Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 5

Σημείωση: Το κείμενο έχει μετατραπεί από pdf αρχείο και γι' αυτό περιέχει μικρά λάθη σε κάποιες λέξεις. Είναι όμως ευανάγνωστο. Για το πρωτότυπο pdf το οποίο δεν περιέχει τα μικρά αυτά λάθη (που όμως δεν αναγνωρίζει τους χαρακτήρες/γράμματα), πηγαίνετε εδώ: http://www.gamato.info/details.php?id=d6f1d034cce68d738d0d3d511dc56e9a097b8b2d

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
217
Σε ποια στρώματα ανήκουν βασικά αυτά τα μέλη της NSBO; Υποστη-ρίχθηκε, κοα συγκεκριμένα από τον Ντανιέλ Γκερέν,39 ότι η «εργατική αριστοκρατία» προμηθεύει ένα μεγάλο αριθμό μελών. Όμως, αν χρηοα-μοποιήσουμε με αυστηρότητα τον όρο, η άποψη αυτή δεν φαίνετοα σω-στή.40 Οι ειδικευμένοι και με υψηλές αποδοχές εργάτες των βιομηχα-νιών οαχμής, σοσιαλδημοκράτες κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά επί-σης και κομμουνιστές, παρέμειναν, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, πι-στοί στις οργανώσεις τους. Αν η NSBO στρατολογεί στοιχεί,α από την «εργατική αριατοκρατί,α» που ανήκαν παλοαότερα σε οργανώσεις της δεξιάς, στρατολογεί κυρίως στελέχη -ανώτεροι τεχνικοί, μηχανικοί, διοικητικά στελέχη κ.λπ- επιχειρήσεων. Τα στελέχη αυτά δεν ανήκουν οτην εργατική τάξη -παραγωγικοί εργάτες- ενώ, αντίθετα, η «εργατι-κή αριστοκρατία» είνοα στρώμα της εργατικής τάξης.
Ωστόοο, η NSBO στρατολογεί επίσης στη βάοη. Αυτό συμβαίνει κυ-ρίως με τους εργάτες νεοαύστατων επιχειρήσεων που έχουν πρόσφα-τη αγροτική καταγωγή41 (η αναλογία της αγροτιάς οτο σύνολο του πληθυσμού πέφτει από 35% το 1914 οε 23% το 1925), εργάτες προ-ερχόμενους κυρίως από ανατολικές περιοχές, όπου η αγροτική κρίση ήταν ιδιαίτερα οξεία και όπου ο εθνικοοοσιαλισμός είχε λαϊκό έρει-σμα οτη μάζα της φτωχής αγροτιάς.
Τέλος, η NSBO στρατολογεί ανέργονς (5.500.000 οι άνεργοι στη Γερμανία, το 1932), προς τους οποίους απευθύνετοα με μια ειδική ε-φημερίδα, την DerErwerbslose. Πολλοί εξαθλιωμένοι άνεργοι γίνονται έμμισθα μέλη των SA. Συχνά άλλωστε, οι επιχειρηματίες ζητούν την ταυτότητα του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν πρόκειτοα να κά-νουν προσλήψεις προσωπικού. Ωστόσο, αν γίνουν οι απαρούτητες δια-κρίσεις,42 κι εδώ πάλι το φαινόμενο είνοα λιγότερο μαζικό απ' όσο φαί-νετοα. Πρέπει, καταρχήν, να διακρίνουμε τους περιστασιακά ανέργους εργάτες από τα λούμπεν οτοιχεία, που κυρίως στρατολογεί ο φασι-σμός. Έπειτα, πρέπει να διακρίνουμε τους ανέργους εργάτες που έ-χουν ήδη ένα παρελθόν εργατικών αγώνων, από τους νέους ανέργους εργάτες που προσχωρούν πολύ πιο ανοιχτά στον εθνικοσοσιαλισμό. Πρέπει τέλος να γίνει διάκριση μεταξύ ανέργων εργατών -των Arbeit-
39. Ό.π., α. 67.
40. Bracher, ό.π., αλλά κοα Rosenberg, Der Faschismus, ό.π.,' σ. 131 κ.ε.
41. S.M. Lipset, «Elections. An Expression of Democratic Class Struggle», oxo R. Bendix και S.M. Lipset, Class, Status and Power. A Reader in Social Stratification, 1967, a. All.
42.^ K. Bracher, ό.π: A. Rosenberg, ό.π. Για τις πολιτικές κοα κοινωνικές επιπτώσεις της ανεργίας γενικά, R. Ledrut, Sociologie du chomage, 1966, α 417 κ.ε.
218
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
slosen— και άλλων ανέργων μισθωτών-διοικητικών υπαλλήλων -των Berufslosen- κ.λπ.: ο εθνικοσοσιαλισμός στρατολογεί μέλη κυρίως από την τελευτοάα κατηγορία. Όσο για το ποσοστό των μελών του εθνι-κοσοσιαλιστικού κόμματος που ανήκουν στην καθαυτό εργατική τάξη, μεταξύ 1930 και 1934, ποικίλλει από 28% έως 32%, ποσοστό πολύ κα-τώτερο από την αναλογία της εργατικής τάξης σε σχέση με το σύνο-λο του πληθυσμού (γύρω στα 45 %).43
Τα ίδια συμπεράοματα προκύπτουν αν μελετήσουμε προσεκτικά τα εκλογικά αποτελέσματα• εδώ όμως η ιδεολογική επιρροή του εθνικο-οοσιαλισμού πάνω στην εργατική τάξη φαίνεται με τρόπο σχετικά πιο καθαρό. Από το 1930, ο εθνικοσοσιαλισμός κερδίζει ένα μικρό ποσο-οτό εργατικών ψήφων, κι αυτό σε βάρος όχι της σοσιαλδημοκρατίας αλλά κυρίως του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας μέσα στα ίδια τα προπύργια όπως το Μέρζεμπουργκ και το Χέμνιτς-Τσβίκαου. Πα-ρά χαύτα, τα εκλογικά αποτελέσματα (συμπεριλαμβανομένων των ε-κλογών του 1933 επί Χίτλερ) δείχνουν ότι η εργατική τάξη παρέμει-νε πιστή στο RSA και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.44
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι εκεί: αυτό που θα έπρεπε να ερμη-νευθεί είναι η αόράνεια και η παθητικότητα της εργατικής τάξης, που πέτυχε ο εθνικοσοσιαλιομός. Η ιδεολογική πλευρά του εθνικοσοσιαλι-ομού παίζει εδώ θεμελιακό ρόλο. Πρώτα απ' όλα, η εθνικοσοσιαλιστι-κή ιδεολογία έχει μια έντονη «αντικαπιταλιστική» χροιά, τυπικό χα-ρακτηριστικό της μικροαοτικής τάξης. Μέοα στη γενικευμένη ιδεολο-γική κρίοη κατά τη διαδικασία εκφασιομού, η μικροαοτική αντικαπι-ταλιστική τάση -εναντίον της «πλουτοκρατίας», της «Εφορίας» κ.λπ-κατακτά την εργατική τάξη. Αλλά νπάρχει και κάτι άλλο: ο εθνικο-σοσιαλιομός, χάρη στην «αριστερίζουσα» πτέρυγά του, και με επικε-φαλής τους αδελφούς Ο. κοα Γκ. Στράσερ, οικειοποιείται ουνθήματα με καθαρά σοοιαλιστικές αποχρώσεις.45 Έτσι, από το 1920, το άρθρο 13 του προγράμματος του κόμματος διακηρύσσει την εθνικοποίηση ό-λων των μετοχικών εταιρειών. Ο Γκ. Στράσερ διαβεβαιώνει ότι οι
43. Κ. Bracher, ό.π., α. 256 κ.ε.
44. Γι' αυτό το θέμα, επίοης R. Heberle, ό.π., α. 89 κ.ε. Ας σημειωθεί άλ-λωστε ότι, όπως απέδειξαν λεπτομερείς μελέτες πάνω στις γερμανικές εκλο-γές των ετών 1930 έως 1933, ένα μεγάλο τμήμα των εθνικοσοσιαλιστών ψη-φοφόρων αποτελείται από νέους ψηφοφόρους που δεν είχαν λάβει ώς τό-τε μέρος στις εκλογές. Η διαρροή του παραδοαιακού εκλογικσύ σώματος των κομμάτων της Αριστεράς προς τον εθνικοσοσιαλισμό υπήρξε στην πραγματικότητα, πολύ λιγότερο σημαντική απ' όσο νόμιζαν για πολϋ και-ρό (S.M. Lipset, ό.π., ο. 155).
45. A. Rosenberg, ό.π., α. 128• R. Κϋηηΐ, ό.π.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
219
«μαρξιστές» έχουν δίκιο να διεκδικούν την κυριότητα των μέσων πα-ραγωγής, δεν θα είναι όμως μόνον η εργατική τάξη ιδιοκτήτης τους, αλλά ολόκληρος ο λαός. Αν η εθνική κοινότητα διατηρεί την κυριό-τητα (Eigentum), η κατοχή (Besitz) θα πρέπει να παραχωρηθεί σε ι-διώτες υπό τον όρο ότι θα υπόκεινται σε έλεγχο. Ο Ο. Στράσερ θέ-λει μάλιστα, ο κάθε «σύντροφος του λαού» να είναι όχι μόνο ουνι-διοκτήτης των «εθνικών πόρων» αλλά επίοης κοα «ουγκάτοχος». OL πομπώδεις φιλοσοοιαλιοτικές κοα αντιιμπεριαλιοτικές διακηρύξεις α-φθονούν. Ο Γκ. Στράσερ γράφει:
«To να βρίσκετοα η γερμανική βιομηχανία, η γερμανική οικονο-
μία, στα χέρι,α του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, σημούνει
ότι δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα κοινωνικής απελευθέρωοης, ό-
τι σβήνουν όλα τα όνειρα για μια σοοιαλιστική Γερμανία. [...]
Εμείς, νέοι Γερμανοί που βγοάνουμε απ' τον πόλεμο, εμείς επα-
ναστάτες εθνικοαοσιαλιστές, στρατευόμαοτε στον αγώνα εναντίον
του καπιταλιομού και του ιμπεριαλισμού που ενσαρκώνει η Ει-
ρήνη των Βερσαλιών. [...] Εμείς, οι εθνικοσοσιαλιστές, αναγνωρί-
ζουμε ότι υπάρχει μια σχέση [...] μεταξύ της εθνικής ανεξαρτη-
σίας του λαού μας και της οικονομικής απελευθέρωσης της γερ-
μανικής εργατικής τάξης. Ο γερμανικός σοσιαλισμός δεν θα είναι
εφικτός και σταθερός παρά μόνον όταν η Γερμανία θα είναι ε-
λεύθερη».
Όλα αυτά έχουν αντιιμπεριαλιστική χροιά καλυμμένη βέβαια, πίσω
από τον εθνικισμό. Δεν θα έπρεπε ωστόσο να λησμονούμε ότι πάνω
α' αντό το σημείο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, συνεπαρμένο
από το σοσιαλσοβινισμό, παρουαι,άζει το 1930 ένα εκλογικό πρόγραμ-
μα που δεν παίρνει καθαρή θέση αναφορικά με τούτες τις διακηρύ-
ξεις. Όπως οημειώνει ο Μπαντία:46 «Πάνω σ' αυτό το σημείο, η κομ-
μουνιστική προπαγάνδα, μολονότι στο βάθος διαφοροποιείται από τη
χιτλερική δημαγωγία, θα μπορούσε να προκαλέσει μια κάποια σύγχυ-
ση οτους Γερμανούς που δεν έχουν πολιτική παιδεία- θα μπορούσαν
να θεωρήσουν ότι ο στόχος των δύο κομμάτων δεν είναι τόσο διαφο-
ρετικός». Κοα πραγματικά, υπήρξαν πολλοί Γερμανοί, χωρίς πολιτική
παιδεία βέβοαα, -ποιος θα τους την έδινε;- που σκέφτηκαν έτσι. Τέ-
λος, δεν πρέπει να παραγνωρίοουμε τη αυντεχνιακή χροιά της εθνικο-
σοσιαλιστικής ιδεολογίας, κοα τις μορφές που αποκτά όταν απευθύνε-
ται οτην εργατική τάξη. Η συντεχνιακή ιδεολογία, και ειδικότερα για
τον Ο. Στράσερ, δεν υποδηλώνει απλώς μια ουνδιαχείριοη, αλλά α-
πλούοτατα εργατικό έλεγχο της εθνικοποιημένης επιχείρησης.
46. G. Badia, ό.π., α. 276.
220
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Όσο για τη συγκεκριμένη πολιτική του εθνικοσοσιαλισμού απένα-ντι στην εργατική τάξη στη διάρκεια του εκφασισμού, πρέπει να δού-με ότι, από το 1928, ενώ μάχεται τις πολιτικές οργανώσεις, σέβετοα, σχετικά, τα συνδικάτα. Κάποτε συμμετέχει στους διεκδικητικούς αγώ-νες: το 1930 υποστηρίζει τις απεργίες των μεταλλουργών του Μάν-σφελντ κοα του Βερολίνου- και το 1932, μαζί με την RGO, κηρύσσει την περίφημη απεργία των αστικών συγκοινωνιών στο Βερολίνο.
-Η εργαηχή τάξη επί ναζισμού και τα φασιατικά σννδικάτα
Ο εθνικοσοσι,αλι,σμός κατακτά την εξουσία. Ας δούμε πρώτα την α-κριβή «οικονομική» κατάοταση της γερμανικής εργατικής τάξης• εξα-κριβωμένες πληροφορίες φωτίζουν αρκετά το ζήτημα.
Καταρχήν, ο εθνικοσοοιαλισμός πετυχαίνει μια θεαματική απορρό-φηση της ανεργίας. OL άνεργοι είναι περίπου 5,5 εκατομμύρια το 1933, λιγότεροι από 1 εκατομμύριο το 1937, μόλις 40.000 το 1939, ώ-σπου η ανεργία εξαφανίζεται εντελώς οτη διάρκεια του πολέμου.
Όσον αφορά την οικονομική εκμετάλλευση της «εργατικής τάξης», πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυξάνει μεν, αλλά σε σχέση κυρίως με την αύξηση των κερδών σε μια περίοδο εμφανούς οικονομικής ανό-δου, αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας• πράγμα που ποτέ δεν είχε ξαναγίνει όταν υπήρχε ακόμη το ελεύθερο συνδικαλιστικό και πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης.47 Μεταξύ 1933 και 1938 τα κέρδη αυξάνουν κατά 127% και ο συνολικός όγκος της παραγωγής κατά 113%. Οι συμβατικά νόμιμοι εργατικοί μισθοί αυξάνουν ως ακαθάριστα ονομαστικά ωρομίσθια, από το 1933 ώς το 1939 κατά 14% κοα από το 1939 ώς το 1942 κατά 9%. Εννοείται βέ-βαια ότι πρέπει να συνυπολογίσουμε την άνοδο του κόστους ζωής, η οποία, αν πάρουμε υπόψη μας την άνοδο των τιμών των εώών δια-τροφής και κατανάλωσης, υπολογίζεται γύρω στα 6%. Από την άλλη μεριά, αν οι «υποχρεωτικές» παροχές που επιβάλλονται οτους μισθούς φτάνουν συχνά το 15% κοα 20%, δεν πρέπει να ξεχνάμε την παράτα-ση της εργάσιμης ημέρας με τις αμειβόμενες υπερωρίες, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνουν OL εβδομαδιαίοι μισθοί. περισσότε-ρο σε σχέση με τα ωρομίαθια.
47. Γι' αυτό το θέμα, Statistisches Jahrbuch des deutschen Reiches, 1933-1939• Ch. Bettelheim, ό.π., o. 209 κ.ε.• S.J. Woolf, ό.π., o. 119 κ.ε.• G. Castellan, «Bilan social du Hie Reich», Revue d'histoire moderne et contemporaine, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1968, και τα άρθρα του Τ. Mason που μνημονεύτηκαν πιο πάνω.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
221
Με λίγα λόγια, αποφεύγοντας το σφάλμα οριαμένων μελετών για τον εθνικοσοσιαλισμό που στηρίζονται σε πολύ γενικά στοιχεία σχετι-κά με το αννολο των «μισθών», όοον αφορά τους βιομηχανικούς ερ-γάτες, διαπιατώνουμε ότι το «επίπεδο της ζωής» τους -ο πραγματι-κός μισθός τους- δεν υποβιβάστηκε την εποχή του εθνικοαοσιαλισμού σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάστασή τους κοα μάλιστα βελ-τιώθηκε οε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι ποτέ δεν φτάνει το επί-πεδο του 1930.48
Βασικά λοιπόν χειροτερεύει το επίπεδο ζωής κοα καταρρέει η αγο-ραστική δύναμη των μη παραγωγικών μισθωτών, ιδιαίτερα των ιδιω-τικών και δημοσίων υπαλλήλων. Σ' αυτές τις κατηγορίες μισθωτών η αγοραστική δύναμη πέφτει κατά 20% μεταξύ 1933 κοα 1942.4'
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η διάκριαη των ίδιων των βιομηχα-
νικών εργατών σε κατηγορίες «μιοθωτών». Ώς ένα βαθμό, η διάκρι-
ση αυτή πραγματοποιείται «φυσιολογικά» -ούμφωνα με τους νόμους
της αγοράς εργασίας- αλλά οφείλεται κνρίως οτη φανερή πολιτική
διαίρεση της εργατικής τάξης πον ακολουθεί ο εθνικοσοσιαλισμός. Η
διάκριση αφορά ταυτόχρονα τους εργαζόμενους οε οριομένους βιομη-
χανικούς κλάδους και τους υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους.
Για την περίοδο προ του 1937, ο Μπετελέμ σημειώνει:
«διαπιστώνουμε μια αύξηση του ακαθάριστου ονομαστικού κοα
στην πράξη καταβαλλόμενου μισθού. Ορισμένα συμφωνητικά ερ-
γασίας προβλέπουν μισθούς ανώτερους από τους νόμιμα καθορι,-
σμένους (πράγμα που όλο κοα πιο συχνά απαγορευόταν μετά το
1936 με βάση τα μέτρα προστασίας εναντίον της ανόδου των
πραγματικών μισθών) λόγω των αλλαγών οτην κατανομή του ερ-
48. Πραγματικά, αν πάρουμε γενικά στατιστικά δεδομένα που αναφέ-ρονται στο σύνολο των μισθών, συμπεριλαμβανομένων κοα εκείνων των ι-διωτικών κοα των δημοοίων υπαλλήλων, διαπιστώνουμε π.χ. ότι ο δείκτης του πραγματικον μέσου μίοθον, με βάση 100 το 1929, γίνετοα 108 το 1931, 104 το 1932, 103 το 1933 και πέφτει στο 99 το 1936. (G. Castellan, ό.π.). Αλλά έτσι δεν λογαριάζουμε το γεγονός ότι αυτή η γενική «μέση» πτώση οφείλεται βασικά στη μείωση των πραγματικών μισθών των μη παραγωγι-κών μισθωτών, που παρουσιάζουν μια μείωση, αναλογικά, μεγαλύτερη από την αναφερόμενη ως «μέση πτώση». Έτσι, ο SJ. Woolf {ό.π., σ. 133) υπο-λογίζει τον δείκτη του πραγματικού μέσου εργαηκού μισθού ως εξής: 100 το 1936, 102,2 το 1928, 88,5 το 1932, 103 το 1937, και 107,5 το 1938.
49. Από μια άλλη πλευρά, δεν πρέπει να αγνοηθεί η αύξηση της εκμε-τάλλευσης των βιομηχανικών εργατών που συνεπάγεται, επίτάχυνση του ρυ-θμού εργασίας, παρόλο που αυθόρμητες αντιδράσεις της εργατικής τάξης -όπως απουοίες, πτώση της απόδοοης κ.λπ- προοπαθοΰν να τη μειώσουν.
222
ΦΑΣΓΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
γατικού δυναμικού μεταξύ των διαφόρων κλάδων της βιομηχα-νίας κ.λπ.». Ωστόσο, σε τούτη την περίοδο, ο σχετικός με τα κατώτερα όρια μι-οθών νόμος, καταλογίζοντας στις παλιές ουλλογικές ουμβάσεις μια τά-οη προς εξίσωση των μισθών, ορίζει κατηγορηματικά:
«Τα κατώτερα όρια μισθών ρυθμίζοντοα με τρόπο ώστε να μέ-
νουν περιθώρια για την αμοιβή κάθε μέλους της επιχείρησης α-
νάλογα με την απόδοοή του. Από την άλλη μεριά, να εξευρίσκο-
νται δυνατότητες προσήκουσας αμοιβής κάθε έκτακτης υπηρε-
οίας».
Όμως ο Τ. Μαζόν50 (Mason) απέδειξε τελευταία ότι ακόμη και μετά
τον αυοτηρό καθορισμό, το 1938, των ανωτάτων ορίων μισθών από
το κράτος, πολλοί επιχειρηματίες εξοατίας, κοντά στ' άλλα, της έλλει-
ψης ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στις κρίσιμες βιομηχανίες,
προσλαμβάνοντας προσωπικό καταστρατηγούσαν τις σχετικές διατά-
ξεις, είτε με την προσφορά επιδομάτων παραγωγής είτε με μιοθούς
που ξεπερνούσαν τα προβλεπόμενα όρια.
To κράτος ήταν απόλυτα γνώστης αυτής της κατάστασης, αλλά έ-κανε τα στραβά μάτια, όταν δεν την ενεθάρρυνε ευθέως γιατί με τη διαίρεση κοα διαφοροποίηση της εργατικής τάξης, ήθελε να εξουδετε-ρώσει αυθόρμητες αντιδράσεις άμυνας, όπως οι απουσίες από τη δου-λειά, η πτώση απόδοοης κ.λπ.
Έτσι, ο συστηματικός τονιαμός της κλιμάκωσης των μισθών αποτελεί,
όπως υπογραμμίζει ο Φρ. Νόυμαν:
«... την ίδια την ουσία της εθνικοσοσιαλιστικής πολιτικής μι-σθών. [...] Είνοα βαοικό να γίνει κατανοητό αυτό το πρόβλημα, όχι οαν οικονομικό ζήτημα αλλά σαν κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα ελέγχου των μαζών. [...] Παρόλο που οι επίσημες οτατιστικές δεν αναφέρουν τίποτα γι' αυτό το ζήτημα, οι δείκτες εισοδημάτων εργασίας δείχνουν ότι το εισοδηματικό άνοιγμα μεταξύ ειδικευ-μένων και ημιειδικευμένων εργατών μεγάλωσε σημαντικά. Η τά-ση θα ήταν ακόμα πιο φανερή αν οι στατιστικές συμπεριελάμβα-ναν τα εισοδήματα των ανειδίκευτων εργατών».51
50. Τ. Mason, «Der Primat der Politik...», ό.π., στο Das Argument, Δεκέμ-βριος 1966, σελ. 486 κ.ε. και επίσης του ιδίου συγγραφέα, «Labour in the Third Reich», Past and Present, αρ. 33, Απρίλιος 1966.
51. Fr. Neumann, Behemoth, ό.π., σ. 433.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
223
Με λίγα λόγια, σε τούτη τη διαδικασία αύξησης της οικονομικής εκ-μετάλλευσης, όλα συμβαίνουν λες και ο εθνικοσοσιαλισμός αντιμετω-πίζει τον κύριο οε σχέση με τις άλλες λαϊκές τάξεις εχθρό του, την εργατική τάξη, σύμφωνα μ' ένα καλομελετημένο σχέδιο διαφοροποίη-αης και κατακερματισμού της.
Εννοείται, όμως, ότι η ακινητοποίηαη της εργατικής τάξης δεν είνοα αποτέλεσμα μόνον της οικονομικής πολιτικής του εθνικοαοσιαλισμού. Η αδράνεια ήταν έργο της αστυνομικής τρομοκρατίας αλλά επίσης, και κυρίως, της συνολικής αναδιοργάνωσης των ιδεολογικών μηχανι-ομών του κράτους και των λειτουργιών που επιτελούσαν.
Ας σημειωθεί ότι η ακινητοποίηση της εργατικής τάξης έγινε στα-διακά. Ειδικότερα, στην πρώτη περίοδο εξουσίας του εθνικοσοσιαλι-σμού, διαπιστώνουμε μια πολιτική συμβιβασμών, που ώς ένα βαθμό ε-πέβαλε στις άρχουοες τάξεις.52 Μετά την άνοδό του στην εξουσία ο εθνικοσοσιαλισμός διαλύει τα ελεύθερα συνδικάτα (Μάιος 1933), κα-ταργεί το δικαίωμα απεργίας, καθιερώνει το βιβλιάριο εργασίας (1935) και εγκοανιάζει την υποχρεωτική διοατηαία του κράτους ατις εργατι-κές διαφορές. Παρά ταύτα, μέχρι τον Ιούλιο του 1933, τα μέλη των πυρήνων επιχειρήσεων της NSBO, στην πλειονότητά τους μέλη των SA, επιβάλλουν συχνά τον έλεγχό τους στις προσλήψεις προσωπικού και φτάνουν μάλιστα ώς τη σύλληψη των εργοδοτών που κρίνονται αντικοινωνικοί. To Μάιο όμως του 1933, ιδρύεται η εθνικοσοσιαλιστι-κή συνδικαλιστική οργάνωση Μέτωπο Εργασίας και η συμμετοχή ο' αυτήν, ύστερα από πολλαπλές πιέσεις, γίνετοα, σύντομα, οχεδόν υπο-χρεωτική. Παράλληλα, τα μέλη της NSBO χάνουν βαθμιαία κάθε υ-πευθυνότητα μέσα στο Μέτωπο Εργασίας. Ο αρχηγός της NSBO, Γκ. Στράσερ, εκτελείται τη «νύχτα των μεγάλων μαχοαριών». Αλλά οι προστριβές ανάμεσα στην εργοδοσία, το Μέτωπο Εργαοίας και τον αρχηγό του, τον υπουργό Εργασίας Δρ. Λέυ (Dr. Ley), συνεχίζοντοα. To συντεχνιακό σχέδιο σκοπεύει την παράλληλη διάλυση των εργοδο-τικών οργανώσεων και οτην ένταξη των εργοδοτών μέσα στο ίδιο το Μέτωπο Εργαοίας, που θα γινόταν έτσι ο κύριος οργανωτής της γερ-μανικής οικονομίας.
Αρχικά, το οχέδιο πετυχαίνει ώς ένα βαθμό: η Συνομοσπονδία Γερ-μανικής Βιομηχανίας χωρίζετοα το 1934 σε επτά συντεχνίες -επαγγελ-
52. Γι' αυτά τα θέματα μεταξύ άλλων, D. Guerin, ό.π., ο. 187 κ.ε.- Κ. Bracher, ό.π.
224
ΦΑΠΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΠΚΗ ΤΑΞΗ
ματικές ομάδες- που ενσωματώνονται, μαζί με το Μέτωπο Εργαοίας, σε συντεχνιακούς οργανισμούς στο πλοάσιο της επιχείρησης όπως τα «ουμβόλαια εμπιστοσύνης» κοα οι «κοινότητες της επιχείρησης». Στις εργοδοτικές συντεχνίες κανείς εκπρόσωπος των εργαζομένων δε γίνετοα άμεσα δεκτός• έχουν χαρακτήρα ημικρατικό, πρόεδρός τους γίνεται μέ-λος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και εφαρμόζεται η αρχή του φύ-ρερ (αρχηγού). Αρχικά οι «φύρερ» όπως ο Κέσλερ (Kessler) κοα, μετά την παύση του, ο Γκολτς (Goltz), παρουσιάζουν πληβειακές προθέοεις.
Αλλά, οι εργοδότες δεν αντιλαμβάνονται τα πράγματα μ' αυτόν τον τρόπο: από τον Ιούλιο του 1934 ζητούν την παύση του Λέυ, του ο-ποίου τα «δημαγωγικά» και «οοαιαλίζοντα» σχέδια διαταράσσουν την οικονομία. Ξεσπά ανοιχτή διαμάχη μεταξύ Σαχτ, υπουργού Οικονο-μίας και Λέυ: στο τέλος του 1934, η Συνομοσπονδία της Βιομηχανίας ανασυγκροτείται, καταργείτοα η «αρχή του φύρερ» και ο Λέυ, το Μάρτιο του 1935 στο συνέδριο του Μετώπου Εργασίας της Λειψίας, συνθηκολογεί. Στο εξής, δεν διευθύνονται μόνον οι αυντεχνιακές ορ-γανώσεις -«κοινότητες εργασίας»- απευθείας από τη Συνομοσπονδία της Βιομηχανίας, αλλά το ίδιο το Μέτωπο Εργασίας ελέγχεται άμε-σα από την εργοδοσία, η οποία, στο πλοάσιο της κάθε επιχείρηαης, εκπροσωπείται μέαα στο Μέτωπο. Σε εθνική κλίμακα, ενώ από τη μια κανείς εκπρόσωπος του Μετώπου Εργασίας δεν συμμετέχει στο Οικο-νομικό Συμβούλιο του Ράιχ, οι εργοδότες ελέγχουν ακόμη κοα το Συμ-βούλιο εργασίας του Ράιχ. Η εργοδοσία, λοιπόν, αποκλείει το Μέτω-πο Εργαοίας όχι μόνο από τη «συνεργασία» στον «οικονομικό» το-μέα, αλλά επίοης κι από τη συνεργασία στον «κοινωνικό» τομέα, τον τομέα δράσης δηλαδή, των παλαιών επιτροπών επιχείρησης. Οι εργο-δότες «συνεργάζονται» με τα «συμβούλια εμπιατοσύνης», που τα στε-λεχώνουν εργάτες διοριομένοι απευθείας από την εργοδοοία. To Μέ-τωπο Εργασίας θεωρείτοα ύποπτο, μολονότι οι τοπικοί υπεύθυνοί του διορίζονται σχεδόν πάντα από τα τοπικά παραρτήματα του εθνικοσο-σιαλιστικού κόμματος, λόγω της επαφής του με την εργατική μάζα.
Έτσι λοιπόν, μέσα στον εθνικοσοσιαλιατικό συνδικαλιστικό μηχα-νισμό, ο σύνθετος χαρακτήρας του αυνδικάτου ως ώεολογικού μηχα-νισμού του κράτους εκδηλώνεται ολοκληρωμένα, πράγμα που, παρά τα φαινόμενα, αποκαλύπτει οριαμένες πλευρές της φύοης των σννδι-κάτων ταξικής ουνεργαοίας που νπάρχουν και οτις ομαλές μορφές α-στικού κράτουςΡ
53. Σχετικά με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους βλέπε πα-
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
225
Καταρχήν, η κύρια λειτουργία του Μετώπου Εργασίας μολονότι βαθιά διαβρωμένο από τη μυστική αστυνομία, δεν είναι αστυνομική. Κανείς δεν το διατύπωσε καλύτερα από τον ίδιο τον Χίμλερ, αρχηγό της μυστικής αστυνομίας του Ράιχ, όταν επισκέφτηκε, το 1936, τα γραφεία της διεύθυνση του Μετώπου Εργασίας:
«Τα SS και η αοτυνομία δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την ε-
σωτερική αοφάλεια, παρά μόνον εφόσον οι άνθρωποι θα έχουν
κατακτηθεί από την ιδέα του εθνικοσοαιαλισμού: αυτό είνοα ένα
καθήκον που αρμόζει ιδιαίτερα στο Μέτωπο Εργασίας».
Και πραγματικά, ο ρόλος του Μετώπου Εργασίας είνοα κυρίως ιδεο-
λογικός. Ο αρχηγός της προπαγάνδας Σέλτσνερ (Selzner) δηλώνει ότι
το ουσιαστικό καθήκον του Μετώπου είνοα η «προετοιμασία κοα δια-
παιδαγώγηση όλων των μελών του να δεχτούν τον εθνικοσοσιαλισμό».
To Μέτωπο Εργασίας, του οποίου ο ρόλος περιορίζεται ατο να πα-
ρουσιάζει στις επιτροπές διοατηοίας τις οικονομικές διεκδικήσεις των
εργατών, υπό τον όρο βέβαια ότι δεν θα έχουν πολιτικό χαρακτήρα ε-
πικίνδυνο για τη «δημόσια τάξη» κοα την «κοινωνική ειρήνη», θεωρεί-
ται από τους εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες εργαλείο «καθαρά πολιτικό»:
κοα πράγματι δεν θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν καλύτερα.
Δίπλα σ' όλα αυτά όμως, φαίνετοα παράδοξο το γεγονός ότι οι ε-θνικοσοσιαλιστές ηγέτες ποτέ δεν έπαψαν να δυσπιστούν προς αυτό το μοναδικό συνδικάτο, το Μέτωπο Εργασίας, ακόμη κι όταν εκκα-θαρίστηκε, μεταμορφώθηκε και κρατικοποιήθηκε. Ο λόγος είναι, ότι οιοδήποτε αστικό κράτος, ενώ διαθέτει έναν (ή πολλούς) κρατικό ιδεο-λογικό μηχανισμό που προορίζεται για την εργατική τάξη, πάντα φο-βάτοα μήπως η πάλη των τάξεων προσβάλλει αυτόν το μηχανισμό. Τέ-τοια είναι κοα η περίπτωση του Μετώπου Εργασίας στο εθνικοσοσια-λιστικό κράτος. Δεν θέλουμε βέβαια μ' αυτό να υποστηρίξουμε ότι υ-πάρχει μια επιφανειακή αναλογία, παρόμοια μ' εκείνη του «σοσιαλ-φασισμού», μεταξύ σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων και Μετώπου Εργασίας. Αλλά πρέπει να φανεί η συγγενική φύση των κρατικών ι-δεολογικών μηχανιομών κάθε μορφής αοτικού κράτους, ανεξάρτητα α-πό τις κεφαλαιώδεις διαφορές τους, στη λειτουργία, τους στόχους και τις μεθόδους δράσης. Γι' αυτό κοα δεν θα συμφωνούσαμε με όσους βλέπουν διαφορά στο χαρακτήρα των ελεύθερων και των φασιστικών «κρατικοποιημένων» ουνδικάτων (όπως είναι στην περίπτωσή μας το Μέτωπο Εργασίας).
ρακάτω: θα δούμε εκεί συγκεκρψ,ένα, ότι ένα κόμμα ή ένα συνδικάτο κ.λπ. δεν αποτελεί καθαυτό και με τη στενή έννοια, μηχανισμό- αποτελεί παρα-κλάδι του πολιτικού μηχανισμού, του συνδικαλιστικού μηχανισμού, κ.λΛ.
226
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Η περίπτωση του φασισμοΰ μας επιτρέπει ακόμα να αναπτύξουμε μια συμπληρωματική πρόταση: Αν ο αστικός κρατικός μηχανιομός μπορεί, ενδεχομένως, να μην διαθέτει έναν ιδεολογικό μηχανισμό τύ-που κόμματος, προσανατολισμένου ειδικά προς την εργατική τάξη (το εθνικοαοσιαλιστικό κόμμα, τυπικά μικροαστικό, έπαιξε αυτόν τον ρό-λο μόνο σαν υποκατάστατο), είνοα απολύτως α&ύνατο να μη διαθέτει ένα μηχανισμό τύπου συνδικάτου. Η Γαλλική Επανάσταση η οποία, αντίθετα με τις ιδέες που έχουμε κληρονομήοει, προσπάθηοε πρώτα ν' αποφύγει μηχανισμούς τύπου «κόμματος», και ύοτερα, με το γνωστό νόμο Pelletier, να περιορίσει το μηχανιομό τύπου «ουνδικάτου», ήξε-ρε κιόλας κάτι - αυτό που κατάλαβε πολύ καλά ο Λουδοβίκος Βο-ναπάρτης. Όμως, τούτος ο μηχανισμός, εντελώς ουαιαστικό εξάρτημα του αστικού κρατικού μηχανισμού, είνοα πάντα πηγή δυοπιστίας για την αστική τάξη, λόγω της διφορούμενης λειτουργίας του.
Όσον αφορά ιδιοάτερα το Μέτωπο Εργασίας, ο Δημητρώφ το εί-χε σωστά κατανοήσει:54 «Είνοα απαραίτητο να μπει, με αποφασιστικό τρόπο, ένα τέλος στην υποτίμηση της δουλειάς μέσα στις μαζικές φα-σιστικές οργανώσεις. [...] Ο φασισμός κατάργηοε τις νόμιμες οργανώ-σεις των εργατών, επέβαλε τις φασιστικές όπου οι μάζες, με τη βία ή εν μέρει εθελοντικά, συνδικαλίζοντοα. Οι φασιστικές μαζικές οργανώ-σεις μπορούν και πρέπει να μετατραπούν σε πεδίο της νόμιμης και η-μινόμιμης δράσης μας, πεδίο επαφής με τις μάζες. Μπορεί και πρέπει να γίνουν για μας η νόμιμη ή ημι-νόμιμη αφετηρία της υπεράσπισης των καθημερινών ουμφερόντων των μαζών. Για να χρησιμοποιήσουν αυτές τις δυνατότητες, οι κομμουνιοτές πρέπει [...] να απαλλαγούν μια για πάντα από την προκατάληψη ότι ένα τέτοιο είδος δραστηριό-τητας δεν ταιριάζει, σ' έναν επαναστάτη εργάτη, ότι είναι ανάξιό του».
54. Ό.π., ο. 78. Βλ. επίσης, μ' αυτό το νόημα, τις εξαιρετικές αναλύσεις του P. Togliatti, στο Lezioni..., ό.π., ο. 177.
3. Η ΙΤΑΛΙΑ
α) Η διαδικασία ήττας και η άμυνα
Κι εδώ πάλι, όπως και προηγουμένως, θα επιμείνω κυρίως είτε στις διαφορές μεταξύ ιταλικής και γερμανικής περίπτωσης, είτε στις πλευ-ρές που εικονογραφούν καλύτερα τις αρχικές προτάσεις στην Ιταλία παρά στη Γερμανία.
Διαπιστώνουμε καταρχήν, από τη οκοπιά του προλεταριάτου, τον συμπυκνωμένο χαρακτήρα, όχι μόνον της διαδικασίας εκφασισμού αλ-λά κοα της προηγούμενης περιόδου. Ειδικότερα διαπιοτώνουμε το ού-ντομο της περιόδου σταθεροποίηοης που εκτείνεται από την έναρξη της διαδικασίας ήττας του προλεταριάτου ώς την έναρξη του εκφασισμού Όοο για τη διαδικαοία ήττας, σε καμιά στιγμή της δεν θα βρούμε τά-σεις εξέγερσης με την κυριολεξία του όρου - εκτός βέβαια την τοπική εξέγερση στο Τορίνο το 1919. Η επίθεση του προλεταριάτου παίρνει ου-σιαοτικά και κυρίως τη μορφή απεργιών, και ιδιαίτερα πολιτικών απερ-γιών. Παρά ταΰτα, η ήττα περνά μέσα από ένα «λανθάνοντα» και α-διάκοπο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων.
Στην Ιταλία επίσης, το τέλος του πολέμου αντιστοιχεί αε μια σπά-νια επαναστατική έξαρση της εργατικής τάξης.1 Εκδηλώνεται με δια-
1. A. Tasca, OM.G. Salvemini, ό.π.Έ. Santarelli, ό.π.
228
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
δοχικές απεργίες και μαζικές πολιτικές κινητοποιήσεις, συγκεκριμενο-ποιείται, τον Ιούλιο του 1919, σε κατάσταση αντικειμενικά επαναστα-τική, που παίρνει εδώ τη μορφή μιας πολιτικής γενικής απεργίας -στις 4 Ιουλίου. Σχεδόν παντού εμφανίζονται σοβιέτ που κατέχουν τις εξουσίες και η συναδέλφωση μεταξύ στρατού και εργατών παίρνει ση-μαντική έκτααη. Αλλά η «επαναστατική» πολιτική απεργία που θ' α-κολουθούσε, αποτυγχάνει.

To 1920, ύστερα από σχετική νηνεμία, το κίνημα των απεργιών ξε-οπά και πάλι. Κορυφώνετοα με τη γενική απεργία κοα κατάληψη των εργοστασίων, τον Αύγουστο του 1920. Κάθε εργοοτάοιο μπαίνει κά-τω από τη διεύθυνση ενός Εργατικού Συμβουλίου (Consiglio di Fab-brica) που εξασφαλίζει τη λειτουργία του. Μια συμφωνία με τους ερ-γατικούς συνεταιρισμούς επιτρέπει να συνεχιστεί η καταβολή των η-μερομισθίων στους εργάτες. Κατάοταση αντικειμενικά επαναοτατική κοα «χαμένη ευκοαρία»; Κι εδώ πάλι, οι γνώμες διχάζονται. Επρόκει-το πάντως για μια κατάσταση ανοιχτής κρίσης που εμπεριείχε δυνα-τότητες σίγουρες για το εργατικό κίνημα.
Αλλά το κίνημα καταδικάζεται σ' αποτυχία εγκλωβισμένο στα ερ-γοστάσια, ενώ ο Τζολίτι, «ουδέτερος» οπαδός της μη επέμβασης, αρ-κείτοα απλώς στο να στείλει στρατό να κυκλώοει τα εργοστάσια και να καταλάβει τις βιομηχανικές πόλεις. Οι απεργοί δεν πετυχαίνουν παρά μόνο να αναγνωριστεί, χωρίς να πάρει ποτέ συγκεκριμένη μορ-φή νόμου, η αρχή ενός αόριατου εργατικού ελέγχου των επιχειρήσεων, με τη θέοπιση επιτροπών μικτής σύνθεσης αρμοδίων για τις πειθαρχι-κές σχέσεις εργοδοτών-εργατών και την αύξηση της παραγωγικότητας. Στις 27 Σεπτεμβρίου, οι εργάτες εγκαταλείπουν τα εργοστάσια. Ύστε-ρα από μια σύντομη περίοδο σταθεροποίησης, στις αρχές του 1921 η εργατική τάξη, με τις αρχές της διαδικασίας εκφασισμού, περνά κιό-λας στην άμυνα.
Ωστόσο, στη διάρκει,α αυτής της διαδικαοίας, η εργατική τάξη πε-τυχαίνει σημαντικές πολιτικές κοα οικονομικές κατακτήοεις: ουοιαοτι-κή βελτίωση των μισθών, οχτάωρο εργασίας, γενίκευση των συλλογι-κών συμβάσεων, επιτροπές στις επιχειρήσεις, καθολικό κοα άμεσο δι-καίωμα του εκλέγειν, σχετική αυτονομία της κοινοτικής διαχείρισης των κόκκινων περιοχών. Τα προνόμια αυτά περικόπηκαν σημαντικά κατά τη διαδικααία εκφασισμού, αλλά χάρη οτους εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλοάου παρέμειναν ακόμη, και οε βαθμό απαράδεκτο πια για το μεγάλο κεφάλαιο, μετά την άνοδο του φασιαμού οτην εξουσία.
Εξάλλου, η αποτυχία της κατάληψης των εργοστασίων, συνεπιφέ-
Η ΙΤΑΛΙΑ
229
ρει τη γενική ακινητοποίηση της εργατικής τάξης. Στη διάρκεια του εκφασισμού, ο δείκτης των απεργιών πέφτει: σε σύγκριση με το 1920, ο αριθμός των εργάσιμων ημερών που χάθηκαν με τις απεργίες μει,ώ-νετοα από 75 σε 80%. Κι εδώ πάλι, η οικονομική πλευρά της πάλης περνά στο πρώτο επίπεδο.2 Αποκλειστικά σ' αυτό το επίπεδο, κοα με στόχους «αμυντικούς-διεκδικητικούς», πραγματοποιείται οτις 20 Φε-βρουαρίου 1922, η αναουγκρότηοη του συνδικαλιστικού κινήματος με τη δημιουργία της Συμμαχίας Εργασίας. Τον Αύγουστο η Συμμαχία, εμπρός στη φασιατική επίθεση και επιδιώκοντας την «αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας», επιχειρεί μια τελευτούα γενική και α-περιόριστης διάρκειας πολιτική απεργία, που αποτυγχάνει.
Km στην Ιταλία, κατά τη διάρκεια του εκφασισμού, διαπιστώνουμε την αποκοπή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τη μάζα της εργατικής τάξης, που εκφράζεται καταρχήν με τη μείωση του δυ-ναμικού του κόμματος μετά την απόσπασή του από το σοσιαλιστικό κόμμα. Στο συνέδριο του Λιβόρνο, που επήλθε η διάοπαση, η κίνηοη των ιδρυτών του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος συγκεντρώνει περίπου 58.000 ψήφους μεταξύ των εγγεγραμμένων στο [ενιαίο] Σο-σιαλιστικό Κόμμα. To Μάρτιο του 1922, στο 2ο Συνέδριό του, το Ιτα-λικό Κομμουνιστικό Κόμμα δηλώνει επίοημα 40.000 μέλη, αριθμός που μάλλον πρέπει να μειωθεί οτις 20.000. Αυτή την εποχή, είναι ένα κόμ-μα που διακατέχεται από έντονο «εργατιομό», περιλαμβάνει 98% ερ-γάτες, πράγμα για το οποίο άλλωστε υπερηφανεύονται οι ηγέτες του, κοα έχει διεισδύσει οχεδόν αποκλειστικά στο Βορρά.3
Αλλά και πάλι το σημαντικό στοιχείο είναι, ότι το Ιταλικό Κομ-μουνιατικό Κόμμα δεν καταφέρνει να επιβάλει την καθοδήγησή του στα μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, πράγμα που πετύχοανε α-κόμη μέχρι το 1920, το «επαναστατικό» τμήμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος: μόνο ο Γκράμσι -και η ομάδα του Ordine Nuovo του Το-ρίνο- είχε παίξει ηγετικό ρόλο στις απεργίες και καταλήψεις των ερ-γοστασίων. Η διαπίστωση είναι ιδιαίτερα καθαρή αν αναλογιστούμε την ανικανότητα του Ιταλικού Κομμουνιατικού Κόμματος να ωθήοει τις μάζες σ' έναν αποτελεσματικό αγώνα εναντίον της ανόδου του φα-σισμού στην εξουσία. Ωστόσο, το ξέκομμα του Ιταλικού Κομμουνιστι-
2. A. Tasca, ό.π., α. 117.
3. P. Spriano, Storia del partito communista italiano, τ. I: Da Bordiga a Gramsci, 1967, o. 168 κ.ε.
230
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
κού Κόμματος από τις μάζες δεν εκφράζετοα οτο εκλογικό επίπεδο. Στις εκλογές του 1921, σοοιαλιοτές κοα κομμουνιστές μαζί κερδίζουν ψήφους (20.000) σε ούγκριση με τους ψήφους που μόνο που το Σο-σιαλιστικό Κόμμα είχε πάρει πριν από τη διάσπαση.
Τέλος, σ' όλη τη διάρκεια του εκφααισμού, το Ιταλικό Κομμουνι-στικό Κόμμα είναι βαθιά διαιρεμένο. Ανάμεσα. οτην τάση Μπορντί-γκα, που καταφέρνει να επιβάλει τη γραμμή της, και την τάση Γκράμ-οι-Τολιάτι, ο αγώνας είναι πολύ σκληρός. Ενώ, ο Μπορντίγκα κηρύσ-σει την πάλη μέχρις εσχάτων εναντίον των σοσιαλιστών, το 1922, ο Γκράμσι και η ομάδα του Τορίνου επιζητούν συνεργαοία με τον Ντ' Ανούντσιο που, πριν από την προσέγγιση εθνικιστών και φαοιστών, είχε διατάξει τους λεγεωνάριούς του να εγκαταλείψουν τους fasci κοα να τους πολεμήοουν.
6) Η πολιτική και ιδεολογική κρίση. Σορέλ και επαναστατικός συνδι-καλισμός
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στην ιταλική περίπτωση είναι η ιδεολο-γική κρίση στο πλαίσιο της εργατικής τάξης, που εκδηλώνεται με τη διάβρωση της εργατικής ιδεολογίας από την ιδεολογία της εξεγερμέ-νης μικροαστικής τάξης. Η ιδεολογία αυτή εμφανίζετοα με τον επανα-οτατικό ουνδικαλιαμό κοα στη σκέψη του Γκ. Σορέλ (G. Sorel), που είχαν σημαντική επιρροή στην Ιταλία. Ποιο είναι το περιεχόμενο αυ-τών των επιρροών στις γενικές του γραμμές;
Ο επαναστατικός συνδικαλισμός, σχετικά διακριτός από τον αναρ-χοσυνδικαλισμό, δηλαδή πιο πολιτικοποιημένος, διακηρύσσει την «αυ-τοχειραφέτηση» των «παραγωγών» μέσω των συνδικάτων, τις μόνες δικές τους ταξικές οργανώσεις. Όπως το διατύπωσε ο Αρτούρο Λα-μπριόλα (Arturo Labriola)4 - (Να μην συγχέεται με τον Αντόνιο Λα-μπριόλα):
«Ο οικονομικός συνεταιρισμός των εργαζομένων (συνδικάτο) νο-είται ως όργανο πραγμάτωοης της κοινωνικής επανάστασης, για-τί μόνον αυτό μπορεί να καταστρέψει τη βάοη στην οποία στη-ρίζεται το αστικό καθεστώς, δηλαδή τον ανταγωνισμό των μιοθω-τών μόνον αυτό αποτελεί την κοινωνική δύναμη των εργατών.
4. Τα χωρία του Λαμπριόλα που μνημονεύονται είναι παρμένα από το άρθρο του: «Syndicalisme et socialisme» («Συνδικαλισμός και οοσιαλι-σμός»), στο Le mouvement socialiste, Οκτώβριος 1969. Βλ. γι' αυτό το θέ-μα, Η. Dubief, Le syndicalisme revolutionnaire, 1969.
Η ΙΤΑΛΙΑ
231
[...] Για όλους αυτούς τους λόγους, η θεωρία του αυνδικαλισμού συμπεραίνει ότι η κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να είνοα έρ-γο κάποιου κόμματος...» Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον επαναστατικό συνδικαλιομό, οι ου-σιαστικές διεργασίες αυντελούνται οτον οικονομικό τομέα (τα εργο-στάσια), εκεί θα πρέπει να εντοπίζετοα ο πρωταρχικός οτόχος της «κοινωνικής επανάστασης» κι όχι οτην κατάληψη της κρατικής εξου-σίας. Όταν φτάσει η κατάλληλη εποχή, το ίδιο το κράτος θ' αντικα-τασταθεί από μια ένωση των συνδικάτων, δηλαδή των οργάνων της αυτοδιακυβέρνησης (self-government) των «παραγωγών». Μια επανά-σταοη που θα γίνει από ένα κόμμα, το οποίο εξ ορισμού είναι «εξω-τερικό» οτοιχείο σε σχέση με τους παραγωγούς, δεν θα έκανε τίποτα άλλο από το να αντικαταοτήσει μια «πολιτική» εκμετάλλευση με μιαν άλλη. Η επανάοταση θα γίνει χωρίς να καταληφθεί η κρατική εξου-σία, η οποία θα καταρρεύσει από μόνη της όταν οι παραγωγοί κατα-λάβουν την εξουσία στα εργοστάσια: Πρόκειται για γενική απεργία. Η άποψη του επαναστατικού συνδικαλισμού αυντοαριάζεται με τον αυ-θορμητισμό: αφού η γενική απεργία είναι δυνάμει πάντα παρούσα στην εργατική συνείδηση, αρκεί να κηρυχθεί από τα συνδικάτα, που πρέπει με κάθε τρόπο να μένουν μακριά από τα κόμματα.
Θα αναφέρουμε ένα ακόμη τελευταίο σημείο, γιατί πολύς λόγος έ-χει γίνει για τον επαναστατικό συνδικαλισμό και πολύ έχει εξαρτηθεί η άποψή του για την «αυτοδιαχείριση». Ο επαναστατικός συνδικαλι-σμός στην πραγματικότητα χαρακτηρίζετοα έντονα από έναν παραγω-γιατικό τεχνικισμό (technicisme productiviste) από τον οποίο απορρέει τελικά η άποψή του για την «αυτοδιαχείριση» της παραγωγής από τους εργάτες: «To συνδικάτο εύναι [...] επιπλέον, μια διαλογή ανθρώ-πων που διαθέτουν καθορισμένα προσόντα». To γεγονός αυτό έχει δΰο συνέπειες:
1. Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα είνοα εφικτή παρά μόνο σε μια περίοδο βιομηχανικής ανάπτυξης.
2. Αυτοί που θα πάρουν στα χέρια τους τη διεύθυνση της παρα-γωγής θα διαθέτουν κατάλληλες ικανότητες: «ο όρος αυτός δεν μπο-ρεί να εκπληρωθεί αν η επανάσταση πραγματοποιηθεί από ένα κόμ-μα», γράφει και πάλι ο Α. Λαμπριόλα.
Ωστόσο, κοα λιγότερο παράδοξο απ' όσο φαίνετοα από την πρώτη ματιά, μέαα στην προβληματική του επαναοτατικού συνδικαλισμού το-ποθετείται και η σκέψη του Γκ. Σορέλ. Για τον Σορέλ επίσης, η επα-νάοταση δεν μπορεί να είναι παρά έργο των ίδιων των «παραγωγών». Συναντάμε εδώ ένα είδος σαινσιμονικής λατρείας της παραγωγής. Μια πολιτική οργάνωση τύπου κόμματος δεν θα μπορούσε παρά να «με-τατραπεί σε γραφειοκρατική», να παρεμποδίοει τους παραγωγούς και
232
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
να υφαρπάσει τις επαναστατικές τους κατακτήσεις. Αλλά για τον Σο-ρέλ, ο αυθορμητισμός της εργατικής τάξης δεν επαρκεί, πρέπει να «διε-γερθεί». Έτσι, καταλήγει στη θεωρία της «δρώσας μειοψηφίας».
Μόνον η αποφασιστική κοα βίαιη παρέμβαση μιας συνει,δητής με-ρίδας των μαζών θα επιτρέψει την πραγματοποίηση της επανάστασης. Τι χρειάζεται η βία; Από τη μια, κινητοποιώντας τις μάζες υπο-χρεώνει τον αντίπαλο να αποκαλύψει το πρόσωπό του:
«Η δεξιά της αοτικής τάξης, που εκφράζεται [...] με την υποχώ-
ρηση μπροστά στην απειλή της βίας, υποβάλλει την ιδέα ότι η
αστική τάξη είνοα καταδικαομένη να πεθάνει κοα ότι η εξαφάνι-
σή της είναι ζήτημα χρόνου. Κάθε σύγκρουση που προσφέρει έ-
δαφος στη βία γίνετοα μια πρωτοποριακή μάχη...»5
Από την άλλη, κυρίως, λόγω του συμβολικού χαρακτήρα της, η βία,
επιτρέπει την ενεργοποίηση της εργατικής συνείδησης χάρη στις «πρά-
ξεις» της δρώοας μειοψηφίας.
Έτσι, ο Σορέλ, στο έργο του Σκέψεις πάνω στη 6idt παραθέτει μια ολόκληρη ερμηνεία του πολιτικού συμβολισμού, με επίκεντρο αυτό που ορίζει ως πολιτικό «μΰθο»: ο οοσιαλισμός, για να γίνει ρεαλιστικός, πρέπει στο εξής να στηριχθεί στο μύθο. «Πρέπει να θεωρήσουμε χους μύθους ως μέσα για να επιδράσουμε στο παρόν», γράφει ο Σορέλ και ορίζει το μύθο ως «οργάνωση παραστάσεων που ωθούν στον αγώνα και τη μάχη». Ο Σορέλ αναγνωρίζει πως η γενική απεργία δεν αρκεί για την κατάληψη της εξουσίας. Όντας μεγάλος θαυμαοτής του Μπλανκί, θεωρεί κατάλληλη για την ευόδωση της επανάσταοης την τακτική ενός κινήματος της εργατικής τάξης που καθοδηγείτοα από τον ακτιβισμό της δρώσας μειοψηφίας. Επιμένει, όμως, στη συμβολι-κή λειτουργία της «γενικής απεργίας»: το μύθο και την «επαναστατι-κή άοκηση» που προπαρασκευάζουν το άρμα των θεών από το πάν-θεο της ιστορίας. Ας σημειωθεί η σημαντική και ενδεικτική λεπτομέ-ρεια, ότι ο ίδιος ο Σορέλ για αρκετό καιρό είχε τέτοια σύγχυση ώστε έφτασε να θεωρεί τον εαυτό του λενινιοτή: Βλέπε το κεφάλαιο «Για τον Λένιν» (κόμμα μπολσεβίκων = δρώσα μειοψηφία), που προστέθη-κε μετά την επανάσταση του Οκτώβρη οτην 4η έκδοση των Σκέψεων πάνω στη 6ία. Ας υπενθυμίσουμε απλώς ότι, πριν από τον πόλεμο του 1914, ο Σορέλ, απογοητευμένοζ από τους «συνδικαλιστές», είχε ευθυ-γραμμιοτεί με την [εθνικιοτική] Action frangaise (Γαλλική Δράση) και τον Μωράς (Maurras).7
5. G. Sorel, Reflexions sur la violence, 8η έκδοση, σ. 94 κ.ε.
6. Ibid, ο. 371 κ.ε.
7. Έχω, ωστόοο, ορισμένους ενδοιασμούς και δεν θα ήθελα να φανεί πως
Η ΙΤΑΛΙΑ
233
Αυτά τα ιδεολογικά ρεύματα είχαν σημαντική επίπτωση στην ιτα-λική εργατική τάξη: παραμένουν ανθηρά από τις αρχές του οαώνα κοα αναζωογονούνται στη διάρκεια του εκφασισμού8 Ήδη το 1904, η ε-πιρροή Σορέλ εκδηλώνεται μέσα στα έργα του Αρτούρο Λαμπριόλα, του Ενρίκο Λεόνε (Leone), του Ε. Λονγκομπάρντι (Longobardi), οτον ιταλικό συνδικαλισμό των περιοχών του Βορρά, ιδιαίτερα της Πάρμας, του Μιλάνου, της Μπολόνιας, της Μόντενας, αλλά επίσης και της Νά-πολης. To καλοκαίρι του 1904, οι σορελικοί επαναστάτες συνδικαλι-στές συντελούν στην κήρυξη μιας μεγάλης γενικής απεργίας. Τη στιγ-μή της δημιουργίας της ιταλικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (1906), ο σορελικοί, υπό τον Αλσέστ ντε Αμπρί (Alceste de Ambris), συγκροτούν μειοψηφική ομάδα, την «Άμεσο Δράση», που αντιπροσω-πεύει 200.000 μέλη. To 1912, δημιουργούν την Unione Sindacale Italiana (Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση) -που επηρεάζετοα από την εμπειρία των Bourses du travail του Πελλουτιε (Pelloutier) και του Μο-νάτ (Monatte)- και που αριθμεί 100.000 μέλη ένα χρόνο μετά. Διχα-ομένοι, πάνω στο ζήτημα του πολέμου, το 1914, με τον Εντμόντο Ρο-σόνι, τον Μ. Μπιάνκι (Bianchi) και τους αδελφούς Ντε Αμπρί, ιδρύουν την Unione Italiana del Lavoro (Ιταλική Ένωοη Εργαοίας) που επρό-κειτο να παίξει πολύ σημαντικό ιδεολογικό ρόλο μετά τον πόλεμο. Η Ένωση οργανώνει, στην Dalmine το 1919, μι,α μεγάλη γενική απεργία, «εθνικού» χαρακτήρα και «αυτοχειραφέτησης»• οι εργαζόμενοι κατα-λαμβάνουν το εργοστάσιο κοα ουνεχίζουν την παραγωγή.
Και φτάνουμε έτοι οτη δεύτερη όψη του προβλήματος, που είναι η άμεοη συμπαιγνία φασισμού και σορελικού επαναστατικού συνδικα-λισμού. Ο ίδιος ο Μουσολίνι, θιασώτης της συμμετοχής στον πόλεμο, θεωρεί τον εαυτό του κατασταλαγμένο οπαδό του Σορέλ. Η απεργία της Dalmine χαιρετίζεται ανοιχτά από τον Μουσολίνι και τους fasci. To πρόγραμμα της Unione Italiana del Lavoro, τον Ιανουάριο του 1919, που προβλέπει την οργάνωση των «παραγωγών» οε σωματεία, υιοθετείται απευθείας από το φααιστικό κόμμα. Οι σορελικοί επανα-οτάτες προσχωρούν μαζικά στο φασιστικό κόμμα, οργανώνοντας τα φασιστικά συνδικάτα, με τους Ροσόνι, Μπιάνκι, Ντε Αμπρί και Φα-ρινάτσι.
ξεμπερδεύω τόσο γρήγορα με τον Σορέλ. Μπροστά στον αποβλακωτικό ου-μανισμό του Ζωρές (Jaures), η οκέ•ψη του είχε οπωσδήποτε, για ένα διά-στημα, θετικά αποτελέσματα πάνω στο γαλλικό εργατικό κίνημα (πράγμα άλλωοτε που αναγνώρισε και ο Γκράμσι)•
8. R. Paris, Les origines du fascism, a. 30 κ.ε.
234
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Με τρόπο πολύ πιο καθαρό απ' ότι στη γερμανική περίπτωση, ο ιτα-λικός φασισμός εκμεταλλεύτηκε σε βάθος όλες αυτές τις μικροαστικές ιδεολογικές επιδράσεις μέσα στην εργατική τάξη. Ο Μουαολίνι δηλώ-νει ότι «ο' όλη του τη ζωή ήταν απολογητής της βίας». To θέμα της δρώσας μειοψηφίας, μεταλλαγμένο εδώ οε ζήτημα των «ελίτ», εγγρά-φετοα στην ημερήσια διάταξη. Ο Μουσολίνι ρητορεύει εναντίον των «προγραμμάτων» και των «θεωριών» των πολιτικών κομμάτων: «δόγ-μα μας είναι το γεγονός». To 1920, αναφωνεί:
«Κάτω το κράτος, μ' όλες τις μορφές κοα ενσαρκώσεις του, το κράτος του χτες, του σήμερα, του αύριο. [...] Δεν μας απομένει παρά η θρησκεία της αναρχίας». Ακόμα mo βίοαες είνοα οι διακηρύξεις του όταν στρέφεται εναντίον των γραφειοκρατικών οργανώσεων και δηλώνει ότι το φασιστικό κί-νημα είνοα «αντικόμμα»: OL φασίστες Ρα (προύχοντες-αρχηγοί) της ε-παρχίας παίρνουν τις δηλώοεις αυτές στα σοβαρά και το 1922 αντι-δρούν εναντίον της συγκρότησης του φασιστικού κινήματος οε κόμμα, ο' «ένα κόμμα σαν τα άλλα». Η τάση προς τις «πραξικοπηματικές ε-νέργειες», πολύ καθαρή οτο φασιστικό κόμμα, εκδηλώνεται με την α-ντιπολίτευση στον Μουσολίνι, όταν αυτός επιχειρεί να προδιαγρά'ψει τα στάδια προς την κατάληψη της εξουσίας.
Παράλληλα, εξαίρεται η «οικονομική» απεργία και ο ρόλος των συν-δικάτων. Συγχαίροντας τους απεργούς της «εθνικής» απεργίας οτη Dalmine, ο Μουσολίνι μοιάζει να προχωρεί ακόμη περισσότερο:
«Ο σχηματισμός του Συμβουλίου Εργατών, που επί τρεις μέρες
φρόντισε για τη διεύθυνση της επιχείρησης εξασφαλίζοντας τη
λειτουργία της σε όλους τους κλάδους και σε όλους τους τομείς
της, αντιπροσωπεύει την τίμια απόπειρα, την εντελώς καλοπρο-
αίρετη προοπάθεια, την ευγενική φιλοδοξία να διαδεχθούμε την
υποτιθέμενη αοτική τάξη στη διαχείριση της εργασίας».
Ο Μουσολίνι άλλωστε ενστερνιζόμενος έτσι μιαν αντίλη'ψη τεχνικιστι-
κού παραγωγισμού (productivisme) θα δηλώσει πως δε θέτει παρά έ-
ναν όρο γι' αυτήν την «αυτοδιακυβέρνηση» - «τεχνική» διαχείριση
της παραγωγής από τους εργάτες: «να αυξάνετοα και να βελτιώνεται
η παραγωγή». Τέλος, ο φασισμός οικειοποιείται το συντεχνιακό οχέ-
διο των επαναστατικών συνδικαλιστών.
Η ΙΤΑΛΙΑ
235
γ) Η οοσιαλδημοκρατία και ο μαξιμαλιομός
Η ιταλική σοσιαλδημοκρατία εμφανίζει σημαντικές ιδιομορφίες σε οχέ-ση με τη γερμανική, αλλά η διαφορά δεν συνίστατοα στην ταξι,κή προέλευση των μελών της. Πριν από τον πόλεμο, το Ιταλικό Σοσια-λιστικό Κόμμα αριθμούσε 43% βιομηχανικούς εργάτες, 15% αγρεργά-τες, 6% φτωχούς αγρότες, 15% βιοτέχνες και 3,5% δημοοίους υπαλλή-λους.9 Φαίνεται, όμως, ότι μετά τον πόλεμο, κοα ιδιαίτερα μετά τη διάσπαση, αυξήθηκε το ποσοστό μελών αγροτικής προέλευσης (αγρερ-γατών και φτωχών αγροτών).10
To Ιταλικό Σοσιαλιοτικό Κόμμα αντιτάχτηκε οτη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο- πήρε μέρος οτη διάσκεψη του Τσίμερβαλντ (Zimmervalad) και ο ηγέτης του, Σεράτι (Serrati), έγινε δραστήριος προπαγανδιστής των ιδεών του Τσίμερβλαντ. Μετά τον πόλεμο, στο συνέδριο της Μπολόνια το 1919, το Ιταλικό Σοσιαλιατι,κό Κόμμα μοιάζει ν' απομακρύνετοα από τις προπολεμικές ρεφορμιστικές τάοεις του. To μαξιμαλιστικό ρεύμα του Σεράτι -48.111 ψηφοι- κατατροπώ-νει το ρεφορμιστικό ρεύμα του Τουράτι (Turati) -14.880 ψήφοι- κοα ψηφίζεται διά βοής η προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή. Αντίθετα, οι «μαξιμαλιστές οπαδοί της αποχής από το κοινοβούλιο» του Μπορντί-γκα -που θα πρωταγωνιστήσουν οτη διάσπαση του 1921- δεν ουγκε-ντρώνουν παρά 3.417 ψήφους.
Γενικά ο μαξιμαλισμός είναι κυρίαρχος ώς το 1922. Γι' αυτό, πριν περάσουμε στην κατοπινή εξέλιξη θα άξιζε ν' αναλύσουμε κάπως αυ-τό το ρεύμα.
Και ο μαξιμαλισμός χαρακτηρίζεται από τον οικονομισμό, πον στην περίπτωσή του παίρνει τη μορφή του οικονομικού καταστροφι-ομού. To Σοοιαλιστικό Κόμμα πιστεύει στο επικείμενο της επανάστα-
9. R. Michels, The Political Parties, ό.π., a. 255 κ.ε.
10. A. Gramsci, «Les origines du cabinet Mussolini», στο Imprecorr, γαλ-λική έκδοση, 20.11.1922. O Γκράμσι εκείνη την εποχή τείνει στο ν' αποδώ-σει τη «συμφιλιωτική» πολιτική του Ιταλικού Σοοιαλιστικού Κόμματος στο ότι, κατά τη γνώμη του, έχει «δύο ψυχές», δηλαδή οτο υψηλό ποσοστό με-λών αγροτικής προέλευσης. Η ερμηνεία οφείλεται στην υποτίμηση του επα-ναστατικοΐι δυναμικού της φτωχής αγροτιάς, άποψη που εκείνη την εποχή ο Γκράμσι μοιράζετοα με τον Μπορντίγκα. Ο Γκράμσι δεν θ' ανατοποθετη-θεί δημόσια, παρά μόνον το 1926 στην έκθεσή του για το «Ζήτημα του Νότου» που παρουσίασε στο συνέδριο της Λυόν. Όπως κι αν έχει το πράγ-μα, πρόκειτοα για αντίληψη ολωοδιόλου λανθασμένη, αν μάλιστα πάρει κα-νείς υπόψη του τις οξύτατες μορφές που παίρνουν οι ταξικοί αγώνες της φτωχής αγροτιάς στην Ιταλία της εποχής.
236
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
σης, πισχεύει στη «σιδερένια αναγκοαότητα» της επανάστασης. Την ί-δια ιδέα θα βρούμε στην εικόνα που δίνει ο Σεράτι, μετά το Λιβόρ-νο, στο συνέδριο του Μιλάνου, όπου χαρακτηρίζει το φασιστικό κίνη-μα ως τελική φάση της αστικής κυριαρχίας πριν από την καταοτρο-φή του καπιταλιστικού συστήματος. Ο ρεφορμιστικός οικονομισμός με-ταπλάθεται εδώ κατευθείαν σε οικονομιστικό καταστροφισμό. To Σο-σιαλιστικό Κόμμα δεν θα πάψει να επαναλαμβάνει ότι η αναγκαία και επικείμενη επανάστααη θα γίνει από μόνης της, <
«η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να γίνει με διατάγ-
ματα ή με τις διαβουλεύσεις μιας κάποιας Βουλής ή Εθνοσυνέ-
λευσης. Ύπουλες κοα επικίνδυνες είναι οι επαμφορτερίζουσες συ-
νεννοήσεις Κοινοβουλίου και Εργατικών Συμβουλίων. Γι' αυτό
πρέπει να τις καταδικάσουμε. [...] Αντίθετα πρέπει να εξωθήσου-
με το προλεταριάτο στη βίοαη κατάκτηση της πολιτικής και οι-
κσνομικής εξουσίας. Η εξουσία πρέπει να περάαει ολοκληρωτικά
οτα εργατικά και αγροτικά συμβούλια που θα έχουν νομοθετικές
κοα ταυτόχρονα εκτελεστικές αρμοδιότητες»."
Οι προηγούμενες φράσεις κρύβουν την έλλειψη οποιαοδήποτε
στρατηγικής αντίληψης για την κατάκτηοη της εξουσίας. Αλλά στην
πράξη τα πράγματα είνοα εντελώς ωμά: δηλαδή, τέλεια ατάση αναμο-
νής.12 Τίποτε δεν γίνετοα γι' αυτήν την περιβόητη επανάσταοη που ό-
λοι ωστόσο περιμένουν. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Τα μέλη του Σο-
σιαλιστικού Κόμματος είχαν συνηθίσει οτα εκλογικά τους τσιφλίκια κι
είχαν καλοβολευτεί με τις δημοτικές και επίσημες τοπικές εξουσίες. Κι
ενώ δεν κουνούν το δαχτυλάκι τους για την επανάσταση που περιμέ-
νουν, κι ενώ αρνούνται κάθε συνεργασία με τις «κεντρικές αρχές» του
κράτους, θεωρούν, ωοτόσο, ότι η κατάληψη της εξουσίας θα πραγμα-
τοποιηθεί με την προοδευτική κατάκτηση «αυτόνομων» εξουσιών
στους νομούς, τους δήμους κοα τις κοινότητες. Η Εμίλια, η κόκκινη
επαρχία, γίνεται το πρότυπο: αρκεί, θα πει το κόμμα, ν' αποκτήσου-
με στην Ιταλία πολλές «κόκκινες Εμίλιες» κοα η επανάοταση θα έχει
11. Avanti, 25.6.1920.
12. P. Togliatti, Le parti communiste italien, 1961, σ. 44" G. Salvemini, ό.π.
Η ΙΤΑΛΙΑ
237
γίνει.13 Κι αφού, λοιπόν, χο ουσιαστικότερο είναι να μην εμποδιστεί η επερχόμενη κι αναγκοάα επανάοτααη, περιμένοντάς την, τουλάχιοτον ας μην δοθούν «προσχήματα» οτον αντίπαλο. To 1920, χρονιά των μεγάλων απεργιών, η ηγεοία του κόμματος προβαίνει στην εξής δή-λωση:
«Η παρούσα κατάαταοη δείχνει ότι η κρίση επιταχύνετοα ενώ
πλησιάζει η δεινή σύρραξη αστισμού κοα προλεταριάτου. Για ν'
αντιμετωπίσουμε τους νέους αγώνες μ' όλες μας τις δυνάμεις, οι
ηγετικοί οργανισμοί του προλεταριακού κινήματος στην Ιταλία
πρέπει να προφυλάξουν τους εργαζόμενους από ενέργειες πον θα
μπορούσαν ν' αποβούν βλαβερές και επιζήμιες οτο συνολικό κί-
νημα».
Κι ενώ δίνονται αυτές οι κατευθύνσεις, από την άλλη μεριά το κόμ-
μα απαιτεί από το κράτος και την κυβέρνηση να μην παρεμποδίζουν
την επαναστατική διαδικασία και να άρουν τα εμπόδια που «παρά-
νομα» παρεμβάλλουν. Θα έπρεπε, τέλος, ούμφωνα με την ηγεσία του
Σοσιαλιοτικού Κόμματος «ν' αρνηθούμε κάθε συμμετοχή, κάθε υπο-
στήριξη και κάθε ψήφο που θα ευνοούσε την κυβέρνηαη».14
Η ρεφορμιστική ομάδα των Τουράτι και Τρέβες (Treves), υποστη-ριζόμενη από την ιταλική ΓΣΕ (η ΓΣΕ συνδέεται από το 1918 με το σοσιαλιοτικό κόμμα και αριθμεί, το 1920, 2.200.000 μέλη) και τους η-γέτες της με τον Ντ' Αραγκόνα (Aragona) επικεφαλής, δεν έχει τις ί-διες προθέσεις: ακολουθεί με ευθύτητα το δρόμο της ταξικής συνερ-γασίας. To 1920, εξαιτίας της παθητικότητας των μαξιμαλιστών το κί-νημα κατάληψης των εργοστασίων οδηγείται σε αποτυχία. Δύο χρό-νια αργότερα η πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας, με εκπρό-σωπο τον Τουράτι, δηλώνει ότι είναι έτοιμη να ουμμετάοχει οε μια «δημοκρατική» κυβέρνηση. Άλλωστε οτο αυνέδριο της Ρώμης, δΰο μή-νες πρι,ν από την άνοδο του φασισμού στην εξουοία, ολοκληρώνεται η διάσπααη μαξιμαλιστών και ρεφορμιστών. Οι τελευταίοι θα ιδρύσουν το Ενωτικό Ιταλικό Σοσιαλιοτικό Κόμμα, ενώ η ΓΣΕ καταγγέλλει το σύμφωνο δράσης με το Ιταλικό Σοσιαλιοτικό Κόμμα.
Στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασιομού η οπισθοχώρηση της σο-σιαλδημοκρατίας είναι ολοφάνερη - τα μέλη της μειώνοντοα από 216.000 το 1920, με 60.000 το 1922. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ό-XL η οπισθοχώρηση αυτή ήταν ουνέπεια της διάσπασης του Λιβόρνο κι ότι αντιστοιχεί στη γενική πτώοη των εργατικών οργανώσεων, του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος συμπεριλαμβανομένου. Τηρουμέ-
13. A. Tasca, ό.π., σ. 388 κ.ε.
14. J. Droz, Le socialisme democratique, ό.π., o. 197.
238
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
νων των αναλογιών, το Σοσιαλιστικό Κόμμα κρατιέτοα αρκετά καλά σε σχέοη με το κομμουνιστικό• επιπλέον η ρεφορμιστική ομάδα του θα κερδίσει έδαφος. Αίφνης, ενώ το 1920 στο συνέδριο του Λιβόρνο οι ρεφορμιστές είχαν γύρω στους 15.000 ψήφους, το 1922 στη Ρώμη φτάνουν περίπου τις 30.000.
Παράλληλα, με βάση τα συνδικάτα και την κοινοβουλευτική ομά-δα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η σοσιαλδημοκρατική ώεολογία δη-λητηριάζει την εργατική τάξη, αν και σε μικρότερη έκταση απ' όσο στη Γερμανία. Προς την ίδια κατεύθυνση δρα και ο μαξιμαλιομός. Γε-νικά, όμως, δεν παίρνει τη μορφή της ταξικής συνεργασίας, όπως συ-νέβη στη Γερμανία. Η εργατική τάξη, επηρεαζόμενη από τη σοοιαλ-δημοκρατική ιδεολογία, επαναπαύετοα με την πεποίθηση ότι είνοα δυ-νατό να χρησιμοποιηθούν αποφασιστικά ενδιάμεσοι αστικοί κρατικοί μηχανισμοί -τοπικές αρχές, χωροφυλακή, αστυνομία, στρατός- ως φραγμός εναντίον του φασισμού κοα μ' αυτόν τον τρόπο να μη δο-θούν αφορμές στην αστική τάξη. Μ' άλλα λόγια ο ιδεολογικός επηρεα-ομός προσλαμβάνει τη μορφή μιας τυπικά μικροαστικής αυταπάτης που θεωρεί ότι το κράτος είνοα ουδέτερο απέναντι στην αστική τάξη, με την οποία εξάλλου αρνούντοα οποιαδήποτε ταξική συνεργασία.
Αν, λοιπόν, η πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, απέναντι οτον φα-σισμό δεν είναι ίδια στην Ιταλία και οτη Γερμανία, οδηγεί ωστόσο στα ίδια αποτελέσματα. Είνοα αλήθεια ότι το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν παρασύρθηκε οτην πολιτική του «μικρότερου κακού», δη-λαδή την πολιτική της ανοιχτής υποστήριξης των αστικών κυβερνή-σεων. To λάθος του δεν συνίσταται, όπως υποανίσσεται ο Ντροζ (Droz),15 στο ότι δεν συμμετέαχε, ή δεν υποστήριξε τις «δημοκρατικές κυβερνήοεις». Οι Ιταλοί σοσιαλιστές όπως δεν έκαναν τίποτε για να προετοιμάσουν την επανάοταση, άλλο τόοο δεν έκαναν τίποτε για ν' αποφύγουν τον φασιομό.
Αρχικά, η σοσιαλδημοκρατία ακολουθεί μια νομοταγή τακτική που αρνείτοα την οργάνωση μαζικού πολιτικού αγώνα εναντίον του φασι-σμού (μ' εξαίρεση μερικές διαδηλώοεις κοα σκόρπιες μικροσυγκρούσεις) για να μην όώσει αφορμές οτον αντίπαλο. Στις 22 Μαΐου το Avanti δημοσιεύει μεγάλα αποοπάσματα από το έργο «Η Ζωή του Χριστού» του Παπίνι (όπου βέβαια γίνεται λόγος πώς να οτρέφεις κοα το άλ-λο σου μάγουλο), με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Να μην αντιστέκε-σαι».16 Παράλληλα, κάνει από κοαρό σε κοαρό εκκλήσεις για το σεβα-σμό του Συντάγματος και κοινοβουλευτικές ζυμώσεις. Η όλη προσπά-
15. Στο ίδιο, σ. 132.
16. P. Spriano, ό.π., α. 132.
Η ΙΤΑΛΙΑ
239
θεια καταλήγει το 1921 στο ούμφωνο ειρήνευσης φαοιστών-σοσιαλι-στών, που επιτρέπει στο σπαραγμένο από τις δικές του εοωτερικές δυ-οκολίες φασισμό, ν' ανορθωθεί κοα να συνεχίσει ευκολότερα την επί-θεοή του. To σύμφωνο αυτό θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη ακινητο-ποίηοη της εργατικής τάξης.
Αλλά το θαυματουργό μέσο εναντίον του φασισμού, που το Σοσια-λιστικό Κόμμα ζηλότυπα φυλάει για έοχατη ανάγκη, είναι η γενική απεργία. Στην περίπτωση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, όπου η συνθηκολόγηση με τον εθνικοσοσιαλισμό ήταν πιο καθαρή, δεν υπήρ-ξε καν ανάγκη να καταφύγουν ο' αυτό το μέσο. Γϊατί, μετά τα ιστο-ρικά παραδείγματα γενικών απεργιών που στέφτηκαν από επιτυχία, εναντίον στρατιωτικών πραξικοπημάτων, όπως εναντίον του Κορνί-λωφ (Kornilov) κοα του Καππ, μέοα στο εργατικό κίνημα είχε ριζώ-σει η αυταπάτη της γενικής απεργίας ως θαυματουργό αμυντικό μέ-οο που θα έβαζε φραγμό στον φασισμό. Στην ιταλική περίπτωση, η αυταπάτη αυτή είχε ενιοχυθεί από την παράδοση του «επαναστατι-κού συνδικαλιομού» και το μύθο της γενικής απεργίας.
Όμως, πολλοί λόγοι συνηγορούν ότι δεν πρόκειτοα παρά για αυ-ταπάτη. Στην περίπτωση διαδικασίας εκφαοισμού, που τοποθετείτοα μετά την έναρξη της διαδικασίας ήττας της εργατικής τάξης, και μό-νον η κήρυξη μιας γενικής πολιτικής απεργίας αποδεικνύεται πολύ δύ-σκολη μέαα σ' αυτήν την κατάοταση της ακινητοποίησης. Όταν φτά-νει το σημείο μη-επιστροφής, όπου την έκταση της ακινητοποίησης ουναγωνίζεται μόνον η έκταση της μαζικής οργάνωσης του φασισμού, η κήρυξη της γενικής απεργίας αποδεικνύεται εντελώς αδύνατη. To φασιστικό κίνημα είναι κιόλας μαζικό: με τις παραοτρατιωτικές κοα συνδικαλιστικές οργανώσεις του, με την ενεργητική υποστήριξη του κράτους και σημαντικού τμήματος του πληθυομού, του είνοα εύκολο να σπάσει τη διοργάνωση μιας γενικής απεργίας ή και την επιδίωξή της. Τέλος, η τεχνική πλευρά του ζητήματος, που στην περίπτωση των πραξικοπημάτων Κορνίλωφ και Καππ ευνόησε τις λαϊκές δυνάμεις, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί: ο φασιομός, με τις μαζικές του οργανώ-σεις διαθέτει δικά του μέσα κίνησης μεταφορών και επικοινωνιών.
Τούτη η περίφημη απεργία, το τελευταίο χαρτί που παίχτηκε, α-ποφαοίστηκε από τη Συμμαχία Εργασίας για την 1η Αυγούοτου 1922. To Ιταλικό Κομμουνιοτικό Κόμμα ελπίζει ακόμη να τη μετατρέψει οε γενική επαναστατική απεργία. Όμως, ακόμη και μέσα στις μεγάλες πό-λεις, υπάρχει μέτρια συμμετοχή, πολύ μικρή στην ύποαθρο, ακόμα και οτην κόκκινη Εμίλια. Η οργάνωση της μυστικής επιτροπής, υπεύθυνης για το συντονισμό, διαλύεται. Οι φασίστες καταλαμβάνουν αμέσως τα λιμάνια και τους σιδηροδρομικούς κόμβους, οδηγούν OL ίδιοι τα τρένα και τα τραμ μέσα οτις πόλεις, επιτίθενται στα χρηματιστήρια εργα-
240
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
σίας και τους συνεταιρισμούς και καταλαμβάνουν τις βιομηχανικές πό-λεις. Δυο μέρες μετά, αποτυγχάνει εκείνη η περιβόητη νομιμόφρων α-περγία. Ήταν το «σοσιαλιστικό Caporetto»*
Τέλος, μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, και οτη διάρ-κεια της μακριάς πρώτης περιόδου του φασισμού στην εξουσία, εξα-κολουθεί η ίδια λεγκαλιστική τακτική. To Σοσιαλιατικό Κόμμα το 1924 παίρνει οτα οοβαρά την οργάνωοη των εκλογών. Δυο χρόνια με-τά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, οι φασίστες δεν ποάρνουν παρά 38% των ψήφων, οι «αντιφασίστες» 25%, με 37% αποχές, ενώ ο Χίτλερ ήδη από το 1932 κέρδισε στη Γερμανία το 37% των ψήφων. Μετά τη δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Ματεότι (Matteoti) το 1924, και ενώ ένα μεγάλο κύμα αγανάκτησης κοα ζύμωσης δονεί, την Ιταλία, γίνονται απλώς διαμαρτυρίες στη Βουλή. OL υπεύθυνοι συνδι-καλιστές της ΓΣΕ υπό τον Ντ' Αραγκόνα, «συνεργάζονται από τεχνι-κή άποψη» με την κυβέρνηση και επακολουθοΰν οι διαπραγματεύσεις με τον Μουσολίνι. Μετά τους υπερφασιστικούς νόμους, ακολουθεί η οριστική διάλυση των κομμάτων κοα των ελεύθερων συνδικάτων.
δ) To Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα
—Η τάση Μπορντίγκα και η πολιτική τον κόμματος
Η πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σ' όλη τη διάρ-κεια του εκφασισμού όχι μόνον είναι λανθασμένη, αλλά διακρίνετοα από αριστερίστικο παώιομό — εντελώς διαφορετικό από τον επιφα-νειακό υπεραριστερισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας.
Στο Ιταλικό Κομμουνιατικό Κόμμα που συγκροτείται μετά τη διά-σπαση του Λιβόρνο, κυριαρχεί εξαρχής η πολιτική γραμμή του Μπορ-ντίγκα.17 Ήδη το 1919, η κομμουνιστική ομάδα του σοσιαλιστικού κόμματος, κάτω από την επίδραση του Μπορντίγκα, υποστηρίζει την «αποχή», δηλαδή τη μη-συμμετοχή στις εκλογές κοα στη Βουλή, πράγ-μα που προκαλεί τις οκληρές επιπλήξεις του Λένιν. Μετά τη διάσπα-
* Caporetto: Πανωλεθρία του ιταλικού στρατού οτον Α' παγκόσμιο πό-λεμο. (Σ.τ,Μ.)
17. Ο Μπορντίγκα υπήρξε αναμφισβήτητα, μέχρι το 1926, μια από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες της Διεθνοϋς, εντελώς διαφορετικού διαμετρή-ματος από τους Γερμανούς αριστερούς, Μάολοβ, Φίοερ, Κορς (Korsch), Ρό-ζενμπεργκ κ.λπ.
Η ΙΤΑΛΙΑ
241
ση, έρχεται η γραμμή του πιο αδυσώπητου αγώνα εναντίον του σο-
σιαλιστικού κόμματος, γραμμή που αποκλείει κάθε μορφή επαφής ή
συνεννόησης μαζί του σ' όλα τα επίπεδα. Ο πρώτος στόχος είναι ο
Σεράτι, τον οποίο το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα μέμφεται ιδιαί-
τερα επειδή δεν τον ακολούθησε οτη διάσπαση του Λιβόρνο (1919).
Οι επιθέσεις εναντίον του Σεράτι γίνοντοα ακόμη πιο σφοδρές και λό-
γω του επικίνδυνου χαρακτήρα της «μαξιμαλιστικής αυταπάτης» που
συντελεί οτην αναβολή του θανάτου της σοσιαλδημοκρατίας.
Η Κ.Ε. σ' ένα μανιφέστο για τις εκλογές του 1921, δηλώνει:
«Οι εκλογές του Μαΐου του 1921 πρέπει να είναι η κηδεία του
Σοσιαλιστικού Κόμματος. [...] Κάθε συνεπής εργάτης [...] πρέπει
να έχει πειστεί πια ότι η τάξη του στην Ιταλία δεν θα καταφέ-
ρει να προχωρήσει παρά μόνον περνώντας πάνω απ' το πτώμα
του Σοσιαλισακού Κόμματος, ότι δεν είναι δυνατό να νικήσει την
αατική τάξη αν δεν καθαριατεί πρώτα το πεδίο της πάλης των
τάξεων απ' αυτό το πτώμα που βρίσκεται σε αποσύνθεση».18
To 1922, όταν ο Τουράτι αρχίζει να ξεπερνά τη μαξιμαλιατική ομά-
δα, το μόνο πράγμα που βρίσκει να κάνει το Ιταλικό Κομμουνιστικό
Κόμμα είναι να καυχιέται ότι «η διάλυση του Σοσιαλιοτικού Κόμμα-
τος φέρνει το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επικεφαλής της ιταλικής
εργατικής τάξης και του επαναστατικού αγώνα της». To Ιταλικό Κομ-
μουνιστικό Κόμμα φτάνει μάλιστα στο σημείο να ευχαριστιέται από
τις επιτυχίες του φασισμού, εφόσον ουντελούν οτη μείωση της σοσιαλ-
δημοκρατικής επιρροπής στις μάζες και στη δημιουργία ευνοϊκών συν-
θηκών για την επέκταση της επιρροής του Ιταλικού Κομμουνιστικού
Κόμματος." Πριν από το 1922 κιόλας, ο Λένιν ασκεί σφοδρή κριτι,-
κή στον τρόπο που το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πολιτεύετοα έ-
ναντι της σοαιαλδημοκρατίας και ουνιστά τις ουνεννοήσεις με τους
μαξιμαλιστές του Σεράτι. Σ' όλη αυτήν την περίοδο, το Ιταλικό Κομ-
μουνιστικό Κόμμα (συγκεκριμένα οι Θέσεις της Ρώμης του 2ου Συνε-
δρίου του το 1922) πιστεύει πάντα ότι η επανάσταση επίκειται, ότι
συνεχίζεται η εργατική επίθεση, κι έτσι υποτιμά τελείως τον φασιστι-
κό κίνδυνο. Οι εκπρόσωποι του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος
στο 7ο Συνέδριο της Διεθνούς (1935), με επικεφαλής τους Μπορντί-
γκα και Τερατσίνι (Terracini), έρχονται σε πλήρη διάοταοη με τη θέ-
ση της σταθεροποίησης. To φασιστικό φαινόμενο μόνιμα εξομοιώνετοα
με το φαινόμενο των Ρώοων λευκοφρουρών και θεωρείται απλά νευ-
18. Partito Communista d'ltalia: Manifesti e altri documentipolitici (1921), επανέκδοση Feltrinelli, σσ. 46-47.
19. P. Spriano, Storia del partito communista italiano, ό.π., 1967, σ. 127.
242
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
ρική αντίδραση σε μια επαναστατική κατάοταοη.20 Μόνον ο Γκράμοι διαβλέπει τη δυνατότητα επιτυχίας ενός φασιστικού «πραξικοπήμα-τος».21 Ενώ η 1η Ολομέλεια υιοθετεί τις θέοεις για το Ενιαίο Μέτω-πο, η αντιπροσωπεία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος μαζί με το γαλλικό και το ισπανικό κόμμα καταψηφίζουν την απόφαοη. Η ερ-μηνεία που δίνει η τάση Μπορντίγκα στο Ενιαί,ο Μέτωπο προεξοφλεί αυτήν που θα δώσει αργότερα το 6ο Συνέδριο της Διεθνούς. Η καθο-δήγηση Μπορντίγκα καταλήγει μάλιστα σε μια πρώτη σκιαγράφηση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού. Ο Μπορντίγκα περιμένει ότι το φα-σιστικό κοα το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα συμμαχήσουν επίσημα οτη Βουλή:
«Η άποψη ότι ο φασιομός και η σοσιαλδημοκρατία ακολουθούν σήμερα συγκλίνοντες δρόμους μπορεί να φαίνετοα παράδοξη σε πολλούς [...] αλλά θα επαληθευτεί στο μέλλον. [...] Ο φασισμός και η σοσιαλδημοκρατία είνοα τα δυο πρόσωπα του ίδιου αυρια-νού εχθρού».22 Κι έτοι συνεχίζετοα η ίδια τακτική προς τους σοσιαλιστές.
Όσο για το Ενιαίο Μέτωπο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρεί ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί παρά μόνο στον οικονομικό το-μέα, μέσα στα συνδικάτα και αποκλειστικά για «διεκδικητικούς» α-γώνες, αλλά καθόλου στο πολιτικό επίπεδο. Καθιερώνεται έτσι ριζι-κός διαχωρισμός του πολιτικού κοα οικονομικού, πράγμα που επανα-λαμβάνετοα όπως θα δούμε αμέοως, στην άποψη του Μπορντίγκα για το κόμμα και την οργάνωοη. Αυτό αναγκάζει τον Ζινόβιεφ, που δεν έπαψε ποτέ να προειδοποιεί το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα για το λάθος αυτής της πολιτικής, να πεί στην 1η Ολομέλεια:
«Ολόκληρη η φιλοσοφία του συντρόφου Τεραταίνι συνίσταται, οτο απόφθεγμα: "με τον Ντ' Αραγκόνα ναι, με τον Τουράτι ό-χι". [...] Δεν είνοα δυνατόν να κατακτηθούν οι μάζες χωρίς πα-ράλληλα να γίνονται συμφωνίες με τις πολιτικές τους οργανώσεις και τους ηγέτες τους» και στο 4ο Συνέδριο ο Ζινόβιεφ λέει πά-λι: «Στην τακτική του ενιοάου μετώπου το Ιταλικό Κομμουνιστι-
20. P. Spriano, ό.π., σ. 126.
21. A. Gramsci, «La reazione», στο Avanti, Piemontaise, 17.10.1920. Αυ-τό ακριβώς έκανε τον Τρότοκυ να πει, το 1932, ότι «κανένας ιταλός κομ-μουνιστής, εκτός από τον Γκράμσι, δεν πρόβλεψε την πιθανότητα μιας φα-σιστικής δικτατορίας»• αναφέρεται από τον J. Cammett, Antonio Gramsci and the Origins of Italian Communism, 1969, o. 159. Αυτή τη γνώμη του Γκράμοι τη συμμεριζόταν η Διεθνής, και ιδιαίτερα ο Λένιν και ο Ζινόβιεφ (P. Spriano, ό.π., α. 95).
22. II Soviet, 15.5.1921.
Η ΙΤΑΛΙΑ
243
κό Κόμμα παρουοιάζει οοβαρότατες αποκλίσεις• θεωρεί ότι το Ε-νιαίο Μέτωπο είναι εφικτό στον οικονομικό τομέα κι ότι δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να πραγματοποιηθεί οτον πολιτικό τομέα. Η άποψη αυτή είναι αντιμαρξιοτική... »23 Έτσι, η πολιτική αυτή καταλήγει στην αποτυχία του Ενιαίου Με-τώπου ακόμη και ατον οικονομικό τομέα. Δεν είναι καθόλου παράδο-ξο που το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά τις διακηρύξεις του για το «οικονομικό ενιαίο μέτωπο», μποϊκοτάρει τη Συμμαχία Εργα-σίας. Η εφαρμογή του Ενιαίου Μετώπου θα επιχειρηθεί δειλά -του-λάχιστον επίσημα- σε ελαχιστότατες κοινές ενέργειες. Θα πρέπει να γίνει πρώτα η διάσπαση του Σοσι,αλιστικού Κόμματος τον Οκτώβριο του 1922 για να αποτολμηθεί το πλησίασμα των μαξιμαλιστών: αλλά είνοα ήδη πολύ αργά. Ακόμη και μετά την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, ο Μπορντίγκα πολεμά σκληρά αυτές τις προσεγγίσεις κοα τις καταδικάζει σε αποτυχία. OL μαξιμαλιστές κοα οι κομμουνιστές εμφα-νίζονται ξεχωριστά στις εκλογές του 1924, παρά το γεγονός ότι το ε-κλογικό αύστημα ήταν πλειοψηφικό. Κάτω από την πίεοη της Διε-θνούς, μια έκκληση που έγινε την τελευταία στιγμή, του Ιταλικοΰ Κομμουνιστικού Κόμματος προς το σοσιαλιστικό κόμμα για εκλογική σΰμπραξη, μένει χωρίς αποτέλεσμα. Οι ουνεννοήσεις θα συνεχιατούν μόνο μετά το συνέδριο της Λυόν, που καθιέρωοε την ηγεοία του Γκράμσι στο κόμμα.
Αλλά η πραγματοποίηση του ενιαίου μετώπου στη βάση, εκτός α-πό τη στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις προσκρούει επίσης στις αντιλήψεις της ηγεσίας για το κόμμα κοα οτη στρατηγική της για την κατάληψη της εξουσίας. Η τάση Μπορντίγκα κατέχεται από κραυγαλέο μπλαν-κισμό. «Πρέπει να είμαστε λίγοι, αλλά καλοί», λέει συχνά, κοα προ-βάλλει το σύνθημα του «μικρού κόμματος» και των «10.000 κομμου-νιστών». Με τη βοήθεια της επαναστατικής γενικής απεργίας, 10.000 αποφααισμένοι κομμουνιστές θα καταφέρουν, μέσα από το δρόμο της εξέγερσης που θα γίνει την κατάλληλη στιγμή, να χτυπήσουν θανάσι-μα την κεφαλή του κράτους.
Αντίθετα με αυτήν την άποψη, οι αποφάσεις του 3ου Συνεδρίου (λενινιοτικού) της Διεθνούς, προβάλλοντας το σύνθημα «προς τις μά-ζες», ορίζουν:
«Από την πρώτη μέρα της δημιουργίας της η Κομμουνιστική Διε-
23. Ζινόβιεφ, στην 1η Ολομέλεια, στο Compte rendu de la Conference de I'Executifelargi de 1'I.C, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1922, Παρίσι, σ. 159 κ,ε.-και στο 4ο Συνέδριο, οτο Protokoll..., ό.π., ο. 897 κ.ε.
244
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
θνής θεώρησε καθαρά και χωρίς διφορούμενα ότι ο σκοπός της
δεν ήταν η δημιουργία μικρών κομμουνιστικών ομάδων που θα
άπλωναν την επιρροή τους πάνω στην εργατική τάξη μόνο με τη
ζύμωση και την προπαγάνδα [...], αλλά η δημιουργία κόμματος
μαζών».
Ο ίδιος ο όρος κόμμα μαζών τον οποίο επαναφέρει ο Τολιάτι μετά
το 1945, με τη γνωστή ρεβιζιονιοτική έννοια, είνοα λενινιστικός όρος.24
Εφόοον, η λενινιστική παράδοση αποδέχεται τη ριζική διάκριση μετα-
ξύ οργάνωσης της πρωτοπορίας (κόμματος) κοα μαζικών οργανώοεων
(ουνδικάτων), ο όρος κόμμα μαζών ηχεί παράξενα. Στην πραγματικό-
τητα, η χρησιμοποίηση του όρου «κόμμα μαζών» από τη Διεθνή (με-
τά το θάνατο του Λένι,ν) στις αναλύσεις της σχέσης πολιτικού κοα οι-
κονομικού τομέα και των αντίστοιχων οργανώσεων, απηχεί, το μόνι-
μα διφορούμενο χαρακτήρα της.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η άποψη Μπορντίγκα είναι α-κριβώς αντίθετη μ' εκείνη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, που αποοκοπούσε στην εκλογική κατάκτηση της «πλειοψηφίας» της εργατικής τάξης. Ωστόσο, για το Ιταλικό Κομμουνιοτικό Κόμμα, το Ενιαίο Μέτωπο, ως ουμμαχία στο πλαίσιο ώιότυπων οργανισμών, δεν έχει κανένα νόημα ούτε λόγο ύπαρξης. To Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα θέλει να οργανώσει ζηλότυπα τις «δικές» του «αμιγείς» οργα-νώσεις μιας χούντας αποφασισμένων ανθρώπων, που θα ελέγχοντοα σε μεγάλο βαθμό από τους «καθοδηγητές» του κόμματος, και πρέπει συ-νακόλουθα να καταπολεμήσει και να καταγγείλει κάθε άλλο παρόμοιο «εξωκομματικό» σχηματισμό.
Είναι χαρακτηριστική η στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμ-ματος στις Κόκκινες Λαϊκές Ομάδες (Arditi del popolo), δηλαδή σχη-ματισμούς παραστρατιωτικούς που ξεπήδηοαν αυθόρμητα το 1921, για ν' αντιμετωπίσουν τις φασιστικές επιθέοεις. Τα Arditi συγκεντρώνουν εργάτες, αγρότες, συνδικαλιοτές της βάσης, σοσιαλιστές, κομμουνιστές κ.λπ. To Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα τα αποκηρύσσει και απαγο-ρεύει στα μέλη του να συμμετέχουν σ' αυτά:
«Τα Arditi del popolo σκοπεύουν, όπως φαίνεται, να παραμορφώ-σοπν την προλεταριακή αντίδραση στα έκτροπα του φασισμού, ν'
24. Πιο συγκεκριμένα, ο λενινιστικός όρος «κόμμα μαζών» δεν έχει διό-λου σχέση με την αριθμηηκή δύναμη, δηλαδή με τον αριθμό των μελών του κόμματος, όπως εννοούσε ο Τολιάτι όταν χρησιμοποιούοε τον όρο «μαζικό κόμμα». Αντίθετα, οτο άλλο άκρο, ο Μπορντίγκα ταυτίζει την έννοια της «πρωτοπορίας» με τον «περισοότερο αριθμό» μελών, δηλαδή τη «μυημένη αίρεοη».
Η ΙΤΑΛΙΑ
245
αποκαταστήσουν την τάξη και την ομαλότητα της κοινωνικής
ζωής. [...] Ο σκοπός των κομμουνιστών είνοα εντελώς διαφορετι-
κός. Οι κομμουνιστές σκοπεύουν να οδηγήσουν τον προλεταρια-
κό αγώνα στην επαναστατική νίκη- τάσοονται με την άποψη ό-
τι υπάρχει ασυμβίβαστη αντίθεση μεταξύ δικτατορίας της αστι-
κής αντίδρασης και δικτατορίας της προλεταριακής επανάστασης
[...] και δείχνουν τον ολέθριο κοα ηττοπαθή χαρακτήρα κάθε διά-
κρισης μεταξύ άμυνας και επίθεσης της εργατικής τάξης».25
Τα στοιχεία των Arditi θεωρούνται «ύποπτα» κοα «ανισόρροπα».
To Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα οργανώνει τις δικές του «κομμου-
νιστικές στρατιωτικές ομάδες» με το σύνθημα: «Μόνοι μας καλύτε-
ρα!». Μάτοαα γράφει ο Γκράμσι:
«Οι κομμουνιστές αντιτίθενται στο κίνημα των Arditi del popolo; Ακριβώς το αντίθετο: οι κομμουνιστές επιθυμούν τον εξοπλισμό του προλεταριάτου, τη δημιουργία μιας ένοπλης προλεταριακής δύναμης που θα είνοα σε θέση να νικήσει την αστική τάξη... »26 Σφάλματα, λοιπόν, μιας γραμμής τυπικά αριστερίστικου ποαδισμού, που διαφέρει από τη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμα-νίας. Όσον αφορά τον αγώνα εναντίον του φασισμού, το Ιταλικό Κομ-μοννιστιχό Κόμμα ρίχνεται αποφασιστικά οζη μάχη, μέαα ατα όρια που καθορίζει η γραμμή του, μακριά από λεγκαλιστικές και εκλογι-κές αυταπάτες. Οι «κομμουνιατικές στρατιωτικές ομάδες», μετά το 1921, περνούν παντού στη δράση, και πετυχαίνουν αξιόλογα αποτε-λέσματα, ιδιαίτερα στο Μιλάνο. Σφοδρές μάχες διεξάγονται στη Γέ-νοβα κοα το Τορίνο. Με την αποτυχία της νόμιμης απεργίας το 1922, οι κομμουνιστές με τη βοήθεια των επαναστατών συνδικαλιστών τρέ-πουν σε άτακτη φυγή τα φασιστικά στρατεύματα οτο Φορλί και την Πάρμα. Στην Πάρμα, με την προτροπή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, η πόλη γίνεται οχυρό και επί πέντε μέρες το προλεταριά-το αποκρούει επίλεκτα φασισηκά σώματα του Ίταλο Μπάλμπο που υποχωρούν αφήνοντας 40 νεκρούς κοα 150 τραυματίες. Μπροατά σ' αυτήν την αποφασιστική στάση, ο φασισμός αποφεύγει να επιτεθεί ά-μεσα στις μεγάλες πόλεις πριν από την άνοδό του στην εξουσία. Τέ-λος, πολλοί κομμουνιστές, αγνοώντας την απαγόρευση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, πολεμούν οτις γραμμές των Arditi del popolo.
25. Ανακοίνωση της Κ.Ε. του Ιταλικοΰ Κομμουνιστικού Κόμματος της 7ης Αυγούστου 1921, στο Manifesti e altri documenti politici, a. 93.
26. «Gli Arditi del popolo», Ordine Nuovo, 15.7.1921.
246
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
-Ο Γκράμοι και τα εργαηκά συμβούλια. Η Αιεθνής, το συνδι-καλωτικό ζήτημα και το πρόβλημα των σχέσεων κόμματος-συν-δικάτον
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Απέναντι στη γραμμή Μπορντίγκα, προ-βάλλεται η γραμμή της κομμουνιστικής ομάδας Τορίνο του Γκράμσι, ο οποίος, από το 1924, πούρνει σιγά σιγά την ηγεοία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έχοντας στα αριστερά του τον Μπορντί-γκα και στα δεξιά του τον Τάοκα.27 Την εποχή της διαδικασίας εκ-φασισμού, ο Γκράμσι κοα η κομμουνιστική ομάδα του Ordine Nuovo, με τη θέση τους για το ζήτημα των εργατικών σνμβονλίων, είνοα οι μόνοι μέσα στην 3η Διεθνή στην Ευρώπη, κοα παρά τα σφάλματά τους, που συνέλαβαν τα προβλήματα που έθετε η πραγματοποίηση του Ενιαίου Μετώπου.
Ας δούμε πρώτα τα λάθη: Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Γκράμσι την εποχή εκείνη οραματίζεται την εγκαθίδρυαη εργαπκής εξουοίας πον θ' αντικαθιστούσε το αοτικό κράτος μέοα από το όρόμο που άνοιγαν τα εργατικά αυμβονλια και μόνο χάρη ατη δημιουργία τους, παραγνω-ρίζοντας έτσι ώς ένα σημείο το πρόβλημα το ίδίον του κράτονς. Αυ-τό φοάνετοα οτην εκτίμησή του για το «εργοστάσιο», που το θεωρεί θεμελιακό πολιτικό κέντρο της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον εί-νοα το ουσιαατικο οικονομικο κυτταρο της.
Αλλά στην πραγματικότητα, η άποψη του Γκράμσι για τα εργατι-κά συμβούλια εμπεριέχει οημαντικά στοιχεία: διαφέρει ριζικά από το μύθο της «αυτοδιαχείρισης» του επαναστατικού συνδικαλισμού Βασί-ζεται ταυτόχρονα πάνω σε μια σωστή άποψη για τις συμμαχίες των λαϊκών μαζών -εργατικής τάξης, φτωχής αγροτιάς, μικροαστών- κοα για τη συμμαχία στο πλαίσιο της εργατικής τάξης. Βαοίζεται επίοης στο κατάλληλο για την πραγμάτωση αυτής της αυμμαχίας μέσο. Ο Γκράμσι συλλαμβάνει το εργατικό συμβούλιο ως την προσίδια εξωκομ-ματική οργάνωση βάσης του Ενιαίου Μετώπου. Οι επιτροπές επιχεί-ρησης μετασχηματίζονται σε εργατικά συμβούλια που συγκροτούνται μέοα σε κάθε εργοστάσιο κοα εργαστήριο με άμεση εκπροσώπηση, που
27. Ας οημειωθεί ότι μέχρι το 1924, οι εντονότατες διαφωνίες μεταξύ Μπορντίγκα και Γκράμσι δεν πήραν τη μορφή ανοιχτής ανηπολίτευσης του Γκράμσι στην επίσημη γραμμή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Γκράμσι δικαιολογήθηκε γι' αυτό αργότερα, ισχυριζόμενος ότι δεν ήθελε να χρησιμοποι/ηθεί για τη νομιμοποίηση της δεξιάς αντιπολίτευσης στον Μπορ-ντίγκα.
28. «Lo Strumento del lavoro», Ordine Nuovo, ό.π., σ. 79.
Η ΙΤΑΛΙΑ
247
βγαίνει από εκλογές χωρίς τη διαμεσολάβηση των καθιερωμένων ουν-δικάτων κοα των επιτελείων τους. Στη διάρκεια της απεργίας, ρόλος των εργατικών συμβουλίων είνοα ν' αποκαταστήσουν τον έλεγχο της παραγωγής. Αλλά ως μόνίμοι οργανισμοί, ρόλος τους θα είναι, λέει ο Γκράμοι, να πραγματώσουν «τη μεταφορά του συνδικαλιστικού αγώ-να από τον στενά συντεχνιακό κοα μεταρρυθμιστικό τομέα στο πεδίο του επαναστατικού αγώνα». Ο ρόλος αυτός βέβαια συνίσταται και σε καθήκοντα «καθαρά τεχνικά και βιομηχανικά», όπως ο διεκδικητικός αγώνας, αλλά κυρίως έγκειτοα στην «πολιτική προετοιμαοία των μα-ζών», συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής προετοιμασίας: άρα η πολιτική πλενρά, σε οχέση με την οικονομική, του ρόλου των εργα-τικών σνμβονλίων νπερέχει. Οι οργανωμένοι κομμουνιστές εργάζοντοα μέσα σ' αυτούς τους εξωκομμαπκούς οργανισμούς βάσης όντας οι ορ-γανωτές τους και τα πιο συνειδητά στοιχεία τους.29 Όπως θα έπρεπε να περιμένουμε, ο Μπορντίγκα θεωρεί ότι η οπτική του Γκράμσι ε-ντάσοεται στους «συνδικαλιστικούς και νεοσυνδικαλιστικούς μύθους».30 To πρόβλημα παίρνει για τον Μπορντίγκα τη μορφή του διαζευκτι-κού σχήματος: Παίρνω το εργοοτάοιο ή παίρνω την εξουσία. Έτσι, θέτει το πρόβλημα στο II Soviet της 22ας Φεβρουαρίου 1920, εκμεταλ-λευόμενος τη σχετική, εκ μέρους του Γκράμοι, παραγνώριοη του ζη-τήματος του κράτους. Στη σειρά των άρθρων του: «Per la consti-tuzione dei Consigli operai in Italia» («Γϊα τη δημιουργία των Εργατι-κών Συμβουλίων οτην Ιταλία»), στο // Soviet, Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1920, ο Μπορντίγκα αναπτύσσει την ιδέα ότι πρέπει πρώτα να κα-τακτηθεί και να καταλυθεί το κράτος, για να δημιουργηθούν, ύστερα, τα εργατικά συμβούλια του εργοοτασίου. Ο Μπορντίγκα καταγγέλει «το σφάλμα να πιστεύουμε πως το προλεταριάτο μπορεί να χειραφε-τηθεί κερδίζοντας έδαφος στις οικονομικές σχέσεις, ενώ ο καπιταλι-ομός αυνεχίζει να κατέχει μέσω του κράτους την πολιτική εξουσία». Ο Μπορντίγκα, θεωρώντας τα συμβούλια ως οργανώσεις ουνδικαλι-οτικού τύπου και εξομοιώνοντας έτσι την άποψη του Γκράμσι με τη θέση του επαναστατικού συνδικαλισμού, παραβλέπει το πρόβλημα, στο οποίο τα εργατικά συμβούλια επιχειρούν να δώσουν μια απάντηση.
Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε εδώ περισσότερο. Ας σημειώσου-με απλώς ότι ο Γκράμοι, μέσα από μια οωστή λενινιατική αντίληψη
29. Αναφέρομαι εδώ οτα διάοπαρτα άρθρα του Γκράμσι οτο Qrdine Nuovo.
30. Κείμενα του Μπορντίγκα δημοσιευμένα στο Programme commu-niste, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1969, αρ. 46, σ. 5 κ.ε. Επίσης, βλ. P. Spriano, «II Dibattido tra "II Soviet" e "L'Ordine Nuovo"», Rinascita, αρ. 1, Ιανουά-ριος 1961.
248
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
για την αναγκοαότητα του κόμματος, έχει συλλάβει το πρόβλημα μιας σωοτής σχέσης οικονομικού κοα πολιτικού αγώνα που δίνει τα πρω-τεία στον τελευτούο μέσα στη συγκεκριμένη προσπάθεια για την υλο-ποίηση του Ενιαίου Μετώπου. Η 3η Διεθνής δεν μπόρεσε σε καμιά περίπτωση να θέσει συγκεκριμένα το πρόβλημα αυτό: εδώ βρίοκεται άλλωστε το κλειδί όλων των παλινωδιών της Διεθνούς πάνω στο «ζή-τημα των συνδικάτων».
To ζήτημα τούτο μπορεί να εξεταστεί από πιο κοντά, εφόσον ήδη έχουμε προσεγγίσει το πραγματικό πρόβλημα. Πραγματικά, πολΰ συ-χνά το πρόβλημα της στάσης απέναντι στο ζήτημα των συνδικάτων ανάγεται στο πρόβλημα των καμπών διακύμανσης της πολιτικής συμ-μαχιών της Κ.Δ. To τελευταίο δεν είναι παρά μια όψη, ένα παράγω-γο. Η γενική γραμμή της Διεθνούς (με τις ιδιομορφίες που έχει ανά-λογα με τις διάφορες χώρες), είνοα η ακόλουθη: μετά τις απόπειρες διάσπασης των συνδικάτων, η συνδικαλιστική ενότητα (κοα η δουλειά των κομμουνιατών μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα) είναι μό-νιμη έγνοια από το 1921 ώς το 1924. Πριν από το 5ο Συνέδριο, κυ-ρίως στη Γερμανία, γίνονται απόπειρες δημιουργίας αυτόνομων κομ-μουνιστικών συνδικάτων. Όμως, μετά το 5ο Συνέδριο, η συνδικαλιστι-κή ενότητα αποκαθίσταται, μολονότι οι κομμουνιστές προσπαθούν να οργανώοουν συνδικαλιστικές ομάδες ή αντιπολιτεύοεις μέσα στα σο-οιαλδημοκρατικά συνδικάτα. Μεταξύ 1928-1934, επικρατεί η πολιτική συνδικαλιστικής διάοπαοης κοα οργάνωοης αυτόνομων κομμουνιστικών συνδικάτων, ενώ στην περίοδο που προπαρασκευάζει το 7ο Συνέδριο και μετά απ' αυτό, προβάλλετοα κοα πάλι η πολιτική της συνδικαλι-στικής ενότητας. Αλλά το βασικό πρόβλημα δεν είναι αυτό. Σημασία έχει η άποψη της Κ.Δ. για τη σχέοη οικονομικού και πολιτικού αγώ-να, για τις αντίατοιχες οργανώσεις αυτοΰ του αγώνα και για τη σχέ-ση των οργανώσεων μεταξύ τους. Τα προβλήματα αυτά συγκεντρώνο-νται στο ζήτημα του Ενιαίου Μετώπου.
Κι εδώ πάλι, θα κάνουμε την ακόλουθη πρόταση: το ζήτημα της σχέσης μεταξύ οικονομικού και πολιτικού αγώνα δεν διευκρινίστηκε από την 3η Διεθνή, παρά τις ξεκάθαρες θέσεις του Λένιν, ιδιαίτερα στο άρθρο του: «To ζήτημα των συνδικάτων κοα τα σφάλματα των συντρόφων Τρότοκυ και Μπουχάριν». Με την προοδευτική αποκατά-σταση του οικονομικού, που απηχεί την εγκατάλειψη της γραμμής μα-ζών παρατηρούμε ότι παρά τις διακηρύξεις, εδραιώνεται η αρχή ενός ριζικον διαχωρισμού της οικονομικής κοα πολιτικής πάλης. Στη συνέ-χεια το ζήτημα θα τεθεί ως εξής: Η διάκριση μεταξύ συνδικάτου (ι-διότυπη οργάνωση της οικονομικής πάλης - μαζίκής οργάνωσης) κοα κόμματος (ιδιότυπη οργάνωση της πολιτικής πάλης - οργάνωση της πρωτοπορίας) και η αμοιβαία σχέση τους μπολιάζονται από τις συνέ-
Η ΙΤΑΛΙΑ
249
πειες του ριζικού διαχωρισμού οικονομικού κοα πολιτικού κοα από τα επακόλουθα της εγκατάλει/ψης της γραμμής μαζών. Τα λάθη ήταν η περαιτέρω συνέπεια. Δεν είναι τυχοάο που ο Λένι,ν, πολέμιος αυτής της κατάοτασης, ειαάγει τον όρο «κόμμα μαζών» στις αποφάσεις του 3ου Συνεδρίου της Διεθνούς.
Ποια είναι τα λάθη; Η πρωταρχική σημαοία του πολιτικού αγώνα επιβεβαιώνεται μόνιμα, αλλά επειδή υπάρχει το προηγούμενο του ρι-ζικού διαχωρισμού μεταξύ πολιτικού και οικονομικοΰ, ο μόνος δρόμος που απομένει για την εφαρμογή της στην πράξη είναι η άμεοη υπο-ταγή του συνδικάτου (της επαναστατικής συνδικαλιστικής ομάδας ή του κομμουνιστικού συνδικάτου) στο κόμμα. Τα μέλη τους κόμματος δουλεύουν στο συνδικαλιστικό τμήμα της επιχείρησης, αφού OL μόνες οργανωτικές μορφές που προβλέποντοα είναι το συνδικάτο και το κόμ-μα. Η εγκατάλειψη της γραμμής μαζών ονγκεκριμενοηοιείται οτο ότι το «συνόικάτο» —μαζική οργάνωση- γίνεται η μαζική όιρη του κόμ-ματος - οργάνωαη της πρωτοπορίας• ο οικονομικός αγώνας γίνεται κατά κάποιον τρόπο η μαζική όψη του πολιτικού?1 Έτοι, λοιπόν, το συνδικάτο θεωρείτοα πάντα ο χώρος οργάνωσης της οικονομικής πά-λης κοα ταυτόχρονα ο χώρος όπου αποκλειστικά οργανώνεται το Ενιαίο Μέτωπο στη βάοη, ανάμεσα στις μάζες. Δεν οφείλετοα καθό-λου οτην τύχη, αλλά σε μια λογική διαδρομή με τέλεια συνοχή, το γε-γονός ότι ο Μπορντίγκα δεν δέχετοα το Ενιαίο Μέτωπο παρά μόνο στον «οικονομικο-συνδικαλιστικό» τομέα.
To σύνολο αυτών των δεδομένων καταλήγει, στη συνέχεια, στα α-κόλουθα διαζεντικά ή παράλληλα αποτελέσματα. Πότε η κομμουνιστι-κή συνδικαλιστική ομάδα (ή το κομμουνιστικό συνδικάτο) περνάει μέ-
31. Παρουσιάζω εδώ την τρομερά ενδεικηκή θέση του Βάργκα πάνω σ' αυτό το ζήτημα, κι αξίζει τον κόπο να παρατεθεί ολόκληρη:
«OL κομμουνιστές πρέπει να αποφασίζουν ότι καθήκον τους είναι να
δρουν οαν Επαναστατικό Κόμμα μαζών. [...] Είναι καθήκον τους να
είνοα πρωτοπορία που εργάζετοα ακατάπαυστα για τον επαναοτατικό
σκοπό [...], αλλά χωρίς ποτέ ν' απομακρύνονται από τη μάζα των ερ-
γατών κοα χωρίς να γίνονται απομονωμένη ομάδα. Πρέπει να είναι
κόμματα μαζών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπεραοπιστούν τα κα-
θημερινά συμφέροντα των εργατικών μαζών και των θυμάτων της εκ-
μετάλλευσης και να πολεμήοουν με ουνέπεια την αστική τάξη στο
πλαίαιο του καπιταλισμον».
(L'economie de la periode du declin du capitalisme, Παρίοα 1927, σ. 131). Να
τι εννοεί ο Βάργκα και μαζί του η Διεθνής, με τον όρο κόμμα μαζών. To
κόμμα, με τη μορφή της οργάνωσης της πρωτοπορίας, είναι η επανάστα-
ση• το κόμμα, με τη μορφή μαζικής οργάνωσης, είναι το ουνδικάτο!
250
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
χρι υπερβολής την «πολιτική» γραμμή του κόμματος, που δεν είνοα πια γραμμή μαζών και μ' αυτόν τον τρόπο αποτυγχάνει στο συνδι-καλιστικό της ρόλο κοα οτη συγκεκριμένη άρθρωση οικονομικού κοα πολιτικού αγώνα, δίνοντας τα πρωτεία στον τελευταίο. Πότε πάλι η κομμουνιστική ομάδα (ή συνδικάτο) διεξάγει τον οικονομικό αγώνα, προοπαθώντας να τον εντάξει στον πολιτικό, υπερθεματίζοντας απλώς σε οικονομικά αιτήματα σε σχέση με τη συνδικαλιστική ηγεοία (ή τα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα): διαπιστώσαμε τι συνέβει με την RGO του Κομμουνιοτικού Κόμματος Γερμανίας που ακολούθησε πιστά αυ-τήν την τακτική. Όλες οι παλινωδίες της Διεθνούς στο ζήτημα των ουνδικάτων συνοψίζονται, τελικά, σε απότομες στροφές προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνοη, οτην οποία την οδηγεί αναγκαστικά η γενι-κή πολιτική γραμμή της.
Θα προχωρήσουμε περισσότερο για να δείξουμε ότι τα σπέρματα αυ-
τής της κατάοτασης εμπεριέχοντοα ήδη στις αποφάσεις του 2ου και 3ου Συνεδρίου της Διεθνούς, τις σχετικές με το ζήτημα των συνδικά-των κοα του Ενιαίου Μετώπου.
Πραγματικά, κι επανερχόμαστε έται στον Γκράμσι, το πρόβλημα των «βιομηχανικών εργατικών συμβουλίων» ή των «συμβουλίων του εργοστασίου» είχε τεθεί από το 2ο και το 3ο Συνέδριο. Τότε είχε το-νιστεί ακριβώς η ανάγκη δημιουργίας εργατικών συμβουλίων, «πραγ-ματικών μαζικών οργανώσεων του προλεταριάτου»-32 δόθηκε έμφαση οτην αναγκαία διάκριση «συμβουλίων και συνδικάτων»: «Τα βιομηχα-νικά εργατικά συμβούλια θα οργανωθούν μέσα στην πορεία της δρά-σης [...] και θα δημιουργήσουν σιγά σιγά ένα γενικό μηχανισμό ικα-νό να καθοδηγεί όλη την πάλη». Τα συμβούλια είνοα κατεξοχήν μορ-φές που προσιδιάζουν στην οργάνωση του Ενιοάου Μετώπου «στη βά-ση», πρέπει να εκλέγονται άμεσα απ' όλους τους εργάτες ανεξάρτητα από την πολιτική ή συνδικαλιστική ένταξή τους. Ας σημειωθεί άλλω-στε ότι τα τρία πρώτα συνέδρια διακρίνουν ξεκάθαρα τα εργατικά συμβούλια από τις νόμιμες και επίσημες εππροπές της επιχείρησης (τις Betriebstrdte) που καθιερώθηκαν στη Γερμανία και την Ιταλία συ-γκεκριμένα μετά τον πόλεμο.
Εκ πρώτης όψεως και ώς ένα βαθμό, η άπσψη των συνεδρίων της Διεθνούς μοιάζει να συναρτά τη λειτουργία των εργατικών συμβου-λίων με μια περίοδο επαναστατικής επίθεοης και επικείμενης επανά-
32. Quatre premiers congres mondiauxde VInterantionale, F. Maspero, o. 55 κ.ε. για το 2o Συνέδριο, σ. 130, 133 κ.ε. για το 3ο.
Η ΙΤΑΛΙΑ
251
στασης κοα να τα θεωρεί ως κέντρα «όιπλής εξουσίας». To 2ο Συνέ-δριο δηλώνει: «Η κατανομή όλων των καθηκόντων της εργατικής τά-ξης ανάμεσα στα βιομηχανικά συμβούλια κοα τα συνδικάτα είνοα απο-τέλεσμα της ιστορικής ανάπτυξης της Επανάστασης». Αλλά αυτό δεν είνοα απόλυτο. To 3ο Συνέδριο, ποάρνοντας υπόψη του τη σταθερο-ποίηοη, διατηρεί τις θέσεις για εργατικά συμβούλια θεωρώντας τα μό-νιμες μορφές οργάνωσης του Ενιαίου Μετώπου, παρόλο που τονίζε-τοα περισσότερο ο ρόλος των συνδικάτων.
Αλλά το καίριο σημείο είνοα ο ρόλος που αποδίδεται στα συμβού-λια. Για τη Διεθνή, ο ιδιότυπος ρόλος των συμβουλίων αφορά τον οι-κονομικό τομέα. Στο 2ο Συνέδριο, ο ρόλος αυτός «αντιστοιχεί οριστι-κά οτην προσπάθεια να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος της βιομηχανίας, ιδιαίτερο ιστορικό έργο των βιομηχανικών εργατικών συμβουλίων». Πρόκειται για τον «εργατικό έλεγχο» πάνω στον εφοδιασμό των ερ-γοστασίων με πρώτες ύλες, στην οικονομική τους κατάσταοη, στις χρηματιστικές πράξες κ.λπ. Η στροφή του 3ου Συνεδρίου προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ακόμα πιο φανερή. Με τη βοήθει,α της άποψης για τη «οταθεροποίηση», τα καθήκοντα των εργατικών συμβουλίων παίρνουν τη μορφή πάλης κατά της απόλυσης, του κλεισίματος των εργοοτασίων, υπέρ της αύξησης των μιαθών και της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας. Ο πολιτικός ρόλος, η συγκεκριμένη δηλαδή προ-τεραιότητα του πολιτικού αγώνα μέοα στα εργατικά συμβούλια, για την οποία επέμενε ο Γκράμοι, περιορίζεται. Όχι πως δεν υπάρχει κα-τάφαση των πρωτείων του πολιτικού μέσα στις ίδιες αποφάσεις, αλ-λά ο δρόμος για την εφαρμογή της οτο εξής σκιαγραφείται, όπως έ-χει αναφερθεί, μέσα από τη λύση κόμμα-συνδικάτο. Παίρνοντας λοι-πόν υπόψη αυτή τη στροφή, αναρωτιόμαοτε ποια είναι η ανάγκη ύ-παρξης των εργατικών συμβουλίων: φαίνεται πως δεν είχαν να παί-ξουν πλέον κανέναν ιδιοάτερο ρόλο όταν από την άλλη υπήρχαν τα συνδικάτα και το κόμμα. Πιο πέρα: εφόσον τα εργατικά συμβούλια του εργοστασίου περιορίζονται στον οικονομικό τομέα, εμφανίζονται σαν κατακερματιομός σε ουντεχνιακές ομάδες της εργατικής τάξης που αμφισβητούν τις κατακτήσεις της συνδικαλιοτικής οργάνωσης κα-τά βιομηχανικούς κλάδους και σε κλίμακα εθνικών ομοσπονδιών.
To 1ο Διεθνές Συνέδριο των επαναατατικών ουνδικάτων που έγι-νε στη Μόσχα τον Ιούλιο του 1921 δεν γελιέτοα σ' αυτό. το σημείο: «Στο βαθμό που τα εργατικά συνδικάτα καταφέρνουν να υπερνική-σουν τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες [...], τα συμβούλια των ερ-γοσταοίων θα είναι πυρήνες των συνδικάτων μέοα οτην επιχείρηση».31
33. «Rapport sur les conseils d'usines et de la fabrique» («Έκθεοη για τα
252
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Κοα η Διεθνής άλλωστε, επιλύει το ζήτημα οτο 5ο Συνέδριό της (1924). Τα εργατικά συμβούλια εξαφανίζονται εντελώς, με μια επιχή-δεια υποκαχάσταοή τους. Δεν χίθεται πλέον θέμα παρά για τις επι-τροπές επιχείρησης -χις Betriebsrate- που παλιότερα η Διεθνής μ' ε-πιμέλεια φροντίζει να ξεχωρίζει από τα εργαχικά συμβούλια.34 Εκείνο που μετράει αποκλεισχικά πλέον για τη Διεθνή, είναι η δουλειά της κομμουνιστικής «συνδικαλισχικής ομάδας» μέσα στα συνδικάτα από τη μια, και τις χιμαιρικές επιτροπές της επιχείρησης από την άλλη.
To πρόβλημα είναι βασικό, και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε εδώ. Υπενθυμίζω ότι θέληοα μόνο να επισημάνω το πρόβλημα, στο οποίο τα εργατικά συμβούλια τουλάχιστον προσπάθησαν να δώοουν μια α-πάντηση.
ε) Ο φασιομός και η εργατική τάξη
-Οι φασιστικές οργανώσεις και η εργαηκή τάξη
Όσο για χις σχέσεις χου φααισμοΰ με χην εργαχική χάξη, παραχηρού-με σχην Ιχαλία, σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα που συμβαί-νουν κοα στη Γερμανία. Με χη διαφορά ότι επειδή η αντίοταοη χης ιχαλικής εργαχικής χάξης ήταν πιο σθεναρή κι επειδή ο ιταλικός φα-σισμός είχε μεγαλύχερες συνδικαλιστικές καταβολές, η διαδικασία συ-νχριβής της εργαχικής χάξης ήχαν πιο μακρόχρονη κοα πραγματοποιεί-χαι σύμφωνα με μια σχρατηγική περισσόχερο ευέλικχη κοα με περισ-σότερους δισταγμοΰς. Η συντεχνιακή ενσωμάχωση χης εργαχικής χά-ξης στο φασιστικό κράχος δεν είνοα τόσο ολοκληρωμένη όσο οχη Γερ-μανία. Πάντως η διείσδυση χου φασισμού σχην ιταλική εργατική χά-ξη ακολουθεί χον ίδιο δρόμο με τον εθνικοσοσιαλισμό. Τον Ιούλιο χου
1922, η Εθνική Συνομοσπονδία χων Συνχεχνιών (χο φασισχικό συνδι-κάχο) αριθμεί 700.000 μέλη, κυρίως αγρεργάχες, στραχολογημένους διά χης βίας, υπαλλήλους κοα ελεύθερους επαγγελμαχίες. To Μάρχιο
1923, σχις εκλογές χων επιχροπών χης Φίαχ σχο Τορίνο, η Γενική Συ-νομοσπονδία Εργαχών παίρνει το 72,6% των ψήφων ενώ οι φασίσχες το 27,4%. Αλλά ένα χρόνο αργόχερα, τον Αύγουοχο του 1924, στις ί-διες εκλογές, η ΓΣΕ ανεβαίνει οτο 85,8% και οι φαοίστες περιορίζο-νχαι στο 14,2%.
συμβούλια των εργοστασίων και της φάμπρικας»), Resolutions et dicisions du ler Congres, Μόσχα 1921, επανέκδοση Feltrinelli, σ. 43.
34. Απόφαοη του 5ου Συνεδρίου για to συνδικαλιοτικό ζήτημα, οτο Weber, ό.π., α. 112.
Η ΙΤΑΛΙΑ
253
H δύναμη του φαοιστικού κόμματος σε απόλυτα ποσοστά περιλαμ-βάνει λιγότερους εργάτες από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Αν ου-γκρίνουμε τις οτατιοτικές για τη σύνθεση του φασιστικού κόμματος το 1921,35 και του εθνικοσοαιαλιστικού κόμματος το 1930,36 θα διαπι-στώσουμε ότι το ποσοστό εργατών (συμπερλαμβανομένων κοα των ναυτικών) στο φασιστικό κόμμα είναι 17%, ενώ στο εθνικοσοσιαλιστι-κό είναι 28%. Στα επόμενα δύο χρόνια, το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί πολύ περισσότερο στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος -32% το 1933- απ' όσο στην περίπτωση του φασιστικού. Ωστόοο, αν ουγκρίνουμε τα ποοοστά αυτά, με το ποσοστό της εργατικής τάξης που αντιστοιχεί στα σύνολο του πληθυσμού των δύο χωρών, θα δού-με ότι οι δύο περιπτώσεις μοιάζουν πολύ (στην Ιταλία του 1921, η εργατική τάξη αποτελεί το 24,3% του πληθυσμού, ενώ στη Γερμανία του 1930, το 45% περίπου).
Δυο ακόμη στοιχεία πρέπει να προστεθούν εδώ. To πρόβλημα της ανεργίας είναι λιγότερο οξύ στην Ιταλία παρά στη Γερμανία, πράγμα που αποτελεί άλλωστε έμμεση απάντηση σ' αυτούς που ανάγουν τη διαδικασία εκφασισμού στην οικονομική κρίση κοα την ανεργία. Στις αρχές του 1921, οι στατιστικές καταμετρούν στην Ιταλία 500.000 α-νέργους. Ο αριθμός αυτός πέφτει στις 380.000 οτο τέλος του 1922. Α-κόμη κι αν οι αριθμοί είναι μικρότεροι από την πραγματικότητα, βλέ-πουμε πολύ καλά πως αε καμιά περίπτωση δεν ουγκρίνονται με τους γερμανικούς. Αντίθετα, στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο το πρό-βλημα των αποταγμένων ταξικά στοιχείων λόγω του πολέμου είναι πιο οξύ παρά στη Γερμανία. Υπάρχουν περίπου 160.000 αξιωματικοί και έφεδροι υπαξιωματικοί σε διαθεοιμότητα. Ενάντια ο' αυτούς κα-ταφέρθηκαν άλλωστε, μέχρι παροξυσμού, τα αριστερά κόμματα κοα οι μάζες, όταν αναζωπυρώθηκε η οργή τους εναντίον της πολιτικής συμ-μετοχής οτον πόλεμο. Ο Γκράμσι θα πει πως ένα από τα βασικά λά-θη των αριστερών κομμάτων υπήρξε η στάση τους απέναντι σ' αυτούς τους «παλαιούς πολεμιοτές» που θα προσχωρήσουν μαζικά οτο φασι-στικό κόμμα.
-Πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης επί φασισμού. Η ΓΣΕ Ιταλίας και οι φαοίστες συνδικαλιστές
Ποια είναι η πραγματική κατάσταοη των εργατών βιομηχανίας στη φασιοτική Ιταλία; Η ιταλική οικονομία, πιο αδύνατη οαιό τη γερμα-
35. A. Rosenberg, «Der Faschismus...», ό.π., a. 110• A. Tasca, ό.π., o. 127.
36. K. Bracher, OJI., o. 264 κ.ε.
254
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΉΚΗ ΤΑΞΗ
νιχη, αντέχει λιγότερο οτην κρίοη του 1929 και κυρίως στην πολεμι-κή οικονομία. Ωστόσο, μέχρι το 1935 περίπου, η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική.
Καταρχήν, υπάρχει απορρόφηση της ανεργίας, τουλάχιστον για μια μεγάλη περίοδο: το 1925, ο αριθμός των ανέργων πέφτει στις 125.000. Σ' αυτά τα χρόνια, η επιδείνωαη της οικονομικής εκμετάλλευοης των βιομηχανικών εργατών είνοα κυρίως σχεηκή, αυξάνετοα εφόοον αυξά-νουν τα κέρδη (περισσότερο από τους μισθούς). Η εξέλιξη του μέαου πραγμαηκού μισθού -παίρνοντας υπόψη το κόστος ζωής- της μεγάλης μάζας των μισθών κι όχι μόνο μισθών των εργατών βιομηχανίας ακο-λουθεί την παρακάτω καμπύλη: με δείκτη 100 το 1913, έχουμε 127 το 1921, 123 το 1922 (περίοδο υψηλλής ανόδου των μιοθών), 116 το 1923, 113,6 ατο 1924 και άνοδο στο 121 το 1928• μετά έχουμε μια πτώση το 1930, προοδευτική άνοδο ώς το 125 περίπου το 1934, προοδευτική πτώση οτη συνέχεια και απότομη πτώση με την πολεμική οικονομία.37
Ωοτόσο, συγκρίνοντας αυτές τις στατιστικές με τις στατιστικές που αναφέροντοα οτους μη παραγωγικούς μισθωτούς, των οποίων οι μι-οθοί πέφτουν ενώ ο μέσος πραγματικός μισθός παραμένει σταθερός, ή τουλάχιοτον πέφτουν πολύ περιοοότερο από τη μέοη πτώοη, και με τις στατιστικές που αναφέρονται στους αγρεργάτες των οποίων οι μι-οθοί. πέφτουν σ' όλη τη διάρκεια του φασιομού κατά 50% περί,που,38 μπορούμε να παρατηρήσουμε το εξής: από το 1922 ώς το 1935 περί-που, οι πραγματικοί μισθοί των βιομηχανικών εργατών παραμένουν στο σύνολό τους, παρά τις αυξομειώσεις, σχετικά σταθεροί, χωρίς πο-τέ να φτάνουν τα επίπεδα του 1921. Στην πτώοη του πραγματικού μέσου μισθού που προσβάλλει και τους εργατικούς μισθούς, η κατάρ-ρευση των μισθών των μη παραγωγικών μισθωτών παίζει καθοριοτι-κό ρόλο. Τέλος, λόγω της πολιτικής κλιμάκωσης των εργατικών μι-σθών που ακολούθησε ο φααισμός, οι κατώτατοι μισθοί των βιομηχα-νικών εργατών είναι εκείνοι που πρώτοι, και σε μεγαλύτερη αναλογία θα μειωθοΰν.
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ούτε τις άλλες μορφές εκμετάλλευσης -αύξηση του ρυθμού εργασίας ιδιαίτερα- ούτε τις άλλες μορφές της φασιστικής πολιτικής, όπως η δημιουργία κατηγοριών μισθωτών μέσα στους ίδιους του βιομηχανικούς εργάτες με μοναδικό ακοπό τη διαί-
37. Istat (έκδ.): Sommario di statistiche storiche italiane, 1958, σ. 39, 65, 106, 159• V. Foa, «Le strutture economiche...», ό.π., a. 267 κ.λπ.' M. Ron-cayolo, στο Le Monde et son histoire, x. IX, ό.π., a. 342.
38. C. Vannutelli, «Occupazione e salari dal 1861 al 1961», στο L'econo-mica italiana dal 1861 al 1961, 1961, o. 570 κ.ε.
Η ΙΤΑΛΙΑ
255
ρεση της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα η φασιστική οικονομική πολιτι-κή καταπολέμησης της ανεργίας -χάρη στα μεγάλα δημόοια έργα κ.λπ- ήταν πολύ λιγότερο αποτελεοματική από την εθνικοοοσιαλιστι-κή. Λόγω της διαφοράς στο βιομηχανικό δυναμικό των δύο χωρών και λόγω των επιπτώοεων της κρίσης του 1929 στην Ιταλία, η ανερ-γία που επανεμφανίζεται το 1932 καταπολεμάτοα από το 1934 με την καθιέρωση για οριομένες κατηγορίες εργατών της εβδομάδας των 40 ωρών, χωρίς να διατηρείται ο εβδομαδιαίος μισθός στα ίδια επίπεδα: αυτό μειώνει σημαντικά τους μισθούς των εργατών αυτών.
Από την άλλη μεριά μπροστά α' αυτόν τον υποβιβαομό της κατά-σταοης της εργατι,κής τάξης μετά το 1934, ο ιταλικός φασιομός κά-νει παραχωρήσεις οτον τομέα της «κοινωνικής» νομοθεσίας που δεν υπήρχε παλιότερα οτην Ιταλία: δημιουργούνται οργανισμοί για την α-σφάλιση των εργατικών ατυχημάτων, της αναπηρίας, του γήρατος, της μητρότητας κ.λπ.39
Ο φαοιομός επίοης σέβεται σχεηκά τα «ελεύθερα» συνδικάτα, και ιδιαίτερα τη (σοσιαλδημοκρατική) ΓΣΕ, πράγμα αντίθετο με τη στάση του απέναντι στα εργατικά κόμματα. Ήδη το 1921, ο Μουσολίνι εί-χε δηλώσει πως δεν πρέπει να συγχέεται η ΓΣΕ με τους βουλευτές Μπαλτέζι και Ντ' Αραγκόνα να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Μέ-χρι το 1925, η ηγεσία της ΓΣΕ είναι ακόμη ανεκτή, παρόλο που στη βάση πληθαίνουν οι περιπτώαεις των τοπικών ομοσπονδιών που μπαί-νουν κάτω από διοικητική κηδεμονία και οι κατασχέοεις των περιου-σιών τους κ.λπ. Αλλά η επίθεση εντείνεται το 1926, και μπροστά στη de facto και de jure καταπίεση η ΓΣΕ αυτοδιαλύεται τον Ιανουάριο του 1927. Ωστόσο, τα φαοιστικά συνδικάτα, που μεταξύ 1924 και 1925 οργανώνουν απεργίες στη μεταλλουργία, προσφεύγουν ατον προ-σφιλή τους κορπορατισμό, παλιά ανάμνηση του επαναστατικού ουνδι-καλισμού και την «αυτοδιακυβέρνηοη των εργαζομένων»: Τα συνδικά-τα θα έπρεπε να ενσωματώσουν τους εργοδότες που θα υπάγονται έ-τσι στον «τεχνικό έλεγχο» των εργατών. To σχέδιό τους αποτυχαίνει: ο νόμος Ρόκο (Rocco) του 1926 για τα σωματεία προβλέπει ξεχωρι-στή εκπροσώπηση εργοδοτών και εργατών στο πλαίσιο «συντεχνια-κών» οργανισμών που οε εθνική κλίμακα λειτουργούν μόνο στο επί-πεδο της ηγεσίας. Αν όμως το οχέδιο των συνδικαλιστών αποτυγχάνει, η υποταγή μέσω των αωματείων της εργατικής τάξης στην. εργοδοσία και το φαοιστικό κράτος είναι εδώ λιγότερο ολοκληρωμένη απ' όσο στη Γερμανία. Τούτη η κατάσταοη επιβεβαιώνεται άλλωστε ένα χρό-νο μετά, με τη διακήρυξη του Χάρτη Εργασίας (1927).
39. P. Guichonnet, ό.π., σ. 54• G Vannutelli, ό.π.
256
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Αλλά οι φασίστες συνδικαλιστές κινούνται πάλι δραστήρια. To 1928 έρχετοα το μεγάλο χτύπημα: υπό δυσμένεια ο Ροσόνι και η ομά-δα του, διάλυοη της Φασιοτικής Συνδικαλιατικής Συνομοσπονδίας οε δεκατρείς ομοσπονδίες βιομηχανίας, ριζική εκκαθάριση του φασιστι-κού συνδικαλιοτικού μηχανιαμού. To 1934, μπροστά στη ζύμωση που ουνεχίζεται παρ' όλα αυτά, ο Μουσολίνι έχει. τη δυνατότητα να επι-τρέψει την είσοδο στις εργοδοτικές οργανώσεις (που έχουν ημι-κρατι-κό χαρακτήρα σε εθνική κλίμακα), μερικών υψηλών αξιωματούχων των εκκαθαρισμένων ήδη φασιοτικών συνδικάτων. Τέλος, μετά την πτώοη του Μουσολίνι το 1943, έχουμε την απόπειρα αναβίωσης του «συντεχνιακού ονείρου» οτην Κοίνωνική Δημοκρατία του Σαλό, οτον ιταλικό Βορρά.
Οι άλλες πλευρές της πολιτικής του φασισμού απέναντι στην ερ-γατική τάξη και ο ρόλος της φασιστικής ιδεολογίας θα ήταν ανώφε-λο να αναλυθούν με λεπτομέρειες. Σε γενικές γραμμές είναι παρόμοιες με τις εθνικοσοσιαλισακές, μολονότι η φιλεργατική πλευρά τούτης της φασιατικής ιδεολογίας είναι πιο εμφανής. Τα αιτήματα της συνδικα-λιστικής «αριστερίζουσας πτέρυγας» του φασισμού είνοα πιο ριζοσπα-στικά από τα αιτήματα της εθνικοσοσιαλιστικής «αριστεράς».
V
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Οι σχέσεις του φασισμού, του φασιστικού κόμματος κοα του κράτους με τη μικροαστική τάξη αποτελούν μια εντελώς προνομιακή περίπτω-ση για τη μελέτη της μικροαστικής τάξης. Επιβάλλονται, λοιπόν, ορι-ομένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις πάνω στην τάξη αυτή.
1. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ME ΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΠΑ
Ο ταξικός χαρακτηρισμός της μικροαοτικής τάξης είνοα πραγματικά η λυδία λίθος της μαρξιστικής θεωρίας για τις κοινωνικές τάξεις. Ο χαρακτηρισμός θα δείξει ολοκάθαρα ότι σύμφωνα με τη μαρξιοτική θεωρία, και αντίθετα με την οικονομιστική αντίληψη για τις κοινωνι-κές τάξεις, οι παραγωγικές οχέσεις δεν επαρκούν από μόνες τους να προσδιορίοουν μια κοινωνική τάξη μέσα σ' έναν τρόπο παραγωγής και να την εντοπίσουν μέσα σ' έναν κοινωνικό σχηματισμό. Η αναφορά στις ιδεολογικές κοα πολιτικές σχέσεις είναι εντελώς απαραίτητη. Αυ-τό ακριβώς προσπάθηοα να διατυπώσω αλλού,1 υποστηρίζοντας ότι μια ξεχωριστή τάξη που έχει τη δυνατότητα να συγκροτηθεί σε κοινωνική δύναμη μέσα ο' έναν κοινωνικό σχηματισμό, δεν μπορεί να εντοπιστεί παρά μόνον όταν η θέοη της στις σχέσεις παραγωγής αντανακλάται στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο με τις «αρμόζουοες εκφάνοεις». Αυτή υπήρξε πάντα, παρά τα φαινόμενα, η θέση του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, και κατηγορηματικότατα η θέση του Μάο.
1. Pouvoir politique et classes sociales, 1968, σσ. 57-109. Στο ίδιο κείμε-νο έχω άλλωστε δείξει με ποιον τρόπο ο ίδιος ο καθορισμός των κοινωνι-κών τάξεων μέσα σ' έναν «αμιγή» τρόπο παραγωγής, προϋποθέτει την πα-ρέμβαση του οικονομι,κού, του πολιτικού κοα της ιδεολογίας.
260
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΓΠΚΗ ΤΑΞΗ
Αν αφήοουμε, προς το παρόν, κατά μέρος το ζήτημα των μικροαστών της υπαίθρου, θα διακρίνουμε μέσα στη μικροαστική τάξη, δυο βασι-κά σύνολα φορέων (agents), των οποίων η θέοη στη διαδικαοία πα-ραγωγής δεν έχει τίποτα το κοινό από πρώτη ματιά. Όμως, νομιμο-ποιούμαατε να μιλάμε για μια και την αυτή μικροαστική τάξη, μολο-νότι νπάρχουν δνο μικροαοηκά σύνολα φορέων, επειδή η διαφορετι-κή τους θέοη στις σχέσεις παραγωγής έχει τις ίδιες εκφάνσεις στο πο-λιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Η μικροαστική τάξη, ακριβώς, ενοποιεί-ται μέσα στις πολιτικοϊδεολογικές σχέσεις.
Με τον όρο μικροαστική τάξη εννοούμε, κατά πρώτο λόγο οτο οικο-νομικό επίπεδο, τη μικρχ] παραγωγή και τη μικρή ιδιοκτησία: αυτή εί-ναι η «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη, που είχαν βασικά υπόψη τους ο Μαρξ, ο Ένγκελς αλλά και ο Λένιν.
α) Μικρή παραγωγή: Πρόκειται για μορφές βιοτεχνίας ή μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, όπου ο ίδιος φορέας είναι ταυτόχρονα ι-διοκτήτης-κάτοχος των μέσων παραγωγής και άμεοος εργαζόμενος. Δεν υπάρχει οικονομική εκμετάλλευση, με την κυριολεξία του όρου, οτο βαθμό που στις προκείμενες μορφές παραγωγής δεν χρησιμοποιού-νται, ή έστω χρησιμοποιούνται μόνον ευκαιριακά, μισθωτοί εργάτες. Η εργαοία παρέχεται κυρίως από τον πραγματικό ιδιοκτήτη ή από τα μέλη της οικογένειάς του που δεν ανταμείβοντοα με τη μορφή μισθού. Η μικρή παραγωγή κερδίζει μόνον από την πώληση των εμπορευμά-των της και από τη συμμετοχή της οτη γενική αναδιανομή της υπε-ραξίας, αλλά δεν αποκτά οφέλη άμεσα από την υπερεργασία.
6) Μικρή ιδιοκτηοία: Πρόκειται κυρίως για το μικρεμπόριο που κι-νείται στη σφαίρα κυκλοφορίας του κεφαλαίου, όπου ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, με τη βοήθεια της οικογένειάς του, προσφέρει την εργα-σία, και δεν χρησιμοποιεί, παρά εντελώς περιστασιακά, μισθωτή εργα-οία.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στο οικονομικό επίπεδο, η κοινή θέ-ση των δύο αυτών συνόλων της παραδοσιακής μικροαοτικής τάξης ο-φείλεται στο ότι δεν εκμεταλλεύοντοα άμεσα τη μισθωτή εργασία. Η μικροαστική τάξη, καθαυτή, δεν ανήκει στον «αμιγή» κεφαλαιοκρατι-κό τρόπο παραγωγής (κεφάλοαο-μισθωτή εργασία). Η ύπαρξή της μέ-σα σ' έναν καπιταλιστικό οχηματιομό εξαρτάται:
α) από τη συνύπαρξη, μέσα στον δοσμένο κοινωνικό σχηματισμό,
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
261
πολλών τρόπων παραγωγής, ένας από τους οποίους είναι ο φεουδαρ-χικός τρόπος ή μόνον οριομένα στοιχεία του.2
β) από την ύπαρξη μέσα ο' αυτόν το οχηματισμό, της απλής εμπο-ρευματικής παραγωγής, που αποτελεί μορφή μετάβαοης από τον φε-ουδαρχικό τρόπο παραγωγής στον Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής (ΚΤΠ).
Η ύπαρξη μικροαστικής τάξης εξαρτάτοα από τις συγκεκριμένες ι-στορικές μορφές που προσλαμβάνει η μετάβαση στον ΚΤΠ. Βλέπε για παράδειγμα στη Γαλλία τη χαρακτηριστική επιβίωση της μικρής πα-ραγωγής κοα της μικρής ιδιοκτησίας, που οφείλετοα στις πολιτικές μορφές που προσέλαβε εκεί η μετάβαοη (οτήριξη της αατικής τάξης πάνω στη μικροαστική εναντίον των ευγενών). Πρόκειται για τη μι-κροαστική τάξη που, όπως υπογράμμιοαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, έ-χει την τάση να παρακμάζει και να εξαφανίζεται μέσα σ' έναν καπι-ταλιστικό σχηματισμό, και που ο Λένιν ονομάζει μεταβατική τάξη. Με την εμπέδωοη της κυριαρχίας του ΚΤΠ και τη διευρυμένη ανάπτυξή του είνοα καταδικασμένη, είτε να ενσωματωθεί στην αοτική τάξη κα-τά ένα μικρό ποοοστό μέσα από ποικίλους δρόμους, είτε να «προλε-ταριοποιηθεί» στο σύνολό της.
Ωστόσο, θεωρούμε, επίσης ως τμήματα της μικροαστικής τάξης, ο-ρισμένα σύνολα φορέων που έχουν μια θέση εντελώς διαφορετική α-πό τα προηγούμενα στο οικονομικό επίπεδο. Πρόκειτοα για τη λεγό-μενη «νέα» μικροαστική τάξη, της οποίας ο Λένιν είχε ήδη αναγνω-ρίσει τη σπουδαιότητα. Νέα, με την έννοια ότι δεν είναι διόλου κα-ταδικασμένη, όπως η πρώτη, στη φθορά, αλλά η ίδια η διευρυμένη α-νάπτυξη του ΚΤΠ και το πέρασμά του στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, επιβάλλουν την ανάπτυξη και τη διεύρυναή της. Είναι η περίπτωση των μη-παραγωγικών εργαζομένων μισθωτών.
Θ' αφήσουμε εδώ κατά μέρος το πρόβλημα που θέτουν τα τεχνι-κά στελέχη των επιχειρήσεων -«OL φορείς της επιοτήμης»- κοα δεν θα υπεισέλθουμε στο περίπλοκο ζήτημα του αν κοα κατά πόσον μπορεί να χαρακτηρισθούν ως «μη-παραγωγικοί εργαζόμενοι». Περιοριζόμα-στε μόνο οτα πιο αημαντικά σύνολα των εργαζομένων μισθωτών που σύμφωνα με τον Μαρξ, και χωρίς διφορούμενα αυτήν τη φορά, θα ή-ταν αδύνατον να χαρακτηρισθούν ως παραγωγικοί, δηλαδή ως εργα-ζόμενοι που, μέοα οτον ΚΤΠ, παράγουν απευθείας εμπορεύματα και υπεραξία.3
2. ΓΥ αυτό το θέμα, βλ. πιο πάνω, ο. 133.
3. Γι' αυτό το θέμα, βλ. Κ. Marx, Le Capital, Editions Sociales, τ. II, σ. 184, τ. IV, ο. 117, τ. III, σ. 302 κ.λπ.
262
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΓΠΚΗ ΤΑΞΗ
Σχην κατηγορία αυτή εμπίπτουν οι εργαζόμενοι-μισθωτοί που ανή-κουν οτη σφαίρα της κυκλοφορίας τον κεφαλαίου, κι αυτοί που συ-ντελούν στην πραγματοποίηση της υπεραξίας: μισθωτοί εμποροϋπάλ-ληλοι, υπάλληλοι τραπεζών, ασφαλιστικών οργανισμών, γραφείων πώ-λησης, διαφήμισης κ.λπ., καθώς και οι υπάλληλοι των «υπηρεσιών». Έπειτα, είναι η περίπτωση των δημοοίων νπαλλήλων και των υπαλ-λήλων διαφόρων κρατικών μηχανιομών (δημόοιες υπηρεσίες, εξαιρου-μένων βέβοαα των εργατών στα εθνικοποιημένα εργοστάσια). Με λίγα λόγια, στην κατηγορία αυτή εντάσοονται οι μη παραγωγικοί εργαζό-μενοι που η λειτουργία τους είναι να εξασφαλίζουν, χάρη στο ρόλο του κράτους, την αναπαραγωγή των όρων παραγωγής της υπεραξίας. Όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι δεν παράγουν υπεραξία μολονότι πουλάνε κι αυτοί την εργατική τους δύναμη• ο μι,σθός τους καθορίζεται από την τιμή αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης αν και η εκμε-τάλλευσή τους πραγματοποιείτοα με την άμεση απόσπαση υπερεργα-σίας και όχι με την παραγωγή υπεραξίας.4
Η μικρή παραγωγή και η μικρή ιδιοκτηαία από τη μια, και οι μη παραγωγικοί μισθωτοί εργαζόμενοι από την άλλη, κατέχουν οτο οικο-νομικό επίπεδο θέσεις ολοφάνερα ξεχωριοτές. Στο οικονομικό επίπε-δο αυτά τα δύο σύνολα δεν έχουν τίποτα το κοινό, παρά μόνον ένα αρνηηκό χαρακτηριστι,κό: το γεγονός δηλαδή ότι δεν ανήκουν ούτε στην αστική τάξη ούτε στο προλεταριάτο. Οπωσδήποτε, αυτό το αρ-νητχκό κριτήριο δεν αρκεί για να αποδειχθεί μια οποιαδήποτε ομοιό-τηχα ή αυγγένεια της θέσης χων δύο ουνόλων στο οικονομικό επιπε-δο: το κριτήριο αποκτά σημασία μόνο στο επίπεδο του πολιτικού.
Παρά ταύτα, τα δΰο σύνολα φορέων μπορούν να θεωρηθούν τμή-ματα της ίδιας τάξης, της «μικροαστικής», στο βαθμό που η διαφο-ρετική θέση που κατέχουν στο οικονομικό επίπεδο ουνοδεύεται κατά κανόνα από παραπλήοια αποτελέοματα οτο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Τα συνάδοντα κριτήρια που θα επιτρέψουν να πιστοποιήσου-με μια ταυτότητα εκφάνσεων -στο ιδεολογικό κοα πολιτικό επίπεδο-
4. Ας σημειωθεί ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, οε μια στατι-οτική που δημοσιεύτηκε στο Die Internationale το 1928, θεωρούσε OIL 3 ε-κατομμύρια «κατώτερων» δημοσίων υπαλλήλων είναι τμήμα του προλετα-ρίάτον! (Αναφέρεται από τον W. Reich, Massenpsychologie des Faschismus: zur Sexualokonomie der politischen Reaktion und zur proletarischen Sexual-politik, 2η έκδοση, σ. 23). Αυτό το τμήμα λοιπόν του προλεταριάτου του επεφύλασσε εκπλήξεις! Βλέπουμε εδώ πολύ καλά ότι ο «υπεραριστεριαμός» του Κομμουνιοτικού Κόμματος Γερμανίας δεν τον έοωοε από την παγίδα του μύθου της «τάξης των μισθωτών».
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
263
είνοα στην πρώτη περίπτωση, η μικρή παραγωγή κοα κυρίως η μικρή ιδιοκτησία με την οποία συνδέονται/ στη δεύτερη περίπτωοη, το βίω-μα της εκμετάλλευσης όχι άμεσα οτο χώρο της παραγωγής, αλλά με τη «νομική» μορφή του «μισθού».
Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να λεχθούν λίγα λόγια για τη διαβόη-τη μικροαστική ιδεολογία.
Μέσα σ' έναν καπιταλιστικό κοινωνικό οχηματιομό, δεδομένης της στενής σχέσης ιδεολογίας και ταξικής πολιτικής θέσης, υπάρχουν δύο μόνον, με την αυστηρή έννοια του όρου, ταξικές ιδεολογίες, OL ιδεο-λογίες των δύο θεμελιακών τάξεων που είναι πολιτικά αντίθετες και μέχρις εσχάτων: της αστικής τάξης κοα του προλεταριάτου. Ως σύνο-λα δηλαδή με δική τους συνοχή και αντίστοιχη συστηματικότητα εί-ναι μόνον η άρχουσα αοτική ιδεολογία κοα η ιδεολογία που ουνδέε-ται με την εργατική τάξη.
Παρά ταύτα, μπορούμε να μιλάμε με αυστηρότητα για ένα πραγ-μαηκό μικροασηκό ιδεολογικό νποούνολο. Συγκροτείται από την ε-πιρροή της (κυρίαρχης) αστικής ιδεολογίας πάνω στις ιδιαίτερες προα-δοκίες της μικροαστικής τάξης, που σχετίζοντοα με την προαίδια τα-ξική της κατάσταση. Σ' αυτήν τη διαστρέβλωση-προσαρμογή της αστι-κής ιδεολογίας στις προοδοκίες της μι,κροαστικής τάξης, η τελευταία παρεμβάλλει τα προσίδια ιδεολογικά «στοιχεία» που απορρέουν από τη δική της ταξική κατάσταση. Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο: σ' έ-ναν καπιταλιστικό σχηματισμό υπάρχει αυνάμα η ιδεολογία που αυν-δέεται με την εργατική τάξη. Όπως έλεγε ο Λένιν, ακόμα και η κυ-ρίαρχη ιδεολογία εμπεριέχει οτοιχεία της ιδεολογίας αυτής. Επειδή η ταξική κατάσταση των μικροαοτών είναι διφορούμενη, το μικροαστι-κό ιδεολογικό υποούνολο «δανείζεται» επίσης, περιοαότερο απ' όσο η κυρίαρχη ιδεολογία, στοιχεία από την ιδεολογία της εργατικής τάξης, προοαρμοσμένα και παραλλαγμένα σύμφωνα με τις προσδοκίες της μι-κροαστικής τάξης.
Θα πρέπει να έχουμε κατά νου όλα τα παραπάνω για να αποφύ-γουμε τις παρεξηγήσεις όταν γίνεται μνεία της μικροαστικής ιδεολο-γίας σ' αυτό το κείμενο. Και αημειώνουμε από τώρα τα εξής: δεδομέ-νου του ρευστού και ασταθούς χαρακτήρα της μικροαστικής ιδεολο-γίας, οι μορφές με τις οποίες συνδυάζοντοα όλοι αυτοί οι αντιφατικοί παράγοντες, δηλαδή ο ρόλος κοα οι μορφές επιρροής της αστικής ι-δεολογίας, η θέοη κοα ο ρόλος των ιδεολογικών μικροαστικών στοι-χείων, ο ρόλος κοα οι μορφές δανεισμού στοιχείων από την ιδεολογία που συνδέετοα με την εργατική τάξη, εξαρτώντοα από τη θέση της μι-κροαστικής τάξης μέσα στη συγκυρία.
Αλλά ας επανέλθουμε στο πρόβλημα της ταυτότητας των εκφάν-σεων στο ιδεολογικό επίπεδο, των διαφορετικών θέσεων που κατέχουν,
264
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
οτο οικονομικό, τα δυο μεγάλα μικροαστικά σύνολα που αναφέρθη-καν. Κατ' ανάγκην θα προσεγγίσουμε το ζήτημα σχηματικά.
Στην περίπτωση της μικρής παραγωγής και της μικρής ιδιοκτησίας: στο οικονομικό επίπεδο η μικροαστική τάξη συγγενεύει με την αστι-κή τάξη -ιδιοκτησία- κοα ταυτόχρονα με το προλεταριάτο - ο μικρός ιδιοκτήτης είναι ο άμεσος εργαζόμενος. Και συνάμα αντιτίθεται στην αστική τάξη -λίγο λίγο συνθλίβετοα οικονομικά απ' αυτήν- κοα οτο προλεταριάτο, λόγω του φόβου της για την ενδεχόμενη προλεταριο-ποίησή της κοα λόγω της πειοματικής προσκόλλησής της στη (μικρή) ιδιοκτησία. OL προαίδιες εκφάνοεις αυτής της κατάστασης οτο ιδεο-λογικό επίπεδο είνοα οι ακόλουθες:
α) Μια αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά του κοινωνικού status quo: εναντίον του μεγάλου πλούτου και των μεγάλων περιουσιών, αλ-λά υπέρ του κοινωνικού status quo εν γένει, γιατί αυτή η κατηγορία μικροαστών είναι προσκολλημένη στην ιδιοκτησία της και φοβάται την προλεταριοποίηση. Η αποστροφή για την «πλουτοκρατία» συν-δυάζετοα συχνά μ' άλλα δυο ομόρροπα στοιχεία: μια τάση για ισότη-τα που απορρέει από τις αντιμονοπωλιακές προσδοκίες και τη νο-σταλγία επιστροφής στον παλιό κοαρό, οτην εποχή της «ισότητας των ευκοαριών» κοα του «θεμιτού» ανταγωνισμού• τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό της ψευτοϊσότητας που απορρέει από την καθολική ψηφο-φορία. Όλοι αυτοί οι μικροαστοί θέλουν αλλαγές χωρίς ν' αλλάξει το σύστημα... Αίφνης, αποκαλύπτετοα η προσδοκία συμμετοχής στην κα-τανομή της εξουοίας, όχι όμως ριζικού μετασχηματισμού της.
β) Mux ιδεολογική χροιά που συνδέεται όχι με τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά με το μύθο του «γεφυρώματος». Φοβάτοα την προλεταριοποίηση αλλά κοα έλκετοα από την αστική τά-ξη: η μικροαστική τάξη προσδοκά να γίνει αστική, με το ατομικό πέ-ρασμα των «καλύτερων», των «ικανότερων» προς τα ανώτερα στρώ-ματα. Συχνά η τάση αυτή παίρνει ελιτίατικες μορφές, γίνετοα δηλαδή τάση ανανέωσης των ελίτ. OL μικροαστοί θέλουν ν' αντι.καταατήθΌυν την αστική τάξη, «που δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο της», χωρίς ό-μως ν' αλλάξει η κοινωνία.
γ) Ιδεολογική χροιά του «φεηχισμον της εξουσίας» για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Λόγω της οικονομικής απομόνωαής της (που προκα-λεί επίοης και το «μικροαστικό ατομικισμό») και λόγω της οικονομι-κής συγγένειας και συνάμα αντίθεσης προς την αοτική τάξη κοα το προλεταριάτο, η μικροαστική τάξη πιστεύει στη φενάκη του υπερτα-ξικού ουδέτερου κράτους. Προσμένει ότι το ουδέτερο κράτος θα της φέρει το εξ ουρανού μάννα, δηλαδή ότι θα βάλει τέλος στην κατά-ντια της. Στην ακραία περίπτωση, οδηγείται αυχνά σε μια «λατρεία του κράτους». Τότε, η μικροαστική τάξη ταυτίζεται με το κράτος, η
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
265
εικαζόμενη ουδετερότητά του συνταιριάζεται με τη δική της, αφού και η ίδια θεωρεί τον εαυτό της τάξη «ουδέτερη» ανάμεσα σε μπουρζουά-δες κοα προλετάριους, στυλοβάτης λοιπόν, ενός κράτους που είνοα το «δικό της» κράτος. Προσβλέπει λοιπόν στην κοινωνική διαιτησία, με την έννοια ότι θα ήθελε, όπως λέει ο Μαρξ, να γίνει ολόκληρη η κοι-νωνία μικροαστική.
Όμως, κοα η οικονομική κατάσταση των μη-παραγωγικά εργαζό-μενων μισθωτών που βιώνουν την εκμετάλλευση όχι μέοα στην παρα-γωγή, αλλά κυρίως με τη νομική μορφή του μισθού -άρα οε μεγάλο βαθμό απαττ\λχ\- θα έχει αντίστοιχες ιδεολογικές εκφάνσεις:
α) Αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά υπέρ του status quo. Επει-δή η πραγματική εκμετάλλευση είναι εδώ καλυμμένη, μια και βιώνε-ται κυρίως με τη μορφή του μιαθού, αυτό το μικροαστικό σύνολο προ-σβλέπει σε κάποια κοινωνική δικοαοσύνη που το κράτος θα αποκατα-στήσει αναδιανέμοντας τα ειοοδήματα (μιαθούς). Οι διακηρύξεις ενα-ντίον του μεγάλου πλούτου πούρνουν βασικά τη μορφή διαμαρτυρίας εναντίον του φορολογικού ουστήματος. Η τάαη ψευτοϊοότητας παί,ρ-νει τη μορφή απαίτησης για την εξίσωση των εισοδημάτων κοα συν-δυάζετοα κι εδώ με τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Υπάρχει επίσης ο φόβος της προλεταριοποίησης, αλλά κυρίως ο φόβος του επαναστα-τικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, λόγω της ανασφάλειας που υ-πάρχει οτο επίπεδο του μισθού. Φόβος της ανατροπής που θα επηρέα-ζε τους μιοθούς των εργαζομένων που δεν ζουν μέσα οτην παραγω-γή: δεν συνειδητοποιούν συχνά τον μηχανισμό της παραγωγής, ούτε το ρόλο που παίζει οτην εκμετάλλευση η ιδιοκτησία των μέσων παραγω-γής. Αυτό, άλλωστε, εκδηλώνετοα με τις ιδιαίτερες συντεχνιακές μορ-φές που προσλαμβάνει ο αυνδικαλιστικός αγώνας αυτού του συνόλου.
β) Ιδεολογική τάση του «γεφυρώματος»: βλέψεις προς την κοινω-νική καταξίωση-άνοδο. Τούτη η τάση γεφυρώματος χαι κοινωνικής παραγωγής δεν οφείλετοα εδώ, όπως οτην περίπτωση του πρώτου μι-κροαατικού συνόλου, στο μεταβατικό χαρακτήρα του, αλλά στο πραγ-ματικό γεγονός ότι, μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, οι μη πα-ραγωγικά εργαζόμενοι-μισθωτοί έχουν τον mo νψηλό δείκτη κοινωνι-κής κινητικότητας (ανιούσας κοα, συχνότερα, κατιούσας ροπής). Αν το σύνολο αυτό καθαυτό δεν είνοα μεταβατικό, όλα συμβαίνουν λες και τα μέλη του (γενιά τη γενιά) λόγω των συνθηκών διαβίωσης, δεν α-νήκουν ο' αυτό παρά μόνο «παροδικά»? Τούτη η ιδεολογική τάση
5. Σύμφωνα με τους αριθμούς που δίνει μια έρευνα του INSEE, που πραγματοποιήθηκε το 1964, για την κατά γενεές κοινωνική κινητικότητα {Etudes et Conjunctures, αρ. 2, 1967), μόνον το 14,9% των παιδιών των υ-
266
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
παίρνει εδώ ιδιαίχερες μορφές, σχο βαθμό που χο αννολο χων εργα-ζομένων μισθωτών έχει μια ανώτερη σχολική παιδεία που δημιουργεί χα προσόνχα της ικανής εργαχικής δύναμης. Πρόκειτοα για την ιδεο-λογία της δημοκραχικής ουδετερότητας χης μόρφωσης, και χη θεώρη-ση χου «ουδέχερου» σχολικού και πανεπισχημιακού μηχανισμού, ως μέσου κοινωνικής προαγωγής κοα καχαξιώσης των αρίστων με την ά-νοδό τους σχην ασχική «κοινωνία».
γ) Ιδεολογική χροιά του φετιχισμού χης εξουσίας. Κι εδώ, πάλι, με-τράει η απομόνωση (που καλλιεργεί επίσης τον μικροασχικό αχομικι-σμό), όχι με τη μορφή που πούρνει σχους μικροϊδιοκτήτες, αλλά με τη μορφή της απομόνωσης κοα του ανχαγωνισμού μιας τάξης μισθωτών, για τους οποίους ο παράγοντας του συλλογικού εργαζομένου οχην πα-ραγωγή δεν έχει οημαοία: απομόνωαη, λοιπόν, που δεν προξενεί η προοδευχι,κή συγκέντρωση χου εμπορικού τομέα. Εδώ γεννιέχαι η δο-ξασία χου ουδέχερου, υπερταξικού κράτους κοα φαινόμενα «κραχολα-χρείας» που θα πάρουν τη μορφή χου «κοινωνικού καισαριομού» κοα χης δοξασίας για τη δικοαοσύνη ενός κράχους ισχυρού.
Πρέπει επίσης να προσθέσουμε δυο λόγια για χην ιδιάζουοα ιδεο-λογική πλευρά χων μισθωτών που εργάζονται οτους κρατικούς μηχα-νισμούς-διοίκηση. Επειδή οι κρατικοί μηχανισμοί, ως θεσμοί, παράγουν χη δική τους εσωτερική ιόεολογία, οι μισθωτοί αυχοί είναι περισσότε-ρο υποταγμένοι: η ιδεολογική άποψη για χο ουδέχερο και υπερχαξικό κράχος παίζει εδώ ιδιαίτερο ρόλο, ως στοιχείο ουσιασχικό χης εσωχε-ρικής ιδεολογίας των κρατικών μηχανισμών. Σ' αυχήν χην περίπχωση, μέοα από χο δρόμο της γραφειοκραχίας και χης ιεραρχικής υπαγω-γής, εμφανίζονχοα η «λατρεία χου κράχους», η ταύτι,ση με το κράχος και με χους «μεγάλους αξιωματούχους».
Αυτή η χαυτότητα εκφάνσεων των διαφορετικών οικονομικών θέ-σεων των συνόλων που συνθέτουν τη μικροαστική τάξη, παραχηρείχοα επίοης και στο πολιχικό επίπεδο. Εδώ, άλλωοχε παίζει ρόλο χο αρνη-χικό κριτήριο που ενοποιεί τα ούνολα αυτά: το γεγονός ότι δεν ανή-κουν ούτε οτην αστική τάξη ούχε σχο προλεταριάτο, στις δύο δηλα-δή θεμελιακές χάξεις που χα πολιτικά τους συμφέροντα είναι ριζικά και μέχρις εσχάχων ασυμβίβαστα. Πράγμα που οημαίνει ότι, σχο πε-δίο χης πάλης χων χάξεων, χα διάφορα αυχά σύνολα που συνθέχουν
παλλήλων γίνονχαι υπάλληλοι, ενώ χο 39,7% χων ειδικευμένων εργαχών γί-νονται ειδικευμένοι εργάτες, και το ποσοστό είνοα ακόμη υψηλότερο στην περίπτωοη της αστικής τάξης και των ελευθέρων επαγγελμάτων. To 38% των παιδιών των υπαλλήλων γίνονται εργάτες, και το 28% ανώτερα στελέ-χη ή ελεύθεροι επαγγελματίες.
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
267
τη μικροαστική τάξη, δεν είναι δννατόν να έχουν «δικά τονς» μακρο-πρόθεαμα πολιτικά ονμφέροντα. To κριτήριο αυτό, σε συνδυασμό με την απομόνωση και την ιδεολογική τους συγγένεια προκαλεί κατά κα-νόνα στο πολιτικό επίπεδο, τα ακόλουθα κοινά αποτελέσματα:
α) Σημαντικές δυσκολίες να οργανωθούν πολιτικά οε ιδιαίτερο και προσίδιο κόμμα.
β) Η οργάνωσή τους περνά απευθείας μέσα από άλλους κρατικούς μηχανισμούς. Τα σύνολα αυτά θεωρούν το κράτος δικό τονς πολιτικό εκπρόοωπο κι ότι πούζει το ρόλο του οργανωτή τους. Οι μικροαστοί αποτελούν συχνά μια τάξη-οτήριγμα του κράτους. Η συμμαχία τους με την αστική τάξη δεν είναι άμεση, αλλά πραγματοποιείτοα χάρη στην υποστήριξη εκείνων των μορφών κράτους που η μικροαστική τά-ξη θεωρεί αντίθετες προς τα συμφέροντα της αστικής τάξης κοα πρό-σφορες στα δικά της.
γ) Η ταυτότητα ιδεολογικών κοα πολιτικών εκφάνσεων λειτουργεί, καταρχήν, σε κοινωνικές συνθήκες, ας πούμε κανονικές. Συχνά, τα δυο μικροαστικά σύνολα με τις εκλογικές τους αυταπάτες είναι πραγματι-κά εκείνοι οι περιβόητοι ειρηνικοί στυλοβάτες της «ρεπουμπλικανικής δημοκρατικής ευταξίας». Αλλά η ταυτότητα υπάρχει επίσης οε περι-πτώσεις κρίσης, όπου η εξέγερση των δύο μικροαστικών συνόλων ε-ναντίον της καθεστηκυίας τάξης παίρνει εντελώς ανάλογες μορφές.
δ) Κοινός χαρακτήρας πολιτικής αστάθειας των δύο συνόλων: τις περισαότερες φορές ταλαντεύοντοα ανάλογα με τη συγκυρία, είτε προς την αστική τάξη είτε προς την εργατική τάξη κοα πολώνοντοα γύρω απ' αυτές τις δύο τάξεις.
Βλέπουμε λοιπόν ότι, παρά τη διαφορά θέοης στο οικονομικό επί-πεδο, μπορούμε να χαρακτηρίοουμε τα σύνολα αυτά ως τμήματα της ίδιας τάξης, της μικροαστικής, επειδή υπάρχουν κοινές συνάδουοες εκ-φάνσεις στο επίπεδο των ιδεολογικών και πολιτικών σχέοεων.
Είναι απαραίτητο να γίνουν εδώ οριομένες παρατηρήσεις:
1. To γεγονός ότι τα δυο μικροαστικά σύνολα ανήκουν στην ίδια τάξη δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η διαφορά θέσης στο οικονομικό επίπεδο χάνει κάθε σημασία. Η ίδια μικροασπκή τάξη διαιρείται σε τμήματα τάξης. Αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά πράγμα-τα: για παράδειγμα, όπως κατά γενικό κανόνα η μάζα της μικροαστι-κής τάξης έχει ουσιαστικά κοινή πολιτική θέση μέσα σε μια συγκυρία -τέτοια ήταν συγκεκριμένα η περίπτωση των φασισμών-, άλλο τόοο είνοα δυνατό να εκδηλωθεί διάσταση ανάμεσα οτα τμήματά της.
Η διάσταση μπορεί να φτάοει μέχρι του σημείου να τείνει το ένα από τα τμήματα προς τη μια κατεύθυνση και το άλλο προς άλλη. Η
268
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΓΠΚΗ ΤΑΞΗ
εμπειρία επιχρέπει να διαπιστώσουμε ότι η κοινή πολιτική θέση επι-κρατεί ευρύτατα όταν η συγκυρία της πάλης των τάξεων είνοα «ομα-λή», ή όταν μια συγκυρία οξείας πολιτικής κρίσης συνοδεύεται από μια αμυντική φάση της εργατικής τάξης - περίπτωση των φασισμών. Η διάαταση εκδηλώνετοα κυρίως οε περίοδο επαναστατικών ουγκυ-ριών ή πολιτικών κρίσεων που αντιστοιχούν οε μια επιθετική φάση της εργατικής τάξης - κατάσταση που ίσχυε στη Γερμανία κοα την Ιταλία μεταξύ 1919 και 1921. Όταν άλλωστε η μικροαστική τάξη λει-τουργεί ως κοινωνική δύναμη, διαπιστώνουμε τις πιο πολλές φορές, μια ταυτότητα πολιτικής θέσης των δύο συνόλων.6
2. Πραγματικά, το γεγονός ότι η μικροαστική τάξη δεν έχει μα-κροπρόθεσμα δική της ταξική θέση, δεν σημαίνει διόλου πως δεν μπο-ρεί να ουγκροτηθεί οε μια ανθεντική κοινωνική όνναμη κοα να παί-ξει τον αντίστοιχο ρόλο: στην κατηγορία τέτοιων περιπτώσεων που α-ντιστοιχούν οε καθορισμένες συγκυρίες, ανήκει κοα ο φασισμός.
Η μικροαστική τάξη σ' αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη κι αν παίζει τελικά κοα μακροπρόθεσμα το παιχνίδι είτε της αστικής είτε της ερ-γατικής τάξης, μπαίνει οπωσδήποτε ατο πολιηκό προοκήνιο, ως κοι-νωνική δύναμη, με τρόπο σχετικά αυτόνομο και μ' ένα ειδικό πολιτι-κό βάρος.
To πρόβλημα είναι τεράστιο. Ένας από τους λόγους που η Διε-θνής υποτίμησε το φαοιστικό φοανόμενο, υπήρξε ακριβώς η άρνησή της ν' αναγνωρίοει ότι η μικροαστική τάξη μπορεί να παίξει ουσια-στικά το ρόλο μιας αυθεντικής κοινωνικής δύναμης. Γιατί, οπωοδήπο-τε, η Διεθνής διείδε αρκετά νωρίς τη σχέση φασισμού και μικροαστι-κής τάξης. Αλλά μέσα σ' αυτήν τη οχέση θεωρούοε τη μικροαστική τάξη απλή βοηθητική δύναμη «στην ουρά» του μεγάλου κεφαλαίου (φασιστικό κόμμα=«πράκτορας» στην υπηρεσία του μεγάλου κεφα-λαίου). Μόνον ο Γκράμσι και ο Τρότσκυ συνέλαβαν με πιο σωστό τρό-πο τη σχέση φασισμοΐι-μικροαστικής τάξης.7 Στη συνέχεια η Διεθνής
6. Η «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη, μεταβατικό σύνολο, στην κυριο-λεξία, είναι πιο πρόσφορη οτα εξτρεμιστικά κινήματα της Δεξιάς μέσα σε ομαλές συγκυρίες κοα λιγότερο η νέα μικροαστική τάξη: παράδειγμα, ο μα-καρθιομός στις ΗΠΑ κοα ο πουζαντισμός οτη Γαλλία. (Γι' αυτό το θέμα, W. Kornhauser, The Politics of Mass Society, 1965, a. 201 κ.ε.). Τέλος, εννοεί-τοα πως οι πολιτικές διοαρέσεις μέσα οτη μικροαστική τάξη δεν συμπίπτοπν αναγκαοτικά με τις «οικονομικές» διαιρέοεις για τις οποίες έγινε λόγος.
7. Επιμένοντας πάντα στο γεγονός ότι ο φαοισμός αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, ο Τρότσκυ επισημαίνει: «Ο φασισμός είναι, στο βάθος, ένα πρόγραμμα μικροαστικών τάσεων. Η ιδιομορφία αυ-τή δείχνει, όσο τίποτα άλλο, τι τεράοτια σημασία -τι αποφασιστική μάλ-
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
269
καταδίκασε τη θέση τους και την ανακάτωσε με τη σοσιαλδημοκρα-τική: ότι η μικροαστική τάξη είναι, τάχα, «τρίτη δύναμη», κατέχει δη-λαδή μακροπρόθεομα μια δική της ταξική θέση. Η θεωρία αυτή κα-ταλήγει οτη λανθασμένη άποψη ότι ο φασισμός είνοα η «δικτατορία της μικροαστικής τάξης».8
3. Ας σημειώσουμε, τέλος, το βάρος της ιδεολογίας μέσα στην ίδια τη συγκρότηση των μικροαστών οε τάξη. Η ιδεολογία εκτός από το ρόλο της «ενοποίησης» των διαφόρων «τμημάτων» της τάξης, τα ο-ποία είναι ιδιαιτέρως πρόσφορα σε αυταπάτες (λόγω της θέοης τους στον οικονομικό τομέα), παίζει ένα ρόλο αποφασιστικό: η μικροαστι-κή τάξη τρέφεται κυριολεκτικά από την ιδεολογία που την ενοποιεί. Στην περίπτωοη μάλιστα του φασισμού, η μικροαστική τάξη υπήρξε από τα βασικά οικονομικά θύματα του φασισμού, αφού για ιδεολογι-
λον σημαοία- αποκτά για την τύχη της αστικής κοινωνίας, ο αυτοπροσδιο-ρισμός των μικροαοτικών λαϊκών μαζών» (Ecrits, τ. III, σ. 270). Ο Γκράμσι επίοης, που επιμένει οτο γεγονός ότι ο φασισμός είναι «ο υπηρέτης του κεφαλαίου κοα των γαιοκτημόνων», επισημαίνει πρώτος (το 1921) ότι ο φα-σισμός αποτελεί παράλληλα «την τελευταία πολιτική ενσάρκωση της μικρο-αστικής τάξης».
8. Πραγματικά, ήδη τον Ιούνιο του 1923, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον φασισμό, στην Ολομέλεια του Εκτελεστικού της Δι,εθνούς, τονίζετοα με έμφαση η σχέοη φασισμού και μικροαατικής τάξης, αλλά η τάξη αυτή θεωρείται απλό «παράρτημα» (εξάρτημα) του μεγάλου κεφαλαίου. Η Ολο-μέλεια υιοθετεί μια απόφαση του Κομμουνιστικοΰ Κόμματος Γερμανίας που δημοσιεύτηκε στη Rote Fahne της 18ης Μαΐου 1923, σύμφωνα με την ο-ποία ο φασισμός διαιρείται σε δύο πτέρυγες: την πτέρυγα που είνοα άμεσα πουλημένη στο κεφάλαιο κι εκείνη που αποτελείτοα από «εθνικιστές μικρο-αστούς που έχουν εξαπατηθεί» από την πρώτη. Προς την ίδια κατεύθυνση βαδίζουν, την εποχή εκείνη, οι αναλύσεις του Ράντεκ κοα της Κλάρας Τσέτκιν. Προοδευτικά όμως, και κυρίως μετά το 6ο Συνέδριο του 1928, η σχέση φασισμού-μικροαστικής τάξης μνημονεύεται κυρίως για να καταπο-λεμηθεί η σοσιαλδημοκρατική άποψη περί 3ης δύναμης, με την οποία ταυ-τίζουν τις αναλύοεις του Τρότοκυ. Στην 13η Ολομέλεια της Διεθνούς (1933), ο Βίλχελμ Πηκ λέει: «Η "αριοτερή" οοοιαλδημοκρατία ιης Αυστρίας [...] έφτιαξε τη θεωρία ότι η φαοιστική δικτατορία είνοα "δικτατορία της μικροαοτικής τάξης". Ο Τρότσκυ χαρακτήρισε τη φασιστική δικτατορία ως μικροαστική αντεπανάσταση» (Έκθεση που μνημονεύεται οτο Der Faschi-smus in Deutschland). H θέση αυτή δεν αλλάζει άλλωστε στο 7ο Συνέδριο, κοα τονίζετοα η «αποκλειστική» σχέση του φασισμού με το μονοπωλιακό κεφάλαιο, «το πιο αντιδραστικό», κ.λπ. Βλ. για παράδειγμα, τη θέση του ίδιου του Τολιάτι στο Lezioni sulfascismo του 1934, του Τολιάτι ο οποίος ωστόσο, στην έκθεσή του για τον φαοισμό στο 4ο Συνέδριο (έκθεση που παραμέρισε ο Μπορντίγκα) ακολούθηοε τότε τη θέοη του Γκράμσι.
270
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
κούς λόγους αναλώθηκε για να τον υποστηρίξει μαζικά μέχρι τέλους. Εδώ εντοπίζετοα το σφάλμα της Διεθνούς, που περί,μενε την επικείμε-νη και απότομη πτώση του φασισμού, λόγω των εσωτερικών αντιφά-σεών του, ή πιο συγκεκριμένα, λόγω του γεγονότος ότι οι μικροαστι-κές μάζες θα εγκατέλειπαν από μόνες τους τον φασισμό, διαπιστώνο-ντας ότι θίγει τα οικονομικά τους συμφέροντα.
2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Επανερχόμαοτε τώρα στο ζήτημα των σχέσεων του φασισμού με τη μικροαοτική τάξη ούμφωνα με το διάγραμμα που ακολουθήσαμε ώς εδώ.
α) Μονοπωλιακός καπιταλιαμός και μικροαστική τάξη: η οικονομική κατάσταση
Η διαδικαοία εκφασισμον αντιστοιχεί αε μια οικονομική κρίση του συ-νόλον της μικροααηκής τάξης. To γεγονός αυτό είνοα σημαντικό: στη Γερμανία και την Ιταλία ταυτόχρονα, η μικροαστική τάξη δοκιμάζε-τοα ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση, που πλήττει τις χώρες αυ-τές. Ωατόσο, κοα στο βαθμό μάλιστα που η κρίση αρχίζει να ξεπερ-νιέτοα πριν από την άνοδο του φασιομού στην εξουσία, το σημαντικό συνίσταται οτη φάση της μετάβασης προς την κυριαρχία του μονοπω-λιακού καπιταλισμού, που αντιστοιχεί στον φασισμό. Η επιτάχυνοη της διαδικασίας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στη διάρκεια του εκφασισμού, κλονίζει άμεσα την οικονομική υπόοτααη της μικρής πα-ραγωγής κοα της μικρής ιδιοκτησίας. Στην ίδια φάση προκαλείται μια απότομη και σημαντική αύξηση του αριθμού των μισθωτών υπαλλή-
272
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
λων, αύξηοη που συνοδεύετοα από υποαπααχόληση και ανεργία συνη-θισμένες σ' αυτές τις περιπτώοεις.'
6) Η πολιτική κρίση: η μικροαστική τάξη ως κοινωνική δύναμη. Τα φασιστικά κόμματα και τα συμφέροντα της μικροαστικής τάξης.
Η διαδικασία εκφασισμού και ο φασιομός αντιστοιχούν σε μια κατά-στααη πολιηκής κρίσης της μικροαστικής τάξης, και στη σνγκρότησή της οε ανθεντική κοινωνική δύναμη χάρη οτα φαοίστικά κόμματα.
Η πολιτική κρίση της μικροαοτικής τάξης, εκτός από τους παρά-γοντες που σχετίζονται και με τις άλλες τάξεις, καθορίζεται άμεσα α-πό την ηγεμονι,ακή κρίση των κυρίαρχων τάξεων στη Γερμανία και την Ιταλία. Πραγματικά, η μικροαστική τάξη, τάξη ενδιάμεση, προ-σβάλλεται πάντα από μια μείζονα κρίση που πλήττει τις θεμελιακές δυνάμεις των καπιταλιστικών σχηματισμών. Η κρίοη των κυρίαρχων τάξεων προοβάλλει κατά κανόνα τη μικροαστική τάξη με τρόπο άμε-σο. Πριν από τη σταθεροποίηση, κοα στη διάρκεια της πρώτης περιό-δου της ανοιχτής κρίσης μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης, ένα με-γάλο τμήμα των μικροαστών γέρνει ολοφάνερα προς το μέρος της ερ-γατικής τάξης. Δεν είναι εύκολο να χαράξουμε μια καθαρή διαχωρι-
1. Διαπιστώνεται πράγματι ο' αυτήν τη φάση η πραγμάτωση της τάσης για σχετική αποπτώχευση των εμποροϋπαλλήλων, την οποία επισημαίνει ο Μαρξ: «Ο εμποροϋπάλληλος, με την κυριολεξία του όρου, ανήκει στην πιο καλοπληρωμένη κατηγορία μισθωτών των οποίων ο μέσος μισθός είνοα υ-ψηλότερος από τη μέση εργαοία. Παρά ταύτα, με την πρόοδο του καπιτα-λιστικού τρόπου παραγωγής ο μισθός τον εμπορονπαλλήλου έχει την τάοη να μειώνεται ακόμη και σε σχέση με τη μέση εργασία. To φαινόμενο οφεί,-λεται στον καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό του γραφείου. [...] Ύστε-ρα ο μισθός του έχει την τάοη να μειώνεται επειδή η επαγγελματική κα-τάρτιση, οι εμπορικές γνώσεις, οι γλώσσες, κ.λπ., παρόλο που η επιστήμη κοα η δημόσια εκπαίδευση προοδεύουν, διαδίδοντοα ολοένα και πιο γρήγο-ρα, πιο εύκολα, πιο γενικευμένα. [...] Γι' αυτό αυξάνει η συρροή (προς το εμπορικό επάγγελμα) και συνακόλουθα ο ανταγωνισμός, προκαλώντας με ελάχιστες εξοαρέσεις, την υποτίμηοη της εργατικής δύναμης των εμποροϋ-παλλήλων στο βαθμό που αναπτύσσεται η καπιταλιστική παραγωγή», Κ. Marx, Le Capital, τ. VI, ο. 309).
Στην περίπτωση της διαδικασίας εκφασισμού, δεδομένης της ιδιότυπης ιδεολογίας της μικροαστικής τάξης, το ουσιαοτικότερο δεν συνίσταται στις οικονομικές διεργασίες όσο στις ιδεολογικές επιπτώσεις: πραγματικά η μι-κροαστική τάξη χάνει πολΰ περιοσότερο την ελπίδα να φτάσει οτο καθε-στώς της αστχκής τάξης παρά οτις «κανονικές» περιόδους. Βλ. τις αναλΰ-οεις του Η. Lasswell στο άρθρο που μνημονεύεται στην επόμενη σημείωση.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
273
στική γραμμή ανάμεσα στα δύο τμήματα της μικροαστικής τάξης, πά-ντως πρόκειται βασικά για τους μισθωτούς υπαλλήλους.
Όμως, η ήττα της εργατικής τάξης καθώς και η έλλειψη συγκεκρι-μένης πολιτικής συμμαχιών εκ μέρους των κομμουνιστικών κομμάτων προς τη μικροαστική τάξη, αλλάζει οταδιακά την κατάσταση αυτή. Μετά απ' αυτήν την ταλάντευση κοα οτη διάρκεια της φάσης σταθε-ροποίησης, το τμήμα τούτο της μικροαστικής τάξης μοιάζει να προ-σκολλάτοα στη σοσιαλδημοκρατία.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν σταματούν εδώ: OL μικροαοτοί απογοη-τεύονται από τη σοοιαλδημοκρατία που δεν καταφέρνει να υπερασπι-οτεί τα συμφέροντά τους. Με την αρχή της διαδικασίας του εκφαοι-σμού η μικροαστική τάξη εγκαταλείπει τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά στο σύνολό της αντιμετωπίζει την αστάθεια και την ηγεμονιακή αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων κοα τμημάτων, αδυναμί,α που χαρακτηρίζει την κρίση εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων. Τα αστικά κόμμαχα, ε-νώ συνδέονταν άμεοα με τα ταξικά συμφέροντα του άρχοντος συγκρο-τήματος ήταν ταυτόχρονα OL εκπρόσωποι της μικροαοτικής τάξης, για-τί η τελευταία δεν μπορούσε ν' αναδείξει δικό της κόμμα.
Ξέρουμε ότι τα αοτικά κόμματα βρίσκονται σε ρήξη με τις τάξεις και τα τμήματα τάξεων του άρχοντος συγκροτήματος. To γεγονός ε-πηρεάζεί άμεσα το όεομό αντιπροσωπευηκότητας της μικροαατικής τάξης: οι μικροαστοί αντιλαμβάνονται ότι τα αστικά κόμματα δεν εί-ναι πλέον παρά κοινοβουλευτικά εξαρτήματα. Η απώλεια της πραγ-ματικής επιρροής των κομμάτων στην πολιτική κονίοτρα, επιρροή που οφειλόταν στο δεσμό τους με τις άλλες τάξεις κοα τμήματα (κι όχι τη μικροαατική), αναγκάζει τη μικροαστική τάξη να τα εγκαταλείψει. Έτσι, ανοίγεται ο δρόμος προς τα φασιστικά κόμματα.
Στη διάρκεια του εκφασισμού η μικροαστική τάξη, στο σύνολό της αυτή τη φορά, συγκροτείται σε κοινωνική δύναμη χάρη οτα φασιστι-κά κόμματα.2 Θα έπρεπε ωατόσο να σταθοΰμε λίγο για ν' απαντήοου-με στο ζήτημα του δεομού αντιπροσώπευοης μεταξύ των φασιστικών
2. Για τη συζήτηση γύρω απ' αυτό το σημείο, βλ. μεταξύ άλλων: Th. Gei-ger, «Die Soziale Schichtung des deutschen Volkes» στο Arbeiten zur Sozio-logie, 1962, a. 335 κ.ε.• R. Bendix, «Social Stratification and Political Power», στο R. Bendix και S.M. Lipset (επιμ.), Class Status and Power• R. Dahren-dorf, Gesellschafi und Freiheit, 1961, a. 260 κ.ε.• W. Mills, «Power, Politics and People» στην αναφορά του στο βιβλίο του Fr. Neumann, Behemoth: Structure and Practice of National-Socialism- H. Lasswell, «Psychology of Hitlerism», Political Quarterly, αρ. 4, 1933, και αναλΰσεις αναδημοσιευμένες ατο The Analysis of Political Behaviour: An Empirical Approach, 1947, o. 235 κ.ε. Τέλος, to βιβλίο του W. Reich που ήδη μνημονεύτηκε.
274
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
κομμάτων κοα της μικροαστικής τάξης, διακρίνοντας τις δυο έννοιες του όρου αντιπροσώπευση.
Με την πρώτη έννοια, ο όρος υποδηλώνει το δεσμό ενός πολιτι-κού κόμματος με τα πραγματικά ταξικά ονμφέροντα.
Με τη δεύτερη έννοια ο όρος, υποδηλώνει κυρίως τους ιδεολογι-κούς κοα οργανωτικούς δεσμούς ενός κόμματος με μια τάξη, τα πραγ-ματικά συμφέροντα της οποίας μπορεί θαυμάσια να μην εκπροσωπεί.

Στο θέμα της σχέσης των φασιοτικών κομμάτων με τη μικροαστική τάξη, πρέπει να διευκρινίσουμε περισσότερο τα πράγματα κοα να ξε-χωρίσουμε τις φάσεις της διαδικααίας εκφασιομού κοα του φαοιομού. Καταρχήν, με τη δεύτερη έννοια, τα φασιατικά κόμματα είναι πραγ-ματικά οι εκπρόσωποι της μικροαστικής τάξης. Είναι κόμματα μαζών καλοοργανωμένα και το λαϊκό τους έρεισμα (μέλη, στελέχη και ψη-φοφόροι), βρίσκεται ουσιαστικά μέσα στη μικροαστική τάξη. Η ταξι-κή προέλευση των ενδιάμεσων και ανώτερων στρωμάτων τους είνοα μικροαστική. Ο πραγματικός οργανωτικός δεομός φασιστικού κόμμα-τος και μικροαστικής τάξης και το γεγονός ότι από ιδεολογική άπο-ψη τα φασιστικά κόμματα είνοα ολωσδιόλου μικροαστικά αποτελεί την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τα αστικά κόμματα, που παραδοσιακά εκπροσωπούσαν τη μικροαστική τάξη.
Τι συμβοάνει τώρα με τα πραγματικά ονμφέροντα πον εκπροσω-πούν τα φασιστικά κόμματα σύμφωνα με την πρώτη έννοια του όρου αντιπροσώπευση; Στο μέτρο που θεμιτά μιλάμε για βραχυπρόθεσμα πολιτικά συμφέροντα της μικροαοτικής τάξης, το φασιστικό κόμμα εί-νοα ο πραγματικός εκπρόσωπός της στη διάρκεια της πρώτης φάοης του εκφασισμού. Τα πρώτα προγράμματα του φασιστικού κόμματος είνοα ένας «κατάλογος μνησικακιών» της μικροασακής τάξης, που α-νταποκρίνεται στις μικροαστικές διεκδικήσεις. Αλλά στο σημείο μη-ε-πιστροφής, η στροφή έχει κιόλας ολοκληρωθεί: το φασιστικό κόμμα εκπροσωπεί στο εξής τα πραγματικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Αν συνεχίζει ακόμη να λογαριάζει ώς ένα βαθμό, τα συμφέροντα των μικροαστών, ο φασισμός, μόλις παίρνει την εξουσία, ολοκληρωτικά δε και οριστικά στη φάση της σταθεροποίησής του, εγκαταλείπει τα μι-κροαστικά συμφέροντα.
Όμως, χάρη στα φασιστικά κόμματα, η μικροαστική τάξη παρεμ-βαίνει στον πολιτικό στίβο ως κοινωνική δύναμη. Κι ενώ ολοφάνερα ταλαντεύεται προς την αστική τάξη, παίζει όμως, μέσα σ' αυτήν τη συμμαχία, ένα ρόλο αχετικά αυτόνομο απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Η μικροαστική τάξη δεν βρίσκεται «στην ουρά» της αστικής τάξης, όπως στην περίπτωση που εκπροσωπείτοα από τα παραδοσιακά αστι-
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
275

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου