

173

σαν κοινή μεθοριακή ζώνη. To χωρίο του Τάκιτου για την αλ-λαγή της καλλιεργημένης γης θα έπρεπε λοιπόν πραγματικά να το καταλάβουμε με την αγρονομική έννοια: Η συντροφιά καλλιεργούσε κάθε χρόνο ένα άλλο κομμάτι γης και άφηνε χέρσα τα χωράφια της περασμένης χρονι,άς ή τα εγκατέλειπε ολότελα. Επειδή ο πληθυσμός ήταν αραιός, έμενε πάλι αρκε-τή χέρσα γη, έτσι που έκανε περιττή κάθε διαμάχη για κατοχή γης. Μόνο ΰστερα από οαώνες, όταν ο αριθμός των μελών της οικιακής συντροφιάς μεγάλωσε τόσο που να μην είναι πια δυνατή η κοινή οικονομία με τους τότε όρους παραγωγής, διαλύθηκαν τα κοινά νοικοκυριά. Οι αγροί και τα λιβάδια, που ως τότε ήταν κοινά, μοιράστηκαν με το γνωστό τρόπο α-νάμεσα στα ατομικά νοικοκυριά που διαμορφώνονταν τώ-ρα, αρχικά για ορισμένο χρόνο, αργότερα μια για πάντα, ενώ τα δάση, τα βοσκοτόπια και τα νερά έμειναν κοινά.

Για τη Ρωσία φαίνεται ότι έχει πέρα για πέρα αποδειχτεί ιστορικά αυτή η πορεία εξέλιξης. Όσο για τη Γερμανία, και σε δεύτερη μοίρα για τις άλλες γερμανικές χώρες, δεν μπορούμε να αρνηθοΰμε ότι η υπόθεση αυτή εξηγεί από πολλές απόψεις καλύτερα τις πηγές κοα λύνει ευκολότερα τις δυσκολίες από την παλιά άποψη, που ανάγει την αγροτική κοινότητα ως την εποχή του Τάκιτου. Τα πιο παλιά ντοκουμέντα, για παρά-δειγμα ο Codex Laureshamensis1, εξηγούνται στο σύνολό τους πολύ καλύτερα με τη βοήθεια της οικιακής συντροφιάς παρά με την αγροτική κοινότητα. Από την άλλη πλευρά, προ-βάλλουν νέες δυσκολίες και νέα προβλήματα που πρέπει να λυθούν. Εδώ μόνο νέες έρευνες μπορούν να κρίνουν οριστι-κά. Δεν μπορώ ωστόσο ν' αρνηθώ ότι είναι πολύ πιθανό η οι-κιακή συντροφιά να υπήρξε σαν ενδιάμεση βαθμίδα και στη Γερμανία, τη Σκανδιναβία και την Αγγλία.

1. «Κτηματολόγιο της πόλης Λορς», δηλαδή βιβλίο του μοναστηριού του Λορς, όπου βρίσκονται συγκεντραιμένα τα αντίγραφα επίσημων εγγρά-φων που αφορούν δωρεές, προνόμοια κ.ά. To μοναστήρι αιιτό, που ι,δρύθη-κε στο δεύτερο μι,σό του 8ου οαώνα κοντά στο Βορμς, δι,έθετε στη Νοτιοδυτι-κή Γερμανία μεγάλη φεουδαρχική ιδιοκτησία. Αυτό το βιβλίο ολοκληρώθη-κε το 12ο αιώνα κοα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές για την ι-στορία της γαιοκτησίας των αγροτών και φεουδαρχών τον 8ο και 9ο οαώνα (σημ. γερμ. σϋντ.)·

— 174 —

Ενώ τονκαιρό του Κούσαρα μόλις είχε εγκατασταθεί μό-νιμα μόνο ένα μέρος των Γερμανών, ενώ ένα άλλο μέρος ζη-τούσε ακόμα να βρει οριστικούς τόπους διαμονής, τον καιρό του Τάκιτου οι Γερμανοί έχουν κιόλας έναν ολόκληρο αιώνα μόνιμης εγκατάστασης πίσω τους. Γι' αυτό είνοα αναμφισβή-τητη η πρόοδος στην παραγωγή των μέσων συντήρησης. Κα-τοι,κούν σε ξύλινα σπίτια, to ντύσιμό τους είναι ακόμα πολύ πρωτόγονο, μοιάζει με το ντύσιμο ανθρώπων των δασών: χοντροϋφασμένος μάλλινος μανδύας, δέρματαζώων, για τις γυναίκες και τους ευγενείς λινά εσώρουχα. Η τροφή τους α-ποτελείται από γάλα, κρέας, άγριους καρπούς και, όπως προσθέτει ο Πλίνιος, από χυλό βρόμης1 (που και σήμερα α-κόμα είναι κελτικό εθνικό φαγητό στην Ιρλανδία και τη Σκο τία). Ο πλούτος τους αποτελείται από ζώα, που είναι όμως κατώτερης ράτσας, τα βόδια είναι μικρά, ασήμαντα, χωρίς κέρατα. Τα άλογα ήταν μικρά κοα βραδυκίνητα πόνεϊ. To χρήμα το χρησιμοποιούσαν σπάνια και πολύ λίγο και ήταν μονάχα ρωμαϊκό. To χρυσάφι και το ασήμι δεν τα κατεργά-ζονταν και δεν τα λογάριαζαν, το σίδερο ήταν σπάνιο κοα φαίνεται, τουλάχιστον για τις φυλές της περιοχής του Ρήνου και του Δούναβη, ότι δεν το παρήγαγαν μόνοι τους, αλλά το εισήγαγαν σχεδόν όλο απέξω. Η ρουνική γραφή (απομίμηση ελληνικών ή λατινικών γραμμάτων) ήταν γνωστή μόνο σαν μυστική γραφή και τη χρησιμοποιούσαν μονάχα για θρη-σκευτική μαγεία. Συνηθιζόταν ακόμα η ανθρωποθυσία. Κο-ντολογίς, έχουμε εδώ μπροστά μας ένα λαό πον μόλις υψώ-θηκε από τη μέση βαθμίδα της βαρβαρότητας στην ανώτερη. Ενώ όμως οι φυλές που συνόρευαν άμεσα με τους Ρωμαίους, εξοατίας της εύκολης εισαγωγής ρωμαϊκών βιομηχανικών προϊόντων, εμποδίζονταν στην ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης μεταλλουργικής κοα υφαντουργικής βιομηχανίας, τέτοιου εί-δους βιομηχανία αναπτύχθηκε αναμφισβήτητα στα βορειοα-νατολικά, στα παράλια της Βαλτικής. Τα διάφορα όπλα που βρέθηκαν στα έλη του Σλέσβιγκ μακρύ σιδερένιο ξίφος, α-λυσωτός θώρακας, ασημένιο κράνος κλπ.μαζί με ρωμα ϊκά νομίσματα του τέλους του δεύτερου αιώνα και τα γερμανικά

1. Plinius, Historia naturalis, βιβλίο 18, κεφ. 17 (σημ. γερμ. σύντ.)· — 175 —

μετάλλινα είδη που διαδόθηκαν με τις μεταναστεύσεις των λαών, εί,ναι προϊόντα αρκετά αναπτυγμένης και ιδιόμορφης τέχνης, κι όταν ακόμα πρόκειται για περιπτώσεις απομίμη-σης ρωμαϊκών πρωτοτύπων. Με τη μετανάστευση στην πολι-τισμένη ρωμαϊκή αυτοκρατορία σταμάτησε παντού, εκτός α-πό την Αγγλία, αυτή η παραγωγή των γερμανικών φυλών. Πόσο ομοιόμορφα είχε γεννηθεί και αναπτυχθεί παραπέρα αυτή η παραγωγή, το δείχνουν, λόγου χάρη, οι χάλκινες πόρ-πες. Όσες βρέθηκαν στη Βουργουνδία, στη Ρουμανία και στην Αζοφική Θάλασσα θα μπορούσαν να έχουν βγει από το ίδιο εργαστήρι με τις αγγλικές και τις σουηδικές και είναι ε-ξίσου αναμφισβήτητα γερμανικής προέλευσης.

Στην ανώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας αντιστοιχεί και η οργάνωση της διοίκησης. Γενικά, κατά τον Τάκιτο, υ-πήρχε το συμβούλιο των αρχηγών (principes) που αποφάσιζε για μικρότερα ζητήματα, προετοίμαζε όμως τα σπουδαιότε-ρα για να αποφασίσει γι' αυτά η λαϊκή συνέλευση. Αυτή η συ-νέλευση, στην κατώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας, τουλά-χιστον εκεί όπου την ξέρουμε, στους Αμερικανούς, υπήρχε πρώτα μονάχα για το γένος, όχι ακόμα για τη φυλή ή την ο-μοσπονδία φυλών. Οι αρχηγοί (principes) ξεχωρίζουν ακόμα έντονα από τους πολέμαρχους (duces), ακριβώς όπως στους Ιροκέζους. Οι πρώτοι ζουν κιόλας εν μέρει από τιμητικά δώ-ρα σε ζώα, σιτηρά κλπ., που προσφέρουν τα μέλη της φυλής. Εκλέγονται κυρίως, όπως στην Αμερική, από την ίδια οικο-γένεια. Η μετάβαση στο πατρικό δίκαιο ευκολύνει, όπως στην Ελλάδα και τη Ρώμη, τη βαθμιαία αλλαγή από την εκλο-γή στην κληρονομική διαδοχή και έτσι διαμορφώνεται μια α-ριστοκρατική οικογένεια σε κάθε γένος. Τις περισσότερες φορές, αυτοί οι παλιοί, οι λεγόμενοι ευγενείς του γένους, χά-θηκαν στη μετανάστευση των λαών ή αμέσως ύστερα απ' αυ-τήν. Οι στρατιωτικοί διοίκητές εκλέγονταν χωρίς να παίρνε-ται υπόψη η καταγωγή, μονάχα ανάλογα με τις ικανότητές τους. Είχαν λίγη εξουσία κοα έπρεπε να επηρεάζουν με το πα-ράδειγμά τους. Την καθαυτό πειθαρχική εξουσία στο στρατό ο Τάκιτος την αποδίδει ρητά στους ιερείς. Η πραγματική ε-ξουσία βρισκόταν στη συνέλευση του λαοΰ. Ο βασιλιάς, ή αρ-χηγός της φυλής, προεδρεύει. Ο λαός αποφασίζει: όχιμε έ-

— 176 —

να μουρμουρητό, ναι με επευφημίες και κλαγγή των ό-πλων. Η συνέλευση είναι ταυτόχρονα και δικαστήριο. Εδώ παραπέμπονται οι κατηγορίες και εκδικάζονται, εδώ αποφα-σίζονται οι θανατικές καταδίκες. Με θανατική ποινή τιμω-ρείται μόνο η δειλία, η προδοσία του λαού και η παρά φύση ασέλγεια. Κοα στα γένη και στις άλλες υποδιαιρέσεις δικάζει το σύνολο με πρόεδρο τον αρχηγό που, όπως σε κάθε γερμα-νικό πρωτόγονο δικαστήριο, μπορεί μονάχα να διευθύνει τη διαδικασία και να βάζει ερωτήσεις. Την απόφαση στους Γερ-μανούς έπαιρνε ανέκαθεν κοα παντού το σύνολο.

Ομοσπονδίες φυλών είχαν διαμορφωθεί από τον καιρό του Καίσαρα. Σε μερικές απ' αυτές υπήρχαν κιόλας βασιλείς. Όπως στους Έλληνες κοα τους Ρωμούους, ο ανώτατος αρχη-γός του στρατού έτει/νε κιόλας προς την τυραννίδα και κάπο-τε κατάφερνε να φτάσει ως αυτήν. Τέτοιοι τυχεροί σφετερι-στές της εξουσίας δεν ήταν σε καμιά περίπτωση απεριόριστοι κυρίαρχοι, άρχιζαν ωστόσο να σπάζουν τα δεσμά του καθε-στώτος των γενών. Ενώ άλλοτε οι απελεύθεροι δούλοι είχαν δευτερεύουσα θέση, γιατί δεν μπορούσαν ν' ανήκουν σε κα-νένα γένος, με τους νέους βασιλείς οι ευνοοΰμενοι αυτοί α-ποκτούσαν συχνά βαθμούς, πλούτη και τιμές. Ύστερα από την κατάκτηση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έγινε το ίδιο με τους στρατιωτικούς αρχηγούς που είχαν γίνει τώρα βασιλείς μεγάλων χωρών. Στους Φράγκους οι δούλοι κοα οι απελεύθε-ροι του βασιλιά έπαιζαν σπουδαίο ρόλο, πρώτα στην αυλή και έπειτα στο κράτος. Οι νέοι ευγενείς κατά μεγάλο μέρος κατάγονταν out' αυτούς.

Ένας θεσμός πον ευνόησε την εμφάνιση της βασιλείας ή-ταν οι ακολουθίες. Ήδη στους αμερικανούς ερυθρόδερμους είδαμε πως πλόα στην οργάνωση του γένους σχηματίζονται ι-διωτικές εταιρίες για τη διεξαγωγή πολέμου με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη. Στους Γερμανούς αυτές οι ιδιωτι-κές εταιρίες είχαν γίνει κιόλας μόνιμες ενώσεις. Ο πολέμαρ-χος, που είχε αποκτήσει φήμη, συγκέντρωνε γύρω του μια ο-μάδα από νεαρούς που διψούσαν για λάφυρα και που συνδέ-ονταν μαζί του με αμοιβαία προσωπική πίστη. Ο αρχηγός τους συντηρούσε και τους έδινε δώρα, τους οργάνωνε ιεραρ-χικά. Για τις μικρότερες εκστρατείες χρησίμευε μια ετοιμο-

— 177 —

πόλεμη σωματοφυλακή, για τις μεγαλύτερες υπήρχε ένα έτοι-μο σώμα αξιωματικών. Όσο κι αν ήταν αδύνατες αυτές οι α-κολουθίες, κι όσο αδύνατες κι αν παρουσιάζοντοα, για παρά-δειγμα αργότερα τον καιρό του Οδόακρου στην Ιταλία, απο-τέλεσαν ωστόσο την απαρχή της παρακμής της παλιάς λαϊ-κής ελευθερίας και τέτοιο ρόλο έπαιξαν στη διάρκεια της μετανάστευσης των λαών και ύστερα απ' αυτήν. Πρώτα, για-τί ευνόησαν την εμφάνιση της βασιλικής εξουσίας. Δεύτερο, γιατί, όπως αναφέρει ο Τάκιτος, μπορούσαν να διατηρηθούν μόνο με αδιάκοπους πολέμους και ληστρικές εκστρατείες. Η ληστεία έγινε σκοπός. Όταν ο αρχηγός της ακολουθίας δεν είχε τι να κάνει εκεί κοντά, τραβούσε με τους άντρες του σε άλλους λαούς, όπου γινόταν πόλεμος και υπήρχε προοππκή για πλιάτσικο. Τα βοηθητικά στρατεΰματα που αποτελού-νταν από γερμανικές φυλές και πον κατά μεγάλες μάζες πο-λεμούσαν κάτω από τη ρωμαϊκή σημαία, ακόμα και ενάντια σε Γερμανούς, είχαν συγκροτηθεί ως ένα βαθμό από τέτοιες ακολουθίες. To καθεστώς των μισθοφόρων, αυτό το αίσχος κοα η κατάρα των Γερμανών, υπήρχε εδώ κιόλας στην πρώτη μορφή του. Ύστερα από την κατάκτηση της ρωμαϊκής αυτο-κρατορίας, οι ακόλουθοι αυτοί των βασιλιάδων, μαζί με τους μη ελεύθερους κοα τους ρωμαίους αυλικούς υπηρέτες, αποτέ-λεσαν το δεύτερο βασικό συστατικό στοιχείο των κατοπινών ευγενών.

Γενικά, λοιπόν, στις γερμανικές φυλές που ενώθηκαν σε λαούς, επικρατεί η ίδια συγκρότηση που είχε αναπτυχθεί στους Έλληνες της ηρωικής εποχής και στους Ρωμαίους της λεγόμενης εποχής των βασιλιάδων: λαϊκή συνέλευση, συμ-βούλιο των αρχηγών των γενών και πολέμαρχος που τείνει κιόλας προς μια πραγματική βασιλική εξουσία. Ήταν η mo διαμορφωμένη διοικητική οργάνωση που μπορούσε γενικά να αναπτύξει το καθεστώς των γενών. Ήταν το υποδειγματι-κό καθεστώς της ανώτερης βαθμίδας της βαρβαρότητας. Μό-λις η κοινωνία βγήκε έξω από τα όρια μέσα στα οποία αρκού-σε αυτή η οργάνωση, άρχισε να σβήνει το καθεστώς των γε-νών. Διαλύθηκε και στη θέση του μπήκε to κράτος.

178

VIII

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ TOY ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Οι Γερμανοί, κατά τον Τάκιτο, ήταν πολυάριθμος λαός. Mux κατά προσέγγιση εικόνα της δύναμης των ξεχωριστών γερμανικών λαών μας δίνει ο Καίσαρας. Αναφέρει τον αριθ-μό των Ουσιπέτων και των Τενκτέρων που εμφανίστηκαν στην αριστερή όχθη του Ρήνου και που τους ανεβάζει σε 180.000 ψυχές, μαζί με τις γυνούκες και τα ποαδιά τους. Δη-λαδή περίπου 100.000 για τον κάθε λαό', σημαντικά περισσό-τερους από to σύνολο, για παράδειγμα, των Ιροκέζων τον κοαρό της άνθησής τους, όταν δεν ήταν ούτε 20.000 άτομα και όμως είχαν γίνει ο τρόμος όλης της χώρας που απλώνεται α-πό τις μεγάλες λίμνες ως τους ποταμούς Οχάιο κοα Ποτομάκ. Αν προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε στο χάρτη τους λαούς που ήταν εγκαταστημένοι στην περιοχή του Ρήνου και που μας είναι πιο γνωστοί από τις περιγραφές των ιστορικών ο κάθε τέτοιος λαός πιάνει κατά μέσο όρο περίπου τόσο χώ-ρο όσο μια πρωσική διοικητική περιοχή, δηλαδή περίπου 10.000 τετρ. χιλιόμετρα ή 182 τετραγωνικά γεωγραφικά μί-λια. Όμως η Germania Magna2 των Ρωμαίων που φτάνει ως το Βιστούλα, έχει σε στρογγυλό αριθμό 500.000 τετρ. χιλιό-μετρα. Με μέσο όρο 100.000 άτομα για τον κάθε λαό, ο συνο-λικός αριθμός για τη Germania Magna πρέπει να υπολογίζε-ται σε πέντε εκατομμύρια. Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικός για μια βαρβαρική ομάδα λαών, για τις δικές μας όμως συν-θήκες —10 άτομα στο τετραγωνικό χιλιόμετρο ή 550 στο γεω-γραφικό τετρ. μίλιείναι εξαιρετικά μικρός. Όμως με τα στοιχεία αυτά καθόλου δεν εξαντλήθηκε ο αριθμός των Γερ-

1. Ο αριθμός αυτός επιβεβαιώνεται από ένα χωρίο του Διόδωρου για τους γαλάτες Κέλτες: «Στη Γαλατία (Gallia) κατοικούν πολλοί λαοί με άνιση δΰναμη. Οι μεγαλύτεροι απ' αυτούς αριθμούν περίπου 200.000, οι μικρότε-ροι 50.000 ψυχές.» (Διόδωρος ο Σικελιώτης, V, 25). Δηλαδή κατά μέσο όρο 125.000. Επειδή ήταν περισσότερο αναπτιτγμένοι οι ξεχωριστοί γαλατικοί λαοί, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν κάπως πιο πολυάρι,θμοι από τους γερμανίκούς (σημ. του Ένγκελς).

2. Μεγάλη Γερμανία (σημ. γερμ. σύντ.).

— 179 —

μανών που ζούσαν τότε. Ξέρουμε ότι κατά μήκος των Καρ-παθίων ως τις εκβολές του Δούναβη κατοικούσαν τότε γερ-μανικοί λαοί γοτθικής φυλής, Μπαστάρνοι, Πευκίνοι και άλ-λοι, τόσο πολυάριθμοι, που ο Πλίνιος λέει ότι αποτελούσαν την πέμπτη κύρια φυλή των Γερμανών' και ότι αυτοί, που στα 180 πριν από τη χρονολογία μας εμφανίζοντοα κιόλας στη μισθοφορική υπηρεσία του μακεδόνα βασιλιά Περσέα, στα πρώτα ακόμα χρόνια του Αυγούστου προωθήθηκαν ως την περιοχή της Αδριανούπολης. Αν τους υπολογίσουμε μο-νάχα ένα εκατομμύριο, τότε στις αρχές της χρονολογίας μας, έχουμε σαν πιθανό συνολικάαριθμό των Γερμανών τουλάχι-στον τα έξι εκατομμΰρια.

Ύστερα από την εγκατάστασή τους στη Γερμανία (Germanien), θα πρέπει ο πληθυσμός να μεγάλωνε με διαρ-κώς αναπτυσσόμενη ταχύτητα. Και μόνο οι βιομηχανικοί πρόοδοι που αναφέραμε πιο πάνω, θα έφταναν για να το α-ποδείξουν αυτό. Αν κρίνουμε από τα ρωμαϊκά νομίσματα που βρέθηκαν μαζί τους, τα ευρήματα των ελών του Σλέσβιγκ χρονολογούνται από τον τρίτο αιώνα. Την εποχή αυτή υπήρ-χε λοιπόν κιόλας στη Βαλτική αναπτυγμένη μεταλλουργική κοα υφαντουργική βιομηχανία, ζωηρή επικοινωνία με τη ρω-μαϊκή αυτοκρατορία και μια σχετική πολυτέλεια στους πλουσιότερους όλα αυτά αποτελούν ίχνη πυκνότερου πληθυσμού. Περίπου αυτή την εποχή όμως αρχίζει και ο γε-νικός επιθετικός πόλεμος των Γερμανών σ' όλη τη γραμμή του Ρήνου ενάντια στη συνοριακή οχυρωματική γραμμή και στο Δούναβη, από τη Βόρεια Θάλασσα ως τη Μαύρη Θάλασ-σα, πράγμα που αποτελεί άμεση απόδειξη ότι ο πληθυσμός ό-λο κοα μεγάλωνε και σπρωχνόταν προς τα έξω. Τριακόσια χρόνια κράτησε ο αγώνας, και κατά τη διάρκειά του όλος ο κύριος κορμός των γοτθικών λαών (εκτός από τους σκανδι-ναβούς Γότθους κοα τους Βουργούνδιους), τράβηξε προς τα νοτιοανατολικά και σχημάτισε την αριστερή πτέρυγα της με-γάλης επιθετικής γραμμής, που στο κέντρο της, στον Άνω Δούναβη, προωθήθηκαν οι Άνω Γερμανοί (Ερμινόνες) και στη δεξιά πτέρυγά της στο Ρήνο προωθήθηκαν οι Ισκεβόνες

1. Plinius, Historia naturalis, βιβλίο IV, κεφ. 14 (σημ. γερμ. σύντ.). — 180—

(Iskavonen) που τώρα λέγονται Φράγκοι. Στους Ινγκεβόνες (Ingavonen) έπεσε η κατάκτηση της Βρετανίας. Στα τέλη του πέμπτου αιώνα, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία εξασθενημένη, α-ναιμική και ανήμπορη, ήταν ανοιχτή στους γερμανούς εισβο-λείς.

Πιο πάνω σταθήκαμε στο λίκνο του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού. Εδώ στεκόμαστε στον τάφο του. Πάνω απ' όλες τις χώρες της λεκάνης της Μεσογείου είχε πε-ράσει αιώνες ολόκληρους η ισοπεδωτική πλάνη της ρωμού'-κής κοσμοκρατορίας. Όπου δεν έφερε αντίσταση η ελληνική γλώσσα, όλες οι εθνικές γλώσσες αναγκάστηκαν να παραχω-ρήσουν τη θέση τους σε μια παραφθαρμένη λατινική. Δεν υ-πήρχαν εθνικές διαφορές, δεν υπήρχαν πια Γαλάτες, Ίβηρες, Λιγούριοι, Νοροίκοι, όλοι τους έγιναν Ρωμαίοι. Η ρωμαϊκή διοίκηση και το ρωμαϊκό δίκαιο είχαν διαλύσει παντού τις παλιές ενώσεις των γενών κοα μαζί τους το τελευταίο ίχνος τοπικής και εθνικής πρωτοβουλίας. Ο νεοξεφουρνισμένος ρωμαϊσμός δεν μπορούσε να χρησιμεύσει σαν αντιστάθμι-σμα. Δεν εξέφραζε καμιά εθνικότητα, αλλά μονάχα την έλλει-ψη εθνικότητας. Τα στοιχεία νέων εθνών υπήρχαν παντού. Οι λατινικές διάλεκτοι των διαφόρων επαρχιών χώριζαν ό-λο και περισσότερο η μια από την άλλη. Τα φυσικά σύνορα που είχαν κάνει πριν την Ιταλία, τη Γαλατία, την Ισπανία, την Αφρική ανεξάρτητες περιοχές, υπήρχαν ακόμα και γίνο-νταν ακόμα αισθητά. Πουθενά, όμως, δεν υπήρχε η όύναμη που θα συνένωνε αυτά τα στοιχεία σε καινούργια έθνη. Που-θενά δεν υπήρχε ακόμα ίχνος ικανότητας για εξέλιξη, για δΰ-ναμη αντίστασης, κοα πολΰ περισσότερο για δημιουργική δύ-ναμη. Στο απέραντο αυτό έδαφος μονάχα ένας δεσμός συ-γκρατούσε την τεράστια ανθρώπινη μάζα: το ρωμαϊκό κρά-τος, και αυτό με τον καιρό είχε γίνει ο χειρότερος εχθρός και καταπιεστής της. Οι επαρχίες είχαν καταστρέψει τη Ρώμη. Η Ρώμη η ίδια είχε γίνει μια επαρχιακή πόλη σαν τις άλλες, προνομιούχα, όχι όμως πια κυρίαρχη, όχι πια κέντρο της κο-σμοκρατορίας, ούτε καν πια έδρα των αυτοκρατόρων και υ-ποαυτοκρατόρων, που εδρεύανε στην Κωνσταντινούπολη, στο Τριρ, στο Μιλάνο. To ρωμαϊκό κράτος είχε γίνει μια γι-γάντια, περίπλοκη μηχανή, αποκλειστικά για την απομύζηση

— 181 —

των υπηκόων. Οι δασμοί, οι κρατικές αγγαρείες και τα κάθε λογής δοσίματα έσπρωχναν τη μάζα του πληθυσμού σε όλο και βαθύτερη φτώχεια. Η πίεση που μεγάλωνε με τους εκβια-σμοΰς των τοπικών διοικητών, των φοροεισπρακτόρων και των στρατιωτών γινόταν αβάσταχτη. Εκεί κατάντησε το ρω-μαϊκό κράτος με την κοσμοκρατορία του: στήριξε το δικαίω-μα της ΰπαρξής του στη διατήρηση της τάξης προς τα μέσα και στην υπεράσπισή του από τους βαρβάρους προς τα έξω. Όμως η τάξη του ήταν χειρότερη από τη χειρότερη αταξία και τους βαρβάρους, που ενάντιά τους καμωνόταν πως υπερα-σπίζει τους πολίτες, οι πολίτες αυτοί τους περίμεναν σαν σω-τήρες.

Η κοινωνική κατάσταση δεν ήταν λιγότερο απελπιστική. Από τα τέλη κιόλας της δημοκρατίας, η ρωμαϊκή κυριαρχία είχε καταλήξει να εκμεταλλεύεται αισχρά τις κατακτημένες ε-παρχίες. Η αυτοκρατορία δεν κατάργησε την εκμετάλλευση αυτή, αλλά ανύθετα τη ρύθμισε. Όσο περισσότερο ξέπεφτε η αυτοκρατορία, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι φόροι και οι αγγαρείες, τόσο πιο ξεδιάντροπα λήστευαν και εκβίαζαν οι υπάλληλοι. To εμπόριο κοα η βιομηχανία δεν απασχόλη-σαν ποτέ τους κυρίαρχους των λαών, τους Ρωμούους. Μονά-χα στην τοκογλυφία ξεπέρασαν ό,τι υπήρξε πριν και μετά απ' αυτούς. Ό,τι βρήκαν και διατηρούνταν ακόμα από το εμπό-ριο, καταστράφηκε με τους εκβιασμούς των υπαλλήλων. Ό,τι κατάφερε να διασωθεί, ανήκει στο ανατολικό, ελληνικό τμή-μα της αυτοκρατορίας, που βρίσκεται έξω από την περιοχή που εξετάζουμε. Γενική εξαθλίωση, πισωδρόμηση του εμπο-ρίου, της χειροτεχνίας, της τέχνης, ελάττωση του πληθυσμού, παρακμή των πόλεων, επιστροφή της γεωργίας σε χαμηλότε-ρη βαθμίδααυτό ήταν το τελικό αποτέλεσμα της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.

Η γεωργία, που σ' όλο τον αρχαίο κόσμο ήταν ο αποφα-σιστικός κλάδος παραγωγής, ξανάγινε τέτοιος περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Στην Ιταλία τα τεράστια κτήματα (λα-τιφούντια), που από τα τέλη της δημοκρατίας έπιαναν σχε-δόν όλο το έδαφος, είχαν αξιοποιηθεί κατά δύο τρόπους. Ή σαν βοσκοτόπια ζώων, όπου ο πληθυσμός αντικαταστάθηκε με πρόβατα και βόδια, που η φύλαξή τους απαιτούσε μονάχα

— 182 —

λίγους δούλους. Ή σαν επαύλεις, όπου με πλήθος δούλους καλλιεργούσαν κήπους σε μεγάλη κλίμακα, εν μέρει για την πολυτέλεια του ιδιοκτήτη, εν μέρει για την τοποθέτηση των προϊόντων τους στις αγορές των πόλεων. Τα μεγάλα βοσκο-τόπια διατηρήθηκαν κοα ίσως και να επεκτάθηκαν. Τα κτήμα-τα των επαύλεων και η κηπουρική τους παρακμάσανε με την εξαθλίωση των ιδιοκτητών τους και την κατάπτωση των πό-λεων. Η οικονομία των λατιφούντιων, που βασιζόταν στην εργασία των δούλων, δεν ήταν πχα προσοδοφόρα, ήταν όμως τότε η μοναδική δυνατή μορφή της μεγάλης γεωργίας. Η μι-κροκαλλιέργεια είχε γίνει ξανά η μόνη μορφή που συνέφερε. Η μία έπαυλη μετά την άλλη κερμααζόταν σε μικρούς κλή-ρους που παραδίνονταν σε κληρονομικούς πακτωτές που πλήρωναν ένα ορισμένο ποσό i\ σε partiarii, που ήταν περισ-σότερο διαχειριστές παρά πακτωτές κοα που για τη δουλεία τους έπαιρναν το ένα έκτο ή και μόνο το ένα ένατο του προϊ-όντος της χρονιάς. Κυρίως όμως τους μικροΰς αυτούς κλή-ρους τους έδιναν σε αποίκους, που πλήρωναν γι' αυτούς ένα ορισμένο ποσό κάθε χρόνο, ήταν δεμένοι στη γη κοα μπορού-σαν να πουληθούν, μαζί με τον κλήρο. Δεν ήταν βέβαια δοΰ-λοι, αλλά δεν ήταν και ελεύθεροι, δεν μπορούσαν να πα-ντρεύονται ελεύθερες και οι γάμοι ανάμεσά τους δεν θεω-ρούνταν πέρα για πέρα έγκυροι γάμοι, αλλά, όπως και οι γά-μοι των δούλων, απλή συμβίωση (contubernium). Ήταν οι πρόδρομοι των δουλοπάροικων του μεσαίωνα.

Η αρχαία δουλεία είχε φάει τα ψωμιά της. Ούτε στην ύ-παιθρο, στη μεγάλη αγροτική οικονομία, ούτε στις μανουφα-κτούρες των πόλεων ήταν πια αποδοτική, έτσι που ν' άξιζε τον κόπο. Η αγορά για τα προϊόντα της είχε χαθεί. Όμως, στη μικρή γεωργία και στη μικρή χειροτεχνία, στις οποίες είχε συρρικνωθεί η γιγάντια παραγωγή της εποχής της άνθησης της αυτοκρατορίας, δεν υπήρχε τόπος για πολλούς δούλους. Μονάχα για σπιτικούς δοΰλους και για την πολυτελή ζωή των πλουσίων υπήρχε ακόμα θέση στην κοινωνία. Η δουλεία όμως που πέθαινε είχε ακόμα αρκετή δύναμη για να κάνει να φαίνεται κάθε παραγωγική εργασία σαν δουλειά δούλου, α-νάξια για τους ελεύθερους Ρωμαίους, και ελεύθερος Ρωμαί-ος ήταν τώρα ο καθένας. Γι' αυτό από τη μια έχουμε αύξηση

— 183 —

του αριθμού των περιττών δούλων, που είχαν καταντήσει βά-ρος, κοα τους αφήνουν ελεύθερους, και από την άλλη αύξηση των αποίκων κοα των εξαθλιωμένων ελεύθερων (σαν τους poor whites' των πρώην δουλοκτητικών πολιτειών της Αμε-ρικής). Ο χριστιανισμός δεν φταίει καθόλου για το βαθμιαίο θάνατο της αρχαίας δουλείας. Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία αιώνες ολόκληρους συμμετείχε στη δουλεία και αργότερα δεν εμπόδισε ποτέ το εμπόριο των δούλων που έκαναν οι χρι-στιανοί, ούτε το εμπόριο των δούλων που έκαναν οι Γερμα-νοί στο Βορρά, ούτε το εμπόριο των δούλων που έκαναν οι Βενετσιάνοι στη Μεσόγειο, ούτε το κατοπινό εμπόριο των μαύρων2. Η δουλεία ήταν met ασύμφορη γι' αυτό και πέθανε. Η δουλεία όμως πεθαίνοντας άφησε πίσω της το φαρμακερό της κεντρί, την περιφρόνηση της παραγωγικής εργασίας από τους ελεύθερους. Αυτό είναι το αδιέξοδο όπου βρέθηκε ο ρω-μαϊκός κόσμος: η δουλεία ήταν οικονομικά αδύνατη, η εργα-σία των ελεύθερων ήταν ηθικά περιφρονημένη. Η μια δεν μπορούσε πια, η άλλη δεν μπορούσε ακόμα να αποτελέσει τη βασική μορφή της κοινωνικής παραγωγής. To μόνο που μπο-ρούσε να βοηθήσει εδώ ήταν μονάχα μια ριζική επανάσταση. Στις επαρχίες η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Οι περισ-σότερες πληροφορίες που έχουμε είναι από τη Γαλατία. IlXat στους άποικους υπήρχαν εδώ ακόμα ελεύθεροι μικροαγρό-τες. Ol αγρότες αυτοί, για να εξασφαλιστούν από τις βιαιο-πραγίες των υπαλλήλων, των δικαστών κοα των τοκογλύ-φων, κατέφευγαν συχνά στην προστασία, στο πατρονάρισμα ενός ισχυρού. Κι αυτό δεν το 'καναν μονάχα άτομα, αλλά ο-λόκληρες κοινότητες, έτσι που τον 4ο αιώνα οι αυτοκράτο-ρες έβγαλαν πολλές φορές διάταγμα που το απαγόρευαν. Όμως, ποιο ήταν to όφελος για εκείνον που ζητούσε προ-στασί,α; Ο πάτρονάς τους τους έβαζε τον όρο να μεταβιβά-σουν την ιδιοκτησία των κτημάτων τους σ' αυτόν, και σ' α-ντάλλαγμα θα τους εξασφάλιζε εφ' όρου ζωής την επικαρπία

1. Φτωχοί λευκοί (σημ. γερμ. σύντ.)·

2. Όπως λέει ο επίσκοπος Λιούτπραντ της Κρεμόνας, το 10ο αιώνα στο Βερντέν, δηλαδή στην αγία γερμανική αυτοκρατορία, ο κύριος κλάδος της βιομηχανίας ήταν η παραγωγή ευνούχων, που τους εξήγαγαν με μεγάλο κέρ-δος στην Ισπανία για τα μαυριτανικά χαρέμία (σημ. του Ένγκελς).

— 184 —

ένα τέχνασμα που το κράτησε υπό σημείωση η αγία εκκλη-σία κοα το χρησιμοποίησε πλατιά τον 9ο κοα 1 Οο οαώνα για να μεγαλώσει το βασίλειο του Θεού και τη δική της γαιοκτησία. Τότε, βέβαια, γύρω στο έτος 475, ο επίσκοπος Σαλβιανός της Μασσαλίας αγανακτεί ακόμα μπρος σε μια τέτοια κλεψιά κοα αφηγείται ότι η πίεση των ρωμαίων υπαλλήλων και των με-γάλων γαιοκτημόνων έχει γίνει τόσο κακοήθης, που πολλοί «Ρωμοάοι» κατέφευγαν στις περιοχές που ήδη κατείχαν οι βάρβαροι κοα ότι οι ρωμαίοι πολίτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί δεν φοβούνταν τίποτα περισσότερο παρά μήπως ξανα-βρεθούν κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία.1 To γεγονός ότι τότε γονείς συχνά πουλούσαν τα παιδιά τους για δούλους etna φτώχεια, το αποδείχνει ένας νόμος που βγήκε ενάντια σ' αυτό.

Σαν αμοιβή για το ότι οι γερμανοί βάρβαροι απελευθέ-ρωσαν τους Ρωμαίους από το ίδιο τους το κράτος, τους πή-ραν τα δυο τρίτα όλης της γης και τη μοιράσαν μεταξύ τους. Η διανομή έγινε σύμφωνα με την οργάνωση των γενών. Επει-δή oi κατακτητές ήταν αριθμητικά σχετικά ασήμαντοι, έμει-ναν πολύ μεγάλες λουρίδες γης αμοίραστες, ιδιοκτησία εν μέ-ρει όλου του λαού, εν μέρει των ξεχωριστών φυλών κοα γε-νών. Μέσα σε κάθε γένος μοίρασαν τους αγροΰς και τα λιβά-δια με κλήρο σε ίσα μέρη ανάμεσα στα ξεχωριστά νοικο-κυριά. Αν με τον καιρό έγιναν επανειλημμένα ξαναμοιρά-σματα δεν το ξέρουμε, πάντως σύντομα σταμάτησαν αυτή τη μέθοδο στις ρωμαϊκές επαρχίες και τα χωρισμένα μερίδια έ-γιναν ατομική ιδιοκτησία που μπορούσε να πουληθεί, allod2. Τα δάση και τα λιβάδια έμειναν αμοίραστα για κοινή χρήση. Αυτή η χρήση, καθώς κοα ο τρόπος της καλλιέργειας της μοι-ρασμένης γης, ρυθμίστηκε σύμφωνα με την παλιά συνήθεια κοα ύστερα από απόφαση του συνόλου. Όσο περισσότερο ζούσε το γένος στο χωριό του, κι όσο περισσότερο οι Γερμα-νοί και οι Ρωμαίοι βαθμιαία συγχωνεύονταν, τόσο περισσό-

1. Salvianus de Marseille, De gubernatione dei, βιβλίο V, κεφ. 8 (σημ. γερμ. σΰντ.).

2. Allod ή allodium, κτήμα που βρίσκεται στην απόλυτη κυριότητα του ι-διοκτήτη (σημ. τ. μετ.).

— 185 —

τερο υποχωρούσε ο συγγενικός χαρακτήρας του δεσμού μπρος στον εδαφικό. To γένος εξαφανίστηκε μέσα στην α-γροτική κοινότητα (Markgenossenschaft), όπου βέβαια είναι ακόμα συχνά ορατά τα ίχνη της προέλευσής της από τη συγ-γένεια των μελών. Έτσι εδώ η οργάνωση των γενών, τουλά-χιστον στις χώρες όπου διατηρήθηκε η αγροτική κοινότητα Βόρεια Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία και Σκανδιναβίαπέ-ρασε απαρατήρητα σε μια εδαφική οργάνωση και απέκτησε έ-τσι την ικανότητα της προσαρμογής στο κράτος. Διατήρησε, ωστόσο, τον έμφυτο δημοκρατικό χαρακτήρα που διακρίνει όλο το καθεστώς του γένους και διαφύλαξε ακόμα και στην παρακμή, που αργότερα ήρθε αναγκαστικά, υπολείμματα α-πό την οργάνωση των γενών και επομένως ένα όπλο στα χέ-ρια των καταπιεζομένων, ένα όπλο που μένει ζωντανό ως τη νεότατη εποχή.

Έτσι, αν χάθηκε γρήγορα ο δεσμός αίματος στο γένος, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι και στη φυλή κοα στο σπνολο του λαού εκφυλίστηκαν τα όργανα του γένους εξαιτίας της κατάκτησης. Ξέρουμε ότι η κυριαρχία πάνω σε υποταγμέ-νους είναι ασυμβίβαστη με το σύστημα των γενών. Αυτό το βλέπουμε εδώ σε μεγάλη κλίμακα. Όταν οι γερμανικοί λαοί έ-γιναν κύριοι των ρωμαϊκών επαρχιών, έπρεπε να οργανώ-σουν αυτή την κατάκτηση. Τις μάζες των Ρωμαίων, όμως, δεν μπορούσαν ούτε να τις δεχτούν στις οργανώσεις των γενών, ούτε και να τις διοικήσουν με τα γένη. Επικεφαλής των τοπι-κών οργάνων διοίκησης, που στην αρχή εξακολουθοΰσαν να υπάρχουν σε μεγάλη αναλογία, έπρεπε να βάλουν έναν αντι-καταστάτη του ρωμαϊκοΰ κράτους, δηλαδή, και αυτό μπο-ρούσε να είναι μονάχα κάποιο άλλο κράτος. Τα όργανα της οργάνωσης των γενών έπρεπε, έτσι, να μετατραπούν σε κρα-τικά όργανα, και επειδή η κατάσταση πίεζε, αυτό έπρεπε να γίνει πολΰ γρήγορα. Ο άμεσος όμως εκπρόσωπος του κατα-κτητή λαού ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός. Η εξασφάλιση του κατακτημένου εδάφους προς τα μέσα και προς τα έξω απαι-τούσε την ενίσχυση της εξουσίας του. Είχε φτάσει η στιγμή για τη μετατροπή της εξουσίας της στρατιωτικής διοίκησης σε βασιλεία. Και η μετατροπή αυτή έγινε.

Ας πάρουμε το βασίλειο των Φράγκων. Εδώ πέρασαν

— 186 —

στην απόλυτη κυριότητα του νικητή λαού, των Σαλίων-Φρά-γκων, όχι μονάχα τα μεγάλα ρωμαϊκά κρατικά κτήματα, αλλά ακόμα και όλες οι πολύ μεγάλες εκτάσεις γης, που δεν ήταν μοιρασμένες στις μεγαλύτερες ή μικρότερες περιφερειακές και αγροτικές κοινότητες (Gau- und Markgenossenschaften), κοα ιδιαίτερα όλες οι μεγάλες δασωμένες εκτάσεις. To πρώτο που έκανε ο βασιλιάς των Φράγκων, που από απλός ανώτα-τος στρατιωτικός αρχηγός μεταβλήθηκε σε πραγματικό ηγε-μόνα της χώρας, ήταν να μετατρέψει αυτή τη λαϊκή ιδιοκτησία σε βασιλικό κτήμα, να την κλέψει από το λαό και να τη χαρίσει ή να την παραχωρήσει στην ακολουθία του. Η ακολουθία αυ-τή, που αρχικά την αποτελούσαν οι προσωπικοί πολεμικοί του ακόλουθοι και οι υπόλοιποι υπαρχηγοί του στρατού, ενι-σχύθηκε σύντομα όχι μονάχα με Ρωμαίους, δηλαδή εκρωμαϊ-σμένους Γαλάτες, που με το γεγονός ότι ήξεραν να γράφουν, ότι ήταν μορφωμένοι, ότι ήξεραν τη ρωμανική γλώσσα και τη λατινική φιλολογική γλώσσα, καθώς και το τοπικό δίκαιο, του έγιναν σύντομα απαρούτητοι, αλλά και με δούλους, δου-λοπάροικους και απελεύθερους, που αποτέλεσαν την αυλή του, απ' όπου διάλεγε τους ευνοουμένους του. Σ' όλους αυ-τούς, στην αρχή κυρίως, χάριζαν τμήματα της λαϊκής γης, αρ-γότερα τους την παραχωρούσαν με τη μορ(ρή ευεργετημάτων (beneficia1) πρώτα σννήθως για όλο τον κοαρό πον ζούσε ο βα-σιλιάς, και έτσι δημιουργήθηκε η βάση για μια κοανούργια α-ριστοκρατία σε βάρος του λαοΰ.

1. Beneficium, λατινική λέξη που σημαίνει: ευεργεσία, αμοιβή. Μορφή παραχώρησης γης, πλατιά διαδεδομένη το πρώτο μισό του 8ου αιώνα στο βασίλειο των Φράγκων. Η γη που παραδινόταν με αυτόν τον τρόπο περνού-σε μαζί με τους αγρότες που ζοΰσαν σ' αυτή εφ' όρου ζωής στην κυριότητα του παραλήπτη έναντι ορισμένων υπηρεσιών. Συνήθως επρόκειτο για στρα-τιωτικές υπηρεσίες. Αν πέθαινε ο δανειστής ή ο παραλήπτης, τότε η γη πή-γαινε στον ιδιοκτήτη ή στους κληρονόμους του. Αν ο παραλήπτης παραμε-λούσε τα καθήκοντά του ή το κτήμα, ο δανειστής είχε δικαίωμα να του αφαι-ρέσει, τη γη. (...) To σύστημα αυτό των ευεργετημάτων συνέβαλε στη διαμόρ-φωση της τάξης των φεουδαρχών, ι,διαίτερα των κατώτερων και μεσαίων ευγενών, στην υποδούλωση των αγροτικών μαζών, στη διαμόρφωση των σχέσεων ανάμεσα στους υποτελείς και της φεουδαρχικής ιεραρχίας. Με το πέρασμα του χρόνου το ευεργέτημα εξελίχθηκε σε κληρονομικό φέουδο (σημ. γερμ. σϋντ.).

— 187 —

Κάτι ακόμα. Η μεγάλη έκταση της αυτοκρατορίας δεν μπορούσε να κυβερνηθεί με τα μέσα της παλιάς οργάνωσης των γενών. To συμβούλιο των αρχηγών, κι αν δεν είχε από καιρό αχρηστευθεί, δεν θα μπορούσε να συγκεντρωθεί, και σύντομα αντικαταστάθηκε από το μόνιμο περιβάλλον του βασιλιά. Η παλιά λαϊκή συνέλευση διατηρήθηκε για τους τύ-πους, γινόταν όμως όλο και περισσότερο απλή συνέλευση των υπαρχηγών του στρατού και των κοανούργιων αρχό-ντων. Οι ελεύθεροι κτηματίες αγρότες, η μάζα του φράγκικου λαού, εξαντλήθηκαν με τους αιώνιους εμφύλιους και κατα-κτητικούς πολέμους, ιδιαίτερα με τους κατακτητικούς πολέ-μους του Καρλομάγνου και ξέπεσαν ακριβώς όπως είχαν ξε-πέσει οι ρωμαίοι χωρικοί τα τελευταία χρόνια της δημοκρα-τίας. Οι αγρότες αυτοί, πον αρχικά συγκροτούσαν όλο το στρατό και μετά την κατάκτηση της Γαλλίας αποτέλεσαν το βασικό του πυρήνα, είχαν τόσο φτωχύνει στις αρχές του ένα-του αιώνα, που μόλις ένας στους πέντε άντρες μπορούσε να πάρει μέρος σε εκστρατεία. Στη θέση του πρώην στρατού από ελεύθερους χωρικούς που τον συγκαλούσε άμεσα ο βασιλιάς, μπήκε ένας στρατός, που τον αποτελούσαν οι υπηρέτες των καινοΰργιων αρχόντων, αλλά και κολίγοι, δηλαδή απόγονοι των αγροτών, που παλιά δεν είχαν άλλον κύριο εκτός από το βασιλιά και που ακόμα πιο παλιά δεν γνώριζαν απολύτως κανέναν κύριο, ούτε καν βασιλιά. Τον καιρό που βασίλευαν οι διάδοχοι του Καρλομάγνου ολοκληρώθηκε η καταστροφή της φράγκικης αγροτιάς με εσωτερικούς πολέμους, με την α-ποδυνάμωση της βασιλικής εξουσίας και με τις αντίστοιχες υπερβάσεις των αρχόντων που σ' αυτούς προστέθηκαν τώρα κι οι κόμητες των περιφερειών (Gaugrafen)1 που τοποθετήθη-καν από τον Καρλομάγνο και που επιδίωκαν να κάνουν το α-ξίωμά τους κληρονομικό και τέλος με τις επιδρομές των

1. Βασιλικοί υπάλληλοι στο βασίλειο των Φράγκων, επικεφαλής μιας περΐφέρειας ή μιας κομητείας, με δικαστικά, αστυνομικά και στρατιωτικά καθήκοντα. Για τις υπηρεσίες τους έπαιρναν το ένα τρίτο των βασιλικών ε-σόδων από τις περιφέρειές τους κι επιπλέον κτήματα. Στην πορεία, οι κόμη-τες των περιφερειών μεταβλήθηκαν σε φεουδάρχες με κυρίαρχη εξουσία, ι-διαίτερα μετά το έτος 877 που οι λειτουργίες τους έγι/ναν κληρονομικές (σημ. γερμ. σύντ.).

— 188 —

Νορμανδών. Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Καρλομά-γνου, το βασίλειο των Φράγκων κείτεται το ίδιο ανήμπορο στα πόδια των Νορμανδών, όπως πριν τετρακόσια χρόνια η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα πόδια των Φράγκων.

Κι όχι μονάχα η εξωτερική αδυναμία, αλλά και η εσωτε-ρική κοινωνική τάξη, ή μάλλον κοινωνική αταξία, ήταν σχε-δόν η ίδια. Οι ελεύθεροι φράγκοι αγρότες βρέθηκαν σε παρό-μοια κατάσταση, όπως και οι προκάτοχοί τους, οι ρωμαίοι ά-ποικοι. Καταστραμμένοι από τους πολέμους και τις λεηλα-σίες, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην προστασία των νεοανερχόμενων αρχόντων ή της εκκλησίας, αφού η βασιλική εξουσία ήταν πολύ αδύνατη για να τους προστατεύσει. Αυτή την προστασία, όμως, υποχρεώθηκαν να την πληρώσουν α-κριβά. Όπως προηγούμενα οι γαλάτες χωρικοί, έτσι κι αυτοί υποχρεώθηκαν να μεταβιβάσουν την ιδιοκτησία της γης τους στον προστάτη κΰριο που τους την ξανάδινε σαν μίσθιο με διάφορες και μεταβαλλόμενες μορφές, πάντα όμως με α-ντάλλαγμα αγγαρείες και δοσίματα. Κοα όταν πια βρέθηκαν σ' αυτή τη μορφή εξάρτησης, έχασαν σιγά-σιγά και την προ-σωπική τους ελευθερία. Ύστερα από λίγες γενιές έγιναν οι περισσότεροι δουλοπάροικοι. Πόσο γρήγορα προχώρησε ο αφανισμός της ελεύθερης αγροτιάς, το δείχνει το κτηματολό-γιο που σύνταξε ο Ιρμίνων' του αβαείου του Σεν-Ζερμέν ντε Πρε, που βρισκόταν τότε κοντά κοα τώρα μέσα στο Παρίσι. Στη μεγάλη γοαοκτησία αυτού του αβαείου, που ήταν σκορπι-σμένη στη γύρω περιοχή, ήταν εγκαταστημένα, ακόμα από τον καιρό του Καρλομάγνου, 2,788 νοικοκυριά, σχεδόν χω-ρίς εξαίρεση Φράγκοι με γερμανικά ονόματα. Απ' αυτούς οι 2.080 ήταν άποικοι, οι 35 λίτοι2, οι 220 δούλοι και μονάχα 8 ελεύθεροι μικροαγρότες! Δηλαδή, η εκκλησία εφάρμοζε τώρα

1. Πρόκειται για το κτηματολόγιο που σύνταξε τον 9ο αιώνα ο αβάς Ιρμίνων. Προφανώς, ο Ένγκελς αναφέρει το στοιχείο αυτό σύμφωνα με το βιβλί,ο του Paul Roth Geschichte des Beneficialwesens von den altesten Zeiten bis ins zehnte Jahrhundert, Erlangen 1850, σελ. 378 (σημ. γερμ. owt.).

2. Ημι,ελεύθεροι αγρότες που υποχρεώνονταν να κάνουν αγγαρείες και να προσφέρουν δοσίματα και που μαζί με τους αποίκους και, τους δούλους αποτελούσαν μια από τις κύριες ομάδες των εξαρτημένων αγροτών την επο-χή των Μεροβίγγειων και Καρολίγγειων (σημ. γερμ. σΰντ.).

— 189 —

γενικά ενάντια στους αγρότες την ίδια συνήθεια, που ο Σαλ-βιανός είχε κηρύξει άθεη, τη συνήθεια ο προστάτης κύριος να εξαναγκάζει τον αγρότη να του μεταβιβάσει την ιδιοκτησία της γης του και αυτός να του την ξαναδίνει μόνο για ισόβια χρήση. Οι αγγαρείες, που τώρα όλο και περισσότερο γίνο-νταν συνήθεια, είχαν για πρότυπό τους τόσο τις ρωμαϊκές αγγαρείες (angariae)', υποχρεωτικές υπηρεσίες για το κρά-τος, όσο και τις υπηρεσίες των μελών της γερμανικής αγροτι-κής κοινότητας για την κατασκευή γεφυριών, δρόμων και για άλλους κοινούς σκοπούς. Φαίνεται λοιπόν σαν να ξαναγΰρι-σε η μάζα του πληθυσμού, ύστερα από τετρακόσια χρόνια, ε-ντελώς στο αρχικό σημείο.

Αυτό όμως απόδειχνε δυο πράγματα: Πρώτα ότι η κοι-νωνική διάρθρωση και η κατανομή της ιδιοκτησίας στη ρω-μαϊκή αυτοκρατορία, την περίοδο της παρακμής της, αντι-στοιχούσε πέρα για πέρα στην τότε βαθμίδα της παραγωγής στη γεωργία και τη βιομηχανί,α, ήταν δηλαδή αναπόφευκτη. Και δεύτερο, ότι αυτή η βαθμίδα παραγωγής δεν είχε ούτε κατέβει ούτε ανέβει σημαντικά μέσα στα 400 χρόνια που ακο-λοΰθησαν, δηλαδή με την ίδια αναγκαιότητα είχε δημιουργή-σει την ίδια κατανομή της ιδιοκτησίας και τις ίδιες τάξεις του πληθυσμού. Τους τελευταίους αιώνες της ΰπαρξης της ρω-μαϊκής αυτοκρατορίας, η πόλη είχε χάσει την προηγούμενη κυριαρχία της πάνω στην ύπαιθρο και δεν την επανέκτησε στους πρώτους αιώνες της γερμανικής κυριαρχίας. Αυτό προϋποθέτει μια χαμηλή βαθμίδα ανάπτυξης τόσο της γεωρ-γίας, όσο και της βιομηχανίας. Αυτή η συνολική κατάσταση δημιουργεί αναγκαστικά μεγάλους κυρίαρχους γαιοκτήμο-νες και εξαρτημένους μικροαγρότες. Πόσο λίγο ήταν δυνατό να επιβληθεί σε μια τέτοια κοινωνία, από τη μια μεριά η ρω-μού'κή οικονομία των λατιφούντιων με δοΰλους, από την άλ-λη η νεότερη μεγαλοκαλλιέργεια με αγγαρείες, το αποδεί,-χνουν τα τεράστια πειράματα που όμως πέρασαν χωρίς να

1. Την εποχή τι\ς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να διαθέτουν στο κράτος οχήματα και βαστάζους. Στα χρόνι,α που ακολού-θησαν οι υποχρεώσει,ς αυτές γίνονταν όλο και μεγαλύτερες, έτσι που τελικά έγιναν μεγάλο βάρος για τον πληθυσμό (σημ. γερμ. σύντ.).

— 190 —

αφήσουν ίχνητου Καρλομάγνου με τις περίφημες αυτο-κρατορικές επαύλεις. Συνεχίστηκαν μονάχα από τα μονα-στήρια και μονάχα γι' αυτά ήταν καρποφόρες. Τα μοναστή-ρια, όμως, ήταν αφύσικοι κοινωνικοί οργανισμοί που στηρί-ζονταν στην αγαμία. Μποροΰσαν να αποδώσουν εξαιρετικά αποτελέσματα, αλλά ακριβώς γι' αυτό έμεναν αναγκαστικά εξαιρέσεις.

Κι όμως, μέσα σ' αυτά τα τετρακόσια χρόνια είχαν γίνει βήματα προς τα μπρος. Κι αν στο τέλος βρίσκουμε σχεδόν τις ίδιες κύριες τάξεις όπως και στην αρχή, ωστόσο οι άνθρωποι που αποτελούσαν τις τάξεις αυτές είχαν αλλάξει. Είχε εξα-φανιστεί η αρχαία δουλεία, είχαν εξαφανιστεί οι ξεπεσμένοι φτωχοί ελεύθεροι, που περιφρονούσαν την εργασία σαν δου-λική απασχόληση. Ανάμεσα στο ρωμαίο άποικο και στο νέο κολίγο βρισκόταν ο ελεύθερος φράγκος χωρικός. Η «ανώφε-λη ανάμνηση και η άσκοπη διαμάχη» του ρωμαϊσμού που ξέ-πεφτε είχαν πεθάνει και είχαν θαφτεί. Οι κοινωνικές τάξεις του 9ου αιώνα δεν είχαν σχηματιστεί μέσα στο βάλτωμα ενός πολιτισμού που έδυε, αλλά μέσα στους πόνους της γέννας ε-νός νέου πολιτισμού. Η νέα γενιά, τόσο οι κύριοι όσο και οι υπηρέτες, όταν τους συγκρίνουμε με τους ρωμαίους προκα-τόχους τους, ήταν μια γενιά από άντρες. Η σχέση ανάμεσα στους ισχυρούς γαιοκτήμονες κοα στους αγρότες που τους υ-πηρετούσαν, μια σχέση που στη Ρώμη οδήγησε στην αναπό-φευκτη καταστροφή του αρχαίου κόσμου, έγινε τώρα η αφε-τηρία μιας νέας εξέλιξης. Και ακόμα, όσο κι αν δεν φοάνο-νταν παραγωγικά αυτά τα τετρακόσια χρόνια, άφησαν ωστό-σο ένα σημαντικό προϊόν: τις σύγχρονες εθνότητες, τη νέα διαμόρφωση και διάρθρωση της δυτικοευρωπαϊκής ανθρω-πότητας για την επερχόμενη ιστορία. Οι Γερμανοί πραγματι-κά είχαν αναζωογονήσει την Ευρώπη, και γι' αυτό η διάλυση των κρατών της γερμανικής περιόδου δεν κατέληξε σε μια νορμανδοσαρακινή υποδούλωση, αλλά στην παραπέρα εξέ-λιξη και των ευεργετημάτων και των σχέσεων προστασίας (Kommendation) προς τη φεουδαρχία, και σε μια τόσο τερά-στια αύξηση του πληθυσμού, που οι μεγάλες αφαιμάξεις των σταυροφοριών μόλις διακόσια χρόνια αργότερα πέρασαν χωρίς να προκαλέσουν ζημιά.

— 191 —

Ποιο όμως ήταν το μυστηριώδες μαγικό μέσο, με το ο-ποίο ol Γερμανοί εμφύσησαν νέα δύναμη ζωής στην Ευρώπη που πέθαινε; Ήταν τάχα μια θαυματουργή δύναμη, έμφυτη στη γερμανική φυλή, όπως μας παρουσιάζει τα πράγματα η σοβινιστική μας ιστοριογραφία; Σε καμιά περίπτωση. Οι Γερμανοί ήταν, ιδιαίτερα τότε, μια πολύ προικισμένη άρια φυλή, και βρισκόταν σε πλήρη ρωμαλέα ανάπτυξη. Δεν ήταν όμως οι ειδικές εθνικές τους ιδιότητες που ξανάνιωσαν την Ευρώπη, αλλά απλούστατα η βαρβαρότητά τους, το καθε-στώς τους των γενών.

Η προσωπική τους ικανότητα και παλικαριά, το αίσθημα της ελευθερίας και, το δημοκρατικό τους ένσηκτο που τους έ-κανε να βλέπουν όλες τις δημόσιες υποθέσεις σαν δικές τους υποθέσεις, κοντολογίς, όλες οι ιδιότητες που είχε χάσει ο Ρω-μαίος και που μονάχα αυτές ήταν σε θέση να φτιάξουν οσιό τη λάσπη του ρωμαϊκού κόσμου νέα κράτη και να αναπτύξουν νέες εθνότητεςτι άλλο ήταν όλα αυτά παρά τα χαρακτηρι-στικά γνωρίσματα του βάρβαρου της ανώτερης βαθμίδας, καρποί του καθεστώτος των γενών;

Αν οι Γερμανοί άλλαξαν την αρχαία μορφή της μονογα-μίας, αν απάλυναν την κυριαρχία του άντρα μέσα στην οικο-γένεια, αν έδωσαν στη γυναίκα μια θέση ανώτερη από τη θέση που είχε γνωρίσει ποτέ ο κλασικός κόσμος, τι τους έκανε ι-κανούς για όλα αυτά, αν όχι η βαρβαρότητά τους, οι συνήθει-ες του γένους, η ζωντανή τους ακόμα κληρονομιά από την ε-ποχή του μητρικού δικαίου;

Αν, τουλάχιστον σε τρεις από τις σπουδοαότερες χώρες, στη Γερμανία, τη Βόρεια Γαλλία και την Αγγλία, μπόρεσαν να περισώσουν και να μεταφέρουν στο φεουδαρχικό κράτος ένα κομμάτι γνήσιας οργάνωσης των γενών με τη μορφή των αγροτικών κοινοτήτων και έτσι έδωσαν στην καταπιεζόμενη τάξη, τους αγρότες, ακόμα και κάτω από την πιο σκληρή με-σαιωνική δουλοπαροικία, μια τοπική συνοχή και ένα τέτοιο μέσο αντίστασης, που δεν το βρήκαν έτοιμο οΰτε οι αρχαίοι δούλοι, ούτε οι σύγχρονοι προλετάριοι σε τι το χρωστού-σαν αυτό, αν όχι στη βαρβαρότητά τους, στον τρόπο τους να εγκαθίστανται κατά γένη, τρόπο ολωσδιόλου σύμφωνο με την εποχή της βαρβαρότητας;

— 192 —

Και τέλος, αν κατάφεραν να διαμορφώσουν και να κά-νουν αποκλειστική την ηπιότερη μορφή της δουλοπαροικίας που εφάρμοζαν κιόλας στην πατρίδα τους, της δουλοπαροι-κίας στην οποία όλο και περισσότερο μετατρεπόταν η δου-λεία ακόμα και στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία μια μορφή που, όπως πρώτος τόνισε ο Φουριέ', δίνει στους υποδουλω-μένους τα μέσα για τη βαθμιούα τους απελευθέρωση σαν τάξη (fournit aux cultivateurs des moyens d'affranchissement collectif et progressif2), μια μορφή που υψώνεται έτσι πολύ πάνω από τη δουλεία, γιατί στη δουλεία είναι δυνατή μονάχα η απελευθέρωση κατά άτομα χωρίς μια μεταβατική κατάστα-ση (η αρχαιότητα δεν γνωρίζει την κατάργηση της δουλείας με νικηφόρα εξέγερση) ενώ πραγματικά οι δουλοπάροικοι του μεσαίωνα σιγά-σιγά επέβαλαν την απελευθέρωσή τους σαν τάξησε τι to χρωστάμε αυτό, αν όχι στη βαρβαρότητά τους, χάρη στην οποία δεν είχαν ακόμα φτάσει ως την ολο-κληρωμένη δουλεία, ούτε ως την αρχαία δουλεία της εργα-σίας, ούτε ως την ανατολίτικη οικιακή δουλεία;

Ό,τι ζωντανό και ζωοφόρο μεταφΌτεψαν οι Γερμανοί στο ρωμαί'κό κόσμο, ήταν βάρβαρο. Πραγματικά, μόνο βάρ-βαροι είναι ικανοί να ανανεώσουν έναν κόσμο που υποφέρει από ετοιμοθάνατο πολιτισμό. Και η ανώτατη βαθμίδα της βαρβαρότητας ως την οποία και μέσα στην οποία υψώθηκαν οι Γερμανοί πριν από τη μετανάστευση των λαών, ήταν ακρι-βώς η πιο ευνοϊκή βαθμίδα γι' αυτή τη διαδικασία. Αυτό τα ε-ξηγεί όλα.

1. Fourier, «Theorie des quatre mouvements et des destinees generales», Oevres Completes, τόμ. 1, Παρίσι 1846, σελ. 220. H πρώτη έκδοση του βιβλί-ον έγινε το 1808 στη Λυών, χωρίς όνομα (σημ. γερμ. σύντ.).

2. Δίνει στους καλλιεργητές μέσα σνλλογικής και ποοοδεντικήςαηΐ-λευθέρωσης (σημ.γερμ. σύντ.).

— 193 —

IX BAPBAPOTHTA KAIΠΟΛΠΊΣΜΟΣ

Παρακολουθήσαμε τη διάλυση του καθεστώτος των γε-νών στα τρία μεγάλα ξεχωριστά παραδείγματα των Ελλή-νων, των Ρωμοάων και των Γερμανών. Ας εξετάσουμε, τέλός, τους γενικούς οικονομικούς όρους που από την ανώτερη κιόλας βαθμίδα της βαρβαρότητας υποσκάψανε την οργάνω-ση της κοινωνίας κατά γένη και την εξάλειψαν ολότελα με την εμφάνιση του πολιτισμού. Εδώ, το Κεφάλαιο του Μαρξ θα μας είναι τόσο απαραίτητο όσο κοα το βιβλίο του Μόρ-γκαν.

To γένος, που εμφανί,στηκε στη μέση βαθμίδα της άγριας κατάστασης και αναπτύχθηκε παραπέρα στην ανώτερή της βαθμίδα, φτάνει, όσο μας επιτρέπουν να το κρίνουμε ol πη-γές μας, την εποχή της άνθησής του στην κατώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας. Μ' αυτή τη βαθμίδα εξέλιξης αρχίζουμε λοιπόν.

Εδώ, όπου πρέπει να μας χρησιμεύουν για παράδειγμα οι ερυθρόδερμοι της Αμερικής, βρίσκουμε το καθεστώς των γε-νών εντελώς διαμορφωμένο. Μια φυλή έχει διακλαδωθεί σε περισσότερα, συνήθως σε δύο γένη. Αυτά τα αρχικά γένη με την αύξηση του πληθυσμού χωρίζονται το καθένα σε περισ-σότερα γένη-παιδιά, που απέναντί τους το γένος-μητέρα εμ-φανίζεται σαν φρατρία. Η ίδια η φυλή χωρίζετοα σε περισσό-τερες φυλές, και στην καθεμιά απ' αυτές ξαναβρίσκουμε τις περισσότερες φορές τα παλιά γένη. Μια ομοσπονδία περι-λαμβάνει, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, τις συγγε-νικές φυλές. Αυτή η απλή οργάνωση ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στις κοινωνικές συνθήκες, από τις οποίες ξεπήδησε. Δεν είναι παρά η δική τους, φυσική συγκρότηση κοα εί,ναι σε θέση να λύνει όλες τις διαςρορές που μπορούν να ξεπηδήσουν μέσα στην κοινωνία που είναι οργανωμένη μ' αυτό τον τρό-πο. Τις διαφορές με τον έξω κόσμο τις λύνει ο πόλεμος, που μπορεί να τελειώσει με την εξόντωση της φυλής, ποτέ όμως με την υποδούλωσή της. To μεγαλείο αλλά και ο περιορισμέ-νος χαρακτήρας του καθεστώτος των γενών, είναι ότι δεν έ-

— 195 —

χει χώρο για κυριαρχία και υποδούλωση. Στο εσωτερικό δεν γίνεται ακόμα διάκριση ανάμεσα στα δικαιώματα και στα κα-θήκοντα. To πρόβλημα αν η συμμετοχή στις δημόσιες υποθέ-σεις, η οαματηρή εκδίκηση ή η εξιλέωσή της είναι δικαίωμα ή καθήκον, δεν υπάρχει για τον Ινδιάνο. Θα του φοανόταν το ί-διο παράλογο όπως και το πρόβλημα αν είναι δικαίωμα ή κα-θήκον το φαγητό, ο ύπνος, το κυνήγι. Άλλο τόσο δεν μπορεί η φυλή και το γένος να είναι χωρισμένα σε διάφορες τάξεις. Κι αυτό μας οδηγεί στην έρευνα της οικονομικής βάσης αυτού του καθεστώτος.

Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά αραιός: πυκνώνει μονάχα στον τόπο διαμονής της φυλής, που γύρω του σε ευρύ κύκλο απλώνεται πρώτα η περιοχή του κυνηγιού, ύστερα το ουδέτε-ρο προστατευτικό δάσος, που τον χωρίζει από τις άλλες φυ-λές. Ο καταμερισμός της εργασίας είναι καθαρά φυσικός. Υπάρχει μονάχα ανάμεσα στα δυο φύλα. Ο άντρας πολεμάει,, πηγαίνει για κυνήγι και ψάρεμα, προμηθεύει την τροφή κοα τα απαραίτητα γι' αυτό εργαλεία. Η γυναίκα φροντίζει για το σπίτι, ετοιμάζει το φαγητό και φτιάχνει τα ρούχα, μαγειρεύ-ει, υφαίνει, ράβει. Ο καθένας από τους δυο είναι αφέντης στον τομέα του: ο άντρας στο δάσος, η γυνοάκα στο σπίτι. Ο καθένας είναι ιδιοκτήτης των εργαλείων που κατασκευάζει κοα που χρησιμοποιεί: ο άντρας των όπλων και των εργαλεί-ων για το κυνήγι και το ψάρεμα, η γυναίκα των οικιακών σκευών. To νοικοκυριό είνοα κομμουνιστικό για κάμποσες, συχνά για πολλές οικογένειες.1

Ό,τι φτιάχνεται και χρησιμοποιείται από κοινού είναι κοινή ιδιοκτησία: το σπίτι, ο κήπος, η βάρκα. Εδώ λοιπόν, και μονάχα εδώ ακόμα, υπάρχει η «αποκτημένη με την εργα-σία ιδιοκτησία», που οι νομικοί και οι οικονομολόγοι την α-ποδίδουν στην πολιτισμένη κοινωνία, και που αποτελεί το τελευταίο απατηλό νομικό πρόσχημα, που πάνω του στηρί-ζεται ακόμα η σημερινή καπιταλιστική ιδιοκτησία.

1. Ιδίως στις βορειοδυτικές ακτές της Αμερικής (βλέπε Μπάνκροφτ). Στους Χαϊντάς, στο νησί της βασίλισσας Καρλότας, βρίσκουμε νοικοκυριά που έχουν ως 700 άτομα κάτω από μια στέγη. Στους Νούτκα ζούσαν ολό-κληρες φυλές κάτω από μια στέγη (σημ. του Ένγκελς).

— 196 —

Όμως οι άνθρωποι δεν έμειναν παντού σ' αυτή τη βαθμί-δα. Στην Ασία βρήκαν ζώα που μπορούσαν να τα δαμάσουν και δαμασμένα να τα αναπαράγουν: την άγρια βουβάλα έ-πρεπε να την κυνηγήσουν, η δαμασμένη όμως έδινε κάθε χρό-νο ένα μοσχάρι, κι εκτός απ' αυτό και γάλα. Μια σειρά από τις πιο προοδευμένες φυλές Άριοι, Σημίτες, ίσως ακόμα και Τουρανοίέκαναν κύριο κλάδο της δουλειάς τους πρώ-τα το δάμασμα των ζώων, και αργότερα μονάχα την αναπα-ραγωγή και την περιποίησή τους. Οι ποιμενικές φυλές ξεχώ-ρισαν από την υπόλοιπη μάζα των βαρβάρων: είνοα οπρώτος μεγάλος καταμερωμός της εργασίας. Οι ποιμενικές φυλές δεν παράγανε μόνο περισσότερα, αλλά και διαφορετικά μέσα συντήρησης από τους υπόλοιπους βαρβάρους. Σε σύγκριση μ' αυτούς δεν είχαν μόνο μεγαλύτερες ποσότητες σε γάλα, γα-λακτοκομικά προϊόντα και κρέας, αλλά κοα περισσότερα το-μάρια, μαλλί, κατσικότριχες, κλωστικά και υφαντουργικά προϊόντα, που αυξάνονταν όσο αυξανόταν η ποσότητα των πρώτων υλών. Έτσι, για πρώτη φορά έγινε δυνατή η κανονι-κή ανταλλαγή προϊόντων. Σε προηγούμενες βαθμίδες μπο-ρούσαν να γίνονται μόνο ευκοαριακές ανταλλαγές. Μια ιδι-αίτερη επιδεξιότητα στην κατασκευή όπλων και εργαλείων μπορεί να οδηγήσει σε παροδικό καταμερισμό της εργασίας. Έτσι βρέθηκαν σε πολλά μέρη αναμφισβήτητα υπολείμμοαα εργαστηρίων για πέτρινα εργαλεία από την ύστερη λίθινη ε-ποχή. Οι τεχνίτες, που διαμόρφωναν εδώ την τέχνη τους, εί-ναι πιθανό ότι δοΰλευαν για λογαριασμό του συνόλου, όπως κάνουν ακόμα οι μόνιμοι χειροτέχνες σης ινδι,κές κοινότη-τες γενών. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε σ' αυτή τη βαθ-μίδα να αναπτυχθεί άλλη ανταλλαγή εκτός από την ανταλλα-γή μέσα στα πλαίσια της φυλής, κι αυτή όμως ήταν ένα εξαι-ρετικό γεγονός. Εδώ, απεναντίας, ύστερα από το ξεχώρισμα των ποιμενικών φυλών, βρίσκουμε έτοιμους όλους τους ό-ρους για την ανταλλαγή ανάμεσα στα μέλη των διαφόρων φυ-λών, για τη διαμόρφωση κοα εδραίωση της ανταλλαγής σαν κανονικού θεσμοΰ. Αρχικά, αντάλλασσε φυλή με φυλή μέσω των αρχηγών των γενών. Όταν όμως τα κοπάδια άρχισαν να περνάνε σε ατομική ιδιοκτησία, επικράτησε όλο και περισσό-τερο η ανταλλαγή ανάμεσα σε άτομα, ώσπου τελικά έγινε η

— 197—

μοναδική μορφή. To κύριο όμως είδος που έδιναν για αντάλ-λαγμα οι ποιμενικές φυλές στους γείτονές τους ήταν τα ζώα. Τα ζώα έγιναν το εμπορευμα με βάση το οποίο εκτιμούσαν ό-λα τα άλλα εμπορεύματα και που παντοΰ τα έποαρναν ευχα-ρίστως σε αντάλλαγμα για τα άλλα είδη κοντολογίς, τα ζώα απέκτησαν τη λειτουργία του χρήματος και εκτελούσαν χρέη χρήματος σ' αυτήν κιόλας τη βαθμίδα. Με τέτοια ανα-γκαιότητα και ταχύτητα εξελίχθηκε, από τις πρώτες αρχές κιόλας της εμπορευματικής ανταλλαγής, η ανάγκη για εμπό-ρευμα-χρήμα.

Η κηπουρική, που ίσως να ήταν άγνωστη στους ασιάτες βαρβάρους της κατώτερης βαθμίδας, παρουσιάστηκε σ' αυ-τούς το αργότερο στη μέση βαθμίδα, σαν πρόδρομος της γε-ωργίας. To κλίμα του τουρανικού οροπεδίου δεν επιτρέπει ποιμενική ζωή χωρίς προμήθειες ζωοτροφής για το μακρύ και βαρύ χειμώνα. Η καλλιέργεια λιβαδιών και η καλλιέργεια σιτηρών ήταν λοιπόν εδώ απαροάτητα. To ίδιο ισχύει για τις στέπες στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. Αν όμως η παρα-γωγή σιτηρών άρχισε για τα ζώα, σύντομα τα σιτηρά έγιναν τροφή και για τους ανθρώπους. Η καλλιεργημένη γη έμενε α-κόμα ιδιοκτησία της φυλής και μεταβιβαζόταν για χρήση αρ-χικά στο γένος, αργότερα από το γένος στις οικιακές συντρο-φιές και τέλος στα άτομα. Τα άτομα αυτά μπορούσαν να εί-χαν ορισμένα δικοαώματα κατοχής πάνω της, αλλά τίποτα παραπάνω.

Από τις βιομηχανικές κατακτήσεις αυτής της βαθμίδας δΰο είναι ιδιαίτερα σπουδαίες. Η πρώτη είναι ο αργαλειός, η δεύτερη το λιώσιμο των μεταλλευμάτων και η επεξεργασία των μετάλλων. Ο χαλκός, ο κασσίτερος και το κράμα τους, ο μπρούντζος, ήταν τα σπουδαιότερα. Ο μπρούντζος προμή-θευε χρήσιμα εργαλεία και όπλα, δεν μπορούσε όμως να πα-ραμερίσει τα πέτρινα εργαλεόα. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο το σίδερο, το σίδερο όμως δεν ήξεραν ακόμα να το πα-ράγουν. Άρχισαν να χρησιμοποιούν για κοσμήματα και στο-λίδια το χρυσό και τον άργυρο που πρέπει να εί,χαν κιόλας μεγάλη αξία σε σχέση με το χαλκό και τον μπρούντζο.

Η αύξηση της παραγωγής σ' όλους τους κλάδους κτη-νοτροφία, γεωργία, οικιακή χειροτεχνίαέδωσε την ικανό-

— 198 —

τητα στην ανθρώπινη εργατική δΰναμη να παράγει περισσό-τερα προϊόντα απ' ό,τι χρειαξόταν για τη συντήρησή της. Η αύξηση της παραγωγής μεγάλωσε ταυτόχρονα την καθημερι-νή ποσότητα εργασίας, που αναλογούσε στο κάθε μέλος του γένους, της οικιακής συντροφιάς ή της ατομικής οικογένειας. Έγινε επιθυμητή η προσέλκυση νέων εργατικών δυνάμεων. Τις πρόσφερε ο πόλεμος: οι αιχμάλωτοι πολέμου μετατρά-πηκαν σε δούλους. Ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός καταμερι-σμός της εργασίας, μαζί με την αύξηση της παραγωγικότητας της δουλειάς, δηλαδή του πλούτου, και με τη διεύρυνση του παραγωγικού πεδίου, είχε σαν αναγκαία συνέπεια, κάτω από τις δοσμένες συνολικές ιστορικές συνθήκες, τη δουλεία. Από τον πρώτο μεγάλο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ξε-πήδησε η πρώτη μεγάλη διάσπαση της κοινωνίας σε δύο τά-ξεις: σε κυρίους και δοΰλους, σε αυτούς που ασκούσαν εκμε-τάλλευση κοα αυτούς που τη δέχονταν.

Δεν ξέρουμε μέχρι τώρα τίποτα για το πώς και πότε πέ-ρασαν τα κοπάδια από την κοινή ιδιοκτησία της φυλής ή του γένους στην ιδιοκτησία των ξεχωριστών αρχηγών των οικο-γενειών. Πρέπει όμως βασικά να έγινε σ' αυτή τη βαθμίδα. Με τα κοπάδια και τα υπόλοιπα νέα πλούτη έγινε μια επανάστα-ση στην οικογένεια. Ο βιοπορισμός ήταν πάντα υπόθεση του άντρα, τα μέσα για το βιοπορισμό παράγονταν από τον ίδιο και ήταν ιδιοκτησία του. Τα κοπάδια ήταν τα καινούργια μέ-σα βιοπορισμού, δουλειά του ήταν πρώτα να τα δαμάζει και κατόπιν να τα περιποιείται. Γι' αυτό, στον άντρα ανήκανε τα ζώα, σ' αυτόν κοα τα εμπορεύματα και οι δούλοι που έπαιρνε σαν αντάλλαγμα για τα ζώα. Όλο το περίσσευμα που έδινε τώρα ο βιοπορισμός έπεφτε στον άντρα. Η γυναίκα έπαιρνε μέρος στην κατανάλωσή του, δεν είχε όμως μερίδιο στην ι-διοκτησία. Ο «άγριος» πολεμιστής και κυνηγός ήταν ευχαρι-στημένος να έχει στο σπίτι τη δεύτερη θέση, ύστερα από τη γυ-ναίκα. Ο «ηπιότερος» βοσκός, κομπάζοντας για τα πλούτη του, προωθήθηκε στην πρώτη θέση και απώθησε τη γυναίκα στη δεύτερη. Και η γυναίκα δεν μποροΰσε να παραπονεθεί. Ο καταμερισμός της εργασίας στην οικογένεια ρΰθμισε τον κα-ταμερισμό της ιδιοκτησίας ανάμεσα στον άντρα και τη γυ-ναίκα. Ο καταμερισμός είχε μείνει ο ίδιος, κι όμως αναποδο-

— 199—

γύριζε τώρα τις ως τότε οικιακές σχέσεις, μόνο και μόνο για-τί είχε αλλάξει ο καταμερισμός της εργασίας έξω από την οι-κογένεια. Η ίδια αιτία, που πρώτα εξασφάλιζε στη γυναίκα την κυριαρχία στο σπίτι, ο περιορισμός της στις δουλειές του σπιτιοΰ, η ίδια αυτή αιτία εξασφάλιζε τώρα την κυριαρχία του άντρα στο σπίτι. Η σπιτική δουλειά της γυναίκας έχασε τώρα τη σημασία της σε σύγκριση με τη βιοποριστική δουλειά τον άντρα. Η δεύτερη ήταν to παν, η πρώτη ένα ασήμαντο συ-μπλήρωμά της. Εδώ κιόλας φαίνεται ότι η απελευθέρωση της γυναίκας, η ισοτιμία της με τον άντρα είναι και παραμένει α-δύνατη όσο καιρό η γυναίκα θα μένει αποκλεισμένη από την κοινωνική παραγωγική εργασία και θα είνοα περιορισμένη στη σπιτική ιδιωτική δουλειά. Η απελευθέρωση της γυναίκας θα γίνει δυνατή μόλις μπορέσει να συμμετάσχει σε μεγάλη, κοινωνική κλίμακα στην παραγωγή, και οι δουλειές του σπι-τιού θα την απασχολούν μονάχα σε ασήμαντο βαθμό. Κι αυ-τό έγινε δυνατό μονάχα με τη σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία, η οποία όχι μόνο επιτρέπει την εργασία της γυναίκας σε μεγά-λη κλίμακα, αλλά και την αποατεί ρητά και η οποία τείνει όλο και περισσότερο να μετατρέψει την ιδιωτική σπιτική δουλειά σε δημόσια βιομηχανία.

Με την ουσιαστική κυριαρχία του άντρα στο σπίτι έπεσε κοα ο τελευταίος φραγμός για την απόλυτη κυριαρχία του. Αυτή η απόλυτη κυριαρχία επικυρώθηκε και διαιωνίστηκε με το γκρέμισμα του μητρικού δικαίου, με την εισαγωγή του πα-τρικού δικαίου, με τη βαθμιαία μετάβαση του ζευγαρωτού γάμου στη μονογαμία. Έτσι όμως προκλήθηκε ένα ρήγμα στο παλιό καθεστώς των γενών: η ατομική οικογένεια έγινε εξου-σία και ορθώθηκε απειλητική μπροστά στο γένος.

To επόμενο βήμα μας οδηγεί στην ανώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας, στην περίοδο όπου όλοι οι πολιτι,σμένοι λαοί περνάνε την ηρωική τους εποχή: την εποχή του σιδερένιου σπαθιού, αλλά και του σιδερένιου αλετριοΰ και του σιδερένι-ου τσεκουριού. To σίδερο μπήκε στην υπηρεσία του ανθρώ-που. Ήταν η τελευταία και σπουδαιότερη από όλες τις πρώτες ύλες, που έπαιξαν επαναστατικό ρόλο στην ιστορία, η τελευ-τούα ως την εμφάνιση της πατάτας. To σίδερο δημιούργησε τη γεωργία σε μεγαλύτερες εκτάσει,ς, επέτρεψε το ξεχέρσωμα με-

200

γάλων δασικών περιοχών. Έδωσε στο χειροτέχνη τόσο σκλη-ρά και κοφτερά εργαλεία που καμιά πέτρα και κανένα άλλο γνωστό μέταλλο δεν μπορούσε να τους αντισταθεί. Όλα αυ-τά έγιναν σιγά-σιγά. To πρώτο σίδερο ήταν συχνά ακόμα πνο μαλακό κι από τον μπρούντζο. Έτσι το πέτρινο όπλο εξαφα-νιζόταν μόνο αργά-αργά. Όχι μονάχα στο έπος Χίλντεμπραντ, αλλά επίσης και στη μάχη του Χάστινγκς', το 1066, χρησιμο-ποιούνταν ακόμα πέτρινα τσεκούρια. Όμως η πρόοδος προ-χωρούσε τώρα ασταμάτητα, με λιγότερες διακοπές και γρη-γορότερα. Η πόλη που με τα πέτρινα τείχη, τους πύργους και τις επάλξεις της περιέκλεινε σπίτια από πέτρα ή τούβλα, έγι-νε κεντρική έδρα της φυλής ή της ομοσπονδίας φυλών. Ήταν μια τεράστια πρόοδος στην οικοδομική τέχνη, μα και σημάδι μεγαλύτερου κινδύνου κοα ανάγκης για άμυνα. Ο πλούτος μεγάλωνε γρήγορα, αλλά σαν πλούτος ατόμων. Η υφαντουρ-γία, η επεξεργασία των μετάλλων και τα άλλα επαγγέλματα που όλο και περισσότερο ξεχώριζαν, ανάπτυσσαν μια όλο και μεγαλύτερη ποικιλία και επιδεξιότητα της παραγωγής. Η γεωργία, πλάι στα σιτηρά, τα όσπρια και τα φρούτα, έδινε τώρα επίσης λάδι και κρασί, που οι άνθρωποι είχαν μάθει την παρασκευή τους. Μια τόσο ποικίλη δράση δεν μπορούσε πια να την εξασκεί το ίδιο άτομο. Εμφανίστηκε ο δεύτερος μεγά-λος καταμερισμός της εργασίας: η χειροτεχνία χωρίστηκε α-πό τη γεωργία. Η αδιάκοπη αύξηση της παραγωγής, και μαζί μ' αυτήν της παραγωγικότητας της δουλειάς, ανέβασε την α-ξία της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Η δουλεία, που στην προηγούμενη βαθμίδα μόλις γεννιόταν ακόμα και ήταν σπο-ραδική, γίνεται τώρα ουσιαστικό συστατικό του κοινωνικού συστήματος. Οι δούλοι παύουν να είναι απλοΐ βοηθοί, τους στέλνουν κατά δεκάδες στη δουλειά, στους αγρούς και στα

1. Η μάχη του Χάστίνγκς έγινε to 1066 ανάμεσα στα στρατεύματα του δούκα της Νορμανδίας, του Γουλιέλμου, που είχε εισβάλει στην Αγγλία και τους Αγγλοσάξονες με επικεφαλής το βασιλιά Χάραλντ. Οι, Αγγλοσάξονες, που στη στρατιωτική τους οργάνωση διατηρούσαν υπολείμματα από την κοινωνία των γενών και είχαν πρωτόγονα όπλα, εξοντώθηκαν κυριολεκτι-κά. Στη θέση του βασιλιά Χάραλντ, που σκοτώθηκε στη μώχη, βασιλιάς της Αγγλίας έγινε ο Γουλιέλμος, με την ονομασία Γουλιέλμος A', ο Κατακτήτης (σημ. γερμ. σύντ.).

201

εργαστήρια. Με το χωρισμό της παραγωγής στους δύο κύρι-ους μεγάλους κλάδους, τη γεωργία και τη χειροτεχνία, γεν-νιέται η παραγωγή άμεσα για την ανταλλαγή, η εμπορευματι-κή παραγωγή. Μαζί της γεννιέται και το εμπόριο, όχι μονάχα στο εσωτερικό και στα σύνορα της φυλής, αλλά και πέρα από τις θάλασσες. Όλα αυτά όμως ήταν ακόμα πολύ υπανάπτυ-κτα. Τα πολύτιμα μέταλλα αρχίζουν να επικρατούν και να γί-νονται γενικό εμπόρευμα-χρήμα, ήταν όμως ακόμα άκοπα και ανταλλάσσονταν απλά σύμφωνα με το βάρος τους.

Η όιαφορά ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχοΰς εμφανί-ζεται πλάι στη διαφορά ανάμεσα σε ελεύθερους και δούλους με το νέο καταμερισμό της εργασίας εμφανίζεται μια νέα διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Οι περιουσιακές διαφο-ρές των ξεχωριστών οικογενειαρχών τινάζουν στον αέρα την παλιά κομμουνιστική οικιακή κοινότητα παντού όπου είχε ως τότε διατηρηθεί. Μαζί μ' αυτή και την κοινή καλλιέργεια της γης για λογαριασμό αυτής της κοινότητας. Η καλλιεργή-σιμη γη μεταβιβάζεται για χρήση στις ξεχωριστές οικογένειες πρώτα για ορισμένο χρονικό διάστημα, αργότερα μια για πά-ντα. Η μετάβαση στην πλήρη ατομική ιδιοκτησία συντελείται σιγά-σιγά και παράλληλα με τη μετάβαση του ζευγαρωτού γάμου στη μονογαμία. Η ατομική οικογένεια αρχίζει να γί,νε-ται η οικονομική μονάδα στην κοινωνία.

Ο πυκνότερος πληθυσμός επιβάλλει στενότερη συσπεί-ρωση προς τα μέσα και προς τα έξω. Παντού γίνεται ανα-γκαία η ομοσπονδία των συγγενικών φυλών και γρήγορα γί-νεται αναγκαία και η συγχώνευσή τους, καθώς επίσης και η συγχώνευση των χωριστών περιοχών των φυλών σε μια συ-νολική περιοχή του λαοΰ. Ο στρατιωτικός αρχηγός του λαού —rex, βασιλιάς, thiudans— γίνετοα απαραίτητος, μόνιμος α-ξιωματούχος. Εμφανίζεται η λαϊκή συνέλευση εκεί όπου δεν υπήρχε ήδη. Ο στρατιωτικός αρχηγός, το συμβούλιο, η λαϊ'κή συνέλευση αποτελούν τα όργανα της κοινωνίας των γενών που εξελίχθηκε παραπέρα σε στρατιωτική δημοκρατία. Στρατιωτική γιατί ο πόλεμος κοα η οργάνωση για τον πό-λεμο έγιναν τώρα κανονικές λειτουργίες της λαϊκής ζωής. Τα πλούτη των γειτόνων ερεθίζουν την απληστία των λαών, που η απόκτηση αγαθών τους φαίνεται κιόλας σαν ένας από τους

202

πρώτους σκοπούς της ζωής. Είναι βάρβαροι: Θεωρούν τη λη-στεία ευκολότερη και ακόμα και τιμητικότερη από τη δημι-ουργική εργασία. Ο πόλεμος, που πρώτα γινόταν μονάχα για να πάρουν εκδίκηση για υπερβάσεις ή για επέκταση του εδά-φους που δεν τους έφτανε, γίνεται τώρα μόνο και μόνο για να ληστεύουν, γίνετοα μόνιμος κλάδος βιοπορισμού. Δεν υψώ-νονται χωρίς λόγο τα απειλητικά τείχη γύρω από τις και-νούργιες οχυρωμένες πόλεις: στις τάφρους τους χάσκει ο τά-φος του συστήματος των γενών, και οι πύργοι τους στηρίζο-νται κιόλας στον πολιτισμό. To ίδιο γίνετοα κοα στο εσωτερι-κό της κοινωνίας. Οι ληστρικοί πόλεμοι μεγαλώνουν την εξουσία του ανώτατου στρατιωτικού αρχηγού, καθώς και των υπαρχηγών. Η συνήθεια να εκλέγονται οι διάδοχοι από τις ίδιες οικογένειες, ιδίως από τον καιρό της εισαγωγής του πατρικού δικαίου, περνάει βαθμιαία σε μια κληρονομικότη-τα που πρώτα την ανέχονται, ύστερα τη διεκδικοΰν κοα τέλος τη σφετερίζονται. Έχουν μπει πια τα θεμέλια της κληρονομι-κής βασιλείας και της κληρονομικής αριστοκρατίας. Έτσι, τα όργανα του καθεστώτος των γενών σιγά-σιγά αποσπώνται α-πό τη ρίζα τους μέσα στο λαό, το γένος, τη φρατρία, τη φυλή, και ολόκληρο το σύστημα των γενών μετατρέπεται στο αντί-θετό του: από οργάνωση φυλών για την ελεύθερη ρύθμιση των υποθέσεών τους, γίνεται οργάνωση για τη λεηλασία και την καταπίεση των γειτόνων, και αντίστοιχα τα όργανά του από όργανα της λαϊκής θέλησης γίνονται αυτοτελή όργανα κυριαρχίας κοα καταπίεσης του ί,διου του λαού τους. Αυτό ό-μως ποτέ δεν θα ήταν δυνατό να γίνει, αν η δίψα για πλούτη δεν είχε διασπάσει τα μέλη του γένους σε πλούσιους και φτω-χούς, αν «οι περιουσιακές διαφορές μέσα στο ίδιο το γένος δεν είχαν μετατρέψει την ενότητα των συμφερόντων σε αντα-γωνισμό ανάμεσα στα μέλη του γένους» (Μαρξ), και αν η ε-πέκταση της δουλείας δεν είχε κιόλας αρχίσει να παρουσιά-ζει την απόκτηση των μέσων συντήρησης με την εργασία σαν πράξη άξια μόνο για δούλους, σαν πράξη πιο επαίσχυντη κι από τη ληστεία.

203

* * *

Έτσι φτάσαμε στο κατώφλι του πολιτισμού. Ο πολιτι-σμός αρχίζει με μια νέα πρόοδο στον καταμερισμό της εργα-σίας. Στην κατώτερη βαθμί,δα οι άνθρωποι παρήγαγαν μόνο για τις άμεσες ανάγκες τους. Οι πράξεις ανταλλαγής που γί-νονταν πού και πού ήταν μεμονωμένες και αφορούσαν μονά-χα το πλεόνασμα που τυχαία παρουσιαζόταν. Στη μεσούα βαθμίδα της βαρβαρότητας βρίσκουμε στους ποιμενικοΰς λαούς να έχουν με τα ζώα τους ήδη μια περιουσία, πον ύστε-ρα από ένα ορισμένο μέγεθος του κοπαδιού μπορεί να δίνει κανονικά πλεόνασμα πέρα από τις ανάγκες τους. Βρίσκουμε ταυτόχρονα έναν καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα σε ποι-μενικούς λαβύς και σε καθυστερημένες φυλές που δεν έχουν κοπάδια, δυο λοιπόν διαφορετικές βαθμίδες της παραγωγης, τη μια πλάι στην άλλη, και έτσι τους όρους για μια κανονική ανταλλαγή. Η ανώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας μας δίνει τον παραπέρα καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στη γεωρ-γία και τη χειροτεχνία, κ«ι επομένως μια διαρκώς αυξανόμε-νη πας>α·γωγί\ προϊόντων εργασίας που προορίζοντοα άμεσα για την ανταλλαγή, πράγμα που κάνει την ανταλλαγή ανάμε-σα σε ατομικούς παραγωγούς ζωτική ανάγκη της κοινωνίας. Ο πολιτισμός εδραιώνει και αυξάνει όλους αυτούς τους κα-ταμερισμούς της εργασίας που βρήκε, ιδίως με την όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και το χωριό (όπου η πόλη εξουσιάζει οικονομικά την ύπαιθρο, όπως στην αρχαιότητα, ή ακόμα η ύπαιθρος την πόλη, όπως στο μεσαίωνα), και προ-σθέτει σ' αυτούς έναν τρίτο καταμερισμό της εργασίας, που η σημασία του είναι αποφασιστική και τον χαρακτηρίζει: Δη-μιουργεί μια τάξη, που δεν ασχολείται πια με την παραγωγή, αλλά μόνο με την ανταλλαγή των προϊόντων τους εμπό-ρους. Όλες οι ως τότε τάσεις για τη διαμόρφωση τάξεων σχε-τίζονται ακόμα αποκλειστικά με την παραγωγή. Χώριζαν τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην παραγωγή σε διευθυ-ντές και εκτελεστές ή ακόμα σε παραγωγούς μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας. Εδώ παρουσιάζεται για πρώτη φορά μια τάξη που, χωρίς να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην παραγωγή, παίρνει στα χέρια της σε γενικές γραμμές τη

204

διεύθυνση της παραγωγής και υποτάσσει οικονομικά τους παραγωγούς. Μια τάξη που κάνει τον εαυτό της αναπόφευ-κτο μεσάζοντα ανάμεσα σε κάθε δυο παραγωγούς και εκμε-ταλλεϋεται και τους δυο. Με το πρόσχημα ότι γλιτώνει τους παραγωγούς από τον κόπο κοα τους κινδύνους της ανταλλα-γής, ότι επεκτείνει την τοποθέτηση των προϊόντων τους σε α-πομακρυσμένες αγορές, ότι γίνεται έτσι η χρησιμότερη τάξη του πληθυσμού, διαμορφώνεται μια τάξη από παράσιτα, από γνήσιους κοινωνικοΰς χαραμοφάηδες, που σαν αμοιβή για πολύ ελάχιστες πραγματικές υπηρεσίες, ξαφρίζει την κρέμα τόσο από την ντόπια, όσο κι από την ξένη παραγωγή, αποκτά γρήγορα τεράστια πλοΰτη και ανάλογη κοινωνική επιρροή και ακριβώς γι' αυτό, στην περίοδο του πολιτισμοΰ, κατακτά όλο και νέες τιμές, όλο και μεγαλύτερη εξσυσία πάνω στην παραγωγή, ώσπου τέλος προωθεί κι αυτή ένα δικό της προϊ-όντις περιοδικές εμπορικές κρίσεις.

Πάντως, στη βαθμίδα εξέλιξης που εξετάζουμε, το νεαρό εμπορικό στρώμα οΰτε φαντάζεται καν τα μεγάλα πράγματα που το περιμένουν. Ωστόσο σχηματίζεται και γίνεται απα-ραίτητο, κι αυτό φτάνει. Μαζί του όμως διαμορφώνεται και το μεταλλικό χρήμα, το κομμένο νόμισμα, κοα με το μεταλλι-κό χρήμα ένα νέο μέσο για την κυριαρχία του μη παραγωγού πάνω στον παραγωγό και την παραγωγή του. Είχε ανακαλυ-φθεί το εμπόρευμα των εμπορευμάτων, που κρύβει μέσα του όλα τα άλλα εμπορεύματα, το μαγικό μέσο που κατά βσύληση μπορεί να μεταμορφώνεται σε κάθε αξιοζήλευτο και επιθυ-μητό πράγμα. Όποιος το είχε, εξουσίαζε τον κόσμο της πα-ραγωγής, και ποιος το είχε πριν απ' όλους; Ο έμπορος. Στο χέρι του ήταν η λατρεία του χρήματος. Αυτός φρόντιζε να γί-νει φανερό ότι όλα τα εμπορεύματα, και επομένως όλοι, οι ε-μπορευματοπαραγωγοί, όφειλαν να πέφτουν στο έδαφος και να προσκυνούν το χρήμα. Αυτός απέδειξε στην πράξη πόσο όλες οι άλλες μορφές του πλούτου καταντάνε απλή λάμψη μπροστά σ' αυτή την ενσάρκωση του πλούτου σαν τέτοιου. Ποτέ ξανά η εξουσία του χρήματος δεν πρόβαλε με τόση πρω-τόγονη ωμότητα και βιαιότητα όσο σ' αυτή της τη νεανική πε-ρίοδο. Ύστερα από την αγορά εμπορευμάτων με χρήμα ήρθε ο δανεισμός με χρήμα, μαζί του ο τόκος και ο τοκογλύφος.

205

Και καμιά νομοθεσία της κατοπινής εποχής δεν ρίχνει τον ο-φειλέτη τόσο ανελέητα και ανέλπιδα στα πόδια του τοκογλΰ-φου πιστωτή όσο η αρχαία αθηναϊκή και αρχαία ρωμαϊκή νο-μοθεσία και οι δυο ξεπήδησαν αυθόρμητα σαν εθιμικά δί-καια, χωρίς άλλον καταναγκασμό εκτός από τον οικονομικό.

Πλάι στον πλούτο σε εμπορεύματα και δούλους, πλάι στο χρηματικό πλούτο, παρουσιάστηκε τώρα και ο πλούτος σε γαιοκτησία. To δικαίωμα να κατέχουν τα άτομα τους κλή-ρους γης που αρχικά τους είχε παραχωρήσει το γένος ή η φυ-λή, είχε τώρα εδραιωθεί τόσο, που οι%λήροι αυτοί τους ανή-καν σαν κληρονομική ιδιοκτησία. Αυτό που τον τελευταίο καιρό επιδίωξαν κυρίως ήταν να ελευθερωθούν από το δι-καίωμα που είχε η κοινότητα του γένους στον κλήρο, δικοάω-μα που τους δέσμευε. Απαλλάχτηκαν απ' τα δεσμά αυτά αλλά πολύ γρήγορα απαλλάχτηκαν και από τη νέα γαιοκτη-σία. Η ολόπλευρη και ελεύθερη ιδιοκτησία πάνω στη γη δεν σήμαινε μονάχα τη δυνατότητα να κατέχεις ολοκληρωμένα και απερι,όριστα τη γη, αλλά επίσης σήμοανε και τη δυνατότη-τα να την πουλάς. Όσο καιρό η γη ήταν ιδιοκτησία του γέ-νους, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Όταν όμως ο νέος γαι-οκτήμονας αποτίναξε οριστικά τα δεσμά της υπεριδιοκτη-σίας του γένους και της φυλής, ξέσκισε κοα το δεσμό που ως τότε τον συνέδεε αδιάρρηκτα με τη γη. Τι σήμαινε αυτό, του το ξεκαθάρισε το χρήμα που εφευρέθηκε ταυτόχρονα με την ατομική ιδιοκτησία της γης. Η γη μπορούσε τώρα να γίνει ε-μπόρευμα, που το πουλάς και το υποθηκεύεις. Μόλις είχε ει-σαχθεί η γαιοκτησία, εφευρέθηκε κιόλας και η υποθήκη (βλέ-πε την Αθήνα). Όπως ο εταιρισμός και η πορνεία ακολου-θούν κατά πόδι τη μονογαμία, έτσι από εδώ και μπρος η υπο-θήκη ακολουθεί κατά πόδι τη γαιοκτησία. θέλατε να 'χετε την πλήρη, ελεύθερη, εκποιήσιμη γαιοκτησία, ε, λοιπόν, την έχε-τε. Tu l'as voulu, George Dandin!1

Έτσι, με την επέκταση του εμπορίου, με το χρήμα και την τοκογλυφία, με τη γαιοκτησία και την υποθήκη, προχωρούσε

1. Εσύ το θέλησες, Ζορζ Νταντέν! Η φράση αυτή είναι παρμένη από μιο κωμωδία τον Μολιέρου και αντιστοιχεί στην ελληνική «Τα 'θελες και τα 'παθες!» (σημ. ελλ. σύντ.)·

—206 —

γοργά η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση τον πλούΐου στα χέρια μιας ολιγάριθμης τάξης, και παράλληλα μεγάλωνε η φτώχεια των μαζών και πλήθαινε η μάζα των φτωχών. Η καινούργια αριστοκρατία του πλούτου, εφόσον δεν εί,χε από πριν κιόλας συμπέσει να είναι η παλιά αριστοκρατία της φυ-λής, απωθούσε τη δεύτερη οριστικά στο περιθώριο (στην Αθήνα, στη Ρώμη, στους Γερμανούς). Κοα παράλληλα μ' αυ-τόν το χωρισμό των ελεύθερων σε τάξεις ανάλογα με τον πλοΰτο που είχαν, σημειωνόταν ιδιαίτερα στην Ελλάδα μια τεράσηα αύξηση του αριθμού των δούλων1, που η αναγκα-στική δουλειά τους αποτέλεσε τη βάση που πάνω της υψώθη-κε το εποικοδόμημα όλης της κοινωνίας.

Ας δούμε τώρα η έγινε το καθεστώς των γενών μέσα σ' αυτή την κοινωνική ανατροπή. Στεκόταν ανήμπορο μπροστά στα νέα στοιχεία που ξεπήδησαν χωρίς τη συμβολή του. Προ-ϋπόθεσή του ήταν τα μέλη ενός γένους, ή και μιας φυλής, να είναι μαζί εγκαταστημένα στην ίδια περιοχή, να κατοικούν α-ποκλειστικά σ' αυτή. Αυτό είχε σταματήσει από καιρό. Πα-ντού τα γένη και οι φυλές είχαν ανακατωθεί, παντού κατοι-κούσαν δούλοι, επήλυδες, ξένοι ανάμεσα στους πολίτες. Η μόνιμη εγκατάσταση που είχε επιτευχθεί μόλις στα τέλη της μεοαίας βαθμίδας της βαρβαρότητας, παραβιαζόταν διαρ-κώς με τη μετακίνηση κοα την αλλαγή του τόπου κατοικίας που καθορίζονταν από το εμπόριο, την αλλαγή του βιοπορι-σακού επαγγέλματος και τις μεταβολές στην κυριότητα της γοαοκτησίας. Τα μέλη του γένους δεν μρορούσαν ma να συ-νέρχονται για να φροντίζουν για τις κοινές τους υποθέσεις. Μονάχα ασήμαντα πράγματα, όπως οι θρησκευτικές γιορτές, γίνονταν ακόμα όπως-όπως. Πλάι στις ανάγκες και τα συμ-φέροντα που για τη φροντίδα τους ήταν αρμόδια και κατάλ-ληλα τα γένη, με την ανατςοπή των συνθηκών βιοπορισμού και την αλλαγή της κοινωνικής διάρθρωσης που επακολού-θησε, γεννήθηκαν καινούργιες ανάγκες και νέα συμφέροντα,

1. Για τον αρι,θμό για την Αθήνα βλέπε πιο πάνω, σελ. 117. Στην Κόριν-θο, τον κοαρό της άνθησης της πόλης, ήταν 460.000, στην Αίγινα 470.000, και σης δυο περιπτώσεις ήταν δεκαπλάσιος από τον αριθμό των ελεύθερων πο-λιτών (σημ. του Ένγκελς). Βλ. σχετικά τη σελ. 145 αυτού του βιβλίου (σημ. τ. μετ.).

207

που όχι μόνο ήταν ξένα στο παλιό καθεστώς των γενών, αλ-λά και εναντιώνονταν με κάθε τρόπο σ' αυτό. Τα συμψέροντα των ομάδων των χειροτεχνών που δημιουργήθηκαν με τον καταμερισμό της εργασίας, οι ιδιούτερες ανάγκες της πόλης σε αντίθεση με την ύπαιθρο, απαιτούσαν νέα όργανα. Η κα-θεμιά απ' αυτές τις ομάδες, όμως, αποτελείτο από ανθρώ-πους που ανήκαν στα πιο διαφορετικά γένη, φρατρίες και φυλές, περιέκλεινε, μάλιστα, ακόμα και ξένους. Τα όργανα αυτά έπρεπε λοιπόν να σχηματιστούν έξω από τη διάρθρωση των γενών, πλάι σ' αυτήν και επομένως ενάντιά της. Και πά-λι σε κάθε οργάνωση γένους εκδηλωνόταν αυτή η σύγκρουση των συμφερόντων, που έφτανε στο αποκορύφωμά της στη συνένωση των πλ'ουσίων κοα των φτωχών, των τοκογλύφων και των οφειλετών μέσα στο ίδιο το γένος και την ίδια φυλή. Σ' αυτά προστέθηκε η μάζα του νέου πληθυσμοΰ, που ήταν ξένος στις ομάδες των γενών, που όπως στη Ρώμη μπορούσε να γίνει μια δύναμη στη χώρα και που σύγχρονα ήταν τόσο πολυάριθμη που δεν μπορούσε να απορροφηθεί σιγά-σιγά α-πό τα εξ αίματος συγγενικά γένη κοα τις φυλές. Απέναντι σ' αυτή τη μάζα ορθώνονταν οι οργανώσεις των γενών σαν κλειστά, προνομιούχα σώματα. Η αρχική αυθόρμητη δημο-κρατία είχε μετατραπεί σε μισητή αριστοκρατία. Τέλος, το σύστημα των γενών είχε ξεπηδήσει από μια κοινωνία που δεν γνώριζε εσωτερικές αντιθέσεις και ταίριαζε μονάχα σε μια τέτοια κοινωνία. Δεν είχε άλλο μέσο καταναγκασμού εκτός από την κοινη γνώμη. Εδώ όμως είχε δημιουργηθεί μια κοι-νωνία πον εξοατίας όλων των οικονομικών της όρων ζωής έ-γινε ανάγκη να διασπαστεί σε ελεύθερους και δούλους, σε πλούσιους που ασκούσαν εκμετάλλευση και φτωχούς που δέχονταν εκμετάλλευση, μια κοινωνία που όχι μόνο δεν μπο-ρούσε ξανά να συμφιλιώνει αυτές τις αντιθέσεις, αλλά που α-ναγκαστικά τις έσπρωχνε όλο και περισσότερο στα άκρα. Μια τέτοια κοινωνία μπορούσε να υπάρχει μονάχα είτε σε α-διάκοπη ανοιχτή πάλη αυτών των τάξεων μεταξύ τους, είτε κάτω από την κυριαρχία μιας τρίτης δύναμης που στεκόταν φοανομενικά πάνω από τις αντι,μαχόμενες τάξεις, κατάστελ-λε την ανοιχτή τους σύγκρουση και επέτρεπε να γίνει η ταξι-κή πάλη το πολύ-πολύ στο οικονομικό πεδίο, με τη λεγόμενη

208

νόμιμη μορφή. To καθεστώς των γενών είχε φάει τα ψωμιά του. Είχε τιναχτεί στον αέρα από τον καταμερισμό της εργα-σίας και από το αποτέλεσμα αυτού του καταμερισμού από τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Αντικαταστάθηκε από το κράτος.

Εξετάσαμε πιο πάνω μια-μια τις τρεις κΰριες μορφές ό-που το κράτος υψώνετοα πάνω στα ερείπια του καθεστώτος των γενών. Η Αθήνα παρουσιάζει την καθαρότερη, την κλα-σικότερη μορφή: Εδώ'ξεπηδάει το κράτος άμεσα και κυρίως από τις ταξικές αντιθέσεις, που αναπτΰσσονται μέσα στην ί-δια την κοινωνία των γενών. Στη Ρώμη, η κοινωνία των γε-νών γίνεται μια κλειστή αριστοκρατία ανάμεσα σ' ένα πο-λυάριθμο όχλο που βρίσκεται έξω απ' αυτή, χωρίς δικαιώμα-τα, αλλά γεμάτος από υποχρεώσεις. Η νίκη του όχλου τινάζει στον αέρα το παλιό καθεστώς των γενών και εγκαθιδρύει στα ερείπιά του το κράτος, που σΰντομα απορρόφησε ολότελα και τα δυο, την αριστοκρατία των γενών και τον όχλο. Τέλος, στους γερμανούς νικητές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ξε-πηδάει το κράτος άμεσα από την κατάκτηση μεγάλων ξένων περιοχών, που το σύστημα των γενών δεν προσφέρει κανένα μέσο για τη διακυβέρνησή τους. Επειδή όμως με αυτή την κα-τάκτήση δεν συνδέετοα οΰτε σοβαρός αγώνας με τον παλιό πληθυσμό, ούτε πιο προχωρημένος καταμερισμός της εργα-σίας, επειδή η βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης των κατα-κτημένων και των κατακτητών είναι περίπου η ίδια, και η οι-κονομική βάση της κοινωνίας μένει επομένως η παλιά, γι' αυ-τό μπορεί η συγκρότηση των γενών να εξακολουθεί να υπάρ- * χει για πολλούς αιώνες με αλλαγμένη, εδαφική μορφή σαν συγκρότηση της αγροτικής κοινότητας (Markverfassung) και ακόμα μπορεί ν' ανανεώνεται για ορισμένο χρονικό διάστη-μα με εξασθενημένη μορφή στα μεταγενέστερα γένη των ευγε-νών και των πατρικίων, μάλιστα ακόμα κοα στα γένη των χω-ρικών, όπως στο Ντίτμαρσεν'.

1.0 πραπος ιστοριογράφος που είχε τουλάχιστον μια κατά προσέγγιση

—209 —

To κράτος δεν είναι, λοιπόν, σε καμιά περίπτωση μια δύ-ναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απέξω. To κράτος δεν είναι επίσης η «πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας», η «εικό-να και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου», όπως ισχυρίζε-ται ο Χέγκελ'. To κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορι-σμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυ-τή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον ε-αυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είνοα ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθείρουν αυ-τές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα τον εαυτό τους και την κοινωνία σ' έναν άκαρ-πο αγώνα, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέ-κεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρου-ση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξης». Και η δύ-ναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετή-θηκε πάνω απ' αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενω-νόταν απ' αυτήν, είναι το κράτος.

Απέναντι στην^αλιά οργάνωση των γενών το κράτος χα-ρακτηρίζεται πρώτα από to χωρισμό των υπηκόων του κατά εδαφική περιοχή. Οι παλιές κοινότητες γενών που σχηματί-ζονταν και συγκρατοΰνταν με δεσμούς οάματος είχαν γίνει, όπως είδαμε, ανεπαρκείς στο μεγαλύτερό τους μέρος, γιατί προϋπέθεταν το δέσιμο των συντρόφων σε μια ορισμένη πε-ριοχή, πράγμα που από καιρό είχε πάψει να υπάρχει. Η πε-ριοχή είχε παραμείνει, αλλά οι άνθρωποι είχαν γίνει μετακι-νούμενοι. Πήραν λουιόν το χωρισμό των περιοχών σαν αφε-τηρία και έβαλαν τους πολίτες να εκτελούν τα δημόσιά τους δικοαώματα και καθήκοντα εκεί όπου πήγαιναν να εγκατα-σταθούν, χωρίς να παίρνουν υπόψη τα γένη κοα τις φυλές. Αυτή η οργάνωση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο διαμο-νής είναι κοινή σε όλα τα κράτη. Γι' αυτό μας φαίνεται φυσι-κή. Είδαμε όμως πόσο σκληροί κοψ μακρόχρονοι αγώνες

αντίληψη της ουσίας του γένους ήταν ο Νίμπουρ, κι αυτό το χρωστάει κα θώς και. τις πλάνες του που τις άνχλησε άμεσα από εκείστη γνωριμύχ του με τις συγγενικές κοινότητες του Ντίτμαρσεν (σημ. του Ένγκελς).

1. Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts, παρ. 257 και 360. H πρώτη έκδοση αυτού του έργου έγινε στο Βερολίνο το 1821 (σημ. γερμ. σύντ.).

— 210 —

χρειάστηκαν, ώσπου να μπορέσει να μπει στη θέση της πα-λιάς οργάνωσης των γενών στην Αθήνα και τη Ρώμη.



Συνέχεια: http://booksgreek.blogspot.com/2010/05/4_03.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου