Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Κορνήλιος Καστοριάδης - Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και ή σημασία της για μας σήμερα (ολόκληρο το βιβλίο)

Σημείωση: Το κείμενο έχει μετατραπεί από pdf αρχείο και γι' αυτό περιέχει μικρά λάθη σε κάποιες λέξεις. Είναι όμως ευανάγνωστο. Για το πρωτότυπο pdf το οποίο δεν περιέχει τα μικρά αυτά λάθη (που όμως δεν αναγνωρίζει τους χαρακτήρες/γράμματα), πηγαίνετε εδώ: http://www.black-tracker.gr/details.php?id=157


ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

ή αρχαία
δημοκρατία καί ή σημασία της για μάς σήμερα


νψλονΐβιβλία
Αθήνα 1999
Είσαγωγικό σημείωμα
, ■"■ . * »
Τό βιβλιαράκι αύχό περιέχει τό κείμενο μιάς διάλεξης πού εδωσα σχό Λεωνίδιο, στις 17 Αύγούστου 1984, καί τήν συζήτηση πού άκολούθησε. /
θέλω νά έκφράσω κι έδώ τίς εύχαριστίες μου στήν Τέ-τα Παπαδοπούλου, πσύ εκανε χήν άπομαγνητοφώνηση τής διάλεξης αύτής, καί στήν γυναίκα μου Ζωή, πού κα-τέβαλε τήν έκτεταμένη καί άχάριστη δουλειά πού χρειά-ζεται γιά νά μετατραπεϊ ό προφορικός λόγος σέ γραπτό κείμενο. . .
Ή ήχοληψία τής διάλεξης παρουσίαζε διάφορα κενά και σέ μερικά μέρη ήταν άκατανόητη. Όταν τά μέρη αύ-τά άφοροϋσαν τήν ίδια τήν διάλεξη ή τίς άπαντήσεις μου στήν διάρκεια τής συζήτησης, μπόρεσα νά πληρώσω τά κενά. Όταν άντιστοιχούσαν σέ παρεμβάσεις ή έρωτήσεις συμμετασχόντων, δέν μοΰ ήταν, φυσικά, δυνατό νά τό κάνω. Κατά συνέπεια, όρισμένες έρωτήσεις μπορούν νά φανοϋν έδώ κουτσσυρεμένες - πράγμα γιά τό όποίο ζη-τώ έκ τών προτέρων τήν έπιείκεια τών παρεμβάντων καί τών άναγνωστών. : ; ν
Κατά τήν τελική έπεξεργασία τού κειμένου πρόσθεσα μερικές σύντομες έπεξηγήσεις καί ύποσημειώσεις. Έπί-σης, οι παραπομπές σέ άρχαια κείμενα, πού ειχαν γινει άπό μνήμης στήν διάλεξη, δίνονται έδώ μέ άκρίβεια.
.■ ■ '. I "* :■""." I ■ ■
Παρίσι, 28 Δεκεμβριου 1985 .' Κορνήλιος Καστοριάδης
Περιεχόμενα
ΕΙσαγωγικό σημείωμα..........................................
1. Ή άρχαία Έλλάδα, σπέρμα καί δχι πρότυπο.......
2. Ή άρχή της άμφισβήτησης................................
3. Ή ίστορία σάν δημιουργία. Άδυναμία
τών αίτιακών έξηγήσεων................................
4. Ή έλληνική σύλληψη τοΰ κόσμου:
κεντρικές φαντασιακές σημασίες.....................
5. Έσωτερική σχέση δημοκρατίας καί φιλοσοφίας ...
6. Ή αύτοθέσμιση..............................................
7. Ό δήμος.......................................................
8. Σύγκριση μέ τή νεότερη άντίληψη......................
α. Ή άντιπροσωπεία...................................
β. ΟΙ έκλογές.............................................
γ. Τό κράτος..............................................
Σνζήτηση..........................................................

Ή άρχαία έλληνική δημοκρατία καί ή σημασία της γιά μάς σήμερα
Θά ήθελα, πρώτα, νά ένχαριστήσω τόν όήμαρχο κ. Tot-γκούνη καί τόν Μορφωτικό Σύλλογο Λεωνιδίον, οί όποϊ-οι μέ προσκάλεσαν νά μιλήσω μπροστά σας. 7/ άναπάν-τεχη αντή πρόσκληση μέ βρήκε, κατά κάποιο τρόπο, άπροετοίμαοτο. Γιά πρώτη φορά ήρθα φέτος στήν Έλ~ λάδα χωρίς νά φέρω μαζίμον δονλειά, άπλώς γιά νά ξε-' κουραστώ. Συνεπώς, αντά πον θά σάς πώ εϊναι, δπως λένε, έκ τών ένόντων. Εντυχώς, σννέδη νά ϊχω μαζίμου τήν Άθηναίων Πολιτεια τοϋ Άριστοτέλη, πολύημο 6οή~ θημα γιά χήν όιάλεξη αντή. Έξάλλου τό θέμα: Ή άρ-χαία έλληνική δημοκρατία καί ή σημασία της γιά μάς σή-μερα (ή ή έπικαιρότητά της), εϊναι iva θέμα πον μέ άπα-οχολεϊ άπό πολύ καιρό καί στό όποϊο ϊχω άφιερώσει έπί δύο τώρα χρόνια τό σεμινάριό μον στό Παρίσι, στήν Σχολή Άνωτάτων Σπονδών γιά τίς Κοινωνικές Έπιστή-μες, σεμινάριο πον θά σννεχιστεϊ καί τόν έρχόμενο χρόνο πάνω στό ϊδιο θέμα.
1, Ή άρχαία Έλλάδα: σπέρμα καί δχι πρότυπο
Λ
Ίσως δέν θά 'ταν άσκοπο νά πώ παρεμπιπτόντως, δτι τό ένδιαφέρον μου γιά τήν άρχαία έλληνική δημοκρατία, καί, γενικότερα, γιά τήν άρχαία έλληνική δημιουργία -ένδιαφέρον πάρα πολύ παλιό- άναζωπυρώθηκε κατά τήν έξέλιξη τής σκέψης μου καί, ίδιαίτερα, μετά άπό τήν κριτική στήν όποία ύπέβαλα τήν παραδοσιακή έπανα-στατική ίδεολογία, καί πιό συγκεκριμένα τόν μαρξισμό. Ή άναζωπύρωση αύτή είναι συνέπεια τής άναγνώρισης όρισμένων βασικών στοιχείων πού δημιουργήθηκαν γιά πρώτη φορά στήν άρχαία Έλλάδα. Τά στοιχεϊα αύτά χάθηκαν στή συνέχεια μέσα στήν ίστορία μέ τήν παρακ-μή τής άρχαίας έλληνικής πόλης, μέ τήν άνοδο καί τήν κυριαρχία τής Ρώμης καί με τήν έμφάνιση καί έγκαθί-δρυση τοϋ χριστιανισμοϋ- ξαναδημιουργήθηκαν στήν δυτική Εύρώπη κατά τό τέλος τοΰ Μεσαίωνα, όταν ξα-ναδημιουργήθηκαν, δπως στήν άρχαία Έλλάδα, πόλεις, δηλαδή κοινότητες, οί όποϊες ξαναπροσπάθησαν -μέσα σέ συνθήκες τελείως διαφορετΐκές άπό τίς άρχαϊες έλλη-νικές- νά αύτοκυβερνηθοϋν κατά τό δυνατόν, παλεύον-τας έναντίον τής φεουδαρχίας, έναντίον τής έκκλησίας, έναντίον τής άπόλυτης μοναρχίας, συνάπτοντας έναλλάξ συμμαχίες μέ τήν μιά ή τήν άλλη άπ' αύτές τίς δυνάμεις, γιά νά μπορέσουν νά έπιβιώσουν σάν αύτο-κυβερνούμε-νες, &ζ ενα βαθμό, πολιτικές κοινότητες.
Οί πόλεις αΰτές εϊνάι δημιουργία τής άστικής τάξης. Χρησιμοποιώ έδώ τόν δρο αύτό μέ τήν πρωταρχική του έννοια, πού χαρακτηρίζει τούς πρώτους άστούς, τούς πρώτους βιοτέχνες καί έμπόρους, τούς «φυγάδες δουλο-πάροικους άπό τό φεουδαρχικό κτημα», δπως τούς άπο-καλοΰσε ό Μάρξ, οί όποΐοι βρίσκανε έλευθερία καί προστασια μέσα στά τείχη μιάς πόλης πού σιγά σιγά, άποσποϋσε όρισμένα προνόμια καί όρισμένες έλευθερίες
άπό τίς ύπάρχουσες τότε έξουσίες, πού ήδη άνέφερα: τόν μονάρχη, τούς φεουδάρχες και τήν έκκλησία.
Άπό τήν άποψη αύτή, τό χαρακτηριστικό τής εύρω-παϊκής Άναγέννησης -στις άρχές της- ειναι ή άναδη-μιουργία μιάς πραγματικής πολιτικής κοινότητας, πολι-τικής όχι μέ τήν τρέχουσα έννοια, συνώνυμη της ψηφο-θηρίας, τών παρασκηνιακών έλιγμών καί τών μεγαλό-στομων προεκλογικών ύποσχέσεων, άλλά μέ τήν μεγάλη καί σημαντική εννοια πού άφορά τήν αύτο-θέσμιση και τήν πράξη μιάς άνθρώπινης κοινότητας, τής όποίας τά μέλη θέλουν πράγματι νά έπωμισθοΰν τήν ρύθμιση τών κοινωνικών τους σχέσεων, θέλουν κατά κάποιο τρόπο νά ειναι αντόνομοι.
Τέτοια πολιτική κοινότητα, γιά πρώτη φορά, δημιουρ-γεΐται στήν άρχαία Έλλάδα, καί αύτή άκριβώς ειναι ή σημασία πού εχει γιά μάς σήμερα τόσο ή άρχαια έλληνι-κή δημοκρατια δσο καί ή άρχούα έλληνική δημιουργία γενικότερα.
θά ήθελα, στό οημείο αύτό, νά ξεκαθαρίσω εύθύς έξ άρχής τήν θέση μου, ώστε νά άρθεί κάθε ένδεχόμενο πα-ρεξήγησης. Δέν βλέπω, οπως νομίζω δτι και κανείς δέν μπορει νά δεί,έκτός άν είναι τελείως φαντασιόπληκτος ή προγονόπληκτος, τήν άρχαία Έλλάδα ώς πρότυπο τό όποίο θά άρκοΰσε νά τό άντιγράψουμε γιά νά βροϋμε τήν έλευθερία, τήν δικαιοσύνη, τήν ίσότητα καί πάν τό άγαθόν.
Ή άρχαία Έλλάδα δέν είναι πρότυπο, οΰτε μοντέλο
πρός μίμηση, δπως άλλωστε δέν μπορεϊ νά εϊνοα κανένα
ίστορικό εργο σέ όποιονδήποτε τομέα. Θεωρώ, δμως, δτι
μπορεί νά λειτουργήσει γιά μάς σάν γονιμοποιό σπέρμα,
δεδομένου δτι μάς έπιτρέπει νά δούμε έν xfj γενέσει τους
πληθώρα στοιχείων πάντοτε έπικαιρων -μπορεί καί πρέ-
πει νά εΐναι γιά μάς κέντρισμα, έμπνευση καί πηγή ίδεών,
2. Ή άρχή τής άμφισβήτησης
Τό έξαιρετικό καί μοναδικό φαινόμενο πού παρατηρεΐ-ται στήν άρχαία Έλλάδα, προϋπόθεση καί άποτέλεσμα μιάς άλλης θεώρησης τοϋ κόσμου (δπως θά άναπτύξω στή συνέχεια), ειναι ή άμφισβήτηση τής παράδοσης : ή κοινωνία δέν μένει προσκολλημένη στούς παραδοσια-κούς θεσμούς, σ' αύτό πού βρήκαμε άπ' τούς πατεράδες μας, στόν λόγο καί τίς έντολές τοϋ Ίεχωβά, ή σέ όποια-δήποτε άλλη έξωτερική καί έξωκοινωνική άρχή καί πηγή θέσμισης. Θέτει ύπό άμφισβήτηση τούς παραδοσιακούς θεσμούς, άφ' ένός μέν ώς νόμονς μέ τήν στενή καί τρέ-χονσα σημασία τοϋ δρον, δηλαδή νόμους πολιτικούς, νόμους συνταγματικούς, νόμους καταστατικούς τής πο-λιτικής κοινότητας, νόμους πού άπαντοΰν άπαξ διά πα-ντός στό έρώτημα: ποιός άρχει; (βασιλιάς καί άριστο-κράτες, δπως κατά τήν παράδοση, ή δήμος, σύμφωνα μέ τή νέα θέσμιση;), άφ' έτέρου δέ ώς κοινωνικές παραστά-σεις (είκόνες) τοϋ κόσμον, δηλαδή θεσμισμένες παρα-στάσεις μέ τίς όποίες γαλουχοϋνται τά παιδιά καί μαθαί-νουν έξ άπαλοτάτφν όνύχων τί είναι καλό, τί ειναι κακό, τί είναι κόσμος, γιά ποιό πράγμα άξίζει κανείς νά ζεϊ ή νά πεθαίνει.
Τήν διττή αύτή άμφισβήτηση τών κληρονομημένων θε-σμών έχουμε φθάσει σήμερα νά τήν θεωροϋμε κατά κά-ποιο τρόπο σάν αύτονόητη. "Εχουμε φθάσει, έπίσης, νά θεωροϋμε αύτονόητες όρισμένες ίδέες πού διέπουν τήν κοινωνική όργάνωση έν γένει, καί όπωσδήποτε τήν δική μας συγκεκριμένη κοινωνική όργάνωση, δπως ή ίδέα τής κοινωνικής ή καί άπλώς δικαιοσύνης, ή ίδέα τής ίσότη-τας κλπ.
Έκεΐνος πού πιστεύει δτι οί ιδέες αύτές, ώς ρυθμιστι-κές σημασίες τής κοινωνικής ζωής, εΐχαν τεθεΐ καί ισχύ-σει παντοϋ καί πάντοτε άπατάται βαθύτατα. Έάν θεω-ρήσουμε τήν άνθρώπινη ίστορία στό σύνολό της θά δια-
πισχώσουμε ότι ούδέποχε κού ούδαμοϋ έτέθησαν, ούδέ-ποτε κοά ούδαμού ϊσχυσαν, έκτός άπό δύο έξαιρέσεις: τήν άρχαία Έλλάδα κατά πρώτον και, πολύ άργόχερα, τήν Δυτική Εύρώπη καί τίς κοινωνίες πού έπηρεάσχηκαν άπ' αύτήν.
Σέ όλες τίς άλλες γνωστές κοινωνίες θεωρήθηκε αύχο-νόητη ή συνέχιση τής ζωής όπως βρέθηκε καί ή διαχήρη-ση χοΰ καθενός στήν θέση του. Τό αύτονόητο γιά τούς κλασικούς Έβραίσυς δέν ήταν ή άναζήτηση τής έλευθε-ρίας ή τής ΐσόχηχας ή τής δικαιοσύνης, άλλά ή συμμόρ-φωση πρός τίς έντολές χού Ίεχωβά. Γιά ενα Χριστιανό, άν πράγματι είναι Χρισχιανός, αύτό πού εχει σημασία δέν είναι ή χύχη τής κοινωνίας άλλά ή σωχηρία τής ψυ-χής του καί ή κατάκτηση τής αίώνιας ζωής. Τό αύχονόη-χο γιά ένα Ίνδό, άκόμα καί σήμερα, είναι ή διατήρηση τής θέσης του μέσα στις ύπάρχουσες κοινωνικές κάστες. Τήν καχώχερη κάσχα άποχελούν οι παρίες, χούς όποίους άκόμα κι άν άγγίξει μέλος άνώχερης κάσχας μολύνεχαι (γι' αύχό καί ύπάρχει μιά σειρά κανονισμών πού ρυθμι-ζουν χίς σχέσεις χους μέ χις άλλες κάσχες). Σήμερα, έν σωχηρίω £χει 1984, μεχά άπό δλα δσα έχουν συμβει-με-χαξύ χών άλλων ή Ίνδία, άπ' χήν άποψη χού πληθυσμού, φυσικά, όνομάζεχαι «ή μεγαλύχερη δημοκραχία χού κό-σμου»- οί παρίες παραμένουν παριες. Κι αύχό δέν έπι-χυγχάνεχαι μέ χήν άπειλή χών δπλων κάποιων συνχαγμα-χαρχών, χής CIA, χοΰ KGB ή χής ίνδικής άσχυνομίας, άλ-λά μέ χήν πεποίθηση χών ϊδιων χών άχόμων δχι αύχή ει-ναι ή θέση πού χούς άνήκει μέσα σχήν κοινωνία. Καί οί έλάχισχοι άπ' χούς παρίες πού θά ήθελαν ν' άλλάξουν χήν μοιρα χους οΰχε έπανασχαχικό κόμμα δημιουργούν, οΰχε έπανάσχαση κάνουν: άπλώς προσχωροΰν σχό *Ισ-λάμ, θρησκεία πού έπίσης ύπάρχει σχίς Ίνδίες, ή όποία δμως δέν εχει παριες.
Μ' αύχό θέλω νά πώ δχι ή λεγόμενη πάλη χών χάξεων (δέν μπορώ νά μπώ σέ πολλές λεπχομέρειες σχό θέμα αύ-χό), ώς ένεργός άνχιδραση έκ μέρους χης χάξης ή χών χά-
ξεων πού ύφίστανται καταπ(εση καί έκμετάλλευση, ειναι ή έξαίρεση στήν άνθρώπινη ίστορία. Τίς περισσότερες φορές τό μόνο πού παρατηροϋμε εΐναι μιά άτομική (καί αύτονόητη) άντίδραση τών καταπιεζομένων άτόμων σχεδόν ποτέ, έκτός άπό τόν άρχαΐο έλληνικό δήμο καί άπό τόν δυτικοευρωπαϊκό χώρο καί τίς προεκτάσεις του (πού σήμερα, φυσικά, εχουν πάρει παγκόσμιες διαστά-σεις), τά καταπιεζόμενα στρώματα δέν θέτουν ώς σκοπό τους τήν άλλαγή τής κοινωνικής θέσμισης. Στήν καλύτε-ρη άπό τίς γνωστές περιπτώσεις έξεγέρσεων δούλων στήν άρχαιότητα, τήν ρωμαϊκή Ιδίως, ό στόχος τών ξεση-κωμένων δούλων ήταν ή άλλαγή τών θέσεων καί τών ρό-λων μέσα στό ίδιο κοινωνικό σύστημα. Σέ δυό άπ' αύτές τίς έξεγέρσεις, μιά στή Σικελία καί μιά στή Μικρά Άσία, οι δοϋλοι, μόλις συνέστησαν άνεξάρτητη κοινό-τητα, έξέλεξαν βασιλιά, ό όποϊος περιστοιχίστηκε άμέ-σως άπό ύπηρέτες καέ δούλους. Δηλαδή, ή έξέγερση αύ-τή καταλήγει στήν έπανασυγκρότηση τής ιδιας παλιάς κατάστασης χωρίς καμιά άλλαγή. Τό παράδειγμα αύτό δείχνει δτι ό βαθύτερος σκοπός δλης αύτής τής κίνησης δέν ήταν ή άλλαγή τών θεσμών, άλλά ή άλλαγή τής άτο-μικής κατάστασης τών άνθρώπων μέσα στούς ϊδιονς θε-σμούς. (Σέ άλλες περιπτώσεις, τό μόνο πού έπιδιώκουν οί ξεσηκωμένοι δοϋλοι εΐναι νά ξαναγυρίσουν στήν πα-τρίδα τους).
3. Ή Ιστορία σάν δημιουργία. 'Αδυναμία τών αιτιακών έξηγήσεων
Μίλησα πρίν γιά άρχαία έλληνική όημιονργία. Ή λέξη δημιουργία είναι γιά μένα πολύ σημαντική καί κεντρική. θεωρώ δτι άποτελεϊ κλειδί γιά δλη τήν κατανόηση τής ίστορίας. Ή θέση μου συνοψιζεται στό έξής: κάθε κοι• νωνία αύτοδημιουργεϊται, αύτοθεσμίζεται χωρίς νά τό ξέρει -καί, κατά κανόνα, καλύπτει τό γεγονός αύτό πα-ραπέμποντάς το σέ μιά έξωκοινωνική όντότητα.
Τήν ίστορική δημιουργία μποροϋμε νά τήν κατανοή-σουμε μέ περισσότερη ή λιγότερη δυσκολία άφότου εχει πλέον συντελεσθεί. Όρισμένες πραγματικές συνθήκες διευκολύνουν τήν κατανόησή της χωρίς δμως νά κάνουν δυνατή μιά αίτιακή έξήγησή της. Δέν μποροΰμε νά βροΰ-με τούς νόμους, τίς αίτίες ή τίς άναγκαΐες καί ίκανές συνθήκες οί όποίες θά παρήγαγαν όπωσδήποτε τόν έβραϊκό μονοθεϊσμό τόν 12ο π.Χ. αί., στήν συγκεκριμένη έκείνη περιοχή καί μόνο, όπως καί μόνο σ' έκείνη τήν χρονική στιγμή, πράγμα πού είναι άναγκαϊο αίτημα κά-θε αύθεντικής αίτιακής έξήγησης τών φαινομένων.
θά έξετάσω συνοπτικά τρία κεντρικά παραδείγματα αίτιακών έρμηνειών τοϋ φαινομένου «άρχαία έλληνική δημοκρατία»: α. τόν γεωγραφικό προσδιορισμό, β. τόν τρόπο παραγωγής καί, ίδιαίτερα, τήν ΰπαρξη δουλείας, γ. τήν όπλιτική φάλαγγα. Στήν συνέχεια θά άναφερθώ στήν ίδιομορφία τοϋ έλληνικοϋ άποικισμοϋ.
α. Έχει ύποστηριχθεϊ δτι ή κερματισμένη γεωγραφική διάρθρωση της χώρας, παρεμποδίζοντας τήν συγκρότη-ση ένιαίας κρατικής έξουσίας, εύνόησε τήν δημιουργία αύτόνομων κοινοτήτων, οί όποϊες έξελίχθηκαν, στήν συ-νέχεια, σέ δημοκρατίες.
Πάνω σ' αύτό, δύο παρατηρήσεις:
I. Ή γεωγραφική διάρθρωση έξακολούθησε καί έξα-κολουθεΐ, άκόμα καί σήμερα, νά εΐναι ΐδια. "Ομως, οϋτε σήμερα, οΰτε τό 1480 μ.Χ., οΰτε τό 1200 π.Χ. παρουσιά-στηκε στό κοινωνικό-πολιτικό πεδίο φαινόμενο άνάλογο μέ τήν δημοκρατία τής έποχής τοϋ Περικλή.
Π. Τό παράδειγμα της Γερμανίας, Ιως τό 1870, μάς έπιτρέπει νά δοΰμε δτι, ένώ ή γεωγραφική δομή της θά διευκόλυνε τήν συγκρότηση ένιαίου κράτους, έντούτοις, ή χώρα Ιμεινε διηρημένη σέ μικρές ένότητες -γεγονός πού δέν εΐχε σάν άποτέλεσμα τήν έμφάνιοη δημοκρατι-κοϋ πολιτεύματος. Άντίστροφα, σέ πολλές άλλες περι-πτώσεις, οί «μικρές» πολιτικές ένότητες, «γεωγραφικά»
καθορισμένες ή όχι, παρέμειναν μοναρχίες ή όλιγαρχίες (π.χ. οί φοινικικές πόλεις).
Έπομένως, οΰτε αύτό πού δήθεν «έπιτρέπει» ή «άπο-κλείει» ή γεωγραφική μορφολογία πραγματοποιεΐται άναγκαστικά (μικρές πολιτικές κοινότητες ή ένιαϊο κρά-τος), οΰτε ή συσταση μικρών άνεξαρτήτων κοινοτήτων όδηγεΐ άναγκαστικά στήν δημοκρατική όργάνωσή τους.
Είναι προφανές, νομίζω, δτι δέν μποροϋμε νά πάρου-με στά σοβαρά τέτοιου ειδους έξήγηση, δπως, σύμφωνα μ' αύτά πού θά δείξω, δέν μποροϋμε νά πάρουμε στά σο-βαρά τήν έπικρατοϋσα άντίληψη στόν χώρο κάποιων μαρξιστών καί άριστερών γιά τήν όποία
β. οί παραγωγικές σχέσεις καί Ιδιαίτερα ή νπαρξη δονλείας έξηγοΰν τήν άρχαία έλληνική δημοκρατία.
Δουλεία ύπηρχε, άσφαλώς. Ύπήρχε συγκεκριμένη άντίληψη γιά τό ποιό είναι καί ποιό πρέπει νά εΐναι τό πολιτικό ύποκείμενο, δηλαδή ό πολίτης ώς άτομο πού όφειλει καί μπορεϊ νά μετέχει «κρίσεως καί άρχής». (Ό Άριστοτέλης, άπ' τόν όποΐο προέρχεται ή φράση αύτή, προτάσσει τήν «κρίση», δηλαδή τήν συμμετοχή στήν δι-καστική έξουσία, τής «άρχής», δηλαδή τής συμμετοχής στήν κυβέρνηση* κι αύτό γιατί στην Άθήνα τοΰ τετάρ-του αιώνα, στό καθεστώς πού γνωρίζει καί μέσα στό όποΐο ζεΐ δ ίδιος, ή δικαστική έξουσία τείνει πράγματι νά γίνει ή πρώτη, γιατί εχει τήν δυνατότητα νά έπικυρώ-σει ή νά άναιρέσει οτήν πράξη άκόμα καί άποφάσεις της Έκκλησίας. Πρόκειται, φυσικά, γιά λαϊκά κι δχι γιά έπαγγελματικά δικαστήρια).
"Αν, άναφερόμενος στήν δουλεία, θέλει νά πεΐ κανείς δτι οί άρχαίοι Έλληνες, ό δήμος, οί δημοκρατικές πό-λεις εμειναν σέ μιά άντίληψη τοϋ ποιός είναι ή δέν είναι πολίτης άπαράδεκτα στενή γιά μάς, νομίζω δτι θά μάς βρεΐ δλους σύμφωνους. 'Αλλά δέν συζητάμε αύτό. Συζη-τάμε άν ή δουλεία ήταν άναγκαία καί ικανή συνθήκη γιά νά ύπάρξει δημοκρατία. Ή ίστορία δείχνει δτι δέν ήταν κάν ίκανή συνθήκη. Δουλεία δέν ύπήρχε μόνο στήν
Άθήνα. Άνθοϋσε στήν Άσία. Ποϋ ειναι ή δημοκρατία σχήν Άσία; Δουλεία ύπήρχε καί στήν Ρώμη, δπου, παρά τήν πάλη τών πληβείων έναντίον τοϋ θεσμισμένου καθε-στώτος, ούδέποτε ύπήρξε πραγματική δημοκρατία. Ή Ρώμη, άπό τήν άρχή ώς τό τέλος, έμεινε μιά όλιγαρχία. Ή πάλη τών πληβείων κατόρθωσε νά περιορίσει λίγο τήν έξουσία τών άριστοκρατικών οίκογενειών, πού έμει-ναν πάντοτε κυρίαρχες, καί, κυρίως, νά τροποποιήσει τήν μορφή αύτης τής έξουσίας. Ή ρίζα τής βίας καί νο-θείας κατά τίς ψηφοφορίες, πού τόσο πολύ χαρακτηρίζει τήν δική μας πολιτική ζωή, δέν βρίσκεται στήν άρχαία Έλλάδα άλλά στήν Ρώμη: τό έκλογικό σώμα ήταν όργα-νωμένο κατά τέτοιο τρόπο καί ή παρέμβαση τών πατρι-κίων ήταν τέτοια, ώστε, κατ' άνάγκη, καί οί πληβείοι άκόμα ψήφιζαν τούς ύποψηφίους τής άριστοκρατίας. Καί οΰτε κάνει κανείς τόν κόπο νά μάς πεΐ γιατί, στήν ϊδια τήν Έλλάδα, μέ τήν δουλεία, ύπάρχουν πόλεις -κατ' έξοχήν, φυσικά, παράδειγμα ή Άθήνα- πού φθά-νουν στήν δημοκρατία, κι άλλες -Σπάρτη- πού γίνονται όλοένα καί περισσότερο όλιγαρχικές. Άπ' δλες τίς χώ-ρες τοϋ άρχαίου κόσμου πού γνωρίζουν τήν δουλεία (δη-λαδή περίπου δλες) μία μόνο δημιούργησε τήν δημοκρα-τία. Συνεπώς, ή δουλεία οΰτε άναγκαία οΰτε ικανή συν-θήκη είναι.
Σημειωτέον δτι, στό σημεϊο αύτό, παρατηρεϊται μιά περίεργη συμμαχία μαρξο-αριστερών καί άντιδραστι-κών. Καί οί δυό δέχονται ότι ύπήρξε πράγματι δημοκρα-τία στήν Άθήνα, π.χ., γιά 30.000 πολίτες έπί τρεΐς αίώ-νες περίπου, ή όποία καί άφησε εργα τεράστια καί θαυ-μαστά σέ δλους τούς τομεϊς, εργα πού έπέζησαν μέχρι σήμερα. "Αν ή δουλεία ήταν άναγκαία προϋπόθεση αύ-τοϋ τοϋ πράγματος, ποιά πολιτικά συμπεράσματα μπο-ροϋμε νά βγάλουμε έμεΐς σήμερα; Καταλαβαίνει κανείς αριοττα ποιά πολιτικά συμπεράσματα βγαίνουν άπ' τήν σκοπιά τών άντιδραστικών. Άλλά γιά τούς μαρξιστές;
Ένας (τχεδόν άγνωστος σήμερα άλλά σημαντικός Γερ-
μανός κοινωνιολόγος καί φιλόσοφος τοϋ Χΐχου αί. (λέω άγνωστος γιατί πολλοί τόν παπαγαλίζουν άλλά έλάχι-στοι τόν καταλαβαίνουν), λεγόμενος Κάρολος Μάρξ, τά ήξερε δλα αύτά πολύ καλά καί εγραφε στό Κεφάλαιο δτι ή πραγματική κοινωνικο-οικονομική βάση τής άρχαίας δημοκρατικής πολιτείας ήταν ή κοινότητα τών άνεξάρ-τητων μικροπαραγωγών καί όχι ή δουλεία. "Οταν μέσα στήν έλληνική πόλη έμφανίζονται οί πρώτες τάσεις τοϋ Δήμου νά πολεμήσει τήν όλιγαρχία καί τήν άριστοκρα-τία, οί πόλεις όέν ζοϋν άπό τήν δουλεία. Πρόκειται γιά άγροτικές περιοχές, δπως ό κάμπος τοϋ Λεωνιδίου, πε-ρίπου αύτάρκεις άπό τήν άποψη τής γεωργικής καλλιέρ-γειας, πού έκτείνονται γύρω άπό τό άστυ, τήν όχυρωμέ-νη πόλη μέ τούς τεχνίτες, τίς άρχές, τό πολιτικό κέντρο καί ένα μέρος τών ναών (ένώ ενα άλλο μέρος στήν υπαι-θρο όριοθετεΐ τήν έπικράτεια).
Μερικοί, καί μερικοί μόνο άπό τούς οΐκους πού συ-γκροτοϋν αύτόν τόν συνολικά έργαζόμενο πληθυσμό, διαθέτουν ενα, δύο ή τρείς δούλους. Όταν γίνεται ή με-γάλη δημοκρατική έπανάσταση στήν Άθήνα, ύπό τήν ήγεσία τοΰ Κλεισθένη (508-506), ή κοινωνία δέν στηρίζε-ται οΰτε κάν οίκονομικά στήν δουλεία, άλλά στήν έργα-σία τών άνεξάρτητων μικροπαραγωγών: άγροτών, τεχνι-τών, έμπόρων.
γ. Ή τρίτη αίτιακή έξήγηση στηρίζεται στό φαινόμενο τής όπλιτίκήζ φάλαγγας. Θεωρεϊ ότι ή δημοκρατία άπο-τελεϊ προέκταση στόν πολιτικό χώρο τοΰ νέου αύτοΰ τρόπου διεξαγωγής τοϋ πολέμου, δπου ή μάχη δέν είναι «σειρά μονομαχιών» (πρβλ., π.χ., τήν Ίλιάόα), άλλά συ-γκρουση δύο πειθαρχημένων καί ένοποιημένων συνόλων όπλιτών, καί τό μάχιμο σώμα δέν περιορίζεται στούς εύ-γενεϊς ίππεϊς, άλλά περιλαμβάνει τό σύνολο τών πολιτών συντεταγμένων σέ φάλαγγα. Τό φαινόμενο αύτό, δμως, δέν προέρχεται άπό τήν έφαρμογή κάποιας τεχνολογικής άνακάλυψης. Ό όπλισμός τοΰ όπλίτη τής φάλαγγας δέν διαφέρει σέ τίποτα ούσιώδες άπ' τόν όπλισμό τοϋ μονο-
μάχου ήρωα. Ή έπινόηση τής φάλαγγας εϊναι κοινωνική (καί 5χι τεχνική), καί μάλιστα κοινωνιχο-πολιτική: προϋποθέτει τήν φαντασιακή κοινωνική (πολιτική) ση-μασια τής ίσότητας τών πολιτικών κοινωνιών ώς πολεμι-στών, τήν πραγμάτωσή της στήν ένότητα καί άλληλεξάρ-τηση τών όπλιτών τής φάλαγγας, τήν έξαφάνιση τοΰ «μο-νομάχου ήρωα». Μέ άλλα λόγια: ή έπινόηση τής φάλαγ-γας δχι μόνο δέν «έξηγεί» τίποτα, άλλά δέν μπορεΐ, ή ίδια, νά έρμηνενθεϊ παρά σάν άναπόσπαστο τμήμα τής δημιουργίας τής πόλης.
Ένα άλλο φαινόμενο έξαιρετικής σημασίας ειναι ό έλλη-νικός άποικισμός. Ό πρώτος άποικισμός τής Ίωνίας άρχιζει τόν 11ο αί. π.Χ. Ό δεύτερος έκτείνεται στά πα~ ράλια όλης τής Μεσογείου, άλλά ίδίως στή νότιο Ίταλία καί τήν Σικελία. Οί παλαιότερες άποικίες του χρονολο-γούνται άπό τό 770 ή 760 π.Χ., ειναι, δηλαδή, σύγχρονες περίπου μέ τήν συλλογή τών όμηρικών έπών.
Οί άρχαίοι Έλληνες δέν ειναι ό μόνος λαός πού κάνει άποικιες. 'Υπάρχει, δμως, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τών έλληνικών άποικιών, πού τίς διακρίνει άπό τίς άποικίες τών άλλων λαών. Οί άποικίες τών Φοινίκων, π.χ., μεταφέρουν αύτούσια τούς νόμους τής μητροπό-λεως, δπως καί οι άποικισμοί τών έβραϊκών κοινοτήτων, μετά τήν διασπορά, μεταφέρουν αύτούσια τόν νόμο τού Ίεχωβά, καθώς και τόν παραδοσιακό τρόπο ζωής.
Άντίθετα, τόσο οί πρώτες, δσο καί οί δεύτερες έλλη-νικές άποικίες, ίδρύονται έπιλέγοντας κάθε μία δικούς της νόμους ή δικό της νομοθέτη, έπιφορτισμένο μέ τή σύνταξη τών νόμων πού ταιριάζουν κατά περίπτωση,
Ή σχέση της δημοκρατικής δημιουργίας μέ όρισμένα φαινόμενα πον παρουσιάζονται άπ' τήν πρώτη στιγμή, δπως ή φάλαγγα ή οί άποικίες, ειναι, κατ' άρχήν, οχέση νοημάτων καί μάς παραπέμπει στήν έξέταση τών νέων οχημάτων, παραστάσεων καί σημασιών τοϋ κόσμου πού ερχονται νά άντικαταστήσουν τά πσλιά.
4. Ή έλληνική σύλληψη τον κόσμου: κεντρικές φαντασιακές σημασίες
Ή θέσμιση τής κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ένός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, πού μπο-ροΰμε καί πρέπει νά καλέσουμε κόσμο φαντασιακών ση-μασιών.1
Ειμαι ύποχρεωμένος, δυστυχώς, έδώ, νά περιοριστώ σέ κάποιες κεντρικές ίδέες, βιαστικά διατυπωμένες:
α. Ή έρμηνεία πού ε!χε παλιότερα έπικρατήσει καί διαδοθεί γιά τόν άρχαιο έλληνικό κόσμο καί άνθρωπο, σάν κόσμο και άνθρωπο άρμονιας καί μέτρου, εΐναι παι-δαριωδώς άφελής, είδυλλιακή προβολή δυτικών σχημά-των κού νοσταλγιών τοϋ 18ου κοά 19ου αίώνα. Ή άρμο-νία καί τό μέτρο γιά τούς άρχαίους Έλληνες δέν ειναι όεόομένα, άλλά προβλήματα καί σκοπός -πού ή πραγμα-τοποίησή τους είναι πάντα άβέβαιη καί έπισφαλής σέ δ,τι άφορά τήν άνθρώπινη ζωή,
β. Κεντρική γιά τήν άρχαία έλληνική σύλληψη εΐναι ή ίδέα τοϋ Χάονς. Γιά τόν Ήσίοδο (Θεογονία, στίχος 116), τό σύνολο τών δντων (θεοί καί άνθρωποι, «πράγ-ματα», «φαινόμενα» καί «δυνάμεις») γεννιέται άπό τό χάος, δηλαδή άπό τό τίποτα, τό κενό, τό μηδέν (χαίνω): ή τοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ'\ Αύτό τό Χάος δέν εχει σχέση μέ τήν πολύ μεταγενέστερη εννοια τοΰ χάους ώς συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης ά-ταξίας. Έν-τούτοις δμως, στήν ϊδια τήν Θεογονία ύπάρχει ένα εσχα-το μέρος ή βάθος, μιά άνάποδη τού κόσμου, πού εΐναι Χάος μέ τήν μεταγενέστερη εννοια: ό ποιητής τού δίνει, συμβατικά καί συμβολικά, τό όνομα Τάρταρος (στίχοι 717-720, 722-723, 724-730, 731-735). Οί «ρίζες» τοΰ κό-
1. «Ή κοινωνια κάνει νά ύπάρξει £νας κόσμος σημασιών καί ύπάρχει ή ιδια άναφερόμενη σ' §να τέτοιο κόσμο», Κ. Καστοριάδης, Ή φαντα-σιακή θέσμιση τής χοινωνίας* έκό. Ράππας, Άθήνα 1981, σελ. 499.
σμου -«της γης καί τής στείρας θάλασσας»- βγαίνουν άπ' αύτό τό τεράστιο κιούπι, πού τό στόμα του τό ζώνει «τριπλή νύχτα». Οί «ρίζες» τοΰ κόσμου -κόσμος=τάξη-, ή «άλλη του οψη» εϊναι αύτός ό τερατώδης χώρος. Σέ τοντη μόνο τήν όψη (όπου ζοϋμε καί έμεΐς) βασιλεύει -πρός τό παρόν- 6 Ζεύς, καί τήν κάνει νά είναι κατά κά-ποιο τρόπο κόσμος.
γ. Ό κόσμος δέν είναι καμωμένος γιά τούς άνθρώ-πους οΰτε ένδιαφέρετοα γι' αύτούς. Γενικότερα, σύμφω-να μέ τήν άρχαία έλληνική άντίληψη γιά τήν ζωή, δέν ύπάρχει καμιά ύπερβατική έξωκοσμική δύναμη πού νά ένδιαφέρεται γιά τούς άνθρώπους, άκόμα λιγότερο, νά τούς «άγαπάει». Οί θεοί έπεμβαίνουν μόνο άν κάποιος τούς ζημιώσει ή άσεβήσει είς βάρος τους κλπ. Έξάλλου, καί οί ιδιοι οί θεοί δέν ειναι παντοδύναμοι, ύπόκεινται σέ μιά άπρόσωπη Μοίρα, ή όποία έφερε πρώτα τόν Ού-ρανό, επειτα τόν Κρόνο κι έπειτα τόν Δία. Ό Προμη-θέας, στήν όμώνυμη τραγωδία τού Αίσχύλου, μηνύει στόν Δια μέσω τού άγγελιαφόρου του Έρμή δτι:
Νέον νέοι κρατεϊτε καί δοκεϊτε δή ναίειν άπενθή πέργαμ'' ονκ έκ τών δ' έγώ δισσούς τνράννονς έκπεσόντας ήσθόμην; Τρίτον δέ τόν νϋν κοφανονντά έπόψομαι αϊσχιστα καί τάχιστα
[Νέοι, νέαν έξουσία κατέχετε καί νομιζετε
πώς κατοικείτε άπροσπέλαστα άπ' τόν πόνο παλάτια* μή-
πως δέν εΐδα μέχρι τώρα τήν καθαίρεοη δύο τυράννων; Έτσι καί τόν τρίτο, τόν σημερινό άφέντη θά δώ νά πέφτει πολύ άσχημα καί πολύ σύντομα].
Προμηθενς Αεσμώτης, στιχ. 955-959
δ. Τούλάχιστον μέχρι τό τέλος τοϋ 5ου αιώνα -κι σύτή ειναι ή έποχή πού μέ ένδιαφέρει: 8ος-5ος αίώνας- γιά ΐήν άρχαία έλληνική άντίληψη, ή μετά θάνατον ζωή ή
δέν ύπάρχει ή, άν ύπάρχει, εϊναι πολύ χειρότερη άπ' τήν έπιγεια ζωή, Αύτό λέγεται σαφώς οτήν Όόνσσεια, στή Νέκυια (λ, 488), δταν ό Όδυσσέας συναντά τή σκιά τοΰ νεκρού Άχιλλέα στόν "Αδη, ή όποία κού τσϋ λέει:
V
Μή όή μοι θάνατόν γε παρανόα, φαίδιμ' Όόνσεϋ. Βονλοίμην κ' έπάρουρος έών θητενέμεν άλλω, άνδρί παρ' άκλήρφ, ω μή βίοτος πολνς εϊη, η πάσιν νεκύεσσι καταφθίμενοισιν άνάσσειν.
[Τό θάνατο μή μοϋ παινεύεις λαμπρέ Όδυσσέα.
Καλύτερα τήν γή νά δουλεύω ύποτακτικός κάποιου
φτωχοϋ χωριάτη μέ λίγο βιός,
παρά να βασιλεύω σ' δλους αύτοΰς τούς σβησμένους νε-κρούς].
Όόνσσεια X488-491
Αύτός είναι, λοιπόν, ό νόμος τής ύπάρξεως τοϋ εΐναι: νόμος γενέσεως καί φθοράς, έπιστροφής στό χάος, άν μπορώ νά πώ, καί άναδημιουργίας τοϋ κόσμου άπό τό χάος. Ή Ιδέα ένός ίστορικοΰ νόμου, έγγυητή μιάς ίδανι-κής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στούς Έλληνες, δπως άγνωστος εΐναι ό μεσσιανισμός ή ή δυνατότητα έξωκο-σμικής φυγής. Ή θεώρηση αύτή έμπνέει μιά στάση, σύμ-φωνα μέ τήν δποία δ,τι εΐναι νά γίνει θά γίνει έδώ. "Ο,τι δέν γίνεται έδω, δέν γίνεται γιά μάς, δέν μάς άφορά, γί-νεται άλλοϋ, μεταξύ θεών, ή γίνεται στίς ρίζες τοΰ χάους. Τό σημαντικό γιά μάς γίνεται έδώ, έξαρτάτοα άπό μάς κι έμεϊς θά τό κάνουμε. Δέν θά τό κάνει οΰτε ό θεός, ουτε ή ίστορική άναγκαιότητα, οΰτε καμιά πολιτι-κή διεύθυνση, κάτοχος τής έπιστημονικής σοφίας έπί τών πολιτικών πραγμάτων. θά τό κάνουμε έμεις ol άν-θρωποι -ά\ γίνεται, κι άν μάς άφήσει ή Μοίρα- ή δέν μπορεΐ νά γίνει. Καί αύτό έν γνώσει μας δτι ύποκείμεθα στόν ιδιο νόμο πού διέπει καί τόν ύπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως καί φθοράς. Τό χάος τό εχουμε καί μεσα μας μέ τήν μορφή τής
ΰβρεως, δηλ. τής άγνοιας ή άδυναμίας άναγνωρισεως τών όρίων τών πράξεών μας* διότι, βεβαίως, άν τά δρια ήσαν σα(ρή καί άναγνωρίσιμα έκ τών προτέρων, δέν θά ύπήρχε ϋβρις, θά ύπήρχε άπλώς παράβαοη ή άμάρτημα, εννοιες χωρίς κανένα βάθος.
Αύτό εϊναι έξάλλου κι ενα άπ' τά μαθήματα τής τρα-γωδιας, ή όποία συνδέεται άμεσα μέ τήν φιλοσοφία και τήν γονιμοποιει. Σάν πολιτικός θεσμός ή τραγωδία εΐναι θεσμός αύτοπεριορισμοϋ. Ύπενθυμίζει διαρκώς στούς Άθηναιους πολίτες δτι ύπάρχουν δρια άγνωστα έκ τών προτέρων στό δρών ύποκείμενο, τό όποίο ένεργεΐ ύπεύ-θυνα άναλαμβάνοντας τούς κινδύνους τών πράξεών του. Κανείς δέν μπορει νά τού τά ύποδείξει έκ τών προτέρων. Μόνο τσυ πρέπει νά τά καταλάβει ή νά τά διαισθανθει.
Αύτές τις ίδέες τίς όνομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Άποτελσύν τρόπο σημασιοδότησης τής πραγ-ματικότητας, τής άνθρώπινης ζωής καί τού κόσμου. Τίς συναντάμε άπό τήν καταβολή, άπό τήν άρχική σύσταση τσϋ έλληνικοΰ κόσμου, άπό τόν Όμηρο ήδη καί άπό τήν μυθολογία. Ή σημασία τής διαδοχής Ούρανού, Κρόνου, Διός, δπως περιγράφεται άπό τόν μύθο, έκφράζει τήν ίδια αύτή φιλοσοφική άντιληψη πού προσπάθησα νά διατυ#ώσω περιληπτικά. Γι' αύτό καί θά μπορούσε νά πεΐ κανείς δτι ύπάρχουν πολλές καί ώραιες μυθολογίες, μιά δμως εϊναι άληθινή: ή άρχαία έλληνική. 'Αληθινή μέ τήν εννοια δτι δλοι οι μύθοι της εχουν £να σημασιακό
ύπόβαθρο, μέσα στό δποϊο κατοπτριζεται ή ίδια μας ή ζωή καί κάθε άνθρώπινη ζωή.
Ό έλληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στήν έπίγνωση δτι δέν ύπάρχει φυγή άπό τόν κόσμο κι άπό τόν θάνατο, δτι ό άνθρωπος εϊναι θνητός. Στό σημεϊο αύτό θά τολμήσω νά διορθώσω ίνα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τόν Άνδρέα Έμπειρίκο. Στό ποιημά του «Είς τήν δδόν τα>ν Φιλελλή-νων», ό Έμπειρίκος τελειώνει μέ τήν ευχή: νά γίνβ [...] πανανθρώπινηί ή όόξα τών Έλλήνων, πού πρώτοί, θαρ-ρώ, αντοί, στόν κόσμο έόώ κάτω, ϊκαμαν οϊστρο τής
ζωής τόν φόβο τον θανάτον. Έγώ θά έλεγα: εκαμαν οί-στρο τής ζωής τήν γνώση τοϋ θανάτου.
Ό φόβος τοϋ θανάτου διακατεΐχε παντοϋ καί πάντοτε δλους τούς θνητούς. "Ισως αύτός μάς έμποδίζει κι έμάς σήμερα, δπως έμπόδισε πολλές φορές στό παρελθόν τούς άνθρώπους, νά εχουμε τόν άπαιτούμενο οιστρο γιά τήν ζωή μας, νά εχουμε δηλαδή τήν έπίγνωση δτι εϊμαστε πραγματικά θνητοί, καί δ,τι εχουμε νά κάνουμε, άν γίνε-ται, θά γίνει έδώ, άπό μάς, καί έδώ θά τό κάνουμε, έμεϊς.
5. Έσωτερική σχέση δημοκρατίας καί φιλοσοφίας
Ή πόλις δημιουργείται κατά τόν 8ο αι. Μέσα σέ μικρό χρονικό διάστημα, άπό τήν στιγμή αύτή παρατηρεΐται μιά καταπληκτική δημιουργία, πού καλύπτει δλους τούς τομεϊς της πολιτικής ζωής. Στό διάστημα αύτό τοποθε-τεϊται καί ή τελική διαμόρφωοη τών όμηρικών έπών, κα-θώς καί ό Ήσίοδος.
Στίς άρχές τοϋ 7ου αί., περί τό 680-670, γράφει ό με-γάλος λυρικός ποιητής Άρχίλοχος, τοϋ όποίου δυστυ-χώς λίγα άποσπάσματα σώζονται. Μεταξύ αύτών, τό κα-ταπληκτικό καί άδιανόητο γιά όποιαδήποτε άλλη κοινω-νία:
Άσπίόι μέν Σάϊών τις άγάλλεται, ήν παρά θάμνωι έντός άμώμητον κάλλιπον ούκ έθέλων ψυχήν 6' έξεσάωσα. Ύίμοι μέλλει άσπίς έκείνη; έρρέτω' έξαϋτις κτήσομαι ον κακίω.
(άπόσπασμα 13)
[Τήν άσπίδα μου κάποιος Σάιος χαίρεται, αύτήν πού όλοκαίνουρια παράτησα κοντά σ' ένα θάμνο αθελά μου• Ισακια δμως τήν ζωή μου. Τί μέ νοιάζει ή άσπίδα μου έκείνη; χαλάλι• καλύτερη θέ ν' άγοράσω άλλη].
Καί αύτό λέγεται άνοιχτά καί συμβάλλει στήν δόξα τοϋ Άρχιλοχου, σέ μιά κοινωνία σάν τήν έλληνική δπου ή προσωπική άνδρεία καί ή στρατιωτική τιμή ήταν πολύ ψηλά τοποθετημένες. Ειναι δυνατόν νά φαντασθεϊ κα-νείς Έβραϊο ή Χριστιανό, όχι άπλώς νά γράφει: «Τί κι άν σκούπισα τήν μύτη μου μέ τήν Βίβλο; Θά βρώ άλλοΰ καλύτερο άντίτυπο», άλλά καί νά γίνεται διάσημος σάν ποιητής μέ τόν στίχο αύτό;
Άπό πολύ νωρίς, άπό τήν άρχή της άσφαλώς, αύτή ή πολιτική κοινότητα εχει τήν πεποίθηση δτι δέν μπορεϊ νά διατηρηθεΐ σάν κοινότητα άν οί πολίτες πού τήν άποτε-λοΰν δέν τήν ύπερασπίζονται. Συνεπώς, τιμά ίδιαίτερα τό θάρρος καί τήν άνδρεία. Τό καταπληκτικό, δμως, εί-ναι δτι, ταύτόχρονα, δίνει στόν ποιητή τήν δυνατότητα νά λέει έλεύθερα: «Τί κι άν παράτησα τήν άσπίδα μου, έσωσα τήν ζωή μου, καλύτερη θέ νά 'βρω άλλη».
Ή άμφισβήτηση, της όποίας βλέπουμε έδώ τίς πρώτες καταβολές, εΐναι ή κοινή ρίζα καί τής όημοκρατίας καί τής φιλοσοφίας. Όπως τόνισα ήδη άρχίζοντας, ή άμφι-σβήτηση τών νόμων, μέ τήν τρέχουσα σημασία τοϋ δρου, έκφράζεται μέ τήν έρώτηση: Ποιός είναι κύριος; Ποιός άρχει τής πόλεως; Όδηγεΐ στήν κοινωνική πάλη έναν-τίον τής άριστοκρατίας καί εχει σάν άποτέλεσμα τήν όη-μοκρατία. Ή άμφισβήτηση τής θεσμισμένης κοινωνικής παράστασης γιά τόν κόσμο παίρνει τήν μορφή τής φιλο-σοφικής έρώτησης. Θέτει τό έρώτημα: Τί είναι κόσμος; Τί σημαίνει δταν λέμε δτι κάτι εϊναι; Ποιά είναι ή δια-φορά άνάμεσα στό είναι καί τό φαίνεσθαι; Τί εϊναι άλή-θεια καί τί άπλώς γνώμη;
Ό Θαλής, άπό τούς πρώτους πού εθεσαν τά έρωτήμα-τα αύτά και προσπάθησαν νά δώσουν άπάντηση, χωρίς νά χαρακτηρίζει σάν μυθεύματα τίς μέχρι τότε ίσχύουσες πεποιθήσεις, ύποστηρίζει δτι ό κόσμος εΐναι καμωμένος άπό ένα στοιχεϊο, πού ό ίδιος όνομάζει: ϋόωρ. Άκολου-θεϊ ό Άναξίμανδρος, ό όποϊος (πολύ σωστά κατά τήν γνώμη μου), λέει δτι ό κόσμος εΐναι καμωμένος άπό ίνα
σΐοιχεΐο: τό άπειρο (δχι μέ τήν εννοια τοϋ ποσοτικού άπείρου, άλλά μέ τήν εννοια τοΰ άπροσδιόριστου).
Γεννιέται ετσι ή φιλοσοφία, αύτή ή άπέραντη καί διη-νεκής άναζήτηση. Ή γέννησή της εϊνάι άξεχώριστη άπ' τό καταπληκτικό άνοιγμα πού συντελεΐται μέσα στήν άρ-χαία έλληνική κοινωνία, μέ τήν άμφισβήτηση τών παρα-δοσιακών παραστάσεων καί τών παραδοσιακών θεσμών. Τόν μοναδικό της χαρακτήρα τόν χρωστάει άκριβώς σ' αύτό τό μοναδικό πλαίσιο μέσα στό όποΐο δημιουργεϊ-ται.
. Πολλοί εχουν έπισημάνει δτι ύπάρχουν κι άλλες φιλο-σοφίες έκτός άπό τήν έλληνική. Πράγματι, καί στίς Ίν-δίες καί στήν Κίνα ύπήρξε ένός ειδους φιλοσοφία. Σω-στά, δμως, άπάντησαν άλλοι δτι φιλοσοφία, μέ τήν πραγματική εννοια, μόνο στήν άρχαία Έλλάδα ύπήρξε, άπ' δπου καί ξεκίνησε. ("Αποψη πόύ εχει άλλο βάρος όταν προέρχεται άπό δυτικούς καί άλλο δταν προέρχε-ται άπό άτομα πού εχουν τήν ίδέα δτι πρέπει νά ξανα-πάρουμε τήν Πόλη).
Τά έπιχειρήματα πού στηρίζουν τήν άποψη αύτή εΐναι πολλά καί ποικίλα, στήν πλειοψηφία τους σχετικά μέ τό περιεχόμενο τής φιλοσοφίας. Κατά τήν δική μου γνώμη, τό βασικό έπιχείρημα εγκειται στό γεγονός δτι ή φιλοσο-φία στήν άρχαία Έλλάδα ήταν φιλοσοφία πολιτών πού συζητοϋν στήν άγορά μέ άλλους πολίτες, ένώ ή φιλοσο-φία στίς Ίνδίες καί στήν Κίνα Ιμεινε φιλοσοφία ίερατεί-ου, ή φιλοσοφία αύλικών καί μανδαρίνων. Ή άμοιβαία γονιμοποίηση τοϋ πολιτικοϋ κινήματος μέ τήν φιλοσοφι-κή έρώτηση ειναι τό στοιχεΐο άκριβώς πού χαρακτηρίζει δλη αύτή τήν έποχή καί σφραγίζει τήν μοναδικότητα καί της δημοκρατικής πόλης καί τής φιλοσοφίας πού άνα-πτύσσεται στό πλαίσιό της. *Από τή μιά, οί φιλόσσφοι άπασχολοΰνται μέ πολιτικά έρωτήματα (αύτό φαίνεται ήδη σηεόν Ήράκλειτο π.χ.), καί άπό τήν άλλη, ή ιδια ή πολιτική ζωή άναγκάζει, κατά κάποιο τρόπο, τίς άναζη-τήσεις νά πάνε βαθύτερα. Δέν διερωτάται άπλώς: Ποιός
άρχει; άλλά καί: Πώς μπορεΐ νά δικαιολογηθεΐ τό ποιος άρχει; Ή συζήτηση προεκτείνεται, δηλαδή, στό θέμα της νομιμοποίησης τής πολιτικής έξουσίας καί τών πολιτι-κών καθεστώτων. Εΐναι δίκαιο νά άρχουν οί όλίγοι ή οί πολλοί; Καί τί σημαίνει δίκαιο; Συναντά έπομένως τήν φιλοσοφική έρώτηση: Τί σημαίνει δίκαιο καί τί δικαιο-σύνη; Έρώτηση πού εχει τόν ίδιο χαρακτήρα μέ τήν άρ-χική φιλοσοφική έρώτηση: Τί καί πώς είναι ό κόσμος;
6. Ή αύτοθέσμιση
Ή άνάδυση όλων αύτών τών έρωτημάτων μέσα στήν άρχαία δημοκρατική πόλη (ενας μεγάλος άριθμός πόλεων γίνονται δημοκρατικές άπό τόν 8ο ώς τόν 4ο at., σχεδόν δλες δέ συνταράσσονται άπό τήν πολιτική πάλη, έκτός άπό τήν Σπάρτη πού είναι είδική περίπτωση) προκαλεϊ μιά τεράστια κίνηση αύτοθέσμισης τής κοινωνίας, ή όποία άναθεωρει έκ βάθρων τόσο τήν πολιτική της ζωή δσο καί τήν παράσταση πού εχει τοϋ κόσμου.
Εϊναι χαρακτηριστικό δτι ή αντοθέσμιση δέν συνίστα-ται σέ μιά συγκεκριμένη καί τελειωτική πολιτική μορφή ή όποία διαμορφώνεται μιά γιά πάντα. Ή πολιτική ίστορία τών Άθηνών, άπό τίς καταβολές της (δηλαδή, άπό τήν στιγμή πού οι κληρονομικοί άρχοντες άντικαθίστανται άπό έκλεγόμενους, άρχικά άνάμεσα άπό τά μέλη της άριστοκρατιας καί μέ ίσόβια θητεία, στή συνέχεια, γιά δέκα χρόνια κλπ.) μέχρι τήν φάση πού περιγράφει ό Άριστοτέλης στήν Άθηναίων Γίολιτεία, (γύρω στά 340 π.Χ.), δηλαδή λίγο πρίν νά καταλύσει ή μακεδονική κυριαρχία τήν άνεξαρτησία τής πόλεως, είναι μιά πολιτι-κή ίστορία συνεχοϋς δημιουργίας. Ή αύτοθέσμιση δέν είναι κατάσταση, είναι διαδιχασία πού έκφράζεται σάν δραστηριότητα μεταβολής τών «βασικών», «καταστατι-κών», «συνταγματικών» νόμων (της πολιτείας δηλαδή) καί άλλων θεσμών, όχι δλων συλλήβδην καί ταύτοχρό-
νως, άλλά σταδιακά, σύμφωνα μέ τίς άνάγκες καί τίς περιστάσεις.
Ό Άριστοτέλης (τοϋ όποίου, είρήσθω έν παρόδφ, ot πολιτικές ίδέες εχουν έμπνεύσει πολλές άνοησίες στούς διάφορους σχολιαστές) λέει, άναφερόμενος στήν έποχή
του:
Άπάντων γάρ αντός αύτόν πεποίηκεν ό δήμος κύ-ριον, καί πάντα όιοικεϊται ψηφίσμασιν καί όικαστη-ρίοις, έν οϊς ό όήμός έστιν ό κρατών. Καί γάρ αί τής βονλής κρίσεις είς τόν όήμον έληλύθασιν. Καί τοϋτο δοκοϋσι ποιεϊν όρθώς* εύόιαφθορώτεροι γάρ [οί]όλί-γοι τών πολλών είσιν καί κέρδει καί χάρισιν.
Άθηναίων Πολιτεία XLI.2
[Διότι ό δήμος Ιγινε ό ίδιος κύριος τών πάντων, καί τά πά-ντα διοικεΐ μέ τά ψηφίσματα καί μέ τά δικαστηρια δπου ό Εδιος κατέχει τήν έξουσία. Πράγματι, καί οί άποφάσεις πού ήταν άλλοτε στήν άρμοδιότητα τής βουλής περιήλθαν στά χέρια τοΰ δήμου. Καί σ' αύτό φαίνεται νά 'χουνε πράξει σωστά• διότι εύκολότερα διαφθείρονται μέ τά κέρδη καί μέ τίς χάριτες οι όλίγοι παρά οί πολλοί].
Δοκοϋσι ποιεϊν όρθώς : δ Άριστοτέλης, ό μόνος φιλό-σοφος μέ φρόνηση, δέν λέει δτι δ λαός εΐναι άδιάφθο-ρος. Πιστεύει δτι μπορεϊ νά διαφθαρεϊ μέ τίς χάριτες καί μέ τά όφέλη (ή μέ τίς προεκλογικές ύποσχέσεις), λέει, δμως, δτι διαφθείρεται δυσκολότερα άπό τούς όλίγους: ενόιαφθορώτεροι γάρ [οί]όλίγοι τών πολλών είσιν καί κέρόει καί χάρισιν.
Μιά άπό τίς πιό καταπληκτικές στιγμές αύτής τής διαδικασίας αύτοθέσμισης εϊναι ή περίφημη μεταρρύθμι-ση τοϋ Κλεισθένη (508-506). Γιά πρώτη φορά στήν ίστορία βλέπουμε ενα πολιτικό κίνημα, τό όποϊο δέν άντιμετωπίζει τήν ρύθμιση της κοινωνίας άπό τήν όποία προέρχεται σάν κάτι δεδομένο πού έπ' ούδενί λόγφ μπορεϊ νά θιγεϊ, άλλά σάν ΰλη πολιτικής δράσης, πού μπορεϊ καί πρέπει νά μεταβληθεϊ προκειμένου νά θεσμι-στοΰν νέες, πρόσφορες πολιτικές μορφές.
Ό Κλεισθένης άναδιοργανώνει τίς φυλές τής 'Αττικής. Άπό τέσσαρες τίς κάνει δέκα. Και, δπως γράφει ό Άριστοτέλης, θά μπορούσε νά τίς κάνει δώδεκα, όπότε καί ό χρόνος πρυτανειας κάθε φυλής θά συνέπιπτε μέ τόν ήμερολογιακό μήνα. Δέν τό κάνει, όμως, γιατί, στήν περίπτωση αύτή, ή νεοσύστατη φυλή θά συνέπιπτε μέ τήν παλαιά τριττύ (τρίτον τής παλαιάς φυλής, άρα δωδέκα-τον τσϋ συνολικού πληθυσμοΰ), καί οί πολιτικο-κοινωνι-κές όμάδες θά εμεναν οι ίδιες. Προκειμένου νά κάνει κοινή συνείδηση τήν ριζική άλλαγή καί άναδιοργάνωση, άνακατατέμνει {πολιτικά; όχι οίκιστικά, δέν είναι Πόλ-Πότ) τούς πολίτες σέ δέκα φυλές καί διαιρεί τό πολιτικό ήμερολόγιο σέ ίσάριθμους μήνες (35 ή 36 ήμερών). Μέ τόν τρόπο αύτό δείχνει δτι δλη ή κοινωνική ζωή, ώς ενα σημειο (διότι, φυσικά, δέν πρόκειται γιά τήν πλήρη άναδιοργάνωση τών πάντων), μπορει νά άποτελέσει άντικείμενο πολιτικής δράσης.
7/0 δήμος
Κύριο χαρακτηριστικό τής δημοκρατικής διαδικασίας εΐναι τό γεγονός δτι ό δήμος βάζει τόν έαυτό του στό κέντρο τών πάντων. Όλοι οί άθηναϊκοι νόμοι άρχίζουν μέ τήν φράση: «έδοξε τή βουλη καί τφ δήμω». Αύτό μάς έπισημαίνει δτι τό ψήφισμα πού άκολσυθεί δέν προέρχε-ται άπό κάποια «έπιστημονική» άνάλυση ούτε άπό ήλεκτρονικό ύπολογιστή. Άποφασίστηκε γιατί ετσι φά-νηκε σωστό, εδοξε, στόν δήμο.
α. Ποιός είναι ό όήμος;
Ό δήμος άποτελειται άπό τό σύνολο τών ένηλίκων άρρένων έλευθέρων Άθηναίων. *Ασφαλώς, γιά μάς ύπάρχουν σ' αυτόν τόν όρισμό πράγματα άπαράδεκτα. Ύπάρχει τό «έλευθέρων», πού άποκλείει τούς δούλους' ύπάρχει τό «άρρένων», πού άποκλείει τίς γυναίκες. Τό «ένηλικων» ειναι πιό προβληματικό διότι μάς παραπέ-

μπει άμεσότερα σ' ενα βασικό ζήτημα τής πολιτικής φιλοσοφίας καί τής πολιτικής πράξεως: τό ζήτημα τής ίδρυτικής στιγμής κατά τήν όποία ενα σώμα άποφασίζει δτι: «έμείς είμαστε οί κυριαρχοι καί έμεϊς όρίζουμε έπίσης ποιοί άλλοι συμμετέχουν σ' αύτή τήν κυριαρχία». Τό ζήτημα αύτό πάντοτε θά ύπάρχει. Έμείς, ή έγώ τούλάχιστον, σήμερα, λέμε δτι κάθε ένήλικο άτομο πρέπει νά συμμετέχει μέ άπολύτως ϊσα δικαιώματα σ' δλες τίς πολιτικές έξουσίες. Πρόκειται γιά θέση πού έμεΐς διατυ-πώνουμε σχετικά μέ τήν συγκρότηση τοΰ κυριαρχου σώματος και ή όποία δέν άποδεικνύεται ουτε γεωμετρικά οΰτε μέ όποιονδήποτε άλλον έπιστημονικό τρόπο. Πρό-κειται γιά θέση πολιτική, τήν όποια ύπεύθυνα άποφασι-ζουμε καί υίοθετοΰμε, έν γνώσει μας δτι δέν έξαλειφει δλα τά προβλήματα πού ύπάρχουν.
'Ακόμα και στήν πιό έλεύθερη, αύτόνομη, διεθνιστική κοινωνία θά πρέπει νά άποφασίζεται ή σύνθεση τού έκλογικοϋ σώματος. θά πρέπει, π.χ., νά άποφασίζεται άν στίς δημοτικές έκλογές μιάς πόλεως θά εχει δικαίωμα ψήφου, όποιοσδήποτε βρίσκεται στήν πόλη αύτή, τήν στιγμή τών έκλογών. Έάν δχι, ποιό ειναι τό έλάχιστο δριο χρόνου διαμονής μετά άπό τό όποΐο θά έχει κανείς τό δικαίωμα νά ψηφίζει; Αύτό θά πρέπει νά όρισθεί άπό τήν κοινότητα, ή όποία και θά έπωμισθεΐ τις εύθύνες καί τίς συνέπειες τού όρισμού. Ή άποψη «είμαι άνθρώπινο δν καί ψηφίζω σέ μιά κοινωνία δπου δέν ύπάρχουν διακρίσεις», μπορεΐ νά καταλήξει, καί καταλήγει, στό άντίθετο άπ' αύτό πού θά ήθελε νά ειναι. Ό θεσμός της έκλογης διακωμωδειται άν ό όποιοσδήποτε, χωρις χαμιά προϋπόθεση, καμιά συμμετοχή στήν πολιτική ζωή τής όμάδας γιά τήν όποία πρόκειται, καμιά πιθανότητα νά ύποστει τίς σννέπειες τής ψήφου του, ψηφιζει. Ψηφιζω, σημαίνει συμμετέχω πλήρως σέ μιά συγκεκριμένη πολιτι-κή κοινότητα, ή όποία καί πρέπει κατά κάποιο τρόπο νά όριοθετειται. Δέν εΐναι δυνατό δλα τά δισεκατομμύρια τοΰ πληθυσμσΰ τής γης νά άποφασίζουν μαζί καί ταύτο-
χρόνως γιά δλα τά θέματα, όπουδήποτε κι άν έμφανίζο-νται αύτά. Θά πρέπει νά ύπάρχει κάποια διαίρεση σέ μικρότερες κοινότητες καί κάποιο καταστατικό πον θά ρυθμίζει τά θέματα πού τίς άφορούν καί θά όρίζει ποιό είναι τό πολιτικό σώμα καί άπό ποιά ήλικία καί μετά συμμετέχει κανείς σ' αύτό. (Γιατί νά είναι τά εϊκοσι £να χρόνια ή τά δεκαοκτώ, δπως άπεφάσισε ή δεξιά στήν Γαλλία κατεβάζοντας τό δριο ένηλικιώσεως;). Οϋτως ή άλλως θά πρέπει νά παρθει κάποια άπόφαση ή όποία δέν έπιδέχεται άπόδειξη καί ειναι, ώς ενα σημεϊο, αύθαίρετη.
6. Κατά ποιό τρόπο άσκεϊ ό δήμος τήν έξονσία: Τήν άσκεί ώς άμεση δημοκρατία, δηλαδή χωρίς «άντι-προσώπους».
Πρίν άρχισουν οί πολιτικοί φιλόσοφοι νά συζητούν γιά τήν πολιτική διαίρεση τών έξουσιών, ό Θουκυδιδης ειχε δρίσει μέ μιά φράση ποιές εϊνα'ι οί τρεϊς βασικές πολιτικές έξουσίες. Όταν θέλει νά χαρακτηρίσει μιά πόλη ώς έλεύθερη, τήν άποκαλεί: «αύτόνομο, αύτόδικο, αύτοτε-λή».
I. Αντόνομος, σημαίνει δτι δίνει ή ϊδια στόν έαυτό της τούς νόμους της. Μπορεϊ νά πεί κανείς δτι, στήν περίοδο τής άθηναϊκής δημοκρατιας, ή Έκκλησια τον δήμου άποφασίζει μέ τά ψηφίσματά της, και, μετά άπό συζήτη-ση στή βουλή τών πεντακοσίων, μέ τούς νόμους καί, ίδιως, μέ τούς βασικούς καταστατικούς νόμους. Όπως ρητά λέει ό Άριστοτέλης, τόν 4ο αί., τά πάντα κατ' ού-σίαν άποφασίζονταν μέ τά ψηφίσματα της Έκκλησίας τον Δήμου.
II. Αντόόίκος, σημαίνει ότι τά δικά της δικαστήρια άποφασίζουν γιά δλες τίς άμφισβητήσεις πού εΐναι δυνατόν νά προκύψουν. Πρέπει νά ύπογραμμιστεί στό σημείο αύτό δτι τά δικαστήρια στήν Άθήνα δέν ήταν έπαγγελματικά. Οί δικαστές ήταν κληρωτοί. Ή ίδέα έπαγγελματία δικαστή θά φαινόταν σ' ενα άρχαϊο Έλλη-να έξωφρενική. Άπό τίς 30.000 ένηλίκους Άθηναίους
κληρώνονταν κάθε χρόνο 6.000 ένδεχόμενοι δικαστές, μ' ένα πολύπλοκο σύστημα, τό όποιο διαρκώς βελτιωνόταν, μέ σκοπό νά έξαλειφθεί κάθε δυνατότητα άπάτης, παρέμ-βασης ή έπηρεασμού τών 501, 1.001 ή 1.501, οί όποιοι,. άναλόγως τής περιπτώσεως, άπάρτιζαν τό συγκεκριμένο δικαστήριο. Μέ τόν τρόπο αύτό, ενα τυχαίο δειγμα τοΰ λαού, πού νομοθέτησε ψηφίζοντας ενα νόμο, καλεϊται, ύπό τήν ίδιότητα τής δικαστικής έξουσίας, νά τόν έφαρμόσει. Έτσι, δέν ύπάρχει ό κίνδυνος νά θεωρηθει δτι ενας δεδομένος νόμος ψηφίστηκε μέ σκοπό νά παρθεί μιά συγκεκριμένη άπόφαση.
III. Αντοτελής, πού είναι καί τό πιό σημαντικό, σημαι-νει δτι ή πόλις αύτοκυβερνάται, μέ τήν πραγματική εννοια τής κυβερνητικής έξουσίας καί λειτουργίας, πού μεταφράζεται, μεταξύ άλλων, καί στό γεγονός δτι οί βασικές άποφάσεις τής πολιτικής ζωής τής κοινότητας, ειτε έσωτερικής είτε έξωτερικής φύσεως, παίρνονται άπό τήν Έκκλησία τοΰ δήμου: πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια εργα, άνέγερση τού Παρθενώνα, κλπ. Στό σημείο αύτό εχω νά κάνω δύο παρατηρήσεις:
— Ή πρώτη άφορά τήν ποιότητα τών άποφάαεων: Τήν έποχή τοΰ Πελοποννησιακού πολέμου, ό Δήμος χών Άθηναίων άπαρχιζεται άπό 30.000 ένηλίκους. Κατά τήν γνώμη μου, δπως καί πολλών άλλων φυσικά, ή συμμετοχή στίς συνελεύσεις ήταν πολύ μεγάλη, παρά τίς άποστάσεις πού επρεπε νά διανύσουν οί άγρότες τής Άττικής. Πιθανότατα, τό ήμισυ ή και τά 2/3 τών πολιτών ήταν παρόντες δταν έπρόκειτο νά συζητηθοΰν πολύ σοβαρά θέματα στήν Έκκλησία. Έπί δύο περίπου αίώνες, ή Έκκλησία τού δήμου, δηλ. οί τεχνίτες και οί άγρότες πού την συγκροτούν, πήρε άποφάσεις, άπό τίς όποίες τά 9/10 ήταν άπολύτως σωστές. Πήρε, βεβαίως, καί έγκλημαα-κές, δπως ή καταδικη τών στρατηγών τής ναυμαχίας στίς Άργινούσες. Πήρε καί έσφαλμενες, δπως ή έκστρατεία στήν Σικελία, πού εϊναι δμως, γιά τήν έποχή έκεινη, τό άντίστοιχο τής άποστολής άνθρώπου στή σελήνη. Πήρε
καί άριστες, δπως ή κατασκευή στόλου, ίδέα καί συμβου-λή τού Θεμιστοκλή, πού όδήγησε στήν νίκη τής Σαλαμι-νας. Σχετικά μέ τίς δύο αύτές τελευταιες άποφάσεις, πρέπει νά ύπογραμμιστει ότι άνήκουν σέ μιά κατηγορία πού έμεις σήμερα, έν τη βλακείςχ μας, άναθέτουμε σέ τεχνικούς, στών όποίων τήν κρίση καί μόνο έπαφιόμαστε. Αύτές τις άποφάσεις τις πήρε ό Δήμος.
— Ή δεύτερη άφορά τόν αντοτελή χαρακτήρα τής κνβερνητικής έξονσίας.
Ή σημερινή πολιτική καί νομική φιλοσοφια παρουσιά-ζει σάν βασικές λειτουργίες τής κρατικής έξουσίας τήν νομοθετική, τήν δικαστική καί τήν έκτελεστική. Αύτό είναι ενα ειδος άκούσιας άπάτης ή ψεύδους, δεδομένου δτι άποσιωπάται ετσι μιά βασική έξουσία, ή κνβερνητι-κή, ή όποία έπ' ούδενί λόγω μπορεϊ νά όνομαστει «έκτελεστική». Όταν μιά κυβέρνηση κνβερνά, μέ κανένα τρόπο δέν έκτελεϊ. Όταν κηρύττει ενα πόλεμο, π.χ., δέν έκτελει νόμους, μέ τήν εννοια πού ό τμηματάρχης β' έκτελει ενα νόμο συγκεκριμενοποιώντας λεπτομέρειες πού ό νομοθέτης δέν μπορούσε νά καθορίσει. Όταν μιά κυβέρνηση προκαλεϊ ενα πόλεμο, κάνει πολιτική, δηλαδή κνβερνά (καλώς ή κακώς ειναι άλλο θέμα). Όταν μιά κυβέρνηση διαμορφώνει, προτείνει καί κάνει τήν Βσυλή νά ψηφισει ένα προϋπολογισμό, τότε κνβερνά. Πρόκειται έδώ γιά τήν πραγματική κυβέρνηση τής πολιτικής κοινό-τητας καί γιά τήν πραγματική έξουσία, ή όποία, κατά κάποιο τρόπο, δέν ύπάρχει οΰτε στά σύγχρονα νομικά συγγράμματα, οΰτε καί στήν σύγχρονη πολιτική φιλοσο-φία, όνομάζεται δέ ταπεινά (καί άπατηλά) έκτελεστική. Ή έκτελεστική έξουσία δέν ειναι κάν έξουσία, είναι μιά τρέχουσα διοίκηση τών πραγμάτων, ή όποία, κατά μέγα μέρος, στήν άρχαία Άθήνα εΐχε άνατεθεί σέ δούλους. θά τολμοΰσα νά πώ δτι άν ζούσαμε στήν άρχαια Έλλάδα ό διοικητής τής Τραπέζης τής Έλλάδας θά ήταν ένδεχομέ-νως κάποιος έπιδέξιος δσΰλος Φοΐνιξ, Σύριος ή καί Έλληνας, πού, οΰτως ή άλλως, δέν θά έθεωρείτο σημα-
ντικό πρόσωπο γιατί ή δουλειά του θά ήταν άπλώς έκτελεστική.
Όλα αύτά, βέβαια, δέν σημαινουν δτι στήν άμεση δημοκρατία δέν ύπάρχουν άρχές ή, άκόμα, παρόλο δτι ή λέξη μηορεϊ νά πειράζει, άρχοντες: πολίτες, δηλαδή, οί όποίοι εχουν μιά συγκεκριμένη έπίσημη άποστολή όρι-σμένης χρονικής διάρκειας μέ συγκεκριμένα καθήκοντα καί μέ άντίστοιχα δικαιώματα.
Κατά τό μέγιστο μέρος, οί άρχοντες κληρώνονται. Οί έλάχιστοι πού έκλέγονται, φυσικά, όχι μόνο είναι ύπεύ-θυνοι, άλλά (άλλη έλληνική δημιουργία) εΐναι άνακλητοί κατά τήν διάρκεια τής έξουσίας τους, όπως, π.χ., οι στρατηγοί. νΑν ή Έκκλησία βρεϊ βάσιμη μιά κατηγορία έναντίον κάποιου άρχοντα, τότε αύτός μπορεί νά καθαι-ρεθεϊ άπό τό άξίωμά του.
8. Σύγκριση μέ τήν νεότερη άντίληψη
Έχουμε έδώ τρείς τούλάχιστον βασικές διαφορές άπό τήν νεότερη ή τήν σνγχρονη άντίληψη.
α. Ή άνηπροσώπενση
Οί άρχαϊοι δέν γνωρίζουν τήν ύποκριτική καί άπατηλή έννοια τής άντιπροσωπείας τού λαού, δπως δέν τήν γνωρίζουν και οί μεγάλοι νεότεροι πολιτικοι φιλόσοφοι συμπεριλαμβανομένου καί τού Ρουσσώ. Γιά τσύς άρχαί-ους, τό ζήτημα δέν εμπαινε κάν, ό δέ λόγος εΐναι έμφανής. Άπό τήν στιγμή κατά τήν όποία, άμετάκλητα και γιά όρισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), άναθέτει κανείς τήν έξουσία σέ όρισμένους άνθρώπους, εχει μόνος του άλλοτριωθεϊ πολιτικά. Ό Ρουσσώ εγραφε γιά τούς "Αγγλους (γιατι τότε ή Άγγλία μόνο είχε κοινοβούλιο): Οί νΑγγλοι νομίζουν ότι εΐναι έλεύθεροι, έπειδή έκλέγσυν τούς βουλευτές τους• ειναι έλεύθεροιμί'α μέρα στά πέντε χρόνια. Στό σημειο αύτό ό Ρουσσώ είναι, βέβαια, μάλλον ένδοτικός, διότι, φυσικά, ουτε μιά μέρα
στά πέντε χρόνια δέν είναι έλεύθεροι: αύτό πού σκέφτε-ται κανείς, οί έπιλογές πού κάνει αύτή τή μέρα εχουν ήδη καθοριστεί (και πολύ περισσότερο στή σημερινή έποχή) άπό τά προηγούμενα πέντε χρόνια: άπό τόν έκλογικό νόμο, άπό τά ύπάρχοντα κόμματα, τούς ύποψήφιους κλπ. Ύπάρχει, στό σημεΐο αύτό, μιά βασική πολιτική άλλοτρίωση, πού οί άρχαίοι δέν εϊχαν κάν άντιμετωπίσει ώς πολιτική δυνατότητα, δεδομένου ότι θεωροϋσαν πώς κανείς δέν μπορεΐ νά άντιπροσωπεύσει τόν πολίτη στήν Έκκλησία τοΰ Δήμου. Μ' άλλα λόγια, δέν ύπήρχε αύτή ή θεολογική ίδέα σύμφωνα μέ τήν όποία ή κυρίαρχη ύπόσταση τοϋ λαοϋ, μετά άπό μιά μυστηριώδη χημική διαδικασία, συμπυκνώνεται μιά Κυριακή καί, μέσφ έπιφοιτήσεως, βρίσκει σκήνωμα σέ 300 άνθρώπους, οί όποϊοι τήν διατηροΰν καί τήν μεταφέρουν ένσαρκώνο-ντάς την γιά πέντε χρόνια μέχρι, ξαφνικά, στά πέντε χρόνια άπάνω, νά ξαναδιαλυθεϊ μέσα στόν λαό πού τήν ξανασυμπυκνώνει καί τήν μεταφέρει στούς 300 κ.ο.κ.
6. Οί έκλογές
Τό δεύτερο χαρακτηριστικό μπορεϊ νά φανεΐ παραδο-ξολογία καί ίσως έρεθίσει μερικούς -τόσο τό καλύτερο άλλωστε. Γιά τούς άρχαίους, ή άρχή καί ή ίδέα τής δημοκρατίας δέν ειναι καθόλου αύτό πού νομίζουμε έμεϊς σήμερα, δηλαδή ot έκλογές.
Εϊναι ή ψήφος, βεβαίως, (ψήφιζαν, ναί ή όχι, γιά τά διάφορα θέματα). Δέν θεωροϋσαν δμως δτι οί άρχοντες έκλέγονται. Έκτός άπό όρισμένες έξαιρέσεις, στίς όποϊες ήδη άναφέρθηκα, οί άρχοντες άναδεικνύονται μέ κλήρο. *Από τόν Ήρόδοτο μεχρι καί τόν Άριστοτέλη, θεωροΰ-σαν (καί έφιστώ τήν προσοχή στό σημειο αύτό) δτι οί έκλογές είν(Η θεσμός άριστοκρατικός. Κι άν τό καλοσκε-φθεϊ κανείς, τό πράγμα ειναι προφανές. Έκλέγει κανείς αύτούς πού θεωρεϊ άριστονς, ένώ, ταύτόχρονα, κάθε ύπο-ψήφιος προσπαθεϊ νά πείσει τούς έκλογεϊς δτι εΐναι αριστος. Βέβαια ή λέξη άριστος εχει διπλή σημασία (τήν
σημασια τής καταγωγής και τήν σημασια τής έγγενούς άξίας τού άτόμου). Άλλά γιά τούς άρχαίους, ή έκλογή εΐναι, κατά κύριο λόγο, άρχή άριστοκρατική.
Στό σημείο αύτό ύπεισέρχεται και ενα άλλο κεφαλαιώ-δες θέμα, τό θέμα της άρμοδιότητας. Γιά τήν άρχαία έλληνική άντίληψη, δέν ύπάρχουν άρμόδιοι στόν πολιτι-κό τομέα' ή γνώμη δλων βαραίνει τό ίδιο. Δέν ύπάρχει έπιστήμη ή τέχνη -μέ τήν άρχαία έλληνική εννοια τού δρου- τών πολιτικών πραγμάτων, ή γνώση τής όποίας νά έπιτρέπει στούς κατόχους της νά θεωρούνται καλύτεροι ώς κυβερνηται. Στά πεδία δπου άναμφισβήτητα άπαιτει-ται τέχνη ή ειδικές γνώσεις, οί Άθηναιοι διεξάγουν έκλογές. Έκλέγουν, π.χ,, κάθε χρόνο δέκα στρατηγούς σέ στρατιωτικά άξιώματα. Σ' αύτό τό πεδίο μπαίνει πράγ-ματι ζήτημα έπιλογης τοΰ άρίστου, ό όποίος καί διακρί-νεται άπ' δ,τι εχει ήδη κάνει, άπ' όλη του τήν συμπεριφο-ρά κλπ. Δεδομένης βέβαια τής σημασίας πού ειχε τότε ό πόλεμος, οι στρατηγοί παίζουν, κατά κάποιο τρόπο, πολιτικό ρόλο.
Σημασία, δμως, έχει ή άρχαία έλληνική άντίληψη, σύμφωνα μέ τήν όποία, ζήτημα άναδείξεως μέ έκλογή μπαινει μόνο δπου ύπάρχει τεχνική άρμοδιότητα, όπότε καί εχει νόημα νά διαλέξει κανείς τόν καλύτερο τεχνιτη.
Έμφανίζεται, έπομένως, τό έρώτημα: Ποιός ειναι ό άρμόδιος νά διαλέξει τόν καλύτερο τεχνίτη; Είναι κατα-πληκτικό δτι, τόσο γιά τήν κοινή γνώμη τών πολιτών, δσο καί γιά τόν πιό άντιδραστικό καί κατ' έξοχήν άντιδημο-κρατικό φιλόσοφο, δηλαδή τόν Πλάτωνα, ή άπάντηση σ' αύτό τό έρώτημα, πού διαρκώς έπανέρχεται, ειναι ή ιδια: Ό άρμόδιος νά διαλέξει τόν καλύτερο τεχνίτη δέν είναι ενας άλλος τεχνίτης άλλά αύτός πού χρησιμοποιει τό προϊόν τής έργασίας του. Ό καβαλάρης ειναι ό άρμόδιος νά έκφέρει γνώμη γιά τόν καλύτερο πεταλωτή ή σαμαρτζή καί όχι ενας άλλος πεταλωτής. Συνεπώς, αύτός πού ένδείκνυται νά διαλέξει τόν καλύτερο πολιτικό, είναι αύτός πού χρησιμοποιεί τίς πολιτικές του ίκανότητες,
δηλαδή ό λαός. Κρίνοντας άπό τό άποτέλεσμα, δηλαδή τις έπιλογές πού κάνανε οί Άθηναίοι, καταλαβούνει κανείς δτι κάποιο δίκιο ύπάρχει στήν ίδέα αύτή. Διάλε-ξαν άνθρώπους σάν τόν Θεμιστοκλή καί τόν Περικλή, βράβευσαν τραγωδιες σάν τήν Άντιγόνη κλπ.
γ. Τό κράτος
Τό τρίτο σημείο πού πρέπει νά θιγεί ειναι ή περίφημη εννοια τού κράτους. 7/ άρχαία έλληνική πόλις δέν μπορει νά όνομασθεϊ κράτος μέ τήν εννοια πού Ιχει ό δρος αύτός σήμερα, δηλαδή τήν εννοια ένός μηχανισμού άνεξάρτη-του καί ξέχωρου άπό τήν κοινωνία. Ή άρχαία έλληνική κοινότητα είναι πόλις, πολιτεια και όχι κράτος. Όταν οί Νεοέλληνες, μέ τήν βοήθεια τών προστάτιδων δυνάμεων καί τών Βαυαρών, έφτιαξαν τό σύγχρονο έλληνικό κράτος, πήρανε τήν λέξη αύτή άπό τά άρχαΐα έλληνικά δπου δηλώνει, άπλώς καί όρθότατα, τήν ώμή δία.
Οί ξένοι φιλόλογοι, καί ιδίως οι Γερμανοι, μεταφράζοντας τήν Πολιτεία τον Πλάτωνα μέ τόν τίτλο Der Staat, δημιουργούν τεράστια παρεξήγηση. Τόν Σε-πτέμβριο τοϋ '39 οί Waffen-SS έδημοσίευσαν μιά γερμανι-κή μετάφραση τοϋ Έπιταφίου τον Περικλή, τοϋ ύψηλό-τερου δημοκρατικού κειμένου πού εχει ποτέ γραφεΐ. Στήν μετάφραση αύτή, ή άντικατάσταση τής λέξεως «πόλις» άπό τήν λέξη «Κράτος» άρκεί γιά νά κάνει τό κείμενο περίπου ναζιστικό. Λέει ό Περικλής: «οί άνθρωποι αύτοί θυσίασαν τόν έαυτό τους γιά τήν πόλη». Τί είναι ή πόλις; Σύμφωνα μέ τόν θουκυδίδη: «άνδρες γάρ πόλις», πόλις ειναι οί 'Αθηναίοι. Έπομένως, ή φράση τού Περικλή σημαίνει δτι οί άνθρωποι αύτοί θυσίασαν τόν έαυτό τους γιά τσύς άλλους, γιά τά ύπόλοιπα μέλη τής κοινότητας. Αύτό στά γερμανικά άποδίδεται μέ τό: «θυσίασαν τόν έαυτό τους γιά τό κράτος».
To ιδιό και μέ τό περίφημο βιβλίο τοϋ * Αριστοτέλη πού άνακαλύφθηκε τόν XIX αί., τήν Άθηναίων Πολιτεία. Καθηγητές πανεπιστημίου, έλληνιστές πσύ ξέρουν έλλη-
νικά έκατό φορές καλύτερα άπό μένα, μεταφράζουν: Ή Πολιτεία τών Άθηνών, λάθος στοιχειώδες, γιά τό όποϊο θά έπρεπε νά άπορρίπτεται πρωτοετής φοιτητής και τό όποίο όφειλεται, φυσικά, σέ προβολή σχημάτων τής έποχής τών μεταφραστών. Γιά τούς άρχαίους Έλληνες δέν ύπάρχει Πολιτεια τών Άθηνών. Άθήναι είναι γεωγραφική εκφραση. 'Η πόλη ειναι οί *Αθηναϊοι. "Ανόρες γάρ πόλις. Ό Θουκυδίδης δέν μιλάει ποτέ γιά Άθήνα ή καί γιά όποιαδήποτε άλλη πόλη. Όταν πρόκει-ται γιά τήν πόλη λέει: οι Άθηναίοι, οί Κορίνθιοι, οί Μυτιληναΐοι. Λέει: Άθήνα, Κόρινθος κλπ. όταν πρόκει-ται γιά τόν τόπο. *Η πόλις όέν εΐναι γεωγραφικός προσόιορισμός. Πριν άπό τήν ναυμαχία τής Σαλαμΐνος, άπελπισμένος ό Θεμιστοκλής γιατί οι ύπόλοιποι Έλληνες δέν δέχονται τά έπιχειρήματά του νά δοθεϊ ή μάχη στό μέρος αύτό άπειλεί λέγοντας: έμεις (πού έχουμε τά περισσότερα καράβια) θά φύγουμε καί θά φτιάξουμε μιά άλλη πόλη άλλού, στήν Ίταλία. Μέ αύτό έννοει δτι ή * Αθήνο θά εϊναι έκεϊ πέρα, δτι ή Άθήνα εΐναι έκεί πού εϊναι οί Άθηναιοι και δχι οι Άθηναϊοι έκεί πού είναι ή Άθήνα. Κι δμως, ένας θεός ξέρει άν οί Άθηναϊοι ήταν συνδεδεμένοι μέ τήν γη τους. Θεωροϋσαν τούς έαυτούς τους ώς τούς μόνους αύτόχθονες Έλληνες, θεωροϋσαν δτι ειχανε φυτρώσει μέσα άπό τήν γη. Ή έόαφική άντίληψη τής πολιηκής κοινότητας εϊναι σύγχρονη άντί* ληψη. Άρχίζει στούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώνε-ται μέ τήν φεουδαρχία.
Θά σταματήσω έδώ, άν καί θά ειχα πολλά νά προσθέ-σω. θά προσπαθήσω μόνο, συνσψιζοντάς τους σέ λίγες φράσεις, νά κάνω σαφέστερους τούς λόγους γιά τούς όποίους δλα αύτά διατηροϋν μιά έξαιρετική έπικαιρότη-τα.
θά ύπενθυμίσω δτι κάθε φορά πού ξεκινησε £να πραγματικά δημοκρατικό πολιτικό κινημα στούς τελευ-ταίους αίώνες -κι αύτό ίσχύει κατ' έξοχήν γιά τίς άρχές τού έργατικού κινήματος- ξαναεφεύρε, ξαναεπινόηοε,
ξαναδημιούργησε μερικές άπό τίς βασικές ίδέες γιά τίς όποϊες μιλήσαμε σήμερα.
Ή ίδέα τής άμεσης όημοκρατίας βρίσκεται σαφώς στήν άμερικάνικη έπανάσταση τοϋ 1776. Τά Town Hall Meetings, δηλαδή οί συνελεύσεις δλων τών πολιτών, οί όποϊοι άποφασίζουν άπό κοινοΰ γιά τήν συμμετοχή στόν πόλεμο έναντίον τών "Αγγλων, γιά τούς φόρους, γιά τό Σύνταγμα τής Πολιτείας ή τής Όμοσπονδίας, εχουν τεράστια σημασία. Άκόμα καί σήμερα, ό θεσμός αύτός διατηρεϊ μιά κάποια ζωτικότητα στήν σύγχρονη Άμερική, μέ τήν μορφή τής άμεσης συμμετοχής τών πολιτών στίς άποφά-σεις τών τοπικών μονάδων αύτοδιοίκηοης.
Πολύ περισσότερο συναντά κανείς τό στοιχείο αύτό στούς κανονισμούς πού θέσμισαν τά άγγλικά συνδικάτα τά πρώτα πενήντα ή έξήντα χρόνια τής ύπάρξεώς τους. Τά μέλη τών συνδικάτων κατελάμβαναν έκ περιτροπής όλες τίς ύπεύθυνες θέσεις. Όχι μόνο δέν ύπήρχαν μόνιμοι άρχηγοί -τούς όποίους άργότερα πολύ σωστά όνομάζου-με γραφειοκράτες τών συνδικάτοαν- άλλά δέν ύπήρχαν κάν έκλεγόμενοι. Οί έπικεφαλής θήτευαν έκ περιτροπής.
"Ας σημειωθεϊ δτι ό Λένιν, σ' ενα άπ' τά νεανικά του ε(?γα> χαρακτηρίζει αύτό τόν τρόπο όργάνωσης σάν πρωτόγονη δημοκρατία. Στή συνέχεια, στό Κράτος χαί Έπανάσταση, δπου ύπεραμύνεται τρόπον τινά της άμέ-σου δημοκρατίας, τόν άποκαλεϊ, άκριβώς, άμεση δημο-κρατία καί τόν έπαινεϊ. Ή τρίτη φάση τοΰ δράματος είναι, φϋσικά, αύτό πού Ικανε ό ίδιος μετά άπό τόν Όκτώβρη, δπου οΰτε άμεση, οΰτε άντιπροσωπευτική δημοκρατία ύπάρχει* άλλά αύτό βέβαια εΐναι μιά άλλη ίστορία.
Δεύτερο στοιχεΐο: ή άνακλητότητα. Ή άνακλητότητα τών ύπευθύνων ήταν ενας άπό τούς θεσμούς τής Κομ-μούνας τοϋ Παρισιοϋ -γιά τόν όποϊο καί τήν έπαίνεσε ό Μάρξ. Αύτό οημαίνει δτι κάθε ύπεύθυνος είναι άνακλη-τός διαρκώς άπ' αύτούς πού τόν έξέλεξαν, άσχέτως τα-κτών προθεσμιών έκλογής κλπ.
Τήν άνακλητότητα τήν συναντάμε έπίσης στήν άρχή τής έκλογής τών άντιπροσώπων στά πραγμαηκά σοβιέτ, πρίν νά ύποδουλωθοΰν τελείως στό Κόμμα. "Ισχυσε καί στά έργατικά συμβούλια στήν Ίταλία καί στήν Γερμανία τό '20-'21, δπως καί στήν Ούγγαρία τό '56.
Τέλος, άν καί δέν χρειάζεται κάν νά τό ύπενθυμίσω, ή αντοκνβέρνηση, δηλαδή ή κατάργηση τής άντινομίας με-ταξύ κράτους-άνεξάρτητου μηχανισμοϋ άφ' ένός καί κοινωνίας άφ' έτέρου, μέ τήν άναδημιουργία μιάς πραγ-ματικής πολιτικής κοινότητας, μιάς κοινωνικής όμάδας πού εΐναι ίκανή νά αντοκνβερνάται, πού δέν εχει άνά-γκη άπό ενα έξωτερικό μηχανισμό έξειδικευμένο καί έπι-φορτισμένο μέ τό έργο αύτό, ήταν καί παραμένει ενας άπό τούς κενΐρικούς σκοπούς κάθε κινήματος πού έπι-διώκει μιά ριζική άναμόρφωση τής σημερινης κοινωνίας πρός τήν κατεύθυνση μιάς αντόνομης κοινωνίας μέσα στήν όποία νά ζοϋν αντόνομα ot άνθρωποι.
Συζήτηση
Έρώτηση: Εϊπατε πώς οί άρχαϊοι "Ελληνες πίστεναν στό χάος καί οτό άτιειρο, καί φέρατε παραόείγματα άπό τόν Ήσίοόο καί τόν Άναξίμανδρο. Πρώτη φορά άκούω αύ-τή τήν άποψη. Ύπάρχονν έπίχειρήματα τόσο τοϋ άεί-μνηστον Θεοόωρακόπονλον boo καί άλλων ονγγραφέων πού νποοτηρίζονν τό άντίθετο. Ύπάρχει έπίοης καί τό χωρίο τοϋ Πλάτωνος, ούμφωνα μέ τό όποϊο τό νά θεωρεϊ κανείς τόν κόομο οάν άπειρο «εΐναι άπείρον τινός όόγ-μα». Έκτός άπό τόν Άναξίμανόρο καί τόν Ήοίοδο κα-νένας άλλος "Ελληνας^ όέν άγαπάει τήν εννοια τον άπεί-ρον.
Κ.Κ.: Τό ζήτημα εϊναι όντως πολύ σοβαρό. Κατ' άρχήν δέν ειπα δτι οι άρχοαοι Έλληνες «πίστευαν» στήν εννοια τοΰ άπείρου. Ειπα δτι ύπάρχει §νας κεντρικός πυρήνας στήν άρχαία έλληνική σύλληψη τού κόσμου, ό όποΐος εί-ναι τελείως άντίθετος, π.χ., μέ τόν λογοκρατικό πυρήνα πού μπορεϊ νά ύπάρχει στούς σύγχρονους.
Άναφέρατε τόν Πλάτωνα. Ό Πλάτων εΐναι ταύτο-χρόνως ό περισσότερο Έλληνας καί ό λιγότερο Έλληνας άπ' δλους τούς άρχαίους. Έρχεται μετά τό τέλος τής δη-μοκρατίας καί μισεϊ τήν δημοκρατία καί δλα δσα εγιναν μέ τήν δημοκρατία. Αύτό είναι σαφές, τό γράφει καθαρά ό ίδιος. Πολλά θά μπορούσε νά πεί κανείς γιά τόν Πλά-τωνα, γιά τήν σχέση του μέ τήν άλήθεια καί τήν πραγμα-τικότητα τής κοινωνίας τήν δποία είχε μπροστά του. Έγώ μιλάω γιά ό,τι εγινε άνάμεσα στόν 8ο καί τόν 5ο αιώνα.
Στούς δυτικούς φιλοσόφους συναντάμε τήν ίδέα, σύμ-φωνα μέ τήν όποία, έπειδή ύπάρχει ενας Θεός καί έπει-δή ό Θεός αύτός εϊναι πνεύμα, καχ' άνάγκην ό κόσμος πρέπει νά εΐναι κατασκευασμένος κατά τρόπο α,β,χ, (Καρτέσιος, Χέγκελ κλπ.)> *ού, καχ' άνάγκην έπίσης, πρέπει νά ύπάρχει μιά σημασία τής άνθρώπινης ζωής συγγενής (μέ τήν έτυμολογική εννοια τοϋ δρου) μέ τήν συνολική ύφή τού κόσμου καί χοΰ Θεού πού τόν δη-μιούργησε.
νΑς ξεκινήσουμε άπ' αύχό τό τελευταΐο σημειο. Γιά χούς άρχαίους Έλληνες, άπό τόν Όμηρο μέχρι τούς τραγικούς, δέν ύπάρχει καμιά σημασία χής άνθρώπινης ζωής. "Οχαν ό Σόλων συζητάει μέ τόν Κροίσο χού λέει: «Μηδένα πρό χοΰ χέλους μακάριζε». Τά παραδείγμαχα εύχυχισμένων άνθρώπων πσύ χοΰ δίνει άναφέρονται σέ άτομα πού πέθαναν σέ μιά καλή στιγμή -ό Τέλλος ό Άθηναίος, δ Κλέοβις καί ό Βίτων κλπ. Όχαν οι γιοι χοϋ Διαγόρα νικησαν σχούς Όλυμπιακούς, ενας παρευρι-σκόμενος λέει σχόν παχέρα χους: πέθανε χώρα Διαγόρα, δέν θά άνέβεις σχόν "Ολυμπο -δηλαδή: χί περισσόχερο περιμένεις άπατήν ΰπαρξη; Όλοι αύχοί οί εύχυχεϊς επα-ψαν νά ζοΰν σέ μιά σχιγμή κορύφωσης, μεχά άπό χήν όποία άναποφεύκχως χά πράγμαχα δέν μποροΰσαν παρά νά καχασχραφούν. Τό δίδαγμα δλης χής χραγωδίας ειναι αύτό: ή άνθρώπινη ζωή δέν εχει κανένα νόημα, ό κόσμος στόν όποϊο ζοϋμε δέν εχει καμιά σημασία, καί άλλος κό-σμος καλύτερος δέν ύπάρχει γιά μάς τούς άνθρώπους. Οί προσευχές ύπέρ τών νεκρών, τά άναθήματα κλπ. έμ-φανίζονται άπό τόν 4ο αί. καί μετά.
Ή εννοια τοΰ άπείρου εϊναι πολυσυμαντη. Τό κατα-πληκτικό στούς Άρχαίους Έλληνες, πού έξακολουθεί νά ύπάρχει καί στόν Πλάτωνα καί οτόν Άριστοτέλη, εΐ-νοα ή θεώρηση τοϋ άπείρου σάν άπροσόώριστον, ένώ αύτό πού ζητάμε είναι τό πέρας. Ζητάμε τό γνωρίσιμο, τό γνωρίσιμο πρέπει νά εχει μορφή, καί γιά νά έχει κάτι μορφή πρέπει νά εχει πέρας. Τί εϊναι αύτό πού κατ' έξο-
χήν εχει πέρας; Τά μαθηματικά μεγέθη, διότι εΐναι προσ-δωρισμένα, τόσο οί γεωμετρικές μορφές δσο καί οί άριθμοί.
Καί έκεΐ άρχίζει τό πρόβλημα, πού έξελισσεται σέ φι-λοσοφικό σκάνδαλο δταν, μετά τό Πυθαγόρειο θεώρημα, άνακαλύπτεται δτι ή διαγώνιος τού τετραγώνου εϊναι άσύμμετρη μέ τήν πλευρά του καί δτι ή σχέση τους δέν εΐναι «λογική», ρητή. Στή συνέχεια, οί μαθηματικοί άπο-δεικνύουν δτι δχι μόνο ή ρίζα τοϋ 2 άλλά καί τού 3, τοΰ 5, ώς τό 11, καί άσφαλώς καί άπείρων άλλων άριθμών (Θεαίτητος, τού Πλάτωνος), ειναι άρρητοι άριθμοί, πράγμα πού σημαίνει δτι τό άπειρο συνυπάρχει μέ τό πέ-ρας, ή ύπάρχει μέσα στό πέρας.
νΕτσι δ Πλάτων, ό ίδεαλιστής φιλόσοφος, ό Πλάτων, πού θά ήθελε τά πάντα νά είναι πέρας, λέει οτόν Φίληδο (16c)| γιά δλα τά δντα: «πέρας δέ καί άπειρίαν έν έαυ-τοΐς σύμφυτον έχόντων». Όλα σότά προσπαθοΰν κατό-πιν νά τά έξοβελίσουν οί πραγματικά λογοκρατικοί, δπως καί οί θεολόγοι φιλόσοφοι.
Έρώτηση: Μιλάτε γιά άμεση όημοκρατία. Πώς εϊναι δννα-τή ή λειτονργία της σέ χοινωνίες πον γνωρίζονν μεγάλες ταξικές καί οίχονομικές διαφοροποίήσεις τών μελών τονς; Μήπως αντή ή δμεση δημοκρατία, άντί γιά Sva 6ψ μα μπροστά, μάς πάει δύο βήματα πίσω; Αιότι, δπως ξέ-ρετε άπό τήν ίστορία, νπήρχαν κοινότητες καί στήν Φι-λαδέλφεια καί στήν ύπόλοιπη Άμερική πού προσπάθψ σαν νά φηάξονν μιά τέτοια όημοκρατία ή όποία δμως δέν έπιβίωσε.
Έπίσης γιά τούς κομματικονς μηχανισμούς πού δέν τούς άναφέρατε καίμάλλον τούς άρνεϊσθε: πώς εϊναι δν~ νατόν νά προχωρήσει ίνας κομματικός μηχανωμός χωρίς τά λεγόμενα κομματικά στελέχη; Καί άλλοι προσπάθη-σαν νά κάνουν αύτά πού λέτε έσεϊς καί άπέτυχαν. Δέν τονς £δωσε σημασία ό λαός. Καί άν πραγματιχά αντά δί-νανε λύση στά προδλήματα τοϋ λαον, τότε ό λαός θά τούς προωθοϋσε, άλλά δέν ύπάρχει κανένα μέρος τοϋ
κόσμον δπου αύτά πού λέτε νά ϊχονν άνθίσει. Δηλαδή ή ζωή, ή πραγματικότητα εχει δείξει ποιά πράγματα πάνε μπροστά. Μήπως μιλάτε οντοπικά, μήπως πάμε πάλι στήν νηπιακή ήλικία τής δημοκρατίας; Κ.Κ.: Μπορεϊ νά μιλάω ούτοπικά. Αύτό, βεβαίως, δέν άποκλείεται έκ τών προτέρων γιά κανένα. Τά ζητήματα πού βάζετε ειναι πολύ σημαντικά. Γιά μένα, βέβαια, έχουν λυβεϊ, αύτό δμως δέν σημαίνει πώς εχουν λυθεϊ γιά δλο τόν κόσμο.
Γιά τούς άρχαίους Έλληνες τό θέμα τής ένδεχόμενης πολιτικής διαφοροποίησης τών μελών τής κοινωνίας, σάν άπόρροια τής οίκονομικής διαφοροποίησης (άφή-νουμε έδώ κατά μέρος τό θέμα τών έλευθέρων καί τών δούλων, έξετάζουμε τίς διαφοροποιήσεις μεταξύ έλευθέ-ρων) δέν εμπαινε, ή τούλάχιστον δέν τό άντιμετώπιζαν μέ τόν ίδιο τρόπο πού έμεϊς σήμερα είμαστε ύποχρεωμέ-νοι νά τό άντιμετωπίσουμε. Είμαστε έπίσης ύποχρεωμέ-vot νά άντιμετωπίσουμε τό ζήτημα τής δυνατότητας πο-λιτικής ίσότητας σέ μιά κοινωνία δπου ύπάρχει έξειδι-κευμένη πολιτική όργάνωση.
Τό θέμα τής οίκονομικής άνισότητας μπήκε μέ μιά εν-νοια στήν άρχαία Έλλάδα άπό τόν 6ο αίώνα, μέ τήν με-ταρρύθμιση τοϋ Σόλωνος. Ή οίκονομική διαφοροποίη-ση εΕχε φτάσει σέ σημεΐο ώστε οί πλούσιοι γαιοκτήμονες νά τείνουν νά γίνουν κύριοι τών πάντων: έδάνειζαν στούς φτωχούς άγρότες οί όποίοι ύποθήκευαν τά σώμα-τά τους. Σέ περίπτωση πού δέν μποροΰσαν νά ξεπληρώ-σουν•τό χρέος τους γίνονταν δοΰλοι. Ό Σόλων με τήν σεισάχθεια παραγράφει τά χρέη καί νομοθετεϊ άπαγο-ρεύοντας τόν δανεισμό μέ ένεχυριασμό τοϋ ίδίου σώμα-τος. Ή μεταρρύθμιση τοΰ Σόλωνος, μέσψ τής περιπέτει-εας τοϋ Πεισίστρατου καί τών Πεισιστρατιδών, άπολή-γει στόν Κλεισθένη. Μέ μιά σειρά θεσμών, οί Άθηναΐοι περιορίζουν τήν πολιτική δύναμη τών πλουσίων καί προσπαθοϋν νά μειώσουν τήν οίκονομική άνισότητα έπι-βαρύνοντας τούς πλουσίους μέ όρισμένα έξοδα: χορη-
γία, συντήρηση τριήρους, συντήρηση πολεμικού άλόγου κλπ.
Αύτά εΐναι ύπόθεση τών Άθηναιων καί δέν εχουν με-γάλη σημασία γιά μάς σήμερα. Μέ δσα είπα δέν άγνοώ τόν σύγχρονο κόσμο καί δλη τήν έμπειρία τής κοινωνιας μέσα στήν όποία ζούμε. νΑλλωστε, §να άπό τά πράγματα τά όποία προσάπτω σέ μιά μεγάλη σύγχρονη συγγραφέα, τήν Γερμανοέβραια φιλόσοφο Χάνα "Αρεντ, πού εχει ίδιαίτερα άσχοληθει μέ τήν Έλλάδα και έχει γράψει πολλά καί πολύ σωστά γι' αύτήν, εΐναι δτι ύποτιμά τό γεγονός δτι, στήν σημερινή έποχή, τό κοινωνικό πρόβλη-μα εϊναι πολιτικό. Γράφει περίπου: τό σημαντικό στούς άρχαίους Έλληνες ήταν δτι κέντρο τής άπασχόληοής τους ήταν τό πολιτικό και δχι τό κοινωνικό πρόβλημα. Όμως, μιά κοινωνία στήν όποία παρατηρείται τεράστια ή και άπλώς σημαντική οικονομική διαφοροποίηση ειναι άδύνατο νά δημιουργήσει πολιτική ίσότητα.
Θεωρώ δτι τό θέμα της άμεσης δημοκρατίας σιόν πο-λιτικό τομέα δέν μπορεί νά τεθεϊ παρά σάν θέμα αύτοκυ-βέρνησης τών άνθρώπων σ' δλους τούς τομεις και, συνε-πώς, καί στήν παραγωγή, μέ τήν κοινωνικοποιηση τού-λάχιστον τών σημαντικών μέσων παραγωγής καί τήν συλλογική διαχείριση τής παραγωγής άπό τούς παραγω-
γούς.
Διερωτάσθε μήπως αύτό ειναι £να βήμα πρό τά πίσω καί άντιπαραθέτετε τό παράδειγμα του κομματικοϋ μη-χανισμοΰ και τών στελεχών. Κατά τήν γνώμη μου, τό πα-ράδειγμα αύτό άποτελεί είς ατοπον άπαγωγή. Βέβαια, αύτό έξαρτάται άπό τίς έκτιμήσεις καί άποτιμήσεις πού κάνει κανείς της πραγματικότητας καί τών διαφόρων φαινομένων. Άλλά αύτοί άκριβώς οί κομματικοί μηχα-νισμοί, μέ τά μόνιμα κομματικά στελέχη, τούς περίφη-μους έπαγγελματίες έπαναστάτες τοΰ Λένιν τοϋ 1903, τί δίνουν; Δίνουν μιά κομματική γραφειοκρατία, ή όποία, σέ περίπτωση κοινωνικής μεταβολής, γίνεται κυρίαρχη τάξη καί παίρνει τήν θέση τών παλιών καπιταλιστών.
Βλέπουμε δτι ενας κομματικός μηχανισμός μέ κομματικά στελέχη, οΰτε κάν έπαγγελματικά άλλά άπλώς μόνιμα, δημιουργεϊ ήδη τό έμβρυο μιάς νέας ταξικής διάρθρω-σης, ή όποία, όποιαδήποτε κοινωνική μεταβολή κι άν γί-νει, θά δημιουργήσει μιά κατάσταση άνάλογη μέ τήν προηγούμενη, καί ίσως άπό άλλες άπόψεις χειρότερη.
Άπό τήν στιγμή πού ύπάρχουν άτομα μέ μόνιμη θέση στήν έξουσία -δπως εΐναι κατ' άνάγκη οί άνθρωποι πού έκλέγονται συστηματικά στήν Κεντρική έπιτροπή, στό πολίτ-μπιρό καί στήν γραμματεία τοΰ ΚΚΣΕ ή καί όποι-ουδήποτε άλλου ΚΚ -πώς εϊναι άνθρωπίνως όυνατό νά άπαιτήσετε, ιδίως άν πιστεύετε στόν ίστορικό ύλισμό, άπό τούς άνθρώπους αύτούς νά άγνοήσουν τήν πραγμα-τική προσωπική τους ΰπαρξη; Τό γεγονός εΐναι δτι κά-ποιοι Ιχουν προνόμια καί δτι μποροϋν νά εχουν καί με-γαλύτερα προνόμια. Τό προνομιοϋχο αύτό στρώμα γιά τήν Ρωσία είναι περίπου τό 15-20 τοίς έκατό τοϋ πληθυ-σμοΰ, καί περιλαμβάνει όλη τήν κομματική γραφειοκρα-τία, τά άνώτερα μέλη τοϋ οίκονομικοϋ καί τεχνικοϋ μη-χανισμοϋ, τήν ίντελιγκέντσια καί τόν στρατό. Καταλή-γουμε έτσι στήν ίδια κατάσταση. Άπό αύτή τήν αποψη, τό μάθημα τής σύγχρονης ίστορίας είναι δτι δέν βγήκαμε καθόλου άπό τήν άντιδημοκρατική έξουσία καί δτι, πάν-τως, ή λύση δέν είναι οί έπαγγελματίες πολιτικοί καί, άκόμα λιγότερο, τό άκρον άωτον τοΰ πολιτικοΰ έπαγγελ-ματισμοΰ, δηλαδή οί έπαγγελματίες τοΰ κομματικοΰ μη-χανισμοϋ.
Λύση μπορεϊ νά μήν ύπάρχει: κανένας όέν μάς ϊχει ύποσχεθεΐ δτι θά φθάσονμε μιά μέρα στήν γή τής έπαγγε-λίας καί σ' αύτό διαφωνώ με τόν Μάρξ. Ύποστηρίζω ότι ή λύση αύτή έξαρτάται άπό τούς άνθρώπους τούς ίδιους, άπό τήν έπιθυμία τους καί τήν πραγματική τους δύναμη νά αύτοκυβερνηθοΰν.
"Αν δμως νπάρχει λύση, αντή είναι ή αντοκνβέρνηση. Κάθε άλλη λύση μάς φέρνει πίσω, μέ τήν έννοια δτι στήν σύγχρονη έποχή καί μέ τά τεχνικά μέσα πού ύπάρχουν,
δέν μποροΰμε παρά όλοένα καί περισσότερο νά πηγαί-νουμε πρός μορφές πολιτικής άλλοτριωσης, γραφειοκρα-τικής δικτατορίας, εΐτε άνοιχτής, δπως στίς άνατολικές χώρες, ειτε κοαιιταλιστικο-γραφειοκρατικής, δπως στίς δυτικές χώρες.
Δέν ξέρω άν σάς ίκανοποιει ή άπάντησή μου αύτή. Ό ϊδιος έραηών: Εΐναι κάπως άπαισιόόοξη... Κ.Κ.: Δέν εϊναι άπαισιόδοξη. Έχουμε φτάσει στό σημείο νά θεωρούμε άπαισιόδοξη κάθε θέση ή όποια λέει: «Προσέξτε άνθρωποι, κανένας δέν σάς έγγυήθηκε δτι στό τέλος τής ζωής ύπάρχει ό παράδεισος». Έρώτηση: Σήμερα, στόν νεοελληνικό χώρο, νφιστάμεθα μιά λογική πού μάς καθορίζει. Πρέπει νά νπάρξει μιά ενιαία κίνηση μέ κεντρικό άξονα τήν άμεση όημοκρατία καίμέ μιά νέα άντι-λογική. Τό πρόβλημά μον, δμως, 6ρί-οκεται στό γεγονός δχι κάποιες κινήσεις πέφτονν στό πε-ριθώριο, ένώ τανχόχρονα ή άποθάρρννση όόηγεϊ στήν άόράνεια. Αίσθάνομαι μιά παθητική άόράνεια πον μέ άνησνχεϊ πολν.
Κ.Κ*: Δέν μπορώ νά σάς άπαντήσω σ' αύτό τό έρώτημα. Εϊναι έρώτημα πού άφορά όλη τήν πολιτική κοινότητα. Μόνη αύτή ειναι άρμόδια νά άπαντήσει, όχι ενας θεωρη-τικός ή διανοούμενος.
Άσφαλώς, έχετε δίκιο δταν κάνετε αύτή τήν παρατή-ρηση καί σάς καταλαβαίνω. Στό μέρος τοϋ κόσμου στό όποιο ζούμε -παρά τις έσωτερικές ρήξεις- ύπάρχει μιά κυριαρχούσα κατάσταση μέ τήν λογική της, τήν όποία καί μποροΰμε νά συνοψίσουμε σέ: κατανάλωση, ήπια χειραγώγηση τών άνθρώπων, ίδιωτικοποίηση. Ή κατά-σταση αύτή έξαπλώνεται όλοένα και περισσότερο στίς δυτικές κοινωνίες.
νΑν έξακολουθήσει αύτή ή πορεία τών πραγμάτων, τό-τε δλα δσα έγιναν στόν 18ο καί 19ο αιώνα, τό 1936, τόν Μάη τού '68 καί δλη τήν δεκαετία τοϋ '60 καί τοϋ '70 στήν Γαλλία, τήν Γερμανία, τήν Ίταλία, τήν Άμερική κλπ. μπορεί νά χαθούν.
Δέν είμαι σέ θέση νά άπαντήσω τί θά γινει άπ' αύτή τήν άποψη, ίδίως δέ δταν μιλάτε γιά χώρους σάν τόν νεοελληνικό, παρότι τό φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Ξα-ναερχόμαστε, έδώ, στό σημειο πού εθιξα στήν άρχή τής όμιλίας μου λέγοντας δτι θεωροΰμε αύτονόητο νά τίθεται σέ παγκόσμια κλίμακα τό ζήτημα τής έλευθερίας, τής δι-καιοσύνης ή τής ισότητας. Όπως ήδη εΐπα, δέν ειναι κα-θόλου αύτονόητο.
Έπισκέφθηκα πρίν άπό δύο χρόνια τήν Βραζιλία, δταν ή κατάσταση ειχε ήδη άρχισει ν' άλλάζει. Μπορεί κανείς νά δει καθαρά δτι, παρ' δλη τήν μιζέρια τής χώ-ρας, ύπάρχει ενα δυνατό μέλλον πού μπορεϊ νά συνοψι-στει σ' αύτές τίς τρείς λέξεις: Φούτμπολ, σάμπα καί μα-κούμπα1.
Ύπάρχει ένα δυνατό μέλλον τής νεοελληνικής κοινω-νίας, τό δποιο μπορεί κανείς νά συνσψίσει στις τρείς λέ-ξεις: Φοντμπολ, σκνλάόικο, κονμκάν. Τήν προϊοΰσα ίδιωτικοποιηση τήν προωθεί κατά κάποιο τρόπο τό σύ-στημα. Όταν λέω «τήν προωθεί τό σύστημα» δέν θά πρέπει νά φανταστεϊ κανεις κάποια τηλεκατευθυνόμενη συνωμοσία, όργανωμένη στά ύπόγεια τού Πενταγώνου ή τής General Motors, άλλά τήν έγγενή λογική τού συστή-ματος πού όδηγεί σ' αύτότό άποτέλεσμα.
Εϊναι, δμως, νοητή ή άπεριόριστη έπέκταση τής ιδιω-τικοποίησης; Ειναι δυνατή ή λειτουργία μιάς κοινωνιας δπου τά πράγματα θά τείνουν δλο και περιοσότερο πρός αύτή τήν κατεύθυνση; Ύπάρχει κάποιο δριο πέρα άπό τό όποίο θά ύπάρξει κάποια άντίδραση; Αντό ειναι τό ένα έρώτημα.
Τό δεύτερο έρώτημα άφορά τήν δημιουργία ένιαίας άντι-λογικής, τήν όποία άναφέρατε. Κατά κάποιο τρό-πο, αύτή ή ένιαία άντι-λογική ύπάρχει. Είναι ή άντι-λο-
1. Πρόκειται γιά τήν μαύρη μαγεία στήν όποία προσφεύγει κού ό διοι-κητης τής Τραπέζης τής Βραζιλιας γιά νά μάθει άν πρέπει νά ύποτιμή-σει τό νόμισμα καί πόσο.
γική τής συλλογικής όργάνωσης, τής ύπευθυνότητας, τοΰ έλέγχσυ, τής μή άδιαφορίας. Τό ζήτημα ειναι άν μπο-ρούμε νά τήν πραγματοποιήσουμε, άν οι άνθρωποι άρχι-ζουν νά κάνουν κάποιες προσπάθειες πρό αύτή τήν κα-τεύθυνση. Αύτό δέν ειναι θέμα πού έπιδέχεται θεωρητι-κή άπάντηοη. Είναι θέμα διαπίστωσης ή παρατήρησης τέτοιων κινήσεων, τέτοιων προσπαθειών έκ μέρους τών ανθρώπων. Ειναι γεγονός, π.χ., δτι κάτω άπό πολύ δύ-σκολες συνθήκες οί άνθρωποι μπόρεσαν νά κινηθούν πρός αύτή τήν κατεύθυνση στήν Πολωνία, άπό τόν Αΰ-γουστο τού '80 ώς τήν δικτατορία τοϋ Γιαρουζέλσκι (τόν δποίο τά «σοσιαλιστικά» μέσα μαζικής ένημερώσεως στήν Έλλάδα άποκαλούν: «ό Πολωνός ήγέτης», άντιπα-ραθέτοντάς τον στόν Χιλιανό δικτάτορα Πινοτσέτ). Για-τί εγινε έκεϊ κι όχι άλλου; Σ' αύτό δέν ύπάρχει έκ τών προτέρων θεωρητική άπάντηση. Τό μόνο πού μπορούμε νά πσϋμε εΐναι δτι τά στοιχεια τά έχουμε κατά κάποιο τρόπο, τό δέ πρόβλημα έντοπίζεται, τελικά, ατήν πρα-κτική δραστηριότητα τών άνθρώπων πρός τήν κατεύθυν-οη αύτή.
Έρώτηση: Ή άμεοη όημοκρατία τής έλληνικής πόλης -αν-τό τό μιχρό καί τό δμορφο- ήταν μιά δημιονργία γιά τήν όποία οί ϊδιοι οί 'Έλληνες χαίρονταν καί ή όποία άφησε εργα θανμαστά άπ' δλο τόν κόσμο. Διερωτώμαι, δμως, πώς εϊναι δννατόν ενα τέτοιο σύστημα νά έπιβιώσει στίς άνάγκες τής σημερινής ζωής, νά άμννθεΐ άπέναντι σέ όρισμένονς τεγνικονς πού μποροϋν μόνοι τονς καί ξέχω-ρα νά κατασκευάζονν όποιαδήποτε καταοτρεπτικά δπλα θέλοννε; Πώς είναι δννατόν αντοί οί πολίτες νά έλέγ-χονν σωστά τήν έξονσία χωρίς τήν παρέμβαση κομματι-κών μηχανισμών ή παρατάξεων ή όμάόων πού άλλοιώ-νονν τήν παρονσία τοϋ πολίτη σάν άτόμον καί τόν έκ-προσωπονν στά δργανα λήψεως άποφάσεων καταργών-τας Ιτοι τόν άμεσο χαρακτήρα τής σνμμετοχης τον;
Έπυζλέον, όέν πρέπει νά ξεχνάμε δτι καί οτό παρά-δειγμα τής άρχαίας Έλλάδας ό δήμος κατέληξε ερμαιο τών δημαγωγών.
κ.κ.: Οί άρχαιοι Άθηναΐοι έχαίρονταν πράγματι τήν δυ-νατότητα δημιουργίας καί τήν πόλη τους. Αύτό ειναι έμ-φανέστατο στόν Έπιτάφιο τον Περικλή -κειμενο πού θά 'πρεπε νά διαβάζει και νά ξαναδιαβάζει κανεις καί όχι άπό μετάφραση- δπου βλέπουμε πώς ό ΐδιος ό Περικλής περιγράφει τόν λαό λέγοντας περίπου: νά πώς έμείς όρ-γανώσαμε τήν πόλη, νά τί κάναμε, νά ποιοί είμαστε, πώς ζοΰμε και πώς, ένώ ταύτοχρόνως ή πόλις εχει νόμους κι ένδιαφερόμαστε δλοι γιά τό κοινό καλό, κανένας δέν δη-μιουργεΐ πρόβλημα στόν άλλο άν αύτός κάνει τό κέφι του χωρίς νά βλάπτει τό σύνολο.
Αύτά πού έχουν είπωθει, δτι δήθεν ή άρχαία δημο-κρατία καταπίεζε τό άτομο, δτι δέν ύπήρχε άτομική έλευθερία κλπ. είναι τεράστιες άνοησιες. Στήν ζωή τών Άθηνών, δπως φαίνεται άπό τόν Έπιτάφιο, τά άτομα πραγματοποιούνται σάν άτομα συμμετέχοντας σέ μιά κοινοτική ή κοινωνική ζωή. Άλλιώς τό άτομο ειναι λει--ψό, μίζερο ή είναι, τό πολύ, παραγνωρισμένος μεγάλος καλλιτέχνης, ό όποίος παράγει μόνος έλπίζοντας στήν ύστεροφημία. Στήν άρχαία Έλλάδα δέν ύπάρχει αύτό τό σύγχρονο φαινόμενο, δέν ύπάρχουν οι μεγάλοι παρα-γνωρισμένοι καλλιτέχνες, Ύπάρχουν μεγάλοι καλλιτέ-χνες τούς όποίους ό λαός χειροκροτει καί βραβεύει ή τούς έκλέγει γιά νά κάνσυν άγάλματα πάνω στήν Άκρό-πολη. Τσύτοχρόνως, ό Άριστοφάνης, έξίσου μεγάλος καλλιτέχνης, διακωμωδεΐ, σατυρίζει τούς βραβευμένους καλλιτέχνες, δπως τόν Εύριπίδη, καί βραβεύεται και αύ-τός. Γράφει τούς Ίππής, τήν δριμύτερη δυνατή έπίθεση έναντίον ένός δημοφιλοϋς πoλιτLκoϋ άρχηγού, τού Κλέωνος (τοΰ όποιου τό άντίστοιχο θά ήταν σήμερα ό \Α. Παπανδρέου), δπου χρησιμοποιεΐ τίς πιό ύβριστικές καί έξευτελιστικές έκφράσεις, καί τί γίνεται; Καί ό 'Αρι-στοφάνης παίρνει βραβεϊο γιά τούς Ίππής καί ό Κλέων ξαναεκλέγεται. Αύτό θά πει δημοκρατία: ό λαός έκλέγει τόν Κλέωνα καί ταύτοχρόνως όχι μόνο έπιτρέπει οτόν Άριστοφάνη νά τοΰ άσκήσει κριτική άλλά και τόν έπαι-
νει γι' αύτό. (Πράγμα πού φυσικά γίνεται άδύνατο άπό ϋήν στιγμή πού τά βραβεια έμπίπτουν στις άρμοδιότητες κάποιων ύπσυργείων Πολιτισμού).
Πρίν άπό τήν άναφορά μου στόν Κλέωνα καί στόν \Α. Παπανδρέου καί άνεξάρτητα άπ' αύτήν, ειχατε μιλήσει γιά δημαγωγούς καί ειχατε έπισημάνει τόν κίνδυνο πού διατρέχει ό δήμος νά γινει ερμαιό τους. Μήπως σήμερα τόσο ό έλληνικός λαός δσο και οί άλλοι λαοι δέν ειναι ερμαια τών δημαγωγών; νΑς μήν μποϋμε στό θέμα τών δημαγωγών, άς ποΰμε μόνο δτι, άπό μιά όρισμένη στιγμή καί μετά, κατά τόν Πελοποννησιακό πόλεμο, ή ποιότητα της άθηναϊκής ζωής άλλάζει. Ειναι τό άποτέλεσμα τοΰ πολέμου. Όπως θαυμαστά γράφει ό Θουκυδιδης, ό πό-λεμος είναι διαφθορέας τών πάντων, άκόμη και τής ση-μασιας τών λέξεων. Καί τοϋτο γιατί δ πόλεμος δέν ήταν έξωτερικός άλλά πολιτικός και έμφύλιος κατ' ούσίαν. Πόλεμος τών όλιγαρχών μέ τούς δημοκράτες. Όλες οί λέξεις εϊχαν γίνει σλόγκαν, δπως έξάλλου καί σήμερα. Δημοκρατία λένε οί μέν, δημοκρατία και οί δέ. Κάθε Άφρικανός δεκανέας, πού μέ τέσσερα τζίπ καί πέντε μυδραλιοβόλα κάνει τήν δικτατορία του, τήν όνομάζει: Νέο Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό, Έπαναστατικό κίνημα τής Τζαμπίγκουα. Αύΐή ή έξέλιξη ύπήρξε πράγματι και στήν έλληνική πολιτική ζωή.
Έρχομαι τώρα στό πιό σημαντικό: Δέν εΐμαι καθόλου όπαδός τού μικροΰ και τού δμορφου, άντίληψη στήν όποια άντιτίθεμαι, πρώτα γιατί πιοτεύω δτι ή σνγχρότη-ση κοινοτήτων πενήντα ή έκατό άτόμων όέν εΐναι πολιτι-κή λνση, άλλά άντίθετα ούτοπία. Είναι άδύνατο νά έπι-βιώσουν αύτόνομα τέτοιες κοινότητες άν τό ύπόλοιπο τής άνθρωπότητας καί τών κρατών παραμενει δπως έχει. Δεύτερον, διότι, γιά μένα, μιά πόλις -όχι πόλις-τέρας άλλά πόλις άνθρώπινη- ειναι ενα μεγάλο δημιούργημα τής άνθρωπότητας άπό τό όποίο πολλά μαθαινει κανεις. Θεωρώ ταύτόχρονα δτι θά ήταν τρομερό φτώχεμα τής ζωής μας ό περιορισμός της σ' ένα κύκλο 30 ή 50 άτό-
μων. Τρίχον, διότι τό πολιτικό πρόβλημα δέν εΐναι άπλώς πώς θά κυβερνηθούν εικοσι ή τριάντα άνθρωποι (αύτό είτε λύνεται είτε δέν λύνεχαι, δέν έχει μεγάλη ση-μασία). Τό πραγματικό πρόβλημα εΐναι πώς θά αύχοκυ-βερνηθεί ενας λαός δέκα, πενηνχα ή διακοσίων έκαχομ-μυρίων και, στό χέλος, πώς αύτοί οί λαοι θά φθάσουν νά θεωροΰν τόν έαυτό τους σάν ένιαία πολιχική κοινότητα, σάν μία άνθρωπότητα πολιτιχή. Αύχό εΐναι τό πρόβλη-μα.
Τί σημαίνει, σ' αύχήν τήν κλίμακα -τών πολύ μεγάλων πολιτικών κοινοτήτων- άμεση δημοκραχία; Σημαίνει δτι άπορρίπτουμε τις λύσεις πού, δυνάμει, όδηγούν σέ άλλο-χριωχικές πολιτικές δομές, κι δτι έπιζηχούμε χίς λύσεις πον δίνουν τήν μεγαλύτερη δυνατή έξουσία σέ κοινόχη-τες τών όποίων οι διαστάσεις έπιχρέπουν τήν άμεση αύ-τοκυβέρνηση ή τίς λύσεις πού μεγισχοποισΰν τήν συμμε-τοχή τών πολιχών στίς άποφάσεις καί τόν Ιλεγχό τους πάνω σέ δσα γίνονχαι σχίς ένόχηχες, τών όποιων ή διά-σταση (ή στά θέμαχα, τών όποίων ή φύση) δέν έπιχρέ-πουν τήν άμεση αύτοκυβέρνηση.
νΑς πάρουμε τό παράδειγμα τής Γαλλίας, δπου εχουμε σοσιαλισχική κυβέρνηση (μέ χούλάχισχον είκοσι πένχε είσαγωγικά στόν δρο σοσιαλιοτική) καί δπου ύπάρχει, συνχαγμαχικά, ό θεσμός τοϋ δημοψηφισμαχος. Δέν λέω όχι τό δημοψήφισμα ειναι τό ιδεώδες τής άμεσης δημο-κραχίας* λέω άπλώς δτι ειναι ένας τρό^ος νά έκφρασχεΐ ό λαός.
Τό σοσιαλισχικό κόμμα, άπό χρόνια, άνχιχάσσεχαι στήν πυρηνική πολιχική χών προηγουμένων κυβερνή-σεων, δηλαδή σχήν δημιουργία πυρηνικών έργοοχασιων παραγωγης ήλεκχρικής ένέργειας. Τό λέει αύχό έπί χρό-νια. Ύποσχηρίζει χούς οίκολόγους σχίς έκδηλώσεις και διαδηλώσεις χους ένανχίον χών νέων έγκαχασχάσεων κλπ.
Έρχεχαι δ Μάιος χού '81. Τό σοσιαλισχικό κόμμα κά-νει κυβέρνηση -καί, φυσικά, άμέσως έκδηλώνει χήν πρό-
θεσή του νά συνεχίσει τήν πολιτική παραγωγής πυρηνι-κής ένεργείας τών προηγουμένων κυβερνήσεων. Τήν συ-νεχίζει, άγνοώντας μιά μικρο-(ή ψευδο-) έξέγερση ένός τμήματος τών σοσιαλιστών βουλευχών* τήν συνεχιζει, έπιβάλλονχας σχούς βουλευτές του νά ψηφίσουν τις σχε-τικές πιστώσεις. Οΰτε κάν συζητά τήν πρόταση δημοψη-φισμαχος, στό όποΐο ή πολιτική πυρηνικής ένέργειας θά κέρδιζε, δεδομένης τής συμμαχιας τής Δεξιάς καί τών κομμουνιστών ύπέρ τής πολιτικής αύχής. (Θά συγκέν-τρωνε χούλάχισχον 50 μέ 60% «ναί»).
Άλλά ποϋ πάμε, άν έμεις οί σοσιαλιστές άρχισουμε νά κάνουμε δημοψηφίσμαχα, άν άρχίσουμε νά ρωτάμε τήν γνώμη τοϋ λαοΰ; Λέτε δτι πρέπει νά βρεθούν τρόποι. Μά γιατί οί τρόποι οί όποιοι ύπάρχουν δέν έφαρμόζονται;
Βεβαίως, τό δημοψήφισμα, δπως καί Οποιαδήποτε άλ-λη ψηφοφορία, μπορεί νά εϊναι κωμωδία, καί αύτό όχι μόνο στήν γαλλική περίπχωση. Τό δημοψήφισμα εχει ση-μασία μόνο έάν πραγματικά δοθεί ή δυναχόχηχα αχόν λαό νά πληροφορηθεί και νά κρίνει έν έπιγνώσει γιά χά θέμαχα γιά χά όποϊα καλειχαι νά άποφασίσει. Δέν μπο-ρεί καί δέν πρέπει νά πάρει χήν μορφή ύποσχήριξης άνχιπάλων ποδοσφοαρικών όμάδων. Προϋποθέχει δχι χά μέσα μαζικής πληροφόρησης κάνουν πραγμαχική δου-λειά, δουλειά έλεγχόμενη.
Τί έμποδίζει, δμως, και δλα αύχά δέν γίνονχαι; Γιαχί, έκει πού ειναι δυναχή πολύ μεγαλύχερη αύχοδιοίκηση, δέν γίνεχαι; Γιαχί δέν μπορούν οί δήμοι, οί κοινόχηχες, οί έπαρχίες καί οί νομοί νά έχουν πραγμαχικά δικαιώμα-χα; Πώς εΐναι δυναχόν νά έχουμε μεγαλύχερη συμμεχοχή χών πολιχών έάν οί πολιχες ξέρουν όχι, είχε ένδιαφερ-θούν είχε όχι, χίποχε δέν πρόκειχαι νά άλλάξει; Ό κάθε πολιχης θά άρχίσει νά συμμεχέχει δχαν θά ξέρει δχι «χό νά πάω ή όχι σχήν συνέλευση χό βράδυ, μπορεί νά παιξει ενα ρόλο».
Δέν πισχεύω όχι εϊ/ναι δυναχόν νά γίνουν αύχές οί άλ-λαγές μέ όμοιοπαθηχικές δόσεις. Ρωχάω, δμως, έσάς καί
τόν καθένα: γιατι αύτές οί όμοιοπαθητικές δόσεις δέν γί-νονται; Πιστεύω δτι μέσα στό σημερινό σύστημα -είτε αύτοι οί όποίοι εΐνα* στά πράγματα λέγονται δεξιά, ειτε άριστερά- ύπάρχει §να έγκατεστημένο συμφέρον καί, άκόμα βαθύτερα, μιά λογική τού συστήματος πού άντι-στρατεύονται κάθε έκδημοκρατισμό καί όδηγοΰν πρός μεγαλύτερη πολιτική άποξένωση καί άλλοτρίωση τών άνθρώπων.
Έρώτηση: Μάς άναφέρατε στήν άρχή τούς δονλους στήν άρχαία Έλλάδα. Έρμηνενσατε τό φαινόμενο καί εΐπατε: όέν πειράζει πού νπήρχαν καί μερικοί δοϋλοι. Εϊπατε δτι δταν έξεγέρθηκαν εΐχαν κατά νον νά πιάσονν τούς άλλονς καί νά τονς κάνονν μέ τήν σειρά τονς δούλους. "Ομως, βλέπονμε πώς κάτι τέτοιο δέν ϊγινε καί ή δον-λεία καταργήθηκε. Έκεϊ πού οί δοϋλοι ήταν νποχείριο τοϋ ίδιοκτήτη τονς, στό καθεστώς πού άκολονθεϊ, στήν δονλοπαροικία> δέν μποροϋν νάγίνονν άντικείμενο άγο-ραπωλησίας. Μετά άπ' αντήν ερχεται %να άλλο καθε-στώς, ό λεγόμενος καπιταλισμός. Έδώ, θέλω νά θίξω τό θέμα τής άναφοράς σας οτόν μαρξισμό: νομίζω δτι τό νά άναφέρεται κάποιος στόν μαρξισμό έν παρόδω, νά λέει δνό κουβεντονλες καί νά τόν άπορρίπτει εΐναι τούλάχι-στον παράτολμο. Ό Μάρξ είχε τονλάχιστον μιά θεωρία. "Ελεγε δη ό μοχλός τής ίστορίας εϊναι ή πάλη τών τά-ξεων: ή δονλεία καταργήθηκε δώτι πάλεψαν οί δοϋλοι, ή φεονδαρχία καταργήθηκε διότι πάλεψαν οί δονλοπά-ροικοι, άργότερα οί έργάτες μέ τίς σνμμαχίες -μέ τονς άγρότες καί τούς διανοονμενονς- φτιάχνουν τόν σοσια-λισμό. "Ολα αντά εχονν μιά λογική έξήγηση. Έσεϊς ποιά λογική έξήγηση μπορεϊτε νά δώσετε τής πορείας τής ίστο-ρίας δάσει τών μελετών πού ϊχετε κάνει;
Έπίσης, παροναιάσατε Ιδιαίτερη εναισθησία ώς πρός τίς δημοκρατίες τών δντικών χωρών καί ϊνα χλενασμό ώς πρός τίς δημοκρατίες τών άνατολικών χωρών, τών σοσιαλιστικών μέ πολλά είσαγωγικά. θέλω νά ρωτήσω τό έξής σχετικά μέ τόν Ισχνρισμό δτι οί δντικές χώρες
διατήρησαν σέ μεγάλο* οαθμό τήν όημοκρατία τής άρ-χαίας Έλλάόας: οί άρχαΖοι Άθηναϊοι άποφάσισαν, δπως μάς εϊπατε, άν θά κάνουν τήν έκστρατεία στήν Σι-κελία, οί σημερινοί Άμερικάνοι άποφάσισαν έπίσης δλοι μαζί άν θά κάνονν τήν έκστρατεία στό Βιετνάμ; Οί Βρε-τανοί άποφάσιοαν δλοι μαζί γιά τόν πόλεμο στά Φάλ-κλαντ;
Κ.Κ.: Ούδέποτε ειπα δτι «δέν πειράζει» πού ύπήρχαν δούλοι στήν άρχαιότητα. Συζήτησα τήν δουλεια άπό δύο άπόψεις: α. Σάν «έξήγηση» της δημοκρατίας τών άρ-χαίων Άθηνών. Ειπα δτι δέν τήν έξηγεί, διότι δουλεία ύπήρχε σ' δλες τις χώρες τού άρχαίου κόσμου χωρίς νά ύπάρχει δημοκρατία. Ύπενθύμισα αύτό τό όποιο καί ό ιδιος ό Μάρξ τόνιζε, δτι, δηλαδή, ή βάση τής άρχαίας έλληνικής πόλης ήταν ή άνεξάρτήτη μικρή παραγωγή• β. Σάν θεσμό. Εϊπα δτι γιά τούς άρχαίους Έλληνες ύπήρ-χαν περιορισμοί τού ποιός είναΐ πολίτης. Ότι πολίτες ήταν οί έλεύθεροι άρρενες ένήλικοι, περιορισμοί πού γιά μάς εϊναι άπαράδεκτοι. Δέν μπορειτε λοιπόν νά λέτε δτι ίσχυρίζομαι πώς «δέν πειράζει πού ύπήρχε δουλεία». Πειράζει καί πολύ μάλιστα. Ή διαφορά, όμως, εΐναι δτι έσεϊς γυρεύετε καλούπια γιά νά μπορειτε νά τά έφαρμό-σετε, ένώ έγώ, άντίθετα, γυρεύω στοιχεία πού μπορσύν νά κινήσουν τήν σκέψη μου καθώς καί τήν σκέψη τών άλλων. Στήν άρχαία Έλλάδα βρίσκω πράγματι όρισμένα στοιχεία πού κινσϋν τήν σκέψη μου.
Λέτε δτι ό Μάρξ ειχε θεωρια, καί μιλάτε γιά τήν πάλη τών δούλων κλπ. Λυπάμαι άλλά οΰτε τόν Μάρξ ξέρετε καλά οΰτε καί τήν ιστορια. Ούδέποτε ό Μάρξ εΐπε ότι ή δουλεία επεσε έπειδή έπάλεψαν οί δούλοι. Ό ϊδιος έρωτών: Καταργήθηκε άπό μόνη της; Πώς τό έρμψ νενετε;
Κ.Κ.: Τό θέμα δέν εϊναι πώς τό έρμηνεύω έγώ, άλλά τί πράγματι £γινε. Ή δουλεία δέν καταργήθηκε έπειδή ξε-σηκώθηκαν οί δούλοι μέ διεκδίκηση νά γίνουν δουλοπά-ροικοι. Τέτοιο πράγμα ούδέποτε συνέβη. Ή δουλεία κα-
ταργήθηκε διότι, άπό κάποια στιγμή καί πέρα, επαψε νά εϊναι συμφερτικός τρόπος παραγωγής γιά τις κυρίαρχες τάξεις. Που βλέπετε τήν πάλη τών δούλων έδώ; Εϊπα έπισης δτι ή ΰπαρξη τάξεων πού ύφιστανται έκμετάλλευ-ση δέν σημαίνει συτε συνεπάγεται δτι οί τάξεις αύτές βά-ζουν τό ζήτημα τής άλλαγης τής κοινωνικής θέσμισης ή της δικαιοσύνης ή τής ισότητας.
Ουτε καί ή δουλοπαροικία καταργήθηκε έπειδή άγω-νίστηκαν οι δουλοπάροικοι. Καταργήθηκε άπό τήν στιγ-μή πού άρχισε νά συμφέρει τήν άστική τάξη ή ΰπαρξη έλευθερων άγροτικών χεριών τά όποία, μή μπορώντας νά ζήσουν άπό τήν καλλιέργεια τής γης, εΐναι ύποχρεω-μενα νά πάνε στά έργοστάσια.
Αύτή ειναι ή μαρξιστική έρμηνεία, ή δποία άνταπο-κρίνεται περίπον στήν ίστορική πραγματικότητα. Καί ή ίστορική πραγματικότητα εΐναι, φυσικά, άσυμβιβαστη μέ τήν ιδέα δτι κάθε κυριαρχούμενη τάξη παλεύει, άνα-τρέπει τήν κυρίαρχη τάξη καέ Ιρχεται στήν θέση της. Ό ϊδιος έρωτών: Μήπως ϊχετε νπ' δψιν σας τό σαμποτάζ πον ϊκάναν οί όονλοι στά μέσα παραγωγής γιά νά κερόί-σονν τήν έλενθερία τονς;
Κ.Κ.: Μά μιλησα ό ιδιος καθαρά γι' αύτό τό θέμα πριν. ΈσεΙς γνωριζετε τό σαμποτάζ τής παραγωγής στίς άνα-τολικές χώρες άπό τούς έργάτες, τίς κλοπές πού γίνονται μέσα στά έργοστάσια, αύτό πού στά γαλλικά λέγεται «περούκα» (δέν ξέρω ποιός εΐναι ό δρος στά έλληνικά και άν ύπάρχει) καί δηλώνει τό γεγονός δτι δουλεύουν γιά τόν έαυτό τους κατασκευάζοντας άντικείμενα πού πωλοΰν στήν άγορά χρησιμοποιώντας τά μέσα τού κρά-τσυς; Είναι ύποχρεωμένοι νά προσφύγουν σ' αύτά τά μέ-σα γιά νά περιορισουν κάπως τήν έκμετάλλευση τήν όποία ύφίστανται.
Αντό, ομως, εΐναι ταξική πάλη μέ καθαρά άτομική μορφή καί όέν όόηγεϊ πονθενά. Γιά νά δδηγήσει κάπου πρέπει νά συλλογικοποιηθεί καί νά βάλει στόν έαυτό της άλλους στόχους, άλλες έπιδιώξεις άπό τήν άπλή άτομική
προστασία τού έργάτη. Στόν καπιταλισμό, δσο καιρό ό έργάτης άντιστεκόταν στήν ύπερεκμετάλλευσή του μέ καθαρά άτομικά μέσα, δηλαδή μέ τό σαμποτάρισμα τής παραγωγης ή τό σπάσιμο τών μηχανών, ή άμυνά του δέν προχωρούσε πολύ. νΑρχισε νά προχωράει άπό τήν στιγ-μή κατά τήν όποία οι έργάτες μπόρεσαν νά όργανωθούν, νά βάλουν συλλογικούς σκοπούς καί έπιδιώξεις. Αύτό δέν συνέβη, κι ουτε μποροϋσε νά συμβει, μέ τούς δού-
Ρ
λους (κι οΰτε κάν μέ τούς δουλοπάροικους). Καί, πρός τό παρόν, καί δυστυχώς, δέν φαίνεται νά μπορεϊ νά συμ-βεϊ στήν Ρωσία.
Τό ζήτημα χής έξήγησης πού δίνω έγώ στήν πορεία τής ιστορίας δέν μπορώ νά τό συζητήσω έδώ σήμερα. Μπο-ρώ δμως νά σάς πληροφορήσω ότι δέν δίνω άκριβώς κα-μιά έξήγηση μέ τήν Ιννοια πού έσεϊς γυρεύετε έξήγηση.
Θά τελειώσω μέ τό τελευταΐο σημείο πού θίξατε. Μοϋ άποδίδετε τήν ίδέα δτι οί δυτικές χώρες διατήρησαν πολλά σημεΐα τής άρχαιας δημοκρατίας: ιδέα πολύ πε-ρίεργη, καθόλου άθώα, άσχετη έν πάση περιπτώσει μέ δσα ύποστήριξα, καί τήν όποία δέν υίοθετώ.
Ειπα δτι στήν άμερικάνικη έπανάσταση τοϋ 1776 |α-ναβρίσκουμε κάποια στοιχεϊα τής άρχαίας δημοκρατίας, πράγμα πού έξηγεί τήν έπιβίωση όρισμένων θεσμών πού συναντάμε άκόμα καί σήμερα στήν Άμερική, δπως ή με-γάλη δημοτική καί τοπική αύτονομία. Αύτό μέ κανένα τρόπο δέν σημαίνει -ούτε καί τό εΐπα Μ,άλλον- δτι οί σημερινές δυτικές χώρες διατηροϋν πολλά στοιχεΐα τής άρχαίας δημοκρατίας.
Είπα, καί τό έπαναλαμβάνω, δτι κάθε φορά πού ξεκί-νησε ενα πραγματικό κίνημα -δπως ή άμερικάνικη έπα-νάσταση ή τό έργατικό κίνημα- ξαναανακάλυψε τίς ϊδιες άρχές τής άμεσης δημοκρατίας μέ τήν μορφή τής άνα-κλητότητας τών ύπευθύνων, μέ τήν έκ περιτροπής άνά-δειξή τους κλπ.
Οί δυτικές χώρες διατηροϋν πράγματι, σάν συνέπεια τών άγώνων πού έμφανίστηκαν μέσα σ' αύτές καί πού
χρονολογούνται άπό τό τέλος τού Μεσαίωνα, ένα σωρό στοιχεια δημοκρατικά, τά όποία, δμως, δέν άρκοΰν γιά νά τις χαρακτηρίσουν ώς δημοκρατίες μέ τήν πραγματι-κή εννοια. Έγώ τίς όνομάζω φιλελεύθερες όλιγαρχίες. 'Ασφαλώς, σ' αύτές τίς χώρες κυριαρχεί μιά μειοψηφία. Ταύτοχρόνως δμως, ύπάρχουν θεσμοί φιλελεύθεροι, κα-τάλοιπο κού ύπόλοιπο δλων αύτών τών άγώνων τού πα-ρελθόντος -άγώνων λαϊκών ώς έπί τό πολύ, καί στούς όποίους ή έργατική τάξη επαιξε, άσφαλώς, τεράστιο ρό-λο.
Όμως αύτό δέν σημαινει δτι ύπάρχει σ' αύτές τίς χώ-ρες δημοκρατία μέ τήν εννοια δτι ό λαός κυριαρχει καί παιρνει μόνος του τίς άποφάσεις.
Σχετικά με τήν τελευταία σας παρατήρηση: άσφαλώς συμφωνώ δτι κανένας δέν ρώτησε τόν άμερικάνικο λαό άν θέλει νά πάει στό Βιετνάμ, δπως κανένας δέν ρώτησε τόν ρώσικο λαό άν θέλει νά πάει στό Άφγανιστάν.
Ή διαφορά, δμως, εΐναι δτι, δταν έπιτέλους ό άμερι-κάνικος λαός άπηύδησε άπό τόν πόλεμο τοϋ Βιετνάμ, μπόρεσε μέ διάφορες διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις καί κι-νητοποιήσεις νά ύποχρεώσει τήν κυβέρνησή του νά στα-ματήσει αύτό τόν πόλεμο, πράγμα τό όποίο ό ρώσικος λαός δέν εϊναι σέ θέση νά κάνει αήμερα.
Ύπάρχουν καί άλλες έρωτήσεις, άλλά θά σταματήσω έδώ γιατί, δπως εΐπε μιά φορά ό Ντανιέλ Κον-Μπεντιτ, τό συνδικάτο μου μού άπαγορεύει νά δουλεύω μετά τίς 12 καί είκοσι.
4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου