Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Χρήστος Μπρατάκος - ΜΑΤ: Οι Κρανοφόροι (ολόκληρο το βιβλίο)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΤΑΚΟΣ
MAT
ΟΙ ΚΡΑΝΟΦΟΡΟΙ


Τό βιβλίο αύτό άναφέρεται σέ ύπαρκτά πρόσωπα κω'σέ πραγματι-κά γεγονότα τά όποϊα όιαδραματίσθηκαν άπό τόν Μώο τοϋ 1975 'έως τόν Άπρίλιο τοΰ 1981. Γράφτηκε τό 1982, άλλά δέν κοκλοφό-ρησε γιά διάφορους λόγους.

Εΐσαγωγή
Ήσυχία, τάξη καί άσφάλεια. Τρεΐς μαγικές λέξεις, πού δταν τίς προφέρεις φωναχτά λειτουργοΰν περίπου σάν τό «αμπρα-κατάμπρα» της Καμπάλα. Έπειδή δμως κανείς ποτέ δέν μπόρεσε νά τίς προφέρει άρκούντως δυνατά, τόσο πού ό λόγος νά γίνει πράξη ώς διά μαγείας, ό κόσμος μας συνεχίζει νά είναι άνησυχος, άτακτος καί άνασφαλής, πράγμα πού ώς γνωστόν κάνει πάρα πολύ κακό στήν ύγεία τών φιλήσυχων πολιτών, πού άπεχθάνονται τήν άταξία καί τήν άνασφά-λεια. Καί γι' αύτό, οί φιλήσυχοι πολίτες, πλήν τών βαρβιτουρικών πού έξασφαλίζουν «έσωτερική» ήρεμία, έφεΰραν καί τήν άστυνομία πού έξασφαλίζει «έξωτερική» ήρεμία. Κατά κάποιον τρόπο, ή άστυ-νομία εΐναι φάρμακο δραστικό καί άποτελεσματικό πού δμως, οπως δλα τά δρασταίο φάρμακα, άλλους ώφελεΐ κι δλλους βλάπτει, περισσότερο ή λιγότερο, άνάλογα μέ τήν ταξική τους τοποθέτηση. Σύμφωνα μέ τά παραπάνω κανείς δέν θά μποροϋσε νά ΐσχυριστεΐ πώς ή άστυνομία εΐναι ενα «κακόν καθ' ήμας, κακόν καθεαυτόν», δπως θά έλεγε καί ό πονηρός γερο-Κάντ, πού σάν νομοταγής πολίτης ένός βάναυσου κράτους εΐχε μιά κρυφή άγάπη γιά τήν άστυνομία, πού θά κληρονομήσει κι ό Χέγκελ, άλλά γιά λόγους πολύ διαφορετι-κούς: Τήν θεωροθσε άναγκαία γιά τήν διά τής έξουσίας κοσμικο-ποίηση τοϋ Παγκόσμιου Πνεύματος, πού εΐναι δύσκολο νά σταθεί στή γή χωρίς τήν άποτελεσματική έπέμβαση χοΰ βούρδουλα. Νά λοιπόν, πού ή ' Αστυνομία εΐναι ταγμένη, πράγματι, στήν ύπηρεσία τοΰ πνεύματοςϋ!
Άλλά αύτά τά ώραΐα συμβαίνουν μόνο στό έπίπεδο της ύψηλής φιλοσοφίας. Στό έπίπεδο τής ταπεινής πραγματικότητας ή άστυνο-μία έντέλλεται νά κατευνάσει τά πνεύματα μέ τόν δι.κό της τρόπο —όπότε καί πάλι μπαίνει στήν ύπηρεσία τοΰ πνεύματοςϋ!— κάθε φορά ποΰ αύτά άνάψουν άπό μιά όποιαδήποτε αίτία, πού συνήθως
7
εΐναι ΰπέρ τό δέον πεζή! Κατά κανόνα τό «κινοϋν αΐτιον» τής άταξίας εΐναι ή πείνα ή τό φάσμα τής πείνας ή ό άγώνας γιά τήν έξάλειψη της πείνας.
"Αν ή Άστυνομία, νοουμένη ώς Σώμα ένιαΐο καί άδιαίρετο, εΐναι έπιφορτισμένη μέ τόν «κατευνασμό τών πνευμάτων», πού δυστυχώς κατοικοϋν πάντα σέ ένιαϊα καί άδιαίρετα καί έξαιρετικά εύαίσθητα στόν πόνο πού προκαλεΐ τό γκλόμπ σώματα, ή «εΐδική άστυνομία» εΐναι έπιφορτισμένη μέ εΐδικές κατευναστικές άποστολές. Ύπάρ-χουν πολλών κατηγοριών εϊδικές άστυνομίες, άκόμα καί έπιστημονι-κές (γιά φαντάσου!!!). "Ομως ή πιό είδική άπ' δλες τίς εΐδικές άστυνομίες εΐναι αύτή πού φέρει τόν εΰηχο τίτλο «Μρνάδες Άποκα-ταστάσεως Τάξεως», γνωστη κυρίως μέ τή συντομογραφία MAT, πού ήχητικά παραπέμπει στόν γνωστό δρο πού καθορίζει τό φινάλε μιας παρτίδας σκακιοϋ. Δέν πρόκειται, άκριβώς, γιά λογοπαίγνιο. Γιατί τά MAT εΐναι έπιφορτισμένα μέ τόν δύσκολο ρόλο τοϋ «γκράν φινάλε» σέ μιά εύρύτερη άστυνομική έπιχείρηση, πού μπορεϊ νά άρχίσει μέ μιά εΰγενική σύσταση τοϋ είσαγγελέα μέ τή ντουντούκα πρός τούς «άνήσυχους» καί νά καταλήξει άκόμα καί σέ εναν ή περισσότερους φόνους «άνησύχων», πού έπιτέλους ήσυχάζουν γιά τά καλά. Τουλάχιστον αύτοί εΐναι βέβαιο πώς «δέν θά τό ξανακάνουν». Δυστυχώς δμως οί έπιζώντες τό ξανακάνουν, κι αύτό σημαίνει πώς ό ρόλος τών MAT εΐνοα διαρκής καί πάντα χρήσιμος. Τόσο χρήσιμος πού είναι ν' άπορεΐ κανείς γιατί αύτές οί περίφημες Μονάδες έμφανίστηκαν στήν Ίστορία πάρα πολύ άργά, μόλις τό 1968, ϋστερα άπό τόν «γαλλικό Μάη» καί ώς συνέπεια τοθ «γαλλικοΰ Μάη».
"Ομως ή άπάντηση στήν παραπάνω άφελή ίστορική άπορία εΐναι μαλλον ευκολη: Τά MAT εΐναι στήν πραγματικότητα οί «άντικομά-ντος τών πόλεων» καί έμφανίστηκαν σάν τό «νόμιμο» άντίδοτο στούς παράνομους «κομάντος τών πόλεων». Τά MAT εΐναι γιά τήν άστυνο-μία δ,τι καί τά ΛΟΚ γιά τό στρατό. Εόέλικτες μονάδες κρούσεως πού περιφρονοΰν τούς κλασικούς κανόνες τής μάχης, τούς καθορισμέ-νους μιά γιά πάντα άπό τόν φόν Κλαούζεβιτς.
Μ' αλλα λόγια, τά MAT πατάσσουν τήν άταξία διά τής άταξίας, κι άπό αύτή τήν αποψη δροϋν σάν όμοιοπαθητικό φάρμακο. Kt δπως ή παραμικρή παρέκκλιση άπ' τήν καθορισμένη δοσολογία στό δμοιοπαθητικό φάρμακο εχει τραγικές συνέπειες γιά τόν άρρωστο,
8
ετσι καί ή παράμικρή παρέκκλιση άπ' τήν προδιατεταγμένη βίατών MAT εχει τραγικές συνέπειες γιά τήν άποκατάσταση τής τάξης, πού είναι πάντα τό ζητούμενο άπ' τήν άστυνομία. Γιατί ή βία κλιμακώνε-ται εϋκολα καί ό δέρων μπορεϊ εϋκολότατα νά μεταβληθεϊ σέ δερόμενο. Αύτό σημαίνει πώς οί άνδρες τών MAT πρέπει νά έκπαι-δευτοΰν δχν μόνο στό νά δέρνουν άλλά καί στό νά δέρνονται, καί αύτό δυσχεραίνει τή στρατολόγηση σέ τούτη τήν έξόχως σαδομαζο-χιστική άστυνομική δΰναμη.
Βλέπουμε λοιπόν πώς τό ένδιαφέρον στή μελέτη τής ζωής καί τής δράσης ένός ανδρα τών MAT εΐναι πολλαπλό: Κοινωνικό, πολιτικό, ήθικό, ψυχολογικό, άκόμα καί ίστορικό. Ή στολή τοΰ άνδρα τών MAT σέ ώρα μάχης παραπέμπει άπ' εύθείας στήν άρχαιότητα, τότε πού οί μάχες δίνονταν σωμα μέ σώμα, δπως άκριβώς θά γίνεται καί στό μεταπυρηνικό μέλλον γιά νά κλείσει ετσι ό ίστορικός κύκλος καί οί καινούριοι κρανοφόροι νά συναντήσουν τούς προγόνους τους, πού τούς ξέραμε μόνο άπ' τίς παραστάσεις στά άγγεϊα. Έπιτέλους σήμερα, χάρη στά MAT, εχουμε μιά σαφέστερη ΐδέα τοϋ τί σημαίνει μάχη σώμα μέ σώμα, καί συνεπώς μποροϋμε νά έκτιμήσουμε καλύτε-ρα, μέσα άπό μιά σύγχρονη άναπαράσταση, τό τί άκριβώς εγινε, δς ποϋμε, στή μάχη τών Θερμοπυλών. Λοιπόν, «οί τριακόσιοι τοΰ Λεωνίδα μδς κοιτοϋν, κι δλοι μας χειροκροτοθν», δπως λέει καί τό γνωστόν έθνικοπατριωτικόν άσμάτιον, πού ό συνθέτης του τό συνέ-θεσε πρίν άπό τή σύνθεση τών MAT, άλλά πού θά μποροϋσε θαυμάσια νά γίνει ό ϋμνος τών MAT.
Έμεΐς οΐ άπ' έξω γνωρίζουμε τά MAT μόνο άπ' εξω. "Οταν έρχόμασταν άνημέτωποι μέ τούς κρανοφόρους άδιαφορούσαμε πλή-ρως γιά τό πρόσωπο πού κρύβεται πίσω άπό τό προστατευτικό άπό τήν όργή τοϋ λαοΰ κράνος. Ό ανδρας των MAT δέν ήταν άκριβώς ανδρας, άλλά ενα γρανάζι σέ μιά άπρόσωπη μηχανή ποΰ τήν βλέπαμε νά λειτουργεϊ σ' δλο της τό φριχτό μεγαλεΐο.
Έγώ τουλάχιστον σκεφτόμουν πολύ σοβαρά πώς τό κρυμμένο πίσω άπό τή μάσκα κτήνος δέν είναι παρά ενα σχεδόν κυριολεκτικά κτήνος πού εΐχε κρυμμένη τήν οΰρά του ϊσα ϊσα γιά νά μας παραπλανήσει καί νά τό νομίζουμε άνθρωπο.
Μέχρι πού επεσε στά χέρια μου τό χειρόγραφο ένός αύτοβιογρα-φικοϋ κειμένου πού τό εγραψε ένας πρώην ανδρας τών MAT, ό
9
Χρήστος Μπρατάκος. 'Η πρώτη μου ίκπληξη ήταν ή διαπίστωση πώς κάποιο άπό αϋτά τά κτήνη γνωρίζει δχι μόνο άνάγνωση —αύτή μαλλον εΐναι εϋκολη δουλειά, εΰκολη άκόμα καί γιά άστυνομικό— άλλά καί γραφή πού εΐναι δύσκολη δουλειά καί έντελώς όίχρηστη γιά Ιναν άστυνομικό πού τό μόνο χρήσιμο πράγμα πού θά εΐχε νά γράψει μέ τό άλφάβητο πού εμαθε στό δημοτικό θά ήταν ένδεχομένως «τά στοιχεΐα» μας. Νά λοιπόν ενας πρώην άστυνομικός πού έκτός άπό άνάγνωση γνωρίζει, παραδόξως, καί γραφή. (Ξέρετε γιατί οΐ άστυνο-μικοί παν δυό δυό; Διότι, λέει τό άνέκδοτο, ό δνας ξέρει άνάγνωση καί ό αλλος γραφή. Είναι δύσκολο γιά έναν άστυνομικό νά τά κάνει καί τά δυό μαζί.)
'Η δεύτερη δκπληξη πού μοδ προκάλεσε τό χειρόγραφο τοϋ Μπρατάκου ήταν ή διαπίστωση πώς οί δνδρες τών MAT εΐναι, άπλούστατα, σκληρά, σκληρότατα έργαζόμενοι δνθρωποι ποΰ δέν μπόρεσαν νά βροΰν μιά πιό άνετη δουλειά. ΕΙναι τόσο εϋκολο νά γίνεις «κυνηγός κεφαλιών» οταν πεινας τ\ δταν σέ κυνηγάει έκεΐνο τό καταραμένο φάσμα τής πείνας!
Μ' άλλα λόγια, οί δνδρες τών MAT εΐνοα τό ϊδιο διωκόμενοι μ' αύτούς πού διατάσσονται νά διώξουν γιά τό μεροκάματο, ώς καλοί μισθοφόροι. Ξαφνικά συνέλαβα τόν έαυτό μου νά «συμπαθεΐ» τούς διώκτες μου μιας όλόκληρης ζωης. ('Η πρώτη μου μνήμη σάν άνθρώπου εΐναι μιά ερευνα τής άστυνομίας στό πατρικό σπίτι. Ψάχναν γιά κομμουνιστικά βιβλία. 'Ynfjpxav σωρός, άλλά στό τέλος πήραν τήν έγκυκλοπαίδεια τοϋ ΠυρσοΟ γιατί εΐχε κόκκινα έξώφυλλα! Τίς λεπτομέρειες τούτης τής πρώτης μου μνήμης μοϋ τίς εΐπε ό πατέρας μου πολλά χρόννα άργότερα.)
Ό άντίπαλος, λοιπόν, εΐναι κι αύτός δυστυχής. Μόνο πού δέν εχει συνείδηση τής άπεραντοσύνης τής δυστυχίας τοϋ νά εΐσαι θύμα πού πιστεύει στό ρόλο τοϋ θύτη• καί δέν ύπάρχει τίποτα πιό τρομερό άπ' τόν σκλάβο πού περνιέται γιά άφέντη, λέει ό Νίτσε. Πώς λοιπόν κατάφεραν νά πείσουν τοϋτα τά παιδιά μέ τήν άπέραντη άνασφάλεια πώς εΐναι ανθρωποι ίσχυροί καί δυνατοί; Δίνοντάς τους τό δικαίωμα νά έξουσιάζουν τούς αοπλους καί καλύπτοντας τούτη τή δύναμη μέ νόμους πού δέν προστατεύουν παρά μόνο τά άφεντικά δλων μας. Ό σκλάβος τοθ άφέντη νιώθει άφέντης άπ" τη στιγμή πού θ' άδράξει
10
ενα δπλο fj ενα γκλόμπ, καί θά τοΰ ποϋν πώς μ" αύτά μπορεΐ νά γίνει «αρχων τοϋ πεζοδρομίου».
Ό Μπρατάκος εΐναι 'ένας τέτοιος αύτοκαθαιρεμένος πρώην «άρ-χων τοϋ πεζοδρομίου» πού κάποτε κατάλαβε τήν άπάτη καί «άνένη-ψε». Γιά νά μας δώσει τούτη τήν πάρα πολύ ένδιαφέρουσα μαρτυρία τής περιπέτειάς του. Τήν όποία κάπου-κάπου έπιχειρεϊ νά τή λογοτε-χνικοποιήσει. "Ομως ή άξία αύτοθ τοΰ βιβλίου δέν βρίσκεται στίς δποιες λογοτεχνικές προθέσεις. Βρίσκεται στή σπανιότητα μιας έξαιρετικά χρήσιμης μαρτυρίας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ
11
Πρωτεύουσα, 1974
Ή γυναικεία φωνή, βαριά, έπιτακτική, άκούγεται άπό τό τηλέφωνο.
—Σ' τό ξαναλέω, Χρήστο μου, είναι εύκαιρία! Έγώ ξέρεις ότι σ' έχω σάν παιδί μου. "Ο Γιωργάκης μου, δταν φτάσει στήν ήλικία σου, έκεΐ θά τόν στείλω.
Ό Χρήστος κρατάει τ' άκουστικό τοϋ τηλεφώνου, ένώ εϊναι διπλωμένος στά δΰο άπό τόν πόνο. Οί καοϋρες καί oi γαστρίτιδες δέν τόν άφήνουν σέ ήσυχία, στά δεκαοχτώ του χρόνια. Άναρωτιέται τί νά φταίει προηνιάτικα καί τόν πονάει τό στομάχι του. Αύτά πού άκούει τώρα; Τό μυαλό του μέ τίς μόνιμες μαΰρες σκέψεις; "Η τό πρωινό; — δυό αύγά τηγανητά μέ κεφαλίσιο. — Μπά, συλλογιέται, άπ' τό πρωινό θά μέ πόναγε ή κοιλιά μου, δχι τό στομάχι μου. Τό κωλομυαλό μου φταίει, πού μέ τήν παραμικρή αίτία μέ κάνει δίνω κάτω.
Ή γυναικεία φωνή γίνεται άπότομα στριγγλιά. Ό Χρή-στος τραβάει τρομαγμένος τ' όκουστιιο άπό τό κόκκινο, ίδρωμένο του αύτί.
—Βρέ Χρήστο, μέ παρακολουθεΐς; "Η σέ πήρε ό υπνος op6to;
—Ναί, ναί, θεία..., σέ παρακολουθώ. — Πώ, πώ... κάτι θά εΐπε ή χοντρή καί έγώ σκεφτόμουν τόν πόνο μου, συλλογιέται.
—Ώραΐα, τί θά κάνεις; Θέλω νά μοϋ άπαντήσεις τό συντομότερο, γιά νά προλάβει ό θεΐος σου, πού ύπηρετεϊ στό μηχανοκίνητο, νά καταθέσει τά χαρτιά σου. Μήν ξεχνας καί τή μυωπία σου, θέλει γερό μέσον!
12
Έκτός τών δλων άλλων κακών, είμαι καί γκαβός, συλλο-γιέται ό Χρήστος, διπλωμένος στά δυό άπό τόν πόνο.
—Έντάξει, θεία, θά σέ πάρω αυριο νά σοΰ πώ. Θέλω νά τό ξανασυζητήσω μέ τούς γονεΐς μου.
—Καλά, θά περιμένω. Χαιρετίσματα στούς δικοΰς σου. Νά μοϋ φιλήσεις τή μαμά σου.
—Εύχαρίστως, θεία, γειά σου.
Κατεβάζει τ' άκουστικό, όρθώνεται. Στό πρόσωπό του σχηματίζεται γκριμάτσα πόνου. Μουρμουράει: "Ακου άστυ-φύλακας, μπάτσος! Έγώ μπάτσος! Γιά φαντάσου! Χασκογε-λάει.
Άπό τή μισάνοιχτη πόρτα τής κουζίνας ή κυρία Όλυμπία εχει βγάλει τό κεφάλι της.
— Χρήστο, τρελάθηκες καί μιλας μόνος σου; Τί σοϋ ελεγε ή Μάκη;
—Βλακεΐες στό πάτερο. Σοΰ στέλνεν χαιρετίσματα καί φιλιά.
'Ο ήλιος εχει κρυφτεϊ πίσω άπό τίς κορφές τών δέντρων τοϋ αλσους Κολωνοΰ. 'Ο Χρήστος έχει ρίξει τό μακρύ του κορμί πάνω στό πολυκαιρισμένο παγκάκι. Τό κεφάλι του άκουμπάει στήν ξύλινη πλάτη. Τό μυωπικό του βλέμμα πεταρίζει άπό τή μιά κορυφή στήν αλλη, τών πευκων καί τών άλλων δέντρων, πού λικνίζονται άπό τό άεράκι σάν χρυσοκέντητες χορεύτριες τοΰ ήλιου.
Ό Χρήστος σκέφτεταν, πρέπει νά είμαι κλασικός τΰπος λατίνου έραστή... Δέν φτάνει πού τεμπελιάζω άπογευματιάτι-κα, δέν φτάνει πού εχω τό κορίτσι μου δίπλα, άλλά βλέπω καί τίς κορυφές τών δέντρων σάν κουνιστές φαρδόκωλες κυράδες. Αύτό θά πεΐ σεξουαλική πείνα, τά πάντα γύρω νά σοΰ θυμίζουν όρθόβυζες λυγερές ύπάρξεις. Όρθόβυζες...; πώς μοϋ 'ρθε; Ώραία λέξη.
13
Ή "Έλενα δίπλα του τόν παρακολουθεΐ πού χαζεύεν ετσν περίεργα πρός τά δέντρα, καθισμένος στό παγκάκι του. Είναι μελαχρινή, μετρίου άναστήματος. Τόν κτυπάει διακριτικά στόν ώμο, ψιθυρίζοντάς του στ' αύτί:
—Συγνώμη, κύριε Χρήστο, μ' έφερες έδώ γιά νά παρακο-λουθήσω πώς βολεΰεσαι στό παγκάκι ή γιά κάτι σοβαρό, πού μοΰ 'πες άπό τό τηλέφωνο;
'Ο Χρήστος άνακάθεται, περνάει τό χέρι του στήν άδύνατη πλάτη τής "Ελενας. Ή "Ελενα τραβιέται ένοχλημένη.
—Καλά, Χρήστο, δέν μπορεΐς νά κάτσεις σάν ανθρωπος, νά συζητήσουμε λίγο σοβαρά;
Ό Χρήστος νευριάζει, σταυρώνει τά χέρια του. —Δέν μπορώ νά καταλάβω τί διαβολοδεσμό εχουμε! Μή μέ άγκαλιάζεις, μή μέ χαϊδεΰεις, μή τό §να, μή τό άλλο... Καλά πού μάς άφήνεις καί σέ φιλαμε ποϋ καί ποϋ, εϊδάλλως...
— Ρέ Χρήστο, δέν άφήνεις τίς βλακεΐες- μέ εφερες έδώ νά συζητήσουμε κάτι σοβαρό ή νά μοϋ κάνεις παράπονα γιά τό δεσμό μας;
Ό Χρήστος ήρεμεΐ.
—Καλά, δίκιο έχεις. Θά σοΰ πώ τό σοβαρό, άλλά μήν βάλεις τίς φωνές. Πρόκειται γνά τήν Άστυνομία.
Ή "Ελενα γυροφέρνει τό κεφάλι της, σάν νά δέχτηκε χαστούκι.
—Τρελάθηκες; τοϋ λέει. Σοΰ έχω πεΐ νά μήν μοϋ λές γιά τήν άστυνομίο τίποτα. Ξανά τά ϊδια; Ξέρεις τά πιστεύω μου-τόσα τράβηξε ό πατέρας μου άπό δαύτους. Καί μετά, ρέ Χρήστο, εΐναι δυνατόν, νέος ανθρωπος μέ δνειρα και έπιδιώ-ξεις, νά μιλας γιά Άστυνομία; Μέ τήν Έμπορική τί θά κάνεις;
' Ο Χρήστος εχει άναψοκοκκινίσει, σάν νά τόν είδε ξαφνι-κά αύγουστιάτικος ήλιος.
— Ρέ "Ελενα, μέ ρωτας λές καί δέν ξέρεις. Τά 'παμε δέκα χιλιάδες φορές! Στήν Έμπορική δέν εγραψα καλά, τί νά
14
περιμένω; Μετά, ή Άστυνομία εΐναι καί μιά λύση: τόν στρατό τόν γλιτώνω, μεγάλη ύπόθεση γιά μένα, τίποτα βέβαια γιά σένα, μισθό θά παίρνω, σπίτι μου θά εΐμαι καί θά διαβάσω γιά νά ξαναδώσω στήν Έμπορική.
'Η "Ελενα μιλάει μέ τήν έπιθετικότητα τής δεκαεφτάχρο-νης ποΰ θέλει μεμιας νά γίνει γυναίκα.
—Είναι πολύ δύσκολο νά πετύχεις κάτι ξέχωρο άπό τήν άστυνομική ίδιότητα, γιατί θά σ' άλλάξει ριζικά. Δέν θά άναγνωρίζεις τόν έαυτό σου. Καί σ' τό λέω, έάν πάς στήν Άστυνομία, χωρίσαμε!
—Ώραία είσαι έσύ, τόν αλλον άπό τό έπάγγελμα τόν κρίνεις γιά νά τόν άγαπήσεις, λέει ό Χρήστος έκνευρισμένος.
—Χρήστο, ή Άστυνομία δέν είναι τυχαΐο έπάγγελμα, σ' τό 'χω ξαναπεΐ... Θά σοϋ άλλάξει ριζικά δλη τή ζωή.
—Σιγά... σιγά, φόρα πήρες — τήν διακόπτει ό Χρήστος• ποϋ βρισκόμαστε, στόν Μεσαίωνα; ' Επειδή δείρανε παλιά τό κουμμούνι τόν γέρο σου στήν ' Αστυνομία, τό πήραμε σχοινί-κορδόνι, πώς μέχρι τώρα πέφτει ξύλο;
'Η Έλενα κοιτάει εντονα τόν Χρήστο στά μάτια, κάτι θέλει νά τοΰ πεΐ, άλλά ή φωνή της πνίγεται. Σηκώνεται άπότομα προσπαθώντας νά συγκρατήσει τά ζεστά δάκρυα στά μεγάλα της βλέφαρα.
—Είχα τόσα όνειρα γιά έσένα, καί σύ μοϋ μιλάς γιά Άστυνομία...
Γυρνάει καί φεύγει τρέχοντας στό χωματόδρομο. Ή λε-πτοκαμωμένη σιλουέτα της χάνεται πίσω άπό τό πράσινο τών θάμνων καί τών δέντρων. Ό Χρήστος μένει άπελπιστικά μόνος. Μετά άπό λίγο συνέρχεται. Θυμώνει μέ τόν απυγμο χαρακτήρα του. Σιγομουρμουράει:
—Μαλαιασμένο, δέν φτάνει πού δέν μ' άφήνεις οΰτε τά βυζιά νά σοΰ τρίψω, μοΰ κάνεις καί ύποδείξεις. «ΕΙχα τόσα δνειρα γιά σένα καί σύ μοθ μιλάς γιά Άστυνομία»... Καί έγώ
15
Ιχω τόσα δνειρα γνά μένα, άλλά έτσι δπως εΐναν δύσκολη ή ζωή, μόνο μέ τά δνειρα θά μείνω.
Σηκώνεται στηριζόμενος στό παγκάκι. "Εχει μπερδέψει μέσα του τά δεκαεννιά του χρόνια μέ τά εβδομήντα. Κοιτάει πρός τίς σειόμενες κορυφές τών δέντρων, αύτές, ποΰ πρίν άπό λίγο εΐχε δεϊ νά χορεύουν δέν φαίνονται πιά, εχουν γίνει ενα μέ τό σκοτεινό ούρανό καί πέρασαν στήν άπεραντοσύνη. Γυρίζει πρός τό παγκάκι λέγοντας: Σ' εύχαριστώ γιά τή φιλοξενία.
Άργά κατηφορίζει στό χωμάτινο μονοπάτι. 'Η δροσερή άνάσα τών δέντρων εΐναι αΐσθητή στόν φιλόξενο χώρο τους.
Τό μεγάλο ρολόι τοϋ τοίχου ήχεΐ εξι φορές. 'Ο Χρήστος παραξενεύεται ποΰ εχει ξυπνήσει τόσο πρωί. Οί εγνοιες νίκησαν τήν ήρεμία του καί εδιωξαν τόν υπνο. Σπάνια ξυπνάει τόσο πρωί χωρίς τίς φωνές της μητέρας του.
Άνασηκώνεται λίγο καί βάζει στό στέρεό του, πού εϊναι στή βιβλιοθήκη δίπλα του, τόν δίσκο τών PINK FLOYD. Φοράει τά άκουστικά" χουζουρεύει.
Ό έντονος ήχος τής ρόκ τόν πλημμυρίζει, τά ήχητικά έφφέ τόν διεγείρουν πάντα ή μουσική τόν άναστάτωνε. Τώρα τήν εχει άνάγκη πιό πολύ άπό κάθε άλλη φορά.
Ή ' Αστυνομία είναι λύση καί πρόβλημα• εϊναι άβοήθητος. Οί γονεϊς του κρατανε θέση παθητική. ' Η μητέρα του εΐχε πεΐ τίς προάλλες: κάνε δ,τι σέ φωτίσει ό Θεός, ρώτα καί τόν πατέρα σου, παλιός άστυνομικός είναι. Ό πατέρας του αύ-στηρός, άπόμακρος πάντα άπό τά παιδιά του, άνήκει στούς ονκογενενάρχες πού είναι μόνο διαταγές, άναντίρρητες, πι-.στός λάτρης μιας νοοτροπίας άρρωστημένης.
'Ο Χρήστος δέν θά τολμοΰσε ποτέ νά ρωτήσει, γιατί θά
περίμενε μνάν άπάντηση —έάν άπαντοθσε βέβαια— ενρωννκή:
— Έσύ στήν Άστυνομία; "Ας γελάσω! Μέ τί προσόντα;
16
Άλλά νά μοϋ πεΐς! Κάποτε ήταν άστυνομία καί άστυνομικοί, τώρα εΐναι,... «βράσε δρυζα».
Άπό τήν αλλη ή θεία του, πού έπιμένει, εχοντας κάποιο, κατά βάθος, δίκιο: Τόσα ποαδιά δέν εΐναι μέ πτυχίο καί ψάχνουν παρακαλώντας γνά δουλειά;
Γιά τήν κοπέλα του τώρα; ΟΟτε νά τό σκέφτεταν εΐναι κουμμουνίστρια όργανωμένη.
Σιγά-σιγά ξεφεύγει άπό τίς νωθρές σκέψεις καί άφήνεται στά παλλόμενα κύμματα τών PINK FLOYD πού τόν φέρνουν σέ ένα μουσικό κόσμο πλούσιο σέ αϊσθήματα καί ερωτα. "Εναν κόσμο πλασματικό, πού δλο χορεύει ή χαίρεται, χωρίς νό-μους, κακίες, ϊσως χωρίς προκαταλήψεις.
Τελικά τήν άπόφαση νά δώσει στήν άστυνομία τήν πηρε μόνος, μέ βοηθήματα τό σφιγμένο στομάχι του, τή βασανιστι-κή άβεβαιότητα καί δλα τά στραβά τών δεκαοχτώ χρόνων.
Οί έξετάσεις στή Σχολή άστυφυλάκων, τών Ν. ΦΛαδελ-φείων, ήταν πολύ εΰκολες. Οί ύποψήφιοι ήταν τοΰ έπιπέδου πρώτης γυμνασίου ή άπόφοιτοι ίσότιμης τεχνικής σχολής. Ό Χρήστος, εχοντας τό άπολυτήριο τοϋ Γυμνασίου, ύπερ-κάλυπτε τίς άπαιτήσεις στίς έξετάσεις αύτές. Τό μεγάλο πρόβλημα, ή μυωπία του, λύθηκε ευκολα. Τά ραντεβού μέ τήν "Ελενα περιορίστηκαν στό επακρον, πρός άποφυγήν μπερδέ-ματος. "Επειτα, αλλο άπό φουσκοδεντριές καί χειροποίητες καταστάσεις δέν τοΰ πρόσφερε. Βέβαια ύπήρχε ό άντίλογος, άρεστός στόν Χρήστο, άλλά τώρα ήταν ή χειρότερη έποχή γιά τόν ψυχολογικά αστατο νέο, πού δέν ήξερε έάν αύτό πού κάνει εϊναι σωστό ή λάθος.
'Ο παππούς του, Θεός σχωρέσ' τον, ήταν Μανιάτης. Τοϋ 'λεγε λοιπόν σέ κάθε εύκαιρία:
—'Η ζωή εΐναι ενα φραγκόσυκο. Πρέπει νά τό πιάσεις
2
17
σωστά, νά τό καθαρίσεις σωστά, γιά νά φας τόν καρπό, πού εΐναι άνοστος καί γεμάτος κουκουτσάκια.
"Ο Χρήστος δέν τό ξεχνοΰσε αύτό, γιατί δσες φορές προσπάθησε νά καθαρίσει φραγκόσυκο γέμισε ψηλά άγκαθά-κια- ετσι έμενε πάντα στήν προσπάθεια.
Οΐ δεΐκτες τοΰ ρολογιοΰ έχουν φέρει τόν ήλιο στό κέντρο τοΰ γαλανοϋ ούρανοϋ. ' Ο Χρήστος ξαπλωμένος μέ τά ροΰχα στό μπαουλοντίβανο, κάτω άπό τό παράθυρο, προσπαθεΐ νά κρατήσει τά μάτια του άνοιχτά. "Εχουν κουραστεΐ άπό τό τρεχαλητό τους στίς άράδες δυσνόητου αρθρου, μέ τίτλο «Η ΒΙΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ», κάποιας έφημερίδας.
Οί άχτίνες τοϋ ήλιου, εύθΰγραμμα πνεΰματα, περνώντας τό τζάμι τοϋ παραθύρου, έχουν καταλάβει τό δωμάτιο, γεμίζο-ντάς το χρυσαφένια σκόνη, δημιουργώντας άτμόσφαιρα νύ-στας στόν ύποψήφνο δημόσνο ύπάλληλο. Ξαφνικά ή πόρτα άνοίγει μέ δύναμη- δροσερός άέρας είσρέεν στό δωμάτιο, διαλύοντας τή ζεστή άτμόσφαιρα, στροβιλίζοντας τή χρυσα-φένια σκόνη.
Ή κυρία Όλυμπία άνεμίζει εναν λευκό φάκελο στό δεξί της χέρι, ένώ στό άριστερό κρέμεται μιά νάιλον τσάντα, μέ;' ένα κουτί άπορρυπαντικό, δυό φραντζόλες ψωμί καί σερβιέ-τες.
—Χρηστο, συγχαρητήρια! Πέρασες! φωνάζει κόκκινη άπό χαρά.
Ό Χρήστος τραβάει τά μισόκλειστα μάτια του άπό τίς άράδες καί τή συγκεκριμένη λέξη «ϊμπεριαλισμός». Άφήνο-ντας τήν έφημερίδα, άνασηκώνεται, μουρμουρώντας:
—Ή κωλοφυλλάδα είναν κεντρώα, καί εχεν κουμμούνι άρθρογράφο!
Ή κυρία Όλυμπία έκνευρίζεται:
18
—Βρέ άναίσθητο παιδί, σοΰ λέω δτι πέρασες στήν Άστυ-νομία καί σύ μουρμουράς γιά κουμμούνια; Ό Χρήστος έχει σηκωθεΐ.
—Τό 'ξερα, ρέ μάνα! Μέ τέτοιο γλείψιμο θά εμπαινα στήν Άκαδημία Άθηνών, τής λέει καί τήν προσπερνάει βγαίνο-ντας άπό τό δωμάτιο.
Ή κυρία Όλυμπία εχει μείνει με άνοικτό τό στόμα, άκουμπισμένη πίσω στήν πόρτα.
Ό Χρηστος, στό χώλ, σκύβει πάνω στό τηλέφωνο σχημα-τίζοντας ενα νούμερο. Όρθώνετοα μέ τό άκουστικό στό αύτί.
—Παρακαλώ, άκούγεται ζεστή ή φωνή τής "Ελενας. Ό Χρηστος ξύνει άμήχανα τό κεφάλι του.
—Ναί, ξανακούγεται ή φωνή της "Ελενας.
—Έλα, "Ελενα, έγώ είμαι, άποφασίζει νά της μιλήσει.
—"Α! Γενά σου Χρήστο... Τί συμβαίνει; σοβαρεύει τή φωνή της ή 'Έλενα.
"Η διαβολεμένη γυναικεία διαίσθηση, συλλογιέται ό Χρη-στος, τό κατάλαβε δτι κάτι τρέχει πρίν νά πώ ότιδήποτε. Παίρνοντας κουράγιο χωρίς νά ξέρει άπό ποϋ, τής λέει:
—"Ελενα, πέρασα... ναί, πέρασα... Πέρασα στήν Άστυ-νομία!
Άπό τήν άλλη ακρη τοΰ σύρματος δέν άκούγεται τίποτα. Λές καί ή άπόσταση δεκαπλασιάστηκε. Τελικά άπαντάει σιγανή ή φωνή τής "Ελενας.
—Καλά... ποΰ... πότε... έδωσες;
— Έδώ κι ένα μήνα, λέει σταθερά ό Χρήστος.
—Καλά-καλά, άκούγεται πιό ζωηρή ή φωνή τής "Ελενας. Κατάλαβα! Σοϋ εΰχομαι καλή σταδιοδρομία. Άλλά σέ παρα-καλώ —ή φωνή χάνει τήν ζωηράδα της— μήν μέ ξαναπάρεις τηλέφωνο. Γειά σου!
Ή γραμμή άδειάζεν μεμιάς, μαζί μέ τήν αίσνοδοξία τοΰ Χρήστου, πού ψιθυρίζει:
—Λές νά μέ άγαποϋσε πραγματικά τό μαλοκισμένο; Καί
19
νά ένδιαφερόταν σωστά γιά τό μέλλον μου; Δέν βαριέσαι... Άπό δώ καί πέρα θά τά φτιάχνω μέ κοπέλες δεξιών φρονη-μάτων.
20
Έπαρχία, 1974
'Ο χωριάτνκος ήλιος, κάνει ζώα καί άνθρώπους νά κρύβο-νται στίς σκιές. Μόνο ένας παπάς άνεβαίνει γοργά τό κακο-τράχαλο μονοπάτι. ΕΙναι ό παπα-Στεφανής, αξιος ίερωμένος τής μητρόπολης τών Άθηνών μέχρι πρότινος. Σέ μιά συνέ-λευση εΐχε άποκαλέσει «πούστη» εναν έπίσκοπο, μέ άποτέλε-σμα νά πάρει δυσμενή μετάθεση. Βέβοαα, μποροϋσαν καί νά τόν ξυρίσουν άκόμα, άλλά εΐχε καί εχει δυνατές γνωριμίες στήν Άθήνα, γιατί εΐναι όρθολόγος καί δραστήριος ίερωμέ-νος. Ήταν καί παραμένει πούστης καί ό έπίσκοπος, έτσι ό παπα-Στεφανής βρέθηκε στό Πανωχώρι καί τό Κατωχώρι, άφήνοντας πίσω τό παρελθόν, άλλά δχι καί τίς δραστηριό-τητες.
Μέ τίς γνωριμίες του στήν Άθήνα, βοηθάει τούς κατοί-κους τών δύο χωριών πιό πολύ καί άπό τούς προέδρους.
Τώρα εχοντας σηκωμένα τά ράσα του <8ς>ς σκοπός τών MAT είναι ή καταστολή έκνόμων ένεργειών τών έξτρεμιστικών στοιχείων, πού δροϋν σέ κάθε διαδήλωση ή συγκέντρωση. Γιά νά έπιτευχθεΐ αύτό, τά MAT άποτελοϋνται άηό νέα άτομα μέχρι 28 έτών γυμνασμένα καί ύγιή, μέ έξάρτυση άσπίδα, άπό άνθεκτική πλαστική υλη έλαφριά, κράνος μέ προστατευτική ζελατίνα γιά τό πρόσωπο. Όλόσωμη φόρμα, μπότες, περίστροφο μέ στρατιωτική ζώνη καί γκλόμπς έβδομήντα πόντους άπό καουτσούκ. Καταλαβαί-νετε δτι πρόκειται γιά άστακό καί δχι γιά πολιτσμάνο.
Τά MAT χωρίζονται σέ διμοιρίες καί κινοΰνται σέ είδικά λεωφορεΐα μέ σύρματα προστατευτικά στά τζάμια, φάρο, σειρήνα, προβολέα, πού λέγονται «κλοΰβες».
' Ο κύρνος σκοπός τών MAT ειναι νά βρίσκονται σέ άπόστα-ση άπό τόν κόσμο γιά νά δημιουργοϋν γυρω τους άτμόσφαιρα δυνάμεως, κύρους καί άποτελεσματικότητας, ώστε μέ τή θέα τους καί μόνο νά κόβονται τά πόδια κάθε θερμόαιμου νέου. Ξύλο θά πέφτει μόνο σέ έξαιρετικές περιπτώσενς κν δταν
46
εχουν φτάσει τά πράγματα στ' ακρα. Άπ' δ,τι ειπε ό ϋπουρ-γός, αύτή ή ύπηρεσία θά παίρνει ενα έπίδομα έπικινδύνου έργασίας. Σάν κύρια άπασχόληση στίς ήμέρες θά εχει τή γυμναστική στόν "Αγιο Κοσμά. ' Η πειθαρχία θά είναι στρα-τιωτική. Αΰτά εϊχα νά σας πώ. Εύχαρνστώ πού μέ άκούσατε, γειά σας.
Φεύγει άπό τήν αί'θουσα καί οί μαθητές μαζεύονται παρέες παρέες σέ τρία-τέσσερα θρανία. 'Η παρέα μας συζητάει εντονοτ τό λόγο έχει ό Μυτιληνιός.
—Λέτε νά φοβοθνται καμιά άναμπουμπούλα; Πάντως δ,τι καί νά 'ναι τά MAT θά εΐναι καλή ύπηρεσία, δλη τήν ήμέρα γυμναστική καί ταβλάκι θά εΐναν.
Ό Μίμης, πού δείχνει ένθουσιασμένος άπό τή νέα ύπηρε-σία, ξεσπαθώνει.
—Οϋτε μηνύσεις, οΰτε τίποτα, σΰν τό δημοκρατικό ξύλο δποτε λάχει.
—"Ασε, Μίμη, τίς βλακεΐες καί τά πράγματα δέν είναι τόσο άπλά. 'Ο κόσμος δέν εΐναι δπως παλιά, πού εβλεπε τόν άστυφΰλακα «γκιουλέκα»• τώρα ό κόσμος εχει άποθρασυνθεΐ. Τήν άλλη φορά σ' έναν τοΐχο στήν Ποσειδώνος εΐχαν γράψει μέ σπρέι «ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΑΔΕΣ ΚΑΙ ME Τ ANTE-PA ΤΟΥΣ ΝΑ ΠΝΙΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ».
—Καλά, ψηλέ, μή νομίζενς δτι στό Τμήμα κάνοντας τετράωρο είναι καλύτερα.
Μπαίνει στή συζήτηση ό Παναγιώτης (κουτσός):
—Μήν τό συζητατε, τά MAT θά ειναι καλή ύπηρεσία. Μακάρι νά επαιρναν καί μένα, άλλά, βλέπεις, εχω τό κωλόπο-δό μου.
— Άλήθεια, ρέ Πανο, πώς σέ πήραν στό σώμα; λέει γελώντας ό Γιώργος (Λαμιώτης).
—Ρέ Λαμιώτη, έσένα σέ πήραν μέ κάλο στό κεφάλι καί δέν θά 'παιρναν έμένα; "Ολοι γελανε.
«
—Ρέ, άκούγεται κάποιος άπό άλλη παρέα. "Ερχεται ό Μανωλιός φουριόζος, κάτι νέο μας φέρνει άπό τό γραφεΐο. Μπαίνει ό Μανωλιός φωνάζοντας δυνατά.
—Σύντεκνοι, αΰριο τό πρωί θά μάθουμε ποιούς πήραν στά MAT.
Πρωινή πρώτη ώρα, στήν αΓθουσα δλοι οί μαθητές περιμέ-νουν τόν "Αλφα πού διασχίζεν τό προαύλιο χωρίς νά βιάζεται. Φτάνει κάποτε στήν αϊθουσα. Άνεβαίνει στήν εδρα.
—Καλημέρα, λεβέντες τών MAT. Θά σας πώσήμερα ποιοί πέρασαν στά MAT, χωρίς περιστροφές γιά νά μήν παίζω μέ τήν άγωνία σας. ΓΊατί κι έγώ στά νιάτα μου άνυπόμονος ήμουν.
Φαντασθεΐτε με νέο στό Τμήμα (άκούγονται γέλια), στρα-βάδι. Είχα βγάλει μιά πιτσιρίκα στήν περιοχή τοΰ Τμήματος, τήν εψηνα τουλάχιστον τέσσερα τετράωρα. Βγήκαμε κάνα-δυό ραντεβού καί τήν πείθω νά παμε έκδρομή τήν Κυριακή. Νά μείνουμε πολλές ώρες μόνοι μας, καταλαβαίνετε... Βάζω άπό τήν Τετάρτη μιά άναφορά θεόρατη ζητώντας ρεπό. Περ-νάει ή Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, μιά ό γραμματέας έλειπε, μιά ό Ύπαστυνόμος, μιά ό Διοικητής. Τό Σάββατο μεσημεράκν πάω στόν γραμματέα, θερνό άνήμερο. Μέ βλέπεν ό καλαμαράς (παρατσούκλι τοϋ γραμματέα) σέ εξαλλη κατάστα-ση καί προσπαθεΐ νά μέ ήσυχάσει, λέγοντας:
— Άστυφύλαξ 009,έπαρακάλεσα τόν κύριο Διοικητή έπι-μόνως, διότι εΐσαι νέος καί μοΰ ήρνεΐτο νά σέ έξυπηρετήσει, γιά νά πας τήν Κυριακή νά δεΐς τή θεία σου μέ τήν ώραία θυγατέρα. Τελικώς έκάμφθη: «Ναί, σοΰ άπαντώ, κύριε καλα-μαρά, ύπό τόν δρο, έάν άνά τήν έπικράτειαν τοϋ τμήματος χρειαστεϊ δργανον, θά εϊναι ούτος». Δι' αύτό, άστυφύλαξ 009, άνέμενε εως τήν καταβύθισιν τοΰ ήλίου, νά σοθ άπαντήσωμεν.
48
Περίμενα κι έγώ νά «καταβυθιστεΐ» ό ήλιος, παρακαλώ-ντας τήν Παναγία καί τηλεφωνικώς τήν πιτσιρίκα πού μοϋ δημιουργοϋσε προβλήματα, μιά ή μάνα της δέν τήν άφηνε, μιά ό πατέρας της. Ξέρετε τά γυναικουλίστικα... Τελικά, στίς 9 τό βράδυ παίρνω άπάντηση άπό τόν καλαμαρά. Αυριο μέ τό γιόμα τοθ ήλίου στό γήπεδο τής περιοχής, διότι άγωνίζονται δύο σωματεϊα καί πρέπει νά παρευρίσκεται δργανο τής τάξεως στόν άγώνα. Καταλαβαίνετε τώρα, άκούει μερικά καντήλια ό καλαμαράς, άλλα τόσα καί ή γκόμενα. Άποτέλεσμα, πρόστι-μο άπό τόν καλαμαρά, χάνω καί τήν πιτσιρίκα. Δέρνω καί τήν Κυριακή έναν στόν άγώνα πού φώναζε ύπέρ της όμάδος του καί παρ' όλίγο νά μέ λυντσάρουν οί όμοϊδεάτες του. Εύτυχώς πήραν τό μέρος μου oi άντίπαλοί τους.
Γίνεται σκοτωμός άπό γέλια καί κτυπήματα στά θρανία. Ό "Αλφα κάνει σήμα μέ τό χέρι νά σταματήσουν καί συνεχίζει:
— Λοιπόν, στά MAT περάσατε δλοι, άλλωστε εϊσαστε καί οί πρώτοι. Έκτός βέβαια άπό έκείνους πού χρησιμοποίησαν πολύ γλείψιμο γιά νά μποΰν στό Σωμα. Λεβέντες, φεΰγω. Μόλις κτυπήσει τό κουδούνι νά βγεϊτε.
'Ο Παναγιώτης είναι στενοχωρημένος. Τόν προσέχει ό Γιώργος καί τόν παρηγορεΐ:
—Δέν πειράζει, ρέ Πανο, κάθε έμπόδιο γιά καλό.
—Σκατά, ρέ Γιώργο, δλοι θά πατε παρέα καί γώ θά μείνω άπ' Ιξω.
Κυριακή, οί μαθητές εϊναι σέ έξοδο. 'Ο Χρήστος βρίσκε-ται σπίτι του, στό δωμάτιό του. "Εχει ενα δίσκο στό στέρεο καί χορεύει. Μπαίνει ό μεγαλύτερος άδελφός — ειναν στά εϊκοσν τρία.
—Καλά, ρέ μπάτσε- τί έμαθα, θά πας σέ νέα ύπηρεσία πού λέγεται MAT; Καλά, χαζός είσαι ρέ; "Εχουμε ενα καλό δνομα
4
49
στό Περιστέρι, νά τό χαλάσουμε κι αύτό. Δέν φτάνει πού πήγες μπάτσος, τώρα θά γίνεις καί ροπαλοφόρος.
'Ο Χρήστος εχει χαμηλώσει τήν ενταση στό στέρεο κι άκούει τόν άδελφό του ένοχλημένος.
—"Ελα, μωρέ, έντάξεΓ άπό τό νά πήγαινα στό τμημα καί νά εκανα μηνύσεις στόν κοσμάκη πού πεινάει, καλύτερα στά MAT!
—ΓΊά νά βαρας τόν κοσμάκη πού πεινάει; Κρίμα ρέ, καί άκοϋς καί χορεΰεις τραγούδι πού έξυμνεΐ τήν έλευθερία.
—Έλα, άφοϋ ξέρεις δτι δέν ύπάρχει περίπτωση νά δείρω.
—Τώρα λές βλακεΐες, έκεΐ θά σοΰ κάνουν πλύση έγκεφά-λου. ' Εδω κάνουν στό στρατό πού πας γιά δύο χρόνια καί δέν θά σοϋ κάνουν στήν Άστυνομία, πού θά είσαι δλη σου τή ζωή; θυμαμαι τίς τουαλέτες λερώναμε καί ό λοχαγός ελεγε πώς ήταν σατανικό εργο τών κουμμουνιστών.
—"Ελα, ρέ άδερφέ, ύπηρέτησες έπί έπταετίας, τί θά λέγα-νε; Έγώ τουρίστας θά 'μαι, τουρίστας θά φΰγω.
—Νά ' ξερες πόσοι τά εϊπαν αύιά... τοϋ άντιγυρίζει είρωνι-κά ό άδελφός του.
—"Ελα, μωρέ σπαστικέ, μαλάκα, γαμώ τόν άντίχριστό σου, παράτα με τώρα, κάθομαι καί συζητάω μαζί σου!
—Τά εΐδες; Άκόμα δέν πηγες κι άπέκτησες φασιστική νοοτροπία καί φρασεολογία. Γειά σου, φασιστάκι!
Ό άδελφός του φεΰγει γελώντας. Ό Χρήστος είναι άνα-στατωμένης.
Προσπαθεΐ νά βάλει τή βελόνα στό δίσκο άπό τήν άρχή, άδέξια, ή βελόνα σέρνεται στό δίσκο μέχρι τό τέλος του. Άκοΰγεται τό δυνατό σύρσιμο άπό τά ήχεΐα. Έκνευρισμένος κλείνει τό στέρεο, κλείνει τό καπάκι τοϋ πίκ-άπ καί βγαίνει γρήγορα άπό τό δωμάτιό του, κατεβαίνει δυό δυό τά σκαλιά καί βρίσκεται στό δρόμο. 'Ο δρόμος εϊναι βρεγμένος, ό ούρανός γκρίζος καί βαρΰς, άπελπιστικά χαμηλός, στό κε-ντρικό δρόμο μόνο αύτοκίνητα πηγαινοέρχονται, οί μαγαζά-
50
τορες κοντά στήν κλεισμένη εί'σοδο τών μαγαζιών τους κοιτά-ζουν μέσα άπό τό τζάμι, ό Χρήστος βάζει μπρός τή μοτοσυ-κλέτα του, ξεκινάει άνοίγοντας νευρικά τό γκάζι, ό κινητήρας ούρλιάζει, ή μοτοσυκλέτα σηκώνεται στόν άέρα στή μιά ρόδα, τήν ίσορροπεϊ γιά λίγα μέτρα έτσι, μετά κινδυνεΰοντας νά πέσει κλείνει τό γκάζι καί φρενάρει, πίσω του ενας γιωταχής κορνάρει δυνατά καί έπίμονα, ό Χρήστος τόν άφήνει νά προσπεράσει. 'Ο γιωταχής περνώντας άφήνει τό τιμόνι καί τόν μουτζώνει μέ τά δυό του χέρια.
Ό Χρήστος μετά άπό λίγο βρίσκεται στήν πρόχειρη χωμάτινη πίστα τών μοτοσυκλετιστών στό Γαλάτσι.
Άρχίζει νά τρέχει έπικίνδυνα στόν άνώμαλο δρόμο, κάνει δλματα, σοϋζες. Μετά άπό δύο γύρους τής πίστας, φεύγει ή άλυσίδα της παλιας μοτοσυκλέτας καί ή SUZUKI φρενάρει ρίχνοντας κάτω τόν Χρήστο μέ άποτέλεσμα νά κυλιστεϊ στό γεμάτο πέτρες εδαφος κτυπώντας στό πόδι, σκίζοντας τό παντελόνι του, σπάζοντας τό φτερό τής SUZUKI καί στραβώ-νοντας τό τιμόνι της. Σηκώνει τή μοτοσυκλέτα, βάζει τήν άλυσίδα, μουτζουρώνεται, βρίζει, καβαλάει καί φεύγει σιγά σιγά γιά τό σπίτι του μορφάζοντας άπό τόν πόνο. Φτάνει μετά άπό ώρα.
Άνεβαίνει τά σκαλιά κουτσαίνοντας, τόν βλέπει ή μητέρα του καί βάζει τίς φωνές:
—Τό παιδί! Τό παιδί! Μεγάλε, τό παιδί χτύπησε, τρέχει, παίρνει τό χέρι τοΰ Χρήστου καί τό περνάει πάνω άπό τόν ώμο της. Κοντύτερη άπό τό Χρήστο δπως εϊναι, μαλλον δέν βοηθάει κι ό μεγάλος άδελφός άπό τό κεφαλόσκαλο άντικρί-ζει μιά σκηνή πολύ κωμική. Γελάει δυνατά.
Στό σταθμό Πελοποννήσου, ό Μίμης κοστουμαρισμένος
51
κόβει βόλτες πάνω-κάτω, παράλληλα στίς γραμμές, περιμένο-ντας τό τρένο ποΰ θά φέρει τή μητέρα του.
Σ' ενα παγκάκι τοϋ σταθμοϋ κάθεται «σεμνά» ένας νέος παπαδάκος μέ στρογγυλά γυαλάκια καί μικρό μουσάκι. Κοιτά-ει έπίμονα τόν Μίμη.
' Ο Μίμης άντιλαμβάνεται τόν παπαδάκο, τόν κόβει παράξε-να καί άπορεΐ:
Ρέ μπάς καί μέ κατάλαβε πού είμαι άστυφύλαξ; Θά φου-σκώνει τό δπλο άπό τό σακάκι. Καλά τό κατάλαβα, έχω παχύνει καί μοϋ είναι στενό τό κουστουμι.
Κοντοστέκεται καί μέ νόημα τοΰ κεφαλιοΰ χαιρετάει τόν παπαδάκο κι έκεϊνος άνταποκρίνεται κουνώντας χαριτωμένα τό χέρι του.
Μπαίνει τό τρένο, μέ φασαρία καί σκόνη, άγκομαχώντας, σταματάει. Ό κόσμος ξεχύνεται άπό τίς πόρτες τοϋ τρένου, σέ λίγο ό σταθμός γεμίζει άνθρώπους καί άποσκευές. Μέσα σ' αύτό τό συρφετό, ό Μίμης ψάχνει γιά τή μητέρα του. Έκείνη ειναι πίσω του, τόν εχει δεϊ.
— Μήτσο μουϋ! —Μητέραϋ!
Ή κυρά Σταμάτω κλαίει στήν άγκαλιά τοϋ γιοΰ της.
— Παιδί μου, πώς μεγάλωσες έτσι; όμόρφηνες, σωστός δντρας, νά μήν άβασκαθεΐς. Πτοΰσου, πτούσου.
Τόν σταυρώνει.
—Σιγά, μητέρα, λίγους μήνες εχεις νά μέ δεϊς, τόσο πολύ δλλαξα;
Βγαίνουν άπό τό σταθμό άγκαζέ καί κάθονται στό καφε-νεΐο τοθ σταθμοϋ, μέχρι νά φύγει ό πολύς κόσμος.
—Μητέρα, ή Άνθοΰλα τί κάνει;
—Καλά, παιδί μου, καλά.
—"Εκανε παράπονα πού δέν τής έστειλα γράμμα;
—"Οχι, δχι, άλλωστε καί σέ μας, τόσους μήνες, δυό γράμματα έστειλες μόνο.
.52
—Ναί, μητέρα, περίμενα νά πάρω αδεια γιά νά ερθω στό χωριό, άλλά δίνουν μόνο διήμερες καί αύτές δύσκολα. Μεγα-λύτερη άδεια δέν δικαιοϋμαι έάν δέν περάσει ό χρόνος. 'Ο πατέρας τί κάνει;
—Μιά χαρά είναι, τά τσοΰζουν κάθε βράδυ μέ τόν παπα-Στεφανή.
—Τοϋ παπα-Στεφανή τοΰ λές τά χαιρετίσματά μου;
—Μά αύτός μάς διάβασε τά γράμματά σου καί τίς δυό φορές.
—Τό παλιόσκυλο ό Βαρώνος τί κάνει;
—Τεμπέλης δπως τόν ήξερες.
Ό Μίμης βλέποντας ενα έλεύθερο ταξί πετάγεται άπάνω καί σφυρίζει δυνατά.
Στό πίσω κάθισμα τοΰ ταξί —πού κερδήθηκε μετά άπό μάχη καί χρήση άστυνομικής ίδιότητας— μητέρα καί γιός συζητανε:
— Πές μου, Μήτσο μου, πώς τά πας έδώ στήν Άθήνα, περνας καλά;
—"Ασ'τα, μητέρα, έδώ τά πράγματα δέν είναι δπως στό χωριό. Οί κοπέλες ειναι άλλιώτικες, οί άντρες διαφορετικοί, ό άέρας άλλο πράγμα. Δέντρα, πουλιά πουθενά. Κρέατα, τυριά, φροθτα, δλα άνοστα. Άκόμα κι οί παπάδες εΐναι διαφορετι-κοί άπό τούς δικούς μας στό χωριό. Ή μητέρα του κάνει τό σταυρό της. —Θεός φυλάξει, μήν άμαρτάνεις, παιδί μου! Τί μοϋ εγρα-φες γιά μιά νέα ΰπηρεσία πού θά ρίχνεις δημοκρατικό ξύλο, τί πράγματα ειναι αύτά, παιδί μου;
Ό Μίμης γελάει δυνατά, σκύβει καί τής λέει χαμηλόφωνα: —'Η Άστυνομία εϊναι νόμος καί δ,τι κάνει τό κάνει πάντοτε στά πλαίσια τοΰ νόμου.
Ό ταξιτζής πενηντάρης, μαυριδερός, μέ καραφλίτσα πού
53
δέν τοΰ ξεφεύγει τίποτα άπό τήν συζήτηση τών έπιβατών, μπαίνει καί αύτός μέ τήν μπάσα φωνή του στή συζήτηση.
—Τώρα πήγες στήν Άστυνομία, νεαρέ;
—Μάλιστα, άπαντάει ό Μίμης κόβοντας μέ καχύποπτη ματιά τόν ταξιτζή.
—Μπράβο, παιδί μου, πολύ καλά εκανες. Εΐσαι κι άστρά-τευτος, ετσι;
—Μάλιστα, άπαντάει ό Μίμης ήρεμα.
—Λέω αύτουνοΰ τοΰ ήλίθιου τοΰ γιοΰ μου νά φτιάξει τά χαρτιά του γιά τό Σώμα καί δέν θέλει. Δέν μπορεΐ νά καταλά-βει τί σημαίνει ενα σίγουρο καί σταθερό μέλλον μέσα σ' αύτή τή δΰσκολη ζωή. "Εχει άφήσει μούσι, κότσαρε καί ενα σκουλαρίκι στό αύτί του καί τό φιλοσοφεΐ μέ τίς τρελοπαρέες του δλη μέρα.
Στό κόκκινο φανάρι ό ταξιτζής φρενάρει άπότομα φέρνο-ντας τόν Μίμη καί τήν κυρά Σταμάτω στή ράχη τοϋ μπροστι-νοϋ καθίσματος. Κάθε φορά ποΰ μιλάει γιά τόν γιό του, τοϋ άνεβαίνει τό αίμα στό κεφάλι καί θολώνει.
Στό προαύλιο ττ\ς Σχολής, δλοι οί μαθητές προχωροϋν, συζητώντας, πρός τό έστιατόριο γιά τό μεσημεριανό.
—Τό άπόγευμα 'έχουν συγκέντρωση οί οίκοδόμοι καί μπορεΐ νά γίνει φασαρία στήν Άθήνα, άκούγεται κάποιος άπό τούς μαθητές.
—Λέτε νά κατεβάσουν κι έμας; ρωτάει ενος άλλος.
—Μπά! Τά νεούλια δέν τά βγάζουν εξω, άπαντάει ό Μίμης καί συνεχίζει, φοβοϋνται μήν τούς κρυώσουμε. "Ολοι γελανε.
54
Τό άπόγευμα, τήν ώρα ποΰ οί μαθητές μελετανε, μπαίνει στήν αίθουσα φουριόζος ό "Αλφας φωνάζοντας:
—Μή σηκώνεστε, εχω εύχάριστα νέα γιά σας. Μαλλον θά έχετε τό «βάπτισμα τοϋ πυρός» άπόψε! "Εχει μαζευτεΐ πολύς κόσμος στή συγκέντρωση τών οίκοδόμων καί οί πληροφορίες εΐναι άνησυχητικές. Θά ερθει ό καρατερίστας τής Σχολής νά σας δείξει κανένα κόλπο αύτοάμυνας, άπό μένα γειά σας.
Φεύγει φουριόζος δπως ήρθε.
Μπαίνει στήν αιθουσα ό καρατερίστας, είναι τριαντάρης γεροδεμένος.
Προχωρεΐ στό διάδρομο τής αϊθουσας λέγοντας:
—ΜΑΤάκηδες, νά ερθει 'ένας έδώ τσάκα τσάκα νά σάς δείξω δυό-τρία πραγματάκια καί νά πάω καί στούς αλλους.
Κανένας άπό τούς μαθητές δέν φιλοτιμιέται νά σηκωθεΐ καί ό καρατερίστας έκνευρίζεται:
—"Αντε ρέ, κανένας δέν σηκώνεται; Τί στό διάολο MAT θά γίνετε; Κοτόπουλα!
Πετάγεται ό Χρήστος άπάνω:
—Παιδιά, ό κύριος συνάδελφος μας πρόσβαλε, πρέπει νά άντιδράσουμε.
Οί αλλοι μαθητές έπευφημοΰν καί παροτρΰνουν τόν Χρή-στο, πού προσπαθεΐ νά βγεΐ άπό τό στενό θρανίο του.
—Μπράβο, ψηλέ.
—ΕΙσαι γεννημένος ΜΑΤάκιας.
—Προχώρα, σΰντεκνε.
—Ό Θεός μαζί σου.
'Ο Χρήστος προχωράει καί στήνεται μπροστά στόν καρα-τερίστα, στόν φαρδύ διάδρομο τής αϊθουσας.
'Ο καρατερίστας κόβει τόν Χρήστο άπό πάνω μέχρι κάτω μέ τήν ίκανοποίηση χαραγμένη στό πρόσωπό του.
—Μπράβο, ύπάρχει καί διαφορά ϋψους καί τά κόλπα μου θά γίνουν κατανοητά!
Πρίν καλά καλά καταλάβει κανείς, ό καρατερίστας ίχει
55
σηκώσει τόν άπορημένο ψηλό όριζόντια δνα μέτρο άπό τό πάτωμα. Χωρίς κάν άντίδραση ό Χρήστος σκάει κάτω μέ δυνατό γδοΰπο. Μέσα στήν αϊθουσα γίνεται χαμός άπό γέλια καί χειροκροτήματα.
' Ο Χρήστος είναν φαρδύς-πλατύς στό πάτωμα μορφάζοντας άπό πόνο καί άπορία. Χωρίς νά κουνηθεΐ φωνάζει δυνατά στούς συμμαθητές του:
— Πρώτον, σταματήστε τά γέλια. Δεύτερον, δέν είμαι διαδηλωτής καί, τρίτον, έλατε νά μέ σηκώσετε, ρέ μαλάκες, γιατί τσάκισα τή μέση μου.
Τρέχουν δυό-τρεΐς καί τόν σηκώνουν μέσα σέ άποδοκιμα-σίες καί σφυρίγματα. Ό Χρήστος, λυγισμένος, κρατώνααςτή μέση του καί κουτσαίνοντας, πάει στό θρανίο του μορφάζο-ντας. 'Ο καρατερίστας γελώντας λέει:
— Έλπίζω οί διαδηλωτές νά μήν εΐναι σάν τόν ψηλό, γιοτί θά θρηνήσουμε θΰματα! Λοιπόν, δέν θά χτυπατε στό κεφάλι καί γενικά ψηλά. Γιά νά τελειώνουμε καί γιά καλό καί γιά κακό, θά πώ μέσα στόν Διοικητή νά μή σας κατεβάσουν στό πεζοδρόμιο. Σας άφήνω, γειά σας.
Φεύγει. Άκούγονται άποδοκιμασίες πρός τόν Χρήστο:
—Αίσχος, ψηλέ.
—Δέν κάνεις οϋτε γιά διαδηλωτής.
— "Οι, όι, σύντεκνε, μας ρεζίλεψες.
Ή ζωή κυλάει γοργά στήν κοίτη τοϋ χρόνου, ξαφνιάζοντας τούς άνθρώπους μέ τήν ταχύτητά της.
'Η τελευταία μέρα στή Σχολή άστυφυλάκων εΐναι ήλιό-λουστη. Τό φιλόξενο προαύλιο συντροφεύει γιά μιά άκόμα φορά τούς αύριανούς άστυφύλακες. Φορανε δλοι χειμερινή στολή, μαύρη μέ πολλά άσημένια κουμπιά καί όλοκαίνουρνα μαϋρα καπέλα μέ γυαλιστερά γεΐσα. Ειναι άψογα κουρεμένοι,
56
ξυρισμένοι, σιδερωμένοι. Οί Ύπαστυνόμοι είναι μπροστά στίς τάξεις τους. Πιό πίσω οί Άρχιφύλακες. "Απαντες ζυγι-σμένοι, στοιχισμένοι. Στό πλατύσκαλο είναι ό Ύποδιοικη-τής, βγαίνει καί ό Διοικητής.
Είναι ήλικιωμένος, μέ λίγα άσπρα μαλλιά, πράο πρόσωπο, συμπαθέστατος.
Άρχίζει μέ φωνή ζεστή πού δείχνει συγκίνηση:
— Παιδιά μου, περάσαμε μαζί εξι μήνες. Πολλούς έτιμώ-ρησα δίκαια, ή καί άδικα πολλές φορές. Τό έκανα, πιστεύω είλικρινά, γιά τό καλό σας.
Γιατί ή Άστυνομία έχει σκληρό καί δΰσκολο εργο νά πράξει καί θέλει ατομα δοκιμασμένα καί ύγιη.
'Η Άστυνομία δέν άνήκει στά έπαγγέλματα. Άνήκει στά λειτουργήματα, δπως τοϋ ϊατροϋ, τοϋ δικηγόρου, τοθ δασκά-λου, τοϋ ίερέα.
Τό άστυνομιλίκι γιά τόν κόσμο εΐναι εΰκολο καί άστεΐο-Ιτσι πιστεΰουν. "Ομως γελνοΰνται!
Γιατί ποτέ δέν θ' άκούσεις μπράβο άπό αύτόν ποΰ μήνυ-σες, άπό αύτόν πού παρατήρησες, άπ' αύτόν πού στόν τσακω-μό χώρισες, άπό αύτόν πού όδήγησες στό Τμημα έπειδή έκαμε κάτι αίσχρό.
Ποτέ δέν θά άκούσεις εύχαριστώ άπό τόν κόσμο, τόν όποΐο ξαγρυ7ΐνας γιά νά φυλάξεις, ξεπαγιάζεις νά τόν προσέ-ξεις, δουλεύεις τίς Κυριακές καί τίς άργίες γιά νά τίς άπολαμ-βάνει αύτός.
Έσύ θά τρέξεις πάντα πρώτος στίς πυρκαγιές, στίς πλημμύ-ρες, νά σώσεις αύτόν πού θά σοθ λέει μπράβο γιά 'ένα άνδραγάθημά σου καί θά σοϋ τό πάρει πίσω στήν πρώτη μήνυση.
Παιδιά μου, ό δρόμος τής Άστυνομίας εΐναι τραχύς καί δύσβατος, θέτει τό άστυνομικό δργανο σέ δοκιμασίες, πού σέ πάμπολλες περιπτώσεις τό λυγίζουν. Γιατί δέν παύει τό δργα-νο αύτό νά εΐναι ανθρωπος μέ άδυναμίες καί προβλήματα.
51
Διότι ή πλάστιγγα τής άνθρώπινης φΰσεως γέρνει πάντα ύπέρ τοϋ εΰκολου καί τοϋ πρόχειρου, ένώ μέ πολύν κόπο καί σπανίως ύπέρ τοΰ δύσκολου καί μελετημένου.
Ή πολύχρονη πείρα μου στό Σώμα μ' εχει διδάξει ότι θά προτιμήσετε τήν ευκολη παρέα μιδς τοΰ δρόμου παρά τή δυσκολία μιάς σπιτικιας κοπέλας. Γιατί ή γυναίκα τοΰ δρό-μου, μέσα στήν εντονη ζωή της καί τήν παραζάλη της, στό πρόσωπό σας καί στήν κορώνα σας θά βρεΐ τόν έραστή προστάτη της, πού εχει άνάγκη. Καί έσεΐς, μέσα στό άχαρο βραδυνό όχτάωρό σας, αύτήν θά εχετε γιά συντροφιά, νά σας λέει τήν ίστορία τής ζωής της κλαίγοντας.
Σ' αύτήν θά βρεϊτε τήν ανεση τοΰ έλεΰθερου ερωτα καί τών χρημάτων, μαζί της θά κατηφορίσετε τόν εβκολο δρόμο τών ύλικών άπολαύσεων καί πρόσκαιρων ήδονών.
Δρόμο, ποΰ στό πέρας τοϋ χρόνου θά σας άφήσει δίχως ίδανικά, δίχως πιστεύω, δίχως οίκογένεκι, δίχως προσπάθεια γιά ποιότητα ζωής. Άνθρώπινα ράκη μέ πολλές ρυτίδες καί άσπρα μαλλιά, πού θά άνοίγουν τά στόματά τους μόνο νά διηγηθοΰν φτηνές περιπέτειες σέ σκυλάδικα, καταγώγεια, πορνεΐα καί τσαμπουκάδες.
Άνθρώπινα ράκη πού θά πεθάνουν κλείνοντας τόν κύκλο τής ζωής τους αχαρα, άνούσια καί άνόητα γιά τόν έαυτό τους καί τό κοινωνικό σύνολο.
Παιδιά μου, εΐστε πολύ νέοι καί άπειροι γιά νά βγεΐτε άπ' αύτήν τήν πόρτα στή ζωή, μ' ενα λειτούργημα τόσο δύσκολο καί έπίπονο.
Εϊσαστε ή πρώτη σειρά άστράτευτων μετά άπό δέκα χρόνια. Άπό τίς έπιδόσεις καί τά σφάλματά σας θά κριθοϋν πολλά γιά τίς έπόμενες σειρές.
Σάς συνιστώ μεγάλη προσοχή σ' δλους τούς τομεϊς. Στίς άποφάσεις σας νά 'στε δίκαιοι καί έλαστικοί μέ τόν πολίτη, πού άπό τό μεροκάματό του παίρνουμε τό δικό μας μέρισμα.
58
Σας εΰχομαι καλή επιτυχία. Ό Θεός κν ή Παναγιά μαζί σας.
Γειά σας!
Ζωηρά χειροκροτήματα άπό τούς μαθητές, καί ό Διοικη-τής χάνεται πρός τό γραφεϊο του. Μένει ό ' Υποδιοικητής στό στήθωμα.
Παιδιά, πρίν σας άποχαιρετήσω κι έγώ, σάς ύπενθυμίζω πώς, δσον καιρό θά καθίσετε σέ Τμήμα, πρέπει νά μή δώσετε άφορμή γιά παρατήρηση, γιατί δσοι άναφερθεϊτε θά μείνετε έκτός τών MAT.
Σας εΰχομαι καλή σταδιοδρομία.
'Ο Μίμης μέ τόν Χρήστο σ' 'ένα ταξί εχουν φορτώσει τά μπαοϋλα τους καί πανε γιά τό Τμήμα τοθ Περιστερίου.
— Χρήστο, ακουσα δτι θά δουλέψουμε τετράωρο μέχρι νά παμε στά MAT. Καί, ξέρεις, δέν ΰπάρχει πιό σπαστικό ώράριο.
—Δέν θά καθήσουμε γιά πολύ καιρό, Μίμη, αλλωστε νέοι εϊμαστε, τί νά μας βάλουνε, όκτάωρο;
59
Τμήμα Τάξης ΙΖ', Περιστέρι, 1976
Στό Τμήμα ή άτμόσφαιρα εΐναι τεταμένη δλο τό είκοσιτε-τράωρο, γιά άξιωματικοΰς καί άστυφυλακες, είδικότερα στά κεντρικά τμήματα, άπ' δπου περνανε πρωί βράδυ χιλιάδες άτομα.
Άπό τόν άξιωματικό ύπηρεσίας ή άντιμετώπιση τοϋ πολί-τη εϊναι πολλές φορές μπερδεμένη. Κατ' άρχήν άντιμετωπίζε-ται σάν άλήτης ή άναρχικός πού, κατά δεύτερον λόγο, μπορεΐ νά πήγε γιά ένα γνήσκ» ύπογραφής ή γιά τήν ταυτότητα ποΰ εχασε.
' Η παροιμία τοϋ λαοΰ έδώ ταιριάζει άπόλυτα: «Κοντά στά ξερά καίγονται καί τά χλωρά».
Ή αύστηρότητα ειναι κάλυψη τής άνικανότητας γιά έξου-σία. Γιατί ή έξουσία εΐναι ενα δπλο, πού θέλει πρώτα συναρ-μολόγηση καί μετά χρησιμοποίηση. Έάν δέν έχεις τήν άνάλογη έξυπνάδα καί γνώση νά τό συναρμολογήσενς, εΐναι άδύνατο νά τό χρησιμοποιήσεις.
Καί δέν εΐναι κανόνας, νά εΐναι δλα τά δργανα τής τάξης ίκανά γιά έξουσία. Μιά άστυνομία πού ύποτίθεται πώς είναι στοργική μάνα γιά τά φτωχά καλά ή σκάρτα τέκνα τής κοινωνίας. Μάνα, ποΰ δίνει λίγο ψωμί στά τέκνα της, ξεγελώ-ντας τα με άπλόχερη έξουσία.
Στό Τμήμα ή ύπηρεσία γιά τούς δυό φίλους μας εΐναι άρκετά κουραστική, μονότονη, άργή. Περνάει μέσα άπό τετράωρα, έπιφυλακές, νυχτερινά καί Σαββατοκύριακα γεμάτα ύπηρεσία. "Εχουν ρομποτοποιηθεν ξύρισμα, κούρεμα, ύπηρε-
60
σία, ΰπνο. Κάθε μέρα τά ϊδια- ξύρισμα, κούρεμα, ύπηρεσία, δπνο. 'Η προσωπική τους ζωή είναι άνύπαρκτη.
Ό Μίμης λησμόνησε τελείως τήν Άνθούλα, στό χωριό δέν εχει πάει άκόμα, δέν δικαιοΰται αδεια πολυήμερη. Στήν οίκογένειά του έχει γράψει μόνο μιά φορά, άπό τότε πού εΐδε τήν μητέρα του στήν Άθήνα. Καί έγραψε δτι περνάει καλά. Τί νά γράψει, δτι ψάχνει γιά κουράγιο νά στηρίξει τόν έαυτό του δρθιο μέσα στά προβλήματα καί τίς εύθύνες, πού εχει έπωμισθεϊ στό Τμήμα; 'Ο Χρήστος μέ τήν "Ελενα δέν ξανα-τηλεφωνήθηκε.
Τοϋ φτάνουν οί έσωτερικές συγκρούσεις.
Πολύ άργά εχουν κυλήσει δύο μήνες στό Τμήμα Τάξης στό Περιστέρι. Οί δυό μας φίλοι, κουρεμένοι, ξυρισμένοι, σιδερωμένοι, περιμένουν στό γραφεΐο τοϋ άξιωματικοϋ γιά άνάληψη ύπηρεσίας.
Μπαίνεν ό άξιωματικός, Ύπαστυνόμος Β', ερχεται κατευ-θεΐαν άπό τό γραφεΐο τοΰ Διοικητοϋ. ΕΙναι σοβαρός.
—Κύριοι, θέλω μηνύσεις, εΐστε τό μόνο ζευγάρι πού δέν έργάζεται!
Μήν διαμαρτυρηθεΐτε, δέν έννοώ δτι δέν δουλεύετε, δου-λεύετε, άλλά δέν κάνετε μηνύσεις.
Άπό τότε πού ήρθατε στό ΙΖ' μόνο συστάσεις κάνετε. Τό τμήμα εΐναι μαγαζί- έάν δέν άποδώσουν οί ύπάλληλοι... καταλαβαίνετε. Έδώ άπ' έξω νά βγεΐτε θά βρεΐτε δεκάδες παραβάσεις, καταλήψεις πεζοδρομίων, ύλικά οϊκοδομών έπί όδοστρώματος, μπουγαδόνερα, μικροπωλητές, καμικάζι καί τόσες άλλες παραβάσεις. Λοιπόν δουλειά, δουλειά. Πάρτε τά σημεΐα συναντήσεως.
Τούς δίνει δυό χαρτάκια. —ΕΙναι άνά μισάωρο. Γειά σας.
Οί δύο φίλοι χαιρετοΰν στρατιωτικά καί βγαίνουν άπό τό
61
γραφεΐο τοϋ άξιωματικοΰ ύπηρεσίας, κατεβαίνουν γρήγορα τά σκαλιά, χαιρετανε τόν σκοπό τής πύλης καί βγαίνουν στό δρόμο.
Ό Χρήστος παρατηρεΐ τόν Μίμη.
—Μιμάκο, τί μοΰτρα εΐναι αύτά; Παντρεΰτηκε ή Άνθού-λα στό χωρνό;
— Κόψε τίς μαλακίες, ρέ Χρήστο, γιατί εΐμαι χάλια. Χτές πέρασα τή μεγαλύτερη δοκιμασία τής ζωής μου.
—Τί τρέχει., ρέ Μίμη; άνησυχεΐ ό Χρήστος.
—Παμε στήν παιδική χαρά, στό παγκάκι καβάτζα, νά σ'τά πώ καί δσε τόν μαλάκα νά κάνεν μόνος του μηνύσεις.
Σέ λίγο οί δυό φίλοι κάθονται στό παγκάκι. ' Η ψύχρα καί ή ύγρασία κράτησαν τό παγκάκι έλευθερο. ' Ο Μίμης βγάζει άπό τήν τσέπη του ενα πακέτο τσιγάρα ΚΕΡΑΝΗΣ ΦΙΛΤΡΟ. ' Ο Χρήστος βλέποντας τό πακέτο χτυπάει μέ δύναμη τήν παλάμη στό κούτελό του:
—Παναγίτσα μου, πάει δ χοντρός ό φίλος μου. ' Ο Μίμης άνάβοντας τό τσιγάρο, λέει μέσα άπό τό σύννεφο καπνοΰ τής πρώτης τζούρας:
—Άγαπητέ συνάδελφε, εΐναι τό δεύτερο πακέτο άπό τό πρωί. Καί άσε νά σοϋ πώ τί έγινε τελικά...
—Πάντως κάτι σοβαρό ytd νά άρχίσεις τό κάπνισμα, τόν διακόπτει ό Χρήστος.
Ό Μίμης άρχίζει τήν έξιστόρησή του, άφοϋ τραβάει μιά γερή τζούρα:
—Θυμασαι τί κωλόκαιρο εΐχε χτές; Ψιλόβρεχε δλη μέρα, ετσι τό ρεπό τό πέρασα στό κρεβάτι. Κατά τίς πέντε τό άπόγευμα, μήν εχοντας τί νά κάνω, κατέβηκα στήν Άσφά-λεια. Λέω δντε νά δώ πώς περνανε οί «πονηροί».
' Εκείνη τή στιγμή εΐχαν πάρει 'ένα τηλεφώνημα γιά έρασι-τεχνικό σταθμό.
Ό χοντρός άξιωματικός μοϋ λέει:
—Ψάρι, ελα μαζί νά πάρεις μοθήματα.
62
Αύτοί ήταν τρεϊς. Πετάγονται στό δρόμο, άπό κοντά κι έγώ. Στριμωγνόμαστε μπροστά σ' ενα ήμιφορτηγάκι σιτροέν πού εγραφε στά πλάγια τοϋ κουβουκλίου του «ΑΥΓΑ ΦΡΕΣΚΑ ΜΕΓΑΡΩΝ» καί φεύγουμε μέ τίς πάντες. Άφοϋ μοΰ κόπηκε ή μισή ζωή άπό τό όδήγημα τοΰ χοντροϋ, καλά πού δέν τουμπά-ρουν τά σιτροέν, φτάνουμε εξω άπό ενα παλιό τετραώροφο κτίριο.
Φρενάρει ό χοντρός άπότομα, παραλίγο νά βγοΰμε δλοι άπό τό παρμπρίζ.
Κατεβαίνουν, τρέχοντας μπουκάρουν στήν εϊσοδο καί άνεβαίνουν δυό-δυό τά παλιά βρώμικα σκαλιά, άπό κοντά κι έγώ. Φτάνουμε στό τρίτο.
Ό χοντρός κοιτάει δεξιά-άριστερά σάν άλεπού καί όρμάει δεξιά σέ μιά μισάνοιχτη πόρτα, άπό πίσω δλοι.
'Ο διάδρομος βρώμαγε, δέν πρέπει νά κατοικοϋσε κανείς στήν πολυκατοικία, μαλλον ήταν άποθήκες.
Έκείνη τή στιγμή εβγαινε άπό μιά πόρτα ενας νεαρός μακρυμάλλης, στήν ήλικία μας περίπου. Δηλαδή τόν προλά-βαμε στό τσάκ. Μέ τή φόρα πού εϊχαμε, μέ τόν χοντρό μπροστάρη, παίρνουμε παραμάσχαλα τόν νεαρό καί τόν κολ-λαμε άπέναντι σ' ενα τραπέζι.
Ό χώρος ήταν μικρός, είχε ενα κρεβάτι, δυό καρέκλες καί τό τραπέζι πού μόλις εΐχε σπάσει άπό τό βάρος τοϋ νεαροΰ καί τοϋ χοντροϋ. 'Ένα μεγάλο παράθυρο ήταν γεμάτο έφημερίδες στά μισοσπασμένα τζάμια. Πρίν προλάβει νά συνέλθει ό αλλος, ό χοντρός τόν σηκώνει στόν άέρα. — Ποϋ είναι ό σταθμός; τόν ρωτάει αγρια. Οί άλλοι άσφαλίτες σέ μηδέν χρόνο εχουν άνακατέψει στρώμα, κουβέρτα στό κρεβάτι. Ψάχνουν. Ό νεαρός, κατακί-τρινος σάν νεκρός, ψελλίζει:
—Ποιός σταθμός... Ποιός σταθ.,.μός;
' Ο ενας άσφαλίτης, άνοίγει τό παράθυρο καί κρεμιέται έξω, ξαναμπαίνει μέσα κρατώντας ένα κομμάτι άπό σπασμένο
63
δίσκο, τό δείχνει στούς άλλους, ό χοντρός ρίχνει δυό άνάπο-δες στόν νεαρό, τοϋ άνοίγει τή μυτη, νά! τά αί'ματα.
Έκείνη τή στιγμή, ό άσφαλίτης πού βρήκε τό κομμάτι τοθ δίσκου πετάγεται £ξω καί σέ λίγο μας φέρνει δναν αλλο νεαρό, πού μαλλον καθόταν στίς σκάλες καί παρακολουθοϋσε. Τώρα πώς τό μυρίστηκε ό άσφαλίτης;... δ,τν ξέρεις ξέρω.
Στή συνέχεια, ό χοντρός δίνει χαρτομάντιλο στόν μακρυ-μάλλη, νά σκουπίσει τά αί'ματα. "Οπως άνεβήκαμε, κατεβαί-νουμε τά σκαλιά, κουβάρι μέ τούς δυό νεαρούς. Τούς βάζουμε πίσω στό μικρό κουβούκλιο τοϋ σιτροέν, τούς κλειδώνουμε. Έμεΐς στριμωγνόμαστε μπροστά. Σανίδα τό γκάζι ό χοντρός, μέχρι νά φτάσουμε στό Τμήμα, άκουγα τοΰς νεαρούς πίσω νά βαραν στή λαμαρίνα τοϋ κουβουκλίου σέ κάθε φρενάρισμα καί στροφή.
Τελικά φτάσαμε, τούς παίρνουν σηκωτούς, τούς μπάζουν στήν Άσφάλεια, κλείνει ή πόρτα πίσω μας καί άρχίζει τό ξύλο.
Ρέ Χρήστο, τό ξύλο κράτησε τουλάχιστον μιά ώρα. Τελι-κά κουράζονται οί άσφαλίτες, τούς παρατανε, τούς δίνουν κάτι στουπιά νά καθαρίσουν τά αί'ματα άπό τό πρόσωπό τους. ' Ανεβαίνω στό καφενεΐο τοϋ Τμήματος, παίρνω τρεΐς καφέ-δες σέ πλαστικά ποτήρια, γυρίζω, κάθομαι δίπλα στόν Μπά-μπη καί τόν Κώστα —ετσι τούς λένε, τούς δίνω τούς καφέδες καί ρωτάω:
—Γιατί, ρέ παιδιά, δέν τούς λέτε ποϋ εΐναι ό σταθμός; Αύτοί δέν θά πάψουν νά σας βαρανε μέχρι νά τό μάθουν.
—Σταθμός δέν ύπάρχει, άλλά καί νά ύπήρχε δέν θά τολμοΰσα νά τό πώ, μοϋ άπαντάει ό Μπάμπης— ό μακρυ-μάλλης.
Μέ βλέπει ό χοντρός βγαίνοντας άπό τήν τουαλέτα— εϊχε πάει νά ρίξει νερό στά χέρια του— νά μιλάω μαζί τους καί γίνεται εξω φρενών.
64
«Ρέ μαλακισμένο, πρόσφερες καφέδες στά κλεφτρόνια πού δέν μαρτυρανε;»
Στρέφεται σ' αύτούς ποΰ τόν κοίταζαν μέ δέος.
«Ρέ κωλόπαιδα, θά σας στείλω σπίτι σας μέ σπασμένα κόκαλα! "Αν βγεΐτε ζωντανοί άπό δώ μέσα βέβαια!»
Τούς ξαναπλακώνει, φεύγουν καφέδες στόν άέρα, σάλια, μύξες, άπό τίς σφαλνάρες, χαμός.
Τούς πιάνουνε δυό άσφαλίτες, τούς καθίζουνε μέ τίς πλάτες σέ δυό καρέκλες καί κρατάγανε τά πόδια δρθια. Ό χοντρός μέ 'ένα ξύλινο γκλόμπ τούς βάραγε τίς πατοϋσες μέ δλη του τή δύναμη. Καλά! Άπ' δ,τι ύπολογίζω, τά παπούτσια θά εΐχαν λιώσει στά πόδια τους. Τελικά κουράστηκε καί τούς παράτησε. Εϊχε ίδρώσει, εΐχε κοκκινίσει σάν νά πήρε μέρος σέ σκυταλοδρομία. Μπαίνει ό άξιωματικός ύπηρεσίας στό χώρο τοΰ ξυλοδαρμοϋ:
«Φύγετε καί αϋριο έννέα ή ώρα έδώ γιά τή συνέχεια», λέει στόν Μπάμπη καί στόν Κώστα πού μέ τά στουπιά σκούπιζαν τό πρόσωπό τους.
«Τίς ταυτότητες τίς κρατδμε, θά τίς πάρετε αΰριο».
Οί δυό βαρεμένοι φΰγανε πατώντας στίς μΰτες τών ποδιών σάν μπαλαρίνες.
Φεΰγω καί γώ μέ χάλια διάθεση, καταλαβαίνεις; Πρώτη φορά δέν έφαγα βραδινό στή ζωή μου. Δέν φτάνει πού κοιμήθηκα νηστικός, εϊδα καί ενα δνειρο κόλαση.
' Ο Μίμης βγάζει ενα τσιγάρο, τ' άνάβει μέ τό προηγούμενο καί συνεχίζει μέσα άπό τόν καπνό, πετώντας τή γόπα.
—Βρισκόμουν λέει, στή γκαρσονιέρα τοΰ Μπάμπη, εϊμα-σταν κολλητοί. Εϊχαμε μάθει δτι μας καρφώσανε στήν Άστυ-νομία καί κρύψαμε τό σταθμό. 'Ο Μπάμπης φοβόταν καί δλο μέ ρωτοϋσε:
—Λές νά μας κάνουν τίποτα; Λές νά 'χουμε μπερδέματα;
Έγώ τόν καθησΰχαζα: —Μή φοβασαι, τοϋ 'λεγα, άφοϋ
5
65
ειμαι έγώ έδώ, θά τούς δείξω τήν άστυνομική ταυτότητα καί θά καθαρίσουμε.
Δέν εϊχα προλάβει νά τελειώσω καί ανοιξε δυνατά ή πόρτα λές καί ξηλώθηκε άπό τήν κάσα της. Τό δωμάτιο γέμισε σκατόφατσες.
ΤΗταν ό χοντρός καί οί άσφαλίτες, άλλά μές στό δνειρο ήταν άκόμα πιό ασχημοι. Μας πλακώνουν στίς σφαλιάρες. Έγώ εϊχα βγάλει τήν ταυτότητα, γιά νά τοΰς δείξω δτι είμαι άστυφύλακας, άλλά μοϋ 'φυγε άπό τίς σφαλιάρες• επεσα στό πάτωμα νά τήν πιάσω, άλλά ειχαν θολώσει τά μάτια μου καί άδύνατο νά τήν βρώ.
Αΰτοί κλωτσοΰσαν στή μέση, στό πρόσωπο, καί πόναγα, πόναγα, ρέ Χρηστο, λές καί ήταν πραγματικότητα. Μετά μέ κλωτσιές καί σπρωξιές μας άνεβάζουν, λέει, στήν ταράτσα τοΰ κτιρίου.
Έκεΐ ήταν καί άλλες σκατόφατσες, πού άρχισαν νά μας ξεσκίζουν στό ξύλο δλοι μαζί. Καί γέλαγαν, γέλαγαν άναί-σθητα λές καί τήν εδρίσκαν, λές καί ή καλύτερη διασκέδασή τους ήταν αύτή.
Κάποτε τελείωσαν, μας γονάτισαν αίμόφυρτους, μαζί μας ήταν καί ό Κώστας, χωρίς νά ξέρω πώς βρέθηκε έκεϊ.
Αύτοί γυρω-γΰρω μας δίκαζαν.
Δέν ακουγα νά μιλανε, μόνο νά γρυλίζουν, νά γρυλίζουν σάν τά σκυλιά.
Ό χοντρός σήκωσε τά χέρια καί δλοι σίγησαν. 'Η καρδιά μου πήγε νά σπάσει άπό τήν άγωνία. Άπό τό πρόσωπό μου χυνόταν κάτι, πού δέν μποροϋσα νά καταλάβω αν είναι ίδρώτας ή αίμα. ' Ο χοντρός, δείχνοντάς μας μέ τό παχύ σάν λουκάνικο δάχτυλό του, εΐπε εϊρωνικά:
—Έπτά χρόνια στή φυλακή.
Οί σκατόφατσες πανηγύρισαν τήν άπόφαση μέ ούρλιαχτά καί ποδοκροτήματα. Έγώ, τρελός άπό τήν ένταση καί τήν άδικία, φώναζα δτι είμαι δικός τους, δτι δέν εχω καμιά σχέση
66
μέ τούς πιτσιρικάδες, μόνον ήλικία εχω τήν Γδια, άλλά έγώ είμαι άστυφθλακας, εϊμαι δργανο άστυνομικό.
Ή φωνή μου δμως δέν έβγαινε, δέν άκουγόταν, λές καί τό στόμα μου είχε γιομίσει άπό σπασμένα δόντια καί αίμα. Καί έχωσα τά νύχια μου ξεσκίζοντας τό λαιμό μου, γιά νά βγεΐ ή φωνή μου άπό τό λαρύγγι.
Εύτυχώς έκεΐ ξύπνησα. Μούσκεμα στόν ίδρώτα καί μέ ταχυπαλμία. Μέσα στό σκοτάδι ψαχνόμουνα καί πονοϋσα παντοϋ. Δέν τολμοΰσα ν' άγγίξω τό λαιμό μου γιατί φοβόμουν δτι τό λαρύγγι μου θά 'χε πεταχτεϊ άπό τή σάρκα σάν τοϋ σφαγμένου κόκκορα.
—Μίμη, δώσε μου ένα τσιγάρο, αύτό δέν ήταν δνειρο, ήταν ή Κόλαση τοΰ Δάντη, λέει ό Χρήστος σοβαρός.
—Πάρε, συνάδελφε, άν καί είσαι άκάπνιστος. "Η κόλαση αύτουνοϋ πού εΐπες εχει καί συνέχεια. Τό πρωί σήμερα, κατεβαίνω πάλι στήν ' Ασφάλεια, μέ βλέπει ό χοντρός καί μοϋ λέει:
«Μπράβο νεαρέ, σοθ άρέσει ή περιπέτεια, εΐσαι λεβέ-ντης».
Τό βράδυ άφοΰ εφυγα, ή τό άλλο πρωί, είχαν συλλάβει αλλους τρεΐς πιτσιρικάδες γιά τήν ϊδια όπόθεση. Αύτοί δέν ξέρω άν φάγανε ξύλο, πάντως τούς ειχαν στό κρατητήριο. Έκείνη τήν ώρα μπαίνει στό γραφεΐο τοϋ άξιωματικοϋ ό ποτέρας τοθ ένός πιτσιρικα. ' Ο άξιωματικός τόν στέλνει στό χοντρό, αύτός χειριζόταν τήν ύπόθεση «ραδιοσταθμός».
—Τί έκανε ό τσόγλανος; ρωτάει ό πατέρας τόν χοντρό.
— Ποιός εΐναι ό γιός σου; τοϋ άντιγυρίζει ό χοντρός αύστηρά. Ό πατέρας δείχνει τόν νεαρό. "Ενας άσφαλίτης πιάνει τόν νεαρό άπό τά μαλλιά καί τόν φέρνει μπροστά μας. —Έχουν έρασιτεχνικό καί δέν τό μαρτυρανε, τοϋ λέει ό χοντρός. —Βαρατε τους μπάς καί στρώσουνε. — Καί λέει στόν γιό του: —Άφοϋ δέν μπόρεσα έγώ νά σέ κάνω ανθρωπο, θά σέ κάνει ή Άστυνομία. Δέν προλαβαίνει νά τελειώσει τά
67
λόγια του, κι ό άσφαλίτης, κρατώντας μέ τ* άριστερό του χέρι τά μαλλιά τοϋ νεαροΰ, τοθ κόβει μιά σφαλιάρα μέ τό δεξί μ' δλη του τή δυναμη, τόση ποΰ εφυγε καί επεσε πάνω σέ κάτι καρέκλες, άφήνοντας μιά τούφα μαλλιά στό μετέωρο χέρι τοΰ άσφαλίτη. Ό πατέρας του, ό ήλίθιος, μόλις είδε τόν γιό του ετσι, κιτρίνισε, κοκκίνησε. "Ε! αύτό ήταν. "0 πιτσιρικάς εσπασε. Βάζει τά κλάματα καί τά μαρτυράει δλα. 'Ότι εχουν σταθμό μικρής Ισχύος, δπου βάζουν ρόκ μουσική καί τόν όποΐο εϊχαν άγοράσει δλοι μαζί γιά τήν πλάκα τους. Μετά άπό αύτά τούς βάζουν στό κρατητήριο καί τούς τρεϊς. 'Ο πατέρας τοΰ πιτσιρικά εφυγε χωρίς νά βγάλει τσιμουδιά, οϋτε γειά σας δέν εϊπε. Δέν περνάει τέταρτο, νά 'σου καί ό Μπάμπης μέ τόν Κώστα, πάντα πατώντας στίς μύτες.
Δέν προλαβαίνουν νά ποϋν καλημέρα- τοΰς περιλαβαίνει ό χοντρός στό ξύλο μαζί μέ αλλους άσφαλίτες. Άφοΰ δείρανε καμιά ώρα, κουράστηκαν καί τούς άφήνουν. Βγάζουν τούς άλλους τρεΐς άπό τό κρατητήριο, τούς πάνε στόν άξιωματικό ύπηρεσίας. 'Ο άξιωματικός τούς δίνει τίς ταυτότητες λέγο-ντας: —Πάρτε τίς ταυτότητές σας καί έξαφανιστήτε, δέν θά σας στείλουμε δικαστήριο άλλά άν ξαναδώσετε άφορμή, καήκατε. Ό σταθμός κατάσχεται. Οί πιτσιρικάδες ζήτησαν χίλια συγνώμη, εϊπαν χίλια εόχαριστώ πού δέν τούς μήνυσε καί έξαφανίστηκαν. Είπες τίποτα, Χρήστο;
—Σοβαρά, Μίμη, γίνανε αύτά τά πράματα;
—"Α! Ξέχασα- δταν τούς βαράγανε τό βράδυ τοΰς έλεγαν: Εϊσαστε κουμμούνια καί όργανωμένοι, σάς έχουμε δεΐ σέ διαδηλώσεις καί τέτοια. Αύτοί όρκίζονταν στή μάνα τους δτι δέν ειναι άναμειγμένοι πουθενά.
— Πώ! Πώ! Τί γίνεται, ρέ Μίμη. Δηλαδή οί άσφαλίτες δικάσανε, καταδικάσανε καί έκτελέσανε.
— Αύτά νά τά βλέπεις έσΰ, ρέ μαλάκα, πού εκανες τόν πονηρό στή Σχολή, περί Δημοκρατίας.
— Σιγά, ρέ Μίμη, μή δείρουνε καί μένα. f
68
—Γνατί, θά κολλάγανε πουθενά νά σοϋ σνάξουνε τά παν-δια; Τέλος πάντων, ψηλέ φίλε μου, πάμε γιά καμιά μήνυση νά βγεΐ τό μεροκάματο.
—' Αργοΰν νά γίνουν καί τά MAT γιά νά φύγουμε άπό δώ, λέει ό Χρηστος.
Τά MAT ώς πρός τήν δημιουργία τους εΐχαν προβλήματα. ΕΙχε γίνει τό πρώτο βήμα, έξασφαλίσθηκαν δηλαδή έκατό λοκατζήδες άμέσως μετά τήν θητεία τους στό στρατόπεδο τοϋ Μεγάλου Πεύκου. Βρέθηκαν επειτα στή σχολή τής Ν. Φιλα-δέλφειας άστυφύλακες, μέ προοπτική, τελειώνοντας έξάμηνη φοίτηση καί μέ τήν έξοδό τους άπό τή Σχολή, νά άποτελέσουν τά MAT μαζί μέ τούς πρώην λοκατζήδες, άρχιφύλακες τών διμοιριών τής νέας μονάδας. Έκεΐ τά πράγματα σκάλωσαν.
Πολλά στελέχη, άνώτεροι άξιωματικοί τής Άστυνομίας Πόλεων, δέν ήθελαν τή δημιουργία τών MAT. Πίστευαν δτι ή «σκληρή» αύτή νέα μονάδα θά εϊναι ενς βάρος τής μεταδικτα-τορικης Άστυνομίας. Άπό τήν άλλη ό Ύπουργός Δημοσίας Τάξεως καί «οί δικοί του» άνώτεροι άξιωματικοί τής Άστυ-νομίας Πόλεων πίστευαν δτι τά MAT εΐναι ή λύση τοϋ προβλήματος πού προκύπτει άπό τίς πολλές έλευθερίες τής δημοκρατίας.
Αύτά συμβαίνανε στά άνώτερα, «στεγανά» στρώματα τής Άστυνομίας Πόλεων.
Διέρρευσε δμως καί στά κατώτερα στρώματα τής Άστυνο-μίας Πόλεων, δηλαδή σέ Ύπαστυνόμους, Άρχιφύλακες καί άστυφύλακες. "Ετσι, δταν μαθεύτηκε δτι οΐ πρώην λοκατζή-δες, ποΰ βρίσκονται στή σχολή, θά γίνουν άπευθείας Άρχι-φύλακες τών MAT, άντέδρασαν (δσο τούς έπέτρεπε βέβαια δ κανονισμός). Δηλαδή έρωτήσεις στούς διοικητές τους jia τό
69
αδικο μέτρο. Καί άνώνυμες έπιστολές πρός τό άρχηγεΐο Άστυνομίας Πόλεων μέ άπορίες τοϋ εϊδους: «ΓΛατί στούς άστυφΰλακες νά ύπάρχει ό μεγάλος άνταγωνισμός καί οί δύσκολες έξετάσεις τής Σχολής άστυφυλάκων, μέ έννιάμηνη έσώκλειστη φοίτηση, καί οί έκατό πρώην λοκατζήδες νά βγοϋν Άρχιφύλακες άπό τή Σχολή άστυφυλάκων σέ έξι μή-νες».
Μετά άπό δλα αύτά, συσκέψεις, παρασυσκέψεις, στό άρ-χηγεϊο Άστυνομίας Πόλεων, καί τό «κοινό άνακοινωθέν»: Οί έκατό πρώην λοκατζήδες μετά τή σχολή θά πανε στά Τμήματα Τάξεως σάν άστυφΰλακες. "Οσο γιά τή δημιουργία τών MAT, βλέπουμε, εχει ό Θεός.
Συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στό άρχηγεΐο καί επαινοι άπό τούς κατώτερους, γιά τή δίκαιη λύση πού βρηκαν οί άπό πάνω.
"Οταν τό μαθαίνουν οί έκατό πρώην λοκατζήδες (μέ καθυ-στέρηση δυό-τριών ήμερών), καταθέτουν στόν Διοικητή τής Σχολης έκατό παραιτήσεις καί έτοιμάζουν τά μπογαλάκια τους.
Νέες συσκέψεις καί παρασυσκέψεις στό άρχηγεΐο Άστυ-νομίας Πόλεων καί τό «κοινό άνακοινωθέν»: Θά γίνουν τά MAT μέ τρεΐς μόνο διμοιρίες, πού θά τίς άπαρτίζουν οί έκατό πρώην λοκατζήδες σάν άστυφΰλακες, άλλά μέ πρόσθετο έπί-δομα έπυανδύνου έργασίας γύρω στά τρία χιλιάρικα τόν μήνα. "Οποιος θέλει, δποιος δέν θέλει νά παραιτηθεΐ. Δέν παραιτήθηκε κανείς.
"Ετσι ξοδεύτηκαν πολλοί μήνες. Τά MAT δημνουργήθηκαν μόνο μέ τούς πρώην λοκατζήδες. Οί δύο φίλοι μας στό Τμήμα προσπαθοϋν νά προσαρμοστοϋν στό τετράωρο καί στίς άπαι-τήσεις τής ύπηρεσίας, δηλαδή κούρεμα, ξύρισμα, μηνύσεις.
78
"Ενα ήσυχο πρωινό, ό Μίμης άπό τό Τμήμα παίρνει τηλέ-φωνο τόν Χρήστο στό σπίτι του καί μ' αύστηρή φωνή τοϋ λέει:
—Άστυφύλαξ ΙΖ 13, τσακίσου κι 6λα γρήγορα στό Τμήμα.
Ό Χρηστος μέ τή μοτοσυκλέτα του βρίσκεται σέ πέντε
λεπτά έκεΐ. Ό Μίμης τόν περιμένει στόν πρώτο δροφο, στή
γραμματεία, λάμποντας άπό χαρά. Μόλις βλέπει τόν Χρηστο
τοϋ λέεν.
—Τάξε, ψηλέ, νά σοϋ πώ.
Ό Χρήστος προαισθάνεται κάτι χαρμόσυνο, άρπάζει τόν Μίμη άπό τόν λαιμό καί τόν τραντάζει, δήθεν δτι θά τόν πνίξει, λέγοντας:
— Χοντρέ άστυφΰλαξ ΙΖ 14, λέγε γιατί μέ κουβάλησες πρωινιάτικα πρίν πας άπό στραγγαλισμόν! Ό Μίμης δήθεν άσφυκτώντας φωνάζει: —Τέρμα τά τετράωρα, οί έπιφυλακές, οί μηνύσεις. Γίναμε ΜΑΤάκηδες.
71
MAT, 1976
—Τρέχουμε τώρα, Μίμη, δέν διαμαρτυρόμαστε. Δέν μας δρεσε τό Τμήμα μέ τά καφενεΐα καί τίς ξάπλες μας, θέλαμε MAT καί "Αγιο Κοσμά.
—Ρέ ψηλέ, έχουμε κάνει τρεΐς γύρους καί δέν λέει νά μας σταματήσει ό μαλάκας, θά σκάσω.
"Αν καί ό ήλιος εΐναι δυνατός, ή πρωινή θαλάσσια αϋρα δημιουργεν ψυχρούλα διαπεραστική στό άθλητικό κέντρο τοΰ "Αγιου Κοσμα. "Ετσι γίνεται πιό εύχάριστο τό τροχάδην, φυσικά δχι γιά δλους... Όκτώ, έννκί, μήνες καθισιό στό Τμήμα δέν ξεπερνιέται εΰκολα. 'Η διμοιρία τών φίλων μας τρέχει συντεταγμένη. Μπροστά όδηγεϊ ό ' Υπαστυνόμος καί ό Άρχιφύλακας, άπό κοντά άκολουθοϋν άψογα οί δύο πρώτες τριάδες, πρώην λοκατζήδες, πίσω άκολουθεϊ ό «δτακτος» στρατός, πρώην Τμημα Τάξης, προσπαθώντας νά μιμηθεΐ τούς πρώτους χωρίς μεγάλη έπιτυχία. "Απαντες φορανε μπλέ φόρ-μες γυμναστικης, πού τίς προμήθευσε ή ύπηρεσία. Ό Μίμης έχει γαντζωθεΐ άπό τόν Χρήστο, πού μοχθεν ν' άκολουθήσει τούς αλλους.
— Μήν τρέχεις δτσι, οϋφ! ψηλέ, ουφϋ θά μέ ρίξεις, ουφ!
—Δέν φτάνει οί5φϋ πού σέ τραβάω ουφ! διαμαρτύρεσαι κιόλας οΰφϋ
'Ο Ύπαστυνόμος, μπροστά, σηκώνει τό χέρι φωνάζοντας:
—Έλεύθεροι.
Οί αντρες τών δύο πρώτων τριάδων φεύγουν μέ ταχύτητα, κάνοντας κατοστάρι. Οί αλλοι, στίς πίσω τριάδες, ξαπλώνουν
72
κατάχαμα καταϊδρωμένοι. Ό Ύπαστυνόμος έκνευρίζεται βλέ-ποντας τοΰς άντρες τής διμοιρίας ξαπλωμένους.
—Τί χάλια εΐναι αύτά, δέν ντρέπεστε; ΕΓκοσι χρονώ παιδιά ξαπλώσατε σάν τά γελάδια! Σέ λίγο καιρό έχουμε τήν έπέτειο τοθ Πολυτεχνείου, νά δώ τί θά κάνετε. Άλλά θά σας στρώσω έγώ, δέν θά μέ ρεζιλέψετε, έμένα.
Αΰριο έχουμε σκοποβολή στό Χαϊδάρι καί μετά άπό δυό-τρεΐς μέρες, δακρυγόνα στό Καντήλι τών Μεγάρων. Έκεΐ θά τά ποθμε, ρεμπεσκέδες!
—Ρέ Μίμη, αϋτός ό ήλίθιος κάνει κινδυνολογία, ψιθυρίζει ό Χρήστος στ' αύτί τοΰ Μίμη.
—Άξιωματικός εΐναι, δ,τι θέλεν κάνεν, έμένα μοϋ άρκεΐ πού εΐμαι πρός τό παρόν ξαπλωμένος.
Οϊ έννέα διμοιρίες, άπό τίς δεκαοχτώ τών MAT, όδεύουν μέσα στό γκρίζο πρωινό γιά τό Χαϊδάρι. Τό πεδίο βολής βρίσκεται πάνω άπό τό στρατόπεδο. Oi άραιές σταγόνες δέν έμποδίζουν τοΰς τριακόσιους περίπου άστυφΰλακες νά πετύ-χουν τούς στόχους τους. "Ενα πρόβατο πού ξέκοψε άπό τό κοντινό κοπάδι τρομαγμένο άπό τούς πυροβολισμοΰς, σώθηκε χάρις τήν έτοιμότητα τοϋ άξιωματικοΰ, πού εΐχε τό γενικό πρόσταγμα, τήν πειθαρχία τών άστυφυλάκων καί τά παρακά-λια τοΰ βοσκοΰ στήν Παναγιά.
Ον μέρες περνανε εόχάριστα στά νεοσΰστατα MAT. Τώρα άποτελοϋνται άπό δεκαοχτώ διμοιρίες, γιατί οί τρεΐς διμοιρίες τών πρώην λοκατζήδων συμπληρώθηκαν άπό άλλες δεκαπέ-ντε, πού τίς άποτελοΰν άστράτευτοι τής σενρας τών φίλων μας καί άλλοι νέοι άστυφΰλακες άπό τά Τμήματα Τάξης.
73
Οί δυό φίλον μας περνανε πολύ καλά, σέ σύγκριση μέ τό Τμήμα τοΰ Περιστερίου. Ξαναβρήκαν τόν έαυτό τους μετά άπό πολύμηνη άποχή. Ό Μίμης αρχισε νά γράφει πιό συχνά στούς δικοΰς του (μιά φορά τό μήνα), καί νά έξιστορεΐ τίς έμπειρίες του άπό τή νέα δυναμική μονάδα.
Στήν ' Ανθούλα δέν γράφει, στέλνει μόνο χαιρετίσματα διά μέσου τών γονέων του καί ή Άνθοΰλα τόν άντιχαιρετάει μέ τόν ϊδιο τρόπο. "Ισως νά εΐναι άκόμα νωρίς, άλλά ό Μίμης δέν νοσταλγεΐ χωριό καί Άνθούλα. 'Η ζωή στήν Άθήνα, παρ' δλα τ* άνάποδα, τοΰ άρέσει πολύ. Δέν είναι καί λίγο, νά 'σαι πολιτσμάνος στή μεγάλη πρωτεύουσα.
'Η "Ελενα είχε βέβαια πετύχει στή Φιλοσοφική Άθηνών μέ τήν πρώτη. Ό Χρήστος τό 'χε άκοΰσει στό ράδιο παρακο-λουθώντας τά όνόματα τών έπιλαχόντων στά ΑΕΙ. Σκέφτηκε νά τήν πάρει τηλέφωνο νά τήν συγχαρεΐ, άλλά ντράπηκε.
Τά MAT δέν εχουν, άπό τήν πλευρά τους, πάρει άκόμα τό λεγόμενο βάπησμα τοθ τα>ρός• μέ λίγη τΰχη καί Θεοΰ θέλο ντος, όλοι ύπολογίζουν στήν έπέτειο τοϋ Πολυτεχνείου. Άλ-λά μέχρι τότε τά MAT γυμνάζονται σκληρά.
Πρωινή ώρα στόν τόπο τών δακρυγόνων:
Ή ήμέρα εΐναι ήλιόλουστη, ό ούρανός δπως συνήθως γαλανός, τά λίγα σύννεφα μέ τά άλλόκοτα σχήματά τους, δέν 'έχουν νά ζηλέψουν σέ τίποτα τίς πινελιές τών σουρρεαλιστων.
"Ολοι οί άστυφΰλακες ντυμένοι μέ τζήν σακάκι καί παντε-λόνν, φορανε μάσκες δακρυγόνων.
Άπέναντί τους, τρακόσια μέτρα μακριά, εΐναι παραταγμέ-νες πέντε αΰρες.
' Ο ' Αστυνόμος πού ίχει τό γενικό πρόσταγμα τών άσκήσε-ων, κατεβάζει τό χέρι του.
Οί αδρες 7ΐυροβολο0ν πρός τούς άστυφύλακες μέ μεγάλα βλήματα δακρυγόνων καί καπνογόνων.
74
Σέ λίγο ό χώρος εχει μεταβληθεΐ σέ δακρυγόνο ζώνη. Οί άστυφύλακες προχωροΰν άργά μέσα στόν καπνό τών άερίων. 'Ο βήχας καί τά δάκρυα είναι τά πρώτα συμπτώματα. Άρχί-ζουν νά διαμαρτύρονται, δσο τούς εΐναι δυνατό μέσα άπ' τή μάσκα:
—Τί μάσκες εϊναι αύτές;
—"Αν κατεβοΰμε σέ διαδήλωση μ' αύτές τίς μάσκες, θά φαμε τό ξύλο τής καρριέρας μας!
—Τίς πετάξανε oi τζώνηδες καί τίς πήραμε έμεΐς.
—Είναι άπό τόν Πρώτο Παγκόσμιο.
—Πίσω! Πίσω! φωνάζει ό έπικεφαλής άξιωματικός. Μή βγάλετε τίς μάσκες!
Όπισθοχωροϋν oXot άπ' τή ζώνη τών δακρυγόνων.
Πολλοί έχουν βγάλει τίς μάσκες. "Ενας άπ' αύτούς καί ό Μίμης, πού εΐναι κατακόκκινος καί κλαίει σάν μωρό παιδί.
Τόν πλησνάζει ό Χρηστος φορώντας τή μάσκα του, πού είναι τελείως θολή καί μή βλέποντας καλά, πέφτει στά πόδια τοΰ Μίμη. "Ολοι oi άστυφύλακες γελανε καί κλαΐνε ταυτό-χρονα!
Δέν περνάει ενα δεκάλεπτο κι ό Άστυνόμος κατεβάζει ξανά τό χέρι του- oi αύρες πυροδοτοΰν γιά δεύτερη φορά.
* Αλλά, ενα έλαφρό άεράκι γυρνάει τόν καπνό τών δακρυγό-νων πρός τίς «αδρες», πού τρέπονται σέ φυγή, μαρσάροντας κάτω άπ' τίς έπευφημίες καί τίς ζητωκραυγές τών άστυφυλά-κων, πού έπελαύνουν μέ σηκωμένες ψηλά τίς μάσκες στά χέρια.
'Ο Άστυνόμος δίνει έντολή νά μαζευτοΰν oi κάλυκες τών δακρυγόνων. Οί άστυφύλακες ξαμολιοΰνται στό πεδίο βολής νά μαζέψουν τούς κάλυκες. "Ολοι κλαϊνε, μερικοί μ' άναφι-λητά.
Ή ώρα πέρασε, ό Άστυνόμος διατάζει μεταβίβαση. Oi κλοΰβες όδεύουν πρός Άθήνα, όδηγοί, άστυφΰλακες, άξιωμα-τικοί κλαΐνε γοερά καί άναίτια.
75
Oi φίλοι μας, μπροστά στούς φοριαμούς τους, άλλάζουν ροθχα κλαίγοντας.
—Πώ, πώ! Θά βρωμαμε γιά καιρό, Μίμη.
— Ρέ ψηλέ, μιά πού θά πλύνει ή μάνα σου τά τζήν, δέν παίρνεις καί τά δικά μου, μήν τραβιέμαι μόνος μου.
Ό Χρήστος τοϋ παίρνει τά ροϋχα καί τά βάζει στή νάιλον τσάντα δπου εχει τά δικά του.
—Τί νά σέ κάνω, ϊνα χοντρό φίλο έχω- νά τόν κακοκαρ-δίσω;
Άπό τά μάτια τοϋ Μίμη κυλοϋν δάκρυα στά χοντρά του μάγουλα. Ό Μίμης βγάζεν £να χαρτομάντιλο καί φυσάει ήχηρά τή μύτη του.
—Ρέ Μίμη, πότε μας μιλάει ό Διοικητής γιά τό Πολυ-τεχνεϊο;
—Αΰριο είμαστε δύο-δέκα MAT, μεθαύριο μας μιλάει δ Διοικητής καί άντιμεθαύριο, ξύλο.
"Εχει άρχίσει νά νυχτώνει, τά πεϋκα, οί θάμνοι, τό γρασίδι, δροσοσταλιασμένα άκόμα άπό τό γερό πότισμα τοϋ έπιστάτη, εχουν γεμίσει τόν άφιλόξενο χώρο τοϋ παλιοΰ στρατοπέδου ΕΑΤ-ΕΣΑ δροσιά.
Τό έγκαταλελειμμένο στρατόπεδο τώρα χρησιμοποιεΐται γιά άποθήκη καυσίμων τοϋ στρατοΰ. 'Η διμοιρία τών φίλων μας εΐναι άπό τό μεσημέρι ύπηρεσία στήν πρεσβεία των ΗΠΑ. Άλλά γνά νά άλλάξουν λίγο άτμόσφανρα, άραξαν τήν κλούβα μέσα στό παλιό στρατόπεδο. Οί άστυφύλακες σκόρπισαν, άλλοι στό μικρό παρκάκι, άλλοι κάτω άπό τά δέντρα. Oi δυό δικοί μας, εχοντας κουραστεΐ άπό τό καθισιό τέσσερις ώρες, συζητοΰν δρθιοι δίπλα στήν κλούβα μέ αλλους δύο συνα-δέλφους.
Άπό μακρυά δρχεται ενας τύπος, πού, χωρίς νά εΐναι κουτσός, περπατάει άργά, παράξενα. "Εχει μακριά μαλλιά μέχρν τόν ώμο. Ό Μίμης τόν προσέχει καί λέει στοΰς άλλους:
76
—Ρέ παιδιά, ποιός εϊναι αύτός ό μακρυμάλλης πού σέρνε-ται;
"Ολοι κοιταν πρός τόν ξένο άπορημένοι.
Τελικά ό ξένος φτάνει στήν παρέα, εϊναι πολύ άδΰνατος, μαυριδερός μέ μούσι, τά μάτκχ του βαθουλωτά μέ μαύρους κύκλους- άλλά λαμπερά, εϊναι δέν εϊναι εΐκοσι όκτώ χρόνων μάτια.
—Καλησπέρα, παιδιά, τί κάνετε; λέει χαμηλόφωνα, σάν νά φοβαται μήν τόν άκούσουν γύρω.
—Γειά, άπαντανε δλοι μ' ενα στόμα. Ό νεαρός άπευθύνεται πρός έναν τής παρέας:
—Τί εγινε, Θόδωρα, μέ ξέχασες;
Ό Θόδωρας μπερδεύεται, κοιτάει τούς αλλους, τόν ξανα-κοιτάει καί ψελλίζει:
—Ποϋ... ποϋ μέ ξέρεις... έμένα;
—Δέν είμασταν μαζί στή Σχολή; Ποιός σέ μάθαινε κτυπή-ματα;
Ή ενταση της φωνης του είναι πάντα χαμηλή. 'Ο Θόδωρας γουρλώνει τά μάαα του άναγνωρίζοντας τόν ξένο.
—Μποξέρ... εΤσαι ό Μποξέρ... ό Σάκης ό Μποξέρ, δέν εΐναι δυνατό.
—Ναί, έγώ εΐμαν ό Μποξέρ, ή δ,τι έχει άπομείνει άπό τόν Μποξέρ, λέει δακρυσμένος ό Σάκης. 'Ο Θόδωρας πάει νά τόν άγκαλιάσει:
—Θεέ μου, ό Μποξέρ, πώς εγινες ετσι;
'Ο Σάκης τόν προλαβαίνει μέ τό χέρι καί τόν κρατάει σ' άπόσταση.
-^Οχι, Θόδωρα, δχι, εϊμαι χάλια.
—Τί δχεις, Μποξέρ; Τί σοϋ συμβαίνει; Θά τρελαθώ, εΐσαι άγνώριστος. Έσύ ήσουν θεριό στή Σχολή.
Γυρίζει πρός τούς άλλους.
—Παιδιά, ό Μποξέρ, σειρά μου, τό θεριό τής Σχολής.
77
Οί ήλλοι τόν χαιρετανε δειλά διά χειραψίας.
—Τί Ιγινε, Σάκη; Χάθηκες, είχα πιστέψει δτι παραιτήθη-κες τότε άπ* τή Σχολή.
—"Οχι, δχι, Θόδωρα. "Ασ'τα νά πανε στό διάβολο. Μέ παραιτήσανε αύτοί.
—Ποιοί αύτοί; Ποϋ ύπηρέτησες; Δέν καταλαβαίνω τίποτα, έξήγησέ μου, πώς κατάντησες ετσι;
—Πώς κατάντησα; Βέβαια. Αύτό εϊναι κατάντια, Θόδωρα, εϊναι όλόκληρη ίστορία αύτό, καί νά τήν πώ, δέν θά μέ πιστέψετε.
—"Εμπλεξες μέ τήν Άσφάλεια; έπεμβαίνει ό Μίμης.
—Ποϋ τό κατάλαβες; έκπλήσσεται ό Σάκης.
—Κάτι £χω άκούσει γιά εναν άσφαλίτη ποΰ ήταν μπλεγμέ-νος μ' άριστερές όργανώσεις καί τόν φάγανε άπό τό Σώμα. 'Ο Σάκης πικροχαμογελά.
—Ναί, ετσι εϊπαν γιά μένα, άλλά δέν εΐναι δτσι. "Η περιπέτειά μου εΐναι τελείως διαφορετική. "Οταν βγήκαμε άπό τή Σχολή, μέ πηραν στήν Άσφάλεια καί μοθ πρότειναν νά μπλέξω μέ μιά όργάνωση, γιά πληροφορίες. Δέν θά φόραγα ποτέ στολή άστυφύλακα, θ' άφηνα μαλλιά καί μούσι καί θά 'χα ταυτότητα πολίτη. Δέχτηκα, μέ ένθουσίασε ή ΐδέα. Τόν πρώτο χρόνο πήγα θαυμάσια. Μέ τήν ύπηρεσία έρχόμουν σ * έπαφή μόνο μιά φορά τό μήνα, μέ τόν Ύπαστυνόμο.
Αύτός μοϋ 'δννε τό μισθό, τά ροϋχα πού προτιμοΰσε ή Άσφάλεια καί έντολές. Οί πληροφορίες μου ήταν άτόφιες. Ό Ύπαστυνόμος ήταν περήφανος γιά μένα. Στό δεύτερο χρόνο μοΰ δόθηκε εύκαιρία καί πέρασα σέ μεγάλη όργάνωση.
"Εβγαζα πολλή δουλειά άπό τή μεγάλη όργάνωση γιατί πήδαγα μιά γκόμενα βασικό στέλεχος. Τό 'μαθαν δμως άπό τήν πρώτη όργάνωση δτι τοΰς πούλησα, καί ένα βράδυ μέ βουτανε καί μέ λυσσανε στό ξύλο. ' Αναίσθητο μέ πέταξαν σέ κάτι μπάζα, σέ εναν ερημο δρόμο. Τό πρωί μέ είδε μιά κυρία ξερό καί κάλεσε τό έκατό. Μέ μετέφεραν στό Ρυθμνστνκό.
78
Ειχα διάσειση, σπασμένο χέρι καί κάτι στή μέση. Κάθισα τέσσερις-πέντε μέρες στό Ρυθμιστικό, τήν πέμπτη μέρα τό άπόγευμα, ένώ ήμουνα ετοιμος νά φύγω, μ' έπνσκέπτεται ή γκόμενα. Έξω στήν εϊσοδο μέ περίμεναν οί συντρόφοι της, μ' ενα μικρό φίατ φορτηγάκι. Μέ παίρνουν μέσα, πιό κάτω άφήνουν τήν γκόμενα ποΰ οΰτε μέ χαιρέτησε. Τήν κατάλαβα, δτι μέ εΐχαν άνακαλύψει. Μέ πανε πάνω άπό τήν Μονή Καισαριανης. Έκεΐ πίστεψα δτι πέθανα. Μέ βαράγανε καί ήμουν άνετος, εΐχα ξεπεράσει τό φράγμα τοϋ πόνου, δέν καταλάβαινα τίποτα, πραγματικά εΐχα πιστέψει δτι πέθανα. Πρέπει νά τό πίστεψαν καί αύτοί,'γιατί εφυγαν ξαφνικά. Σέ λίγο ήρθε τό έκατό μέ τόν προβολέα, μέ βρήκε ευκολα γιατί σίγουρα τοΰς είδοποίησαν οί ιδιοι πού μέ εδειραν.
—"Οταν μέ βάζαν στό πίσω κάθισμα, μέσα στήν άναισθη-σία μου κατόρθωσα νά τούς πώ δτι είμαι άσφαλίτης. Πρέπει νά μέ πίστεψαν, γνατί ξύπνησα άπό τό κρύο, στό ϋπόγειο τοθ 401. Γύρω μου ήταν δέκα δώδεκα άτομα κουρεμένα γουλί, δλοι νεοσΰλλεκτοι, πού 'θελαν νά πάρουν άπολυτήριο άπό τό στρατό λόγω τρέλας. "Αλλοι πούστηδες, αλλοι πρεζόνια. Δέν ξέρω πώς εγινε καί πλακώθηκαν στό ξύλο άναμεταξύ τους. Αύτό ήταν καί τό τέλος μου.
Μπήκαν μέσα οί στρατονόμοι καί μας λύσσαξαν στό ξύλο δλους, μας βαράγανε μέ κεΐνα τά γκλόμπς που 'ναι σάν καντρόνια. Βέβαια, έμένα, μέ βάραγαν δέν μέ βάραγαν, ενα καί τό αΰτό.
Στό 401 £μεινα κοντά έπτά μήνες άπ' δ,τι μοϋ είπε ό γέρος μου. ΕΙχε δρθει άπό τό χωριό καί μέ εψαχνε. Στό 401 ήρθε καί ή άπόταξή μου. Ό Ύπαστυνόμος είχε χαθεΐ. Τώρα οί γέροι μου μαζευουν λεφτά. Θά πάω στή Βουλγαρία γιά έγχειρήσεις. "Εχω μάτωμα στό κεφάλι καί κάτι στή μέση ποΰ οί γιατροί δέν ήξεραν τί είναι.
Ό Μίμης τοΰ προσφέρει τσιγάρο καί δ Θόδωρος πάει νά τοΰ τό άνάψει.
79
Ό Μποξέρ μέ τό τσιγάρο στό στόμα σκύβει πρός τήν φλόγα τοϋ άναπτήρα, τό κορμί του κάνεν δεξιά-άριστερά, άνοίγει τά πόδια του περνσσότερο μήν πέσει.
Ό Χρήσχος κάνει νά τόν κρατήσει.
Ό ούρανός εχει μαυρίσει, παντοΰ σκοτάδι, φώς πουθενά.
Πρωινή ώρα
Άλλαγή σκηνικοΰ. Οί άστυφύλακες τών MAT συγκεντρω-μένοι στή μεγάλη αϊθουσα τοϋ πρώτου όρόφου τοϋ πολυόρο-φου κτιρίου τών MAT στήν Πειραιώς. ' Ο Λάκωνας, Λιοικητής τών MAT εΐναι στά κέφια του:
—ΜΑΤάκηδες, άκόμα βρωματε δακρυγόνα σάν διαδηλω-τές —γελανε δλοι— παρ' δτι πέρασαν τρεΐς μέρες άπό τήν ασκηση, ποΰ σημειωτέον πήγε περίφημα. Αύτά άνήκουν στό παρελθόν, τώρα τό μέλλον.
Σέ λίγες μέρες εχουμε τό Πολυτεχνεΐο. ' Ο ' Υπουργός καί ή ήγεσία της Άστυνομίας στηρίζονται στά MAT. "Εάν τά παμε καλά στό Πολυτεχνεΐο, νά ξέρετε ότι θά 'μαστε τ' άγαπημένα παιδιά τοΰ ' Υπουργοΰ. Δηλαδή δλη μέρα γυμνα-στική καί ϋπνο —γέλια—, πρέπει λοιπόν νά πετύχουμε τό στόχο μας... Καί θά τόν πετύχουμε —χειροκροτήματα καί φωνές χαρας—■ άντε, νά μή σας κουράζω άλλο. Σάββατο σήμερα, θά θέλετε νά πηδήξετε καί σεΐς σάν νέοι —πάλι χειροκροτήματα καί φωνές χαρας—• θά τά ποΰμε τήν άλλη βδομάδα στό πεδίο τής μάχης, καλά κρασιά, γειά σας.
Γέλια, φωνές, σφυρίγματα, χειροκροτήματα συνοδεύουν τόν Λάκωνα διοικητή στήν έξοδο.
Τό τάνκ δνασχίζει άργά τήν Πατησίων, οί έρπύστρνες σάν 80
θανατηφόρα φίδια σέρνοντοπ. στήν άσφαλτο στριγγλίζοντας μεταλλικά. Τό τάνκ σταματάει μπροστά στήν πυλη τοϋ Πολυ-τεχνείου, άργά, κοφτά, μηχανικά, στρίβει δεξιά όλόκληρο, φέρνοντας τήν άγρια μοΰρη του μέ τό ρινοκέρατο κανόνι πρός τήν καγκελόπορτα μέ τά πανώ καί τίς σημαΐες.
Παγερή σιγή άπλώνεται μέσα στό άφιλόξενο σκοτάδι, μόνον πυροβολισμοί άκούγονται άραιά - άραιά σάν τά κοφτά γαυγίσματα τών σκύλων πρίν τίς συμφορές. Τό τάνκ κάνει μπροστά, πίσω, καί όρμάει φουλάροντας τίς μηχανές του πρός τήν πΰλη τοϋ Πολυτεχνείου.
"Ενας νεαρός εϊναι στήν τσιμεντένια κολόνα πού στηρίζει τήν μιά πλευρά τής καγκελόπορτας. Ό νεαρός χάνεται μέσα στό χαμό, μαζί μέ τίς σημαΐες, τά πανώ, τίς ίδέες, τά σίδερα καί φυσικά τό τσιμέντο.
'Η είκόνα μέσα στό σκοτάδι δέν φαίνεται καθαρή, δείχνει νά περνάει άπό δακρύβρεχτη κάμερα. Ό σκοΰρος σιδερένιος δγκος τοϋ τάνκ ειναι μισοχωμένος στά χαλάσματα τής πΰλης. Οϊ έρπύστριες, κοπαγμένες άπό πίσω, θυμίζουν μαϋρα, τριχω-τά πόδια μέ νύχια γαμψά, γαντζωμένα στίς πλάκες, νά σπρώ-χνουν τό σιδερένιο δγκο μπήγοντάς τον δσο γίνεται πιό βαθιά στήν πληγή πού άνοιξε, πιτσιλώντας στήν πορεία τους αίμα.
—Χρήστο, θά παμε σινεμαδάκι μόλις σχολάσουμε;
'Ο Μίμης σκουντάει τόν Χρήστο δίπλα του, πού εΐναι άπορροφημένος άπό τήν τηλεόραση.
—"Ελα, ρέ ψηλέ, δέκα φορές τήν εχουμε δεΐ τή μαλακία, δέν τήν βαρέθηκες;
—Ρέ Μίμη, άραγε αύτός ό νεαρός στήν πΰλη σκοτώθηκε;
—Μπά, αύτοί είναι τσακάλια κι επειτα, άφοΰ εΐδε τό τάνκ, ό μαλάκας, τί τό 'παιζε ήρωας;
—Ρέ Μίμη, ξέρεις τί αίσθάνεται ό καθένας σέ τέτοιες στιγμές;
'Ο Ύπαστυνόμος σφυρίζει σύνταξη διμοιρίας. Ή διμοιρία τών φίλων μας είναι ύπηρεσία δΰο-δέκα άπόγευμα. ΕΙχε
81
πλησιάσει ή ώρα νά σχολάσουν καί δλοι μαζεΰτηκαν στό ΚΨΜ, βλέποντας τηλεόραση πού είχε έκπομπή άφιερωμένη στό Πολυτεχνεΐο. Γιατί ή αύριανή μέρα ήταν δεκαεπτά τοϋ Νοέμβρη.
Ό ή'λιος λάμπει πάνω άπό τήν αΐθαλοσκεπή Άθήνα. Ξεχειλισμένος άπό στεφάνια, άνθοδέσμες καί μπουκέτα, ό χώρος τοΰ Πολυτεχνείου. Τά χιλιόχρωμα λουλοΰδια έχουν καλύψει τά πανώ μέ τά διάφορα συνθήματα. Ό ναός τής μάθησης μετατράπηκε σέ ναό περισυλλογης καί προβληματι-σμοϋ, σέ βωμό θυσίας γιά τή δημοκρατία.
"Ολες οί διμοιρίες τών MAT ειναι σέ έπιφυλακή άπό νωρίς to μεσημέρι. Ή διμονρία τών φίλων μας, μέ αλλες δυό διμοιρίες, βρίσκονται στήν πλατεία Κολοκοτρώνη. Πολύς κόσμος, μέσα κι εξω άπ' τό Πολυτεχνεΐο.
' Ο χρόνος κυλάει άργά, δλα εΐναι ήσυχα, κανένα έπεισόδιο δέν εχει σημειωθεϊ στή διάρκεια τής ήμέρας. Οί «πολέμιοι» θέλουν τό σκοτάδι σύμμαχο. Οί δυό φίλοι μας λΰνουν σταυρό-λεξα, εχει σκοτεινιάσει άρκετά.
Στήν κλούβα ό όδηγός έχει άνάψει τά φώτα, βάζει τή μηχανή μπροστά γιά νά μήν άδειάσει ή μπαταρία. Άκούγεται ή φωνή τοϋ άξιωματικοϋ άπό τό Κέντρο, μέσω μοτορόλας. —"Ωρα εΐ'κοσι καί τριάντα, τά μέτρα άσφαλείας συνεχίζο-νται. "Απασαι αί διμοιρίαι τών MAT έν έτοιμότητι. Ή συγκέντρωσις έληξεν, τά πανώ άνεδιπλώθησαν, άθρόα άποχώ-ρησις άπό τόν χώρον πέριξ τοϋ Πολυτεχνείου.
Ό Ύπαστυνόμος σηκώνεται στό μπροστινό κάθισμα τής κλούβας:
—Παιδιά, βάλτε κράνη, πάρτε τίς άσπίδες, έτοιμαστεΐτε.
Άναταραχή στήν κλούβα, δλοι δρθιοι φορανε τά κράνη, βάζουν τίς ζώνες τους μέ τά γκλόμπς, παίρνουν τίς άσπίδες
82
τους άπό τό πίσω μέρος τής κλοΰβας. Σέ λίγα λεπτά δλοι είναι ίτοιμοι καί κάθονται στίς θέσεις τους.
Άπό δώ καί πέρα ή ώρα κυλα άργά, πολύ άργά. Τό κόκκινο φωτάκι τής μοτορόλας άνάβει, τά παράσιτα σφυρίζουν στ' αύτιά τών δημοσίων ϋπαλλήλων, ταράζοντας άκόμη περισσό-τερο τ' άνάμικτα συναισθήματά τους.
'Η άγωνία πνίγει τούς άστυφύλακες πού προσπαθοϋν νά πάρουν άέρα, γιατί λόγω έπαγγέλματος θέλουν νά πιστεύουν δτι είναι ύπεράνθρωποι. Μετά τά παράσιτα συνεχίζει ή φωνή τοΰ άξιωματικοΰ άπό τό Κέντρο:
—"Ωρα εϊκοσι καί σαράντα πέντε, τά μέτρα άσφαλείας συνεχίζονται. Μικρή όμάδα άναρχούντων έξωθεν τοϋ Πολυτε-χνείου φωνασκεΐ προκλητικά συνθήματα. Αί διμοιρίαι τής πλατείας Κολοκοτρώνη θά τεθοϋν ύπό τάς διαταγάς τοϋ πέντε δεκάξι, κατέρχεται είς τόπον.
Ό Μίμης μέσα άπό τό κράνος ψιθυρίζεν στόν Χρήστο: —Ξέρεις ποιός ειναι ό πέντε δεκάξι; —"Οχι, γνέφει ό Χρήστος κουνώντας τό κεφάλι του μέ τό κράνος.
"Ενα έκατό μπαίνει μέ ταχύτητα στή μικρή πλατεία, κοντά στ' αγαλμα τοΰ Κολοκοτρώνη, καί φρενάρει δίπλα στίς τρεΐς κλοϋβες. Oi άστυφύλακες κατεβαίνουν σβέλτα καί παρατάσ-σονται άνά διμοιρίες ή μιά πίσω άπό τήν άλλη. Άπό τό έκατό βγαίνεν ό πέντε δεκάξι. Τό έκατό φεϋγει μέ ταχύτητα, σπινιά-ροντας, κάνει τό γυρο τής μικρής πλατείας καί μέ κόκκινο περνάει τήν Σταδίου, άνεβαίνοντας τήν Άμερικής.
'Ο όδηγός τοΰ έκατό ή εβλεπε πολύ άμερικάνικο κινηματο-γράφο ή διακατεχόταν άπό ύπερβολικό ύπηρεσιακό ζήλο.
'Ο πέντε δεκάξι καί δλοι οί άστυφύλακες καί άξιωματικοί τών MAT παρακολούθησαν τό έκατό στήν τρελή του κούρσα. "Οταν χάθηκε τό έκατό στήν ' Αμερικής, ό πέντε δεκάξι χωρίς κουβέντα ύψώνει τά δυό του χέρια. Oi άστυφύλακες καί οί
83
άξιωματικοί τών τριών διμοιριών, τρέχοντας, συντάσσονται πίσω του.
Ό πέντε δεκάξι κάτι λέει στόν άξιωματικό τής πρώτης διμοιρίας.
Ό πέντε δεκάξι ξεκινάει, βγαίνει έπί τής Σταδίου— έχει άπαγορευτεϊ ή κυκλοφορία τών όχημάτων, πεζοί μόνο πηγαι-νοέρχονται— καί άρχίζει τό τροχαδάκι. Πίσω του απαντες άκολουθοΰν στόν ιδιο ρυθμό. Οί τρεΐς διμοιρίες, αψογα συντεταγμένες, κατηφορίζουν μέ έλαφρύ τροχαδάκι τή Στα-δίου, τά κράνη, oi άσπίδες, τά μεγάλα γκλόμπς δημιουργοϋν εκπληξη καί δέος στοΰς περαστικούς τοϋ κεντρικοϋ δρόμου.
Μετά άπό λίγο, καί στόν ϊδιο πάντα ρυθμό, ό πέντε δεκάξι μέ τίς τρεΐς διμοιρίες φτάνει μπροστά στοΰ Κατράντζου καί σηκώνει τό δεξί του χέρι, σταματώντας δσους τόν άκολου-θοϋν.
'Ο πολύς κόσμος εχει φύγει άπό τό χώρο τοϋ Πολυτε-χνείου. "Εχουν μείνει χίλια ατομα περίπου, μικρής ήλικίας, μέ μαϋρα πανώ καί πλακάτ. Προχωροϋν πρός τή Σταδίου, εχουν κατακλύσει τό χώρο μεταξύ Πανεπιστημίου καί Χαλκο-κονδύλη. Τό πλήθος, μόλις βλέπει τά MAT εξω άπό τοΰ Κατράντζου έξαγριώνεται. Βρισιές καί φωνές άπευθύνονται πρός τούς άστυφύλακες.
«Τρεΐς καί έξήντα παίρνετε καί τόν κόσμο δέρνετε».
«Σκυλιά, φυλατε τ' άφεντικά σας».
«Αϋτοί σκοτώσαν τ' άδέλφια μας».
Κάποιος μέσα άπό τό πλήθος πετάει ενα μπουκάλι κόκα-κόλα μέ βενζίνα στουμπωμένο μέ πανί γιά φυτίλι. Τό μπουκά-λι προσγειώνεται μπροστά στοΰς δυό φίλους μας κι άπό τήν έκρηξη προκύπτει μιά σύντομη φλόγα ποΰ σβήνει εϋκολα. Ό Μίμης δείχνει άναστατωμένος.
—Χρήστο, τό εΐδες; θά μας κάψουν ζωνητανούς, ρίξανε «μολότωφ».
84
—Αύτή ήταν «μολότωφ» τής πλάκας, νά προσέχεις δεξιά-άριστερά μή μας ερθει καμία πιό σοβαρή.
—«Έπίθεση», άκούγεται άπό τόν πέντε δεκάξι.
Oi τρεΐς διμοιρίες έφορμοϋν στό πλήθος, πού συμπιέζεται, γιατί οί μπροστινοί όπισθοχωροΰν. Oi πίσω δέν έχουν κατα-λάβει τίποτε καί σπρώχνουν πρός τά μπρός. Τά τζάμια τών γΰρω καταστημάτων σπάζουν άπό τήν πίεση της άνθρώπινης μάζας. Oi μπροστινοί ποδοπατοΰν στήν κυριολεξία τούς πίσω. Τά χτυπήματα τών γκλόμπς πέφτουν άπό τά MAT άδιακρίτως στά κορμιά ή τά κεφάλια, μέσα στήν ταραχή πού έπικρατεΐ εΐναι δύσκολο οί άστυφΰλακες νά προσέχουν ποΰ κτυποϋν. Σέ λίγο τό πεδίο μάχης εχει καθαρίσει, έκτός άπό κανέναν-δυό που βρίσκονται στό εδαφος άνήμποροι νά φύγουν. Αύτούς τούς περιμαζεΰουν όμοϊδεάτες τους, μέ τή συνοδεία τών γκλόμπς φυσικά, ενσπράττοντας κτυπήματα μέχρι νά άπομα-κρυνθοΰν τρέχοντας.
'Ο πέντε δεκάξι μέ παρατεταμένα σφυρίγματα δίνει τή δναταγή «έπιβίβαση».
"Ολοι οί άστυφΰλακες τρέχουν στίς κλοΰβες τους. Oi φίλοι μας, στή δνμοιρία τους, άκοϋνε τόν άσύρματο: «Πρός δλες τίς διμοιρίες MAT, περιπολίες Όμόνοια, Πολυτεχνεϊο, Έξάρ-χεια, Σύνταγμα μέχρι νεωτέρας».
'Όλοι εΐναι καταϊδρωμένοι, άναψοκοκκινισμένοι άπό τήν ενταση.
Στήν κλούβα τών φίλων μας μπαίνει ό πέντε δεκάξν.
—Στήν περιπολία πού θά κάνουμε, δπου θά βλέπουμε
συγκεντρωμένους περισσότερους άπό τρεΐς, θέλω νά κατεβαί-
νετε καί νά σπατε μύτες, χέρια, πόδια, πλευρά. Πρέπει σέ
καμιά ώρίτσα νά τελειώνουμε μ' αύτούς τούς άλήτες, νά πάμε
85
καί έμεΐς στά σπίτια μας. Άπό τίς δώδεκα τό μεσημέρι στό πόδι εϊμαστε, νηστικοί καί άπότιστοι. Συγχαρητήρια γιά τή δουλειά πού κάνατε. Φεΰγω καί θά περιπολώ μαζί σας μέ τό έκατό. "Αν χρειαστώ κάτι μεταβιβάζω. Γειά σας. *Η κλοΰβα ξεκινάεν γιά τήν περιπολία. "Ο Μίμης μέ υφος πονηρό άπευθύνεται στόν Χρήστο:
—Ψηλούλη, ποϋ ήσουνα κατά τήν ώρα τοϋ ξυλοδαρμου;
—Άγαπητέ συνάδελφε, ήμουν πίσω σου καί σ' άπολάμ-βανα πού κτύπαγες άνηλεώς, έάν μέτραγα αύτούς πού εδειρες, θά 'βγαιναν oi μισοί συγκεντρωθέντες, συγχαρητήρια. Ό Μίμης σοβαρεύεται.
—Τί άνηλεώς, βρέ μαλάκα, τούς άλήτες. Δέν τούς εΐδες; Πήγαιναν γυρεύοντας.
—Έλα, ρέ Μίμη, τά περισσότερα μαλακισμένα πιτσιρίκια ήταν, πού τά βάλανε μπροστά οί εΐδήμονες γιά νά φανε ξύλο.
—Γιά ποιό λόγο νά ξηγηθοϋν έτσι;
—Γιά πολλούς. Τά φανατίζουν άπέναντι στήν Άστυνομία καί τό κράνος• άνακατωσούρα γίνεται, γράφει ό τύπος εΐς βάρος μας καί ό κόσμος φοβαται καί φυσικά ύποβιβάζεται κι ό άστυφυλακας σάν άτομο.
— Ρέ Χρήστο, «μολότωφ» εριξαν τά τσογλάνια!
—Σιγά, ρέ Μίμη! έάν ήταν αότή «μολότωφ», ή διμοιρίαθά εΐχε μείνει ή μισή. Άπλά, ήταν ένα ήλίθιο κατασκεύασμα γιά νά δώσει άφορμή γιά ξύλο!
—Μά ποιοί έχουν συμφέροντα;
—Σοΰ είπα, αύτοί πού είναι ένάντια στήν έκάστοτε κυβέρ-νηση, αύτοί πού καΐνε τά δάση, αύτοί πού προσπαθοθν νά δημιουργήσουν χαώδεις καταστάσεις γιά νά άποθαρρΰνουν τόν κόσμο καί νά παρουσιάσουν τήν Πολιτεία άνίκανη γιά ελεγχο.
—Ώραΐα δλα αύτά! Έμένα γιατί μοϋ 'βαλες χέρι, δτι κτυποϋσα άνηλεώς καί τρίχες κατσαρές; Ρέ Χρήστο, δέν κόβεις τίς μαλακίες, αύτοί δέν φεΰγανε έάν δέν τρώγανε τό
86
ξύλο τής χρονιας τους. Έγώ πάντως, νά σοϋ πώ, Χρήστο, τήν ταπεινή μου άλήθεια, πολύ τό χάρηκα τό ξύλο.
Οί περνπολίες κρατήσανε μέχρι τίς τρεϊς τό πρωί.
Γιατί οί διαδηλωτές, πού μαζεύονταν σ' όμάδες, μόλις εβλεπαν τίς κλοϋβες τό διαλύανε καί τ' άνάπαλιν.
Τήν άλλη μέρα ό άντνπολιτευόμενος Τύπος καταδίκασε τίς ένέργειες τών MAT καί γράφτηκαν πολλοί κοσμητικοί χαρα-κτηρισμοί γιά τούς αντρες τής μονάδας. Οί «τραμποϋκοι», τά «κτήνη», οί «φασίστες», οί «άπάνθρωποι» κ.ά. Ό κυβερνητι-κός Τύπος έκθείασε τίς ένέργειες τών MAT, συνεχάρη τούς δντρες τών διμοιριών γιά τήν ψυχραιμία, τό σθένος καί τήν άποτελεσματικότητά τους.
Μετά τή θΰελλα, ή γαλήνη. Οί έπόμενες μέρες κυλοΰν ήρεμες μέ "Αγιο Κοσμά καί όκτάωρα άπογευματινά.
Σάββατο άπόγευμα, οί δυό φίλοι μας συζητανε στήν κλού-βα τής διμοιρίας τους:
—Χρήστο, αΰριο εϊμαστε στό ντέρμπυ Παναθηναϊκοϋ -ΑΕΚ στή Λεωφόρο.
—Ναί, άλλά μας έχουν εξω άπό τό γήπεδο, ένώ ή Τρίτη καί ή "Εκτη διμοιρία εΐναι μέσα.
—"Ετσι εΐναι, οί άξιωματικοί τους πήγαν καί καθάρισαν γιά νά δοϋν τόν άγώνα. ' Ο βλάκας ό δικός μας, όπου διατάζει ή Ύπηρεσία, λές καί ή Ύπηρεσία είναι ήλεκτρονικός ύπο-λογιστής νά μή ρίχνει κανένα. Δέν πάει πάνω στόν γραμματέα όπως πανε καί οί άλλοι, νά κάνει τή δουλειά του.
—Καλά, αύτά εϊναι μικροπροβλήματα. Τά 'μαθες γιά τόν Τσίρο;
—Ποιόν Τσίρο, ρέ Μίμη;
87
—Τής Ένάτης διμοιρίας μωρέ, πού ήταν δεκανέας στά ΛΟΚ.
—"Α! Ναί, τόν Τσίρο!
—"Ε, τόν παντρεύουνε τήν αλλη Κυριακή.
—Τόν παντρεύουνε; έκπλήσσεται ό Χρήστος γουρλώνο-ντας τά μάτια του! Μή μοϋ πεΐς μέ κείνη τήν άλήτισσα πού τραβιέται δυό μήνες τώρα;
—Ναί, τοϋ εκανε τήν άναφορά στήν Ύπηρεσία, δτι τήν δφησε εγκυο. Ό άξιωματικός πού άνέλαβε τήν ύπόθεση, ύποσχέθηκε στόν Τσίρο νά τόν βοηθήσει άν τοΰ τά πεΐ δλα. Νά τόν ξεμπλέξει έπειδή εΐναι νέος άκόμα. ' Ο Τσίρος τοϋ τά εΐπε δλα, δηλαδή δτι εκανε ερωτα καί κάτι τέτοια. Καί αύτός τόν εκαψε: καί τήν άλήτισσα θά πάρει καί εξι μήνες άργία θά φάει, γνατί δέν έχει κλείσει τό δριο ήλικίας γιά γάμο πού έπιτρέπει τό Σώμα. Είναι εϊκοσι τεσσάρων έτών άκόμα.
—Καλό κι αύτό, ύπό τήν αίγίδα τής Άστυνομίας θεμελιώ-θηκε μιά εύτυχισμένη οίκογένεια.
—Καλά, νά 'ταν ή πρώτη, ρέ Χρήστο. Κι δλα αύτά γίνονται μήν τυχόν καί πεΐ κανένας κακό γιά τήν Άστυνομία καί χαλάσουν οί δημόσιες σχέσεις της.
Τό ντέρμπυ ήταν συγκλοννστικό, άπό δ,τι κατάλαβαν βέβαια οί δυό φίλοι μας, άκοΰγοντάς το άπό τό ραδιοφωνάκι τους. Μέ τή λήξη τοΰ άγώνα εγιναν μικροεπεισόδια μεταξύ τών φιλάθλων, δπως εΐναι καθιερωμένο, άλλά μέ τήν έπέμβα-ση τών MAT oi διαφορές έπελύθησαν άναίμακτα.
Ό λαμπρός ήλιος τής πρώτης ήμέρας τής έβδομάδας κοΰρασε ευκολα τίς τρεΐς διμοιρίες πού γυμνάζονταν στόν "Αγιο Κοσμά.
Ό Άστυνόμος ^δωσε λήξη τών άθλοπαιδιών καί σκυφτός
88
πάει πρός τό μεγάλο πάρκινγκ, δπου είναι παρκαρισμένο τό γιωταχί του.
Στό άκουσμα τρεχαλητοϋ πίσω του, πετάγεται άριστερά τοϋ διαδρόμου, φοβούμενος μήν τόν πάρει κανένας άθλητής κατοστάρης σβάρνα.
—Μή τρομάζετε, κύριε Άστυνόμε, έγώ είμαι.
—"Α! Έλα, Φάνη παιδί μου, πώς τρέχεις ετσι, μέ τρό-μαξες.
—Κύριε Άστυνόμε, σας θέλω.
— Θά σέ περιμένω τό άπόγευμα στό γραφεΐο μου, γειά σου τώρα, γειά σου.
—Γειά σας, γειά σας. Ό Φάνης φεύγει τρέχοντας. Οί φίλοι μας άπό μακριά είδαν τήν σκηνή καί σχολιάζουν.
— Χρήστο, τόν είδες τόν Φάνη, κάτι είπε στόν κολλητό του τόν Άστυνόμο. Θά τά ποϋνε τ' άπόγευμα, νά 'σαι σίγουρος. Τί κάρφαρος αύτό τό παιδί! Θά 'θελα νά 'ξερα τί τοΰ λέει τό μαλακισμένο, ρέ Χρήστο.
' Ο Φάνης, συνεπής στό ραντεβού του, βρίσκεται τό άπόγευ-μα εξω άπό τό γραφεΐο τοΰ Άστυνόμου. Κοιτάει δεξιά άριστερά μέ τά μικρά ποντικίσια μάτια του καί μπαίνει χωρίς νά χτυπήσει τήν πόρτα. 'Ο Άστυνόμος φοράει τά πρεσβυω-πικά γυαλιά του, μέ τόν χοντρό σκελετό, καί είναι άφοσιωμέ-νος στήν άνάγνωση μνας κόλλας δναγωνισμοϋ. Μέ τήν ενσβο-λή τοϋ ποντικοΰ στό γραφεΐο του, τινάζεται άπάνω μέ τή λαχτάρα ζωγραφισμένη στή θολή ματιά του.
Ξανακάθεται ξεφυσώντας.
—Άμάν, ρέ Φάνη, δεύτερη φορά πού μέ τρομάζεις σήμε-ρα, αλλη μιά φορά καί θά μέ στείλεις άπό συγκοπή καρδιας.
Βγάζει τά γιαλιά του άπό τήν παχουλή του μύτη καί χαμογελάει καλοσυνάτα στόν Φάνη πού στέκεται δρθιος.
89
—Κάτσε, κάτσε, Φάνη, γιά πές μου, τί συμβαίνει στή διμοιρία σου; Σέ βλέπω άνήσυχο.
Ό Φάνης κάθεται κοιτώντας τόν Άστυνόμο στά μάαα, κάνει άπότομη κίνηση τοϋ κεφαλιοϋ του έμπρός, τόν μιμεΐται κι ό Άστυνόμος κοιτώντας τον στά μάτια. Άπό αύτή τή μικρή άπόσταση ό Φάνης λέει συλλαβιστά, ψιθυριστά.
—"Εχουμε κουμμούνια στή διμοιρία, κύριε Άστυνόμε.
Ό Άστυνόμος πετάγεται άπάνω σάν νά τρυπήθηκε ό πισινός του άπό άγκάθι:
—Κουμμοΰνια στά MAT; φωνάζει έκτοξεύοντας λίγα σά-λια στό άνέκφραστο πρόσωπο τοϋ Φάνη. Ξέρεις τί μοϋ λές; Ό Φάνης, σκουπίζοντας τό πρόσωπό του μ' ενα λευκό μαντίλι τσαλακωμένο, έπιμένει:
—Μάλιστα, κουμμούνια στά MAT.
Ό Άστυνόμος κάθεται άποκαμωμένος, εχει ίδρώσει... Μετά άπό λίγο ψελλίζει:
—Πάει, θά μας κτυπήσουν σέ καμιά δκχδήλωση πισώπλα-τα. Ποιοί είναι; ρωτάει.
—Πρέπει νά ειναι ό Μίμης μέ τόν ψηλό.
—"Αει στό καλό σου, Φάνη, μέ εσκασες, συνέρχεται ό Άστυνόμος, μοϋ 'κοψες τή χολή, εΐπα κι έγώ... Τόσο πολύ ψάξαμε γιά φρονήματα μπαμπάδων, μαμάδων, θείων, θειάδων, παππούδων, λές νά μας ξέφυγε κανένας; Βρέ Φάνη, αύτοί εΐ-ναι πιό δεξιοί άπ' δλους σας έκεΐ μέσα. Ό Μίμης είναι άπό χωριό πού οί κομμουνιστές σφάξανε καί τίς γάτες τους άκόμα. "Οσο γιά τόν ψηλό, ό πατέρας του εχει διαπρέψει στό Σώμα καί έχει πάρει δύο-τρία παράσημα καί τιμητικό βαθμό, άλλά, άπ' δ,τι θυμαμαι —έπειδή ήταν σειρά μου—, εΐχε πιαστεΐ μέ τό έμπόριο καί εϊχε παραιτηθεΐ. Έπίσης τό μισό σόι τοϋ ψηλοΰ εϊναι στήν Άστυνομία, μήν τό ξεχνάς δτι εϊναι Μανιάτες, καλή πάστα άνθρώπων.
— Μά, κύρ Άστυνόμε, τήν άλλη φορά πού τούς κρυφά-κουγα, μετά τό ξΰλο τοϋ Πολυτεχνείου, μαλώνανε γιατί ό ενας
90
εδειρε καί δέν έπρεπε νά δείρει καί κάτι τέτοια! Τό Σάββατο πάλι, τό άπόγευμα, κάτι λέγανε γιά τίς δημόσιες σχέσεις τής Άστυνομίας νά τίς χαλάσουνε μέ κακό λόγο.
—Ήσύχασε, ήσύχασε, Φάνη, δέν πιστεΰω νά συμβαίνει τίποτα, άλλά έσύ τά μάτια σου δεκατέσσερα. Ξέρεις δτι τά • MAT εΐναι νέα ύπηρεσία καί έάν δέν τήν προσέξουμε έμεΐς πού εΓμαστε δικοί της άνθρωποι, ποιός θά τήν προσέξει; Πήγαινε τώρα καί δ,τι θέλενς σέ μένα.
'Ο Φάνης σηκώνεται, πάει πρός τήν πόρτα.
—Γειά σας, κυρ-Άστυνόμε.
—"Α! Φάνη, τήν Κυριακή τί ώρα δουλεύετε;
—Δύο-δέκα τ' άπόγευμα, κυρ-Άστυνόμε!
— Βάλε γιά ρεπό, ετσι;
Τά MAT μεταφέρθηκαν άπό τήν Πειραιώς στήν Καισαρια-νή, σέ μεγάλο, καινούριο οϊκημα.
To SEIKO QUARTZ δείχνει μιά καί σαράντα πέντε μετά τά μεσάνυχτα.
Έκτός άπ' τούς σκοπούς δλοι στό καινούριο οικημα τών MAT κοιμοϋνταν.
Ό Μίμης κοιμαται μέ άναμμένα τά φώτα στό μεγάλο ύπνοδωμάτιο μέ αλλα πέντε άτομα. Εινάι μέ τό άθλητικό φανελάκι καί τό σλίπ. "Εχει περασμένη ζώνη στό στήθος γιά νά τοϋ κρατάει τό περίστροφο κάτω άπό τήν μασχάλη του. Τό ράδιο δίπλα του πάνω στήν καρέκλα έκπέμπει δντονη μουσι-κή. Άκούγεται ή μουσική άπό τό εργο Μονομαχία στό Έλ Πάσο.
Ό Μίμης βλέπει έφιάλτη, εΐναι ίδρωμένος: ...Βρίσκεται σέ ξερότοπο ντάλα μεσημέρι, εΐναι έλαφρά ντυμένος, δπως κοιμαται... τό πεντάσφαιρό του κρέμεται στή μέση καουμπόικα...
...Άπέναντί του, ενας άναρχικός ντυμένος στά μαϋρα, μέ
91
μιά «μολότωφ» στό χέρι, είναι δτοιμος γιά μονομαχία... Κι ένώ τό δνειρο φτάνει στό άποκορύφωμά του, άκριβώς έκείνη τή στιγμή, άρχίζουν νά ούρλιάζουν οί σειρήνες, πού εΐναι τοποθετημένες στά δωμάτια τών MAT γιά τήν περίπτωση συναγερμοϋ.
Ό Μίμης πετάγεται έντρομος άπό τό κρεβάτι του, λουσμέ-νος στόν ίδρώτα, μέ τή φρίκη ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του, φωνάζει μ' δλη του τή δΰναμη: «Φωτιαααααααά». Στό δεξί του χέρι κρατάει τό πεντάσφαιρό του.
Οί συνάδελφοί του, κακοξυπνημένοι, τόν κοιτανε μέ άπο-ρία. Οί σειρήνες ούρλιάζουν. Φορανε δλοι τή στολή τους βιαστικά καί πέταγονται στό διάδρομο. Kt άλλοι άστυφύλα-κες βρίσκονται στό διάδρομο καί τρέχουν πρός τή σκάλα. Άπό μερικά κλειστά δωμάτια άκούγονται διαμαρτυρίες άπό άστυφΰλακες πού δέν συνειδητοποίησαν τί συμβαίνει:
«Τί στό διάολο εγινε νυχτιάτικα;»
«Σήκω ρέ, συναγερμός».
«Δέν πάω πουθενά, κοιμαμαι τώρα».
«"Α! Καλά έσύ εισαι πού κοιμασαι κι όνειρεύεσαι».
Πολλοί άστυφύλακες κατεβαίνουν τίς σκάλες τρέχοντας. "Αλλοι βάζουν τό σακάκι τους, αλλοι τά καπέλα τους, ενας άνεβαίνει γρήγορα τά σκαλιά, έχει ξεχάσει νά φορέσει τό παντελόνι του.
Σέ λίγα λεπτά δέκα κλοϋβες είναι ετοιμες γιά άναχώρηση, γεμάτες άστυφύλακες.
"Ερχεται κι ό Άστυνόμος, κάνουν προσκλητήριο: Εϊναι δλοι oi στρατωνιζόμενοι παρόντες κι ό Άστυνόμος ίκανο-ποιημένος: Μπράβο, μπράβο, παιδιά, συγχαρητήρια γιά τήν έτοιμότητά σας, ό Ύπουργός θά ένθουσιαστεΐ. "Αντε γιά ΰπνο τώρα, ήταν άσκηση έτοιμότητος, κατόπιν διαταγής τοϋ Ύπουργοϋ. "Ετσι πέρασε ή έπεισοδιακή νύχτα.
Εϊναι πέντε καί τριάντα τό πρωί.
Ό Ύπαστυνόμος άνοίγει τήν πόρτα τοϋ κυλικείου καί φωνάζει στούς λίγους άστυφύλακες:
—Παιδιά, έλατε γιά σύνταξη κάτω στό ίσόγειο. 'Η διμοιρία εχει συνταχθεϊ στό ίσόγειο, ό Ύπαστυνόμος μέ τόν Άρχιφύλακα μετρανε... Ό Ύπαστυνόμος δείχνει νευριασμένος.
"Οπως πάντα, λείπουν δύο.
Έκείνη τή στιγμή, άπό τό άσανσέρ πετάγεται ό Μίμης καί τρέχει στήν τριάδα του, κάτω άπό τό αύστηρό βλέμμα τοϋ Ύπαστυνόμου. Άπ' εξω άκούγεται ό θόρυβος μιας μοτοσυ-κλέτας πού φρενάρει... Κι ό Χρήστος μπαίνει τρέχοντας άπό τήν είσοδο, φτάνει στή διμοιρία του, προσπαθώντας ταυτό-χρονα νά βγάλει τό καπέλο του άπό μιά νάιλον τσάντα.
Ό Ύπαστυνόμος, πού εχει κοκκινίσει άπό τό θυμό του, ρωτάεν αγρνα τόν Χρήστο: —Τί ώρα είναι αότή;
—Μά, κύριε Ύπαστυνόμε, ερχομαι άπό τό Περιστέρι, ψελλίζει ό Χρήστος.
Ό ύπαστυνόμος όρύεται:
—Καί γώ μένω στοΰ διαόλου τή μάνα, στό Μαροΰσι, άλλά εϊμαι έδώ άπό τίς πέντε τό πρωί. Σέ προειδοποιώ, έάν έπανα-ληφθεΐ, θά σέ άναφέρω. Τράβα στή τριάδα σου!
Κοιτάει έρευνητικά τή διμοιρία του άνεβοκατεβαίνοντας άπό τήν πρώτη τριάδα μέχρι τήν τελευταία. Είναι πολύ θυμωμένος:
— Ρέ, καταλάβετέ το, ή ύπηρεσία δέν ρωτάει άπό ποϋ έρχόμαστε, ρωτάει έάν ειμαστε άκριβεΐς στήν άνάληψή της. Καί έάν δέν εϊμαστε, τιμωρεΐ καί μέ τό δίκιο της. Πάει αύτό! Σήμερα σας βλέπω στά μαϋρα σας χάλια, άκούρευτοι εϋσαστε, άξύριστοι, άσιδέρωτοι, άγυάλιστοι, τί διάολο...
Ό Μίμης ψιθυρίζει στό αύτί τοΰ Χρήστου:
— Θά τσακώθηκε μέ τήν γυναίκα του πάλι ό ήλίθιος, πρωί πρωί!
93
Ό Ύπαστυνόμος συνεχίζει:
—Λοιπόν θ' άρχίσω ν' άναφέρω γιατί δέν βλέπω προκοπή άλλιώς, έσεϊς δέν μπορεϊτε νά συνειδητοποιήσετε δτν εΐστε δημόσιοι ύπάλληλοι. Νομίζετε δτι δουλεύετε στοϋ μπαμπα σας τά χωράφ...
—'Ο Διονκητής! 'Ο Διοικητήςϋ τόν δνακόπτει φωνάζο-ντας ενας άστυφυλακας άπό τήν πρώτη τριάδα.
Πραγματικά, ό Διοικητής εχει μπεΐ άπό τήν εϊσοδο καί έκεΐ, ένώ κοντοστέκεται, τοϋ άναφέρει ό σκοπός πύλης σέ στάση προσοχής• μόλις τελειώνει τόν χαιρετάει στρατνωτικά. ' Ο Διοικητής άνταποκρίνεται χλιαρά σηκώνοντας τό χέρι του καί πάει γιά τό άσανσέρ.
Ό Ύπαστυνόμος δίνει «Προσοχή» στή διμοιρία του καί τρέχει πρός τόν Διοικητή. Ό Διοικητής περιμένει. 'Ο Ύπα-στυνόμος σέ στάση προσοχης, άναφέρει «απαντες παρόντες». 'Ο Διοικητής κάτι τοΰ λέεν ψιθυριστά καί χάνεται στό άσανσέρ, πού τό κράταγε μ' άνοιχτή τήν πόρτα ό όδηγός του. 'Ο Ύπαστυνόμος γυρίζει σκυθρωπός στή διμοιρία του.
—Τά ειδατε; Γίναμε ρεζίλι, ώς καί ό Διοικητής σας ειδε
άπό κεϊ δτι εϊστε άτημέλητοι. Πάντως νά ξέρετε δτι δέν έχω
καμμιά διάθεση ν' άναφερθώ γιά χάρη σας. Τούς ζυγούς
λύσατε, πάρτε καφέ άπό τό κυλικεΐο καί φύγαμε γιά τή Βουλή.
'Ο Χρήστος καί ό Μίμης τρέχουν γιά τό κυλικενο.
—Αϋτός δ ήλίθιος τά 'χει μαζί μου, ρέ Μίμη!
—"Ελα, ρέ ψηλέ, καί σΰ δλο άργεΐς.
—"Αντε στό διάολο, νούμερο, πού κάθομαι καί συζητάω μαζί σου.
Μπαίνουν στό κυλικεΐο, φτάνουν μπροστά στήν άδεια μεγάλη βιτρίνα τοϋ έπαγγελματικοϋ ψυγείου.
"Ενας άστυφΰλακας μέ πολιτικά κάθεται καί διαβάζει άθλη-τική έφημερίδα. Τούς βλέπει, σηκώνεται νωχελικά, τεντώνο-ντας τό κορμί του, στίς μΰτες τών ποδιών του.
—Τί θά πάρουμε, Μίμη;
94
—Τυρόπιτες! άπευθυνεται ό Μίμης στόν καψιμιτζή.
—Δέν έχει.
—Μπουγάτσες:
—Δέν έχει.
—Σπανακόπντες.
—Δέν έχει.
—Τί φαγώσιμο έχει;
—Τίποτα.
Έπεμβαίνει ό Χρήστος:
—Δώσε μας δυό καφέδες, σέ παρακαλώ.
—Ρέ Μίμη, καφέδες δέν διέταξε ό ' Υπαστυνόμος; Τί ζητάς δλλα πράγματα;
' Ο καψιμιτζής τούς δίνει δόο κυπελάκια ΦΙΝΟ. Πληρώνουν καί φεΰγουν.
—Γιά φαντάσου, κυλικεΐο γιά χίλια άτομα καί δέν έχει τίποτα!
—Ρέ Μίμη, άμα δέν εΐναι ίδιωτική ή έπιχείρηση, νά ύπάρχει ένδιαφέρον γιά κονόμα, τί ζητας; Τό δημόσιο μόνο γιά λούφα καί παραλλαγή κάνει.
'Η κλούβα μας όδεΰει γιά τή Βουλή τών Έλλήνων.
Μπροστά, δίπλα στόν όδηγό, καί κάθεται ό ' Υπαστυνόμος πίσω άπό τήν θέση του, πλάτη μέ πλάτη, βρίσκεται κάθισμα σέ στύλ καναπέ, γιά πέντε άτομα. Κάθετα σ' αύτό εχει άλλα δυό καθίσματα, δεξιά κι άριστερά κολλημένα στή λαμαρίνα τοθ λεωφορείου, ποΰ χωρανε δέκα καί δώδεκα άτομα άντιστοί-χως. Ό Μίμης μέ τόν Χρήστο κάθονται δίπλα δίπλα στό πεντάρι κάθισμα καί συνομιλοϋν χαμηλόφωνο.
— Χρήστο, τό 'μαθες γιά χτές τό βράδυ; -Τί;
— Χτύπησε συναγερμός γνά άσκηση.
—Έκείνη τήν ώρα έγώ, στόν δπνο μου, μονομαχοϋσα μ'
95
εναν άναρχικό καί πετάχτηκα άπάνω μέ τό δπλο στό χέρν πώς καί δέν πυροβόλησα κανά συνάδελφο; Ό Χρήστος γελάει δυνατά:
—"Α στό διάλο! Αύτά συμβαίνουν μόνο στήν Άστυνομία!
—Τί συμβαίνουν μόνον στήν Άστυνομία; άρπάζεταν ό Ύπαστυνόμος.
— Πού δέν μας κάνουν αδξηση, κυρ-Ύπαστυνόμε!
Ό Ύπαστυνόμος σηκώνεται δρθιος καί γυρίζοντας πρός τόν Χρήστο.
—Τί αΰξηση μωρέ; ρωτάει άγρια. Πόσα χρόνια είσαι στό Σώμα;
—Δυόμισι, κυρ-'Υπαστυνόμε.
—Καί πόσα παίρνενς, άχάριστε ύπάλληλε;
—Δεκατρεΐς χιλιάδες μόνο.
—Δεκατρεΐς χιλιάδες μόνο;! γίνεταν εξω φρενών ό Ύπα-στυνόμος. Καί σέ ποιά δουλειά θά τά 'παιρνες αύτά μέ τήν άνεργία πού ύπάρχει; Δέν βλέπεις τί γίνεται γΰρω σου; 'Ο κόσμος πεινάει. Ρέ καταλάβετέ το. (Άπευθύνεται σ' δλους τούς άστυφΰλακες.) Έμεΐς έδώ, βρέξει-χιονίσει, τό καρβέλι τό 'χουμε. Ένώ οί έργάτες βολοδέρνουν!
— Ναί, πετάγεται ό Χρήστος, άλλά οί έργάτες μποροΰν νά κάνουν καί άπεργία καί νά ζητήσουν τά δικαιώματά τους αμα άδικοϋνται. Έμεΐς δέν τολμαμε νά μιλήσουμε.
Ό Ύπαστυνόμος εχει κοκκινίσει πάλι άπό τό θυμό του:
—Μπράβο, γιατί έσένα, ψηλέ, πού μιλάς πολύ, δέν σέ βλέπω νά στέκεσαι καλά στά MAT, θά πας σέ κανένα Περιστέ-ρι, νά φυλας τό φεστιβάλ τών Κνιτών.
"Η κλούβα μπαίνει στό προαύλιο τής Βουλής άπό τήν εϊσοδο τής Βασιλίσσης Σοφίας καί σταματάει πίσω άπό τή νυχτερινή κλοΰβα, ποΰ μανουβράρει γιά νά φύγει.
Ό Ύπαστυνόμος διαβάζει στή διμοιρία τήν ϋπηρεσία σκοπιας.
96
—Ω2, Ω5, Ω11, καί ΩΙ7 θά πανε στήν Αΐγυπτιακή πρεσβεία άπέναντι. Οί Ω20 καί Ω21 θά πανε στήν ΕΛΑΛ.
—Κυρ-Ύπαστυνόμε, διαμαρτύρεται ό Μίμης. Έχετε και-ρό νά μέ βάλετε στήν ΕΛΑΛ.
—Θέλει κανένας νά άλλάξει μέ τόν Μίμη;
—Θά πάω έγώ, κυρ-Ύπαστυνόμε, πετάγεται 'ένας χοντρός άστυφΰλακας, ό Περικλής.
Ό Χρήστος σκύβει στό άφτί τοθ Μίμη καί τοϋ ψιθυρίζει:
—Μέ παρατας μέ τόν κομπλεξικό, πού τοϋ άρέσει νά κραδαίνει τό δπλο μέσα στόν κόσμο!
Οί άστυφύλακες κατεβαίνουν άπό τήν κλοΰβα καί πάνε στίς σκοπιές τους.
"Έξω άπό τήν Αΐγυπτιακή πρεσβεία. 'Ο Χρήστος μέ τόν Περικλή κόβουν βόλτες, πάνω στό μεγάλο πεζοδρόμιο τής Βασιλίσσης Σοφίας. "Εχουν κρεμασμένα στόν ώμο τους κο-ντά, ίσραηλιτικής κατασκευής δπλα.
Οί περαστικοί τούς περιεργάζονται. Τούς κοιτάνε καί άπό τά τρόλεϊ, τά λεωφορεϊα, τά γιωταχί. 'Ο Χρήστος πλησιάζει τόν Περικλή:
—Ρέ Περικλή, πώς μας κοιτάει έ"τσι ό κόσμος, σάν παράξενα δντα;
—Γράφ' τους στ' άρχίδια σου, ρέ ψηλέ. Θά 'θελαν νά 'χουν καί αύτοί τέτοιο «έργαλεϊο»!
—Σιγά, ρέ Περικλή, μή θέλανε νά 'χαν «οϋζι» οί άνθρω-ποι!
Ή μία (3ρα περνάει γρήγορα. Ό Χρήστος καί ό Περικλής περιμένουν τήν άντικατάσταση πού δέν φαίνεται πουθενά.
—Ρέ Περικλή, οί μαλάκες μας εχουν ξεχάσει, πάω νά δώ τί γίνεται.
7
97
Ό Χρήστος άκουμπάει τό «οΰζι» μέσα στό φυλάκιο πού βρίσκεται στό προαΰλιο τής πρεσβείας. Περνάει γρήγορα στόν περίβολο τής Βουλής καί πλησιάζει τήν άνοικτή πίσω πόρτα τής κλοΰβας προσεκτικά μή τόν δεΐ ό Ύπαστυνόμος πού κάθεται μπροστά.
Σφυρίζει σιγά σ' ενα συνάδελφό του πού λύνει σταυρό-λεξο.
Αύτός, μόλις βλέπει τόν Χρήστο, κοιτάει τό ρολόι του καί σκουντάει τό διπλανό του ποΰ κοιμαται.
Πετάγονται καί οί δυό κάτω:
Φεύγουν τρέχοντας γιά τήν ΑΙγυπτιακή πρεσβεία. Ό Χρήστος άνεβαίνει καί κάθεται, βγάζοντας δυνατό άναστε-ναγμό.
—"Εσκαβες; εσκαβες; ρωτάει είρωνικά ό Ύπαστυνόμος.
Τρεΐς-τέσσερις Άστυφύλακες γνέφουν μέ νοήματα στόν Χρήστο νά πεΐ κάτι στόν Ύπαστυνόμο.
Ό Χρηστος γνέφει ναί, καί γυρίζει πρός τόν Ύπαστυνόμο:
—Κυρ-Ύπαστυνόμε, νά παίξουμε κανένα ταβλάκι, νά περάσουν αύτές οί όκτώ ώρίτσες;
—Δέν τό ξέρετε δτι άπαγορεύεταν τό τάβλι έντός τοΰ λεωφορείου; άπαντάει αύστηρά ό Ύπαστυνόμος.
—Έλα, κυρ-1 Υπαστυνόμε, οί άλλοι άξιωματικοί πώς παί-ζουν στίς διμοιρίες τους ταβλάκι;
Ό Ύπαστυνόμος, μαλακώνει.
—Τέλος πάντων, εχετε τάβλι μαζί σας;
Δέν προλαβαίνει νά τελειώσει τή φράση του καί πέντε τάβλια άνοίγονται στόν μεσαΐο πάγκο.
Ό Ύπαστυνόμος κατεβαίνει άπό μπροστά, μπαίνει πίσω στήν κλούβα καί κάθεται δίπλα σέ δυό ταβλαδόρους...
Ό ενας τοΰ παραχωρεϊ τή θέση του. "Εχει μεσημεριάσει γιά καλά, ό Ύπαστυνόμος βαρέθηκε νά παίζει τάβλι, ξαναπήρε τή θέση του μπροστά καί λΰνει σταυρόλεξο. Πολλοί άστυφυλακες λαγοκοιμοΰνται, άλλοι
98
έχουν κατέβει άπό τήν κλούβα καί συζητανε. Δυό ζευγάρια συνεχίζουν νά παίζουν τάβλι.
Στόν περίγυρο τής Βουλης τών Έλλήνων μπαίνει ή κλού-βα μέ τήν άπογευματινή διμοιρία. Ή κλούβα μας, μανουβρά-ρει καί φεύγει γιά τή βάση της. "Ολοι μέσα βιάζονται νά σχολάσουν. Βγάζουν γραβάτες, φτιάχνουν τίς άσπίδες, τά κράνη. Ό Ύπαστυνόμος ένοχλεΐται.
—"Αν γίνει τώρα κανένα άνάποδο καί χρειαστεΐ νά έπέμ-βουμε, τί θά κάνετε;
—Φάε τή γλώσσα σου, γρουσούζη! μουρμουράει ό Μίμης μέ δυσαρέσκεια.
—Τί είπες, Μίμη; ρωτάει αγρια ό Ύπαστυνόμος.
—Τίποτα, τίποτα, άπλώς αν γίνει κάτι θά έτοιμαστοϋμε τσάκα τσάκα.
'Ο Ύπαστυνόμος έπιμένει:
—Ρέ, πρέπει νά τό καταλάβετε, δτι ή Πολιτεία μας πληρώ-νει γιά νά μας εχει δ,τι ώρα μας χρειοστεΐ, εϊτε μέρα εϊτε νύχτα εϊναι εϊτε σχόλη.
Διακότιτεται άπ' τόν άσύρματο, τή μοτορόλα:
«Α-Ω λαμβάνετε;» "Ολοι οί άστυφύλακες βουβαίνονται άκίνητοι στή θέση πού βρίσκονται.
«Πολΰ καλά, κέντρο!» άπαντάει ό Ύπαστυνόμος πατώ-ντας τό πρές.
«Ποϋ εϋρίσκεστε;» συνεχίζει ή μοτορόλα.
«Μουσεΐον άεροπορίας, κέντρο».
«Μεταβεΐτε Κουκάκι, πυρκαγιά σέ χρωματοπωλεΐο στή Δημητρακοπούλου».
«Έλήφθη, κέντρον, έλήφθη».
Άκούγεται βουητό δυσφορίας κι δ Ύπαστυνόμος, ήρεμος:
—Παιδιά, έτοιμαστεΐτε γιά τήν πυρκαγιά. -■' Οί άστυφύλακες διαμαρτύρονται:
—Αύτά τά ασχημα εχει ή κωλοαστυνομία καί μοϋ τή σπάει.
99
—Άπό τίς εξι τό πρωί εϊμαστε στό πόδι καί δέν εχουμε φάει... ουτε ζώα νά 'μασταν.
—Ποιές εξι; Τόν συναγερμό τόν ξέχασες, ποιός κοιμήθη-κε μετά τή λαχτάρα πού πήραμε;
Έπεμβαίνει ό Χρήστος βάζοντας τή γραβάτα του.
— Ρέ παιδιά, δ,τι καί νά λέμε τώρα, μαλακίες λέμε, τό μόνο πού πετυχαίνουμε εϊναι νά έκνευριζόμαστε περισσότερο. Ό Θεός νά βάλει τό χέρι του νά εΐναι μικρή ή πυρκαγιά νά καθαρίσουμε γρήγορα, γιατί θά καοϋμε καί μεϊς μαζί.
—"Εχει δίκιο ό ψηλός, συμφωνεϊ ό Ύπαστυνόμος εύχα-ριστημένος.
Μετά άπό τρία τέταρτα ττ\ς ώρας φτάνουν στό χώρο τής πυρκαγιάς. Καίγεται ενα ίσόγειο χρωματοπωλεΐο. Άπ' έξω στό δρόμο εχουν σβηστεϊ δυό μισοκαμένα αύτοκίνητα. Πάνω άπό τό χρωματοπωλεΐο κινδυνεύει δλος ό δεύτερος δροφος. Ό κόσμος εχει άνακατευτεϊ μέ τούς πυροσβέστες κι έμποδίζει τίς προσπάθειές τους.
Οί αντρες συντάσσονται σέ τριάδες δίπλα στήν κλούβα τους. Τρέχει κοντά ό Άστυνόμος πού ήταν στόν τόπο τής πυρκαγιας άπό πρίν:
—"Αντε, ρέ λεβέντες, άργήσατε. Λοιπόν, άνοιχτεϊτε κι άπομακρύνετε τόν κόσμο γιά νά μήν εχουμε κανένα άτΰχημα.
Πετάγεται κάποιος άπό τή διμοιρία:
—Πειναμε. Άπό τίς πέντε τό πρωί εΓμαστε στό πόδι.
—Συνάδελφε, ξέχασες πάλι τό συναγερμό τό βράδυ, τόν παρατηρεΐ ενας αλλος.
—Τό ξέρω, τό ξέρω παιδιά, κάλεσα τήν καντίνα γιά νά κολατσίσετε, λέει καλοσυνάτα ό Άστυνόμος.
—Σωθήκαμε, άκούγονται δυό-τρεΐς άστυφύλακες μαζί. Ό Άστυνόμος έκνευρίζεται λιγάκι:
— Έλατε, έλατε, παιδιά, δουλειά τώρα, κι άφήστε τίς διαμαρτυρίες.
100
Χρειάστηκαν δυό ώρες προσπάθενα τών πυροσβεστών νά δαμάσουν τή φωτιά καί τών άστυφυλάκων νά δαμάσουν τούς περίεργους.
Καταφθάνει ή καντίνα. Παρκάρει μπροστά στήν κλούβα.
—Δυό δυό παιδιά, φωνάζει ό ' Υπαστυνόμος, γιά τήν καντίνα. Μετά άπό τρία ζευγάρια πάνε καί οί φίλοι μας πρός τήν καντίνα.
—Τί θά πάρουμε, Μίμη; Πεινάω σάν λύκος.
—Κάτσε νά δοϋμε, θά έχει καί τίποτα; Γιατί οί άλλοι μόνο πορτοκαλάδες πήρανε.
Φτάνουν στό παράθυρο-βιτρίνα τής καντίνας.
—Καντινιέρη τί εχεις; ρωτάει ό Μίμης.
—Τυρόπιτες, σάμαλι, ποτά, άπαντάει βαριεστημένα ό άστυφύλακας τής καντίνας.
—Ώραΐα! τρίβει τά χέρια του, ό Μίμης: «φόρ» τυρόπιτες, «τού» πορτοκαλάδες.
— Μπράβο, Μίμη, εχεις φοβερή προφορά, νά πάς νά εξασκηθεΐς στήν Άμερικανική "Ενωση.
Παίρνουν τίς τυρόπιτες καί τίς πορτοκαλάδες. Ό Μίμης, πιάνοντας τίς τυρόπιτες καί τήν πορτοκαλάδα:
—Νά 'τα, δέν σ' τά 'πα έγώ; δπως τό φοβόμουνα, κρύες οί τυρόπιτες, ζεστές οί πορτοκαλάδες.
Θυμωμένος άπευθύνεται στόν άστυφύλακα τής καντίνας, πού κοιτάζει νυσταγμένος.
—Σέ περιμέναμε τόσες ώρες, νηστικοί άπό τό πρωί, γιά νά φάμε κάτι, καί σύ μάς φέρνεις κρύες τυρόπιτες καί ζεστές πορτοκαλάδες.
—Τί τά βάζεις μαζί μου, συνάδελφε; μουρμουράει μέ χασμουρητό ό άστυφύλακας.
—Μέ ποιόν νά τά βάλω, ρέ υπνε;
Ό άστυφύλακας ζωηρεύει:
—"Αν συνεχίσεις νά μοθ μιλας 'έτσι, θά σ' άναφέρω!
—Θά μοΰ κάνεις τά τρία δύο, ρέ μαλάκα! "Ολη μέρα
ιηι
λουφάρεις καί δέν μπορεΐς νά κάνεις μιας πεντάρας δουλειά.
—Ήσύχασε, Μίμη, έπεμβαίνει ό Χρήστος, μας κοιτάενό Ύπαστυνόμος!
Ό Ύπαστυνόμος καταλαβαίνει δτν κάτι τρέχει καί πλη-σιάζει:
—Τί συμβαίνει έδδ>, ψηλέ;
—Τίποτα τίποτα, κύριε Ύπαστυνόμε.
—Τί τίποτα ρέ; Άφοϋ τσακώνεστε μέ τόν συνάδελφο τής καντίνας!
—Δέν τσακωνόμαστε, εΐχε κρυες τυρόπιτες καί τοϋ κάναμε παρατήρηση, δικαιολογεΐται ό Χρήστος. Ό Ύπαστυνόμος άγριεύει:
—Καί τί εϊσαστε έσεϊς, πού θά κάνετε παρατήρηση σέ συνάδελφό σας; Δέν μοΰ τά λές καλά, ψηλέ! "Ολα σοϋ φταΐνε, δέν διαμαρτυρήθηκε κανείς άπό τοΰς συναδέλφους σου, έσύ βρέθηκες; "Αντε πήγαινε άπό δώ, άντε μήν άκούσεις καμιά βαριά κουβέντα.
' Ο Μίμης καί ό Χρηστος πετδνε τίς τυρόπιτες στό καλάθι τών άχρήστων τής καντίνας, γεμάτο σχεδόν καί άπό ήλλες κρύες τυρόπιτες, καί φεύγουν.
—Χρήστο, τ* άκουσες καί γιά μένα μιά φορά, γελάει ό Μίμης.
—Έσύ μόλις εϊδες τόν Ύπαστυνόμο τό βούλωσες, ε;
—Μαλάκας εϊμαι νά τά βάλω μαζί του;
' Η ώρα πήγε πέντε καί τριάντα. ' Η διμοιρία μας άποχωρεΐ άπό τό χώρο τής πυρκαγιας. Φτάνει στή Καισαριανή έξι καί τέταρτο.
'Ο Χρηστος άλλάζει καί φεύγει γιά τό σπίτι του. Φτάνει έπτά παρά τέταρτο. Τόν βλέπει ή μητέρα του, πού πλέκει στήν κουζίνα. Πετάγεται άπάνω:
—Ποϋ ήσουν παιδί μου, άπό τίς πέντε τό πρωί λείπενς κι
102
οΰτε δνα τηλέφωνο δέν εκανες, νά μήν άνησυχώ.
—Παράτα με, ρέ μάνα, καί βάλε μου νά φάω. Τί φαΐ εχενς;
—Άγκινάρες άρακά μέ τηγανητές πατάτες.
—Δέν Ιτρωγα στή λέσχη καλύτερα, μουρμουράει ό Χρή-στος.
—Μπά, τί φαΐ εϊχε ή λέσχη σας; προσβάλλεται ή μητέρα του.
—Τηγανητές πατάτες, αύγά καί λουκάνικα.
—Ώραΐα, θά σοϋ φτιάξω άμέσως καί αύγά καί λουκάνικα.
—Δέν θέλω, δέν θέλω!
—Βρέ παιδί μου τί έχεις, τί σοϋ συμβαίνει; Πές το στή μητέρα σου.
—Τί έχω, τί εχω; Τίς μαϋρες μου εχω, ρέ μάνα, θά μοϋ βάλεις νά φάω τώρα;
*Η μητέρα του σερβίρει γρήγορα τό φαγητό καί κάθεται άπέναντί του.
Ό Χρήστος τήν κοιτάει ένοχλητικά στά μάτια. —Τί εγινε πάλι; ρωτάει ή μητέρα του.
—Νερό εβαλες στό τραπέζι σου; Θά π\Ίγοΰμε.
Σηκώνεται, πάει στή βρύση, γεμίζει ενα ποτήρι νερό μουρμουρίζοντας: πά! πά! πά! "Οποια σέ πάρει θά τήν σκά-σεις.
Ό Χρήστος σηκώνεται νευριασμένος.
—Ρώτα πρώτα-πρώτα δν θά πάρω έγώ καμκί! Πολύ γκρι-νιάρα εΐσαι, ρέ μάνα.
Πάει στό δωμάτιό του καί πέφτει μέ τά ροΰχα στό κρεβάτι. Στριφογυρίζει, στριφογυρίζει καί σέ κανένα τέταρτο τόν παίρνει τελικά ό ΰ7ΐνος.
Δέν προλαβαίνει νά κοιμηθεΐ καί τό τηλέφωνο τόν τρομά-ζει. Πετάγεται άπάνω, τρέχει, σηκώνει τό άκουστικό:
— Έμπρός; λέει μέ μπάσα φωνή.
—Τόν Άστυφύλακα παρακαλώ, άκουγεται άντρική φωνή.
—Ό ίδιος.
103
—"Ελα, συνάδελφε, άπό τήν ' Υπηρεσία σέ παίρνω. Αϋριο ή διμοιρία σου έχει τό άπόγευμα έπιφυλακή δύο-δέκα καί δχι "Αγιο Κοσμά τό πρωί.
—Εύχαριστώ, εύχαριστώ.
Κατεβάζει τό άκουστικό. Πάει στήν κουζίνα. 'Η μητέρα του συνεχίζει νά πλέκει.
—Βάλε μου νά φάω, ρέ μάνα.
Τοϋ σερβίρει γρήγορα καί τόν ρωτάει καλοσυνάτα χαϊ-δεύοντάς του τά μαλλιά.
—Δέν πρόλαβες νά κοιμηθεΐς, άγόρι μου, καί σέ ξύπνη-σαν, ποιός ήταν στό τηλέφωνο;
—Άπό τήν Ύπηρεσία, είμαστε αΰριο έπιφυλακή, άπα-ντάει μπουκωμένος ό Χρήστος.
— Άμάν, άγόρι μου, πού έμπλεξες μέ τήν παλιοαστυνομία. Αύτά τράβαγε τότε κι ό πατέρας σου , δλο συλλαλητήρια είχε.
— Θά δηλώσω άσθένεια, νά πανε στό διάολο, δέν πάω αυριο πουθενά.
'Ο Χρήστος πήρε δέκα μέρες δδεια γιά θεραπεία ίγμορίτι-δος (ένέσεις, άντιβίωση)...
Έχουν περάσει άρκετές έβδομάδες άπό τίς δύσκολες μέρες.
' Η διμοιρία τών φίλων μας εΐναι έπιφυλακή άπό τίς εξι τό πρωί στή Βουλή τών Έλλήνων. Ό ή'λιος βρίσκεται στό κέντρο τοϋ αϊθαλομιχλογάλανου ούρανοϋ. Οί περισσότεροι άστυφύλακες στήν κλούβα κοιμοΰνται ναρκωμένοι άπό τή ζεστή λαμαρίνα, τόν κα7ΐνό πού βρίσκεται στίς 3,8 φωτοχημι-κές μονάδες, τό διοξείδιο τοϋ άζώτου πού £χει φτάσει στά 260 μικρογραμμάρια άνά κυβικό έκατοστό καί τό διοξείδιο τοΰ ανθρακα πού ξεπερνάει τά 17 χιλιοστόγραμμα άνά κυβι,κό μέτρο.
Τρεΐς άστυφυλακες λΰνουν μαζί ενα σταυρόλεξο, καπνίζο-
104
ντας Γκολουάζ καί άπολαμβάνοντας τόν καφέ τους σέ πλαστι-κά ποτηράκια. Ό Χρήστος, δίπλα τους, προσπαθεΐ νά κρατή-σει τά μάτια του άνοικτά.
Οί μέρες πού άκολούθησαν ήταν γεμάτες γεγονότα πού συντάραξαν τή «μεγάλη οίκογένεια» τής Άστυνομίας.
"Αγνωστοι δολοφόνησαν τόν τέως Άστυνόμο τής Άσφά-λειας, πού εϊχε κατηγορηθεΐ καί διωχθεΐ άπό τό Σώμα σάν βασανιστής κατά τή διάρκεια της έπταετίας. Στήν κηδεία του εγιναν έπεισόδια μεταξύ έχθρών καί φίλων τοϋ δολοφόνου, μέ άποτέλεσμα νά χάσει τή θέση του ό Διευθυντής τοϋ Μηχανο-κίνητου καί νά μετατεθοΰν πολλοί άξιωματικοί.
Ό άντιπολιτευόμενος Άθηναϊκός τύπος κατηγόρησε εντο-να τήν Άστυνομία καί τά MAT γιά τή στάση τους στήν κηδεία, μέ τά δυσάρεστα άποτελέσματα.
—Ρέ παιδιά, πέστε μου καμιά λέξη νά βρώ, γιατί μέ πήρε ό υπνος.
— Χαϊδευτικό τοϋ άστυνομικοϋ όργάνου μέ έπτά γράμμα-τα, τοΰ λέει ό ενας.
'Ο Χρήστος δείχνει νά σκέφτεται, «μπάτσος» πετάγεται, «μπάτσος βγαίνει;».
—Μπράβο! λένε καί οί τρεΐς μέ ενα στόμα, αύτό ειναι. "0 Χρήστος κοιτάει τό ρολόι του καί ρωτάει τόν Ύπαστυ-νόμο πού κάθεται μπροστά στή θέση του.
—Κύριε Ύπαστυνόμε, γιατί ήρθαμε άπό τίς έξι τό πρωί, άφοϋ ή συγκέντρωση εϊναι στίς έντεκα καί μισή;
—Έτσι λέει ή Ύπηρεσία κι άπό κεΐ καί πέρα δέν ρωταμε τίποτα άλλο, άπαντάει βαριεστημένα ό άξιωματικός. Ό Χρήστος δέν τό βόζει κάτω: —"Αμα ή Ύπηρεσία πλήρωνε ύπερωρίες, θά μας έφερνε
105
άπό τά χαράματα γιά τή συγκέντρωση δέκα (ροιτητών πού κατέβηκαν στό πεζοδρόμιο γιά ενα νομοσχέδιο;
ΠροτοΟ άπαντήσει ό άξιωματικός άκούγεται ή μοτορόλα.
— «Α-Ω σέ πλήρη έτοιμότητα. Ή συγκέντρωση έληξε καί στό χώρο της έθραύσθη ύαλοπίναξ καταστήματος!»
"Ολοι στήν κλουβα πετάγονται δρθιοι, βάζουν τά κράνη τους, παίρνουν τίς άσπίδες τους, κουμπώνονται. Ξανακοΰγεται ή μοτορόλα:
—Α-Ω μεταβεϊτε ταχέως Χαριλάου Τρικούπη καί Άκαδη-μίας καί ένεργήσατε τά νόμιμα.
'Η κλούβα μέ τό φάρο άναμμένο καί τή σειρήνα της στή διαπασών φτάνει στό χωρο τών συγκεντρωθέντων φοιτητών. Οί άστυφύλακες κατεβαίνουν καί συντάσσονται δίπλα στήν κλούβα κατά τριάδες. Οί φοιτητές εϊναι καμιά πεντακοσαριά. "Ενας Άστυνόμος μέ εξι άστυφύλακες τοΰ Τμήματος φωνά-ζουν πρός τούς φοιτητές νά φύγουν διότι έμποδίζουν τήν κυκλοφορία. Οί φοιτητές βλέποντας τή συνταγμένη διμονρία άρχίζουν νά σφυρίζουν καί νά άποδοκιμάζουν τούς άστυφύλα-κες. Ή διμοιρία πλησιάζει τούς συγκεντρωθέντες καί άρχίζει νά τούς σπρώχνει.
Oi φοιτητές γιουχάρουνε. Μερικές κοπέλες φτύνουν τούς άστυφύλακες τής διμοιρίας καί πολύ γρήγορα τά σπρωξίματα μεταβάλλονται σέ ξυλοδαρμό. Oi φοιτητές τρέχουν πρός δλες τίς κατευθύνσεις μαζί μέ περαστικό κόσμο πού μπλέκει αθελά του στή δίνη τοΰ ξυλοδαρμοϋ.
Μέσα στό πανδαιμόνιο ό Χρήστος σπρώχνει δυνατά δ-ποιον βρίσκει μπροστά του. Εϊναι ίδρωμένος, μέ τά χαρακτη-ριστικά τοϋ προσώπου του τραβηγμένα. Σπρώχνει μέ δΰναμη μιά κοπέλα, πού παραπατάει, γονατίζει μέ τό ενα πόδι της καί στρέφεται πίσω, κοιτώντας τον μέ βλέμμα έχθρικό. Ό Χρή-στος παγώνει στή θέση του. 'Η κοπέλα εϊναι ή "Ελενα, διαφορετική άπό τότε πού τήν θυμαται. Δέν είναι βαμμένη δπως συνήθιζε. ΕΙναι άπλά ντυμένη μέ τζήν παντελόνι, τζήν
106
χακί πουκαμίσα καί πάνινα παποΰτσια. 'Η Έλενα σηκώνεται άργά, χωρίς νά ξεκολλήσει τό παγερό βλέμμα της άπό τόν Χρήστο πού στέκεται άκίνητος, ένώ γύρω του γίνεται πάντα χαμός. Μέσα σ' αύτήν τήν άναταραχή έξαφανίζεται καί ή "Ελενα. ' Ο Χρήστος δέν άκούει, οΰτε σκέπτεται, μόνο βλέπει. Άπό τό μυαλό του περνάει σάν άστραπή ή ύποψία πώς, πιθανότατα, όνειρεύεται.
Ό Μίμης περνάει άπό μπροστά του σάν βολίδα, κυνηγώ-ντας εναν μουσάτο ποΰ τρέχει πιό γρήγορα.
Σέ λίγο διαδηλωτές καί κόσμος εχουν φύγει πρός δλες τίς κατευθύνσεις. Στόν τόπο τής συγκέντρωσης εχουν μείνει μόνο οί κρανοφόροι, πού γυρίζουν άπό δώ κι άπό κεϊ άναζητώντας θηράματα. Τέλος ό ' Υπαστυνόμος σηκώνει τό χέρι του γιά έπιβίβαση.
"Ολοι τρέχουν πρός τήν κλούβα. 'Ο Μίμης τρέχοντας, τραβάει καί τόν Χρήστο, πού δέν φαίνεται νά 'χει καταλάβει πολλά. Στήν κλούβα οί άστυφύλακες βγάζουν τά κράνη, εΐναι καταϊδρωμένοι. Ό Ύπαστυνόμος πιάνει τό πρές.
«Άπό Α-Ω άναφέρουμε: άπόλυτος ήσυχία. Περιμένουμε νεώτερες διαταγές».
Ή μοτορόλα έκπέμπει:
«Α-Ω άναμείνατε εις τόπον έπ' όλίγον καί άποχωρήσατε». «Έλήφθη, κέντρον».
'Ο Ύπαστυνόμος γυρίζει πρός τούς άστυφΰλακές του: —Παιδιά, κάνατε καλή δουλειά. Τούς διαλύσατε σέ μηδέν χρόνο.
Άκοΰγεται ό Μίμης:
—Ώραϊο ξΰλο, πολύ τό χάρηκα, άλλά έσένα, ψηλούλη, δέν σέ εϊδα νά τσακίζεις κανένα μουσάτο, δλο γκομενοϋλες εσπρωχνες.
—Κόφ'το, Μίμη, δέν δχω δρεξη.
—Γιατί, ρέ μαλάκα; Σ' επιασε πάλι κρίση συνειδήσεως; Δέν πήγαινες γιά ίεροκήρυκας καλύτερα;
107
Πετάγεται ό ' Υπαστυνόμος:
—Τί τρέχει, ψηλέ, μήπως εϊχαμε δδικο πού δείραμε ένα μάτσο άλήτες;
Ό Χρήστος άπαντάει νευρικά:
—Άρχίζω νά πιστεΰω δτν άλητες εϊμαστε έμεΐς καί πιό άλητες αύτοί πού μας διατάζουν.
Πολλοί άστυφύλακες διαμαρτύρονται ένάντια στόν Χρή-στο:
— Κόφ'το, ρέ νούμερο.
Πολύ δημοκράτης τό παίζεις.
—"Ολο τόν πονηρό κάνεις.
Ό Ύπαστυνόμος σηκώνεται όρθιος, κάνει νόημα μέ τό χέρι νά ήσυχάσουν λέγοντας:
—Μ' αύτό πού εΐπες βρίζεις τήν Κυβέρνηση καί τήν ύπηρεσία, εϊναι βαρΰ.
—"Οταν, κυρ-Ύπαστυνόμε, μιά Κυβέρνηση φτάνει στό σημεΐο νά χρησιμοποιεϊ Ύπηρεσία πού εΐναι καθαρά γιά άναρχικούς, γιά νά διαλΰσει έκατό φοντητές, ποΰ οί όγδόντα άπ' αύτούς εΐναι κοπέλες, τότε δέν πρόκειται γιά Κυβέρνηση, άλλά γιά βοσκούς πού νομίζουν δτι εχουν νά κάνουν μέ γιδοπρόβατα. Καί έμεΐς ειμαστε τά μαντρόσκυλά τους γιά νά τά προσέχουμε. Γιατί δέν εχουμε τό δικαίωμα νά λεγόμαστε ανθρωποι, δταν βασανίζουμε ή δέρνουμε συνανθρώπους μας.
—Τό ξέρεις δτι μπορώ νά σ' άναφέρω καί νά φας φθσημα; τόν παρατηρεϊ ό Ύπαστυνόμος αύστηρά.
—Δέν περίμενα άπό σας τέτοια άπειλή καί έπικαλοΰμαι τή λογική καί τίς γνώσεις σας. ΕΙναι σωστό νά τσακίζουμε έμεΐς αύτοΰς τούς νέους, ποΰ αΰριο θά εΐναι οί πνευματικοί πατέρες τών παιδιών μας: οί δάσκαλοί τους, οί γιατροί τους, οί δικηγόροι τους, οί έπιστήμονές τους;
—Σπάγανε δμως βιτρίνες, τόν διακότττει ό ' Υπαστυνόμος.
—Δέν εϊδαμε κανέναν νά σπάει βιτρίνες! Μά κι αύτό νά εγινε, εγινε άπό έξτρεμιστικό στοιχεΐο πού τό βόλευε ή
108
κατάσταση. Κι έμεΐς τό βοηθήσαμε νά πετύχει, δέρνοντας φοιτήτριες, φοιτητές καί περαστικούς άνίδεους. Τήν άλλη φορά, μας εΐχαν κατεβάσει νά δείρουμε κάτι άριστερούς τοϋ «Έσωτερικοϋ» γιά τά προοδευτικά συνθήματά τους, ποΰ σίγουρα τούς τά εΐχαν ύπαγορεύσει, γιατί δλοι ήταν πιτσιρι-κάδες. "Ασε μέ τούς τυφλούς τό καζίκι πού πάθαμε νά τραβιόμαστε μέσα στήν Πανεπιστημίου μέ άνάπηρους άνθρώ-πους πού είχαν κατέβει γιά αίτήματά τους. "Αν εχουμε τόν Θεό μας! ' Η έξουσία εΐναι γιά τήν έλευθερία τοΰ λαοϋ, δχι γιά τήν κηδεμονία του. Πιστεΰω δτι ξεφύγαμε άπ' τό σκοπό μας. Νά τσακίσουμε αύτούς πού εΐναι άκραΐοι μέ άναρχικές έκδη-λώσεις σέ βάρος τοϋ λαοϋ καί τής Πολιτείας εΐναι άναγκαΐο, άλλά...
Ό Ύπαστυνόμος εχει καθίσει, τόν δνακόπτει, ήρεμα.
—Δέν άπαντάω yta νά τελειώνει ή συζήτηση, άλλά μήν άντιδρας ετσι- αμα πιέζεσαι, νά άλλάξεις ύπηρεσία. Μπορεΐ κι έμεΐς νά πιεζόμαστε, μά δέν άντιδράμε, γιατί εχουμε οίκογέ-νεια, ύποχρεώσεις. Γιατί τέλος πάντων είναν κι αύτό ενα έπάγγελμα.
—Ζητώ συγνώμη κύριε Ύπαστυνόμε αν είπα κάτι παρα-πάνω, άλλά αίσθάνομαι ψυχικά κουρασμένος άπό τά λάθη τών πάνω, πού είμαι ύποχρεωμένος νά τά δέχομαι άναντίρρητα.
' Ο καιρός περνάει γοργά. Τά MAT συνεχίζουν τό εργο τους. Εϊτε σέ μικρές εϊτε σέ μεγάλες συγκεντρώσεις τό ξύλο εΐναι άπαραίτητο γιά τή διαφύλαξη της... όμαλότητας.
Ή διμοιρία μας εΐναι άπογευματινή στήν πρεσβεία τών ΗΠΑ. Οί δυό φίλοι μας συζητανε μέσα στήν κλούβα.
— Χρήστο, αϋριο μας μιλάει ό νέος Διοικητής.
—Τό ξέρω, φαίνεται πολύ ώραΐος ανθρωπος.
—Δέν νομίζω νά κάνει γιά Δι,οικητής τών MAT, ρέ Χρή-στο. "Ασε πού έπί έπταετίας είχε διωχθεϊ γιά «δημοκρότης»
109
άπό τό Σώμα. Ξέρεις πόσους εΐχαν διώξει τότε μέ τή ρετσινιά δτι «άριστέριζαν». Άλλά έπανηλθε μέ προσφυγές γιατί δέν ύπήρχε τίποτα είς βάρος του. Μέ τούς κατώτερούς του είναν πολύ έντάξει. "Οσο γιά περιουσιακά στοιχεΐα, τά μισά Μεσό-γεια είναι δικά του.
—Καλά, ρέ Μίμη, ποϋ τά μαθαίνεις δλα αύτά;
—"Ε! Τί «δεΰτερο γραφεϊο» εϊμαστε;
—Μιά που άνήκεις στό «δεύτερο γραφεΐο», μήπως εμαθες καί γιά τόν Διευθυντή, άν θά τόν άλλάξουν;
—Μπά, ποΰ νά φύγει αύτός...;
—Μά §χει τόσο καιρό αύτή τή θέση.
—Ναί, άλλά πρέπει νά ξέρεις, δτι £χει έναν ' Υπουργό πού τόν κρατάει σ' αύτή τή θέση.
—Γιά φαντάσου, ρέ Μίμη, εχεις έναν Ύπουργό κολλητό καί εϊτε είσαι ίκανός εϊτε δχι, κρατας θέση έπίκανρη, έπηρεά-ζοντας άπόλυτα μέ τίς άποφάσεις σου τόσον κόσμο. Ειναι αύτό πού λένε «ό κατάλληλος ανθρωπος στήν κατάλληλη θέση». Ένώ ό προηγούμενος Διευθυντής, πού ήταν ώραΐος ανθρωπος, κατέληξε σ' ένα γραφεϊο έπειδή επρεπε κάποιος νά θυσιαστεΐ στήν κοινή γνώμη, έξιλεώνοντας τήν Άστυνομία γιά τά έπεισόδια της κηδείας τοΰ τέως ' Ασφαλίτη. Αΰτός μας έλεγε καί καμιά συμβουλή τής προκοπής, άγαποϋσε τόν κατώτερο, τόν πρόσεχε. Αύτός ποΰ είναι τώρα, δταν άκούει κατώτερο γίνεται θηρίο, λές κι ό ϊδιος δέν ύπήρξε ποτέ του.
— Ρέ Χρήστο, γιά νά φτάσεις σ' αύτή τή θέση πρέπει νά είσαι λίγο σπασίκλας. Μήν ξεχνάς δτι κάνεις δυό χρόνια φαντάρος, εξι μήνες Άστυφΰλακας, ενα χρόνο Άρχιφύλα-κας, τρία χρόνια ' Υπαστυνόμος καί κάτι Σχολές Πολέμου καί τέτοια. "Ολα αύτά εϊναι έσώκλειστες σχολές. Δέν θά γίνεις σωστός σπασίκλας, παρά μόνον περνώντας τά νιάτα σου μέ διαταγές καί πειθαρχία, ένώ οί συνομήλικοί σου τήν περνανε μέ έκδρομοϋλες, γυναΐκες, γλέντια καί τρελή ζωή.
—Δέν £χεις καί αδικο, τήν άλλη φορά πού ήσουν μέ δδεια,
no
ξέρεις τί έπαθα; Μας άνέφερε ό Ύποδιοικητής, τόν Γιώργο καί μένα, yta μαλλιά. Στηνόμαστε έξω άπό τό γραφεΐο τοϋ Διευθυντοϋ, τουλάχιστον δυό ώρες. Αύτός στό μεταξύ μέσα μδς εΐχε γράψει κανονικά στά τέτοια του. Καταλαβαίνεις τήν άγωνία μας. ΕΓχαμε φτάσει σέ σημεϊο νά πιστεΰουμε δτι έγκληματήσαμε, έπειδή μείναμε άκούρευτοι. Τελικά φωνά-ζουν πρώτα τόν Γιώργο, φιλώ τόν μελλοθάνατο σταυρωτά, τοΰ λέω κουράγιο καί τόν άφήνω νά προχωρήσει στό γραφεΐο τής «Ίεράς Έξέτασης». Βγαίνει μετά άπό λίγο, πού σ' έμένα φάνηκε αιώνας, σωστό έρείπιο, ίδρωμένος, κίτρινος.
«Τί εγινε Γιώργο, σέ ξετίναξε;» τόν ρωτάω μ' άγωνία.
«Χρήστο, μ' έστειλε δυό φορές στό πίσω δωμάτιο γιά νά ξαναπάω νά άναφέρω τά στοιχεΐα μου, κτυπώντας δυνατά προσοχή!»
«Πόσα σοΰ εριξε;»
«Πέντε κατοστάρικα!»
«Καλύτερα νά πηγαίναμε σέ κομμωτή στό Κολωνάκι!» Άκούω τ' δνομά μου. Ζητάω συγχώρεση άπό τόν Γιώργο γιά δσα τοΰ εΐχα κάνει καί προχωράω στό έξεταστήριο. "Ενα βήμα μπροστά άπό τό γραφεϊο τοϋ Διευθυντοϋ, πηδάω στήν κυριολεξία στόν άέρα καί σκάω σάν έλατήριο σέ θέση προσοχής. Χαιρετάω δυναμικά καί βροντοφωνάζω τά στοι-χεϊα μου. Ό Διευθυντής καί ό Άνθυπαστυνόμος βοηθός του έμειναν έκπληκτοι γιά λίγο, κοιτάζοντας ό 'ένας τόν άλλο.
«Άνάπαυσις, άνάπαυσις», μοθ λέει ό Διευθυντής.
«Πώς βρέθηκες, παιδί μου έδώ;» μέ ρωτάει καλοσυνάτα.
«Γιά μαλλιά, κύριε Διευθυντά».
«Δέν σέ τιμωρώ, είσαι λεβεντόπαιδο. Δέν θέλω νά σέ ξαναδώ έδώ μέσα».
Βέβαια, άπό τότε, πήγα καμιά-δυό φορές καί άκόμα χρω-στάω προστίματα.
Σάββατο πρωί. "Ολες οί διμοιρίες εϊναι συγκεντρωμένες
111
στή μεγάλη αϊθουσα. Μπαίνει ό νέος Διοικητής, άνεβαίνει στήν εδρα, κάνει νόημα μέ τό χέρι γιά ήσυχία.
—Καλημέρα σας. Πιστεΰω δτι γνωριζόμαστε ήδη, τόσον καιρό πού έρχομαι γιά κατατόπισή μου ύπηρεσιακώς καί γνά νά γνωρίσω καί τά ίδιαίτερά σας άπό τόν προκάτοχό μου. "Ενα άπό τά ϊδιαίτερά σας είναι δτι είστε δλοι νέα παιδιά, μέ πολλή δρεξη γιά δουλειά. Άπό έσας θά βγοϋν οί αύριανοί άρχηγοί τοϋ Σώματος.
Έγώ άπό έσας σάν νέος Διοικητής σας ζητάω τή συνεργα-σία σας γιά τό δΰσκολο εργο ποΰ άνέλαβα καί πρέπει νά τό φέρω είς πέρας μαζί σας.
Θέλω νά 'στε στήν Ύπηρεσία δραστήριοι καί τυπνκοί. Θέλω νά ύπάρχει στενή συνεργασία άστυφύλακα-άξιωματι-κοΰ. Ή συνεργασία νά στηρίζεται σέ σεβασμό καί ύπακοή στόν άνώτερο, δικαιοσύνη καί κατανόηση στόν κατώτερο. "Οσο θά είμαι Διοικητής σας θέλω ν' άκούω τά προβλήματά σας δποια καί νά εΐναι, οίκογενειακά ή ύπηρεσιακά.
Θά εϊσηγηθώ στό Διευθυντή νά μειωθοΰν τά νυχτερινά, διότι πιστεΰω δτι τά MAT πρέπει νά εΐναι ξεκούραστα καί γυμνασμένα γιά τήν άποστολή τους.
Τώρα θά μείνουμε λίγο στό θέμα τής άποστολής.
Τά MAT σάν νέα ύπηρεσία ύπέπεσαν σέ πολλά σφάλματα. Αύτό όφείλεται ή σέ παρερμηνείο διαταγών ή σέ ύπερβολικό ύπηρεσιακό ζήλο.
Σάς θυμίζω περιπτώσεις:
Τότε στό Κερατσίνι μέ τούς ύπονόμους, ένώ οί κάτοικοι εΐχαν δίκιο, δπως εΐχε παραδεχθεϊ ό τότε Διευθυντής Πει-ραιώς, 'ένας Ύπαστυνόμος διμοιρίας, πού δέν βρίσκεται πιά στά MAT, συνεπλάκη μέ τόν κόσμο μέ άποτέλεσμα τρεΐς διμοιρίες νά κυνηγιώνται μέ τούς Κερατσινιώτες μέσα στήν πόλη τους. Τώρα τό τί πέτρες φάγατε πιστεύω νά τό θυμόσα-στε, δσοι ήσαστε στίς τότε όδομαχίες.
"Αλλη περίπτωση: Στήν κηδεία τοΰ δολοφονημένου τέως
112
άξιωματικοϋ τής Άσφαλείας. "Οσοι συνάδελφοι παραβρέθη-καν ύπηρεσιακώς ή οΐκειοθελώς εΐχαν βγάλει τά περίστροφά τους καί πυροβολοϋσαν στόν άέρα. Μετά εδειραν καί δυό-τρεΐς ένοχλητικούς δημοσιογράφους καί λίγο κόσμο άπ' εξω. Οί διμοιρίες MAT πού εύρίσκοντο εξω άπό τό νεκροταφεΐο κράτησαν παθητική στάση, έπόμενο ήταν άλλωστε! Τά άποτε-λέσματα τά θυμόσαστε. Μετατέθηκε ό Διευθυντής τοϋ Μηχα-νοκίνητου καί ενας-δυό άξιωματικοί. Κατακραυγή άπό τόν κόσμο γιατί ό Τύπος τόν μακαρίτη τόν είχε παρουσιάσει βασανιστή έπί έπταετίας.
Σάν Διοικητής τών MAT, θέλω νά πετύχω νά μας βλέπει ό κόσμος σάν προστάτες, σάν φύλακες άγγελους πού ύπηρετοϋν τό δίκαιο καί σωστό καί τιμωροϋν τό αδικο καί παράνομο. ' Ο Άστυνομικός έν γένει πρέπει νά είναι ό «καλός Σαμαρείτης» καί δχι ό «κακός δαίμων».
Πρέπει νά προσέχουμε τί πράττουμε σέ μιά διαδήλωση, δέν πρέπει άπό εναν «προβοκάτορα» νά δείρουμε δλο τόν κόσμο! Πρέπει νά κερδίσουμε τήν άγάπη καί τόν σεβασμό τοϋ λαοϋ. Νά κατεβαίνουμε άπό τίς κλοΰβες καί νά μάς χειροκρο-τοϋν. Γιατί θά τούς προστατέψουμε άπό τούς άναρχικούς, θά τούς βοηθήσουμε. Ή άπλή συγκέντρωση γιά 'ένα αί'τημα νά μή γίνεται αΐματηρή διαδήλωση.
Κάθε Σάββατο θά συγκεντρωνόμαστε νά τά συζητάμε. Έχετε νά ρωτήσετε τίποτα;
Περιμένει λίγο.
—Έντάξει, θά τά ξαναποϋμε. Γειά σας. Ό Μίμης μέ τόν Χρήστο πανε γιά τό κυλικεΐο συζητώντας:
—Είπες τίποτα γιά τό Διοικητή, ψηλέ; Πρώτη φορά, τόσον καιρό άστυφΰλακας, άκούω νά μιλάει άξιωματικός ετσι.
—Μοϋ θΰμισε λίγο τόν Διοικητή της Σχολης.
— Πάντως, Χρήστο, δέν κάνει γιά Διοικητής τών MAT.
—Κάθε άλλο, Μίμη, ειναι ό πιό κατάλληλος γιά τά MAT.
8
113
Μήν ξεχνας δτι ό κόσμος δέν μδς συμπαθεΐ καί πρέπει νά άποκατασταθοΰν οί σχέσεις μας.
—Πάρτο χαμπάρι, ψηλέ, χωρίς ξύλο δέν βγαίνει τίποτα.
—Λέγε δ,τι θές έσΰ, έγώ Δευτέρα πρωί θά πάω νά συζητή-σω μαζί του!
—Τρελάθηκες ρέ, τί τόν πέρασες τόν Διοικητή, Μήτσο;
Δευτέρα πρωί. Ό Χρήστος χτυπάει τήν πόρτα τοϋ γρα-φείου τοϋ Διοικητή, περνάει μέσα.
— Κύριε Διοικητά έπντρέπετε;
—Πέρασε, πέρασε. Κάθισε, τοϋ λέει ό Διοικητής καλοσυ-νάτα. Μή μοϋ άναφέρεις, σέ ξέρω.
—Εύχαριστώ. Ποϋ μέ ξέρετε; έκπλήσσεται ό Χρήστος.
—"Εχω πληροφορηθεΐ γιά σένα, δπως καί γιά τούς αλ-λους, που δημιουργοϋν προβλήματα στήν ύπηρεσία. Μοΰ εχει κάνει έντύπωση ή δλη σου συμπεριφορά καί άντίδραση στό χώρο τών MAT. Πάντως στήν εκθεση άπό τό στρατό, τόν λίγο καιρό ποΰ ύπηρέτησες, καί άπό τή Σχολή, σέ παρουσιάζουν αριστο καί ήθικό. ' Εδώ δμως μοΰ τά χαλας. ' Ο ' Υπαστυνόμος σου έχει πάρα πολλά παράπονα καί δποτε μυρίζεσαι έπιφυλα-κή καί ξύλο δηλώνεις άσθένεια.
— Κύριε Διοικητά, πιστενω δτι τά MAT βρίσκονται σέ λάθος δρόμο.
—Αύτός δέν εϊναι λόγος γιά νά μήν είσαι έσύ στίς ύποχρεώσεις σου σωστός, γιατί ή Ύπηρεσία σέ πληρώνει, άσχετα έάν τίς μισές μέρες βρίσκεσαι άσθενής, ένώ, άπ' δ,τι έμαθα, άσχολεΐσαι μέ τό έμπόριο τοΰ πατέρα σου.
—Έάν μ' ίκανοποιοϋσε ή Ύπηρεσία, νά 'στε σίγουρος δτι δέν θά τά έκανα δλα αύτά.
—Κανένας δέν μένει ίκανοποιημένος άπό τήν έργασία του, νεαρέ.
—Μά κύριε Διοικητά, έδώ ντρεπόμαστε νά λέμε ποθ ύπηρετοΰμε! Ό κόσμος δέν πολυσυμπαθεΐ τήν Άστυνομία
114
γιά τίς αύθαιρεσίες της στήν έπταετία καί τήν κακή νοοτροπία της μέχρι τώρα. Δημιουργήθηκαν καί τά MAT, νέα ύπηρεσία μέ δυναμική παρουσία στίς διαδηλώσεις, ξυλοδαρμούς, κακο-ποιήσεις πολλές φορές πολιτών πού δέν ενχαν καμιά σχέση μέ διαδηλωτές ή άναρχικούς, μέ άποτέλεσμα νά παραμένει άγε-φύρωτο τό χάσμα Άστυνομίας καί λαοϋ.
—Γιά τοΰς ξυλοδαρμούς δέν άντιλέγω, τόν διακόπτει ό Διοικητής, αν καί ύπάρχουν περιπτώσεις πού τό ξύλο έπιβάλ-λεται. Άλλά νά ξέρεις δτι ό νομοταγής πολίτης είναι μακριά άπ' αύτά τά πράγματα, μέ άποτέλεσμα νά μήν έχει κανένα παράπονο άπό τό Σώμα.
— Μά, κύριε Διοικητά, πιστεύετε σοβαρά ότι ύπάρχουν τέτοιου εϊδους πολίτες; Ό σύγχρονος τρόπος ζωής καί οί άπαιτήσεις του δέν άφήνουν κανέναν, μά κανέναν έξω άπό τήν παρανομία. Μέ μιά ματιά στήν καθημερινή μας ζωή τό διαπιστώνουμε:
'Η νοικοκυρά πού κλέβει στό σοΰπερ-μάρκετ!
'Ο ταξιτζής πού κλέβει μέ τό ρυθμισμένο ταξίμετρο!
Ό δικηγόρος πού αλλα πιστεΰει καί άλλα ύπερασπίζεται!
'Ο καθηγητής, μ' αύτά πού παίρνει άπό τό ίδιαίτερο στόν μαθητή!
'Ο παπάς, μ' αύτά πού κάνει άντίθετα στά δσα κηρύττει!
Ό γιατρός, πού παίρνει στήν έπίσκεψη ποσό ασχετο μ' αύτό πού γράφει στήν άπόδειξη.
Ό δημοσιογράφος ποΰ διαστρεβλώνει τήν εί'δηση. Αύτός πού μιλάει γιά γάμο καί σκέπτεται τήν προίκα!
'Ο Δήμαρχος που θά ύποσχεθεΐ γιά νά φτάσει στήν έξου-σία.
Ό πολιτικός, ποΰ θά ύποθηκεύσει τή χώρα του γιά νά τήν κυβερνήσει!
Ό συγγραφέας πού γράφει τό βιβλίο καί σκέπτεται τό κέρδος.
Καί πλεΐστα άλλα παραδείγματα πού άποδεικνύουν πόσο ό
U5
δνθρωπος εχει άπομακρυνθεΐ άπό τούς νόμους τής ήθικης καί τής Πολιτείας.
—"Ισως νά μήν εχεις δδικο σ' αύτά ποΰ λές, άλλά ή Άστυνομία καί τά MAT τί περισσότερο μποροϋν νά προσφέ-ρουν;
—Έκεΐ είναι ή διαφορά, κύριε Διοικητά, δτι οϋτε ή Άστυνομία οϋτε τά MAT προσφέρουν σωστά τίς ύπηρεσίες τους στό λαό. Γιά τόν άπλό λόγο δχι στηρίζονται σέ λάθος σύστημα, πού δέν άποδίδει.
—Σέ λάθος συστημα! Τί θές νά πεϊς; άπορεΐ ό δνοικητής.
—Θέλω νά πώ ytd τό ώράριο, δτι εΐναι άπάνθρωπο. Νά σας τό έξηγήσω.
Άρχίζω μέ τό τετράωρο πού εΐναι τό χειρότερο. Τό άστυ-νομικό δργανο θά πάει στό τμήμα 10 φορές γιά ύπηρεσίες. Τρεϊς φορές μεσάνυχτα, τρεϊς φορές χαράματα, τρεΐς φορές μεσημέρι καί δ,τι δουλέψει τήν Κυριακή, πού άλλάζει ύπηρε-σία. Δηλαδή, τή στολή του θά τήν βάλει καί θά τήν βγάλει εϊκοσι φορές, έκτός αν κοιμαται μ' αύτήν περιμένοντας τό έπόμενο τετράωρο. Πρέπει νά είναι μισή ώρα πιό μπροστά γιά νά παραλάβει ύπηρεσία, ένώ πρέπει νά παραδώσει άκριβώς. Δηλαδή τήν έβδομάδα δουλεΰει κανονικά σαρανταπέντε ώρες.
Δέν λείπουν δμως oi έπιφυλακές καί έτσι οί ώρες έργασίας φτάνουν στίς πενήντα ή καί έξήντα.
Τό όκτάωρο τώρα, πού θεωρεΐται καλή ύπηρεσία —κι έτσι έργάζεται ή πλειονότητα τής Άστυνομίας— εχει άλλα χάλια. Τό άστυνομικό δργανο μέσα σ' ενα δεκαπενθήμερο έχει τέσσερα πρωινά, τέσσερα άπογευματννά καί, τό χειρότερο, τέσσερα βραδινά, άπό τίς 10 έως τίς 6 τό πρωί. Δηλαδή ένας άστυφύλακας μέ δέκα χρόνια ύπηρεσία τά τρία τά εχει βγάλει μέ ξενύχτι.
Ξενύχτι, δπου οΰτε δουλευει γιά νά περάσει οϋτε διασκεδά-ζει γιά νά εόχαριστηθεΐ. "Η θά εΐναι σέ καμιά καρέκλα δλο τό βράδυ γιά σκοπιά, ή σέ καμιά πρεσβεία δρθιος, φορτωμένος
116
μέ κάποιο τουφέκι, σέ ήμινάρκωση. Τίς έπιπτώσεις άπό τό ξενύχτι τίς γνωρίζετε.
Θά μοΰ πεϊτε ποιός νοιάζεται, άν ό άστυφΰλακας εχει νεϋρα καί ψυχολογικά προβλήματα, ποΰ δλοι λίγο-πολύ έχου-με; Ναί, άλλά ό άστυφύλακας τήν ήμέρα θά είναι ό δικαστής καί ό έκτελεστής γιά τίς παραβάσεις, τίς διαφορές, τίς άναπο-διές τοΰ κόσμου. "Αν αύτό τό άτομο δέν βρίσκεται σέ ϊσορροπημένη κατάσταση, πώς θά μπορέσει νά σκεφτεΐ σω-στά, νά κρίνει δίκαια, νά φερθεϊ άνθρώπινα, νά εχει τήν ϋπομονή νά σ' άκούσει, νά μπορεϊ νά σοϋ έξηγήσει γιατί σέ μηνύει καί πληρώνεις τό τσουχτερό πρόστιμο;
"Η Πολιτεία εχει δώσει στό άστυνομικό δργανο δπλο καί έξουσία, ποΰ συνήθως γίνεται «' Εξουσία γιά έκτόνωση τοϋ όργάνου». Μέ θλιβερά καί πολύ έπιζήμια άποτελέσματα σέ βάρος τοϋ λαοΰ, δπως ξυλοδαρμοί στοΰς δρόμους σέ νεαροΰς πού άντιμίλησαν, σ' αύτούς πού εφεραν γιά έξακρίβωση στό Τμήμα, ή σ' αύτούς ποΰ πιάσανε στίς λέσχες, σ' αύτούς ποΰ πιάσανε μέ μηχανάκια. Καί εΰκολα ύπάρχει ή δικαιολογία: εϊναι άλητες, τό θέλουν τό ξύλο. Λάθος, εΐναι άπλώς νεολαία μέ τά δνκά της ξεσπάσματα. Κάποτε επανζαν πετροπόλεμο, έτρεχαν μέ τά μουλάρια καί τά άλογα καί εσπαζαν τά πόδια τους. "Ετσι τή βρίσκανε. Τώρα τή βρίσκουνε στά μηχανάκια, στά μπιλιάρδα, στίς καφετέριες. "Αν θέλει ή Πολιτεία νά τούς προστατέψει, ας φτιάξει γυμναστήρια, άθλητικούς συλλό-γους, όργανώσεις νέων, νά καλλιεργηθεϊ τό αϊσθημα τής δμιλλας, νά όδηγηθοϋν οί νέοι στόν άθλητισμό γιά τό καλό τους καί τό καλό τοϋ συνόλου.
—Περίμενε, περίμενε, τόν διακόπτει ό Διοικητής. Πήρες φόρα. Γιά τόν άθλητισμό δέν εχεις αδικο, αλλωστε προσπά-θειες γίνονται άπό τήν Κυβέρνηση...
—Θέλει έργα ούσίας, κύριε Διοικητά!
—Μή μέ διακόπτεις. Άλλά γιά τό τετράωρο καί τό όκτάωρο, τί μπορεΐ νά γίνει, άφοϋ μόνο ετσι ό άστυφύλακας
W
μπορεϊ καί βρίσκεται στό πλευρό τοΰ πολίτη εΐκοσιτέσσερις ώρες τό είκοσιτετράωρο;
—Ό πολίτης τόν χρειάζεται ένεργά, δχι παθητικά!
—Μά πώς μποροΰμε έμεΐς νά τ' άλλάξουμε δλα αύτά, δταν ύπάρχουν έδώ καί άρκετές δεκαετίες.
—Μέ σωστή συνεργασία άνωτέρων-κατωτέρων, κύριε Διοι-κητά, ποΰ δυστυχώς μέχρι στιγμής δέν ύπάρχει. Χρειάζεται πρόγραμμα γιά τήν άνάδειξη σωστών καί ίκανών άνδρών, πού θά 'χουν δρεξη γιά δουλειά γιά νά προκόψει τό Σώμα. Νά δημιουργηθεϊ επντροπή πού νά άπαρτίζεται άπό ψυχολόγο καί νέους στήν ήλικία άξιωματικούς, πού θά έλέγχει τήν πνευμα-τική Ισορροπία, τίς κοινωνικές σχέσεις καί τίς γυμνασιακές γνώσεις τών νέων άστυφυλάκων. Καί μέ τά κριτήρια αύτά, οί νέοι νά άναλαμβάνουν τίς άνάλογες ύπηρεσίες στό Σώμα. Νά προωθοΰνται οί άστυφυλακες πού θέλουν νά σπουδάσουν. Τά Άστυνομικά Τμήματα νά παίρνουν ένεργό μέρος στίς πολιτι-στικές έκδηλώσεις τών κατοίκων τής περιοχής τους, γιά νά συσφίγγονται οί σχέσεις τών πολιτών καί άστυφυλάκων. Νά άπαγορευτεϊ μέ νόμο τό ξύλο άπό τ' άστυνομικά δργανα σέ νέους, διότι τοΰς φανατίζουνε σέ βάρος τής Άστυνομίας καί τής Πολιτείας. Νά πηγαίνουν τά άστυνομικά όργανα στά σχολεΐα, νά έχουν διάλογο μέ τούς μαθητές γιά άπορίες άστυνομικής καί νομικής φΰσεως, πού είναι τόσες πολλές καί περίπλοκες. Νά ύπάρχει εϊδική στήλη στίς έφημερίδες πού νά άναφέρει έπίκαιρα συμβάντα, προσωρννές άπαγορεύσεις καί δνάφορες διαταγές πού ένδναφέρουν αμεσα τόν πολίτη, πού πολλές φορές βρίσκεται σέ παράβαση χωρίς κάν νά τό γνωρίζει. Νά ύπάρχει συνδικαλισμός γιά νά μποροΰν νά είσηγηθοϋν καί οί κατώτεροι δ,τι άποφεύγουν οί άνώτεροι, άπό φόβο μή χάσουν τή θέση τους.
—Άπ' αύτά πού λές πολλά γίνονται καί αλλα δέν γί-νονται...
—Τό βασικό δέν τό εϊπαμε, κύριε Διοικητά.
118
—Δηλαδή ποιό βασικό;
—Ή Άθήνα έχει τριάντα έπτά Τμήματα καί τέσσερις Σταθμούς, σύνολο σαράντα ενα οίκήματα, ποΰ μποροΰν νά χωριστοϋν σέ Τομεΐς. Τά Τμήματα νά δουλευουν βραδινά καί Κυριακές έκ περιτροπής. Τό Τμήμα, πού δέν διανυκτερεΰει, θά κλείνει στίς δώδεκα τά μεσάνυχτα καί θ' άνοίγει στίς έξι τό πρωί. Θά ύπάρχουν μόνο μηχανοκίνητες περίπολοι, πού θά δροΰν γρήγορα καί πιό άποτελεσματικά. Τά ύπέρ είναι πολλά:
Πρώτον καί κΰριο θά άπασχολεΐται τό 'ένα τρίτο άπό τή νυχτερινή δύναμη που άπασχολεΐται τώρα, πιό ξεκούραστη καί όρεξάτη γιά δουλειά, μιά καί δέν θά 'χει πολλά νυχτερινά.
Δεΰτερο, θά αΰξηθεΐ ή δύναμη τών άντρών τίς ήμερήσιες ώρες, ώρες όργασμοϋ γιά δλο τόν κόσμο.
Τρίτο, ό άστυφΰλακας θά δουλεύει ενα όκτάωρο τήν ήμέρα δπως δλοι οί έργαζόμενοι.
Τέταρτο καί τελευταΐο, ή οίκονομία πού πετυχαίνεται μέ τόν περιορισμό στήν κατανάλωση ρεύματος, ΟΤΕ, θέρμανσης άπό τά κλειστά Τμήματα. Γιά ένίσχυση τών βραδινών περιπο-λιών μπορεΐ νά ύπάρχει καί διμοιρία MAT πού θά είναι σέ έπιφυλακή, άλλά θά κοιμαται σάν τούς πυροσβέστες.
Σέ τυχόντα συναγερμό, σέ έλάχιστο χρονικό διάστημα, θά βρίσκεται έκεΐ πού τή χρειάζονται.
Γιά τίς Κυριακές ή μεγαλύτερη δύναμη χρησιμοποιεϊται στά γήπεδα. Αύτό νά ρυθμίζεται μέ τίς ' Ανώνυμες Ποδοσφαι-ρικές Έταιρεϊες. Νά πληρώνουν τήν άστυνομική δΰναμη πού θά παρευρίσκεται στόν άγωνιστικό χώρο.
Γιά τά MAT στόχος:
Λιγότερο ξύλο, περισσότερη προστασία. Σέ μεγάλες συ-γκεντρώσεις ή πορεΐες νόμιμες, δπως Πολυτεχνενο, Πρωτομα-γιά, μπορεϊ κάλλιστα νά χρησιμοποιηθεΐ έλικόπτερο γιά τόν έλεγχο τής συγκέντρωσης καί τήν προσβολή της άπό άναρχι-κά στοιχεΐα. Οί κλοϋβες σέ άθέατες θέσεις θά ένεργοΰν κατόπιν διαταγής τοΰ έλικοπτέρου σέ συγκεκριμένο τόπο καί
119
χώρο. Έάν ό καιρός δέν βοηθάει γιά τό έλικόπτερο, μπορεί νά ύπάρχουν άντρες μέ άσΰρματο σέ έπίκαιρα σημεΐα, σέ πολυκατοικίες, στό χώρο τής συγκεντρώσεως.
Τά MAT σέ καμιά περίπτωση δέν πρέπει νά στήνονται προκλητικά μπροστά σέ πορεία ή σέ συγκέντρωση, γιατί άπό κεΐ καί πέρα θά εχουμε νά άντιμετωπίσουμε τήν ψυχολογία τοϋ πλήθους, ποΰ έμεΐς έρεθίσαμε, μέ τά γνωστά άποτελέσμα-τα. Σέ περίπτωση άπαγορευμένης πορείας, συνήθως λίγων άτόμων, πάλι δέν χρειάζεται ξύλο. Προτιμότερο εΐναι νά έγκλωβιστοΰν καί νά συλληφθοϋν, γιά νά 'έχει τό λόγο ή δικαιοσΰνη. Μετά άπό δλα αύτά, θά μπορέσει καί τό μισθολό-γιο τοϋ άστυνομικοΰ ύπαλλήλου νά βρεθεΐ στά ϊδια έπίπεδα μέ τοϋ δημοσίου.
Νά ύπάρχουν ύπερωρίες, πού νά πληρώνονται άπό τίς πολιτικές παρατάξεις, γιά νά δεσμεϋεται ό κάθε πολιτικός, νά μήν κατεβάζει δσους άστυφΰλακες θέλει γιά νά καλύψει μιά πολιτική του βλακεία.
—"Ολα αΰτά πού λές, νεαρέ, είναι άκατόρθωτα. Νά ξέρεις δτι πάντα γίνονται μετά άπό πολλές είσηγήσεις καί μελέτες καί μήν ξεχνας τή γραφειοκρατεία καί...
Διακόπτεται άπό εναν Άστυνόμο, πού μπαίνει έκείνη τήν στιγμή στό γραφεΐο χωρίς νά χτυπήσει τήν πόρτα.
^"Ω! Συγνώμη, κύριε Διοικητά, μήπως σας διέκοψα;
—"Οχι, Χαράλαμπε, ελα. Ό Χρήστος σηκώνεται, χαιρετάει στρατιωτικά:
—Τά σέβη μου, κύριε Διοικητά, καί σας εύχαριστώ.
—Θά τά ξαναποϋμε νεαρέ, καί σέ θέλω σωστό στή διμοι-ρία σου. "Οχι μόνο λόγια. Καί εργα.
Ή διμοιρία τοϋ Χρήστου καί τοϋ Μίμη εϊναι ύπηρεσία στήν Πλατεία Κολοκοτρώνη, δΰο-δέκα τό άπόγευμα. Ό Χρήστος κοιτάει τό ρολόι του. ΕΙναι άκόμη έξι.
120
Τεντώνεται τεμπέλικα, μιλάει στόν Μίμη ποΰ λύνει σταυ-ρόλεξο.
—«Γρίφε», θά πάω σινεμαδάκι.
'Ο Μίμης τόν κόβει σοβαρός.
—Πές ενα ζώο μέ πέντε γράμματα καί θά σοΰ έπιτρέψω νά πας.
Ό Χρήστος σκέφτεται λίγο καί λέει θριαμβολογώντας:
— Έλέφα! Στό «Άττικόν» θά είμαι, στά πίσω καθίσματα.
'Ο Μίμης μονολογεϊ «Έλέφα;»... Καλά λένε: ψηλός καί μαλάκας...
'Ο Χρήστος, χωμένος στό κάθισμα τοϋ σινεμά, άπολαμβά-νει μία κόκα κόλα βλέποντας τήν προβολή τής ταινίας «ΠΕ-ΠΣΥ». Ένώ τό έργο πλησιάζει στό τέλος του, ένα γερό σκούντημα τόν τρομάζει. Πετάγεται άπάνω. Ό Μίμης ήδη βρίσκεται στήν εξοδο κάνοντάς του νόημα. Τρέχουνε στή Σταδίου πρός τήν πλατεία Κολοκοτρώνη.
—Τί τρέχει, Μίμη, καί τρέχουμε;
—Φάγανε τά κουμμούνια δλλον 'ένα πρώην Άσφαλίτη Άστυνόμο.
—Πώ! Πώ! Σοβαρά; Ποϋ;
—Στή Νέα Σμύρνη, έξω άπό τό σπίτι του.
Μπαίνουν στήν κλούβα ποΰ μανουβράρει καί φεύγει μέ σειρήνα, περνώντας μέ κόκκινο τή διασταύρωση Σταδίου-Άμερικής.
"Ολο τό βράδυ οί άστυφΰλακες χτενίζανε δλη τή γΰρω περνοχή χωρίς άποτέλεσμα.
Στήν κηδεία τοΰ Άστυνόμου, πού είχε έκδιωχθεΐ άπό τήν Άστυνομία σάν βασανιστής έπί έπταετίας, δέν ύπήρξαν
121
έπεισόδια, γιατί εγινε σέ στενό οΐκογενειακό κύκλο.
Δέν εϊχε κλείσει καλά καλά χρόνος άπό τό πρώτο εγκλημα καί εγινε δεύτερο.
' Ο άστυνομικός κόσμος εχει κλονιστεΐ, φοβαται γιά συνέ-χεια.
"Οσοι άξιωματικοί τής Άστυνομίας εΐχαν δείρει λιγάκι παραπάνω γιά τό «καλό τής πατρίδος» έπί έπταετίας, τώρα τά βάζουν μέ τήν «εύαισθησία» τους καί τήν «καλοσύνη» τους πού δέν άναγνωρίζεται, άλλά τουναντίον κινδυνεΰουν κιόλας.
Μέσα στό κυλικεΐο οΐ άστυφύλακες τής διμοιρίας πίνουν καφέ, δέν εχει βέβαια καί τίποτ' άλλο. ΕΙναι όλοι σοβαροί, σιωπηλοί. Ό Μίμης σπάει τή σιωπή:
—Πώ! Πώ! Πολύ βάρυνε τό κλίμα στά MAT. Άπό τή μιά δολοφονίες, άπό τήν αλλη ό κόσμος δέν μας συμπαθεϊ, τό χειλάκι μας Μχει τόσο καιρό νά γελάσει.
—Δέν λές, Μίμη, έπεμβαίνει ό Χρήστος, πού βρέθηκε καί ό νέος Διοικητής καί περιορίστηκε τό ξύλο.
— Καλά, Χρήστο, κάτι εΐπες τώρα! Νά δώ τί θά κάνουμε δταν ερθει τό Πολυτεχνεΐο. Θά μπορέσει ό Δκηκητής νά ρυθμίσει τήν κατάσταση χωρίς ξύλο; 'Ή θά τήν ρυθμίσει τήν Πρωτομαγιά ή τήν 28η πού θά κατέβουν τά κουμμούνια παίζοντάς το Έθνική Άντίσταση;
—Τώρα ποΰ εΐπες γιά τήν 28η Όκτωβρίου, θά σοϋ πώ ενα περαστικό νά γελάσει τό χειλάκι σου, Μίμη μου. ' Ο Κυριά-κος ό Περιστεριώτης, πέρυσι, τήν 28η Όκτωβρίου, ξέρεις τί Ιπαθε; Είχε πάει ή διμοιρία του γιά ύπηρεσία στό Περιστέρι γιά τήν Έπέτειο. Ξέρεις, έκεΐ ό Δήμαρχος εϊναι άριστερός. Πήρε λοιπόν τή σημαία νά παρελάσει σάν Έθνική Άντίστα-ση. Ό διμοιρίτης Ύπαστυνόμος ήταν δεξιός, καταλαβαί-νεις... Ή διμοιρία έδειρε δλο τό Δημοτικό Συμβούλιο. 'Ο
122
κακομοίρης ό Κυριάκος καθόταν μέσα στήν κλούβα. Τοΰ βάζει τίς φωνές ό Ύπαστυνόμος νά κατέβει νά παραλάβει δύο δαρμένους συλληφθέντες. Τόν βλέπουν κάτι Περιστεριώτες νά κουβαλάει τούς αίμόφυρτους συλληφθέντες. Τ' άπόγευμα πανε στή μητέρα του στήν Κηπούπολη καί τής λένε: «Ό Κυριάκος κτΰπαγε κάτω στήν πλατεία τόν κόσμο, ήταν καλό παιδί καί στά MAT εγινε φασίστας!»
— «'Ο Κυριάκος, βρέ παιδιά, δέν εχει κτυπήσει κουνούπι σ' δλη του τή ζωή, θά κτυπήσει ανθρωπο;»
«Έμεΐς τόν εϊδαμε», έπέμεναν αύτοί, «καί πές του ότι αν τόν ξεμοναχιάσουμε θά τόν τσακίσουμε».
Τρελάθηκε ή γυναίκα. Έκλαιγε σάν μωρό παιδί. "Οσο γιά τόν Κυριάκο μέχρν τώρα νύχτα μπαίνει στό Περιστέρι, νύχτα βγαίνει.
—Πώ! Πώ! επαθε τέτοια πλάκα ό Κυριάκος; λέει ό Μίμης καί προσθέτει: ' Αλλά καλά νά πάθει, γιατί Kt αύτός δέν ρίχνει ξύλο μέ τίποτα. Καλά, θά 'θελα νά ξέρω, έσας γιατί σας πήραν στά MAT;
'Ο κανρός περνδ. Τά MAT έχουν περνορίσει τίς δυναμικές λύσεις. Πολλοί άπό τους πρώτους νεαροΰς άστυφύλακες εχουν φύγει. "Αλλοι πέτυχαν στή Σχολή Άρχιφυλάκων, άλλοι έφυγαν γιά άλλες ύπηρεσίες. Στά MAT ήρθαν μεγάλοι στήν ήλικία, άπό άλλα τμήματα, καί νέοι, άπό τή Σχολή. Έπίσης πολλοί Άξιωματικοί, άντικαταστάθηκαν ΰπηρεσια-κώς. Περιορίστηκε στό έλάχιστο ή γυμναστική στόν "Αγιο Κοσμά, αύξήθηκαν οί άπογευματινές περιπολίες.
' Ο Χρήστος εχει τήν άδενα του. Βρίσκεταν στήν Πάτρα γιά δουλειές τοϋ πατέρα του. "Εχει καθίσει τέσσερεις μέρες, τελείωσε τίς δουλειές του, άλλά τοϋ άρέσει τό μέρος καί σκέφτεται γι* αύτό νά καθίσει καμιά-δύο μέρες άκόμα.
'Ο δυνατός χειμωνιάτικος ήλιος εΐναι τό κυρίαρχο στοι-
123
χεϊο μέσα στό δωμάτιο χΐ\ς πανσιόν Ταραντέλα, ζεσταίνοντάς το. Ό Χρήστος, άγουροξυπνημένος άνοιγοκλείνει τά μάτια του, πονανε άπό τό φώς, κοιτάει τό ρολόι του, πετάγεται δρθιος, μονολογώντας.
—Πώ! Πώ! μεσημέριασε.
Ξαναπέφτει στό κρεβάτι.
—"Ε! Καί λοιπόν; ύπηρεσία εχω; Τεντώνεται:
—"Ω ρέ τεμπελιές, δημόσιε ύπάλληλε, ό μισθός πέφτει καί σύ τεντώνεσαι.
Άνοίγει τό ράδιο δίπλα του, άκοΰγεται τό τραγούδι, «Στό Ζάππειο μιά μέρα περιπατοϋσα». 'Ο Χρηστος σηκώνεται σιγοσφυρίζοντας τό σκοπό. Μπαίνει στό μπάνιο, κάνει ντούς μέ χλιαρό νερό, λούζεται, ξυρίζεται προσεκτικά, άργά, μήν κοπεϊ δπως συνήθως. Μέ μάγουλο γυαλί άρχίζει νά ντύνεται. Κουμπώνοντας τό πουκάμισό του βγαίνει στό μπαλκόνι. 'Η βαθυγάλαζη θάλασσα λαμπυρίζεν ήρεμη, γαλήνια, άπέραντη κάτω άπό τόν δυνατό ήλιο. ' Η ζεστή άτμόσφαιρα άλμυρίζει τά ρουθούνια τοϋ Χρήστου, πού τραβάει βαθιές είσπνοές.
—"Αααχχχχ! Αύτό εΐναι, έμεΐς οΐ τσνμεντάνθρωποι πά-σχουμε άπό τή γαλήνη, τήν όμορφιά τής θάλασσας.
Φυσιολογικά δλοι οί ποιητές επρεπε νά ήταν παραθαλάσ-σιοι. 'Η θάλασσα σέ κάνει άγιάτρευτα ρομαντικό, στή θέα της άποβάλλεις άγχος καί σκοτοΰρες. Αύτό είναι ό ρομαντι-κός, δέν έχει άγχος, ένω ό άγχωτικός δέν έχει ρομαντνσμό. Πώ! πώ! Εϊμαν μεγάλος, είδα τή θάλασσα καί τό μυαλό μου αρχισε νά γεννάει άκατάπαυστα.
Μπαίνει μέσα, πάει στόν καθρέφτη καί κοιτάζεται κάνο-ντας διάφορες γκριμάτσες.
— Σήμερα είμαι άπελπιστικά δμορφος, εϊναι ν* άπορεΐς πώς τόσο ώραΐο παιδί δέν εχει κατακτήσεις.
Κτυπάει δύο ήχηρές σφαλιάρες στά ξυρισμένα του μάγου-λα, λέγοντας:
124
— Ήλίθιε άστυφΰλακα, κόψε τίς βλακεΐες καί σοβαρέψου, εϊσαι εϊκοσι τεσσάρων χρόνων μαλάκας.
Ό Χρήστος βγαίνει άπό τό δωμάτιο, κατεβαίνει τίς σκάλες. *Η ώραία διάθεση πάει χάθηκε, ή συνείδησή του, αΰστηρό πενταμελές, ειναι στημένη μέσα του καί έλέγχει κάθε σκέψη καί κίνηση, δέν τόν άφήνει σέ χλωρό κλαρί. Τό πταΐσμα τό κάνει πλημμέλημα καί τό πλημμέλημα, εγκλημα. Τί ώραΐοι ειναι αϋτοί πού 'χουν μέσα τους μονομελές ή καί τίποτα, κάνουν φόνο καί ή συνείδησή τους τό διασκεδάζει. Άλλά οί άτυχοι τής ζωής εϊναι αύτοί πού 'χουν μέσα τους τόν "Αρειο Πάγο. Χά! Καταλήγουν θρησκευόμενοι γιά νά τά βγάλουν πέρα.
'Ο Χρήστος βγαίνει στό ίσόγειο, δπου βρίσκεται τό έστια-τόριο.
Καλημερίζει τόν ίδιοκτήτη τής πανσιόν, πού είναι χωμέ-νος πίσω άπό τό μεγάλο ψυγεΐο, καί βγαίνει στό δρόμο. Κοιτάει τήν παλιά μοτοσυκλέτα του. 'Απορώ, ή γριά Σουζού-κι πώς μέ 'φερε άπό τήν Άθήνα έδώ χωρίς πρόβλημα, συλλογιέται. Βγάζει ένα είκοσάρικο άπό τήν τσέπη του, πλησιάζοντας τό περίπτερο. Ό περιπτεράς κρεμάει τίς άπο-γευματινές έφημερίδες. Ό Χρήστος κάθεται καί χαζεύει, τό μάτι του πέφτει στά μεγάλα γράμματα άνηρτημένης έφημερί-δας. «ΕΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗ Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ MAT». Ό Χρή-στος σάν χαμένος δίνει τό είκοσάρικο καί παίρνει μιά έφημε-ρίδα άπό τά χέρια τοϋ εκπληκτου περιπτερα. Προσπαθεϊ νά διαβάσει τίς πρώτες γραμμές, δέν μπορεΐ, τά μάτια του βούρ-κωσαν καί τά ψηλά γράμματα χορεύουν μπροστά του. Σηκώ-νει ψηλά τό πρόσωπό του γιά νά κρατήσει τά δάκρυα στά βλέφαρά του. 'Ο ούρανός γκρίζαρε ξαφνικά, άπειλητικά σύννεφα έρχονται τρεχάτα άπό τόν Βορρα. Ό Χρήστος όδεύει πρός τήν πανσιόν. Τό σώμα του δέν τ' όρίζει, τό κεφάλι του τό αίσθάνεται θεόρατο, τό μυαλό του έλάχιστο. Τά πάντα γΰρω του εΐναι παραμορφωμένα καί μακρινά.
125
Μέσα στό δωμάηο, μαζεύει άργά τά λίγα πράγματά του. Τό πρόσωπό του είναν μουσκεμένο άπό ίδρώτα καί δάκρυα. Τό δέρμα σ' δλο τό σώμα του εχει άνατριχιάσει, καί τόν πονα σάν νά καίγεται. Ή θολή ματιά του φεύγει εξω άπό τό παράθυρο καί βουτα στήν άφρισμένη θάλασσα. Τά κύματα χτυποϋν μέ δύναμη στά βότσαλα άνακατεΰοντάς τα μέ φύιαα, σάπιες σανίδες, ντενεκεδάκια καί ψόφια ψάρια. Παραπέρα, ενας μικρός βράχος συγκρατεΐ τό τουμπανκχσμένο κουφάρι ένός λυκόσκυλου, τά κΰματα λυσσομανοθν άφρίζοντας νά τό άποσπάσουν, νά τό πάρουν στά βαθιά νά τό ξεσκίσουν.
'Ο Χρήστος πηγαίνει στόν νιπτήρα, ξεπλένει τό πρόσωπό του δυό-τρεϊς (ρορές. Σέ λίγο, κάτω στό έστιατόριο, πληρώνει τόν ίδιοκτήτη τής πανσιόν. Καί φεύγει μέ τή μοτοσυκλέτα του γιά τήν Άθήνα.
Έξω άπό τήν Μητρόπολη πολλές κλοϋβες, πολύς κόσμος, πολλά στεφάνια, πένθιμη βαριά άτμόσφαιρα. 'Ο Χρήστος φτάνει δταν τό φέρετρο μεταφέρεται άπό τέσσερις αντρες άστυνομικούς στή νεκροφόρα, γιά τήν τελευταία του κατοι-κία, κάπου στά Μεσόγεια. 'Ο Χρήστος μπαίνει σέ μιά κλού-βα. Τρεΐς άστυφύλακες είναι μέσα καί ό όδηγός, δλοι στά παράθυρα, κοιτανε τή νεκρώσιμη πομπή. 'Ο ενας άστυφΰλα-κας ξεκολλάει άπό τό παράθυρο μέ δάκρυα στά μάτια, χτυπάει μέ δύναμη τή γροθιά του στό τραπέζι τής κλούβας καί κατεβαίνει όργισμένος, φωνάζοντας:
—Θά μοϋ τό πληρώσουν τά κουμμοΰνια.
—Παιδιά, ξέρετε ποϋ είναι ή διμοιρία μου; ρωτάει ό Χρηστος.
—Στή Βουλή, τοθ άπαντάει ό όδηγός.
Φεΰγει γιά τή διμοιρία του. Σέ λίγο φτάνει στή Βουλή. Μπαίνει στήν κλούβα. "Ολοι εϊναι καταλυπημένοι. Μιά μεγά-λη μαύρη κορδέλα, κρεμασμένη στόν μέσα καθρέφτη, δίνει πένθιμο τόνο στό έσωτερικό. Ό Χρήστος κάθεται δίπλα στόν Μίμη.
126
—Τί κακό εϊναι αΰτό πού μας βρήκε; Ό Μίμης, κοιτάζοντας πάντα εύθεϊα χωρίς νά γυρίσει νά δεΐ τόν Χρήστο, σιγομουρμουράει.:
— Πάει ό Διοικητής, μάς τόν φάγανε τά κουμμούνια. —Ποιά κουμμούνια, ρέ μαλάκα, άντιδρα ό Χρήστος.
'Ο Μίμης τόν κόβει σοβαρός:
— Άφοΰ τό 'πε ό Διευθυντής στόν έπικήδειο λόγο του: «Άγαπητέ συνάδελφε, σ' έδολοφόνησαν oi κομμουνιστές»...
—Έλα, ρέ Μίμη, τί ήθελες νά πεΐ αύτός;
—Δηλαδή, άπορεΐ ό Μίμης, τόν φάγανε οΐ δεξιοί;
—Ποιοί άριστεροί καί δεξιοί μωρέ, αύτά τά έγκλήματα κρύβουν πολλά μυστικά καί 'έχουν περισσότερο μελλοντικό άντίκτυπο παρά προσωρινό.
"Οσο γιά τόν Διευθυντή πού είπε τόν έπικήδειο, ειναι τόσο στενόμυαλος, τόσο άρτηριοσκληρωτικός πού δέν μπορεν νά κοιτάζει οΰτε πόντο πέρα άπό τή μύτη του, μέ τό φανατισμένο μίσος πού τρέφει γιά τούς κουμμουνιστές. Γιατί, άν μποροΰσε, θά 'βλεπε δτι ό Διοικητής μας οΰτε βασανιστής ήταν οδτε άνθρωπος μέ παρωπίδες, δπως οί περισσότεροι άξιωματικοί τής Άστυνομίας. Κι δτι, γιά νά γίνει ένα όργανωμένο εγκλη-μα, ό θύτης πρέπει νά γνωρίζει πολλά γιά τό θύμα. ΓΛά τούς αλλους δυό άξιωματικούς ύπήρχαν πολλοί λόγοι άπ' τήν πλευρά τών δραστών, ποΰ μπορεΐ νά ύπήρξαν κατά καιρούς θύματά τους, γιά τόν Διοικητή μας δμως, δέν ύπήρχε τίποτα πού νά δικαιολογεΐ άντεκδίκηση.
—Ναί, ρέ Χρήστο, άλλά μπορεΐ νά τόν δολοφόνησαν γιά νά έκδικηθοΰν τά MAT.
—"Η νά τά φανατίσουν, Μίμη.
—Τί θές νά πεΐς;
—"Οσον καιρό ήταν Διοικητής, τά MAT είχαν περιορίσει τίς δραστηριότητές τους, κι ϊσως νά μήν άρεσε σέ μερικούς αύτή ή ήσυχία. Ένώ τώρα, μέ τό πρώτο μπέρδεμα, μέ τό μίσος πού ύπάρχει γιά έκδίκησΐ},„ θά θρηνήσουμε θύματα.
127
Τά MAT μετύ τή δολοφονία τοϋ Διοικητη τους πέρασαν περίοδο άλλαγών καί άνακατατάξεων στό χώρο τών άξιωματι-κών. Ό μόνος πού εμεινε ήταν ό Διευθυντής. (Πρώτη φορά στήν ίστορία τής άστυνομίας είχε μείνει τόσα χρόνια Διευθυ-ντής στό Μηχανοκίνητο καί σέ δλες τίς ύπηρεσίες. Οί γνωριμίες είναι τό δυνατότερο δπλο τών ίκανών καί άνι-κάνων.)
Πλησιάζει ή μέρα τοθ Πολυτεχνείου. Ό Διευθυντής θ' άπευθύνεν λόγο στνς διμοιρίες. Σ,τή μεγάλη αιθουσα δλοι τόν περιμένουν... "Αργησε μία ώρα, πράγμα πού τό συνήθιζε ετσν κι άλλιώς.
Τελικά έφτασε. Μέ υφος παντοδυναμίας άνεβαίνει στήν Ιδρα. Κάνει σημα μέ τό χέρι του νά καθίσουν oi άστυφύλακες. Πίνει άργά άργά λίγο νερό άπό ενα ποτήρι πού ήταν στήν εδρα σκεπασμένο μέ πιατάκι τοϋ καφέ, κι άρχίζει μέ τήν ψιλή φωνή του:
—Μετά τίς' δγριες δολοφονίες τών άξιωματικών μας, τό Σώμα εχασε αντρες ίκανούς, πού ηξεραν τή δουλειά τους καί άγαποΰσαν τήν ' Υπηρεσία. ' Εσεΐς, θά συνεχίσετε τό δύσκολο καί έπίμονο εργο τους γνά νά μή γίνει αΐσθητή ή άπουσία τους. Σέ τρεΐς μέρες εχουμε τό Πολυτεχνεΐο, πρέπει λοιπόν νά έντείνουμε δλοι τήν προσοχή μας γιά νά περάσει αύτός ό μπελάς. "Εχουμε πληροφορίες πώς τά κουμμοΰνια θά όδηγή-σουν τήν πορεία στήν πρεσβεία τών ΗΠΑ. Λογαριάζουν βέβαια χωρίς τόν ξενοδόχο καί ό ξενοδόχος ρίχνει πολύ ξύλο (άκούγονται γέλια). Πάει αύτό.
Κάτι άλλο τώρα: άπαιτώ άπό σας νά προσέχετε μέ ποιές τά φτιάχνετε, γιατί πολλές τσοϋλες ερχονται καί ένοχλοΰν τήν Ύπηρεσία. Πρέπει καί μπορεΐτε νά κάνετε παρέα μέ καλό κύκλο, νά πηγαίνετε σέ καλά μαγαζιά νά ψωνίζετε, νά πίνετε τόν καφέ σας σέ σοβαρές καφετέριες, νά εχετε τρόπους, είστε
128
τό «άφάν γκατέ» τής νεολαίας. Καταλάβετέ το, εΐστε περιζή-τητοι γαμπροί, κάθε κοπέλα σας βλέπει μέ καλό μάτι γιατί εχετε σίγουρο μέλλον, σταθερό μισθό καί, λόγω δομής τής Ύπηρεσίας, θά γίνετε σωστοί οικογενειάρχες. Έκεϊνο πού πρέπει δμως νά προσέχετε καί τό έπιβάλλει ή Ύπηρεσία γιά καλό σας, εΐναι νά μήν παντρεύεστε πρίν άπό τά εί'κοσι έπτά, χωρίς προίκα, καί πάνω άπ' δλα γυναίκα μέ άκατάλληλα φρονήματα. Λοιπόν, έγώ τελείωσα, έχει κανείς σας νά μέ ρωτήσει τίποτα;... Ώραΐα! Σας άφήνω, γειά σας. 'Ο Διευθυντής άποχωρεΐ.
— Έλεΰθεροι, φωνάζει ενας Άστυνόμος.
"Ολοι oi άστυφύλακες τής διμοιρίας μας μαζεύονταν στήν κλούβα τους, πρέπει νά περιμένουν μιά ώρα άκόμα γιά νά συμπληρωθεΐ τό όκτάωρο. Ό Μίμης τρίβει τά χέρια του άπό ίκανοποίηση:
— Ώρέ ξύλο, Παναγίτσα μου, πού θά πέσει στό Πολυ-τεχνεΐο.
Ό Χρήστος, δίπλα του, τοϋ ρίχνει σιγανή φάπα στό σβέρκο.
—Φάε τή γλώσσα σου, νούμερο, ξεχνάς τί τραβάμε κάθε φορά μέ τό Πολυτεχνεΐο;
—Καλά, ψηλούλη, μή μοϋ πάθεις τίποτα! "Αλλωστε, άπ' δ,τι έχω δεΐ, δέν εΐσαι ύπέρ τοΰ δημοκρατικοΰ ξύλου.
—Δέν είναι θέμα αν εϊμαι ύπέρ τοϋ δημοκρατικοϋ ξύλου ή δχι, άπλώς πιστευω δτι εϊμαστε γιά έκφοβισμό κι δχι γιά ξυλοδαρμό.
Μπαίνει στή συζήτηση ό ' Υπαστυνόμος.
— Σιγά, μήν πάθουνε τίποτα τά καθίκια, πού κάθε φορά σπανε τήν Άθήνα γιά πλάκα. "Αλλωστε τό ξύλο χρειάζεται, γιά νά καταλάβουνε δτι ύπάρχει έξουσία, δτι ύπάρχουν MAT! Καί μή ξεχνας δτι δλα τά κράτη τοΰ κόσμου έχουν MAT καί ρίχνουν ξύλο κάργα.
—' Ανάλογα τά κράτη καί τό έπίπεδο τοΰ λαοϋ. ' Ο Έλλη-
9
129
νας δέν θέλει ξύλο γιά νά ήσυχάσει. Θέλει σωστή μεταχείρι-ση, έξυπνες πολιτικές κινήσεις. Οί διαδηλωτές, καί νά πανε στήν Άμερικανική πρεσβεία, τί θά κάνουνε; Σιγά τίς παρθέ-νες ποϋ θά πειράξουνε! Αύτοί μέ τήν πολιτική τους έχουν πατήσει τήν μισή γή στό σβέρκο καί θά συγχυστοΰν άπό δέκα νεαρούς πού θά φωνάξουν «εξω άπό τό NATO»;
Πολυτεχνεΐο, 1980
Δεκαεπτά Νοεμβρίου. Ή ήμέρα εΐναι ήλιόλουστη στό χώρο τοΰ Πολυτεχνείου, σκιερή στό χώρο τών MAT. Ή άγανάκτηση καί ό φόβος, μαυροφορεμένα, ασχημα άδέρφια, περιφέρονται έδώ καί άρκετό καιρό στούς διαδρόμους καί τά δωμάτια τών άστυφυλάκων καί κάθονται στά γραφεΐα τών άξιωματικών, βαραίνοντας μέ τήν παρουσία τους άπελπιστικά τήν άτμόσφαιρα τών MAT. "Ολοι είναι έπιφυλακτικοί, άστυ-φυλακες καί άξιωματικοί, κι έξάλλου ή σημερινή μέρα πρέπει νά έπιφυλάσσει δυσάρεστες έκπλήξεις.
Οί διμοιρίες εϊναι άπό τίς δώδεκα τό μεσημέρι σέ έπιφυλα-κή στήν εδρα. "Ολοι βρίσκονται στίς κλοϋβες τους καί περιμένουν νά πάρουν διαταγές άπό τό Κέντρο. Τό Κέντρο μεταβιβάζει καί δίνει τίς θέσεις τών διμοιριών. 'Η διμοιρία τών γνωστών μας, θά πάει μέ αλλες τρεΐς στήν πρεσβεία. Ό Ύπαστυνόμος μπροστά σηκώνεται καί λέει στούς άστυφύ-λακες:
—Παιδιά, θά 'ρθει στήν κλοΰβα μας ό Άστυνόμος, μήν κάνετε νύξη γιά τάβλν, δέν έπντρέπεταν.
Τέσσερις διμοιρίες φτάνουν στήν Άμερικανική πρεσβεία καί παρκάρουν στό πίσω μέρος, στό μεγάλο πάρκινγκ. Άπό τήν κλούβα μας, άλλοι κατεβαίνουν, άλλοι κάθονται μέσα. Άκοΰγεται ό Άστυνόμος:
—Ρέ ταβλαδόροι, έχετε τίποτα νά ρίξουμε;
131
Τρία τάβλια κάνουν τήν έμφάνισή τους. 'Ο Άστυνόμος γυρίζει πρός τόν Ύπαστυνόμο.
—"Ελα νά σέ παίξω μιά τυρόπιτα καί νά δώ δν εΐσαι άξιος τής διμοιρίας σου, ποΰ εχει τό πρώτο δνομα στό τάβλκ
Oi ώρες περνανε γοργά. Μετά τό τάβλι, οί άξιωματικοί παίξανε μπίζ μέ τούς άστυφύλακες, γελάσανε, λύσανε σταυρό-λεξα, σάν μιά οίκογένεια. «Πρό κινδύνου γρήγορα άναπτύσ-σεται τό αϊσθημα τής άδελφοσύνης».
'Έχει σκοτεινιόσει. "Ολες οί διμοιρίες εϊναι στίς κλοΰβες τους. "Αλλοι άστυφύλακες καθαρίζουν τίς άσπίδες τους, αλλοι τά κράνη τους, τά περίστροφά τους, πολλοί χτενίζονται ή καλλωπίζονται πρίν άπό τή μάχη. Άκούγεται ή φωνή τοϋ άξιωματικοϋ άπό τή μοτορόλα.
«Νεαρά άτομα έπιβαίνοντα σέ μοτοσυκλέτα σπανε τζάμια καταστημάτων Σταδίου καί Πανεπιστημίου».
— Παιδιά, άρχίσανε τά παρατράγουδα, λέει ό Άστυνόμος. Ή μοτορόλα συνεχίζει: «Άναρχικοί μέ μαϋρες σημαΐες, ξύλα καί άλυσίδες προσπαθοϋν νά μποϋν στόν κορμό της πορείας, έμποδίζονται άπό τήν περιφρούρηση»...
. Ή πορεία εχεν άπαγορευτεΐ άπό άρχές Βασιλίσσης Σοφίας. Έκεΐ βρίσκονται καμιά είκοσαριά άστυφύλακες, πού κρατανε τόν κορμό τής πορείας στήν Πανεπιστημίου. Πιό πίσω, εξω άπό τά λουλουδάκια καί τήν Αϊγυπτιακή πρεσβεία, είναι άνεπτυγμένες καί παραταγμένες τρεΐς διμοιρίες MAT, ή μιά πίσω άπό τήν αλλη. Μιά άριστερή όργάνωση μέ τίς κόκκινες σημαΐες της εχει σταματήσει μπροστά στούς άστυφύλακες τών Τμημάτων καί παροτρύνει τό πλήθος νά προχωρήσει γιά
132
τήν Άμερικανική πρεσβεία φωνάζοντας συνθήματα:
«ΕΞΩ ΑΠΟ TO NATO»
«ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ»
«ΕΞΩ 01 ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ»
Οί διαδηλωτές άρχίζουν νά σπρώχνουν τούς άστυφύλακες πού «άνοίγουν» χωρίς άντίσταση καί προχωρανε άργά πρός τίς παραταγμένες διμοιρίες.
Άκοΰγεται άπό τή μοτορόλα ό άξιωματικός τής πρώτης διμοιρίας πού εΐναι παραταγμένη: «Κέντρον, οί δναδηλωτές πέρασαν τήν δύναμιν τών Τμημάτων καί πλησιάζουν πρός ήμας• άναμένουμε διαταγάς».
«Κέντρον μάς λαμβάνετε; Οί διαδηλωτές βρίσκονται πλη-σίον».
«Κέντρον» «Κέντρον» «Κέντρον».
Oi διαδηλωτές πέφτουν μέ δύναμη πάνω στή διμοιρία πού βρίσκεται πρώτη. 'Η συμπλοκή είναι άναπόφευκτη, όρμάνε καί oi άλλες δύο διμοιρίες πού βρίσκονται πιό πίσω.
Οί διαδηλωτές ύποχωροϋν πατώντας ό ένας τόν άλλον. Οί τρεΐς διμοιρίες έχουν πέσει πάνω στή δυσκίνητη άνθρώπινη μάζα.
Ξαφνικά άκούγεται τό Κέντρο, σάν νά ξύπνησε άπό λή-θαργο ή νά βγήκε άπό δύσκολη θέση πού τό βοήθησε ό λίγος χρόνος σιωπης: «Πίσω, πίσω, μήν κτυπάτε τήν πορεία»...
Στήν κλούβα μέσα δλοι σιωπηλοί παρακολουθοΰν μέ άγωνία τή μοτορόλα.
— Πρέπει νά γίνεται σκοτωμός κάτω, άκούγεται σοβαρός ό Άστυνόμος.
«Oi διμοιρίες στήν πρεσβεία ΗΠΑ νά κατεβοΰν άμέσως Βασιλίσσης Σοφίας», άκούγεται ή μοτορόλα.
133
Oi τέσσερις κλοϋβες, μέ τίς σειρήνες τους στή διαπασών καί τούς προβολεϊς άναμμένους, τρέχουν μέ ταχύτητα στήν £ρημη Βασιλίσσης Σοφίας. Σέ λίγο τά φρένα τους στριγγλί-ζουν έξω άπό τήν ΑΙγυπτιακή πρεσβεία. Οί άστυφΰλακες σβέλτα συντάσσονται, δπως-δπως, πίσω άπό τούς άξιωματι-κούς τους. Ό χώρος έξω άπό τά λουλουδάδικα καί τήν πρεσβεία εΐναι γεμάτος ξύλα, γυαλιά καί δεκάδες παπούτσια, πάνινα ώς έπί τό πλεΐστον. Ό θάνατος, φαίνεται, βρισκόταν έδώ πρίν άπό λίγο καί εΐχε στήσει τρελό χορό, παρασΰροντας στόν έπικίνδυνο ρυθμό του άστυφυλακες, διαδηλωτές, ίδεολό-γους καί άνίδεους. Oi διαδηλωτές ύποχωρώντας έχουν στήσει όδοφράγματα στήν Πανεπιστημίου στό υψος τοϋ θεάτρου «Βρετάνια» καί στή Γεωργίου Α' εξω άπό τό ξενοδοχεϊο «Μεγάλη Βρετανία».
Οί τρεϊς διμοιρίες πού δέχτηκαν τήν έπίθεση δχουν συ-μπλακεΐ μέ τούς διαδηλωτές έξω άπό τό ξενοδοχεϊο, έπί τής Γεωργίου Α'. Oi διαδηλωτές άντιστέκονται χρησιμοποιώντας τά κοντάρια τών πανώ γιά δπλα.
Οί τέσσερις διμοιρίες ποΰ ήρθαν άπό τήν πρεσβεία ΗΠΑ όρμανε στούς διαδηλωτές πού βρίσκονται στήν Πανεπιστη-μίου. Έκεϊ εχουν στήσει όδοφράγματα άπό τηλεοράσεις, μαγνητόφωνα, καρέκλες, τραπέζια πού καίγονταν δλα τά προμηθεύτηκαν άπό τά γύρω σπασμένα μαγαζιά. Oi διαδηλω-τές πίσω άπό τά όδοφράγματα πετάνε πέτρες, ξύλα καί δ,τι αλλο βρίσκουν μπροστά τους.
' Ο Χρήστος φωνάζει γνά νά τόν άκούσεν ό Μίμης μέσα άπό τό κράνος:
—Μίμη, τήν έχουμε άσχημα, έρχονται άπό παντοϋ πέτρες καί μέσα στό σκοτάδι δέν φαίνονται.
—Πήδα, Χρήστο, πήδα συνέχεια, νά περνανε κάτω άπό τά πόδια σου, δέν βλέπεις τί πετροπόλεμος γίνεται.
Δέν προλαβαίνει νά τελειώσει ό Μίμης, δίπλα τους σωριά-
134
ζεται χωρίς νά βγάλει αχνα ό Άνθυπαστυνόμος της διμοι-ρίας, ειναι γϋρω στά σαράντα πέντε.
Ό Άστυνόμος οόρλιάζει μέσα άπό τό κράνος του.
—Πίσω, πίσω, δλοι πίσω.
Οί άστυφΰλακες τών τεσσάρων διμοιριών ύποχωροΰν. Οί δυό φίλοι μας, μέ τή βοήθεια συναδέλφων τους, άρπάζουν τόν Άνθυπαστυνόμο καί τόν μεταφέρουν πίσω, έκεΐ πού βρίσκο-νται οί αδρες. Ένα έκατό παραλαμβάνει τόν Άνθυπαστυνόμο καί φεύγει στριγκλίζοντας στήν ερημη Βασιλίσσης Σοφίας γιά τό 401 στρατιωτικό νοσοκομεϊο.
Ον τέσσερεις διμοιρίες άνασυντάσσονται. Ό Άστυνόμος σηκώνει τό χέρι καί ούρλιάζει γιά ν' άκουστεΐ μέσα στή βουή τής ταραγμένης νύχτας:
— Έπίθεση, ΕΠΙΘΕΣΗ.
Οί έκατό περίπου άστυφύλακες τών MAT όρμανε πρός τούς διαδηλωτές, πού ύποχωροϋν πετώντας πέτρες. Οί άστυφύλα-κες πηδάνε ή' περνανε μέσα άπό τά όδοφράγματα καί τίς φωτιές. Ό θάνατος βρίσκεται στήν καλύτερη του βραδιά. ' Από τά Δεκεμβριανά καί μετά μόνο κανά-δυό φορές ετυχε σέ τέτοιο έλληνικό γλέντι. Οί διαδηλωτές φεύγουν πρός δλες τίς κατευθύνσεις ύποχωρώντας.
Λίγοι προσπαθοΰν νά κρυφτοΰν στήν εϊσοδο τής Άκαδη-μίας, πίσω άπό τίς μεγάλες κολόνες.
Τούς είδαν οί κρανοφόροι καί γιά ένα τέταρτο άκοΰγονται σπαρακτικά ούρλιαχτά άπό νέους καί νέες πού δέρνονται χωρίς νά έχουν διέξοδο. Δέρνονται άπό μαστουρωμένα δτομα, ποτισμένα άπό τό δπιο τοΰ μίσους καί της διαστροφής. "Οπιο έλληνικής παραγωγης, πού φυσικά είχαν προμηθευτεν καί οί διαδηλωτές. Καλλιεργεΐται άπό τοΰς λίγους καί ΐθύνοντες γιά νά τό παίρνουν οί πολλοί καί άνεύθυνοι...
Μετά άπό πολλή ώρα καί άφοϋ δάρθηκαν άτομα σέ
135
στάσεις λεωφορείων στήν Άκαδημίας καί αλλοι, περαστικοί, οί διμοιρίες μπήκαν στίς κλοϋβες γιά νά πανε στό Πολυτε-χνεϊο, δπου εΐχαν μαζευτεΐ διαδηλωτές. "Ενας άστυφύλακας εξω άπό τό Πολυτεχνεΐο, στήν παραζάλη του, έβγαλε τό περίστροφό του καί τό άδειασε στό πλήθος. Έκείνη τή στιγμή εφτανε ή κλούβα. Ό Μίμης καί ό Χρήστος εϊδαν τόν άστυφύλακα, έφιαλτική φιγούρα όνείρου στό σκοτάδι.
—Μίμη, θά τρελαθώ, πυροβόλησε πρός τούς διαδηλωτές έν ψυχρώ!
Κι ό Μίμης, ήρεμος:
—Καλά τούς εκανε, γιατί κι έγώ άν ήμουν άπ' έξω καί μοΰ πέταγαν πέτρες, ετσι θά ξηγιόμουνα.
Περασμένα μεσάνυχτα καί οΐ τέσσερις διμοιρίες περιπο-λοΰν μέσα άπό τίς κλοϋβες τους γύρω άπό τό χώρο τοϋ Πολυτεχνείου καί τά Έξάρχεια. Οί κλοϋβες όδεΰουν στήν Πατησίων πρός τό Πολυτεχνεΐο. Περίπου εϊκοσι διαδηλωτές εΐναι στήν Γ' Σεπτεμβρίου καί Χαλκονδύλη. Οί κλοϋβες περνανε κάθετα στή Χαλκοκονδύλη σέ σημεϊο πού δέν εΐναι όρατές άπό τούς διαδηλωτές καί σταματανε. ' Η διμοιρία τών φίλων μας κατεβαίνει πρώτη.
—Οί μισοί νά πατε άπό πίσω γιά νά τούς φέρετε πρός τά δώ! διατάζει ό Άστυνόμος.
Ή μισή διμοιρία φεύγει τρέχοντας γιά νά κυκλώσει τούς διαδηλωτές. 'Ο Χρήστος μέ τοΰς ύπόλοιπους τής διμοιρίας τρέχουν στήν γωνία Πατησίων-Χαλκοκονδύλη. "Ενας μουσά-τος διαδηλωτής τρέχοντας βολίδα καί σκυφτός πέφτει πάνω στόν Χρήστο πού μόλις εβγαινε στή Χαλκοκονδύλη καί σωριάζεται κάτω.
Αύτόν τόν μουσάτο τόν βαράγανε δυό-τρεΐς διμοιρίες γιά λίγο. Έπενέβησαν οί πιό ψΰχραιμοι γιά νά τόν σώσουν. Ό
136
μουσάτος φεύγει τρέχοντας μέχρι νά χαθεΐ πρός τήν Κάνιγ-γος, παραπατώντας, επεφτε καί σηκωνότανε λές καί τό σώμα του εΐχε χάσει τήν ίσορροπία του.
Τήν άλλη μέρα στήν κλούβα, δλοι διαβάζουν έφημερίδες. Εϊναι σκυθρωποί. Τεράστιοι οί πρωτοσέλιδοι τίτλοι τους: «ΜΙΑ ΝΕΚΡΗ, ΕΝΑΣ ΒΑΡΙΑ ΚΑΙ ΔΕΚΑΔΕΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ».
—Μας συμπαθοΰσε πού μας συμπαθοϋσε ό κόσμος, τώρα θά δεΐς, άκούγεται ό Χρήστος.
—Δέν πας στό διάολο, ρέ μαλάκα, έσύ δέν εδειρες, δφησες τοΰς χαζούς νά καθαρίσουνε, σέ καταλάβαμε καί σένα, πα-τριώτη, ξέσπασε ό Ύπαστυνόμος.
Ό Χρήστος πάνω σ' ένα αδειο γραφεΐο συμπληρώνει μιά κόλλα διαγωνισμοϋ:
«Λαμβάνω τήν τιμή νά παρακαλέσω ύμάς δπως εύαρεστού-μενοί μοι δεχθεΐτε τήν παραίτησίν μου».
ό διάλογος εϊναι ό ερωτας τοΰ πνεύματος ή βία, τά περιττώματά τοο
ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Είσαγωγή ................................................. 7
Πρωτεύουσα, 1974 ............................................... 12
Έπαρχία, 1974 ..................................................... 21
Σχολή, 1975 ...................................................... 28
Τμήμα τάξης ΙΖ', Περιστέρι, 1976 .............................. 60
MAT, 1976 ....................................................,.... 72
Πολυτεχνεΐο, 1980 .............................................. 131

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου