Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 4

Σημείωση: Το κείμενο έχει μετατραπεί από pdf αρχείο και γι' αυτό περιέχει μικρά λάθη σε κάποιες λέξεις. Είναι όμως ευανάγνωστο. Για το πρωτότυπο pdf το οποίο δεν περιέχει τα μικρά αυτά λάθη (που όμως δεν αναγνωρίζει τους χαρακτήρες/γράμματα), πηγαίνετε εδώ: http://www.gamato.info/details.php?id=d6f1d034cce68d738d0d3d511dc56e9a097b8b2d

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

εξής: η γερμανική -αλλά και η αυοτριακή- σοσιαλδημοκρατία ήταν την εποχή εκείνη ένα κόμμα πολύ συγκεντρωτικό, πειθαρχημένο και γραφειοκρατικό και κατάφερνε να φράζει την πρόοδο, διεκδικητική και πολιτική, του εργατικού κινήματος. Κατά τη Διεθνή, καταπνίγο-ντας τη σοσιαλιστική δημοκρατία και τις αοσιαλιστικές προσδοκίες, α-σκούσε πάνω στην εργατική μάζα μια καταπίεση φασιστικού τύπου με φασιστικές πρακτικές κοα μεθόδους.

Δεν σκοπεύουμε βέβαια να αμφισβητήσουμε το ρόλο της σοσιαλδη-μοκρατίας, που ήταν ακριβώς να παραπλανήσει, τις μάζες και να α-ναστείλει τις επαναστατικές διαδικασίες. Ωοτόσο η σοαιαλδημοκρατία, για ν' ανταποκριθεί σ' αυτόν το ρόλο, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει και δεν χρηοιμοποίησε τα ίδια μέσα με το φασιστικό κόμμα. Σ' αυτό έγκειτοα η σταθερότερη αναφορά για να κριθεί η θεωρία του σοσιαλ-φαοιομού. Η πρακτική ή οι μέθοδοι δεν υπάρχουν στο κενό, αλλά σε σχέση με τους μηχανιομοΰς που τις στηρίζουν. Ο χαρακτήρας τους προοδιορίζετοα από το χαρακτήρα των μηχανισμών. To σοσιαλδημο-κρατικό κόμμα και ο φασισμός δεν ασκούσαν αυτόν το ρόλο με τον ίδιο τρόπο, ούτε σ' ό,τι αφορά την καταστολή χον εργατικού κινήμα-τος ούτε σ' ό,τι αφορά τις μορφές οργάνωσης.

Αν λάβουμε, λοιπόν, υπόψη μας όλες αυτές τις παρατηρήσεις, κοα για να επανέλθουμε στα ίδια τα λόγια του Στάλιν, η σοσιαλδημοκρα-τία κοα το φασιοτικό κόμμα όχι μόνο δεν «αλληλοσυμπληρώνονται» αλλά κυριολεκτικά «αποκλείοντοα αμοιβαία»: δεν μπορούν να κατέ-χουν την ίδια θέση μέοα οτην ίδια μορφή κράτους.

4. Αν θεωρήσουμε τώρα τη θέοη του σοσιαλφαοισμού από τη σκο-πιά της στρατηγικής της αστικής τάξης και από την άποψη των ε-ναλλακτικών λύσεων, σύμφωνα με την οποία ο αστισμός θα έπαιζε ταυτόχρονα και την ίδια στιγμή είτε το χαρτί της οοοιαλδημοκρατίας είτε το χαρτί του φασισμού ή κοα τα δυο, θα δούμε πως η θέση αυ-τή προϋποθέτει μια ολοκληρωτική παραγνώριση της διαδικασίας εκ-φασισμού κοα της περιοδολόγησής της σε φάσεις κοα καμπές, ούμφω-να με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων στην πάλη των τάξεων. Δεν είνοα τυχαίο ότι η άποψη αυτή για το σοσιαλφασισμό κοα η ταύ-τιση της μορφής του δημοκρατικού-κοινοβουλευτικού κράτους με το φασιστικό κράτος, συνοδεύεται από μια γραμμική αντίληψη για την οργανωτική διαδικασία, άποψη που παραγνωρίζει ολότελα το πρόβλη-μα της πολιτικής κρίσης και της διαδικασίας εκφασισμού

Στην πραγματικότητα διαπιστώνεται ότι η αστική τάξη παίζει, αν θέλετε, το χαρτί της «συνεργασίας των τάξεων» στο τέλος της περιό-δου σταθεροποίησης και τις αρχές της διαδικασίας εκφααιομού. To χαρ-τί αυτό άλλωοτε το χρησιμοποιεί είτε η ίδια η σοσιαλδημοκρατία ό-ταν βρίσκεται στην εξουσία (γερμανική περίπτωση), είτε τα αοτικά

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

175

πολιτικά κόμματα δίχως την άμεοη συμμετοχή της σοσιαλδημοκρατίας. Μ' άλλα λόγια, το χαρτί της ουνεργασίας των τάξεων παίζετοα όταν αρχίζει η διαδικασία ήττας της εργατικής τάξης, όταν αρχίζει η επί-θεση της αστικής τάξης. Στη συγκεκριμένη συγκυρία η πολιτική αυτή καταρρέει- δεν επι,τρέπει στην αστική τάξη ούτε να εξουδετερώσει τις οικονομικο-πολιτικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης ούτε πολύ πε-ρισσότερο, να προχωρήσει αποφασιστικά οτην εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών. Στο εξής, κοα σ' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, ε-κείνοι που θα θελήσουν να ουνεχίοουν αυτήν την τακτική θα είνοα οι πολιτικοί εκπρόσωποι του μεσαίου κεφαλαίου. Ωστόσο, κι αυτό είναι σημαντικό, οι τελευτούοι αποσπώντοα προοδευτικά από το μεγάλο κε-φάλαιο και ταυτόχρονα από τα τμήματα τάξεων που εκπροσωπούσαν. To μεγάλο κεφάλαιο δεν παίζει πλέον το χαρτί της «συνεργασίας των τάξεων» -αν υποθέσουμε ότι το έπαιζε ποτέ- και στρέφετοα αποφα-σιστικά προς την φασιστική λύση. Η στροφή φαίνετοα ολοκάθαρα αν δεν μας θαμπώσουν τα περιστατικά του πολιτικού προσκηνίου, αν διαγνώσουμε τι κρύβεται κάτω από αυτά κοα τέλος, αν πάρουμε υπό-ψη τη ρήξη του δεσμού εκπροσωπούντες εκπροσωπούμενοι.

Απ' όλα αυτά βγαίνει το αρκετά διαδεδομένο συμπέραομα για τη δια-δικασία εκφασισμού: «πρώτα σοσιαλδημοκρατία, έπειτα φασισμός»; Νομίζω πως θα προτρέχαμε πολύ γιατί ένα παρόμοιο συμπέρασμα α-πορρέει, ώς ένα βαθμό, από την άποψη ότι ο φασισμός είνοα το «τε-λευτούο χαρτί του αστισμού» -δηλαδή «ομολογία αδυναμίας χου αστι-σμού»- κοα ταυτόχρονα διαιωνίζει την ψευδαίσθηση μιας «οργανικής» συνέχειας σοσιαλδημοκρατίας και φασισμού. Πραγματικά, δεν είνοα βέ-βοαο ότι την εποχή εκείνη το μεγάλο κεφάλοαο είχε προοχωρήσει στη σοσιαλδημοκρατική προοπτική της συνεργασίας των τάξεων. Η συνερ-γασία των τάξεων ήταν μάλλον μια λύση που το μεσαίο κεφάλαιο ε-πέβαλε στο μεγάλο κεφάλοαο και υπαγορεύτηκε περισσότερο από το συσχετισμό δυνάμεων μεγάλου κεφαλαίου/μεσαίου κεφαλαίου, παρά α-πό το συσχετισμό μεγάλου κεφαλαίου/εργατικής τάξης. Γιατί, από την άλλη μεριά η ήττα της εργατικής τάξης ολοκληρώνετοα κοα το μεγάλο κεφάλαιο περνά στην ανοιχτή επίθεση. Σ' αυτές τις περιστάσεις η σο-σιαλδημοκρατία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το κατάλληλο μέαο για την πραγμάτωση της πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου.

Αλλά ας δούμε τι σκεφτόταν γι' αυτό ο Τρότοκυ, ένας από τους σφοδρότερους πολέμιους της θέσης του «σοσιαλφασισμού»:16

16. L. Trotsky, L'Internationale communiste apres Lenine, ό.π., σσ. 216-217.

176

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

«Σε σχέση μ' αυτά τα προβλήματα αναπτύχθηκε γύρω απ' τον

φασισμό μια πολεμική εντελώς διαστρεβλωμένη κοα λοξοδρομι-

σμένη. Η αντιπολίτευοη εξηγούσε ότι η αστική τάξη δεν χρησι-

μοποιεί τις φααισακές της εφεδρείες παρά μόνον τη οτιγμή που

ένας άμεσος επαναστατικός κίνδυνος απειλεί αυτές καθαυτές τις

βάαεις του καθεστώτος της. [...] Μ' αυτήν την έννοια, ο ενεργη-

τικός φασισμός είναι μια κατάσταοη εμφυλίου πολέμου που εξα-

πολύει η καπιταλιστική κοινωνία εναντίον του εξεγερμένου προ-

λεταριάτου. Από την άλλη μεριά, η αστική τάξη αναγκάζεται να

προωθήσει τις αριστερές εφεδρείες της, τη σοσιαλδημοκρατία, οε

δυο κυρίως στιγμές: λίγο πριν ν' αρχίσει ο εμφύλιος πόλεμος, ώ-

στε να εξαπατήσει, να καθησυχάσει κοα να διαλύαει το προλετα-

ριάτο, ή μετά από μια σοβαρή ήττα της μεγάλης μάζας του λαού,

όταν, δηλαδή, η αστική τάξη για να αποκαταοτήσει το ομαλό

καθεστώς, είνοα αναγκασμένη να εντάξει τις λαϊκές μάζες στην

κοινοβουλευτική ζωή, συνακόλουθα και τους εργάτες που δεν έ-

χουν πια εμπιοτοσύνη στην επανάσταση. Για να αντιταχθεί σ' αυ-

τήν την ανάλυση που θεωρητικά είναι αδιαμφισβήτητη και που

επαληθεύτηκε στην πορεία του αγώνα, η ηγεσία της Κομμουνι-

στικής Διεθνούς πρόβαλε έναν κουτό και απλοϊκό ιαχυρισμό ταυ-

τίζοντας σοσιαλδημοκρατία κοα φασισμό. Ξεκινώντας από το α-

διάψευστο γεγονός ότι η αοσιαλδημοκρατία είνοα προσκολλημέ-

νη, όσο κι ο φαοισμός, στις θεμελιώδεις βάσεις της αοτικής κοι-

νωνίας, και ότι είναι πάντα έτοιμη, σε οτιγμή κινδύνου να προω-

θήσει τους Νόοκε (Noske) της, η ηγεσία της Διεθνούς διέγραψε

με μια μολυβιά κάθε διαφορά μεταξύ σοοιαλδημοκρατίας και φα-

σισμού εξαλείφοντας ταυτόχρονα τη διάκριση μεταξύ της περιό-

δου ανοιχτού εμφυλίου πολέμου και της περιόδου "εξομάλυνσης

της πάλης των τάξεων".»

Η ανάλυση του Τρότσκυ, παρά τη σωστή κριτική πον ασκεί στη

Διεθνή, με το να ταυτίζει εοφαλεμένα φασισμό-αντίδραση οτο επανα-

στατικό κίνημα κοα ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, καταλήγει στο συμπέρα-

ομα ότι υπάρχει πρώτα σοσιαλδημοκρατία (περίοδος ήττας του προ-

λεταριάτου, δηλαδή «εξομάλυνση»), στη οννέχεια φασισμός (περίοδος

ανόδου του επαναστατικού κύματος ως συνέπεια της ήττας). Αν όμως

οι απαρχές της διαδικασίας εκφασισμού συμπίπτουν με την καμπή κα-

τά την οποία ηττάται το προλεταριάτο, δεν πρέπει βασικά να ξεχνά-

με ότι, αντίθετα με την εκτίμηση του Τρότσκυ, το προλεταριάτο δεν

ανέρρωσε πλέον από τα πλήγματα της ήττας. Η αστική τάξη θα α-

ναλάβει στο εξής μια μόνιμη επίθεοη. Μ' άλλα λόγια, ενώ πράγματι

έχουμε να κάνουμε με επακόλουθα της ήττας, το μεγάλο κεφάλαιο

δεν θέλει τη συμμετοχή των λαϊκών μαζών στην «εξομάλυνση» του

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

177

καθεστώχος, και τέλος, δεν βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός εμφυλίου πολέμου εναντίον του επανααταστημένου προλεταριάτου.

Ο χαρακτήρας της διαδικασίας εκφαοισμού δείχνει ότι η οοοιαλ-δημοκρατία, ενώ χρησιμοποιήθηκε από το μεγάλο κεφάλαιο σε προη-γούμενες περιόδους, δεν είνοα ή δεν είνοα πλέον, το κατάλληλο για την πολιτική του μέσο, τη στιγμή που την ίδια εποχή η γερμανική και ιταλική οοσιαλδημοκρατία συνεισφέρουν στην προώθηοη της «συνερ-γασίας των τάξεων». Η χρησιμοποίηοή της α αυτές τις περιοτάαεις οφείλεται βασικά στις μορφές που προσέλαβαν οι αντιφάσεις μεγάλου και μεοαίου κεφαλαίου.17

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως η πολιτική της οοσιαλδημοκρα-τίας δεν έχει σοβαρές ευθύνες για την επικράτηση του φασισμού. Σο-βαρότατες μάλιστα αφού η επιρροή της στις μεγάλες μάζες ήταν ση-μαντική, πράγμα που, εκτός από τους προηγούμενους παράγοντες, ο-φείλεται στην αμυντική στάση του εργατικού κινήματος, συνοδευόμε-νη πάντοτε από άνοδο του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος. Η πολιτχ-κή συνθηκολόγησης της σοσιαλδημοκρατίας είνοα η τυπική πολιτική ε-νός κόμματος που προωθεί τη συνεργαοία των τάξεων παρόλο που δεν υπήρξε, για να είμαστε ακριβείς, άμεση συμποαγνία σοσιαλδημο-κρατίας και φααισμού.

δ) Τα κομμουνιστικά κόμματα και η πολιτική τους. Οι καμπές της Διεθνούς και η στρατηγική συμμαχιών

Η διαδικαοία εκφααισμού και η άνοδος τον φασιομού στην εξουοία αντιατοιχονν οε μια λανθασμένη στρατηγική τον Ιταλικού Κομμοννι-οτικού Κόμματος από τη μια, της Λιεθνούς και τον Γερμανικού Κομ-μοννιοτικού Κόμματος από την άλλη.

To σημείο στο οποίο θα επιμείνουμε τώρα αφορά την αντιφασιστι-κή πάλη. To κλειδί βρίσκεται στη στρατηγίκή των σνμμαχιών. Συνή-θως η γραμμή κοα η πρακτική του Ιταλικού κοα του Γερμανικού Κομ-μουνιατικού Κόμματος εξομοιώνονται: κοα ol δυο χαρακτηρίζονται ως υπεραριστερές. Είνοα αλήθεια βέβαια ότι ομοιότητες κοα κοινά σημεία υπάρχουν. Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι ol δύο περιπτώσεις δια-φέρουν, κοντά οτ' άλλα, οτο βαθμό που αντίστοιχα έχουμε διαφορε-τική πολιτική της Διεθνούς απέναντί τους. Συγκεκριμένα, η γραμμή

17. Βλ. πιο πάνω, σ. 103.

178

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν αντίθετη με την επίση-μη γραμμή της Διεθνούς (και πολεμήθηκε ανοιχτά από την Κ.Δ.) ενώ η γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας ήταν αυοτηρή ε-φαρμογή της. Άλλωοτε, ο «αριστεριομός» του ΙΚΚ σήμαινε τελείως άλλο πράγμα από τη γνωστή ως «υπεραριστερή» γραμμή της Διεθνούς στην περίπτωση του εθνικοαοσιαλισμοΰ.

Τέλος, υπάρχει συχνά η τάοη να μελετάται αφηρημένα η γραμμή των κομμάτων κοα να παραγνωρίζετοα το γεγονός ότι είναι συνδεδε-μένη με μια αντίληψη για τις φάσεις κοα τις καμπές της πάλης. Λαν-θασμένη γιατί η γραμμή στην προκειμένη περίπτωση είναι συνάρτηση λανθασμένων εκτιμήσεων που γίνονται για το χαρακτήρα της περιό-δου των φασισμών και των φάσεων στη διάρκεια των οποίων εφαρ-μόζετοα η στρατηγική συμμαχιών.

Ας πάρουμε πρώτα την ιταλική περίπτωση. Η Διεθνής, στο 3ο Συ-νέδριό της επισημαίνει μια περίοδο «οταθεροποίησης» της πάλης των τάξεων. Έτσι, ρίχνει το σύνθημα «προς τις μάζες», και έξι μήνες αρ-γότερα, το Δεκέμβριο του 1921, η Εκτελεοτική της Επιτροπή εφαρ-μόζοντας αυτό το σύνθημα υιοθετεί τις θέσεις για το Ενιαίο Μέτω-πο. Οι θέσεις αυτές επικυρώθηκαν από την 1η Ολομέλεια (Φεβρουά-ριος-Μάρτιος 1921)· αλλά με απόφαση του 4ου Συνεδρίου κάτω από τον τίτλο «Θέσεις για την ενότητα του προλεταριακού μετώπου» κα-ταχωρήθηκαν, με περιληπτική μορφή, στις αποφάοεις του 4ου Συνε-δρίου. Ας σημειώσουμε εξάλλου ότι η Διεθνής επεξεργάοτηκε τις θέ-οεις αυτές κάτω από την άμεση ευθύνη του Λένιν.

Όμως περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Η Διεθνής, επισημαίνοντας μια καμπή στην πάλη των τάξεων, τα σεκταριστικά λάθη της προη-γούμενης περιόδου κοα τη διατήρηση, παρά τη διάσπαση, του πολιτι-κού βάρους της σοσιαλδημοκρατίας, συγκεντρώνει τις προσπάθειές της στη συγκρότηση του «ενιαίου προλεταριακού μετώπου». Μέτωπο Ε-νιαίο «στη βάση» φυσικά, που προϋπέθετε την οργανωτική ανεξαρτη-σία και αυτονομία των κομμουνιοτικών κομμάτων κοα την ουσιαστι-κή ουμμετοχή των κομμουνιστών στις οργανώσεις βάσης της εργατι-κής τάξης. Προϋπέθετε επίσης μια ορισμένη πολιτική οε σχέση προς το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, πολιτική που προέκυπτε από μια ορι-αμένη εκτίμηση για το κόμμα αυτό. Πιο ουγκεκριμένα:18

«Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου σημαίνει τη συμμετοχή της κομμουνιοτικής πρωτοπορίας στις καθημερινές μάχες που δίνουν

18. Οι θέσεις μνημονεύονται σύμφωνα με το Die Taktik der Kommu-nistishe. Internationale gegen die Offensive des Kapitals (H τακτική της Λιε-θνονς ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίοϋ), Αμβούργο 1922.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

179

οι πλατιές εργατικές μάζες για τα ζωτικά συμφέροντά τους. [...]

Μέοα οτη δράση, οι κομμουνιστές είνοα έτοιμοι να συζητήοουν

με τους σοσιαλπροδότες ηγέτες. [...] Η ύπαρξη των ανεξάρτητων

κομμουνιστικών κομμάτων και η πλήρης ελευθερία δράσης απέ-

ναντι οτην αστική τάξη κοα την αντεπαναοτατική σοσιαλδημο-

κρατία είναι η σημαντικότερη ιστορική κατάκτηση του προλετα-

ριάτου και ol κομμουνιατές δεν πρέπει οε καμιά περίπτωοη να

την εγκαταλείψουν. Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου δεν οημαί-

νει διόλου "εκλογικά μαγειρέματα" στην κορυφή που θα επεδίω-

καν κοινοβουλευτικούς στόχους· σημαίνει ότι οι κομμουνιστές

προσφέροντοα στον κοινό αγώνα όλων των εργαζομένων που α-

νήκουν σ' άλλα κόμματα ή ομάδες. [...] Η πραγματική επιτυχία

του Ενιαίου Μετώπου προωθείτοα από τη βάση μέσα από την ί-

δια την εργατική μάζα. Αλλά στις συγκεκριμένες ουνθήκες οι

κομμουνιστές δεν μπορούν να παροατηθούν από μια πιθανή αυ-

νεννόηση με τις ηγεσίες των αντίπαλων εργαηκών κομμάτων (σο-

οιαλδημοκράτες ή μέλη της 2ιΔ Διεθνούς). Οι μάζες πρέπει να

πληροφορούντοα ανελλιπώς κοα ολοκληρωμένα για την πορεία

αυτών των διαπραγματεύσεων...»

Ενώ αυτές είναι οι θέαεις για το Ενιαίο Μέτωπο, όπως απορρέουν

από το λενινιατικό σύνθημα «προς τις μάζες», το 4ο Συνέδριο και η

αμέσως κατοπινή πολιτική της Διεθνούς όπως είδαμε, αλλάζουν κα-

τεύθυνση αφού υιοθετούν το σύνθημα περί εργατικών κυβερνήσεων

-Arbeiter-regierungen- δηλαδή κυβερνήσεων συμμαχίας κομμουνιστών-

σοσιαλδημοκρατών στη βάση καθορισμένων στόχων.

«Μια παρόμοια εργατική κυβέρνηση είναι εφικτή μόνον όταν βγαίνει από τους μαζικούς αγώνες και ατηρίζετοα οε εργατικά όργανα μάχης. [...] Στοιχειώδες καθήκον της εργατικής κυβέρνη-σης είναι να εξοπλίσει την εργατική τάξη, να αφοπλίσει τις α-ατικές και αντεπαναστατικές οργανώσεις. [...] Ακόμα και όταν μια εργατική κυβέρνηση βγαίνει από κοινοβουλευτικό συνασπι-ομό, έχει δηλαδή καθαρά κοινοβουλευτική προέλευση, μπορεί ν' αποτελέσει την ευκοαρία για μια άνοδο του επαναστατικού κινή-ματος. Εξυπακούεται πως η γέννηοη μιας αληθινής εργατικής κυ-βέρνηοης και η παραμονή της στην εξουσία, θα οδηγήσει με την επιδίωξη επαναστατικής πολιτικής οε μια εξαιρετικά σφοδρή πα-λη, και ενδεχομένως σε εμφύλιο πόλεμο με την αστική τάξη...»19 Ξέρουμε τι σημαίνουν όλα αυτά κι ο Δημητρώφ προσπάθησε να βά-

19. Βλ. τώρα τούτη την απόφαοη στο Les quatre premiers congres..., ό.π., F. Maspero, σ. 158.

180

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

λει τα πράγματα ατη θέση τους. Πρέπει πάντως να οταθούμε στις αρ-χικές θέσεις για το Ενιαί,ο Μέτωπο που σχετίζονται άλλωοτε άμεσα με την πολιτική του ΙΚΚ. Αλλά δεν θα επιμείνουμε στην περίοδο της Διεθνούς μεταξύ 4ου (1922-1923) και 6ου Συνεδρίου (1928) γιατί δεν ενδιαφέρει άμεσα τη διαδικααία εκφασισμού. Ας σημειώσουμε απλώς ότι επικρατεί μεγάλη σύγχυση σχετικά με το ζήτημα των συμμαχιών, πράγμα που οφείλεται άλλωοτε στους διαδοχικούς χαρακτηριομούς που έδωοε η Διεθνής στις φάσεις.

Στο 5ο Συνέδριο (1925) εγκοανιάζεται η «υπεραριστερή» καμπή, α-ποσιωπάτοα η «σταθεροποίηση» κι η θέση οχετικά με τις εργατικές κυβερνήσεις αλλάζει. Ol εργατικές κυβερνήσεις στο 4ο Συνέδριο θεω-ρήθηκαν ως μια «φάση» προς τη δικτατορία του προλεταριάτου που θα επιβάλει η επανάσταση' οτο 5ο Συνέδριο -το αυνέδριο της «μπολ-σεβικοποίησης»- ταυτίζονται με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Η Διεθνής εννοούσε ότι δεν θα ήταν εφικτό να υπάρχει μια χωριστή φά-ση εργατικών κυβερνήσεων πριν από την επανάσταση, πράγμα που καταντά στην έμπρακτη απόρριψη της τακτικής αυτής. Ol θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο παραμένουν επιφανειακά άθικτες αλλά διευκρινί-ζεται ότι το Ενιαίο Μέτωπο «δεν είναι τίποτε άλλο παρά επαναστα-τική μέθοδος ζύμωσης και κινητοποίησης των μαζών» και ότι ο «πρω-ταρχικός τους σκοπός είναι η πάλη εναντίον των ηγετών της αντεπα-ναστατικής σοσιαλδημοκρατίας». Αυτές ol σκέψεις συνοδεύουν την πρώτη εμφάνιοη της θεωρίας για τον αοσιαλφασισμό.

Η 5η Ολομέλεια (1925) παραδεχόμενη τη σταθεροποίηση επανα-λαμβάνει την πολιτική των επαφών οτην κορυφή, την ίδια στιγμή η Διεθνής διεξάγει έντονο αγώνα εναντίον των ηγετών της αριστερής τάσης των κομμουνιστικών κομμάτων που έχουν γίνει αποδεκτοί στο 5 ο Συνέδριο.

Μετά το 6ο Συνέδριο (1927), η Διεθνής μπαίνει στην αποφασιστι-κή καμπή.20 Κάτω από την επήρεια της θεωρίας του «καταστροφικού οικονομισμού» το τέλος της «σταθεροποίησης» θεωρείτοα ως φάση ε-πίθεσης. Την ίδια στιγμή αρχίζει στη Γερμανία η περίοδος άμυνας του εργατικού κινήματος. Προεικονίζετοα, λοιπόν, ανοιχτά η «επιθετική

20. Για να ακριβολογήσουμε, από χρονολογική άπσψη, δεν πρόκειται για μι,α καμπή που συμπίπτει ακριβώς με το 6ο Συνέδριο. Οι πρώτες εν-δείξεις της στροφής είναι ευδιάκριτες στην 8 η Ολομέλεια, 1927: για τους κομμουνιστές, η αριστερή τάοη της σοσιαλδημοκρατίας είνοα πιο επικίνδυ-νη από τη δεξιά. Οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου φέρνουν ακόμα τη σφρα-γίδα ενός σχετικού και πολύ αμφίβολου αυμβιβααμού ανάμεσα στις θέσεις του Στάλιν κοα του Μπουχάριν. Η οτροφή θα ολοκληρωθεί αυγκεκριμένα μόνο με την 10η Ολομέλεια του 1929.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

181

οτρατηγική»: προωθείται η θέση του σοσιαλφασιομοΰ και, ως προς τη στρατηγική των αυμμαχιών, υιοθετούνται τα ουνθήματα «τάξη ενα-ντίον τάξης» και «ενιαίο μέτωπο στη βάση».

Όμως, και το 3ο Συνέδριο επίσης μιλούοε για ενιαίο μέτωπο οτη δάση. Η διαφορά σννεπώς έγκειται στη σνγκεκριμένη πολιτική της Διεθνούς και τον Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας απέναντι οτη σοσιαλδημοκρατία και τις μάζες που ακολουθούν τις οοοιαλδημοκρα-τικές οργανώσεις:

«Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να υπάρχει ενότητα με τους σο-

οιαλφασίοτες».21 «Οι σοσιαλφασίοτες γνωρίζουν ότι για μας κα-

μιά συνεργασία δεν είναι δυνατή. [...] Κανένας κομμουνιστής δεν

ουμμερίζετοα την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να χτυπηθεί ο

φαοισμός με τη βοήθεια του σοσιαλφασισμού».22

Η γραμμή αυτή αναφέρετοα μόνο στην ηγεοία του σοσιαλιστικού

κόμματος: «Διώξτε τους αοσιαλφασίστες από τις θέαεις τους οτις επι-

χειρήσεις κοα τα αυνδικάτα». «Διώξτε τα σοαιαλφασιστάκια από τις

επιχειρήοεις, τα γραφεία ευρέσεως εργασίας, τις σχολές μαθητευόμε-

νων τεχνικών». «Χτυπήστε τους σοσιαλφασίστες ατις σχολές και τους

χώρους αναψυχής».23

Η «αριστερή» πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας θεωρείται ο πιο ε-πικίνδυνος εχθρός:

«Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος [...] επιβάλλει οτη Διε-θνή κοα τα τμήματά της μια αποφαοιστική σκλήρυνση της πάλης εναντίον της οοσιαλδημοκρατίας και ιδιαίτερα εναντίον της αρι-οτερής πτέρυγάς της, γιατί αποτελεί τον πιο επικίνδυνο εχθρό του κομμουνισμού και το πρωταρχικό εμπόδιο στην ανάπτυξη της μαχητικής δραστηριότητας της εργατικής τάξης... ».24 Όσο για τις αοσιαλδημοκρατικές μάζες αποκαλυπτική είναι η έκφρα-ση του Τέλμαν: «... αυτά τα εκατομμύρια των εργατών (του PSA και του ADGB) όσο δεν αποδεσμεύοντοα από την επιρροή των οοσιαλφαοιοτών είναι χαμένα για τον αντιφααιατικό αγώνα».25

21. Η. Remmele, στο Die Internationale, Μάρτιος 1930.

22. Rote Fahne, Μάρτιος 1931.

23. Άλλωστε, όταν η Rote Fahne της 8ης Ιουνίου 1932, ακολουθώντας την πολιτική του «αντιφασιστικού μετώπου», εφαρμόζει αυτόν τον χαρα-κτηρισμό μόνο ατους «ηγετικούς κύκλους» του Σοσιαλιοτικού Κόμματος Γερμανίας, κατηγορείται από την Die Internationale (τ. XV, ο. 274) για «οπορτουνισηκή απόκλιση».

24. Απόφαση της 10ης Ολομέλειας (1929) οτο Protokoll, Iff Plenum der E.K. der K.I., a. 897.

25. Στο Die Internationale, Ιούνιος 1932.

182

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Εννοείτοα ότι η στρατηγική αυτή συνοδεύετοα από την άποψη ότι πρωταρχικός εχθρός δεν είνοα ο φασισμός αλλά η σοσιαλδημοκρατία: η ήττα της εύναι η προϋπόθεση, και με τη χρονολογική ακόμα έννοια, της νίκης εναντίον του φαοισμού:

«Επειδή οι εθνικοσοσιαλιοτές κατάφεραν να κερδίσσυν μια σημα-

ντική εκλογική επιτυχία ορισμένοι ούντροφοι υποτιμούν τη σπου-

δαιότητα της πάλης μας εναντίον του οοσιαλφασιομού. [...] Η ά-

ποψη αυτή αναμφίβολα εκφράζει μιαν απόκλιση από την πολιτι-

κή γραμμή μας η οποία ορίζει ότι πρέπει να στρέψουμε τα πυ-

ρά μας κυρίως εναντίον του PSA. [...] Όλες οι δυνάμεις του κόμ-

ματος πρέπει να ριχτούν στον αγώνα εναντίον της αοαιαλδημο-

κρατίας»?6 «Αλλά το πιο σημαντικό πρόβλημα για την πάλη μας

ενάντια οτον εθνικοσοαιαλιαμό [...], είναι το πρόβλημα μιας σω-

στής επαναστατικής στρατηγικής που, σύμφωνα με τις αποφάσεις

της 9ης Ολομέλειας, κατευθύνει κυρίως τα πυρά της εναντίον της

σοσιαλδημοκρατίας, [...] προϋπόθεση για τη νίκη κατά του χιτλε-

ρικού φασισμοΰ».27

Και τέλος, το Σεπτέμβριο του 1932, όταν ο φασιστικός κίνδυνος

πλησιάζει πλέον ολοφάνερα, στο κλείσιμο της 12ης Ολομέλειας, ο Τέλ-

μαν λέει: «Στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης του φασισμού κάθε εξα-

σθένηση της πάλης μας εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας γίνεται [...]

βαρύτατο σφάλμα».

Ο προοανατολισμός αυτός οδήγησε σε ολέθρια αποτελέσματα. Αλλά πρέπει από τώρα να τονίοουμε πως θα ήταν εντελώς λάθος να θεωρήσουμε ότι κάτω από τούτη τη ριζοσπαστική φρασεολογία, το Κομμουνιατικό Κόμμα Γερμανίας διεξήγαγε έναν αδιάλλακτο, αν και «σεκταριστικό» αγώνα εναντίον του φασισμού και υπέρ της επανά-στασης. Όχι πως δεν κήρυξε αμείλικτο πόλεμο εναντίον της σοσιαλ-δημοκρατίας: για να κυριολεκτήαουμε, δεν έκανε παρά μόνον αυτό.

Πράγματι, την περίοδο αυτή συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό στη Διεθνή. To αποκαλύπτει η γερμανική περίπτωοη που αποτελεί για τη Διεθνή το «δοκιμαστήριο» της στρατηγικής της. Τα χαρακτηρισακά

26. Στο Die Internationale, Ιούλιος 1931.

27. Hirsch, στο Die Internationale, Ιανουάριος 1932. Ας σημειωθεί τέ-λος, ότι μόνον οτην 11η Ολομέλεια του 1931 υψώνονται ορισμένες φωνές εναντίον των «υπερβολών» της άποψης περί «σοσιαλδημοκρατίας κυρίου εχθρού». Στην ίδια Ολομέλεια γίνονται και κάποιες νύξεις γεμάτες σκεπτι-κιομό σχετικά με το επικείμενο της Επανάστασης. Ο ίδιος ο Μανουήλσκυ παραδέχετοα ότι ο φασισμός «είναι μια από τις μορφές επίθεσης του κε-φαλαίου» και ότι «ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης παραμένει η αστι-κή τάξη». Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμιά συνέχεια.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

183

της καμπής «αριστερά-δεξιά» αρχίζουν πλέον να μπερδεύονται. Ορι-σμένα οημάδια που θα κυριαρχήσουν με σαφή τρόπο στο 7ο συνέδριο του Δημητρώφ εμφανίζονται ήδη οτην περίοδο 1928-1935. Μ' άλλα λόγια, τα πάντα γίνονται λες κοα η οχέση 6ου Συνεδρίου κοα Συνε-δρίου του Δημητρώφ (1935), δεν μοιάζει με την κλασική σχέση ενός απλού «εκκρεμούς» (αριστερός καιροοκοπισμός-δεξιός καιροοκοπι-ομός), που εκφράζει τις δνο συμμετρικά αντίθετες όψεις της ίδιας γε-νικής λανθασμένης γραμμής. To σχήμα τούτο ισχύει ώς ένα βαθμό και σ' ένα πρώτο επίπεδο, για την περίοδο της Διεθνούς πριν από το 6ο Συνέδριο.

Μετά το 1928, το σχήμα δεν είναι εφαρμόσιμο. Η ίδια γενική γραμμή, παρά τα φαινόμενα, επιβεβαιώνεται όλο κοα περισσότερο, μέ-σα στην ομοιότητα των σνγκεκριμένων επιπτώσεών της, που θα ακ-μάσουν με τον Δημητρώφ κοα μετά απ' αυτόν. Είνοα όμως ορατές α-πό την φερώνυμη «υπεραριστερή» περίοδο. Την ίδια περίοδο ο ριζο-σπαστικός βερμπαλισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας συναγωνίζεται τη θριαμβευτική του πίστη στον εκλογικο-κοινοβουλευ-τικό αγώνα και τον δηλωμένο σοσιαλσοβινισμό του (εκτός βέβαια α-πό την αφοσίωοη στην «άμυνα της ΕΣΣΔ»). Δείγμα σπουδαίο και χτυ-πητό: ο «υπεραριστερισμός» του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας είναι εντελώς διαφορετικός από τον αριστερισμό του ιταλικού κόμμα-τος στη διάρκεια του εκφασισμού- διαφέρει ακόμη και από το δικό τους «αριστεριομό» της περιόδου 1920-1922.

Όλα αυτά έχουν τέτοια έκταοη ώστε γι,α την περιοδολόγηση της Διεθνούς μετά το 1928, δεν μπορούμε να πάρουμε σαν σημεία ανα-φοράς παλιότερες ενδείξεις. Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το 7ο Συνέδριο (1935), του οποίου τις πρώτες ενδείξεις μπορούμε να εντοπίσουμε στα 1934, δεν αποτελεί μια οημανηκή σηγμή για τη Διεθνή. Πιο συγκε-κριμένα: το 1935 δεν είναι μια «καμπή» της ίδιας κατηγορίας με τις πριν από το 1928. Σε σχέση με το 1928, το 1935 δεν είναι η απόλυ-τα «αντίστροφη όψη», δηλαδή, η πραγματικά άλλη όψη τον ίδιου νο-μίσματος. Αλλά και πάλι δεν μπορούμε να εννοήσουμε το 1935 ως α-πλή συνέχεια του 1928, μια συνέχεια που περιορίζετοα απλώς στο να τονίσει τα χαρακτηριστικά του ίδιου προσώπου και να εκφράσει, μέ-σα από μια συνεχή προχωρητική πορεία τις συγκεκριμένες εκφάνσεις της γενικής γραμμής της Διεθνούς. Αν αυτή είναι η έννοια της συνέ-χειας, τότε παραγνωρίζουμε το νόημα του 1935 και μάλιστα σημαντι-κά.28 Καταρχήν, σχετικά με το ζήτημα των συμμαχιών το 7ο Συνέδριο

28. Θα προσπαθήοω να αποσαφηνίσω τις παραπάνω σκέψεις οτο πα-ράρτημα του κεφαλαίου αυτού που πραγματεΰεται την κατάσταοη οτην ΕΣΣΔ

184

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

περιλαμβάνει δυο αποφάσεις: το προλεταριακό ενιαίο μέτωπο κοα το

ανηφαοιοτικό λαϊκό μέτωπο.

Η πρώτη διορθώνει τα λάθη της προηγούμενης περιόδου και μοιά-

ζει να επανέρχετοα ουσιαστικά στις θέσεις για το ενιαίο μέτωπο του

1921-1922:29

«Οι κομμουνιστές προφανώς δεν μπορούν και δεν πρέπει, να εγ-καταλείψουν έστω κοα για ένα λεπτό, την ανεξάρτητη δουλειά κομμουνιστικής διαποαδαγώγησης και μαζικής κινητοποίηαης. Για να προετοιμάζουν στους εργάτες το δρόμο της οίγουρης ενότη-τας στη δράση, οι κομμουνιστές πρέπει να πραγματοποιήσουν βραχυπρόθεσμες καθώς κοα μακροπρόθεσμες συμφωνίες στη δρά-ση και να τις προωθήσουν από κοινού με τα σοσιαλδημοκρατι-κά κόμματα, τα ρεφορμιατικά συνδικάτα και τις άλλες οργανώ-σεις των εργαζομένων εναντίον των εχθρών της τάξης του προ-λεταριάτου. [...] Στον αγώνα για την εδραίωση του Ενιαίου Με-τώπου ανακύπτει ένα ακόμη πρόβλημα πολύ σημαντικό: το πρό-

αυτήν την περίοδο. Ωστόσο, πρέπει να αημειώσουμε από τώρα ότι ο Τρό-τσκυ αναφερόμενος στην κατάσταση στην ΕΣΣΔ αντιλαμβάνεται τη σχέση μεταξύ 1928 και 1935 με δυο τρόπους φοανομενικά αντιφατικούς που, εν πάση περιπτώσει, δεν μου φαίνονται ορθοί: α) προσπαθεί να ερμηνεύσει αυ-τή τη οχέση σύμφωνα με το σχήμα του εκκρεμούς «αριατερός-δεξιός και-ροσκοπισμός» (τα «γραφειοκρατικά ζιγκ-ζάγκ), β) παράλληλα δελεάζεται α-πό την ερμηνεία ότι τίποτα το ουαιαστικό δεν συμβαίνει μετά το 1928.

29. Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι ύοτερα από τις εξοαρετικά σφοδρές αντι-δράσεις που προκαλεί στους κόλπους των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων η νίκη του Χίτλερ και η στρατηγική του Κομμουνιστικού Κόμ-ματος Γερμανίας, η Εκτελεστική Επιτροπή της Διεθνούς οε μια απόφαοτ] της 5ης Μαρτίου 1933 (που απαντά άλλωστε κοα σε μια έκκληση της σο-σιαλιστικής Διεθνούς της 19ης Φεβρουαρίου για κοινό αγώνα εναντίον του φασισμού) κάνει το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Δημητρώφ οχε-τικά με το ενιαίο προλεταριακό μέτωπο. Η Εκτελεστική Επιτροπή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών ορισμένων χωρών, συνιστά τις συνεννοήσεις και επαφές σε σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες ώστε να επιτευχθεί κοινή δράση ε-ναντίον του φασιομού. Στο διάστημα αυτής της δράσης «η Εκτελεοτική Επιτροπή νομίζει ότι πρέπει να συοτήσει οτα κομμουνιοτικά κόμματα να οταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων» (κείμενο αναφερόμενο από τον J. Degras, The Communist International 1919-1943: Documents, τ. Ill, σελ. 253). Αλλά στην πραγματικότητα, η 13η Ολομέλεια του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1933 επαναλαμδάνει ολοκληρωτικά την ίδια τακτική. Τα πρώτα ουσιαστικά σημάδια της στροφής του 1935 γί-νοντοα αισθητά μόνον το 1934 (βλ. επίοης D. Desanti, L'Internationale com-muniste, ό.π., a. 205).

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

185

βλημα του ενιαίου μετώπου στις χώρες όπου στην εξουσία βρί-σκονται σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις συνασπισμού με συμμε-τοχή σοσιαλιστών. [...] Είνοα γνωσή η απόλυτα αρνητική στάση μας απέναντι στις σοοιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, κυβερνήσεις συμβιβασμού με την αοτική τάξη. Ωοτόσο, δεν θεωρούμε την πα-ρουσία μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης ή ενός συνασπισμού [...] ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη συγκρότηοη του Ενιαίου Με-τώπου με τους σοοιαλδημοκράτες, πάνω σε καθορισμένα ζητήμα-τα. Εκτιμούμε ότι και σ' αυτήν επίσης την περίπτωση το ενιοάο μέτωπο είναι εντελώς εφικτό και απαραίτητο... »30 Άλλωστε, αυτή η πολιτική απέναντι στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κοα οργανώσεις δεν αρκεί:

«Τούτο το σύμφωνο είναι βοηθητικό μέσο για την πραγματοποίη-

ση της κοινής δράσης, αλλά, καθαυτό, δεν αποτελεί ακόμη το

Ενιαίο Μέτωπο. [...] Οι κομμουνιοτές και όλοι οι επαναστάτες

εργάτες πρέπει να εργαστούν για τη δημιουργία εξωκομματικών

ταξικών οργανισμών του Ενιαίου Μετώπου στις επιχειρήσεις,

στους ανέργους, στις εργατικές ουνοικίες, οτους απλούς ανθρώ-

πους των πόλεων κοα στα χωριά. ..»31

Αυτά σχετικά με το ενιαίο προλεταριακό μέτωπο. Αλλά ας έρθου-

με στο αντιφασισηκό λαϊκό μέτωπο που άμεσα συνδέετοα με την α-

ναγνώριση του φασιστικού κινδύνου, αφού ο Δημητρώφ παραδέχετοα

οιωπηρά ότι η διαδικασία εκφασισμού αντιστοιχεί οε μια φάση άμυ-

νας του εργατικού κινήματος. Παραθέτω ολόκληρο το σχετικό ουσια-

ατικό χωρίο:

«Στο έργο κινητοποίησης των εργαζομένων οτην αντιφασιστική πάλη ουσιαοτικό ρόλο θα παίξει η οικοδόμηση του πλατιού αντι-φασιστικού μετώπου πάνω στη βάση του ενιαίου προλεταριακού μετώπου. Η επιτυχία της πάλης του προλεταριάτου εξαρτάτοα πολύ από την εδραίωση μιας μαχητικής συμμαχίας με την εργα-ζόμενη αγροτιά κοα την κύρια μάζα των μικροαστών των πόλεων. [...] Στη δημιουργία του Λαϊκού Αντιφασιστικού Μετώπου έχει μεγάλη σημασία να αντιμετωπίσουμε με σωστό τρόπο τις οργα-νώσεις και τα κόμματα στα οποία συμμετέχουν, οε σημαντικό πο-σοστό, οι μάζες αυτές. Στις καπιταλιστικές χώρες, η πλειονότη-τα αυτών των κομμάτων και οργανώοεων, τόσο πολιτικών όσο κοα οικονομικών, βρίσκονται ακόμα κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης και συνεχίζουν να την ακολουθούν. Η σύνθεση αυ-

30. G. Dimitrov, Cbuvres choisies, σ. 64, 80.

31. G. Dimitrov, ό.π., o. 65.

186

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

τών των κομμάτων και οργανώσεων δεν είναι ομοιογενής. Συνυ-

πάρχουν πλοϋσιοι γαιοκτήμονες κοα ακτήμονες χωριάτες, μεγαλο-

αοτοί κοα μικροκαταστηματάρχες, αλλά η ηγεσία ανήκει στους

πρώτους, τους πράκτορες του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό μας υ-

ποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε με διαφοροποιημένο κάθε φορά

τρόπο αυτές τις οργανώσεις, έχοντας πάντα υπόψη μας ότι πο-

λύ συχνά οι μάζες δεν γνωρίξουν την πραγματική πολιτική φυ-

σιογνωμία των ηγεοιών τους. Σε συγκεκριμένες περιατάοεις, μπο-

ρούμε και πρέπει να στρέψουμε τις προσπάθειές μας ώστε να έλ-

ξουμε, παρά την αστική τους ηγεσία, αυτά τα κόμματα και ορ-

γανώοεις, ή ορισμένες μερίδες τους προς το μέρος τον λαϊκού α-

ντιφασιστικού μετώπου. Τέτοια είνοα π.χ. στη σημερινή Γαλλία η

περίπτωση του Ριζοσπαστικού Κόμματος... »32

Τέλος, το 7ο Συνέδριο συνιστά τη συμμετοχή των κομμουνιστών

-με ορισμένους όρους- σε κυβερνήσεις που αγωνίζοντοα εναντίον του

φασισμού. Οι θέσεις αυτές αποτελούν μια σημαντική φάση για τη Διε-

θνή. Παρά ταύτα οφείλουμε να διαχωρίζουμε την τότε πρακτική ε-

φαρμογή της γραμμής Δημητρώφ από τη μετέπειτα εξέλιξή της. Στις

θέσεις αυτές, τα σημαντικά σημεία είνοα τα ακόλουθα:

α) Ο οριαμός που δίνει ο Δημητρώφ στη φύοη της ταξικής βάαης του φασισμού, την οποία περιορίζει εξαιρετικά, πράγμα που άνοιξε το δρόμο στις πιο πλατιές αντιφασισακές συμμαχίες με τη φιλελεύθερη αστική τάξη.33

β) Μολονότι λέγετοα πως το «λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο» πρέ-πει να στηριχτεί στα «θεμέλια» του ενιαίου εργατικού μετώπου, ο Δη-μητρώφ αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία στο πρώτο. Έτσι, κατά

32. Ibid, οο. 66-67.

33. Αν εμβαθύνουμε εδώ λίγο περισσότερο μπορούμε εύκολα να επαλη-θεύσουμε αυτό που ειπώθηκε προηγούμενα για τη σχέση μεταξύ 1928 και 1935. Πρώτα απ' όλα, η θεωρητική κλιμάκωση του προοδευτικού περιορι-σμού της ταξικής βάσης του φασισμού που άρχισε πολϋ προ του 1928, δεν διακόπηκε από το «υπεραριοτερίστικο» 6ο Συνέδριο. Για to 6ο Συνέδριο μόνο το «μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο αποτελεί την ταξική βάση του φα-σισμού Στη συνέχεια, κι αυτό κυρίως ενδιαφέρει για τη σχέση μεταξύ 1928 και 1935, ο ορισμός του Δημητρώφ (ουσιαστικό στοιχείο της «καμπής» Δη-μητρώφ), που περιορίζει περισσότερο την κοινωνική βάση του φασισμού οτα «πιο αντιδραοτικά, πιο σοβινιστικά, πιο ιμπεριαλιστικά» στοι,χεία του μεγάλου κεφαλαίου, εμφανίζεται ήδη αυτονσια ατις αποφάαεις της 13ης Ολομέλειας της Διεθνούς, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1933, δηλαδή στο κέντρο της γνωστής «υπεραριστερίστικης» περιόδου. (Βλ. την Απόφαση της 13ης Ολομέλειας οτο Der Faschismus in Deutschland, ό.π., σ. 227).

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

187

χον Δημητρώφ το λαϊκό μέτωπο μοιάζει να καθορίζει τα δεδομένα του ενιαίου εργατικού μέτωπου.

γ) Ο Δημητρώφ δίνει μικρή σημασία στην καθαυτό δουλειά των κομμουνιστών μέσα στις μάζες της αγροτιάς και των μικροαστών: οι κομμουνιστές θα έπρεπε να κατευθύνουν τις προσπάθειές τους κυριώς προς τις σοσιαλδημοκρατικές εργατικές μάζες, δηλαδή οι κομμουνιστές θα έπρεπε να προσεγγίσουν την αγροτιά και τους μικροαστούς 6αοι-κά μέοω των αντίστοιχων («αγροτικών» και «μικροαοτικών») κομμά-των. Κι αν δεν υπήρχαν τέτοια κόμματα, θα έπρεπε, βέβαια να εφευ-ρεθούν.

δ) Η επίσημη και υπερτονισμένη έμφαση που υπάρχει στην «εθνι-κή» πλευρά της κομμουνιστικής πολιτικής.

Είναι ανώφελο να προχωρήαουμε περισσότερο εδώ. Αλλά ξέρουμε ότι αναθεωρημένες κοα διορθωμένες αυτές οι θέσεις κυριαρχούν ακό-μη σήμερα στην πολιτική των εκλογικών μετωπικών συναοπισμών των επιμέρους Κομμουνιστικών Κομμάτων. Οπωσδήποτε θα χρειαστεί ακό-μη αρκετός δρόμος για να φτάσουμε εκεί: θα ήταν λάθος να θεωρη-θεί ότι ο Δημητρώφ είνοα σήμερα εντελώς επίκοαρος. Αλλά ο δρόμος ήταν ήδη ανοιχτός.

ε) Οι φασιστικές οργανώσεις, ο φασισμός και η εργατική τάξη. Πραγ-ματική κατάοταση της εργατικής τάξης επί φασιομού

To τελευταίο ζήτημα αφορά τις πραγματικές σχέσεις του φασιομού με την εργατική τάξη. Από αυτήν την άποψη, ο ρόλος του φασιστι,κού κόμματος κοα του φασιαμού είναι διπλός: οργανωμένη φυσική κατα-πίεση από τη μια, ιδεολογική λειτουργία από την άλλη· η σύνθετη πο-λιτική του φαοισμού προς την εργατική τάξη εξασφαλίζει τη σύνδεση των δύο ρόλων.

Και η φυσική μεν καταπίεση είναι αρκετά γνωστή ώστε δεν υπάρ-χουν σπουδαία πράγματα να ειπωθούν, εκτός, ίσως, από τα ακόλου-θα. Στην περίπτωοη των «ελεύθερων αποσπασμάτων» και των «λευ-κοφρουρών», η καταπίεση εμφανίζετοα κατά κάποιον τρόπο ωμά. Αντίθετα σ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκφασιαμού, όταν δηλα-δή ο φασισμός οργανώνεται οε πολιτικό κίνημα μαζών, την καταπίε-ση διέπει κυρίως η ιδεολογική λειτουργία του φασιαμού. Η λειτουργία αυτή άλλωστε δεν οταματά ποτέ ούτε μετά την άνοδο του φαοισμού στην εξουσία.

Η ιδεολογική λειτουργία, που έχει τους ίδιους στόχους με την κα-ταπίεση, ασκείται μέσω του μικροαστικού «αντικαπιταλιομού» της φασιατικής ώεολογίας. Γίνετοα, όμως, αποτελεσματική μόνον όταν οι-

188

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

κειοποιείτοα ορισμένα θέματα αυθεντικά «προλεταριακά», πράγμα που κάνει ουσιαστικά η αριστερίζουσα πτέρυγα του φασιαμού. Η φιλεργα-τική πλευρά της φασιατικής ιδεολογίας (που πρόαεξε άλλωστε και η Διεθνής) είναι ολοφάνερη. Επιβιώνει κι όταν ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, αλλά παρακμάζει κατά την περίοδο της σταθεροποίη-σής του. Τότε προωθείτοα η αμιγής «μικροαστική» πλευρά, με τη μορ-φή της ουντεχνιακής ιδεολογίας.

Κι εδώ τα πράγματα είνοα mo περίπλοκα απ' ό,τι φαίνοντοα. Η συντεχνιακή ιδεολογία του κατεοτημένου φασισμού παρουσιάζει πολ-λές πλευρές:

α) μια πλευρά, προωθούμενη από τον φασισμό στην ύπαιθρο, που συντίθετοα από αυθεντικά κατάλοιπα της φεονδαρχικής ιδεολογίας, α-πό τη μυστικοποιημένη προβολή κάποιας «κοινότητας» προσωπικών δεομών. Η λειτουργία της πλευράς αυτής συνίστατοα στην απόκρυψη της εκμετάλλευσης κοα της ταξικής καταπίεσης.

β) μια δεύτερη πλευρά, οφειλόμενη στις αυταπάτες που αναθερμαί-νουν οι συνθήκες ζωής των μικροπαραγωγών της βιοτεχνικής περιό-δου κοα τις οποίες ανέλυσαν οι Μαρξ-Ένγκελς: αυταπάτες κοινοβια-κής ζωής (phalanstenennes)* που επιβίωναν από την εποχή των guildes* και του compagnonnage*. Πρόκειται για τυπικές μορφές έκ-φρασης της μικροαστικής ιδεολογίας: νοσταλγία ενός μυθικού παρελ-θόντος εμπρός στο φάσμα της προλεταριοποίησης. Ο φασισμός καλ-λιέργησε την πλευρά αυτή της συντεχνίας μέοα στη μικροαστική τά-ξη αλλά και την εργατική.

γ) ρεφορμισμός της σννεργασίας των τάξεων, δηλαδή την αντίλη-ψη μιας ελεγχόμενης συνεννόησης εκπροσώπων «ισότιμων αυνεταί-ρων» μέσα στους θεομούς ενός «κράτους-διαιτητή»· η πλευρά αυτή α-πουσιάζει εντελώς από τη ουντεχνιακή φασιστική ιδεολογία.

δ) αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: σε συγκεκριμένες περιστάσεις, η συντεχνιακή ιδεολογία μπορεί να εκφράσει αυθεντικές «προλεταριακές προσδοκίες» αν και διαστρεβλωμένα. Η ψευδαίσθηση ότι το εργοστά-σιο αποτελεί μια οικονομική κυψέλη, ερμητική για τον κόσμο της πο-λιτικής εξουσίας, εκφράζει την επιθυμία να κατακτηθεί η εξουσία και να καταργηθούν αυταρχικότητα, ιδιοκτηοία και ηγεσία. Η συντεχνια-

* Phalansterienne-Phalanstere: κοινόβιο εργαζομένων σύμφωνα με το σύ-στημα του Φουριέ- τελικά ο τόπος εγκατάστασης κοα εργασίας της κοινό-τητας- λέγεται και φάλαγγα...

* guilde: είδος αλληλοβοηθητικού σωματείου εμπόρων του Μεσαίωνα.

* Compagnonnage: Μεσαιωνικές συντεχνίες τεχνιτών. Στον 19ο οαώνα οι πρώτες εργατικές ενώαεις. (Σ.τ.Μ.)

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

189

κή θεώρηοη νοείχοα εδώ ως απεμπόληση χης εξουσίας και της αυταρ-χικότητας χάρη στον εργατικό έλεγχο μέοα σας οργανώσεις όπου η εργατική μάζα μπορεί να επιβάλει την θέλησή της στην εργοόοσία. Η άποψη συνδέεται έτσι άμεσα με την παράδοση του επαναστατικού συνδικαλισμού. Αίφνης, οτον Προυντόν, εγγυητή των «σωματειακών» σχεδίων του Ναπολέοντα του 3ου, θα βρούμε ένα ονομαοτό προηγού-μενο. Όμως, αυτή η ιδιαίτερη πλευρά της συντεχνιακής ιδεολογίας εί-ναι συνεχώς ενεργή στην αριστερίζουσα πτέρυγα του φασισμού, παρό-λο που οι φασίστες κοα οι εθνικοσοσιαλιστές χρησιμοποιούν με ιδιαί-τερη επιφυλακτικότητα το δίκοπο μαχαίρι του φιλεργατισμού.

Ο ιδεολογικός ρόλος του φασισμού τον οδηγεί σε μια ιδιαίτερη πο-λιτική απέναντι στην εργατική τάξη. Στη διάρκεια της διαδικασίας εκ-φασισμού οι φαοιατικές οργανώσεις δεν εμφανίζοντοα απλά κοα μόνο ως απεργοσπαατικές ή «κίτρινες συμμορίες καταπίεσης». Ο φαοιαμός, ενώ από τη μια επιδίδετοα σε συστηματικές επιθέσεις εναντίον των οργανώσεων της εργατικής τάξης (κυρίως των πολιτικών οργανώ-σεων), ενώ σπάει τις απεργίες χαρακτηρίζοντάς τες πολιτικές, από την άλλη συμμετέχει συχνά ατους αγώνες της εργατικής τάξης. Υποστηρί-ζει, κοα μάλιστα οργανώνει, οκληρές διεκδικητικές απεργίες.

Καμιά αμφιβολία ότι δεν πρόκειτοα μόνο για μια τακτική που α-πορρέει από τον ιδεολογικό ρόλο του φασισμού, γιατί η τακτική αυ-τή, ώς ένα βαθμό, απορρέει κοα από το λαϊκό έρεισμα που έχει εξα-σφαλίσει ο φασισμός. Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο φασιομός κέρδισε πο-τέ μια πραγματική βάση στη μάζα της εργατικής τάξης. Αλλά κατά-φερε να εισχωρήσει σ' αυτήν, πράγμα, άλλωστε, που πάντοτε αναγνώ-ριζε η Διεθνής.

Τέλος, όταν ο φασισμός βρίσκετοα στην εξουσία, παράλληλα με την οργανωμένη φυσική καταπίεση, αδρανοποιεί to σύνολο της εργατικής τάξης χάρη στην αναδιοργάνωση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους που θα αναλυθούν πιο κάτω, όταν θα ασχοληθούμε με το φασιοτικό κράτος. To επιζητούμενο και κεκτημένο αποτέλεσμα παρα-μένει πάντα η αέναη αύξηση της εκμετάλλευσης, της εργατικής τάξης με διάφορες μορφές.

Αλλά πρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο, γιατί για να ερμηνευ-τεί η αδρανοποίηση της εργατικής τάξης δεν αρκούν μόνον οι ιδεο-λογικοί παράγοντες. Πρώτα απ' όλα, δεν πρέπει, να ξεχνάμε ότι ο φα-σισμός πέτυχε να απορροφηθεί η ανεργία, στοιχείο που αναμφιοβήτη-τα έποαξε ρόλο σε τούτη την ακινητοποίηση. Ύστερα, από την άπο-ψη της οικονομικής εκμετάλλευοης, η εργατική τάξη ήταν ένα από τα θύματα του φασισμού αλλά όχι το κνριότερο. Η φτωχή αγροτιά της υπαίθρου, οι μικροαστοί, τα μη παραγωγικά στρώματα μισθωτών -υ-παλλήλων κ.λπ- υπέφεραν περισσότερο στη νέα κατάσταση πραγμά-

190

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

χων. Παράλληλα, η αύξηση της εκμετάλλευαης της εργατικής τάξης ή-ταν κυρίως αχεηκή. Σε σύγκριαη με την αύξηση των κερδών δεν ή-ταν απόλυτη. Τέλος, η εκμεχάλλευση της εργατικής τάξης αναπτύσοε-ται προοδευτικά (όχι, βέβαια, χωρίς σημαντικές αναστολές μερίδας του μεγάλου κεφαλαίου) αύμφωνα μ' ένα υπολογισμένο σχέδιο που α-πό τη μια διχάζει την εργατική τάξη κι από την άλλη προωθείται στο εσωτερικό της. Η κατάσταση είναι φανερή οτην πρώτη περίοδο του φααισμού στην εξουσία, όταν επιβάλλονται κατά κάποιον τρόπο στο μεγάλο κεφάλαιο οικονομικοί συμβιβασμοί, και καταστρέφονται οι ορ-γανώσεις της εργατικής τάξης. Η ίδια πολιτική ακολουθείται κυρίως με τη συστηματική δημιουργία κατηγοριών «προνομιούχων» εργατών, σε σύγκριση με τη μάζα της εργατικής τάξης.

2. Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Η διαδικαοία ήττας, η άμυνα και η πολιτικοϊδεολογική κρίση

Στη Γερμανία, η διαδικασία περνάει από φάσεις και καμπές που εδώ απλώς θα μνημονευθούν.1

- 1918-1919. Ήττα της γερμανικής επανάοτασης και των σπαρτακι-στών αγωνιστών. Δεδομένου ότι η αναμέτρηαη δεν πήρε τη μορφή γε-νικού εμφυλίου πολέμου, οι επαναστατικές δυνάμεις δεν καταατράφη-καν ολοσχερώς και η εργατική τάξη δεν κατέρρευοε. Μοναδική εξοάρε-οη η Βαβαρία, όπου μετά την επίσημη εγκαθίδρυοη και ήττα της μο-ναδικής Σοβιετικής Δημοκρατίας (Μόαος 1919), οι εκτελέσεις λογαριά-ζονται σε εκατοντάδες κοα η αντεπανάσταση εγκαθίσταται οριστικά.

- Μάρτιος 1920. Πραξικόπημα του Καππ, αποτρέπεται με γενική απεργία της εργατικής τάξης κοα των λαϊκών δυνάμεων. Η κινητο ποίηση οργανώνεται από Κοινή Επιτροπή των ανεξάρτητων σοσιαλι-στών κοα της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς με τους οποίους συνενώ-θηκε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας {Spartakusbund)? Αλλά,

1. Για την περίοδο 1920-1923 στη Γερμανία, βλ. επίσης D. Desanti, L'Internationale communiste, ό.π.

2. Άλλωστε, η οτάση του Κομμουνι,στικού Κόμματος Γερμανίας, που πά-

192

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

αν λογαριάσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες λήγει η δράση των πραξικοπηματιών θα μπορούοαμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια σχε-τική αποτυχία της εργατικής τάξης. Η νίκη της μένει ουσιαοτικά α-νεκμετάλλευτη. Προάγετοα ο φον Σέκτ (von Seekt) που αρνήθηκε την υποστήριξη της Reichswehr (γερμανικού στρατού) για να προλάβει να χτυπήσει το πραξικόπημα- χορηγείται γενική αμνηστία στους στασια-στές που ψηφίστηκε ταχύτατα- δεν αναδιοργανώνετοα ο στρατός. Ο με-γάλος νικητής σ' αυτήν την κατάσταση βγαίνει η Reichswehr. Η απερ-γιακή επιτροπή, κάτω από την ηγεσία του οοσιαλιστή Λέγκιεν (Legien) προσπαθεί να σχηματίσει εργατική κυβέρνηοη. Αλλά δεν πετυχαίνει πα-ρά μόνον την αποπομπή του Νόοκε. Έπεται η εξέγερση των εργατών της Ρουρ και γρήγορη καταστολή της από τη Reichswehr. Θ' ακολου-θήσει αχίσμα των υπεραριστερών οτοιχείων του Spartakusbund που δη-μιουργούν το Γερμανικό Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KAPD). Συγχωνεύοντοα το Δεκέμβριο του 1920 σπαρτακιστές και ανεξάρτητοι σοσιαλιστές. To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας γίνετοα μαζικό κόμ-μα. Τα μέλη του, από 80.000, ανεβαίνουν οτις 350.000.

- 1921. Αλλεπάλληλες «πραξικοπηματικές» απόπειρες στην Πρω-σία από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, που πέφτει προφανώς στην παγίδα των αοτυνομικών προκλήσεων. Στρατιωτική εξέγερση οτο Μάνσφελντ υπό την ηγεσί,α του Μ. Χολτς (Holz). Ol επαναοτάτες υ-ποκύπτουν μετά από μια εβδομάδα ηρωϊκών αγώνων. Η έκκληση για ανοιχτή επανάσταση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιατικού Κόμματος Γερμανίας της 16ης Μαρτίου κοα η έκκληση για επαναστα-τική γενική απεργία που δημοσιεύτηκε στην Rote Fahne της 28ης Μαρτίου, δεν βρίσκουν απήχηση. Η αποτυχία σημαίνει κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Σε μια μακροσκελή επιστο-λή του προς τους Γερμανούς κομμουνιστές στις 14 Αυγούστου 1921, ο Λένιν γράφει: «To μίσος των καιροοκόπων της σοσιαλδημοκρατίας έσπρωξε τους Γερμανούς εργάτες οε άκαιρες εξεγέρσεις... ».3 Μετά απ' αυτήν την αποτυχία, ο αριθμός ων μελών του Κομμουνιστικού Κόμ-ματος Γερμανίας πέφτει, από 350.000 σε 180.000. Η Διεθνής οτο 3ο Συνέδριο επικρίνει αυστηρά τον πραξικοπηματισμό του Κομμουνιστι-κού Κόμματος Γερμανίας.

σχει ακόμα πλήρως από «αριστερό παιδισμό», απέναντι στο πραξικόπημα του Καππ, ειναι πολΰ διφορούμενη: την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος, 13 Μαρτίου, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος αρνεί-τοα «να κουνήσει έοτω κι ένα δάχτυλο για να υπερασπιστεί την αστική δη-μοκρατία» κοα μόνον την επομένη αρχίζει την κινητοποίησή της μπροστά οτην επιτυχία της απεργίας και την πίεση των μαζών. 3. Lenine, Oeuvres completes, ό.π., τ. 32, σ. 545.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

193

- 1923. H μεγάλη καμπή. To 4ο Συνέδριο της Διεθνούς (1922-1923) έχει ήδη δώσει μια οικονομίοτικη ερμηνεία στη «οταθεροποίη-οη», ταυτίζοντάς την με «άμυνα» της εργατικής τάξης κοα έχει ρίξει το σύνθημα των «εργατικών κυβερνήσεων». To Κομμουνιατικό Κόμμα Γερμανίας βασιζόμενο σ' αυτό το ούνθημα, κοα χωρίς στο μεταξύ να έχει επιδιώξει τη συγκρότηοη του «ενιοάου μετώπου στη βάση», κά-νει μια οτροφή 180 μοιρών προς τα δεξιά κάτω από την καθοδήγη-ση των Μπράντλερ (Brandler) κοα Ταλχάιμερ. Κατά κάποιον τρόπο υπερπηδά το ενιαίο μέτωπο και επιδιώκει μόνο κοινοβουλευτικές συμ-μαχίες κορυφής. Στο ουνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμα-νίας τον Ιανουάριο του 1923 οτη Λειψία το ζήτημα της μαζικής δρά-σης και της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τη φτωχή αγροτιά α-ποσιωπάτοα ενώ η «εργατική κυβέρνηση» με τους σοσιαλδημοκράτες έχει σχηματιστεί στη Σαξονία και τη Θουριγγία. Ο Ράντεκ διαβλέπει, ωστόσο, την αναγκοαότητα μιας συμμαχίας με τη μικροαστική τάξη και επιδιώκει την πραγματοποίησή της. Γι,α τον σκοπό αυτό θέλει να εκμεταλλευτεί τον «εθνικισμό» της και προτείνει συνεννοήσεις με το ακροάο δεξιό ρεύμα του «εθνικομπολαεβικισμού»: είναι η περίφημη γραμμή Σλάγκετερ (Schlageter).4

4. Σχετικά με τη γραμμή Schlageter πρέπει να δούμε ότι ο παραλογι-ομός της που αποδεικνύεται αναδρομικά δεν τοποθετείται εκεί που τότε νόμιζαν ότι υπάρχει. Πραγματικά, η απόφαση της Ολομέλειας του Ιουνίου 1923, όπου προτάθηκε η γραμμή Ράντεκ, επιμένει ατην πρωταρχική ανα-γκοαότητα ενός επίμονον και δραστήριον αγώνα, οε διεθνές επίπεδο, ενα-ντίον του φασισμού Αλλά η Ολομέλεια θεωρεί: α) ότι ο φασισμός, σύμφω-να με την άποψη για τις «εοωτερικές του αντιφάσεις», αποτελείται από «δύο πτέρυγες»: μια «πουλημένη» στο μεγάλο κεφάλαιο, την άλλη, «επα-ναστατική», αποτελούμενη από «επαναστατικά και εθνικιστικά» στοιχεία, από «παραπλανημένους» μικροαοτούς που η επανάοταοϊ] πρέπει οπωσδή-ποτε να κερδίσει; β) ότι ο «φασιομός» οτη Γερμανία αναμενόταν την επο-χή εκείνη από την πλευρά τον οτρατού και του von Seekt, που δεν συνερ-γαζόταν ακόμη άμεσα με τον εθνικοσοσιαλισμό: άλλωστε ο von Seekt είχε καταστείλει το πραξικόπημα του Χίτλερ στη Βαβαρία. Στην ουοία, τα πράγματα δεν είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα με το «εθνικομπολσεβικικό» ρεύμα της Γερμανίας της εποχής. Αλλού όμως βρίσκετοα το πρόβλημα της γραμ-μής Σλάγκετερ: οτη «οοοίαλσοβινιοτική» στροφή τοό Κομμουνι,στικού Κόμ-ματος Γερμανίας που θέλει να εκμεταλλευτεί με καθαρά εθνικιοτικό τρόπο τη ζύμωση εναντίον της συνθήκης των Βερσαλιών με σκοπό να κερδίσει τους «μικροαστούς εθνικιστές». To σπουδαίο είναι ότι αυτή η οοβινιστική στροφή δεν προξενεί καμιά αντίδραση ατο πλαίαιο της Ολομέλειας της Διεθ-νούς. Αντίθετα, ανακαλύπτουν ότι δεν είχαν ώς τότε εκμεταλλευτεί αρκε-τά την γενική έχθρα γι,α τη Συνθήκη των Βερσαλιών. Kl είνοα αλήθεια

194

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Όμως, τον Ιούλιο του 1923, μετά τον πληθωρισμό, την αποτυχία της παθητικής αντίοτασης στο Ρουρ, την αντιδραστική κυβερνητική πολιτική (Cuno) κ.λπ., παρατηρούμε μια κατάσταση ανοιχτής κρίσης. Η επιρροή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας στην εργατική τάξη αυξάνει σε σχέση με την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας. Πρό-κειτοα για μια κατάσταση αντικειμενικά επαναστατική; Οι γνώμες δι-χάζονται. Για τον Α. Ρόζενμπεργκ,5 η κατάσταση την άνοιξη κοα το καλοκαίρι του 1923, είναι επαναστατική, αλλά οι συνθήκες αλλάζουν στη συνέχεια. Η παθητική αντίσταση σταματά ήδη το φθινόπωρο, ύ-στερα από την πολιτική της γαλλικής αστικής τάξης σχετικά με τη Ρουρ που οπεύδει σε βοήθεια της γερμανίδας αδελφής της και εξου-σιοδοτεί τη γερμανική αστυνομία να επέμβει. To έργο της οικονομι-κής ανόρθωσης από τον Στρέζεμαν έχει ήδη αρχίοει. Ο Ράντεκ, εκ-πρόσωπος της Διεθνούς στη Γερμανία, έχει την ίδια γνώμη με τον Ρό-ζενμπεργκ: «Αφήσαμε να περάοει μια ιοτορική κατάσταοη τόοο ευ-νοϊκή που ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναπαρουσιαστεί».

Ο Τρότσκυ θεωρεί επαναστατική κατάσταση όλη την περίοδο από τον Ιούλιο ώς το Νοέμβριο. Για τον Τέλμαν και τον Στάλιν, επανα-στατική κατάσταση δημιουργείται μόνον το φθινόπωρο του 1923" για τον Μπαντιά (Badia)6 κοα τον Ε.Χ. Καρ (Carr),7 οι οποίοι αναοκευά-ζουν τα επιχειρήματα των Τέλμαν και Στάλιν, επαναστατική κατά-σταοη δεν υπήρξε σε καμιά στιγμή του χρόνου. Εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο ότι ξεσπά ανοιχτή κρίοη, και για την εργατική τάξη πα-ρουσιάζονται ορισμένες αντικειμενικές δυνατότητες μαζικής δράσης και επιτυχίας που δεν έφταναν, ενδεχόμενα ώς την άμεση κατάκτηση της εξουσίας.

πως ο Λένιν, αν και είχε χαρακτηρίσει τη συνθήκη ως «την πιο τερατώδη ληστρική πράξη» της ιστορίας, δεν συγκατατέθηκε ποτέ (και δικοαολογημέ-να) οε μια σοβινιστική εκμετάλλευση του προβλήματος.

5. A. Rosenberg κοα Κ. Kersten, Geschichte der Weimarer Republik, ό.π., 1961, o. 125 κ.ε.

6. Badia, ό.π., σελ. 201.

7. Μια από τις καλΰτερες ιστορικές εκθέσεις γι' αυτήν την περίοδο και για την τακτική της Διεθνοΰς και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμα-νίας, είναι του Ε.Η. Car, A History of Soviet Russia, The Interregnum 1923-1924, τ. 2, 1969, σ. 208-251. Κλασικό παραμένει το έργο του W. Angress, Stillborn Revolution: The Cummunist Bid of Power in Germany 1921-1923, 1963. Ας σημειωθεί τέλος ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας διατείνεται ακόμη και σήμερα ότι το φθινόπωρο του 1923 επρό-κειτο πράγματι για μια κατάσταση αντικειμενικά επαναστατική (Geschichte der deutschen Arbeiterbewegung, τ. Ill, 1965).

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

195

Όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας παραούροντας την ερ-γατική τάξη συνθηκολογεί χωρίς να δώσει τη μάχη. Οι κομμουνιστές, αριστερών τάσεων, της Ρουρ ρίχνονται οε μια μεμονωμένη μάχη τον Απρίλιο, αλλά η γερμανική αστυνομία, υποστηριζόμενη από τις γαλ-λικές δυνάμεις κατοχής, τους αυντρίβει μια βδομάδα αργότερα, ενώ η Κεντρική Επιτροπή αποδοκιμάζει τη δράση τους. Η εξέγερση τελικά αποφασίζεται για τον Οκτώβριο του 1923 από τη Διεθνή κοα την πλειοψηφία του πολιτικού γραφείου του κόμματος των μπολσεβίκων. Αλλά επειδή έλειπε η δουλειά στις μάζες και η οργάνωση του ενιαίου μετώπου, η «από τα πάνω» προετοιμασία της εξέγεροης από τον Μπράντλερ και τη Διεθνή στο Σέμνιτς -21 Οκτωβρίου- με τους «ουν-δικαλιστές», προοκρούει στο δισταγμό των τελευταίων. Επακόλουθο, οτροφή 180 μοιρών της καθοδήγηοης, ενώ το Αμβούργο μένει χωρίς σύνδεση: Εκεί, τη νύχτα της 21ης προς την 22η Οκτωβρίου, το Κομ-μουνιατικό Κόμμα Γερμανίας υπό τον Τέλμαν, ρίχνει το σύνθημα της γενικής απεργίας και της εξέγερσης. Όμως η κεντρική καθοδήγηση του κόμματος δεν δίνει εντολή για γενική απεργία και μάλιστα κατα-δικάζει τους μαχητές του Αμβούργου που δεν θ' αργήοουν να καταρ-ρεύσουν. Στροφή λοιπόν της καθοδήγησης, όχι επειδή αλλάζει τις μορ-φές πάλης και τους στόχους της, αλλά γιατί περιορίζεται σε χαρακτη-ριοτική ακινησία σ' όλη την περίοδο 1922-1923. Συνέπεια, η σοβαρό-τατη αποτυχία του Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας: αρχίζουν οι διωγμοί, το κόμμα τίθετοα εκτός νόμου κοα χάνει το γόητρό του στην εργατική τάξη που βγαίνει νικημένη από τη δοκιμασία. Η ήττα αυτή σημαδεύει πλέον αποφασιστικά τη φάση της σταθεροποίηαης κι όχι ακριβώς την αμυντική φάοη, γιατί λόγω του χαρακτήρα της αναμέ-τρησης, η εργατική τάξη διατηρεί δυνάμεις. Άλλωστε, η απαγόρευση του Κομμουνιστικό Κόμματος Γερμανίας και η κατάσταση πολιορκίας αίρονται το 1924. Αν η επανάσταση έχασε για πολύ καιρό την ευκαι-ρία της ο φασισμός δεν έχει ακόμα κερδίσει τη δική του: αλλά δεν θ' αργήαει.

Σειρά αποτυχιών, σε σχέοη με τις αντικειμενικές δυνατότητες, αλλά και πραγματικές πολιτικοοικονομικές κατακτήσεις της εργατικής τά-ξης και των λαϊκών μαζών. Πρώτα απ' όλα, το Σύνταγμα της Βαϊμά-ρης. Οι αλλαγές που θα φέρει, αν και προδιαγράφουν τον ερχομό του παρεμβατικού κράτους του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ταυτόχρονα επεκτείνουν το εκλογικό δικαίωμα στα δύο φύλα, καθιερώνουν την ά-μεση ψηφοφορία και την αναλογική. To τελευταίο θα επιτρέψει την παρουσία μικρών κομμάτων στη Βουλή και, με άμεσο τρόπο, την έκ-

196

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

φραοη, μέοα σ' αυχήν, των λαϊκών μαζών. Εφαρμόζεται το 8ωρο ερ-γασίας· γενικεύονται οι ουλλογικές αυμβάοεις εργασίας, η ασφάλιση α-νεργίας· δημιουργοπνται επιτροπές στις επιχειρήοεις που αν κοα δεν έχουν καμία σχέση με τα εργατικά συμβούλια του 1918-1919 και μό-λις αναφέρονται οτο Σύνταγμα, και μολονότι περιορίζονται βαοικά σε «κοινωνικά έργα», μπορούν, ωστόσο, ν' απαιτήσουν τον έλεγχο του ι-σολογισμού της επιχείρησης, πράγμα που θα συντελέσει στην άνοδο του συνδικαλισμού- οι αγρεργάτες αποκτούν το δικαίωμα του συνεται-ρισμού και προσχωρούν μαζικά στα συνδικάτα.

Οι πολιτικές και οικονομικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης, που κουτσά-στραβά διατηρούντοα οτην περίοδο της σταθεροποίησης, περικόπτοντοα συνεχώς στη διάρκεια του εκφασισμού. Ωοτόσο, δεν εκ-μηδενίζοντοα ακόμη.8 Πραγματικά, δεν πρέπει εδώ να ξεχνάμε τους προηγούμενους παράγοντες. Καταρχήν, οι εκπρόσωποι του μεσαίου κεφαλούου δεσπόζουν στην πολιτική κονίστρα και, μέσα από τις αντι-θέσεις τους προς το μεγάλο κεφάλοαο, εφαρμόζουν την πολιτική της «συνεργαοίας των τάξεων». Ακόμη κοα ο Μπρύνινγκ, που κυβερνά με διατάγματα, στηρίζεται στα συνδικάτα κοα κάνει ποικίλες παραχωρή-οεις. To ίδιο κοα ο Σλάιχερ. Όλα αυτά τα μέτρα είνοα παραχωρήσεις με την έννοια ότι δεν ικανοποιούν αρκετά τις επιθυμίες του μεγάλου κεφαλαίου αν και φαλκιδεύουν τις παλαιότερες κατακτήσεις των ερ-γαζομένων. Έπειτα, επειδή η πολιτική των παραχωρήσεων βασίζετοα στην ανοιχτή ή συγκεκαλυμμένη συνεργασία με τη σοοιαλδημοκρατία, κι αν πάρουμε υπόψη μας τη φύση της λειτουργίας της, οι κατακτή-σεις δεν μπορούν ακόμη να εκμηδενιστούν αμέσως.

Τέλος, δεν θα έπρεπε να υποτιμηθεί ο παράγοντας της μορφής κρά-τονς της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Α. Ρόζενμπεργκ9 επιαημαίνει: «Σε μια χώρα όπως η Γερμανία, όπου τα τρία τέταρτα του ε-κλογικού σώματος ανήκουν οτις εργαζόμενες τάξεις, η αστική κοινοβουλευτική πλειοψηφία είνοα εφικτή μόνον όταν τα αστικά κόμματα καταφεύγουν οτο λαϊκισμό κοα κάνουν παραχωρήσεις στις λαϊκές μάζες. Αν οτη Βουλή (Reichstag) υιοθετούσαν μια εξ-τρεμιοτική καπιταλιστική πολιτική αλλλά με τα μέοα που προ-σφέρει η νόμιμη δημοκρατία, η κυβέρνηση δεν θα είχε ν' αντιμε-τωπίσει μόνον την αντίθεση των σοσιαλδημοκρατών και των κομ-μουνιστών: πολλοί εκπρόσωποι των αατικών κομμάτων θα δίοτα-ζαν, μπροστά στους ψηφοφόρους τους να υπερασπιστούν μια εξ-τρεμιστική πολιτική. Η δικτατορία ήταν απαρούτητη στη Γερμα-

8. A. Rosenberg, ό.π., α. 174.

9. Ό.π., σ. 205.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

197

via εξοατίας της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επιρροής αλ-λά επίοης εξαιτίας της αριστερής πτέρυγας των εθνικοσοσιαλι-στών κοα των χριστιανών εργαζομένων». Η διαπίστωοη του Ρόζενμπεργκ είνοα σωοτή, αν σκεφτούμε ότι το με-γάλο κεφάλαιο δεν ήθελε απλώς να ακυρώσει τις κατακτήσεις αλλά ν' αυξήσει την εκμετάλλευοη των λα'ίκών μαζών κοα να επιβάλει την ηγεμονία του πάνω στο μεοαίο κεφάλαιο.

Αλλά ας δούμε τι ουμβαίνει οτο μεταξύ οτην εργατική τάξη. Στη διάρ-κεια της περιόδου σταθεροποίησης συνεχίζεται η αδράνεια της εργα-τικής τάξης. Η σοσιαλδημοκρατία κοα τα σοσιαλδημοκρατικά συνδικά-τα υποτάσσονται συνεχώς στην πολιτική της αστικής τάξης, όταν μά-λιστα αρχίζει η διαδικασία εκφασισμού, πολύ εντονότερα. Η εργατική τάξη χάνει βαθμιαία την πίστη της στον πολιτικό αγώνα και περιο-ρίζεται σε οικονομικούς αγώνες. Η αριθμητική δύναμη των συνδικά-των καταρρέει μετά την αποτυχία του 1923. To 1927-1928 όταν αρ-χίζει η διαδικασία εκφασιομού, τα νούμερα είναι πολύ χαμηλά. Η κρί-ση του 1929 δεν θ' αλλάξει πολλά πράγματα.10 Η μείωση του δυναμι-κού των συνδικάτων δεν αντιστοιχεί καθόλου οε μια ένταση της πο-λιτικής πλευράς του αγώνα, αλλά απλούστατα, σε μια ακινητοποίηοη της εργατικής τάξης. Άλλωστε, στη διάρκεια εκφασισμού, τα κόκκινα συνδικάτα δεν θα καταφέρουν να αποκτήοουν μια μαζική ακρόαοη και μάλιστα συνεισφέρουν ο' αυτήν την παρακμή. To ποσοστό των χα-μένων εργάσιμων ημερών λόγω του λοκάουτ μετά το 1927 είναι υψη-λότερο από το ποσοστό των ημερών της απεργίας: η αναλογία θα α-ντιστραφεί μόνο για το 1930.

Ωστόσο, αυτό που μετράει είναι η οικονομική πλευρά που δεσπό-ζει στους αγώνες· πραγματικά, δεν θα βρούμε πλέον παρά απεργίες αμννηκές, μεμονωμένες, αποαπασματικές, με κυρίαρχο και σχεδόν α-ποκλειστικό στόχο το ζήτημα των μισθών. To 1928, π.χ. σε μια απερ-γία των μεταλλουργών της περιοχής Χαλ, παρόλο που οι κομμουνι-στές προοπαθούν να ουνδέσουν την αύξηση μισθών με τη μείωση (σε 8 ώρες) του ωραρίου, το κίνημα αποτυγχάνει. Ol εργάτες ζητούν αύ-ξηση 15 πφένιχ, αλλά η υπουργική διαιτηοία τους παραχωρεί 3. Ακο-λουθεί λοκάουτ των βιομηχάνων και νέα διαιτησία του Μπράουν (Braun) που παραχωρεί 5 πφένιχ. Έτσι η εργασία ξαναρχίζει." Πα-

10. G. Castellan, ό.π., σ. 68.

11. G. Badia, ό.π., ο. 249, 268, 283· Ο. Flechtheira, Die K.P.D. in der Wei-marer Republik, 1969, o. 258 κ.ε.

198

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

ράλληλα η εργατική τάξη αποκτά όλο κοα μεγαλύτερη εμπιοτοσύνη προς τις «νόμιμες μορφές» του αγώνα, π.χ. την υπουργική διαιτησία. To 1930, ατο αποκορύφωμα της κρίσης, οι μόνες αξιοσημείωτες απερ-γίες που έγιναν με την πίεοη της RGO (Κομμουνιστική Συνδικαλιστι-κή Αντιπολίτευση) είναι στην περιοχή του Μάνσφελντ στα μεταλλουρ-γεία του Ρήνου και του Βερολίνου (130.000 απεργοί οε δυο εβδομά-δες): επιδιώχουν απλώς V αποτρέψουν τη μείωση των μιοθών. Όλα συμβαίνουν λες και η RGO, με την παρότρυνση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, θέλοντας να σπάσει την παθητικότητα των οο-σιαλδημοκρατών συνδικαλιστών, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να πλειοδοτεί αποκλειστικά πάνω στο ζήτημα των μισθών. Τέλος, απένα-ντι οτην πολιτι,κή του Φον Πάπεν, διαπιστώνουμε μια σειρά αμυντι-κών απεργιών μεταξύ Σεπτεμβρίου κοα Οκτωβρίου 1932.

Όμως ο Τέλμαν, στην έκθεσή του στο 12ο αυνέδριο του Κομμου-νιστικού Κόμματος Γερμανίας (1929), οτο Βέντιγκ (Βερολίνο) θεωρεί ήδη ότι όλες αυτές ol απεργίες έχουν επιθετικό χαρακτήρα: «Μολο-νότι είνοα ακόμη αγώνες αναγνώρισης, έχουν κιόλας τα χαρακτηριστι-κά της ρήξης». Ο Σεμάρ (Semard), απεοταλμένος της Διεθνούς στο ί-διο ουνέδριο, είναι περισσότερο επιφυλακτικός: «Οι απεργίες αυτές, μολονότι οφείλονται στην επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου, παίρνουν τη μορφή αντεπίθεοης».12

Η κυρίαρχη όψη της οικονομικής πάλης συγκαλύπτεται ουχνά α-πό «μορφές δράσης» που έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν: π.χ. βίαιες διαδηλώσεις στους δρόμους, «πορείες πείνας» που καταστέλλει βάναυσα η αστυνομία, εξεγέρσεις της φτωχοαγροτιάς, δυναμιτιστικές απόπειρες εναντίον των δημοσίων ταμείων, άρνηση πληρωμής φόρων κ.λπ. Με δυο λόγια διάχυτη λαϊκή απελπισία, πολιτικά αποπροοανα-τολισμένη, την οποία σΰντομα θα οικειοποιηθεί ο εθνικοσοσιαλισμός. Παράλληλα, σ' όλη τη διαδικασία εκφασισμού, διαπιστώνουμε την ο-λοκληρωτική σχεδόν απουσία μαζικής πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης.

Πραγματικά, όταν αρχίζει η διαδικασία εκφασισμού, το Κομμουνιστι-κό Κόμμα Γερμανίας χάνει βαθμιαία τους δεσμούς του με τις μάζες της εργατικής τάξης. Βέβαια, για μεγάλο διάστημα το Κομμουνιοτικό Κόμμα Γερμανίας υπήρξε μαζικό κόμμα, είχε πετύχει δηλαδή να πιά-

12. Protokoll der Verhandlungen des 12 Parteitages der K.P.D., Βερολίνο 1929, σ. 81, 91, 258.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

199

σει ρίζες μέσα στην εργατική τάξη και να την επηρεάσει. Μετά το 1923 και επίσης ο' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού διαπιστώνουμε μια ουνεχή πρόοδο της εκλογιχής επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας παρά τις διάφορες αυξομειώσεις. Μάιος 1924: 12,6%· Δε-κέμβριος 1924: 9%· 1928: 10,6%· 1930: 13,1%· Ιούλιος 1932: 14,6%· Νοέμβριος 1932: 16,9%. Αλλά ενώ ol εκλογικές επιδόσεις βελτιώνονται συνεχώς, η αριθμητική δύναμη των μελών του Κομμουνιστικού Κόμ-ματος Γερμανίας πέφτει κανονικά ώς το 1930, χρονιά της μεγάλης α-νεργίας.13

Αλλά η ουσία δεν βρίοκεται εδώ. Με την έναρξη της διαδικαοίας εκφασισμού γίνετοα ολοφάνερη η επιρροή της οοσιαλδημοκρατίας πά-νω ατους εκλογείς, ακόμη κοα ατα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμμα-τος Γερμανίας.14 Μ' άλλα λόγια, ol εκλογίκές επιτυχίες του Κομμου-νιοτικού Κόμματος Γερμανίας δεν οφείλονται σε μια πραγματική πο-λιτική δράση μαζών, αλλά στο γεγονός ότι η εργατική τάξη, αποπρο-σανατολιομένη και αποπολιτικοποιημένη, ψηφίζει και προσχωρεί στο κόμμα θεωρώντας το «ένα κόμμα όπως τα άλλα». Ενδιαφέρουσα έν-δειξη του γεγονότος είναι ότι το Κομμουνιοτικό Κόμμα Γερμανίας κερδίζει ψήφους όχι στο μέτρο που επιδιώκει τη δημιουργία ενιαίου μετώπου, αλλά κυρίως, όταν αναλαμβάνει «κοινή δράση» εκλογικού χαρακτήρα με τη οοσιαλδημοκρατία και μόνο οτην κορυφή, π.χ. στο δημοψήφιαμα εναντίον της «αποζημίωσης των ηγεμόνων» (1926), μά-χη την οποία το Κομμουνιοτικό Κόμμα Γερμανίας έδωσε μαζί με τη οοσιαλδημοκρατία, και που του έδωσε 500.000 νέους ψηφοφόρους.15

Από το 1930 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας δεν σημειώνει πλέον προόδους στις ριζοσπαστικοποιημένες περιοχές, αλλά ακριβώς οτις περιοχές της προτεστανηκής Γερμανίας που ήταν ol mo ήουχες μετά το 1918.16 Η διείσόυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας δεν σημαίνει διόλου ριζοαπαστισμό οτις περιοχές αυτές, όπου το ΚΚΓ

13. Ε. Collotti, Die Kommunistische Partei Deutschlands 1918-1933, 1961, o. 210. H εξέλιξη είναι η ακόλουθη: 294.200 το 1923· 160.000 το 1926" 124.500 το 1929· 176.000 το 1930" 180.000 το 1931' 300.000 το 1932.

14. «Οι εργάτες ψήφιζαν SPD [...] γιατί παραδέχονταν ότι ο ρόλος του SPD κοα τα σοσιαλδημοκρατικά ουνδικάτα, στο πλοάσιο του γερμανικού κα-πι,ταλιομού [...], ήταν ν' αοχολούνται με τα καθημερινά ενδιαφέροντα των εργατών. Στο βάθος, η γνώμη των ψηφοφόρων του κομμουνιοτικού κόμμα-τος δεν ήταν διόλου διαφορετική. To κόμμα τους είχε εντελώς ετοιμαστεί [...] τα τελευταία χρόνια για την κοινωνική ειρήνη» (A. Rosenberg, ό.π., ο. 191).

15. A. Rosenberg, σ. 191.

16. R. Heberle, ό.π., α. 98 κ.ε.

200

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

παίρνει κατά κάποιον τρόπο απευθείας τη σκυτάλη από τη σοσιαλδη-μοκρατία. Οι περιοχές του προτεσταντισμού ατις εκλογές του 1932 ν-πήρξαν οι πλέον ευνοϊκές για τον Χίτλερ, όταν, στις προεδρικές εκλο-γές του 1932 μετατοπίστηκαν προς τον Χίτλερ 700.000 έως 800.000 νέες κομμουνιστικές ψήφοι.

To πραγματικό ξέκομμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας από τη μάζα της εργατιχης τάξης εκδηλώνετοα κυρίως με την αυξα-νόμενη αδυναμία του να ωθήοει την εργατική τάξη προς την πολιτι-κή δράση. Ενδεικτική είναι η αποτυχία στην οργάνωση μιας μαζικής διαδήλωσης στο Βερολίνο για την Πρωτομαγιά του 1929- αν την 1η Αυγούστου στο Βερολίνο, 100.000 διαδηλωτές συμμετέχουν οτην εκ-δήλωση εναντίον του πολέμου,17 το γεγονός αυτό δεν είναι παρά το κύκνειο άσμα του και πρέπει άλλωστε να το εκτιμήσουμε σε οχέση με την επιρροή που είχε άλλοτε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας α' αυ-τήν την πόλη. Τέλος, χον Μάιο του 1932, αποτυγχάνουν οι προσπά-θειες να συγκροτηθεί ένα μέτωπο «αντιφασιστικής δράσης». Μεταξύ 1929 και 1932, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας και η RGO (κόκ-κινα συνδικάτα) ρίχνουν περίπου 6 φορές το σύνθημα της γενικής α-περγίας, που ηχεί, όμως, σχεδόν πάντα στο κενό.18

Παράλληλα, στη διάρκεια του εκφασισμοΰ, το Κομμουνιστικό Κόμ-μα Γερμανίας είνοα βαθύτατα διχασμένο. Ο διχασμός είχε αρχίσει πο-λύ πριν. Μετά τη διαγραφή του Μπράντλερ κοα του Ταλχάιμερ, η «α-ριστερή» ομάδα Ρουτ Φίσερ-Μάσλοβ (Ruth Fischer-Maslow) αναλαμ-βάνει την ηγεσία. Με τη σειρά της η ομάδα αυτή, που θεωρήθηκε «υ-περαριοτερή» το 1925 (5η Ολομέλεια της Διεθνούς), απομακρύνεται, οπότε ο Τέλμαν αναδεικνύεται στην ηγεσία, για να συνεχίσει την α-πομάκρυνση των «υπεραριστερών» στοιχείων που κατηγοροΰνται τώ-ρα ως τροτσκιστές. To 1928, διαγράφονται οι «δεξιοί αυνθηκολόγοι», πράγμα που οδηγεί στη δημιουργία του KPD (Ο) (Γερμανικό Κομμου-νιστικό Κόμμα Αντιπολίτευσης) υπό τους Ταλχάιμερ και Φρέλιχ, πα-λιό συναγωνιστή της Ρόζας Λούξεμπουργκ.19 Για να πάρουμε μια ιδέα της έκταοης αυτών των διαδοχικών εκκαθαρίσεων, ας οημειώσουμε ό-

17. G. Badia, ό.π., ο. 289.

18. Fr. Borkenau, World Communism. A History of the Communist International, 1962, a. 340. Βιβλίο πολν ύποπτο λόγω του αντικομμουνιομού του, αλλά η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνεται από τον Fr. Neumann, European Trade Unionism and Politics, 1936, o. 28 κ.ε.

19. ΓΥ αυτό το θέμα, Κ.Η. Tjaden, Struktur und Funktion der K.P.D. (0), Eine Organisaiions-soziologische Untersuchung des «Recths» Kommunismus in der Weimarer Republik, 1964.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

201

τι στη δεκαετία του '20, μόνον 20% των οτελεχών του κόμματος α-νήκαν στους σπαρτακιστές· το 1932 μόνον 4 έως 5% των κομμουνι-στών ανήκαν στην ιδρυτική γενιά του κόμματος, και το 1931 στο Βε-ρολίνο, περισοότερο από 40% των επαγγελματικών στελεχών είχαν κομματική ζωή μικρότερη από ένα χρόνο.20 Οι επιπτώσεις του εσωτε-ρικού διχασμού, παράλληλα με τις επιπτώσεις της ρήξης κόμματος-μα-ζών, συγκεντρώνουν την ενεργητικότητα στην εσωτερική διαπάλη, και συχνά οδηγούν σε μια παράλυση μπροστά οτον εθνικοσοσιαλισμό.

Αλλά τι συμβαίνει με την ιδεολογική κρίση στα πλαίσια της εργατι-κής τάξης; Η κρίοη εκδηλώνεται καταρχήν, όπως ήδη διαπιστώθηκε, με την αυξανόμενη επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας που φτάνει μέχρι τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Εκδηλώνεται επίσης με την επιρροή της μικροαστικής ιδεολογίας των επαναστατη-μένων μικροαστών. Η αναρχοσυνδικαλιστική τάση, που είχε σχεδόν ε-ξαφανιστεί στη Γερμανία στο τέλος του περασμένου αιώνα, επανεμ-φανίζεται στη διάρκεια του εκφασισμού και εκπροσωπείτοα από την Freie Arbeiter Union Deutschlands (Ελεύθερη Ένωοη Εργατών Γερμα-νίας). Οι αυθορμητιστικές τάσεις αναπτύσοονται με ταχύτητα και πα-ράλληλα προς τη γενική ακινητοποίηση της γερμανικής εργατικής τά-ξης. Εδώ συναντάμε τις αιτίες για τις οποίες οι μάζες αρνούνται να οργανωθούν, πράγμα ιδιαίτερα απτό στην πτώση της αριθμητικής δύ-ναμης των συνδικάτων -της RGO συμπερλαμβανομένης- παρά την κρί-ση του 1929. Άλλωστε, οι ομάδες που βρίσκονται «αριοτερά» του Κομ-μουνιατικού Κόμματος Γερμανίας και διαφωνούν μ' αυτό, προσκρούουν επίσης στη σχετική δυσπιστία των μαζών προς τις οργανώσεις και που-θενά δεν καταφέρνουν να αναπτυχθούν. Τέλος, οι «μπλανκικές-πραξι-κοπηματικές»* τάσεις που έχουν πέραση την περίοδο 1920-1923, α-φήνουν τα ίχνη τους. Διαδίδονται ιδιαίτερα μεταξύ των ανέργων και των εργατών αγροτικής καταγωγής, οι οποίοι επηρεάζονται διαδοχι-κά, πότε από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, και πότε από τον εθνικοσοσιαλιαμό, χωρίς όμως να προσχωρούν ατο εθνικοοοσιαλιστικό κόμμα.

20. Ossip Flechtheim, Die K.P.D. in der Weimarer Republik, ό.π., 1969, σ. 321 κ.ε. και Hermann Weber, Die Wandlung des deutschen Kommunismus; Die Stalinisierung der KPD in der Weimarer Republik, 1970.

* Λουί Μπλανκί (Blanqui): Γάλλος σοσιαλιοτής επαναοτάτης του 19ου αιώνα, οπαδός της αιφνιδιαστικής δράσης καλοοργανωμένων επαναατατι-κών ομάδων. (Σ.τ.Μ.)

202

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Ωστόοο, στη Γερμανία, κυρίως λόγω της οοσιαλδημοκρατικής επιρ-ροής αλλά κοα λόγω της μακρόχρονης ύπαρξης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, τα ιδεολογικά ρεύματα δεν εκφράζονται μέσα στη γερμανική εργατική τάξη με καθαρό τρόπο, με δικά τους κινήμα-τα και αυτόνομες οργανώσεις. Ενώ δηλαδή οτην Ιταλία τα πράγματα είναι οαφέστατα, στη Γερμανία τα ιδεολογικά ρεύματα παραμένουν σε μια «συγκεκριμένη κατάσταση». Συνάμα, ο εθνικοσοσιαλισμός κατα-φέρνει να αδρανοποιήσει την εργατική τάξη ακόμη περισαότερο. Τις διάχυτες ιδεολογικές επιδράσεις μέσα στην εργατική τάξη, θα τις α-νακαλύψουμε αν εξετάσουμε την αριστερίζουσα πλευρά της εθνικοσο-σιαλιστικής ιδεολογίας, την τακτική του κόμματος αυτού κοα τις μορ-φές δράσης του.

Η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, λοιπόν, εκμεταλλεΰεται τον αναρ-χοσυνδικαλισμό. Εξαίρει την απεργία ως μέσο χειραφέτησης της εργα-τικής τάξης, υπό τον όρο, βέβαια, ότι πρόκειται για απεργία οικονο-μική (αποπολιτικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος). Διακηρύσ-αει επίμονα την αναγκαιότητα των απολιτικών συνδικάτων-εκπροοώ-πων των εργαζομένων. Προβάλλει τη συντεχνιακή οργάνωοη που υ-ποδηλώνει, όπως υπογραμμίζει ο Γκ. Στράσερ, ότι το «απολιτικό» να-ζιστικό κράτος, αντίθετα με το κράτος των «πολιτικάντηδων» θα ατη-ριζόταν δήθεν οε μια ισχυρή ιεραρχία των συνδικάτων, και θα πειθα-νάγκαζε τους εργοδότες μέσα στις οικονομικές οργανώσεις που θα συ-γκροτούσε.

Η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία εκμεταλλεύεται επίσης το ρεύμα του αυθορμητισμού, κυρίως για να χτυπήσει τις εργατικές οργανώσεις, αλλά κοα για να παρασύρει προς τον εθνικοσοσιαλισμό τμήματα της εργατικής τάξης. Στο οργανωτικό επίπεδο, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμ-μα εμφανίζεται ως αντι-κόμμα. Η εικόνα που προβάλλει εύναι η συ-οπείρωση σε ομάδες δράσης ενόψει συγκεκρίμένων ενεργειών, ενώ η σύνδεση των μελών υποτίθεται πως εξασφαλίζεται με τον προοωπικό και άμεσο δεσμό τους με τον υπέρτατο αρχηγό. Οι δηλώσεις εναντίον της οργάνωσης, που εμφατικά εξυμνούν τη «βούληση», αφθονούν. Τέ-λος, η ώεολογία αυτή εκμεταλλεύετοα το «μπλανκικο-πραξικοπηματι-κό» ρεύμα, ιδιαίτερα έντονο στα SA (Sturmabteilungen). Τονίζετοα η «αντικαπιταλιστική επανάσταση», που τάχα θα πετύχει μ' ένα στρα-τιωτικό πραξικόπημα. Ol προοτριβές των SA -οτάση των SA του Βε-ρολίνου το 1931- και των αγροτικών τμημάτων υπό τον Β. Νταρέ (W. Darre), με τον πολιτικό μηχανιομό του Χίτλερ, δεν οφείλοντοα μό-νον στις αντικαπιταλιστικές προσδοκίες τους αλλά επίσης και στη ρο-πή τους προς τον «κινηματισμό» που αφορά την τακτική του πραξι-κοπήματος. Τέλος, προβάλλετοα η λατρεία της βίας και του ακτιβι-σμού, καταγγέλλονται τα «προγράμματα», τα «δόγματα» κ.λπ.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

203

6) H γερμανική σοσιαλδημοκρατία

Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία, ο' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, αυξάνει το γόητρό της πάνω στην εργατική τάξη. Παρόλο που τα ε-κλογικά ποοοστά της πέφτουν μετά το 1928, διατηρείται σ' ένα επί-πεδο πάνω από το 20%. Από την άλλη μεριά, παρά την πτώοη της εκλογικής της δύναμης, υπάρχει μια κανονική άνοδος του ενεργού δυ-ναμικού της: 937.000 μέλη το 1928, 984.000 το 1932.21

Τα μέλη της στρατολογούνται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, μεταξύ των βιομηχανικών εργατών. Αίφνης, στις περιοχές υψηλής βιομηχανι-κής συγκέντρωσης πετυχαίνει τα καλύτερα εκλογικά αποτελέοματα.22 Αν στρατολογεί τους πιο ειδικευμένους κοα καλύτερα πληρωμένους βιομηχανικούς εργάτες (πράγμα όμως που, όπως θα δούμε, συμβαίνει και με το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας), στρατολογεί επίσης χει-ρώνακτες, εργάτες με χαμηλότερους μισθούς (υφαντουργούς ειδικότε-ρα) καθώς και αγρεργάτες σε μεγάλη κλίμακα.23 Τέλος, ήδη πριν από τον πόλεμο, το PSA (Γερμανικό Σοσιαλιοτικό Κόμμα) αριθμεί περίπου 15.000 έμμισθους, δηλαδή επαγγελματικά οτελέχη. Στις υπηρεοίες κοι-νωνικών ασφαλίσεων, στα γραφεία ευρέοεως εργασίας, τις συνεργατι-κές και τις δημοτικές αρχές τοποθετούνται 100.000 μέλη του κόμμα-τος. Ο Λένιν είχε δείξει πως η σοσιαλδημοκρατία από την άποψη της γενικής πολιτικής γραμμής της, μέσα απ' το δρόμο του αναθεωρητι-αμον (Κάουτσκυ κ.λπ.), είχε καταφέρει να αοκήσει, μέσα στην εργα-τική τάξη αστική πολιτική, που η κύρια πλευρά της ήταν ο ρεφορμι-σμός. Όμως, σ' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, εκτός από την πο-λιτική της ταξικής συνεργασίας που προωθούν τα συνδικάτα και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, βάζοντας έτσι τροχοπέδη στις εξάρσεις του αγώνα, διαπιστώνουμε την προοδευτική συνθηκολόγηση της σοσιαλδη-μοκρατικής ηγεσίας μπροστά στον εθνικοσοσιαλισμό.

Η σοσιαλδημοκρατία, κατά την τελευταία της άνοδο στην εξουσία, το 1928, αρνείτοα να πάρει οποιοδήποτε μέτρο που θα μπορούσε να θίξει τους κρατικούς μηχανισμούς που έχουν κιόλας αρχίσει να δια-

21. Μ. Duverger, Les partis politiques, ό.π., a. 89, 124.

22. G. Castellan, ό.π., aa. 88-89. Ας σημειωθεί όμως on μέχρι το 1930 περίπου, το PSA (Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) οτρατολογεί μέλη εξίσου μεταξύ των μισθωτών νπαλλήλων (μικροαστική τάξη): το ποοοστό μελών μικροαστών είναι 25% (R. Michels, The Political Parties, o. 255). Όσο για την ταξική προέλευση της εκλογικής δύναμης της σοσιαλδημοκρατίας, είναι το 1930 κατά 40% μικροαστοί (S.M. Lipset, «Faschismus - Rechts, Links und in der Mitte», στο Soziologie der Demokratie, 1962, o. 154).

23. O. Flechtheim, ό.π., a. 316 κ.ε.

204

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

βρώνονχοα στα σοβαρά από τους εθνικοσοσιαλιστές. Την Πρωτομαγιά του 1929, σε μια διαδήλωση στο Βερολίνο που οργανώθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας και απαγορεύτηκε από τη οοοιαλ-δημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας για «να μην δώσει προσχήμα-τα» οτους ναζί, η πρωσική αστυνομία πυροβολεί τους διαδηλωτές. Αποτέλεσμα 33 νεκροί. Στο εξής, μετά την πτώση της, θα εφαρμόσει την Tolerierungspolitik (πολιτική ανοχής), την πολιτική δηλαδή του μικρότερου κακον, για να φράξει το δρόμο στον φασισμό: στη Βου-λή, θα υποοτηρίξει άμεσα ή έμμεσα τον Μπρύνινγκ. Στο τέλος του 1931, η σοσιαλδημοκρατία συγκροτεί, σε αντιπαράθεση προς το μέτω-πο του Harzburg, το «σιδηρούν μέτωπο» (που συσπειρώνει τα συνδι-κάτα, τη σοσιαλδημοκρατία, και το καθολικό κέντρο), με μοναδικό σκοπό την εκλογική μάχη εναντίον των «αντικοινωνικών μέτρων» της κυβέρνησης, παρόλο που την στηρίζει. Στις τελευταίες προεδρικές ε-κλογές, υποστηρίζει τον Χίντενμπουργκ.

Από το 1924, η σοσιαλδημοκρατία διαθέτει μια ένοπλη εργατική εθνοφυλακή με 160.000 ενεργό δυναμικό, την Reichsbanner. Επίμονα θα αρνηθεί να τη χρησιμοποιήσει για να μην δώσει «αφορμή» στον αντίπαλο, έως ότου την διαλύσει ο Χίτλερ. To 1932, μετά την αντι-συνταγματική διάλυση της σοσιαλδημοκρατίκής κυβέρνησης της Πρω-σίας από τον Φον Πάπεν, η εργατική γενική συνδικαλιστική ομοσπον-δία και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αρνούνται την απεργία που προτείνουν οι κομμουνιστές. Η Vorwdrts γράφει: «Ο εργαζόμενος λαός αγωνίζεται με το ψηφοδέλτιο οτο χέρι εναντίον της κοινωνικής αντί-δρασης που βρίσκεται στην εξουσία...» Και η οοοιαλδημοκρατία προ-οφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο για την ακύρωαη του μέτρου! Την επομένη της ονομασίας του Χίλτερ ως Καγκελαρίου, η σοσιαλδημο-κρατία, αναγνωρίζοντας τη νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού του Χίτλερ, γι' άλλη μια φορά θα αρνηθεί τη γενική απεργία που πρότει-ναν οι κομμουνιοτές.24 Η Vorwdrts γράφει:

«Να κηρύξουμε σήμερα γενική απεργία σημοάνει να κατασπατα-λήσουμε για το τίποτα τις φιλοδοξίες της εργατικής τάξης». Οργανώνει βέβαια διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος, μεγάλης συχνά έκτασης, και συγκεκριμένα στο Λύμπεκ όπου ουλλαμβάνεται ο σοσιαλ-δημοκράτης βουλευτής Ζ. Λέμπερ (Leber) (η ίδια Vorwdrts κυκλοφο-ρεί οτις 7 Φεβρουαρίου, μετά τις διαδηλώσεις στο Βερολίνο, με τον τίτλο: To Βερολίνο παραμένει κόκκινο). Ol διαδηλώοεις όμως αυτές δεν θα έχουν καμιά ουνέχεια25

24. G. Badia, ό.π., α. 300 και τ. II, σ. 11 κοα 12.

25. J. Droz, ό.π., ο. 56 κ.ε. Βλ. επίσης του ίδιου συγγραφέα: Le sociali-

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

205

H αοσιαλδημοκρατία δελεάζετοα από τις καθυστερημένες, βέβαια, προτάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας για ενότητα στη δράση και προσπαθεί να αποκαταστήσει δειλά έναν παράνομο αντι-στασιακό μηχανισμό. Ταυτόχρονα όμως, μετά τις εκλογές του 1933 προσανατολίζετοα προς τη «νόμιμη αντιπολίτευση» στον Χίτλερ. Προ-βλέπει σύντομη κατάρρευση της κυβέρνησης λόγω των εσωτερικών της αντιφάσεων. Η κοινοβουλευτική ομάδα της (που αριθμεί, είναι αλή-θεια, μόνο 60 βουλευτές, γιατί από τους 119 εκλεγμένους, 18 είνοα στη φυλακή, ένα μεγάλο τμήμα που έχει διαφωνήσει με την ηγεοία παίρνει το δρόμο της εξορίας και ένα άλλο απέχει από τις αυνεδριά-σεις της Βουλής), εγκρίνει την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και τον αγώνα «για την ισότητα των δικαιωμάτων του γερμανικού λαού». Αλλά καταψηφίζει τις έκτακτες εξουσίες που ζητά ο Χίτλερ. Οι υπεύ-θυνοι των συνδικάτων, αφού πρώτα καλλιέργηοαν το οχέδιο της «ε-παναστατικής απεργίας», προσανατολίζονται προς την τακτική της «οικονομικής άμυνας» των εργαζομένων υπό τον Χίτλερ ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες: οι συνδικαλιατές ηγέτες υπό τον Τ. Λάιπαρτ (Lei-part) αποφασίζουν να συμμετάοχουν στην Πρωτομαγιά του 1933, στη γιορτή εργασίας που οργάνωσαν οι ναζί. Τον Ιούνιο του 1933 θα έρ-θει η διάλυση, η απαγόρευοη κοα το τέλος.

Μια τελευταία, ωοτόσο, παρατήρηση είνοα εδώ αναγκαία: οτην πραγματικότητα, η σοαιαλδημοκρατία κοα τα συνδικάτα είνοα διχααμέ-να.

Καταρχήν, η ηγεσία τους: δίπλα στους ηγέτες τύπου Νόσκε κοα Ζέ-φερινγκ (Severing) (που δικαιολογημένα είχαν αποάσια φήμη στους εργάτες και απροκάλυπτα θεωρούσαν το ναζισμό ως μικρότερο κακό αε οχέση με τον μπολσεβικισμό), υπάρχει το κέντρο, που εκπροαωπεί-ται από τον Χίλφερντινγκ (εξορίστηκε όταν ο Χίτλερ κατέλαβε την ε-ξουσία) και η αριστερά πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας. Η τελευταία, εκπροσωπούμενη από τον Ρόζενφελντ (Rosenfeld) και τον Σέυντεβιτς (Seydewitz), βλέπει με καλό μάτι το ενιοάο μέτωπο με τους κομμου-νιστές. Αλλωστε ορισμένα στοιχεία της αριστεράς θα αποσχιστούν το 1931 για να δημιουργήσουν το «Κοινωνικό Κόμμα των Εργαζομένων» (SAP).

Αλλά το ουσιαστικό ατοιχείο είναι ότι ένα σημαντικό στρώμα κα-τώτερων στελεχών και μελών αντιτίθετοα οτην πολιτική της ηγεσίας κοα του κομματικοΰ μηχανισμού. Η αντιπολίτευση εκδηλώνεται επί τε-λευταίας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Μύλερ. Εμφανίζεται μια έ-ντονη αντίθεση στο σχέδιο περιορισμού της ασφάλισης ανεργίας, πρά-

sme democratique, 1864-1960, 1966, σ. 198 κ.ε.

206

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΉΚΗ ΤΑΞΗ

γμα πον θα οδηγήσει στην πτώση της κυβέρνησης Μύλερ.26

Τέλος, το αύνολο της Reichsbanner (Εργατική Πολιτοφυλακή), με επικεφαλής τον αρχηγό της Κ. Χέλτερμαν (Holtermann), απαιτεί μια δραστήρια και ενεργητική αντίσταση εναντίον του εθνικοσοσιαλισμού To οτοιχείο αυτό είναι σημαντικό και θα το ξανασυναντήσουμε όταν θα αναλύσουμε τη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας α-πέναντι στη βάση της σοσιαλδημοκρατίας και τις οοσιαλδημοκρατικές μάζες.

Για να τελειώνουμε, η πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας παραμένει πιστή στη φύση της κοα την αντεπαναστατική λειτουργία της. Αν στην κυριολεξία δεν υπάρχει συμπαιγνία σοοιαλδημοκρατίας και φασισμού, κι αν ακόμη, ο' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, προοπαθεί με τον τρόπο της να διαφυλάξει και να υπεραπιστεί τα «οικονομικά συμφέ-ροντα» της εργατικής τάξης, πράγμα στο οποίο οφείλει, άλλωστε, τη διατήρηση της αντιπροσωπευτικότητάς της μέσα ο' αυτήν την τάξη, φέρνει οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άνοδο του φασισμού.

γ) To Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα

Ας έρθουμε τώρα στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερ-μανίας οτη διάρκεια του εκφαοισμού. Η πολιτική του απορρέει, μετα-ξύ άλλων, από τη λανθασμένη εκτίμηση της περιόδου (επαναστατική επίθεση της εργατικής τάξης) και από την υποτίμηση του φασιστικού κινδύνου. Πρόκειται, σε γενικές γραμμές για μια πολιτική φαινομενι-κά μόνο υπεραριστερή. Είδαμε ποιο νόημα έχει ο χαρακτηρισμός «υ-περαριστερό» που δόθηκε στο 6ο Συνέδριο. Η ίδια εκτίμηση αρμόζει και στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας θεωρού-μενη στο σύνολό της. Αυτό δεν αποκλείει η πολιτική του Κομμουνι-στικού Κόμματος Γερμανίας να παρουσιάζει την περίοδο αυτή ορι,σμέ-νες πραγματικά υπεραριστερές πλευρές.

Τα προβλήματα λοιπόν της πολιτικής γραμμής δεν οφείλονται στο χαρακτήρα των στρωμάτων (ή τουλάχιστον δεν οφείλονται μόνο σ' αυ-τόν) που ακολουθούσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Πραγ-ματικά, πολλοί συγγραφείς [μεταξύ αυτών και ο Β. Ούλμπριχτ (Ulbri-cht)] χαρακτηρίζοντας την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος

26. W. Abendroth, Histoire du mouvement ouvrier en Europe, 1967, a. 97 κ.ε.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

207

Γερμανίας «υπεραριστερή», την απέδωοαν στο είδος της ταξικής βά-σης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, δηλαδή στην «αστά-θεια» των «λούμπεν» στοιχείων. Αυτή η πολύ διαδεδομένη ιδέα είναι λάθος. To 1928, το 40% των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερ-μανίας είναι ειδικευμένοι εργάτες προερχόμενοι κυρίως από τις μεταλ-λουργι,κές βιομηχανίες, οικοδόμοι κ.λπ., εργάτες με τους υψηλότερους, γενικά, μισθούς. Αλλά το επιχείρημα δεν ισχύει ούτε αντίστροφα, δη-λαδή το να αποδίδεται η «συνθηκολόγος» πολιτική του κόμματος στο υψηλό ποσοστό «εργατικής αριστοκρατίας» μέσα στις τάξεις του. Διό-τι, το 28% των μελών του και το 13,5% της ηγεσίας του είναι χειρώ-νακτες, ενώ μετά το 1930 στρατολογεί μαζικά ανέργους. To 1932, μό-νον 22%, περίπου, από τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερ-μανίας εργάζονται πραγματικά.27

27. Ας σημειωθεί ωστόσο ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας στρα-τολογεί μέλη κυρίως μέσα οτις μικρές κοα μεσαίες επιχειρήσεις: για όλα αυ-τά, βλ. Ο. Flechtheim, ό.π., ο. 241 κ.ε., 314 κ.ε. και επίσης τώρα, Η. Weber, Die Wandlung des deutschen Kommunismus..., ό.π., 1970. Παίρνοντας υπόψη μας τα δεδομένα που αφορούν τη σοσιαλδημοκρατία η «οικονομισηκή» πλευρά της άποψης για την «εργαηκή αριατοκρατία», ατην οποία η Διε-θνής έδωοε το νόημα της «αριθμηηκής πλειοψηφίας» των mo ειδικευμένων και καλύτερα πληρωμένων εργατών-οπαδών της σοσιαλδημοκρατίας, δεν α-ντιστοιχεί με ακρίβεια στα γεγονότα. Απ' αυτήν την άποψη, κοα για το σύ-νολο της περιόδου που εξετάζουμε, αν υπάρχει κάποια διαφορά μεταξΰ κομ-μουνιστικού κόμματος κοα σοσιαλδημοκρατίας, δεν έχει διόλου την έκταση και τη σημασία που της έδωσε η Διεθνής. Και πάλι όμως, το πρόβλημα δε λύνεται με το να παραμερίοουμε την άποψη της «αριθμητικής πλειοψηφίας» διατηρώντας, ωστόσο, έναν οικονομιστικό ορισμό της εργατικής αριατοκρα-τίας. Μ' άλλα λόγια, δεν εξηγούμε τίποτα λέγοντας, συγκεχυμένα κι αόρι-στα, ότι η εργατική αριστοκρατία, προσδιορισμένη κυρίως οικονομικά, έχει τον κυρίαρχο ρόλο -ανεξάρτητα από το ζήτημα της αριθμητικής παρουσίας της- στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας, ενώ δεν ουμβαίνει το ί,διο όταν πρόκειται για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. To ζήτημα της «εργα-τικής αριστοκρατίας» είνοα απολύτως πολιτικό και ιδεολογικό. Η εργατική αριστοκρατία είνοα το στρώμα εκείνο τη εργατικής τάξης από το οποίο περ-νά, σε σημαντικό βαθμό, η αστική πολιτική και η ιδεολογία μέσα στην τά-ξη. Οι συνθήκες ζωής που δημιουργούνται από διανομή ψυχίωγ των ιμπε-ριαλιστικών υπερκερδών σε ορισμένους τομείς της παραγωγής παίζουν ένα ρόλο που δεν είνοα, όμως, ο αποφαοιστικός, κοα που, κυρίως, δεν τέμνεται με τ' αντίστοιχα στρώματα της εργατικής τάξης. Μ' αυτό το νόημα:

α) πρέπει να συμπεριλάβουμε στην εργατική αριστοκρατία τις ουνδικα-λιοτικές και πολιτικές (δημοτικές αρχές κ.λπ.) «γραφειοκρατίες» των σο-σιαλδημοκρατικών κομμάτων κοα συνδικάτων.

6) Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκουν οτην «εργατική αριστοκρατία»

208

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Τέλος, όχι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας «... δεν ήταν αρ-κετά ιοχυρό για 'να υποκινήοει τις μάζες [...] κοα να τις οδηγήοει στην αποφασιστική μάχη εναντίον του φασισμού... »,2S δεν έχει καθόλου «α-ριθμητική» έννοια, όπως φαίνετοα ότι εννοεί σε εντελώς απολογητικό τόνο ο Δημητρώφ. To 1932, το Κομμουνιστι.κό Κόμμα Γερμανίας α-ριθμεί 300.000 μέλη.

Καταρχήν, ο γενικός χαρακτηρισμός της σοσιαλδημοκρατίας και των σοσιαλδημοκρατικών ουνδικάτων ως σοσιαλφασιστών και πρω-ταρχικού εχθρού αποτελεί βασική οατία για την αποτυχία του ενιαίου μετώπου. Και ο λόγος δεν είναι τόσο η άρνηση οποιασδήποτε επαφής στην «κορυφή» ή ακόμη κοα στα κατώτερα κλιμάκια, όσο η πολιτική απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές μάζες, που θεωρήθηκαν «χαμένες», εφόσον βρίσκοντοα κάτω από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας. Απόδειξη, οι διευκρινίσεις, που υποχρεώνεται. να δώσει ο Τέλμαν με-τά τη συγκρότηση, το Μάιο του 1932, του μετώπου «Αντιφασιστικής δράσης», που ήταν απάντηση στο σοσιαλδημοκρατικό «Σιδερούν Μέ-τωπο». Στην Απάντηση σε 21 ερωτήσεις οοσίαλδημοκρατών εργατών, ο Τέλμαν διευκρινίζει ότι, αντίθετα με το παρελθόν, δεν αποτελεί ε-μπόδιο για τη συμμετοχή τους στο αντιφασιστικό μέτωπο αν ανήκουν σε σοσιαλδημοκρατι,κές οργανώσεις. Αλλά δεν πρόκειται παρά για δια-κήρυξη αρχών.29 Τελικά, μόνο το Μάρτιο του 1933, όταν ο Χίτλερ ε-γκαθίαταται στην εξουσία, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας προ-τείνει στη σοσιαλδημοκρατία ένα πλαίσιο κοινής δράοης. Είναι όμως ήδη πολύ αργά.

Σ' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, η άποψη περί σοσιαλφασισμού

οι ειδικευμένοι εργάτες, οι καλοπληρωμένοι κ.λπ., που έχουν επαναστατική ταξική συνείδηση.

28. G. Dimitrov, ό.π., σ. 47.

29. Στις 25 Απριλίου 1932, για πρώτη φορά μετά το 1928, το Κομ-μουνιστικό Κόμμα Γερμανίας και η RGO καλούν οε κοινό αγώνα με το RSA (Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) και τα οοοιαλδημοκρατικά συνδικά-τα, ύστερα από συνεννοήσεις κορυφής. Αλλά, όπως είδαμε, οι επιθέσεις ε-ναντίον του «σοσιαλφασισμού» επαναλαμβάνονται όλο και περισοότερο. (Βλ. την έκκληοη αυτή στο Die Internationale, τ. XV, ο. 346). Για να δεί-ξουμε τα αποτελέσματα της γραμμής αυτής, δεν είναι ανώφελο να σημειώ-οουμε ότι η κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα της περιφερειακής βου-λής της Βάδης (όχι λοιπόν οποιαοδήποτε), είχε την έμπνευση να καταθέ-σει, το 1932, ένα οχέδιο νόμου για την απαγόρευση του «Σιδηρούν Μετώ-που» και τη Reichsbanner (Εργατική Πολιτοφυλακή των οοσιαλιστών) πράγμα που καταδικάοτηκε άλλωοτε αμέσως από την ηγεσία του κόμμα-τος {Die Internationale, τ. XV, 1932, σ. 247).

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

209

συνδυάζεται με την προσμονή της επχκείμενης επανάστασης και με την παραγνώριοη της διαφοράς μεταξύ της μορφής του δημοκρατικού-κοι-νοβουλευτικού κράτους και του φαοισμού. Κάθε κοινός αγώνας για αιτήματα, που περιφρονητικά χαρακτηρίζονται υπεράσπιοη «των δη-μοκρατικών ελευθεριών», παραμερίζεται: υπήρχε ο κίνδυνος να παρα-πλανήσει τις μάζες, αναστέλλοντας την επαναοτατική επίθεσή τους.

To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας όμως, εκτός από το γεγονός ότι κατευθύνει την κύρια δράση του εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας, αντιλαμβάνεται τη δράση αυτή με τη μορφή ενός αγώνα σε επίπεδο οργανώσεων και καθόλου ως πάλη με βάση μια γραμμή που θα λει-τουργούσε σε συνάρτηση με τις μάζες. Αλλά, τι συμβαίνει με το ενιαίο μέτωπο στη βάση; To αξιοσημείωτο σ' αυτό το θέμα, όπως θα υπεν-θυμίσει σωστά ο Δημητρώφ, είνοα ότι πουθενά δεν έχουν συγκροτηθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας οι προοίδιες μορφές οργά-νωσης στη 6άαη του Ένιαίον Μετώπον: μέτωπο που θα περιλάμβανε ακόμη και εξωκομματικές οργανώσεις, θα στερέωνε οταδιακά την ε-νότητα και θα συνδύαζε οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες δίνοντας τα πρωτεία στους τελευταίους. Η μόνη μορφή αγώνα στη βάοη για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας ήταν ο συνδικαλιστικός αγώνας μέσω της συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης, της RGO. Η τελευταία έ-πρεπε να είναι η οαχμή του ενιοάου μετώπου στη βάοη, μέοα στις σκιώδεις πλέον «επιτροπές επιχειρήσεων». Όμως, τίποτε δεν έγινε. Πρώτα απ' όλα, εμπόδιζε η πολιτική απέναντι στους εργάτες που ή-ταν συνδικαλισμένοι στις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις. Έπειτα, και κυρίως, γιατί η RGO προσπαθεί να βραχυκυκλώσει τη σοοιαλδημοκρα-τία πλειοδοτώντας στους αυστηρά διεκδικητικούς στόχους, ενώ το κόμμα διακηρύσαει «από καθέδρας» τη δικτατορία του προλεταριά-του. Κοα δεν ισχυρίζομοα βέβαια ότι ένα συνδικάτο δεν έχει το δικό του ρόλο. Θέλω απλώς να πω το εξής: εφόσον το Κομμουνιστικό Κόμ-μα Γερμανίας δεν είχε τους ιδιάζοντες οργανιομούς βάσης του Ενιαίου Μετώπου κοα εφόσον δεν προωθούσε τη γραμμή μαζών, επόμενο ή-ταν η RGO να μάχεται μόνιμα για αυξήσεις μισθών, λίγο μεγαλύτε-ρες από εκείνες που πετύχοανε η σοσιαλδημοκρατία με την πολιτική συνεργασία των τάξεων.

To αποτέλεσμα ήταν διπλό: η RGO οδηγείται σ' έναν οικονομιστι-κό αγώνα για τις οικονομικές διεκδικήσεις -χωρίς αναγκασιικά, όπως έδειξε ο Λένιν, κάθε διεκδικητικός αγώνας να είναι οικονομιστικός-και ταυτόχρονα θεωρείται ως κύριο εργαλείο της πολιτικής πάλης στη βάση εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας. Μ' άλλα λόγια, η RGO αφε-νός παγιδεύεται σ' έναν οικονομιστικό διεκδικητικό αγώνα και ταυτό-χρονα γίνεται το πολιτικό εργαλείο μιας λανθασμένης πολιτικής γραμ-μής. Διότι, δεδομένου ότι δεν είναι παρά συνδικάτο, δεν μπορεί να εί-

210

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

ναι η κύρια πολιτική οργάνωση ενός σωστά εννοούμενου ενιαίου με-τώπου στη βάση.30 Εδώ βρίσκεται άλλωστε το κλειδί του προβλήμα-τος των αυνδικάτων μέσα στη Διεθνή, με τα συνεχή στριφογυρίοματά της: θα επανέλθουμε όταν θα εξετάσουμε την άποψη του Γκράμσι πά-νω σ' αυτό το σημείο.

Παρ' όλα αυτά, δηλαδή σε πείσμα των δύο ηγεσιών, του SPD κοα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, οχεδιάζονται απόπειρες ε-νότητας δράσης στη βάση, όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο αλλά κοα στο πολιτικό. Πράγμα που δεν παραλείπει να στιγματίσει ο Τέλμαν, το Σεπτέμβριο του 1932, δηλαδή ακόμη και μετά το σύνθημα της «α-ντιφαοαστικής δράσης» του Μαΐου:

«Στην εργατική τάξη, μέσα οτην προσπάθεια για ενότητα, εμφα-

νίζοντοα μεγάλες ασάφειες και επικίνδυνες αυταπάτες. [...] Πα-

ρά την ναζιατική τρομοκρατία, υπάρχει πράγματι μεγάλη προδιά-

θεση για ενότητα, αλλά υπάρχουν επίσης κοα επικίνδυνες από-

ψεις όπως "ενότητα πάνω από το κεφάλι όλων των ηγετών" ή

ακόμη "ol ηγέτες των δύο κομμάτων, του SPD κοα του Κομμου-

νιστικού Κόμματος Γερμανίας, φέρουν την ευθύνη για την απο-

τυχία του ενιαίου μετώπου". Τέτοιες τάσεις μπορεί να επιφέρουν

τις πιο μεγάλες καταστροφές... ».31

Η έλλειψη γραμμής μαζών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμα-

νίας μέσα οτην εργατική τάξη είνοα ακόμη πιο οημαντική, αφού επί-

οημα αναμενόταν η επικείμενη επανάσταοη. Η ωρίμανση της κατά-

στασης, σύμφωνα με τον οικονομικό καταστροφισμό, θα ερχόταν ω-

στόσο, από την οξυνόμενη οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση θα

έπρεπε να οδηγήσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης προς τις

γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, θέμα που ήταν βέ-

30. Στο 12ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Βέντινγκ (1929), ο Τέλμαν θέτει το πρόβλημα: «Μπορούμε να ανταποκριθούμε στα τρέχοντα καθήκοντάς μας μόνο με μια σωστή πολιτική; Όχι! πρέπει να δια-θέτουμε επιπλέον ένα κατάλληλο ούατημα οργανώσεων». To κατάλληλο αυ-τό σΰστημα είναι αποκλειστικά η RGO και, όπως θα έπρεπε να περιμένου-με, η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερ-μανίας τον Ιανουάριο του 1931 επισημαίνει: «Ο mo σημαντικός κρίκος της προλεταριακής επανάστασης είνοα αναμφισβήτητα η οργάνωοη [...] των οι-κονομικών αγώνων της εργατικής τάξης». (Στο Die Internationale, τ. XIV, σ. 57). Όσο για τις άλλες οργανώσεις μαζών, το Κομμουνιοτικό Κόμμα Γερ-μανίας δεν διαθέτει ουσιαστικά παρά δυο οργανώσεις αλληλοβοηθητικές: Secours rouge Internationale (Διεθνής Κόκκινη Βοήθεια) και την Entraide ouvriere international (Διεθνής Εργαηκή Αλληλεγγύη).

31. Συζήτηση στη λήξη της 12ης Ολομέλειας, Σεπτέμβριος 1932.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

211

βαια συνεχώς στην ημερήσια διάταξη. Και για να προετοιμαστεί η ε-πανάσταση, θα έπρεπε να κερδηθεί πρώτα αυτή η πλειοψηφία. Προ-απάθεια; Αναμονή μάλλον, μέχρι την ορισμένη επαναστατική στιγμή της «μεγάλης νύχτας». Κι εδώ αγγίζουμε το καίριο πρόβλημα των ε-κλογικών αυταπατών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Δεν είνοα τυχαίο ότι η προσπάθεια για την «κατάκτηση της πλειοψηφίας» της εργατικής τάξης δείχνει μόνον τη σημασία που δίνει το Κομμου-νιστικό Κόμμα Γερμανίας στον εκλογικό αγώνα, ως προνομιακή μορ-φή μαζικής δράσης πράγμα που εκδηλώνεται, καταρχήν, με την ερμη-νεία των εκλογικών αποτελεομάτων. Κάθε εκλογική επιτυχία θεωρεί-τοα αδι,άσειστη απόδειξη για την άνοδο του γοήτρου του Κομμουνι-ατικού Κόμματος Γερμανίας στις μάζες και την κατάρρευση της σο-αιαλδημοκρατίας. Μετά τις εκλογές του 1930, όπου θριάμβευσε ο Χίτ-λερ, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας κέρδισε ψήφους ενώ η σο-αιαλδημοκρατία έχαοε- η Rote Fahne της 15ης Σεπτεμβρίου γράφει: «Ο ρυθμός της αυξανόμενης επιρροής μας στους εργάτες [...], ο ρυθμός κατάκτησης των εργαζομένων μαζών [...] αποδείχτηκε πιο ορμητικός απ' όσο πιστεύαμε πριν από τις 14 Σεπτεμβρίου. [...] Χτες ήταν η "πιο μεγάλη μέρα" για τον κ. Χίτλερ, αλλά η υποτιθέμενη εκλογική νίκη των ναζί είνοα η αρχή του τέλους.» Η σημασία που παίρνει ο εκλογικός αγώνας είναι επίσης φανερή οτην περίπτωση του δημοψηφίσματος εναντίον της σοσιαλδημοκρατι-κής κυβέρνησης της Πρωσίας, το 1931, κατά το οποίο η Διεθνής ε-ξανάγκασε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, παρά την αντίθετη απόφαση της Κεντρικής του Επιτροπής, να συμμαχήσει με τους εθνι-κοσοσιαλιστές και τους «Χαλυβόκρανους». Καταγράφουμε έτσι, όχι μόνο τη λογική κατάληξη της γραμμής που θεωρεί το οοσιαλφασισμό ως κύριο εχθρό, αλλά επίσης και τη σημασία που δίνουν στον εκλο-γικό αγώνα. Για το θέμα του δημοψηφίσματος, η Die Internationale γράφει:

«Η στρατιά του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας μεγάλωσε

αδιάκοπα τη χρονιά που πέρασε χάρη οτη σωστή πολιτική του

κόμματος. Η οωστή απόφαση για την κατεύθυνση της καμπάνιας

για το δημοψήφισμα οδήγησε [...] στις γραμμές του νέες μάζες

που μέχρι τώρα βρίσκονταν κάτω από την επιρροή των εθνικο-

σοαιαλιατών ή των σοσίαλδημοκρατών».

Είναι άλλωστε περιττό να τονιστεί ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα

Γερμανίας δεν κάνει πρακτικά τίποτα, ούτε για τη φτωχή μεοαία α-

γροτιά της υποάθρου ούτε για τη μικροαατική τάξη. Τα ζητήματα αυ-

τά μόλις που αναφέρονται στα προγράμματα από τις αποφάσεις του

Κομμουνιοτικού Κόμματος Γερμανίας πριν από το 1930, χρονολογία

κατά την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας διαπιστώνει την

212

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

αυξανόμενη επιρροή του εθνικοσοσιαλισμού. Η σκέψη που επικρατεί είνοα ότι οι λαϊκές μάζες θα τοποθετηθούν «αυτόματα» μέσα στην πο-ρεία που χαράζει η εργατική τάξη, λόγω της ωρίμανσης της οικονο-μικής κρίσης και της επαναστατικής κατάστασης.32

Από την άλλη μεριά, την ίδια αυτή περίοδο, και κυρίως μετά το 1930, αναπτύσσεται αποφασιστικά η σοσίαλσοβινιστική πλευρά της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας που συγκεκριμε-νοποιείται με την εκ μέρους του εκμετάλλευση του προβλήματος της Συνθήκης των Βερσαλιών. Πιο κάτω, όταν θα εξετάσουμε τη θέση του εθνικοσοσιαλισμού σ' αυτό το θέμα, θα δείξουμε σε ποιες συγχύσεις έριξε τις γερμανικές μάζες η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, που διαοταυρώνεται σε πολλά σημεία με την εθνικοσοσια-λιστική. Ας επισημάνουμε ωστόσο από τώρα ότι χρειάστηκε να ανα-τρέξουν οτην περίφημη γραμμή Σλάγκετερ του 1923 για να ξετρυπώ-σουν μια παρόμοια άποψη. Αλλά ενώ ήταν μια στροφή «προς τα δε-ξιά» (του 4ου Συνεδρίου), που για το λόγο αυτό αποκηρΐιχτηκε αρ-γότερα, τώρα, εκείνη η σοοιαλσοβινιοτική άποψη θριαμβεύει στην καρδιά της περιόδου της θεωρούμενης ως «υπεραριστερής».

Αλλά ας επανέλθουμε στην «λεγκαλιστική» πλευρά της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας απέναντι οτον φασιομό. To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας διαθέτει επίσης ομάδες κρούσης ορ-γανωμένες στον Roter Front-Kampferbund («Σύνδεσμο Μαχητών Ερυ-θρού Μετώπου») που το 1924 έχει 100.000 μέλη. To 1929, απαγορεύ-τηκε αλλά εξακολουθεί να υπάρχει παράνομα. Αν η οργάνωοη αυτή παρεμβαίνει ενεργά, αλλά αποσπασματικά, εναντίον των εθνικοσοσια-λιστών, όχι μόνον δεν εξορμά πουθενά δυναμικά κοα δεν οργανώνεται στη μάχη, αλλά οαψώς αποσνρεται από τον αγώνα μετά το 1931, ό-ταν (επειδή πλησιάζει το σημείο μη-επιστροφής) η στρατιωτική ακρι-βώς πλευρά της πάλης έρχεται στο πρώτο πλάνο. To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας αναβάλλει γι' αργότερα το σύνθημά του: «Χτυπεί-στε τους φασίστες παντού όπου τους βρείτε».33 Καταρχήν, σύμφωνα

32. Πάνω α' αυτό το ζήτημα, βλ. λεπτομερώς, Ε. Colloti, ό.π., α. 146 κ.ε. και Η. Weber, ό.π.

33. To σύνθημα σταματά για πρώτη φορά ύστερα από μια απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας της 7ης Ιουλί,ου 1930. Η επίσημη δικαιολογία είνοα ότι πρέπει να αποφευχθεί η «α-τομική τρομοκρατία» και να αναπτυχθεί «αμυντικός πολιτικός αγώνας» (wehrhafi). Βλέπουμε πως όταν πρόκειται για αποτελεσματικό αγώνα ενα-ντίον του φασισμού, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας δεν διστάζει να επανέλθει στην άμυνα την οποία άλλωστε μόνιμα προπαγανδίζει. Ο παρα-μερισμός του συνθήματος, για το οποίο γίνεται λόγος, καθιερώνεται από

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

213

με τον Τέλμαν, to σύνθημα της δυναμικής αναμέτρησης κινδυνεύει να στρέψει την προσοχή των «πανικόβλητων» από τον πρωταρχικό εχ-θρό, τη σοσιαδλημοκρατία. Κι ύστερα, παρενοχλεί την εκλογική δια-δικασία.34

Ακόμη και την επομένη της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, τη μέρα της διαδήλωαης των ναζί μπροστά στον Οίκο Καρλ Λήμπκνεχτ, όταν οτέλνοντοα γράμματα διαμαρτυρίας στο διευθυντή της αστυνο-μίας, ο Σύνδεσμος παίρνει εντολή να μην επέμβει. To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας θεωρεί ακόμη επικείμενη την πτώση του Χίτλερ και το ξέσπασμα της επαναστατικής κατάστασης. Περηφανεύεται έτσι ό-τι κατάφερε, παρά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, να διαφυλά-ξει άθικτες τις δυνάμεις του. Ο Μανουήλσκυ, στην 13η Ολομέλεια της Διεθνούς, μετά τη νίκη του Χίτλερ, απαντά σε κομμουνιστές πον κα-τηγορούοαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας ότι δεν αγωνίστηκε, πως «αν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας είχε αναλάβει ένοπλο αγώνα κατά του Χίτλερ, θα είχε πέσει στην παγίδα».35



To Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας μετά την άνοδο του Χίτλερ οτην εξουσία συμμετέχει στις εκλογές του Μαρτίου 1933 και η έκκληση της Κεντρικής Επιτροπής του (15 Μαρτίου 1933), μετά τις εκλογές, τονί-ζει: «παρά τις πομπώδεις δηλώσεις της κυβέρνησης, η 5η Μαρτίου δεν αποτελεί νίκη του φασισμού». Κοα βέβαια, αφού οι εθνικοσοσιαλιστές δεν φτάνουν παρά το 43% των ψήφων, οι οοοιαλδημοκράτες μένουν

μια απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας το Νοέμβριο του 1931. Τον Οκτώβριο του 1932, οτην 3η συνε-δρίαση του Κομμουνιστικοΰ Κόμματος Γερμανίας (Die Internationale, τ. XV, σ. 386 κ.ε.) η «ομάδα Νόυμαν» επικρίνεται σφοδρά επειδή το διατήρησε. (Βλ. επίσης, για το ίδιο θέμα, D. Desanti, ό.π., σ. 175). Και ο Νόυμαν απο-στέλλεται στις ναζιοτικές συγκεντρώσεις για να οξύνει εκεί τις αντιφάοεις. Για να μετρήσουμε το δρόμο που διανύθηκε, ας σημειώοουμε ότι χο 1924 την εποχή της «αριστερής» ομάδας Φίσερ-Μάσλοβ, το Κομμουνιστικό Κόμ-μα Γερμανίας είχε επιμείνει σταθερά στο γεγονός ότι «ο φασισμός πρέπει να χτυπηθεί με μεθόδους και τεχνικές πάλης του επαναστατικού κομμουνι-σμού» (θέσεις συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας ατη Φρανκφούρτη).

34. Βλ. επίοης Die Internationale, τ. XV, 1932 όπου ο Τέλμαν αντιπα-ραθέτει σταθερά την «ατομική τρομοκρατία» στην «εκλογική επιτυχία».

35. Ομιλία του Μανουήλοκυ, στο Der Faschismus in Deutschland, ό,π., σ. 57 κ.ε.

214

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

στα ίδια επίπεδα, κοα το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, παρά την άγρια καταπίεοη που ασκείται σε βάρος του, έχει ακόμα 4.800.000 ψη-φοφόρους. Τέλος, η οργάνωση του παράνομου μηχανισμού του Κομ-μουνιστικού Κόμματος Γερμανίας αποδεικνύεται ανύπαρκτη. Είνοα α-λήθεια πως ήταν απορροφημένο από την εκατρατεία για τις εκλογές του Μαρτίου. Τη νύχτα της 22ας προς την 23η Φεβρουαρίου, νύχτα εμπρησμού του Ράιχσταγκ, 4.000 κομμουνιστικά οτελέχη συλλαμβάνο-νται σε μερικές ώρες και αμαχητί: αν οκεφτεί κανείς, επιπλέον, ότι πρόκειται για ένα κόμμα που θεωρούσε την επανάσταση επικείμενη, θα νομίοει πως ονειρεύεται.36

Μπροστά στις ολέθριες συνέπειες αυτής της γραμμής του Κομμου-νιοτικού Κόμματος Γερμανίας οι καθυστερημένες, αλλά ωστόοο πραγ-μαηκές, απόπειρές του να εμποδίσει ενεργητικά τον φασισμό, μένουν χωρίς αποτέλεομα. Περιορίζονται σε σποραδικές διαδηλώσεις και οε αψιμαχίες οτους δρόμους μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουοία. Τον επόμενο μήνα υπάρχουν 62 νεκροί σε οδομαχίες (από οαπούς 29 κομμουνιστές, 8 σοσιαλιστές, 14 ναζί), μάχες αμυντικές στις ναζιστι-κές επιθέσεις. Οι απόπειρες οργάνωσης απεργιών αποτυγχάνουν. Με λίγα λόγια, αν είναι λάθος ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας απλούστατα συνθηκολόγησε με τον φασισμό, είνοα όμως αλήθεια ότι, για την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία, έχει βαρύτατες ευθύνες, εντελώς διαφορετικού μεγέθους από εκεύνες του Ιταλικού Κομμουνιοτικού Κόμματος.

Αλλά αυτή η πολιτική γραμμή δεν προκαλεί ζωηρές αντιδράσεις μέ-αα στα κομμουνιστικά κόμματα και τη βάση των αγωνιστών του Κομ-μουνιστικού Κόμματος Γερμανίας: Στην πραγματικότητα, από τις συ-ζητήσεις οτην 13η Ολομέλεια της Διεθνούς του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1933 -πρώτη ολομέλεια μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία-προκύπτει ότι οι αντιδράοεις είναι πολύ ζωηρές, κυρίως οτους κόλ-

36. Όλα αυτά δεν σημαίνουν όμως ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερ-μανίας περιμένοντας την επανάσταση, δεν προετοίμαζε, με το δικό του τρό-πο, την στρατιωτική πλευρά της εξέγερσης. Στη διάρκεια του 1932, βρίθουν οι μπροσούρες και τα παράνομα βιβλία για την «τέχνη της επανάστασης». Ο Ε. Βόλλενμπεργκ (Wollenberg), στρατιωτικός ειδήμων της Διεθνούς επι-ατρέφει οτη Γερμανία. Αλλά, μέοα στο γενικό πλαίσιο της γραμμής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, όλα αυτά, όπως σημειώνει ορθά ο Φλεχτχάιμ, μοιάζουν «ερασιτεχνισμός» (Ο. Flechtheim, ό.π., σ. 279).

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

215

πους των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων. Η μάζα των αγωνιστών, οι οργανώσεις, μέλη των κεντρικών επιτροπών κοα ακόμη και μέλη των πολιτικών γραφείων των κομμουνιστικών κομμάτων Γαλλίας, Τσεχοσλοβακίας, Πολωνίας, Αυοτρίας και Ελβετίας κυρίως, είναι κυ-ριολεκτικά κατάπληκτοι και αγανακτιαμένοι με τη στρατηγική πον α-κολούθησαν οι Γερμανοί κομμουνιστές.

Όσο για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το κόμμα που υποστη-ρίχθηκε περιασότερο από τη Διεθνή, α' όλη τη διάρκεια της περιόδου 1928-1933, οι αντιδράσεις φοάνεται ότι είνοα λιγότερο ζωηρές. Όμως, αντιδράοεις υπάρχουν. Παρόλο που λείπουν οι πληροφορίες γι' αυτό το θέμα, οι δημόσιες, ουνεχείς και επίσημες προειδοποιήσεις της ηγε-σίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, που απευθύνονται σε διάφορες περιφερειακές επιτροπές και στην κομματική βάαη, κοα που αναφέρονται οτη «μη-εφαρμογή» της γραμμής, εί,ναι ενδείξεις που δεν ξεγελούν. Στις αρχές του 1932, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνι-στικού Κόμματος Γερμανίας ασκεί κριτική οτην οργάνωση της Βυρ-τεμβέργης, που έστρεψε τον κύριο αγώνα εναντίον του ναζισμού και όχι εναντίον της οοσιαλδημοκρατίας.37 To ίδιο έγινε και με τις τοπι-κές οργανώσεις της Νυρεμβέργης, του Αμβούργου, του Όμπερχαουζεν και του Μπράουνσβαϊχ. Φαίνεται πως το 1931, στην ηγεσία του Κομ-μουνιστικού Κόμματος Γερμανίας σχηματίοτηκε ένα «αντιπολιτευτικό ρεύμα» που συγκεντρώνει αυγκεκριμένα τον Νόυμαν, τον Ρέμελε, τον Μύντσενμπεργκ (Miinzenberg) (υπεύθυνο της «Κόκκινης Βοήθειας»), τον Βόλλενμπεργκ (στρατιωτικό ειδήμονα της Διεθνούς). To ρεύμα αυ-τό προτείνει έναν αγώνα ενεργητικότερο εναντίον του ναζισμού (η «ο-μάδα Νόυμαν», όπως θα θυμόμαοτε, καταδικάατηκε επειδή διατήρη-σε το σύνθημα «Χτυπάτε τους φασίστες όπου τους βρείτε»), κοα ταυ-τόχρονα πιστεύει ότι το κύριο χτύπημα δεν πρέπει να δοθεί οτη οο-αιαλδημοκρατία αλλά στο ναζισμό. Αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Η 13η Ολομέλεια, που εγκρίνει δίχως τον παραμικρό διοταγμό την πολιτική του Κομμουνιοτικού Κόμματος Γερμανίας, επαναλαμβάνει, συμπυκνώ-νοντας και μεγεθύνοντας, όλες τις προηγούμενες παρεκκλίοεις.

37. S. Schwab, στο Die Internationale, αρ. 4, 1932.

216

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Δεν μπορούμε να καταλήξουμε χωρίς να υπενθυμίσουμε το τελευταίο τούτο γεγονός: μολονότι τρομακτικά αποθαρρυμένα σπό τη νίκη του Χίτλερ, τα μέλη του κόμματος κοα πολυάριθμοι σοοιαλιστές, πολέμη-σαν το ναζιστικό καθεστώς με παραδειγματικό ηρωισμό στις γραμμές της αντίστασης, και μάλιστα από την πρώτη στιγμή, όπως δείχνουν ol μαζικές καταδίκες και εκτοπίσεις για πράξεις αντίστασης. Πρέπει να σκεφτούμε αυτούς τους αφανείς αγωνιστές που μέσα στην απελπι-σία τους αντιτάχθηκαν στη βαρβαρότητα. Πολυάριθμοι ήταν άλλωοτε οι πολιτικοί υπεύθυνοι, υπεύθυνοι με τη διπλή έννοια, που έπεσαν μα-ζί τους. Αυτούς πρέπει να θυμόμαστε, κοα για έναν παραπάνω λόγο: η αστική τάξη και το σκυλολόι της δεν αναφέρουν παρά φανταστικές «αντιστάσεις» του στρατού, μερικούς μεμονωμένους ιερείς - και φυ-σικά την εξέγερση της τελευταίας στιγμής του Στάουφενμπεργκ (Stauffenberg) [1944].

δ) Ο εθνικοσοσιαλισμός και η εργατική τάξη

-Οι ναζισηκές οργανώοεις και η εργαηκή τάξη

Ας έρθουμε τώρα στις σχέσεις του εθνικοσοσιαλισμού, του κόμματός του κατ' αρχάς και του κράτους του στη συνέχεια, με την εργατική τάξη. To πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί, επειδή έδωσε αφορ-μή σε πολλές παρεξηγήσεις, είνοα η πραγμαηκή δίείσδυση του εθνικο-σοσιαλισμού στην εργατική τάξη.

Στην αρχή της διαδικασίας εκφασισμού, ο εθνικοσοσιαλισμός, υπό την ηγεσία του Γκ. Στράσερ, κοα με το σύνθημα: μέσα στις επιχειρή-οεις («Hinein in die Betriebe» - Hib-Aktion»),38 εγκοανιάζει, το 1928, μια ευρεία προσπάθεια διείσδυσης μέσα στην εργατική τάξη. To 1929, δημιουργείτοα η Εθνικοσοοιαλίστική Οργάνωοη Πυρήνων Επιχειρή-οεων (NSBO), που τη ατιγμή της κατάληψης της εξουσίας αριθμεί 400.000 μέλη, αριθμός αρκετά σημαντικός αν λογαριάσουμε ότι το 1932 η RGO δεν έχει παραπάνω από 200.000 μέλη (είναι αλήθεια ό-τι πολλοί κομμουνιστές δούλευαν τότε μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα).

38. Κ. Bracher, Die Deutsche Diktatur: Entstehung, Struktur, Folgen des National-sozialismus, ό.π., 1969, o. 171 κ.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου