Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 3

Σημείωση: Το κείμενο έχει μετατραπεί από pdf αρχείο και γι' αυτό περιέχει μικρά λάθη σε κάποιες λέξεις. Είναι όμως ευανάγνωστο. Για το πρωτότυπο pdf το οποίο δεν περιέχει τα μικρά αυτά λάθη (που όμως δεν αναγνωρίζει τους χαρακτήρες/γράμματα), πηγαίνετε εδώ: http://www.gamato.info/details.php?id=d6f1d034cce68d738d0d3d511dc56e9a097b8b2d

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
Οι αντιφάσεις οξύνοντοα μετά το 1921, χρονιά που αρχίζει, με το σημείο μη-επιστροφής, η περίοδος ηγεμονιακής ανικανότητας, την ε-ποχή της τελευταίας κυβέρνησης Τζολίτι.22 Ο Τζολίτι δεν εγκαταλεί-πει τα μεταρρυθμιστικά του οχέδια που πλήττουν τους αγροτιατές του Νότου σε όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Προσεγγίζει διαρκώς πε-ριοσότερο το μεγάλο κεφάλαιο προσπαθώντας ταυτόχρονα να διατη-ρήσει τους δεσμούς εκπροσώπησης με το μεσαίο κεφάλαιο (σχέδιο κα-τοχύρωσης ονομαστικών τίτλων που πλήττει άμεσα τα ουμφέροντα του Βατικανού κοα της Τράπεζας της Ρώμης, θεσμός μιας ανακριτι,-κής επιτροπής για τα κέρδη του πολέμου κ.λπ.). Η κατάσταση παρα-τείνετοα με το καθεστώς Μπονόμι κοα Φάκτα.
Όμως, η αντίσταοη σε τούτη την επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου για την ηγεμονία στην Ιταλία είναι ιοχυρότερη παρά στη Γερμανία, γεγονός που καθορίζει τις ιδιομορφίες διαδικασίας εκφασισμού στη χώρα αυτή.
α) Μέχρι το τέλος της διαδικασίας εκφασισμού, ακόμη και μετά την εγκατάσταση του φασισμού στην εξουσία, το πολιτικό προακήνιο, και ιδιαίτερα η Βουλή, στην οποία δεσπόζουν οι εκπρόσωποι του με-σαίου κεφαλαίου διαθέτοντας τον αναπλασμένο σύμφωνα με τις ανά-γκες τους κρατικό μηχανισμό, εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη σπου-δαιότητα παρά στη Γερμανία. Η διάκριση ανάμεσα οτους διαφόρους μηχανιαμούς του κράτους όπου εκδηλώνονται διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις είνοα λιγότερο έντονη από όσο στη Γερμανία, με εξαίρεοη το κράτος εν κράτει του Νότου.23 'Οχι, πως δεν υπάρχει, κι εδώ επίσης, αποσύνδεση μεταξύ πραγματικής και τυπικής εξονσίας, αλλά η κοινο-βουλευτική πολιτική σκηνή διατηρεί τη δική της ύπαρξη. Η επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου κοα οι αντιστάσεις σ' αυτήν εξακολουθούν να έχουν τη Βουλή ως σημείο σπουδαίων επιπτώαεων. Γι' αυτό ο ιταλι-κός φασισμός, περισοότερο από το ναζισμό, είνοα υποχρεωμένος να α-κολουθεί μια ιδιαίτερη πορεία συμβιβασμών.
β) Η ρήξη του δεσμού εκπροσώπησης του μεσαίου κεφαλοάου με τσυς εκπροοώπους του ακολουθεί ένα ρυθμό πολύ βραδύτερο, κυρίως λόγω των ισχυρών θέσεων που κατέχει το μεσαίο κεφάλοαο μέοα οτο κράτος. Ολοκληρώνεται μόνο μετά την άνοδο του φασιομού στην ε-ξουσία, πράγμα που αποτελεί έναν από τους λόγους, μεταξύ των άλ-λων, της παράτασης της πρώτης περιόδου του φασισμού οτην εξου-σία και της επιφυλακτικής πολιτικής του απέναντι ο' αυτούς τους εκ-προσώπους.
22. A. Gramsci, L' Ordine Nuovo, a. 333 κ.ε.
23. Βλ. μ' αυτό το νόημα, A. Rosenberg, ό.π., α. 95.
Η ΙΤΑΛΙΑ
143
Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδικααίας εκφασισμού δια-πιστώνουμε κι εδώ το διαχωρισμό μεταξύ πραγματικής κοα τυπικής ε-ξουσίας, κοα τη ρήξη του δεσμού κομματικής εκπροσώπησης, τουλάχι-στον όσον αφορά το μεγάλο κεφάλαιο και τους αγροτιστές:24 αυξημέ-νος ρόλος, από το 1920, των οικονομικο-σωματειακών οργανιομών (Συ-νομοσπονδία Βιομηχανίας, Συνομοσπονδία Γεωργίας) που υπερσκελί-ζουν το ρόλο των πολιτικών κομμάτων συγκρότηση παραστρατιωτικών οργανώσεων με μορφή οργανωτικών ταξικών πυρήνων: δημιουργία των ενόπλων σωμάτων από τον Ντ' Ανούντσιο (D' Annunzio). Τα παρα-σχρατιωτικά σώματα (squadre) σχημοαίζονται άλλωστε ανεξάρτητα από τους fasci, μολονότι η πλειονότητα των φαοιστών συμμετέχει σ' αυτά.25
To μεγάλο κεφάλαιο προοανατολίζεται προς το πραξικόπημα και τη οτραηωτική δικτατορία με το δούκα της Αόστης: αυξάνει ο πολι-τικός ρόλος του στρατού, με τους στρατηγούς Ντιάζ (Diaz) και Μπα-ντόλιο (Badoglio).
Έχοντας φτάσει στο σημείο μη-επιστροφής η διαδικασία γίνεται πιο εντατική. Πνεται πιο βαθιά η ρήξη του μεγάλου κεφαλαίου κοα των αγροτιστών με τους δικούς τους πολιτικούς εκπροσώπους, αλλά και μ' εκείνους του μεσοάου κεφαλαίου, τους οποίους εξακολουθούν ωστόσο να διαβρώνουν. To 1921, συγκροτείται μια συνομοσπονδία ό-λων των αντιμπολσεβίκικων ενώσεων κοα πολιτικών οργανώσεων της Ιταλίας, που μπαίνει σε ανοιχτή διαμάχη με τους εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλαίου. Συγκροτείται η επιτροπή συνεννόησης εθνικιοτών-φασιστών για τη δημιουργία του εθνικοφααιατικού μπλοκ- συγκροτού-νται σε μεγάλη έκταση παραατρατιωτικές ομάδες στην ύπαιθρο, που έρχοντοα σε ανοιχτή αντίθεση με το Λαϊκό Κόμμα• αποσυντίθετοα σε βάθος το ίδιο το φιλελεύθερο κόμμα, όπου κυριαρχεί τώρα η δεξιά πτέρυγα του Σαλάντρα, και η πτέρυγα αυτή οργανώνεται σε καθαυ-τό παραστρατιωτικό σώμα (φιλελεύθεροι «squadriste»).26
Τι συμβαίνει τώρα από την πλευρά των πολιτικών εκπροσώπων του μεσαίου κεφαλαίου; Ενώ οτη Γερμανία είχαν υιοθετήσει την προο-πτική της στρατιωτικής δικτατορίας, δυσπιστούααν έντονα στο εθνι-κοσοσιαλιστικό κόμμα κοα δεν αποφάσιααν να το χρησιμοποιήαουν παρά οε έοχατη ανάγκη, οι εκπρόσωποι του ιταλικού μεσούου κεφα-λαίου -OL «φιλελεύθεροι της αριστεράς»- πληοίαζαν πολύ περιασότε-ρο το φασιστικό κόμμα.27 Με επικεφαλής τον Τζολίτι, αλλά και τον
24. A. Gramsci, U Ordine Nuovo, ο. 169 κ.ε.
25. Μ. Gallo, L'ltalie de Mussolini, 1966, σ. 98.
26. Salvatorelli και Mira, ό.π., o. 193 κ.ε.
27. A. Tasca, ό.π., σ. 255 κ.ε.
144
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
Νίχι επίσης, εμφανίζονταν το 1921 στους «εθνικούς καταλόγους», που συγκέντρωναν την πλειονότητα των ιταλικών κομμάτων, από τους φι-λελεύθερους ώς τους φασίοτες. Οι κατάλογοι αυτοί επέτρεψαν την ε-κλογή 35 φασιστών βουλευτών. To σχέδιο Τζολίτι ήταν μια Συντακτι-κή Εθνοσυνέλευση που θα επέβαλε τη «σκλήρυνση» του κράτους, αλ-λά μέσω της ενίσχυσης του ρόλου της Βουλής, μέσα οτην οποία θα μπορούοε να ατηρι,χθεί σ' έναν «κοινοβουλευτικοποιημένο» φασισμό.28
Η εξουδετέρωση, λοιπόν, της αντίθεσης του μεσαίου κεφαλαίου στην έλευση του φασισμού συντελείται εδώ βασικά από τους δικούς του πολιτικούς εκπροσώπους, των οποίων ο δεομός εκπροσώπησης με το μεσοάο κεφάλαιο, αν κοα κλονισμένος, διατηρείτοα σ' όλη τη διάρ-κεια της διαδικασίας εκφασισμού: πράγμα που ο ιταλικός φασισμός δεν μπόρεσε να πετύχει παρά χάρη ο' ένα «ποαχνίδι» πολιτικών συμ-βιβααμών με τους εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλοάου.29
Η κρίση κομματικής εκπροσώπησης συμβαδίζει και στην Ιταλία με μια βαθιά κρίση της κυρίαρχης ιδεολογίας.30 Ωστόοο, υπάρχουν ορι-σμένες ιδιομορφίες που τη διακρίνουν από τη γερμανική.
Εδώ η διαδικασία μετάβασης προς τον καπιταλισμό γίνετοα κάτω από την πολιτική ηγεσία της αστικής τάξης του Βορρά. Διαπιστώνου-με τον σχηματισμό μιας ίδιάζουσας αστικής ώεολογίας και η οποία δεσπόζει στο ιδεολογικό σύστημα που επικρατεί στην Ιταλία. Τέτοια ήταν η εθνικιοτική κοα φιλελεύθερη ιδεολογία στο κίνημα Ματσίνι. Εί-νοα αλήθεια ότι η φιλελεύθερη πλευρά της ιδεολογίας αυτής αμφισβη-
28. Αυτό ουσιαστικά, γιατί η πολιτική της «ταξικής συνεργασίας» των εκπροσώπων του μεσαίου κεφαλαίου που εγκαινιάστηκε από τον Τολιάτι, οτηριζόταν οε μια μορφή κράτους με εκλογική βάοη πολύ περιορισμένη λό-γω του ότι θεμελιώθηκε πάνω στην προσέγγιση βιομηχανικής αστικής τάξης και εργατικής και σε βάρος της αγροηάς του Νότου (A. Gramsci, «Alcune note sulla questione meridionale» οτο Oeuvres choisies, ό.π.), καθώς επίσης και λόγω της αδυναμίας της ιταλικής αστικής τάξης. Μετά το τέλος του πο-λέμου, με τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις πον απέσπαοαν οι λαϊκές μάζες, με τη «μαξιμαλιστική» στροφή της σοσιαλδημοκρατίας που αρνείται την επίση-μη «ουνεργασία των τάξεων» και με τη λαϊκή εξέγερση των αγροτικών μα-ζών, σοσιαλιστικών ως επί το πλείστον, οι «φιλελεύθεροι» εκπρόσωποι του μεσαίου κεφαλοάου -Τζολίτι, Μπονόμι, Φάκτα- δεν βλέπουν πλέον άλλη λύ-ση από την «κοινοβουλευτική» συντριβή της σοσιαλδημοκρατίας μέσω του φασιστικού κόμματος (P. Alatri, Le origini del fascismo, 1963, σ. 33 κ.ε.).
29. L. Basso, «Le origini del fascismo», στο Fascismo e antifascismo, ό.π., o. 19 κ.ε.
30. Για τα ζητήματα που ακολουθούν σημαντικές πληροφορίες στους Ρ. Alatri, ό.π., σελ. 5 και Ε. Santarelli, ό.π., α. 85 κ.ε.
Η ΙΤΑΛΙΑ
145
τείτοα -φαινόμενο Κρίσπι- από τον εμφανή και συνεχή παρεμβατισμό του κράτους κατά τη διαδικασία ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ιταλία, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι παρατηρούμε εδώ τη διατήρη-ση μιας εθνικιστικής-φιλελεύθερης ιδεολογίας που χαρακτηρίζει τις α-στικές επαναστάσεις.
Η εθνικιστική-φιλελεύθερη ιδεολογία περνά οξύτατη κρίση μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο. Καταρχήν, δεν ανταποκρίνεται πλέον στα συμφέροντα του μεγάλου ιταλικού κεφαλαίου, που περνά οτην ιδεο-λογική επίθεοη. Αλλά ενώ στη Γερμανία η έφοδος γίνεται με τον συ-γκεραομό της ιμπεριαλιστικής κοα της «μεταμορφωμένης» φεουδαρχι-κής ιδεολογίας, εδώ, εξαιτίας της αντίφασης μεγάλου κεφαλαίου/εγ-γείου ιδιοκτησίας κοα της επικράτησης τούτης της ιδιότυπης αστικής ιδεολογίας, η επίθεοη πραγματοποιείτοα με μια απόπειρα «συνεχούς» μεταλλαγής κατά κάποιον τρόπο της εθνικιστικής-φιλελεύθερης ιδεο-λογίας σε ιμπεριαλιστική-φασιστική.31
Μ' άλλα λόγια, το μεγάλο κεφάλαιο τοποθετείται στη γραμμή της εθνικιοτικής κοα φιλελεύθερης παράδοσης, μολονότι αμφισβητεί ταυ-τόχρονα τη φιλελεύθερη πλευρά της. Ιδιοποιείται και μετασχηματίζει την εθνικιοτική της πλευρά. Εκμεταλλεύετοα ιδιαίτερα το κοινό οάοθη-μα, ότι οι μεγάλες δυνάμεις σφετερίοτηκαν τους καρπούς της ιταλι-κής συμμετοχής στον πόλεμο. Η «εθνικιοτική-ιμπεριαλιστική» ιδεολο-γία που διέπει την επεκτατική πολιτική, την πολιτική προσαρτήσεων, την πολιτική «παρεμβατιαμού της δεξιάς» κατά τον πόλεμο, το κίνη-μα του Ντ' Ανούντοιο -κατάληψη του Φιούμε- κ.λπ. παρουσιάζεται σαν προέκταση του γαριβαλδινού κινήματος εθνικής ενοποίησης του Risorgimento.22 To ίδιο συμβαίνει με τα πολυάριθμα εθνικιστικά ιδε-ολογικά κινήματα, τα οποία, κατά το γερμανκό παράδειγμα, ανθούν στην Ιταλία και ιδιαίτερα το ΑΝΙ (Εθνικιστικός Ιταλικός Σύνδεσμος), που διαδραμάτισε σπουδοαότατο ρόλο μετά τον πόλεμο.
To μεσαίο κεφάλαιο αντιδρά έντονα σε τούτη την ιδεολογική επί-
31. A. Gramsci, L' Ordine Nuovo, a. 351 κ.ε. Έτσι μπορούμε να διαπι-στώοουμε εδώ τη σχέοη μεταξύ παραδοσιακής εθνικιστικής-φιλελεύθερης ι-όεολογίας του αστισμού και φασιστικής ιδεολογίας, με τρόπο πιο φανερό παρά στη Γερμανία όπου η διαδικαοία χαρακτηρίζετοα από τη συνένοχη σύμπραξη πολύ διαφορετικών ιδεολογικών υποσυστημάτων. Με λίγα λόγια μπορούμε ν' ανακαλύψουμε τα φασιστικά οπέρματα που εμπεριέχει η φιλε-λεύθερη ιδεολογία. Φαινόμενο τεράστιας σημαοίας, μια και οι αστοί θεω-ρητικοί του φασισμού οχυρωμένοι πίσω από την πολυπλοκότητα της γερ-μανικής περίπτωσης υποοτηρίζουν μια δήθεν αμείωτη αντίθεση μεταξύ φι-λελεύθερης και φασιστικής ιδεολογίας.
32. A. Tasca, ό.π., α. 57 κ.ε., σ. 71 κ.ε.
146
ΦΑΣΙΖΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
θεση του μεγάλου κεφαλαίου. Η ιδεολογική αντίδρασή του εκφράζε-ται με την αντίθεση στη συμμετοχή στον πόλεμο -αντιεπεκτατισμός-κοα την απόκρουση της φιλελεύθερης ιδεολογίας του Τζολίτι περί «σύ-μπραξης κεφαλαίου-εργασίας», ενώ ο ιμπεριαλιστικός εθνικισμός ενα-ντιώνεται διαρκώς και περισσότερο σ' αυτό που ονομάζει «σοσιαλιστι-κή μοναρχία» του Τζολίτι. Ωστόσο, τούτη η ιδεολογική έφοδος του μεγάλου κεφαλοάου γίνετοα ύπουλα γιατί κρύβετοα πίσω από την ά-μεση ιδιοποίηοη ορισμένων πλευρών της εθνικιστικής-φιλελεύθερης ι-δεολογίας, της ιδεολογίας δηλαδή του ιταλικού μεσαίου κεφαλαίου.
Ο ιταλικός φασισμός εντάσσεται ακριβώς μέσα σ' αυτήν την ιδεο-λογική επίθεση και δεν παρουσιάζει την ιδεολογική γνησιότητα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Η ιδεολογική επίθεση του μεγάλου κε-φαλαίου και του ιταλικού φασιομού με το προσωπείο της εθνικιστι-κής παράδοοης του μεοαίου κεφαλαίου (οι μελανοχίτωνες του Μου-σολίνι, έφτασε οτο σημείο να γράψει ο Α. Ρόζενμπεργκ, είναι οι συ-νεχιστές των ερυθροχιτώνων του Γαριβάλδη) είναι ένας από τους λό-γους της εξουδετέρωσης των αντιθέσεων του μεσαίου κεφαλαίου μετά την άνοδο τον φααισμού στην εξουσία, καθώς κοα της εντελώς ιδιαί-τερης υποστήριξης που προσέφεραν στον φασιομό οι φιλελεύθεροι εκ-πρόσωποι του μεσαίου κεφαλαίου. Η αντίδραση της φεουδαρχικής ι-δεολογίας σε τούτη την ιδεολογική έφοδο του μεγάλου κεφαλαίου, που παίρνει τη μορφή ανακίνησης του Risorgimento, δεν θα έχει με-γαλύτερη ακρόαση. Αν η επεκτατική πλευρά της ιμπεριαλιστικής ιδε-ολογίας βόλευε τους αγροτιστές του Νότου, αυτό δεν οφειλόταν στη συνέργειά της με τη «μεταμορφωμένη» φεουδαρχική ιδεολογία μιας τάξης που είχε ήδη στραφεί προς τον καπιταλισμό, όπως στη Γερμα-νία. Ο επεκτατισμός και ο επεμβατισμός δεν ανταποκρίνονται ακόμη στα οικονομικά συμφέροντα της ιταλικής αγροτικής φεουδαρχίας, αλ-λά κάλυπταν μόνον τα συγκυριακά πολιτικά συμφέροντά της. Στην περίπτωση το πολέμου της Λιβΰης, για παράδειγμα, ο σκοπός ήταν να θαμπωθούν οι φτωχοί αγρότες με την κατάκτηοη των ξένων γαιών, ώοτε να παρακαμφθεί το πρόβλημα διανομής των δικών τους γοαών. Τέλος, η αγροτική φεουδαρχία του Νότου έβλεπε με ανησυχία την ά-ποψη της («παραδοσιακής») ιταλικής ενότητας που συνόδευε τον ε-πεκτατισμό της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας. Η άποψη τούτη έδειχνε την επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου που σκόπευε την ηγεμονία του, και τον κίνδυνο να καταργηθούν τα πολιτικά προνόμια των αγροτι-στών.
Έτσι, αντίθετα με τη γερμανική περίπτωση, εδώ καταγράφουμε μια άμεση αντίθεση μεταξύ «κλασικής» φεονόαρχικής και ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας. Η αντίθεση αυτή εκδηλώνεται με τη χαρακτηριστική ανα-βίωση του «φεουδαρχικού οοαιαλιομού», έντονα φορτισμένου από τον
Η ΙΤΑΛΙΑ
147
καθολίκισμό. Είνοα έκδηλος στην ιδεολογία του Λαϊκού Κόμματος και βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με την ιμπεριαλιστική ιδεολογία του ε-πεκτατισμού, του επεμβατισμού και της ιταλικής ενοποίησης, την ιδε-ολογία δηλαδή του μεγάλου κεφαλαίου.
Στην Ιταλία επίσης ξαναβρίσκουμε κινήματα κριτικής εναντίον της κυρίαρχης ιδεολογίας, προερχόμενα από κύκλους που συνδέονται με το άρχον συγκρότημα και τα οποία εκφράζουν, με τον «αντικαπιτα-λιστικό» τόνο τους την επιρροή της μικροαστικής και της εργατικής ιδεολογίας, στο πλαίσιο της γενικευμένης ιδεολογικής κρίσης. Τέτοια υπήρξε, μεταξύ άλλων, η περίπτωση της ομάδας του περιοδικού La Voce (Η φωνή), πον συμφιλιώνει γύρω της εθνικιστές όπως ο Παπίνι (Papini) και αοσιαλιστές όπως ο Σαλβεμίνι. Τέτοια είναι, επίαης, η πε-ρίπτωση του ιδεολογικού κινήματος που δημιουργήθηκε με κέντρο τα έργα του Α. Οριάνι (Oriani) και που συμβιβάζει τον εθνικισμό με έ-ναν έντονο λαϊκισμό. Ακόμη, υπάρχει η περίπτωση της ομάδας και, στη συνέχεια του πολιτικού κόμματος των φουτουριστών, που είνοα βασικά αντικληρικοί, και προπαγανδίζουν την κοινωνικοποίηση της γης, το συντεχνιακό κράτος κ.λπ. Ωοτόσο, αυτές οι επιθέσεις «αντι-καπιταλιοτικής» χροιάς εναντίον της κυρίαρχης ιδεολογίας γίνοντοα με το «παραδοσιακό» προοωπείο της κλασικής εθνικιστικής ώεολογίας. Επαναλαμβάνουν δηλαδή το θέμα «RisoΓgimento=χαμέvη επανάστα-ση» και ευαγγελίζοντοα ένα νέο Risorgimento που θα ολοκληρώσει το έργο του πρώτου,33 κατά το παράδειγμα του Οριάνι, ο οποίος αρέ-οκεται να αντιπαραθέτει στην επιπόλαια «αστική» Ιταλία, γέννημα ε-κείνου του ανολοκλήρωτου Risorgimento, μια Ιταλία που θα ανανεώ-νεται μέσα σε μια τεράστια λαϊκή αναγέννηση.34 Χάρη σε παρόμοιες απόψεις, κοα μ' αυτό το προσωπείο, θα δημουργηθεί την ώρα που η όλη εξέλιξη θα φτάοει οτο σημείο μη-επιστροφής, η ζεύξη αυτών των ιδεολογικών κινημάτων -κίνημα του Ντ' Ανούντσιο, φουτουριοτές κ.λπ— με τον φασισμό.
Από την άλλη μεριά στην Ιταλία όταν αρχίζει η διαδικασία εκφα-αισμού γίνεται ολοένα και πιο αποφαοιστικό το πολιτικό βάρος των ιδεολογικών μηχανισμών που λειτουργούν ως πεδία έκρηξης των ιδε-ολογικών αντιφάσεων κοα ταυτόχρονα ως πεδία εφόδου της ιδεολο-γίας του μεγάλου κεφαλοάου. Στο Πανεπιστήμω, η επίθεση εκδηλώνε-ται με μια ιδιαίτερη επιμονή στην εθνικιστική-γαριβαλδινή πλευρά της
33. Συγκεκριμένα τέτοια είναι η άποψη του φημισμένου αλλά θλιβερού «φιλελεύθερου φασίστα» G. Gentile, Origini e dottrina del fascismo (Κατα-γωγή και θεωρία του φααισμοΰ).
34. R. Paris, Histoire dufascime..., ό.π., ο. 40.
148
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
ιμπεριαλιοτικής ιδεολογίας, κυρίως χάρη στο κίνημα του Ντ' Ανού-ντσιο. Η Εκκληοία είνοα επίσης χώρος όπου εκδηλώνετοα η ιδεολογι-κή επίθεοη του μεγάλου κεφαλαίου και ταυτόχρονα η σϋστοιχη φεου-δαρχική αντίδραση.
Τέλος, παρατηρούμε κι εδώ την προοδευτική ρήξη μεταξύ των πο-λιτικών εκπροαώπων του άρχοντος συγκροτήματος και των κερβέρων αξιωματούχων της ιδεολογίας του. Ωστόσο, αυτό γίνεται με ιδιοάτερο τρόπο: όχι τόσο με άμεσες επιθέσεις εναντίον του κοινοβουλευτικού φιλελευθερισμού (όπως γίνετοα στη Γερμανία), όοο με διεκδικήοεις για μια «αλλαγή ηγεαίας», δεδομένου ότι τα πάντα διαδραματίζονται σκε-πασμένα κάτω από το προσωπείο του «παραδοσιακού» εθνικιομού.
Στην Ιταλία επίσης, η διαδικααία εκφααισμού αντιστοιχεί σε μια ε-πιθετική οτρατηγική εκ μέρους του ουναοπισμού εξουσίας και ιδιαίτε-ρα του μεγάλου κεφαλαίου. To οχέδιο εκπονείτοα ήδη από τις 7 Μαρ-τίου 1920, από την πρώτη εθνική συνδιάσκεψη των Ιταλών βιομηχά-νων και επικυρώνει την υπεροχή της Confidustria (Σύνδεομος Ιταλών Βιομηχάνων) στο σύνολο τη οικονομίας. Ο Τζολίτι επιφορτίζεται με την εκτέλεση του σχεδίου. Στην πραγματικότητα το σχέδιο δεν θα μπορέσει να εφαρμοοτεί παρά μετά την αλλαγή του πραγματικού ου-σχετισμού των δυνάμεων, που συνοδεύει το τέλος της σταθεροποίησης, δηλαδή μετά το κίνημα κατάληψης των εργοσταοίων το καλοκαίρι του 1920. Η αποτυχία αυτού του κινήματος ανοίγει το δρόμο στη φάση επίθεσης του μεγάλου κεφαλαίου. To κίνημα των λοκάουτ γενικεύε-ται, οι απεργίες ολοφάνερα παρακμάζουν.35 Στο σημείο μη-επιστροφής, μετά τη συγκρότηοη του φασισακού κινήματος αε κόμμα κοα τη ουμ-φωνία ειρήνευοης σοσιαλιστών και φασιστών, επί κυβέρνηοης Μπονό-μι (φθινόπωρο 1921), η επίθεση εντείνετοα: κατάργηοη των ονομαστι-κών τίτλων σε όφελος της Τράπεζας της Ρώμης με τον Μπονόμι, αύ-ξηση των επιχορηγήσεων των βιομηχανιών και των χρηματιατικών ο-μίλων με τον Φάκτα. Ο πληθωρισμός ανατρέπει τις κατακτήσεις του κινήματος κατάληψης εργοστασίων, την αύξηση δηλαδή των μισθών και συνδικαλιατικά δικαιώματα «ελέγχου» στις επιχειρήσεις. Ο πραγ-ματικός μέσος μισθός με βάση το δείκτη 100 για το 1913 πέφτει α-πό 127 το 1921 οε 123 το 1922.
Όλα αυτά δεν αρκούν οτο μεγάλο κεφάλοαο: οι εκπρόαωποι του μεσαίου κεφαλαίου είναι προσανατολισμένοι ακόμα στην πολιτική της «συνεργασίας των τάξεων». To μεγάλο κεφάλοαο διακόπτει τις σχέ-σεις του με τους εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλαίου ήδη με την τε-λευταία κυβέρνηση Τζολίτι, που κρίθηκε υπερβολικά επιεικής προς τις
35. A. Tasca, σ. 103 κ.ε.
Η ΙΤΑΛΙΑ
149
διεκδικήσεις των απεργών του 1920. Η πορεία επιταχύνεται με τους Μπονόμι κοα Φάκτα, που θεωρήθηκαν πάλι υπερβολικά συμβιβαστι-κοί προς τις λαϊκές μάζες. Η επίθεση γίνετοα φανερή στο πολιτικό ε-πίπεδο. Δείξαμε κιόλας τις βασικές γραμμές της: θα επανέλθουμε εξε-τάζοντας τη διαδικασία εκφασιαμού του κρατικού μηχανισμού.
δ) To φασιστικό κόμμα, ο φασισμός, οι κυρίαρχες τάξεις και τα κυ-ρίαρχα κοινωνικά στρώματα. Η ηγεμονία και η κυβερνώσα τάξη
To τελευταίο ζήτημα αφορά τη σχέση φασιομού κοα φασιστικού κόμ-ματος με το άρχον συγκρότημα, και ειδικότερα το μεγάλο κεφάλαιο. KL εδώ επίσης, το φασιστικό κίνημα, ενώ χρονολογείτοα από την πε-ρίοδο του πολέμου ως κίνημα υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο, φαί-νεται να έχει καταρρεύσει.36 Αναδιοργανώνεται το 1919 με τη μορφή των fasci de combattimento, δηλαδή ουσιαστικά με τη μορφή ενόπλων ομάδων και «ελεύθερων αποσπασμάτων», αλλά φυτοζωεί ώς το καλο-καίρι του 1920. Με την έναρξη της επιθετικής φάσης του αοτισμού, το φασιστικό κίνημα αποκτά χαρακτήρα μαζικού πολιτικού κινήμα-τος. Αν και στις αρχές του 1920, υπήρχαν οτην Ιταλία τριάντα ένα fasci που ουγκέντρωναν μόνο 870 οπαδούς, το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου το φασιστικό κίνημα θα αριθμεί 20.000 οπαδούς κι ένα χρό-νο αργότερα περισσότερους από 200.000."
Η υποστήριξη του φασιοτικού κινήματος από το μεγάλο κεφάλαιο χρονολογείται από τις απαρχές της διαδικασίας εκφασιομού (1920) και εκδηλώνετοα με διάφορες επιχορηγήσεις. Αντίθετα με τη γερμανι-κή περίπτωση, η υποστήριξη αυτή είναι ακόμη αρκετά επιφυλακτική γιατί ο ιταλικός φασισμός πρέπει πρώτα να ρυθμίσει το ζήτημα των αχέσεών του με τους αγροτιστές,3* ζήτημα του οποί,ου η σπουδαιότη-τα έχει υπογραμμιστεί και οφεί,λεται οτην ιδιαίτερα οξεία μορφή της αντίφασης μεγάλου κεφαλαίου-αγροτιστών στην Ιταλία.
Πραγματικά, ενώ ο Μουσολίνι θεωρεί ως κέντρο της δραστηριότη-τας του ιταλικού φασιομού την πόλη, από το 1920 αναπτύσσετοα μέ-σα στο πλαίσιο της επίθεσης της μεγάλης γαιοκτησίας, ο αγροτικός ψασιομός, υπό την καθοδήγηση του Ντ. Γκράντι (Grandi) και του Ίταλο Μπάλμπο (Balbo). Ο αγροτικός φααισμός ουγκροτημένος βασι-
36. G. Salvemini, Scritti sulfascismo, 1961, σ. 385 κ.ε.
37. Ε. Nolte, Der Faschismus in seiner Epoche: die Action Frangaise, der italienische. Faschismus, der National-sozialismus, 1965, o. 253 κ.ε.
38. A. Tasca, ό.π., σελ. 175 κ.ε.- L. Salvatorelli κοα G. Mira, ό.π., a. 200 κ.ε.
150
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
κά σε αδέσποτες συμμορίες επιτίθεται εναντίον των αγροτικών συνδέ-σμων, αγρεργατών κοα φτωχών αγροτών που είχαν δημιουργηθεί με την προτροπή των κομμουνιστών ή αοσιαλιατών -κόκκινοι αύνδεσμοι-ή ακόμα και των καθολικών - λευκοί ούνδεσμοι. Όμως, τον Ιούνιο του 1921, ο Μουαολίνι αποφασίζει να κάνει έναν τακτικό συμβιβασμό με τους πολιτικούς εκπροοώπους του μεσαίου κεφαλαίου κοα ταυτό-χρονα να προσεγγίσει περισσότερο το μεγάλο κεφάλοαο. Παρουσιάζε-ται, για τις εκλογές, οτους «εθνικούς καταλόγους» κοα, τον Αύγουστο του 1921, με την πρωτοβουλία του Μπονόμι, τάσσεται υπέρ του συμ-φώνου ειρήνευσης με τους σοσιαλιοτές, στους οποίους υπολογίζουν α-κόμη οι εκπρόσωποι του μεαοάου κεφαλαίου για να πετύχουν τη δι-κή τους πολιτική «συνεργασίας των τάξεων». Μ' αυτήν την πολίτική ο Μουσολίνι επιχειρεί να καταπνίξει τον αγροηκό φαοιομό. Η ουμ-φωνία ειρήνευαης και η ένταξη του φαοιοτι,κού κινήματος στον κοι-νοβουλευτισμό γίνονται οασθητές με το περιεχόμενο που πραγματικά έχουν: ελιγμός δηλαδή, κοντά στ' άλλα, που κατευθύνετοα εναντίον του αγροτικού φααισμού, ελιγμός στηριζόμενος στη μόνιμη λευκή τρομο-κρατία της υπαίθρου.
Η πολιτική αυτή προξενεί μια σοβαρή κρίση στους κόλπους του φασιστικού κινήματος που οδηγεί σε μια πραγματική αναμέτρηση για την εξουσία, μεταξύ Μουσολίνι και των «προυχόντων της επαρχίας» (των ras), δηλαδή των ηγετών του αγροτικού φασισμού, κοα συγκε-κριμένα των fasci Εμίλιας και Ρομάνιας υπό την αιγίδα του Ντ. Γκρά-ντι. Στο Συνέδριο της Ρώμης το Νοέμβριο του 1921, ο Μουσολίνι που προτείνει το μετασχηματιομό του φαοιστικού κινήματος οε κόμμα, κα-ταφέρνει να νικήσει τον αγροτικό φασισμό. Παράλληλα, αρχίζει η πρώτη ρήξη με τη συνδικαλιστική «αριοτερίζουσα» πτέρυγα του κινή-ματος, η οποία εκπροσωπείτοα από τον Φαρινάτσι (Farinacci), καθώς και η πρώτη στροφή του φαοιστικού κόμματος, με την οποία εγκα-ταλείπει τα συνδικαλιστικά «αριστερίζοντα» θέματα. To νέο φασιστι-κό κόμμα αναπτύσσει στο εξής πραγματικές πολιτικές και οργανωτι-κές σχέσεις με το μεγάλο κεφάλαιο. Από τη στιγμή αυτή οι οικονο-μικές παροχές αφθονούν.
Από την άλλη μεριά, το φασιστικό κόμμα επιφορτίζεται με την ε-ξουδετέρωαη της αντίθεοης του μεσαίου κεφαλαίου και των εκπροσώ-πων του. Αυτό θα γίνει με τη «φιλελεύθερη» στροφή του φασιατικού κόμματος, που εγκαινιάατηκε ήδη στις εκλογές του Ιουνίου 1921, ό-που ο Μουσολίνι δηλώνει:
«... Πρέπει να περιορίσουμε το κράτος στην καθαρά νομική και πολιτική του έκφραση. Να μας δίνει το κράτος μια αστυνομία που θα προστατεύει τους τίμιους ανθρώπους από τους αλήτες, μια καλά οργανωμένη δικοαοσύνη, ένα στρατό σε ετοιμότητα για
Η ΙΤΑΛΙΑ
151
όλες τις περιοτάσεις, μια εξωτερική πολιτική προσαρμοσμένη στις
εθνικές ανάγκες. Όλα τα υπόλοιπα, κοα δεν αποκλείω ούτε τη
μέση εκπαίδευση, πρέπει να επιστραφούν στην ιδιωτική δραστη-
ριότητα του ατόμου. Αν θέλετε να σώσετε το κράτος, πρέπει να
καταργήσετε το κολεκτιβίστικο κράτος, όπως αυτό μας έχει κλη-
ροδοτηθεί από τη δύναμη των πραγμάτων και τον πόλεμο, και
να επιστρέψετε οτο "μα'ντζεστεριανό κράτος"».
Δηλώοεις που ήθελαν ν' αποκρύψουν τον παρεμβατικό ρόλο οτον
οποίο έπρεπε να ανταποκριθεί το φασιοτικό κράτος σε όφελος του
μεγάλου κεφαλαίου, κοα που προορίζοντοα ακριβώς να εξουδετερώ-
σουν τις αντιθέσεις του μεοαίου κεφαλαίου.
Τώρα πια, ο δρόμος είναι ανοιχτός: το Φεβρουάριο του 1922, με την εκλογή του νέου πάπα, του Πίου 11ου, παλι,ού καρδιναλίου του Μίλάνου και γνωοτού φιλοφασίστα, ο φασιαμός κερδίζει την υποστή-ριξη του Βατικανού. To Βατικανό αποκηρύσσει την πολιτική αντίθε-σης στον φασισμό που ακολουθούσε υπό την ηγεσία του Ντον Στούρ-τζο39 το Λαϊκό Κόμμα. Τον Αύγουστο του 1922, ο Μουσολίνι εγκα-ταλεί,πει τα σχέδιά του για «προεδρική δημοκρατία» και αποδέχετοα τη διατήρηση της μοναρχίας η οποία, αντίθετα με την περίπτωση της Γερμανίας, όπου ουνδεόταν βασικά με τη μεγάλη έγγειο ιδιοκτησία, στην Ιταλία συνδέεται με το κεφάλοαο, κοα κυρίως το «παραδοσιακό μεσαίο κεφάλαιο. Τέλος, το Σεπτέμβριο του 1922 το φασιστικό κόμ-μα καθυποτάσσει το εθνικιστικό κίνημα του Ντ' Ανούντσιο με τη συ-γκρότηση του εθνικιστικού-φασιστικού κόμματος.
Ωστόοο, την τελευταία αυτή περίοδο ο πολιτικός δεσμός του φα-σιστικού κόμματος με τις μάζες παραμένει ισχυρότατος.
Σ' αυτό πρέπει να προστεθεί η δυσπχοτία του μεγάλου κεφαλαίου προς τους πολιτικούς συμβιβασμούς του φααισμού με τους εκπροσώ-πους του μεσαίου κεφαλαίου. Κι εδώ λοιπόν, το μεγάλο κεφάλαιο ποά-ζει παράλληλα, αλλά οε δεύτερο πλάνο, το χαρτί μιας στρατιωτικής δικτατορίας που θα στηριζόταν στο εθνικιστικό κίνημα του Ντ' Ανού-ντσιο.
Με την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, συντελείται η προοδευ-τική εδραίωση της πολιτιχής ηγεμονίας του μεγάλον κεφαλαίου. Η η-γεμονία αυτή έχει τελικά το COLO νόημα μ' εκείνη που εδροαώθηκε στη Γερμανία παρόλο που συντελείται μ' ένα ρυθμό πιο αργό και ακολου-θεί διαφορετικούς σχετικά δρόμους. Από την «Πορεία στη Ρώμη» (1922) ώς την προκήρυξη των φασισηκότατων νόμων, ο φασισμός α-κολουθεί ένα όρόμο συμβιβασμού με το μεσαίο κεφάλαιο που σκοπεύει
39. G. Salvemini, Le origini del fascismo in Italia, ό.π., σ. 351 κ.ε.
152
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
στο να ολοκληρωθεί η ρήξη του χελευχαίου με τους πολιχικούς του εκπροσώπους. Μεχά το 1925, παρατηρούμε τη διάλυση του συνόλου των πολιτικών οργανώσεων του άρχοντος συγκροτήματος. To φαοι-σχικό κόμμα δεαπόζει πλέον στην πολιχική κονίσχρα δίχως να μοιρά-ζεχοα με κανέναν αυτήν την κυριαρχία.
Παράλληλα, μέσα στις γραμμές του φασισμού παραχηρούμε μια εκ-καθάριοη της «αρισχερίζουσας πχέρυγάς» του, η οποία ήδη το 1923 αξιώνει τη «δεύτερη» -ανχικαπιχαλισχική- «επανάσταση».40 Οπαδοί χου Μουσολίνι κοα οπαδοί της «δεΐιτερης επανάστασης» συγκρούονχαι μερικές φορές με πολυβόλα. Αυτό οδηγεί, χο 1923, οχην πρώτη εκκα-θάριση, που πλήχχει περίπου 150.000 φασίσχες. Οι περισσόχεροι απ' αυχούς είχαν αυμμεχάσχει σχην «Πορεία σχη Ρώμη». Νέα εκκαθάριση μεχαξύ 1925-1926, περίοδο όπου αρχίζει η δεύχερη φάση χου φασι-ομού σχην εξουσία, η φάση χης σχαθεροποίηαης: οι προσχωρήαεις σχο φασισχικό κόμμα ανασχέλλονχοα μέχρι χο 1931. Τέλος, κυριεύονχοα οι τελευχοάες επάλξεις ανχίσχασης χων αγροχισχών και χου μεσαίου κε-φαλαίου μέσα σχο πλαίσιο χου κραχικού μηχανιαμού: ο σχραχός κοα η ανώχαχη διοίκηση εκκαθαρίζονχοα οριοχικά και χο σχέμμα χάνει χα χελευχαία χου προνόμια.
Κι εδώ εξάλλου, αν και η πορεία ακολουθεί διαφορεχικό δρόμο, διαπισχώνουμε μια καχάσχαση ίδια με εκείνη χης Γερμανίας, σχεχικά με χην μικροαστική τάξη: κυβερνώοα χάξη σχη διάρκεια χης πρώχης περιόδου χου φασισμού σχην εξουσία, απλώς τάξη πον κατέχει τον κρατικό μηχανισμό σχη συνέχεια. Ξεκινά με χην «Πορεία σχη Ρώμη» με χη μαζική συγκρόχηση εκείνης χης «φασισχικής γραφειοκραχίας» για χην οποία επιμένει ιδιαίχερα ο Γκράμσι. Αλλά ο ιχαλικός φασι-σμός περιφρουρεί χο πολιχικό προσωπικό χου ασχισμού: μόνον χο 1925 η μικροασχική χάξη καχαλαμβάνει ορι,σχικά χα «υψηλά αξιώμα-χα» χου κραχικού μηχανισμού. To 1928, θα επέλθει χελικά, η ρήξη χου δεομού εκπροσώπησης μεχαξύ χων «κορυφών» χου φασισχικού κόμμαχος κοα χης μικροασχικής χάξης, από χην οποία σχραχολογού-νχαι μαζικά OL οπαδοί χου. Η ρήξη σημαδεύει χο πέρασμα χης χάξης αυχής από χην καχάσχαση χης κυβερνώσας σχην καχάοχαση χης χά-ξης που καχέχει χον κραχικό μηχανισμό και χης χάξης-σχήριγμα χου κράχους. Ο νόμος χης 9ης Δεκεμβρίου 1928 ολοκληρώνει χην επικρά-χηση χου «ολοκληρωχικού κράχους», σύμφωνα με χον όρο χου ίδιου χου Μουσολίνι. To 1928 γίνεχοα μια νέα εκκαθάριση. Η Συνομοσπον-δία χων φασισχικών συνδικάχων διαλύεχοα, ο γενικός γραμμαχέας χης Ροσόνι (Rossoni) καθώς και χα «συνδικαλισχικά-κορποραχισχικά»
40. D. Guerin, ό.π., σ. 144 κ.ε.
Η ΙΤΑΛΙΑ
153
ατοιχεία της που τοποθετήθηκαν απ' αυτόν οτις διάφορες θέσεις της οργάνωσης, απολύοντοα. Ολοκληρώνεται η υποταγή του φασιστχκού κόμματος στον φασιστικό κρατικό μηχανισμό. Η μικροαστική τάξη, ε-πειδή δεν διαθέτει μιαν αυτόνομη, κατά κάποιον τρόπο, πολιτική ορ-γάνωση που θα συντελούσε στη διατήρησή της ως κυβερνώσας τάξης, περιορίζεται οτο εξής στη θέση της τάξης που κατέχει τον κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα, τα μέλη του μεγάλου κεφαλαίου βρίσκουν ά-μεση πρόσβαση στις ηγετικές θέσει,ς του κράτους, χάρη στην προσχώ-ρηοή τους στο φασιστικό κόμμα κοα ακολουθώντας μια πορεία ανά-λογη μ' εκείνη της Γερμανίας.41
Η σχέση του φασισμού με την μικροαστική τάξη είνοα, κι εδώ επίσης, ένας παράγοντας αχετικής αυτονομίας τον φασιστικού κράτους απέ-ναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Σ' αντό πάλι πρέπει να προοθέσουμε το γεγονός ότι ο φαοισμός, εδροαώνοντας την πολιτική ηγεμονία του με-γάλου κεφαλαίου επιβάλλει μια πολιτική που σκοπεύει να συγκρατή-σει τις οικονομικές αντιφάσεις του άρχοντος συγκροτήματος. Ενώ ε-πιταχύνει τη διαδικασία κνριάρχησης τον μονοπωλιακον κεφαλαίου πάνω στο μεααίο κεφάλαιο και την έγγειο ώιοκτηοία, επιχειρεί ταυ-τόχρονα να τη ρυθμίσει κοα να την ελέγξει. Έτσι, οδηγείτοα σε σημα-ντικές αντινομίες μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου, φασιστικού κόμματος και κράτους. Ήδη το 1934, η Confidustria κοα ο πρόεδρός της Πι-ρέλλι (Pirelli) διαμαρτύρονται ενεργά εναντίον της αυξανόμενης, από το 1926, παρέμβασης του κράτους στην οικονομία. Αν κοα η παρέμ-βαση ασκείται σε όφελος του μεγάλου κεφαλούου, επιβάλλει ωοτόσο συνθήκες ελέγχου της πορείας κυριάρχησής του, συνθήκες που το με-γάλο κεφάλοαο αισθάνετοα σαν «γραφειοκρατικά εμπόδια». Η πολιτι-κή αυτάρκειας και η πολεμική οικονομία επιδεινώνουν τις αντινομίες. Ο Μπαντόλιο, οι αξιωματούχοι του στρατεύματος κοα η μοναρχία δια-φωνούν διαρκώς κοα περισσότερο με την οικονομική πολιτική του φα-οισμού, πράγμα που καταλήγει στην κρίοη του 1943.42
41. G. Salvemini, ό.π., σελ. 344• A. Aquarone, L'Organizzazione dello state totalitario, 1965, κεφ. Ill• H. Lasswell κοα R. Sereno, «The Fascists: the Changing Italian Elite», American Political Science Review, 1973, o. 914 κ.ε.
42. V. Foa, «Le strutture economiche e la politica economica del regime fascista», στο Fascismo e antifascismo, ό.π., σ. 278. Γι' αυτό το θέμα, ο Φόα, σημειώνει: «Θα ήταν οοβαρό λάθος να θεωρήοουμε ότι η φασιστική κυβέρνηση υπήρξε μαριονέτα στα χέρια των μεγάλων βιομηχάνων, ότι ήταν ένα εξάρτημά τους που το χειρίζονταν με μηχανικό τρόπο. [...] To κράτος διαθέτει τη δική του αυτονομία».

IV
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Σε τούτο το κεφάλαιο θα επιχειρήσουμε την ανάλυση της σχέσης φα-σισμού κοα εργατικής τάξης: δηλαδή θα εξεταστεί από τη μια μεριά η κατάσταση της εργατικής τάξης στη συγκυρία της διαδικασίας εκφα-αιομού κοα του φασισμού στην εξουσία και από την άλλη η πολιτική του φασισμού απέναντι στην εργατική τάξη.
1. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ο) Η διαδικαοία ήττας και άμυνας της εργατικής τάξης: οι φάσεις της και ο χαρακτήρας της
Η έναρξη της διαδικαοίας εκφαοιομού προνποθέτει αλλεπάλληλες ήτ-τες της εργατικής τάξης, ήττες που, ακριδώς, ανοίγονν το δρόμο του εκφααιομού.
Η Διεθνής τις περισσότερες φορές θεώρηοε την εργατική τάξη α-νίκητη, ακόμη κοα μετά την άνοδο του φασισμού στην εξουοία. Η «υ-περαριατερή» περίοδος αποκλείει οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία:
«Η 12η Ολομέλεια [...] έδειξε [...] ότι όλες οι θεωρίες, που, στη-
ρίζομενες οτην ιστορία του ιταλικού φασισμού, θεωρούν ότι για
να επικρατήαει ο φασιομός πρέπει πρώτα να ηττηθεί η εργατι-
κή τάξη, είναι σχηματικές αφοαρέσεις».1
Κι όμως, μετά την νίκη του ιταλικού φασισμού και την απομάκρυν-
ση του Μπορντίγκα από την καθοδήγηση του Ιταλικοΰ Κομμουνιστι-
κού Κόμματος, οι θέσεις της Λυόν του ΙΚΚ το 1926, είχαν ξεκάθαρα
τονίσει:
1. S. Schwab, «Le caractere de la dictature fasciste», στο Internationale communiste, Ιανουάριος 1933.
158
ΦΑΠΣΜΟΓ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
«Η νίκη του φαοισμού θα έπρεπε να θεωρηθεί όχι νίκη εναντίον της επανάστασης, αλλά συνέπεια της ήττας των επαναοτατικών δυνάμεων».
Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε το νόημα της «ήττας». Η εργατική τάξη δεν ηττήθηκε σε μια μέρα. Δέχτηκε αλλεπάλληλα χτυπήματα μέ-σα σε μια πορεία που πέρασε από διάφορες φάσεις κοα καμπές. Ot αλ-λεπάλληλες ήττες και τα επακόλουθά τους χαρακτηρίζουν την κατά-σταση της εργατικής τάξης στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού.
Με το τέλος του πολέμου αρχίζει για τη Γερμανία και την Ιταλία μια πραγματική επαναστατική περίοδος. Η επανάσταση εγγράφετοα στην ημερήσια διάταξη, με την έννοια ότι η περίοδος χαρακτηρίζεται από μια συγκυρία καταστάσεων αντικειμενικά επαναστατικών. Όμως, η εργατική τάξη δεν πετυχαίνει να κατακτήσει την κρατι,κή εξουσία (1918-1919 οτη Γερμανία κοα την Ιταλία), και να πραγματοποιήσει τους στόχους της στις κρίσιμες στιγμές (1920 στην Ιταλία, 1923 οτη Γερμανία).
Ας παρατηρήσουμε αμέσως ότι μια ήττα δεν οημοάνει αναγκαατι-κά ανοιχτή ήττα σε μια κατάσταση κηρυγμένου εμφυλίου πολέμου-μπορεί επίσης να είνοα αποτέλεσμα μιας μάχης που δεν δόθηκε την κατάλληλη οτιγμή.
Εξάλλου, το πρόβλημα δεν είναι να διακριβώσουμε αν σ' όλες τις κρίσιμες καμπές της ιστορίας οι καταστάσεις ήταν αντικειμενικά επα-ναοτατικές στην κυριολεξία, γιατί τότε, ίσως, θ' αμφιβάλαμε για το 1920 στην Ιταλία και το 1923 στη Γερμανία. Πάντως, είναι βέβαιο ό-τι στις δυο τελευταίες περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε με μια χαρα-κτηριστική αποτνχία της εργατικής τάξης να φτάσει τονς πολιτικονς οτόχονς που επέβαλε μια κατάοταοη ανοιχτής κρίοης και που ήταν πραγματοποίήαμοί. Γιατί, είναι αλήθεια ότι μια ήττα της εργατικής τάξης δεν μετριέτοα απλώς με την αποτυχία της να πάρει την κρατι-κή εξουσία -«να κάνει την επανάοταση»- (δυνατότητα που πιθανόν δεν υπήρχε, ή δεν υπήρχε πλέον, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις), αλ-λά επίσης με την αδυναμία της να επιβάλει, μέσα σε μια ανοιχτή κρί-ση, «εφικτούς» πολιτικοΰς στόχους κοα εντεταγμένους μέοα οε μια μα-κροπρόθεσμη στρατηγική, που δεν φτάνουν ενδεχομένως μέχρι την κα-τάληψη της κρατικής εξουοίας.
OL αποτυχίες απολήγουν ο' αυτό που πιο πάνω ονομάσαμε περίο-δο σχετικής σταθεροποίησης, περίοδο σημαδεμένη από αιχμές έξαρσης της ταξι,κής πάλης. Ωστόσο, η εξασθένιση της εργατικής τάξης συνε-χίζετοα σ' όλη τη διάρκεια της περιόδου σταθεροποίησης, πράγμα που μας επιτρέπει να μιλάμε για μια πραγματική διαδικασία ήττας. Πραγ-ματικά, κάθε περίοδος σταθεροποίησης δεν αντιστοιχεί υποχρεωτικά σε μια διαδικασία ήττας. Μπορούμε να βρούμε περιόδους σταθερο-
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
159
ποίησης κατά τις οποίες, χάρη στη στρατηγική ευστάθεια (Μάο) η ερ-γατική τάξη ενισχύει τις θέοεις της μέσα στο πλαίσιο του πολέμου θέ-αεων κοα ετοιμάζετοα για την επίθεση. Αυτό είναι το στρατηγικό νόη-μα του «παρατεταμένου πολέμου» του Μάο.2
Όμως, δεν είναι ίδια η περίπτωση της φάσης αταθεροποίησης που έρχεται πριν την έναρξη της διαδικασίας εκφασισμού. Σε τούτο τον πόλεμο φθοράς, ενώ η αστική τάξη ενιαχύεται, η εργατική τάξη κοα οι λα'ίκές μάζες εξασθενούν όλο κοα πιο πολύ. Η σταθεροποίηση απο-βαίνει αναπόφευκτα προς όφελος του αντιπάλου, εκτός εάν υπάρχει μια συνειδητή κοα κατάλληλη στρατηγική από μέρους των επαναστα-τικών οργανώσεων. Η σταθεροποίηση λοιπόν γίνετοα μια ανάπαυλα για τον αντίπαλο κοα σ' αυτό συντελούν όλες οι αντικειμενικές συνι-οτώσες του καπιταλιστικού συστήματος. Η αποφασιστική πάντως στροφή σ' αυτήν την πορεία συμπίπτει με την έναρξη της διαδικασίας εκφασιομού, που σημαίνει ανοιχτή επίθεση του αστισμού και φάοη ά-μυνας (στην κυριολεξία) της εργατικής τάξης.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν πάρουμε υπόψη μας το χαρακτήρα ολόκληρης της περιόδου. Ειδικότερα, σε καμιά στιγμή δεν υπήρξε «καταοτροφική» αναμέτρηση, με τη γκραμσιανή έννοια, δηλαδή αναμέτρηση τέτοιας έκτασης ώστε την καίρια στιγμή να εκ-μηδενιστούν ολοκληρωτικά οι δυνάμεις του ενός ή του άλλου, ή κοα των δύο αντιπάλων.
Ξέρουμε πάλι, ότι το λαϊκό κίνημα, παρά τις αποτυχίες του, που μπορούν να μετρηθούν σε συνάρτηση με τους εφικτούς πολιτικούς στόχους, επέβαλε στην αστική τάξη πραγματικές οικονομικές και πο-λιτικές κατακτήσεις. Και, παρόλο που η αστική τάξη είχε καταφέρει να εκμηδενίσει αυτές τις κατακτήσεις, ωοτόσο, περισώζονταν ακόμη στις αρχές της διαδικασίας εκφασισμού, σε βαθμό μάλιοτα, λόγω της οικονομικής κρίσης, απαράδεκτο για τα αατικά ουμφέροντα.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι κατακτήσεις περιοώζονταν ακό-μη, ενώ ο ουοχετιομός δυνάμεων, στον οποίον είχαν βααιστεί, είχε
2. Υπενθυμίζουμε ότι, για τον Μάο, το στρατηγικό νόημα του «παρα-τεταμένον πολέμον» δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ιστορικής περιοδολόγη-σης της ταξικής πάλης σε φάαεις -επίθεση, άμυνα, σταθεροποίηση- κοα οε αντίστοιχες στρατηγικές καμπές. Με τον όρο «παρατεταμένος πόλεμος», υ-ποδηλώνεται, ακριβώς, ότι η επαναστατική διαδικαοία δεν έγκειται σε μια απλή προοδενηκή ωρίμανση μέχρι την «τελική» και «καίρια» στιγμή, αλ-λά ότι η στρατηγική δεν πρέπει να χάνει από μπροστά της τον επαναστα-τικό σκοπό σ' όλη τη διάρκεια των ενδεχόμενων επιθετικών φάσεων ή του πολέμου θέσεων.
160
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
πλέον μεχατραπεί υπέρ της αστικής τάξης.3 Αυτό φαίνεται παράδοξο μόνο από πρώτη ματιά, εκτός αν θεωρούσαμε, πράγμα που θα ήταν χονδροειδές λάθος, ότι κάθε αλλαγή οτο ουοχετισμό δυνάμεων συνο-δεύεται αυτόματα από μια αναδιοργάνωση κοα μηχανική αναδιάταξη των θέσεων που είχαν κερδίσει προηγούμενα οι αντίπαλοι. Όσον α-φορά ειδικότερα τη στρατηγική του αστισμού απέναντι οτην εργατι-κή τάξη μέσα σε τούτον το συοχετισμό, θα μπορούοαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε την ακόλουθη πρόταση: όταν η εργατική τάξη σε στιγ-μές σοβαρής κρίοης κατακτά διάφορα δικοαώματα, η αστική τάξη προσπαθεί πρώτα απ' όλα να μετατρέψει τον πραγματικό συσχεησμό δυνάμεων, στη βάση του οποίου οι κατακτήσεις αυτές είχαν πραγμα-τοποιηθεί, και μόνο στη συνέχεια αρχίζει την κατά μέτωπο έφοδο. Και τούτο για έναν απλό λόγο, που οφείλεται στο χαρακτήρα της διαδι-καοίας αυτής: για να εξαπατήοει και ν' αποκοιμίσει τον αντίπαλο α-ποκρύβοντάς του το πραγματικό πεδίο της ταξικής πάλης και για να του επιβάλει πεδίο μάχης που την συμφέρει.
Η αστική τάξη έπρεπε βραχυπρόθεσμα να εκμηδενίσει τις οικονο-μικές και πολιτικές κατακτήσεις των λαϊκών μαζών, μολονότι οι ορ-γανώσεις της εργατικής τάξης παρέμεναν ακόμα ισχυρές και διατη-ροΰσαν σημαντική επιρροή. Αλλά υπάρχει κοα κάτι άλλο: μέσα στη συ-γκυρία της κρίσης, ο αοτισμός δεν σκόπευε απλώς να εκμηδενίσει τις κατακτήσεις, αλλά να προχωρήοει ακόμα περισσότερο στην εκμετάλ-λευση των λαϊκών μαζών. Για να γίνει αυτό, στη συγκεκριμένη ουγκυ-ρία των φασισμών κοα μετά την αποτυχία της πολιτικής της «ταξικής συνεργασίας», η καταστροφή των ταξικών οργανώσεων της εργατικής τάξης ήταν απαραίτητη προϋπόθεοη.
Τέλος, πρέπει να λογαριάσουμε το βάρος των αναμνήσεων του πα-ρελθόντος. Μετά τον πόλεμο, κοα παρά τις ήττες της εργατικής τά-ξης, η γερμανική κοα ιταλική αστική τάξη κατέχονταν από ένα μεγά-λο φόβο. Τα εργατικά συμβούλια θα είνοα οτο εξής ο μόνιμος εφιάλ-της τους.
Μετά από όσα λέχθηκαν, βλέπουμε καθαρά πως το νόημα που πρέπει ν' αποδώσουμε αε μια «ήττα» της εργατικής τάξης είναι οχε-τικό (όπως σχετική είνοα και κάθε έννοια που αναφέρετοα οτο πεδίο της ταξικής πάλης). Η έννοια απορρέει από τη σχέση δυνάμεων και μετριέται μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, σε συνάρτηση με τους ε-φικτούς στόχους. ΓΥ αυτό, λοιπόν, όταν λέμε ότι, στις αρχές της δια-
3. A. Rosenberg, Der Faschismus..., ό.π. Βλ. επίσης, γι' αυτό το θέμα W. Abendroth, Antagonistische Gesellschaft und Politische Demokratie, 1967, o. 56 κ.ε.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
161
δικασίας εκφαοισμού η εργατική τάξη είχε ήδη δεχτεί αλλεπάλληλες ήττες, αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι (τουλάχιστον μέχρι το σημείο μη-επιστροφής) δεν μπορούσε να πετύχει το νέο στόχο, να αποτρέ'ψει δη-λαδή τον φασισμό, οτόχο πολύ περιορισμένο οε σχέση με τους προη-γούμενους.
Οι αλλεπάλληλες ήττες της εργατικής τάξης έχουν, κοντά οτ' άλλα, μιαν άμεοη ουνέπεια που οχετίζεται με τον ίδιο το χαρακτήρα της τα-ξικής πάλης στη διάρκεια της διαδικαοίας εκφασιαμού. Τόσο η Διε-θνής, που θεωρούσε τον φασισμό ως απάντηση στο ανοδικό κύμα του επαναατατικοΰ κινήματος, όσο και διάφοροι συγγραφείς, όπως ο Ταλ-χάιμερ κοα ο Τάσκα, που τον θεωρούν ως απάντηση σε μια κατάατα-ση ισορροπίας ισότητας των αντιμαχόμενων δυνάμεων, συμφωνούν ό-τι ο εκφασισμός αντιστοιχεί οτον «όλο και περιοοότερο πολιτικό» χα-ρακτήρα της ταξικής πάλης.
Αυτό ισχύει όοον αφορά τις εοωτερικές διαμάχες της αστικής τά-ξης και την πάλη της εναντίον της εργατικής, αλλά δεν ισχύει καθό-λου για την πάλη της εργατικής τάξης. To χαρακτηριστικό της δια-δικασίας εκφασισμού είναι ότι η πάλη της αστικής τάξης εναντίον της εργατικής προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα όλο κοα περισσότερο πολιτι-κό, ενώ αντίθετα η πάλη της εργατικής τάξης περιορίζεται προοδευ-τικά στον οικονομικό και διεκδικητικό τομέα. Μ' άλλα λόγια, στη αύν-θετη άρθρωση οικονομικής και πολιτικής πάλης, η οικονομική πλευ-ρά, από την άποψη της εργατικής τάξης, γίνεται βαθμιαία η κυρίαρ-χη. Η εργατική τάξη δεν «αποατρατεύεται», με την πλήρη οημασία του όρου, στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού. To απεργιακό κίνημα ιδιαίτερα παραμένει σχετικά ισχυρό. Με τη βασική όμως δια-φορά, ότι λίγο λίγο η οικονομική πλευρά της πάλης παίρνει την πρώ-τη θέση.
Αλλά αυτό γίνετοα με καλυμμένο τρόπο:
α) Για λόγους που οφείλονται στους πρόσφατους ακόμη πολιτικούς αγώνες, ο βαθμιοάα κυρίαρχος ρόλος της οικονομικής πάλης κρύβετοα κάτω από μορφές δράοης κληρονομημένες από την περίοδο όπου ο πο-λιτικός αγώνας κατείχε τα πρωτεία: μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις εργοοτασίων, μορφές άμεσης δράσης. Στο σημείο μη-επιστροφής, η διά-σταση περιεχομένου κοα μορφής του αγώνα φαίνεται καθαρά. To ση-μείο αυτό συμπίπτει με την καμπή, μετά την οποία η οικονομική πλευ-ρά της πάλης κυριαρχεί ολοφάνερα πάνω στην πολιτική της πλευρά.
β) Μετά τις πολιτικές ήττες αναφαίνοντοα ακόμη μερικές εκλάμ-ψεις «πολιτικού πυρετού», εκλάμψεις που δεν είναι πλέον παρά απλά
162
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
λείψανα, όχι όμως και ενδείξεις μιας πραγματικής πολιτικής κινητο-ποίησης.
Τέλος, από την πλευρά της εργατικής τάξης μια φάση πολιτικά α-μυντική δεν αντιατοιχεί αναγκαστικά οε μια εκ των πραγμάτων προ-τεραιότητα της οικονομικής πάλης σε σχέοη με την πολίτική ταξική πάλη. Μπορούμε μάλιστα να προχωρήσουμε περισσότερο: οτη διάρκεια μιας αμπντικής φάσης η σωστή καθοόήγηση της πάλης προβάλλει πε-ρισσότερο από ποτέ την προτεραιότητα του πολιτικού τομέα, προτε-ραιότητα που προπαγάνδισαν ο Λένιν και ο Μάο. Η καθοδήγηση της πάλης είναι αναγκαία, ιδιαίτερα στη στρατηγική συμμαχιών κοα των συμβιβασμών που επιβάλλει τούτη η φάση. Η διαδικασία εκφααισμού πάντως αντιστοιχεί στη σύζευξη, εκ μέρους της εργατικής τάξης, α-κριβώς των δύο παρακάτω στοιχείων: μιας φάσης πολιτικά αμυντικής, και μιας καμπής, μετά από την οποία στην ταξική πάλη υπερισχύει η οικονομική πλευρά του αγώνα.
β) Οι μορφές της ιδεολογικής κρίσης και η κρίση των επαναστατικών οργανώαεων
Η δίαόικασία εκφαοιαμον αντιατοιχεί αε μια ιδεολογική κρίση της ερ-γαηκής τάξης και αε γενικότερη κρίοη των επαναστατικών οργανώ-σεων. Όοον αφορά το τελευταίο τούτο οημείο, που οχετίζεται με τα κομμουνιστικά κόμματα Γερμανίας και Ιταλίας, δεν θα ήταν λάθος να εξομοιώναμε ευθέως την έννοια της κρίσης των επαναστατικών οργα-νώσεων με τα στρατηγικά τους λάθη. Εννοούμε, ειδικότερα τις επι-πτώσεις αυτής της κατάσταοης, επιπτώσεις που διαδραμάτισαν σοβα-ρό ρόλο στην έλευση του φασισμού.
α) Οι απαρχές της διαδικασίας εκφασιαμού αντιστοιχούν σ' ένα ξέ-κομμα του γερμανικού και του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος α-πό την εργατική τάξη. Θα λέγαμε επιγραμματικά, ότι αυτά τα κόμ-ματα έχουν ξεκοπεί από τις μάζες. To μεγαλύτερο μέρος της εργατι-κής τάξης δεν ακολουθεί την κατεΰθυνση που τα κόμματα προσπα-θούν να επιβάλουν στην πάλη. Κι όμως τα κομμουνιστικά κόμματα δεν συνθηκολόγησαν εμπρός ατον φααιομό, όπως θέληοε να πείσει μια κατεοτημένη αντικομμουνισηκή παράδοση. Προσπάθησαν, κοα ιδιαίτε-ρα το ιταλικό κόμμα, ν' αντιταχθούν στην επικράτησή του, αλλά πο-λύ αργά και χωρίς αποτελεσματικότητα. To προσπάθησαν σε μια στιγ-μή, όπου, μετά το σημείο μη-επιστροφής, η ρήξη είχε ήδη ολοκληρω-θεί. Η μάζα της εργατικής τάξης δεν τα ακολούθησε στις τελευταίες τους καθυστερημένες και απεγνωσμένες απόπειρες να σταματήσουν τον φασισμό. To γεγονός αυτό είνοα ακόμη πιο σημαντικό, γιατί στο
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
163
εκλογικό επίπεδο, τα κόμματα δεν έπαψαν να καταγράφουν επιτυχίες οχεδόν σ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού.
β) Οι αποτυχίες της εργατικής τάξης προκάλεσαν βαθύτατους δι-χααμούς στο εοωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων Γερμανίας κοα Ιταλίας σ' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού. Εκτός από τις επιπτώ-σεις στην πολιτική γραμμή αυτών των κομμάτων, ο διχασμός είχε ι-διαίτερα αποτελέσματα γιατί τα οδήγησε οε μια πραγματική παράλυ-ση μπροστά στην φασιστική απειλή, πράγμα που αποπροσανατόλιζε ακόμα περισοότερο την εργατική τάξη.
Η κατάσταοη αυτή των επαναστατικών οργανώσεων συμπίπτει άλ-λωστε με ένα είδος ιδεολογικής κρίσης της εργατικής τάξης. Εντάσσε-τοα μέσα στη γενικευμένη ιδεολογική κρίοη που περιγράφηκε προη-γούμενα, κρίση που προσβάλλει τον γερμανικό και τον ιταλικό κοινω-νικό σχηματισμό στη διάρκεια του εκφασισμού. Μέοα στις γραμμές της εργατικής τάξης, η μαρξιατική-λενινιστική ιδεολογία κλονίζεται οοβαρά κι όχι μόνο δεν καταφέρνει να κατακτήσει τις πλατιές μάζες, αλλά βάλλετοα καίρια κι εκεί ακόμα που έχει κάπως ριζώσει.
Ξέρουμε τι συμβούνει όταν οι επαναστατικές οργανώσεις δεν αντα-ποκρίνονται στο ρόλο της ιδεολογικής καθοδήγησης και δεν πετυχοά-νουν να αναδείξουν μια γραμμή που να λειτουργεί σε συνάρτηση με τις μάζες. Τότε, η ααηκή κοα μικροααηκή ιδεολογία εισβάλλουν στο κενό που δημιουργείτοα από οπισθοχώρηση της μαρξιοτικής-λενινιατι-κής ιδεολογίας.
Σε κατάσταοη ιδεολογικής κρίοης, η επιρροή της αοτικής ιδεολο-γίας πάνω στην εργατική τάξη εκδηλώνετοα με την κλασική μορφή του τρεϊντγιουνιονισμού και του ρεφορμισμού. Σ' όλη τη διάρκεια του εκφασισμού, όχι μόνο διατηρείτοα η επιρροή της σοαιαλδημοκρατίας -τόσο του κόμματός της όσο και των σοσιαλδημοκρατικών αυνδικά-των- αλλά και επεκτείνεται πάνω στην εργατική τάξη. Η επέκταση της επιρροής της σοοιαλδημοκρατικής ιδεολογίας εκδηλώνετοα ακόμη και μέσα σ' εκείνα τα τμήματα της εργατικής τάξης που υποστηρί-ζουν το κομμουνιατικό κόμμα.
Αλλά το πιο ενδιαφέρον φοανόμενο δεν είνοα τόσο η επίδραση της αστικής ιδεολογίας πάνω στην εργατική τάξη (που εκδηλώνετοα με το ρεφορμιομό και τον τρεϊντγιουνιονισμό) όσο η επιρροή της μικροαστι-κής ίδεολογίας.
Πραγματικά, η ίδια η αστική ιδεολογία βρίσκεται σε κρίοη στη διάρκεια του εκφασισμού. Αυτό επιτρέπει τη διάδοση της μικροαατι-κής ιδεολογίας μέσα στον σΰνολο κοινωνικό σχηματισμό, άρα και μέσα στην εργατική τάξη. Όμως, τώρα η διάδοση θα πάρει πολύ μεγαλύ-τερη έκταση από την επιρροή που έχει συνήθως η εν γένει κυρίαρχη ιδεολογία. Έπειτα, η μικροαστική τάξη περνά κι αυτή βαθιά κρίση. Σ'
164 ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΠΚΗ ΤΑΞΗ
αυτό το πλαίσιο, η μικροαστική ιδεολογία, των «μικροαστών που τρελάθηκαν» όπως έλεγε ο Ένγκελς, παίρνει εντελώς ιδιαίτερες μορ-φές: μορφές με τις οποίες κατά κάποιον τρόπο διεισδύει mo εύκολα οτην εργαηκή τάξη. Για να γίνουμε πιο σαφείς θα διακινδυνεύαμε τη γνώμη ότι η «αντικαπιταλιστική» πλευρά, σύμφυτη στη μικροαστική ιδεολογία, βρίσκετοα σε έξαρση κοα κερδίζει έδαφος, μέσα σε τούτη την κατάσταση εξέγεροης της μικροαοτικής τάξης και χάρη ακριβώς σ' αυτήν την αντικαπιταλιοτική χροιά, η μικροαστική ιδεολογία βρί-σκει πρόσβαση στις γραμμές της εργατικής τάξης. Η επιρροή της μι-κροαστικής ιδεολογίας πάνω στην εργατική τάξη εκδηλώνετοα με προ-οίδιες μορφές, προσαρμοσμένες στις συνθήκες ζωής, δηλαδή στα «βιώ-ματα» της εργατικής τάξης. Μπορούμε να καταγράψουμε ορισμένες απ' αυτές τις μορφές, ιδιαίτερα ζωηρές μέσα στην εργατική τάξη οτη διάρκεια της διαδικααίας εκφαοισμού.
α) Ο αναρχιομός, με την ιδιάζουσα μορφή του μέσα στην εργατι-κή τάξη. Εκδηλώνετοα κυρίως ως αναρχοοννδικαλιομός, που ουγγε-νεύει με τον επαναστατικό συνδικαλισμό. Συνδυάζει την περιφρόνηση από την οργάνωση και τους πολιτικούς στόχους και την άγνοια, κά-τω από τη μάσκα του άμεσου βιώματος (το εργοοτάσιο), του ρόλου των μηχανισμών πολιτικής καταπίεσης (το κράτος) στη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος.
β) Ο ανθορμητισμός, δηλαδή η περιφρόνηση προς την οργάνωοη και η αφηρημένη λατρεία της άμεσης κοα «αυθόρμητης» δράσης οπου-δήποτε και μ' οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή η κατεξοχήν έκφραση του μικροαατικού «ατομικισμού».
γ) Η «πραξικοπηματική ανταροία» που αγνοεί τη μαρξιστική-λενι-νιστική ιδεολογία και την πολιτική πάλη των μαζών. Συνδυάζετοα με τον αυθορμητισμό και τον αναρχισμό και βασίζετοα σε μια πραγματι-κή κι αφηρημένη λατρεία της παραδειγματικής βίας που θα αναλά-βουν «οι δρώσες μειοψηφίες». Πρόκειται, ί,σως, για το πιο χαρακτη-ριστικό γνώρισμα της εν εξεγέρσει μικροαστικής τάξης, της μικροαοτι-κής ανταρσίας. Αντιλαμβανόμαοτε τη οημασία του προβλήματος, και πρέπει να γίνουν εδώ οριαμένες παρατηρήσεις. Δεν υπάρχει αμφιβο-λία ότι αρχικά αυτές οι μορφές, και ιδιαίτερα ο αναρχοουνδικαλισμός, υπήρξαν θετικές μορφές «αυθόρμητης» προλεταριακής έκφρασης. Άλλωστε, μ' αυτό το πνεύμα τις αντιμετώπισε κοα ο Λένιν.4 Δεν υ-
4. Η θετική πλευρά του αναρχοσυνδικαλισμού και του επαναοτατικού συνδικαλισμού έγκειται συγκεκριμένα, στο γεγονός ότι εμπεριέχουν την α-παίτηση για μια αυτονομία τον εργατικον κίνήματος απέναντι στις «αστι-κές» οργανώσεις που λειτουργούν ως μηχανισμοί οικειοποίηοης.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
165
πάρχει επίσης αμφιβολία ότι οτη διάρκεια του εκφασισμού, κάτω από τις μορφές αυτές κρυβόταν, συχνά, μια αντίδραση του ταξικού ενστί-κτου της εργατικής τάξης απέναντι στην πολιτική γραμμή των επανα-στατικών οργανώσεων. Ωστόσο, το «ταξικό ένστικτο», μέσα στο πλαί-αιο της διαδικασίας εκφαοίσμού, αποκομμένο από τη μαρξιστική-λενι-νιστική ιδεολογία, κοα μπροοτά οτις ιδιούτερες μορφές που προολάμ-βανε η μικροαοτική ιδεολογία, ξεοτρατίζει κάτω από την επιρροή της τελευταίας. To πρόβλημα είναι σοβαρότατο, γιατί, αν δεν λογαριάσου-με τον ιδεολογικό παράγοντα, δεν μπορούμε να ερμηνεύοουμε τις ούν-θετες επιπτώσεις του φασισμού πάνω στην ίδια την εργατική τάξη.
Πραγματικά, το άμεσο αποτέλεσμα της επιρροής της μικροαοτικής ιδεολογίας πάνω στην εργατική τάξη ήταν να επιοπευσθεί η πολιτική αποστράτευσή της. Στη συνέχεια, η φασιατική δημαγωγία, με την κυ-ριολεξία του όρου, με την «εργατιστικο-λαϊκίζουσα» πλευρά της και τις απατηλές υποσχέοεις της, αυντέλεαε επίσης στην αδράνεια της ερ-γατικής τάξης.
Αλλά νπάρχει και κάτι mo οημαντικό: ο φασισμός εκμεταλλεύτη-κε απόλυτα την επιρροή της μικροαστικής ιδεολογίας πάνω στην ερ-γατική τάξη, οικειοποιούμενος ακριβώς ορισμένες εκφάνσεις της. Μ' άλλα λόγια, δεν συντέλεσε μόνον το περιεχόμενο της φασιστικής δη-μαγωγίας οτην παθητικότητα κοα την αδράνεια της εργατικής τάξης, αλλά έδρασαν επίσης και οι μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε - μορ-φές λόγου κοα πράξης. OL μορφές αυτές βρήκαν απήχηση στην εργα-τική τάξη χάρη στην επιρροή της μικροαστικής ιδεολογίας.
Πρέπει συνεπώς να διευκρινίσουμε το ακόλουθο σημείο: αν μιλάμε για την επιρροή της μικροαστικής ιδεολογίας πάνω στην εργατική τά-ξη, επιρροή που οι εκδηλώοεις της βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, θα πρέπει επίσης να επισημά-νουμε την επιρροή της μικροαστικής ιδεολογίας πάνω στην ίδια τη μαρξιστική-λενι/νιατική, κοα αυγκεκριμένα πάνω στις ταξικές οργανώ-σεις του προλεταριάτου. Αυτή η επιρροή, μεταξύ άλλων, οε συνδυα-σμό με τον οικονομισμό, δημιούργησε τον αριστερό «καιροσκοπιαμό» του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, κοα επηρέασε ορισμένες ό-ψεις της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Εννοεί-ται βέβαια πως οι δυο περιπτώσεις δεν είναι διόλου ταυτόοημες. Αλλά ο «αριοτερός καιροσκοπισμός» δεν είνοα παρά μια εσφαλμένη γραμμή μέοα στο ίδιο το πλαίσιο της μαρξιοτικής-λενινισηκής ιδεολογίας. Ει-δικότερα, μαρτυρεί την επιρροή της μικροαατικής ιδεολογίας πάνω στη μαρξιατική-λενινιστική. Μ' αυτήν την έννοια, ακριβώς, ο Λένιν χα-ρακτήρισε τον «αριστερό καιροοκοπισμό» παιδική αρρώστια του κομ-μουνιομού. Αντίθετα, οι άμεσες επιδράσεις της μικροαατικής ιδεολο-γίας που αναφέρθηκαν προηγούμενα (ο αυθορμητισμός, ο αναρχισμός,
166
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΓΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ TASH
η πραξικοπηματική ανταρσία κ.λπ.) δεν έχουν «καμιά οχέοη» με τη μαρξιστική-λενΐΛαστική ιδεολογία. Μ' αυτήν την έννοια, δεν έχουν α-πολύτως τίποτα το «αριστερίστικο» γιατί, αν θέλουμε να είμαστε αυ-στηροί με τους όρους μπορούμε να μιλάμε για αριστερό καιροσκοπι-σμό μόνο μέσα στο πλαίσιο του μαρξισμού-λενινισμού. Ωστόαο, η ευ-θύνη των «αριστερών καιροσκόπων» υπήρξε σοβαρή στην άνοδο του φαοισμού, αν και δεν είνοα καθόλου της ίδιας τάξης με τις άλλες εκ-δηλώσεις της μικροαστικής ιδεολογίας, τις οποίες οικειοποιήθηκαν απευθείας τα φασιστικά κόμματα.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: Όπως θα δούμε, η πολιτική μεταξύ 1928 κοα 1935 της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν επιφανειακά κοα μόνο αριστερίστικη.5 Αντίθετα, καυτηρίαζε ως «υπεραριστερούς» όλους όσοι εναντιώνονταν στη δική της πολιτική (πολιτική de facto παραί-τησης μπροστά στον φασισμό), και τους κατηγόρησε σαν κέρβερους-φύλακες του φασισμού. Αν ο Τρότσκυ πλήρωοε βασικά τη νύφη, δεν γλύτωσαν όμως ούτε η γερμανική «αριοτερή αντιπολίτευαη» ούτε άλ-λοι πολλοί. Από εδώ προέρχεται άλλωστε η έμμονη στο εργατικό κί-νημα παράδοση περί «αριστερισμού-πράκτορα του φασισμού». Εννο-είτοα, βέβαια, ότι τα κομμουνιστικά κόμματα χαρακτήρισαν «αριστε-ρίστικη» κάθε αντιπολίτευση στην επίσημη πολιτική τους, πολιτική de facto παραίτησης εμπρός στον φασισμό! Είναι περιττό να επιμείνουμε άλλο.
Αντίθετα θα έπρεπε να τονιστεί, το εντελώς χτυπητό φαινόμενο της ολοφάνερης σύμπραξης των «αυθορμητιστών», αναρχο-συνδικαλι-στών κ.λπ. (μεταξύ των οποίων και πολλοί ηγέτες) με τα φασιστικά κόμματα, στα οποία συχνά προσχωρούν ανοιχτά, κοα συγκροτούν την «αριστερίζουσα» πτέρυγά τους. Οι περιπτώσεις αυτές, κυρίως στην Ιταλία αλλά και στη Γερμανία, είναι αναρίθμητες και διδακτικές. Ο μαζικός χαρακτήρας του φοανομένου δείχνει ότι δεν πρόκειτοα απλώς για ατομικές λιποταξίες που οφείλονται οτην τύχη ή σ' έναν κενόδο-ξο καιροσκοπιομό.

5. Θα επανέλθουμε στην ανάλυση του 6ου Συνεδρίου (1928) της Διε-θνούς, γνωστού ως «υπεραριστερού». Ας οημειώοουμε από τώρα ότι αν η πολιτική της Διεθνούς μετά το 1928 ήταν «αριστερίοτικη» μόνον επιφα-νειακά, αυτό δεν εμπόδισε ορισμένες δευτερεύονσες πλευρές της συγκεκρι-μένης πολιτικής τον ΚΚΓ, που εντάσσοντοα σ' αυτήν την καμπή της Διε-θνούς να έχουν έναν πραγματικό χαρακτήρα αριστερού καιροσκοπισμού.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
167
γ) Η σοοιαλδημοκρατία. Η φύαη της και η ταξική της λειτουργία. Η πολιτική της σοοιαλδημοκρατίας και η άποψη του «σοαιαλφασιαμού»
Η διαδικασία εκφααιαμού διακρίνεται επίοης από τη δίατήρηση και την χαρακτηριοτική επέκταση της επιρροής της οοσιαλδημοκρατίας πάνω στην εργατική τάξη, και από την πολιτική γραμμή της οοαιαλ-δημοκρατίας απέναντι στον φααιομό.
Τα προηγούμενα θέτουν δύο είδη προβλημάτων: α) να ερμηνευθεί η διατήρηοη της επιρροής της σοσιαλδημοκρα-τίας, οε αναφορά με τη φύση και το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και ταυτόχρονα σε αναφορά με την ιδιότυπη συγκυρία της διαδικααίας εκφασιομού.
β) να υποδειχθούν οι αντικειμενικές ευθύνες της σοσιαλδημοκρατι-κής πολιτικής στην άνοδο του φασισμού.
Θα οταθούμε, καταρχήν, σε μια από τις σχετικές απόψεις της Διε-θνούς, μια άποψη βαθύτατα εσφαλμένη και υπεύθυνη για τις κατα-στροφές που προκάλεσε η πρακτική εφαρμογή της. Πρόκειται για τη θέση του «σοσιαλφαοισμού».
Ας δούμε πρώτα περί τίνος πρόκειται. Η θέση παρουσιάατηκε με δυο μορφές, που, και οι δυο καταλήγουν στο να ταυτίζουν τη σοσιαλ-δημοκρατία με τον φασισμό. Η θέση αυτή, που εκφράοτηκε ήδη από το 5ο Συνέδριο (1924), ξεπήδησε με όλη της τη δύναμη μετά το 6ο Συνέδριο (1928) κι έφτασε στη συνέχεια οτο αποκορύφωμά της.
α) Στην πρώτη μορφή της, είναι ένα αμάλγαμα, μια ουγχώνευση «οοσιαλδημοκρατίας-φασιομού». Τη ουναντούμε ήδη διατυπωμένη οτις αποφάοεις του 5ου Συνεδρίου:
«Ο φασισμός και η σοσιαλδημοκρατία είναι οι δυο όψεις ενός
και τον αυτού εργαλείου της δικτατορίας του μεγάλου κεφα-
λαίου... Η σοσιαλδημοκρατία πάει ήδη να μετατραπεί από δεξιά
πτέρυγα του εργατικού κινήματος οε αριστερή πτέρυγα του αστι-
σμού και, συνεπώς, του φασισμού».6 To 1924, ο Στάλιν βεβαιώ-
νει ότι «ο φαοισμός δεν είναι απλώς μια οργάνωση μάχης της α-
στικής τάξης, αλλά ένα πολιτικό φαινόμενο που βασίζεται οτη
οοσιαλδημοκρατία... »7
Μετά το 1928, και κυρίως με την 10η Ολομέλεια του 1929, όπου
ο όρος «σοσιαλφασισμός» εμφανίζεταί για πρώτη φορά επίσημα, η θέ-
οη αυτή συγκεκριμενοποιείται. Ο Μανουήλσκυ λέει οτο 6ο Συνέδριο:
6. Απόφαση για τον φασισμό του 5ου Συνεδρίου, στο Imprekorr, γερ-μανική έκδοση, αρ. 119, Σεπτέμβριος 1924.
7. Στο Η. Weber, Die Kommunistische Internazionale, ό.π., o. 117.
168
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
«Η σοσιαλδημοκρατία θα αποσπάαει βαθμιαία από την αστική τάξη την πρωτοβουλία ατην καταπίεση εναντίον της εργατικής τάξης. [...] Θα φααισακοποιηθεί». Η πορεία μεταμόρφωσης της σοσιαλδημοκρα-τίας σε σοσιαλφαοιομό έχει ήδη αρχίσει. Ο X. Νόυμαν (Η. Neumann) (1930) θέτει ακόμα πιο καθαρά το ζήτημα: «To πρόβλημα για την α-στική τάξη δεν είναι φασισμός ή σοσιαλδημοκρατία, αλλά φασισμός με σοσιαλδημοκρατία ταντόχρονα»? Και τέλος η φράση του Στάλιν, που επαναλαμβάνεται συνεχώς:
«Ο φασισμός είναι η οργάνωση μάχης της αατικής τάξης που
οτηρίζεται στην ενεργητική υποστήρι,ξη της σοσιαλδημοκρατίας.
Αντικειμενικά η αοσιαλδημοκρατία είναι η μετριοπαθής πτέρυγα
του φαοιομού. [...] Οι δυο οργανώοεις δεν αλληλοαποκλείονται,
αλλά αντίθετα αλληλοσυμπληρώνονται. Δεν είνοα αντίποδες, αλ-
λά δίδυμοι. Ο φασισμός είναι ένας άμορφος συνασπισμός των δύο
οργανώσεων».
β) Με τη δεύτερη μορφή της, η θέοη εμφανίζεται με άλλη από-
χρωοη: δεν πρόκειται πλέον τόσο για μια σύζευξη φασισμού-αοαιαλ-
δημοκρατίας όσο για λύση ψευδοεναλλαγής. Η αστική τάξη προωθεί,
κατά την άποψη αυτή, είτε το χαρτί του φασισμού είτε το χαρτί της
οοσιαλδημοκρατίας.9 Ωστόσο, η μορφή αυτή μόνον επιφανειακά δια-
φοροποιείτοα από την πρώτη. Αυτό το είτε/είτε δεν αφήνει περιθώριο
για κανενός είδους περίθδολόγηση• αντίθετα τονίζει ότι η εναλλακτι-
κή λύση αναφέρεται στην ίδια ακριβώς ουγκυρία, ότι η εκλογή εξαρ-
τάται από ενχελώς δευτερεύοντες παράγοντες. Εμφατικά επίσης τονί-
ξεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαφορά ανάμεσα στα δυο χαρτιά
είναι ελάχιοτη -το οοσιαλδημοκρατικό είναι «κάπως πιο θεμιτό» από
το φασιστικό- κι έτσι επανασυνδέεται άμεσα η μορφή αυτή με την
προηγούμενη περί σοσιαλφασιομού.
Προς το παρόν, θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε τις προϋποθέ-σεις της άποψης. Υπαγορεύεται αυστηρά από ένα σύνολο σκέψεων άρ-ρηκτα συνδεδεμένων μεταξύ τους, με τρόπο που είνοα απολύτως αδύ-νατο να απομονωθεί γιατί μόνο έτσι γίνεται νοητή.
Καταρχήν, προϋποτίθετοα παραγνώριση της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στην ιδιότυπη μορφή φασιστικού κράτους και φασιστικού καθεστώτος και τις άλλες μορφές αατικού κράτους. Εφόοον, λοιπόν ο φαοισμός κοα το δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό κράτος δεν είνοα παρά ένα και το αυτό, δηλαδή «δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου», η σο-
8. Στο Imprekorr, γερμανιχή έκδοση, αρ. 69, Αύγουστος 1930.
9. Αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του 1928, στο Protokoll des sechsten Weltkongresses der K.I., τ. IV, σ. 21 κ.ε., 57 κ.ε.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
169
σιαλδημοκρατία, σ' αυτήν τη δεύτερη μορφή κράτους, ταυτίζεται με τον φαοισμό. Δεν είνοα λοιπόν τυχαίο ότι η θέση για τον σοσιαλφα-σισμό συνοδεύεται πάντοτε από τη θέση που ταυτίζει τον φαοισμό κοα ης άλλες μορφές αστικού κράτους. Ο Τέλμαν πολύ καθαρά λέει:
«... παρουσιάστηκαν στις γραμμές μας τάσεις που πασχίζουν ε-
λαφρά τη καρδία να ξεχωρίσουν τον φαοιαμό από την αστική
δημοκρατία, το κόμμα του Χίτλερ από τη σοσιαλδημοκρατία».10
Ή ακόμα, η έκθεση του Μανουήλσκυ στην 11η Ολομέλεια του
1931: «Πνοντοα σημαντικότατα λάθη στις γραμμές μας, όταν με-
ρικοί αντιπαραβάλλουν την αστική δημοκρατία και τον φασισμό,
τη σοσιαλδημοκρατία κοα το κόμμα του Χίτλερ [...] τα λάθη αυ-
τά, είνοα ιδιαίτερα βλαβερά και θ' αποβούν μοιραία...»."
Η θεωρία του σοσιαλφασισμού, σε συνδυασμό με την ταύτιση όλων
των μορφών αστικού κράτους, οδηγεί οε προβλέψεις πολύ διδακτικές:
η σοοιαλδημοκρατία όχι μόνο δεν θα είχε τί,ποτα να φοβηθεί από τη
νίκη του φασισμού, αλλά θα ουμμετείχε οτην εξουοία με τους ναζί,
δύνοντας μορφή στον «άμορφο συνασπισμό» εθνικοσοοιαλισμός/οο-
σιαλδημοκρατία, δηλαδή τον συνασπισμό του φασισμού. Σύμφωνα πά-
ντα με τον Μανουήλσκυ:
«To γεγονός ότι η αστική τάξη θα υποχρεωθεί να καταστείλει το κί,νημα των εργαζομένων με φαοιστικές μεθόδους δεν σημαί-νει OXL οι ηγεοίες δεν θα κυβερνούν όπως πριν (δηλαδή με τη συμμετοχή ή την υποστήριξη της οοσιαλδημοκρατίας). Ο φασι-σμός δεν είναι μια νέα κυβερνητική μέθοδος διαφορετική από τη δικτατορία της αστικής τάξης. Όποιος σκέφτεται μ' αυτόν τον τρόπο είναι φιλελεύθερος».12 Ή ακόμη σύμφωνα με τον Τέλμαν: «Στην περίπτωση της εισόδου των ναζί στην κυβέρνηση η αστι-κή τάξη δεν θα έχει το πρόβλημα να παραιτηθεί από τη συνερ-γασία με τη σοσιαλδημοκρατία για να πραγματοποιήοει τη φα-σιστική δικτατορία».13 2. Προϋποτίθεται επίσης παραγνώριση του μαζικού χαρακτήρα του
10. Die Internationale, Δεκέμβριος 1931.
11. Βλ. επί,οης γι' αυτό το θέμα, στις ίδιες αποφάσεις της 11ης Ολομέ-λειας, στο Imprecorr, γαλλική έκδοοη, αρ. 39, Μάιος 1931.
12. Ibid.
13. Die Interanationale, Ιανουάριος 1932. Ας σημειωθεί άλλωστε ότι τα ίδια λάθη συνοδεύουν τη θέση του σοσιαλφασισμού και στην πρώτη εμφά-νισή της το 1924 (5ο Συνέδριο). Έτσι, ο Ζινόβιεφ, οτην έκθεσή του που ή-δη μνημονεύτηκε, δηλώνει: «To επαναλαμβάνω, η δημοκρατικο-ψευτο-ειρη-νική εποχή είναι δείγμα της παρακμής του καπιταλισμού.. Λίγο ενδιαφέ-ρει αν αυτό προσλαμβάνει τη μορφή της "δημοκρατίας" ή του "φασιομού"».
170
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
ίδιου του φασιστικού κόμματος κοα του συγκεκριμένου πολιτικού χα-ρακτήρα. Απ' αυτήν την άποψη η ανάλυοη του Στάλιν το 1929 είνοα σημαντική, κοα για την αίοθηοη του φαινομένου κοα για τα εντελώς λανθασμένα συμπεράσματά της. Ο Στάλιν έχοντας διαπιστώσει ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς το εργαλείο μάχης της αστικής τάξης αλ-λά ένα πολιτικό φαινόμενο μαζών, συμπεροάνει ότι ο φασισμός 6ασί-ζεται οτη σοσιαλδημοκρατία, ότι η οοσιαλδημοκρατία δηλαδή αποτε-λεί κατά κάποιον τρόπο τη λαϊκή βάση -τις μάζες- του φααιομού. Κι αυτό γιατί θεωρεί αδιανόητο και αφάνταστο να έχει ο φασισμός τη δι,κή του λαϊκή βάση.
3. Παραγνώριση λοιπόν της φύσης και της λειτουργίας του φασι-στικού κόμματος που θεωρείται «εργαλείο του αστισμού» και συμβα-δίζει με άγνοια της φύοης και της λειτουργίας της σοσιαλδημοκρα-τίας, θεωρούμενης επίσης «εργαλείο του αστισμού». Παραγνώριση με διπλή έννοια: της λαϊκής βάσης και της ταξικής αντιπροσωπευτικότη-τας από τη μια, κοα του ρόλου έναντι της αστικής τάξης από την άλ-λη. Τα δυο αυτά φοανόμενα συνδέοντοα άρρηκτα μεταξύ τους ως προς την παραγνώριση του χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας: Πρέπει να σημειωθεί ότι από την αρχή η Κ.Δ., αλλά κυρίως στο 4ο Συνέδριό της, δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε γιατί διατηρήθηκε η σοσιαλδημοκρα-τική επιρροή μέσα στην εργατική τάξη ούτε τις οατίες της επιρροής. Η Διεθνής πρόσμενε συνέχεια στην ολοκληρωτική σχεδόν εξάλειψη της σοσιαλδημοκρατικής επιρροής, πράγμα που δεν οφείλετοα βέβαια μό-νο στην παραγνώριση των συγκυριακών παραγόντων στη διάρκεια του εκφασισμού Οφείλετοα επίσης οτην υποτίμηση της δραστικότητας των ιδεολογικο-πολιτικών παραγόντων, υποτίμηση προερχόμενη από την οικονομιστική οπτική της Διεθνούς.
Η υποτίμηση αυτή εκδηλώνεται καταρχήν με μια ορισμένη ερμη-νεία της θέσης του Λένιν για τη σχέαη μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και «εργατικής αριστοκρατίας». To σοσιαλδημοκρατικό φαινόμενο θεωρή-θηκε σιγά σιγά φοανόμενο κυρίως «οικονομικό». Η μοναδική πραγμα-τική λαϊκή βάση της οοοιαλδημοκρατίας βρίσκεται δήθεν στα οικονο-μικά συμφέροντα του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας, που δημιούργησε η διανομή ψυχίων από τα υπερκέρδη των ιμπεριαλιστι-κών αστικών τάξεων. Πράγμα που οριακά θα σήμαινε ότι η σοσιαλ-δημοκρατία δεν μπορούσε να έχει πραγματική βάση στις μάζες, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τον «οικονομιστικό καταστροφισμό», αναμενόταν περιορισμός των υπερκερδών, επομένως, και του στρώμα-τος της εργατικής αριστοκρατίας.
Όοο για το φαινόμενο της σοσιαλδημοκρατικής επιρροής σε μάζες πέρα από την εργατική αριστοκρατία, η Διεθνής, όταν δεν το απο-σιωπούαε το αντιμετώπιζε επιπόλαια με τον όρο «σοσιαλδημοκρατι-
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
171
κές ψευδαισθήσεις μέσα στην εργατική τάξη». Κάτω απ' αυτόν τον ό-ρο κρύβετοα, κι αυτό είναι αημαντικό, όλη η υποτίμηση της δύναμης των ιδεολογικών παραγόντων. Πραγματικά, η Διεθνής θεωροΰσε ότι επίκειται η κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατικών «ψευδαισθήσεων», κάτω από το βάρος της αποδεικτικής αξίας των ίδιων των γεγονό-των, αποδεικτική άξία που βαραίνει τόσο περισσότερο όσο προχωρεί η διαδικασία εκφασισμού - αλήθεια υποτίθεται εκτυφλωτική. Οι πα-ρατηρήσεις του είδους: «οι εργάτες που συνειδητοποιούντοα όλο κοα περισσότερο» αφθονούν, συνεχίζονται άλλωστε και μετά την άνοδο του φαοισμού στην εξουοία, ο οποίος υποτίθετοα «αφυπνίζει» τις μά-ζες από τις σοοιαλδημοκρατικές τους ψευδαισθήαεις.
Όμως, μέσα σ' έναν καπιταλιστικό οχηματισμό η σοσιαλδημοκρατία έχει, με εξαίρεοη ορισμένες επαναστατικές περιόδους, ένα μόνιμο έρει-σμα στις μάζες, μολονότι υπόκειται σε πολύ σημαντικές διακυμάνσεις: κι αυτό εξοατίας της επιρροής της αστικής αλλά και της μικροαστικής ιδεολογίας, πάνω στην εργατική τάξη. Επειδή ο αστισμός δεν μπορεί να κυριαρχεί μόνο με την οργανωμένη φυσική καταπίεαη, και επειδή η ιδεολογία δεν υπάρχει παρά στον κόομο των ιδεών, το αστικό κρά-τος διαθέτει οε κάθε περίοτααη έναν (ή πολλονς) κρατικό ίδεολογικό μηχανισμό, προοριομένο εώικά να επιβάλει την ασηκή ιδεολογία στην εργαηκή τάξη. Ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου (θα πραγματευ-τούμε αργότερα το πρόβλημα των συνδικάτων) αποτελεί ένα παρόμοιο μηχανισμό στις «φυσιολογικές» μορφές του αατικού κράτους.
Κόμμα οοοιαλδημοκρατικον τνπου: σύμφωνα με το χαρακτηριομό που έδωσε ο Λένιν το 1921, πρόκειται για «εργατικό κόμμα» που α-κολουθεί την πολιτική της αστικής τάξης -«οοσιαλπροδότης»- μέσα οτο πλαίσιο της εργατικής τάξης. Η ταξική βάση, δηλαδή ένα σημα-ντικό σχετικά τμήμα των μελών και των οπαδών, τα κατώτερα κλι-μάκια του μηχανισμού του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος είναι σε με-γάλο βαθμό εργατικής προέλευοης. Διακρίνεται έτοι από τα αστικά κόμματα με εργατική πελατεία, όπως είναι την εποχή αυτή το Λαϊκό (καθολικό) Κόμμα στην Ιταλία, το Καθολικό Κέντρο στη Γερμανία κ.λπ. Άλλωστε, το κόμμα αυτό δεν είνοα αναγκαστικά πάντα η ίδια η σοσιαλδημοκρατία: αν δεν εκπληρώνει πια το ρόλο της -αν δεν είνοα φερέγγυα- κάποιο άλλο κόμμα θα πάρει τη θέση της.14
Η σοαιαλδημοκρατία είναι ο μηχανισμός συνεργασίας με την αστι-
14. Όσον αφορά το χαρακτηρισμό με την παραπάνω έννοια, μόνο η ου-γκεκριμένη περίπτωση της SFIO (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) στη Γαλλία δημιουργεί πρόβλημα αν κοα κατά πόοο δηλαδή πρόκειται για «εργατικό κόμμα». Αυτό οφείλεται: α) στην αναρχοσυνδικαλιστική παράδο-ση του γαλλικού εργατικού κινήματος και τη δυσπιοτία του προς τα κόμ-
172
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
κή χάξη οτις «φυσι,ολογικές» μορφές αστικού κράτους: δηλαδή στις μορφές κράτους που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη πολιτική της αστικής τάξης απέναντι στην εργατική, που πάει από τη «ουνεργασία των τάξεων» -το κόμμα αυτό υποστηρίζει ανοιχτά την κυβέρνηση ή συμμετέχει σ' αυτήν- μέχρι ν' απαιτεί τη συντριβή της εργατικής.
Γιατί από την άλλη μεριά, ακριβώς επειδή η σοσιαλδημοκρατία εί-ναι ένα μαζικό κόμμα, η πάλη της εργατικής τάξης τη διαβρώνεί ν-ποχρεωηκά και την επηρεάζει με ώιαίτερο τρόπο, όπως επίοης την επηρεάζουν οι οργανώοεις -οννδικάτα- που εξαρτώνται απ' αυτήν (ή από τα οποία κάποτε, εξαρτάται). Η σοσιαλδημοκρατία με κίνδυνο να χάσει τη θεσμική λειτουργία της από την οποία εξαρτάται η ύπαρξή της πρέπει να διατηρήσει τη λαϊκή βάση που εκπροσωπεί. Εμμένει σε μια ορισμένη πολιτική συμβιβασμών προς την εργατική τάξη, πολιτι-κή, σε τελευταία ανάλυση, κατάλληλη για να γίνει αποδεκτή από την αστική τάξη σ' αυτές τις μορφές κράτους κοα σ' αυτό το πολιτικό πλοάσιο. Άλλωστε ο' ένα σοαιαλδημοκρατικό κόμμα σημαντικές ανα-κατατάξεις είνοα αναπόφευκτες ανάμεσα στις διάφορες ιεραρχικές βαθμίδες: τους ηγέτες και τη γραφειοκρατία των αξιωματούχων της,
ματα, δυσπιστία που δεν ξεπεράστηκε τελικά παρά με την ανάπτυξη του Κομμουνιατικού Κόμματος Γαλλίας κοα αρκετά καθυστερημένα- β) στη στε-νή σχέση που αποκαθίσταται πολύ γρήγορα μεταξύ SFIO και γαλλικής μι-κροαστικής τάξης διαμέσου του «γιακωβίνικου ριζοσπαστισμού», γεγονός που πρέπει να υπογραμμιστεί γιατί κάποτε υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα α-πό την A. Kriegel (Le pain et les roses, jalons pour une histoire des socia-lismes, 1968, o. 167), ότι μόνον η γερμανική σοοιαλδημοκρατία υπήρξε ερ-γατικό κόμμα. Αυτό είνοα λάθος. Προφανώς η Α. Κρίγκελ παρασύρεται α-πό τη γαλλική SFIO και από τις άλλες ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες, ε-ξαιρεί μόνο τη γερμανική. Για στοιχεία που αποδεικνύουν τη θέοη που ν-ποστηρίζω, R. Michels, «The Political Parties», στο S. Neumann (επιμ.), Modern Political Parties: Approaches to Comparative Politics, σνατύπωοη 1966, σ. 254 κ.ε, κ.λπ. Τέλος, οι οργανωτικές μορφές των κομμάτων σο-σιαλδημοκρατικού τύπου διαφέρουν σημαντικά από τη μια περίπτωση στην άλλη, από τη μια εποχή οτην άλλη. Αν αυτά τα κόμματα είναι οτο σύνο-λό τους περισσότερο πειθαρχημένα και συγκεντρωτικά οε σχέοη με τα «α-στικά κόμματα», οι οργανωτικές τους μορφές ωοτόσο αιωρούνται μεταξύ ενός ισχυρότατου γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού (Γερμανία, Αυοτρία) και ενός σχετικοΰ φιλελευθερισμού (Αγγλία). Στην πραγματικότητα, εξαι-τίας και της πολιτικής τους γραμμής, δεν μπορούμε καν να μιλάμε για τν-πική οργανωτική μορφή των οοσιαλδημοκραιικών κομμάτων, με τον τρό-πο που μιλάμε π.χ. για την οργανωτική μορφή των μπολσεβίκων. Βλ. τα συγκριτικά οτοιχεία για τα σοσιαλιστικά ευρωπαϊκά κόμματα, οτον Μ. Du-verger, Les pads politiques, 1951.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
173
τα κατώτερα στελέχη που βρίοκονται πιο κοντά στη μάζα κοα οτους οπαδούς.
Μ' άλλα λόγια, ένα κόμμα οοσιαλδημοκρατικού τύπου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την αοτική τάξη οποτεδήποτε και μ' οποιονδή-ποτε τρόπο ως απλό εργαλείο για κάθε χρήση. Παραμένει πάντοτε θε-σμός που συνδέετοα με μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία.
Πραγματικά, ο φασιομός αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή κράτους και καθεστώτος που αντιστοιχεί σε μια καθορισμένη πολιτική της α-στικής τάξης. Μ' αυτήν την έννοια ο φασισμός αντιστοιχεί σε μια α-ναδιοργάνωση του συνόλου των κρατικών μηχανισμών, ουμπεριλαμβα-νομένων και των ιδεολογικών μηχανιαμών του κράτους. Εφόσον η α-ναδιοργάνωση συντελείτοα, ένα κόμμα σοοιαλδημοκρατικού τύπου όχι μόνο δεν μπορεί να έχει καμιά θέοη αλλά πρέπει να καταστραφεί ο-λοοχερώς -πράγμα που έγινε στην πραγματικότητα- ακριβώς εξαιτίας του ερείαματός του στις μάζες της εργατικής τάξης, και στο βαθμό που μέσα κοα απ' αυτό περνάει η ταξική πάλη. Γιατί στην περίπτω-ση αυτή η πολιτική του αστισμού σκοπεύει πλέον οτην εκμηδένιση της εργατικής τάξης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν σημαίνει βέβοαα ότι η μαζική κοα οργανωμένη φυσική καταπίεση της εργατικής τάξης -καταπίεαη που ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου είναι ανίκανο να ασκήοει— αρκεί για την κυριαρχία της αστικής τάξης. Άλλοι μηχανισμοί θα πρέ-πει να πάρουν τη σκυτάλη. Μεταξύ άλλων οι φασιστικές οργανώαεις, οργανώσεις όμως των οποίων το λαϊκό έρεισμα και ο οργανωτικός οκελετός τοποθετούνται «έξω» από την εργατική τάξη (μικροαστική τάξη, κυρίως) και των οποίων ο ιδεολογικός ρόλος είνοα εντελώς δια-φορετικός από το ρόλο ενός κόμματος σοσιαλδημοκρατικού τύπου.15
Τέλος, η Διεθνής, πάντοτε μέσα στο συγκεκριμένο πλαίοιο, και για την πριν από την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία περίο-δο, με τη θέση της για το «σοσιαλφαοιομό» σηματοδοτούσε επίσης το
15. Ας σημειωθεί ότι ένα οοσιαλδημοκρατικό κόμμα απλώνεται επίσης στη μικροαστική τάξη, η οποία όμως χρησιμοποιείται εδώ ως ενδιάμεσος οταθμός μεταξύ βάσης της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής στο πλαίοιο της εργατικής τάξης. Ωστόσο, σ' ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου, η σημασία του μικροαστικού οτοιχείου -οημασία όχι μόνον, ούτε βασικά, α-ριθμητική, αλλά πολιτική, ιδεολογική κοα οργανωτική- παρουσιάζει ορισμέ-να όρια. Πέρα απ' αυτά τα όρια, ένα κόμμα σοοιαλδημοκρατικού τύπου αιωρείται μετασχηματιζόμενο σε κόμμα αοηκό με εργαηκή πελατεία. Αυ-τόν ακριβώς το δρόμο εξέλιξης ακολούθησαν, με διαφορετικό ρυθμό ανά-πτυξης, οι περισοότερες ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες, κυρίως μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο.
174

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου