Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 2

Σημείωση: Το κείμενο έχει μετατραπεί από pdf αρχείο και γι' αυτό περιέχει μικρά λάθη σε κάποιες λέξεις. Είναι όμως ευανάγνωστο. Για το πρωτότυπο pdf το οποίο δεν περιέχει τα μικρά αυτά λάθη (που όμως δεν αναγνωρίζει τους χαρακτήρες/γράμματα), πηγαίνετε εδώ: http://www.gamato.info/details.php?id=d6f1d034cce68d738d0d3d511dc56e9a097b8b2d

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
Τέλος, με την επικράτηση του φασισμού δεν βρισκόμαατε μπροστά σε μια ομολογία αδυναμίας του αατισμού αλλά στην επικράτηση της δύναμής του για μεγάλο διάστημα.
Στην περίπτωση της διαδικασίας εκςρασισμού υπάρχει πραγματικά μια αντιοτοιχία μεταξύ πολιτικής κρίοης του αοηομού και επιθετικής στρατηγικής. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τα πράγματα βελτιώνονται για τις άρχουσες τάξεις. Ωστόσο, όταν θεωρούμε αυτή την πολιτική κρίση ως αδυναμία του αοτισμού, σημαίνει ότι χαρακτηρίζουμε τη σχέ-ση της με την εργατική τάξη. Εδώ ακριβώς το νόημα που έδωσε η Διεθνής ο' αυτόν το χαρακτηριομό φαίνεται εσφαλμένο (αδυναμία του αστισμού = δύναμη + επίθεοη του προλεταριάτου).
Όμως, έπρεπε να έρθει το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς για να τολ-μήσει ο Δημητρώφ να υποδείξει, με πλάγιο τρόπο, ότι η διαδικασία εκφασισμού αντιοτοιχεί σε μια αμυντική φάση της εργατικής τάξης.
Αυτό φαίνεται από την κριτική του Δημητρώφ στην άποψη του 4ου Συνεδρίου της Διεθνούς περί «εργατικών κυβερνήσεων», στο βαθ-μό που υιοθετεί και επαναλαμβάνει αυτό το ούνθημα, συνιστώντας α-κριβώς τη συμμετοχή των κομμουνιστών σε παρόμοιες κυβερνήσεις. Αλλά, έλεγε ο Δημητρώφ, το 4ο Συνέδριο παρέλειψε να τονίαει ότι αυτές οι κυβερνήσεις «συνδέονται καθαρά και στενά με την ΰπαρξη μιας πολαικής κρίσης»: Δεν θα έπρεπε να είνοα παρά «κυβερνήσεις πάλης εναντίον του φασισμού και της αντίδραοης».η Διακρίνεται εδώ κάτω από τις γραμμές (αλλά ο Δημητρώφ δίστασε να το εκφράσει α-νοιχτά και κατηγορηματικά) η άποψη ότι η διαδικασία εκφασισμού ανιστοιχεί σε μια φάοη άμυνας του εργατικού κινήματος.
Ας σημειωθεί, επ' ευκαιρία, ότι ο Δημητρώφ δικαιολογημένα κα-τακρίνει το 4ο Συνέδριο, αλλά το λάθος αυτού του Συνεδρίου δεν βρί-σκεται εκεί που το εντοπίζει. To ούνθημα «εργατικές κυβερνήσεις» έ-γινε δεκτό από το 4ο Συνέδριο εξαιτίας της άποψής του για τη «στα-θεροποίηση». Η άποψη αυτή φανερώνει κιόλας περιορισμό της πάλης των τάξεων στον οικονομικό τομέα και, μ' αυτόν τον τρόπο, υποβάλ-λει την εξίοωση: «οικονομική οταθεροποίηση = άμυνα της εργατικής τάξης», όπως ακριβώς, κατά την αντίοτροφη φορά, στο 6ο Συνέδριο ισχύει η εξίσωση: «τέλος της σταθεροποίησης = καταστροφική οικονο-μική κρίση = επίθεση της εργατικής τάξης». Έτσι, ερμηνεύεται το σύν-θημα «εργατικές κυβερνήσεις» του 4ου Συνεδρίου, ενώ ο Λένιν, οτο 3ο Συνέδριο, σε καμιά περίπτωαη δεν έχει ταυτίσει τη σταθεροποίη-οη με την άμυνα της εργατικής τάξης. Εκείνος αναφερόταν στην τα-ξική πάλη, χρησιμοποιώντας άλλωστε μόνον την έκφραση «οχετική ι-
12. G. Dimitrov, Ckuvres choisies, σα. 99-103.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
91
οορροπία των ανταγωνιστικών δυνάμεων», κι έριχνε το ούνθημα «προς τις μάζες», που διαφέρει κατά πολύ από το σύνθημα «εργατι-κές κυβερνήσεις».
Έτσι, το λάθος του 4ου Συνεδρίου δεν έγκειται οτο ότι δεν συσχέ-τισε τις εργατικές κυβερνήσεις με μια αμυντική φάαη, όπως έλεγε ο Δημητρώφ. To λάθος βρίσκεται στη μη κατανόηση του πραγματικού χαρακτήρα της φάσης, εφόσον ερμηνεύει ως φάση άμυνας τη φάση σταθεροποίησης της ταξικής πάλης.13
ζ) Τα φααισηκά κόμματα, ο φασισμός, οι άρχουσες τάξεις και τμή-ματα τάξεων. Κυριαρχία, ηγεμονία και κυβερνώσα τάξη: η σχετική αυτονομία του φαοισμού
To τελευταίο σημαντικό ζήτημα είναι οι οχέσεις των κυρίαρχων τά-ξεων κοα τμημάτων τάξεων με τον φαοιαμό - με το φαοιστικό κόμ-μα αρχικά και με το φασιστικό κράτος στη συνέχεια.
Και οι τρεις βαοικές απόψεις πάνω σ' αυτό το ζήτημα, μου φαί-νονται εξίσου λανθασμένες:
1) Η άποψη που προοδευτικά επικρατεί στη Διεθνή: Αντίθετα με το «δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό» κράτος, μέσα στο πλαίσιο του ο-ποίου και άλλες κυρίαρχες τάξεις κοα τμήματα παίζουν αποφαοιστικό πολιτικό ρόλο, το φασιστικό κράτος αντιστοιχεί σε μια ολοκληρωτική χειραγώγηση του κράτους αποκλειστικά και μόνον από τη μερίδα του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Σύμφωνα μ' αυτήν την άποψη, το καπιταλιστικό κράτος έχει φτάαει εδώ σ' ένα στάδιο πλήρους υπαγω-γής στα στενά συμφέροντα αυτής της μερίδας. Έτσι, το φασιστικό κράτος στην κνρίολεξία δεν είναι παρά πράκτορας, με την κυριολε-κτική σημασία του όρου, αυτής της μερίδας, εργαλείο που το τμήμα αυτό χειρίζεται κατά βούληση, ενώ παράλληλα αποκλείει όλες τις άλ-λες τάξεις και τμήματα τάξεων. Είναι προφανές ότι, σ' αυτήν την πε-
13. Η ταύτιση «οικονομική σταθεροποίηση = άμυνα της εργατικής τά-ξης» δεν εμφανίζετοα στις ίδιες τις αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου. Είναι, ό-μως, ολοφάνερο στην εισήγηοη του Ράντεκ στο συνέδριο αυτό, L'offensive du capital (Επίθεση του κεφαλαίου): «To χαρακτηριστικό της εποχής μας βρίσκεται στο γεγονός ότι [...] οι μεγάλες μάζες του προλεταριάτου [...] έ-χουν στριμωχτεί σε στάση άμυνας» {Protokoll des vierten Kongresses der K.I., ό.π., σ. 296 κ.ε.). Ο Λένιν καταβεβλημένος από την αρρώστια, εμφανί-ζεται για προτελευταία φορά δημόσια στο συνέδριο αυτό κοα κάνει μόνο μια σύντομη εισήγηοη για τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ) οτην ΕΣΣΔ.
92
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
ρίπτωοη δεν αναγνωρίζετοα οτο φαοιοτικό κράτος καμιά οχετική αν-τονομία ως προς το άρχον ουγκρότημα και το ηγεμονεύον τμήμα του.
Έμμονη ψευδαίαθηση στους κόλπους της 3ης Διεθνούς, που ανά-γεται σε μια ολόκληρη εργαλειακή σύλληψη του κράτους, συνδεδεμέ-νη σε μεγάλο βαθμό με τον οικονομισμό, κοα διέπει άλλωοτε, όπως ξέρουμε, αυτούσιες τις σύγχρονες αναλύσεις των κομμουνιστικών κομ-μάτων που αφορούν το κράτος στο στάδιο του «κρατικοΰ μονοπωλια-κού καπιταλισμού». Οι αναλύσεις που αφορούν το φασιοτικό και το σημερινό κράτος είνοα αυστηρά ταυτόσημες. Αυτή η άποψη επικρατεί οριοτικά οτη Διεθνή με τον Δημητρώφ και το 7ο Συνέδριο.
Θα έπρεπε να σημειώσουμε προς το παρόν ότι η ίδια άποψη ου-χνά συνοδεύεται, με τρόπο φαινομενικά αντιφατικό, από την άποψη των εσωτερικών αντιφάσεων του φασισμού. Αν και τονίζεται συχνά το γεγονός ότι ο φασιομός αντιπροσωπεύει αντιφατικά συμφέροντα διαφορεηκών τάξεων, ωοτόσο αυτές οι αντιφάσεις πρόκειται να εξα-φανιστούν ως εκ θαύματος στο θεσμικό επίπεδο του φαοιστικού κόμ-ματος και κράτους.
Η άποψη αυτή για τη οχέση του φασιστικού κράτους κοα του με-γάλου κεφαλαίου μετά την επικράτηση του φασισμού υπαγορεύει τη βασικά λαθεμένη θέση, στην οποία και θα σταθούμε. Αναφέρεται δε στις σχέσεις του μεγάλου κεφαλαίου και του φασιστικού κόμματος καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκφαοισμού. To φασιστικό κόμμα, καταρχήν, θεωρείτοα «πληρωμένος πράκτορας» οτην υπηρεσία του με-γάλου κεφαλαίου. To φασιοτικό κόμμα, «στρατιωτικό όργανο μάχης του μεγάλου κεφαλαίου», εξομοιώνεται συχνά μ' έναν «δεσμό λευκο-φρουρών», μια απλή «μιλίτσια» οπλισμένων μισθοφόρων του μεγάλου κεφαλαίου, εργαλείο που το κεφάλαιο χρησιμοποιεί όπως θέλει.14
Έτσι από τη μια, το ζήτημα που τραβάει κυρίως την προσοχή, εί-ναι το ζήτημα των χρηματοδοτών των φασιστικών οργανώσεων, ενώ στην πραγματικότητα η οργανωτική σχέοη του φασιστικού κόμματος και της αστικής τάξης είνοα πολύ πιο περίπλοκη. Από την άλλη με-ριά, η στρατι,ωτι,κή πλευρά όχι μόνο θεωρείτοα η σημαντικότερη της διαδι,κασίας εκφασισμού καθ' όλη τη διάρκειά της, αλλά εμφανίζεται σχεδόν αποκομμένη από την πολι/ακή πλευρά. Στην πραγματικότητα όμως, η στρατιωτική πλευρά προσδιορίζετοα μόνιμα από την πολιτι-
14. Βλ. τον ορισμό του 5ου Συνεδρίου: «Ο φασισμός είνοα μια από τις κλασικές μορφές της αντεπανάστασης, την εποχή της παρακμής της κεφα-λαιοκρατικής κοινωνίας, την εποχή της προλεταριακής επανάστασης. [...] Ο φασισμός είναι το στρατιωτικό εργαλείο μάχης του μεγάλου κεφα-λαίου...» (στο Imprekorr, γερμανική έκδοση, αρ. 119, Σεπτέμβριος 1924).
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
93
κή. Κοα κάτι που αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα της διαδικασίας εκφα-σισμού είναι ότι, εκτός από το τελευταίο στάδιο, η πολιτική πλευρά παίζει τον κύριο ρόλο.
Απ' αυτήν την άποψη, η προειδοποίηση της Κλάρας Τσέτκιν στην Εκτελεστική Επιτροπή της Διεθνούς, οτις 23 Ιουνίου 1923, παραμένει σωοτή: «To λάθος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος έγκειται κυρίως οτο γεγονός ότι θεώρηοε τον φασισμό ως οτρατιωτικό-τρομο-κρατικό κίνημα, κι όχι ως μαζικό κίνημα πον διαθέτει βαθιές κοινω-νικές βάσεις. Ιϊρέπει να εμμείνουμε οτο γεγονός ότι, προτού να νική-σει στρατιωτικά, ο φασισμός είχε κερδίσει κιόλας την πολιτική και ι-δεολογική μάχη πάνω στην εργατική τάξη...»15
2) Οι απόψεις που προοαρμόζουν τον φασισμό στο οχήμα του 6ο-ναπαρτισμού, δηλαδή οτο σχήμα μιας σχέσης όπον επικρατεί «ισορ-ροπία ιοότητας» των δύο βασικών ανταγωνιστικών δυνάμεων: Πρόκει-ται για την άποψη που διατύπωσε κυρίως ο Ταλχάιμερ, αλλά, με ε-ξίοου έντονο τρόπο, και πολυάριθμοι μαρξιοτές θεωρητικοί του φασι-σμού. Αυτό θα οδηγήσει ατο να αποδοθεί οτο φαοιοτικό κράτος ένας τρόπος και ένα εύρος σχετικής αυτονομίας που στην πραγματικότητα δεν διαθέτει κι έτσι, σε τελευταία ανάλυση, να είναι αδύνατος ο σω-οτός καθορισμός των σχέοεων μεταξύ φασισμού και μεγάλου κεφα-λαίου. Έφταοαν π.χ. ώς το σημείο να μιλούν για μια διάσταοη οικο-νομικής κυριαρχίας, που επιβάλλεται από το μεγάλο κεφάλαιο, και πολιτικής κυριαρχίας που μονοπωλεί το ολοκληρωτικά ανεξάρτητο φασιστικό κράτος. Αυτά, παρερμηνεύοντας την περίφημη ρήση του Μαρξ, οτην 18η Μπρυμαίρ, για την «αντίθεση κράτους και κοινω-νίας» και την «ανεξαρτησία του κράτους σε αχέση με την αστική κοι-νωνία (societe civile)».16
Mux τέτοια οχετική αυτονομία του κράτους θα οήμαινε μάλιστα, οε έσχατη περίπτωση, ρήξη του δεομού μεταξύ κράτους και ηγεμο-
15. Βλ., επίοης, στον Ράντεκ: «Ο φασισμός δεν αντιπροσωπεύει μια α-πλή κλίκα αξιωματικών, αλλά ένα πλατύ, αν και αντιφατικό, μαζικό κίνη-μα» (Rote Fahne, 16.8.1923). Βλ., ακόμη, τις αναλύσεις, της εποχής, εκεί-νης, των Γκράμσι και Τολιάτι (Togliatti) που διαφέρουν ουοιαστικά από τις επίσημες του Ιταλικού Κομμουνιοτικού Κόμματος και του Μπορντίγκα (παρακάτω, σ. 284).
16. Βλ. τις σωστές, απ' αυτήν την άποψη, κριτικές του Τολιάτι για την άποψη του Ταλχάιμερ, οε μια οειρά διαλέξεων του 1935, Lezioni sul fas-cismo (Μαθήματα για τον φασισμό), 1970, σ. 6 κ.ε. κοα οτο άρθρο που ή-δη αναφέρθηκε των Griepenburg κοα Tjaden, «Faschismus und Bonaparti-smus. Zur Kritik der Faschismus-theorie August Thalheimer», Das Argument, Δεκέμβριος 1966.
94
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
νεύοντος τμήματος. Από εκεί προέρχονται οι εντελώς λανθασμένες πε-ριγραφές του φασισμού, ενός φασισμού που δρα κοα ολοφάνερα και μακρόχρονα μέοα από την πολεμική οικονομία εναντίον των συμφε-ρόντων που μεγάλου κεφαλαίου κοα σε κηρυγμένη αντίθεση μ' αυτό.17
3. Η αρκετά διαδεδομένη άποψη στους κύκλους της σοοιαλδημο-κρατίας (εναντίον της οποίας δικοαολογημένα ξεσηκώθηκε η Διεθνής) που βλέπει τον φασισμό ως «πολιτική δικτατορία της μικροαστικής τάξης». Πραγματικά μεταξύ φασισμού κοα μικροαστικής τάξης υπάρ-χει ένας δεσμός αρκετά ισχυρός και πολύπλοκος τον οποίο υποτίμη-σε η Διεθνής. Αλλά η άποψη που μας απαοχολεί επιχειρεί να δείξει τη σχετική αυτονομία του φασιστικού κράτους, ξεκινώντας από μια διάοταση, όπως και η προηγούμενη, μεταξύ οικονομικής κοα πολιτι-κής κυριαρχίας. Με την εξής όμως διαφορά: ότι δεν πρόκειται εδώ πλέον για κράτος, ανεξάρτητο κατά κάποιον τρόπο, απέναντι σε δυο δυνάμεις που ισορροπούν, αλλά για κράτος που εκφράζει την πολιτι-κή κυριαρχία της μικροαστικής τάξης -την «τρίτη δύναμη»- απένα-ντι στην οικονομική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου.18
Θα αναπτύξουμε εδώ τη θέση που μοιάζει σωστή. Κατά τη διάρ-κεια της διαδικασίας εκφαοιομού και μετά την κατάκτηση της εξου-σίας, ο φασισμός -φαοιστικό κόμμα, φασιστικό κράτος- διατηρεί μια προσίδια σχετική αυτονομία απέναντι στο άρχον συγκρότημα και ταυ-τόχρονα το τμήμα του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου, που εγκα-θιδρύει την ηγεμονία. Η σχετική αυτή αυτονομία οφείλεται σε δυο κα-τηγορίες παραγόντων:
17. Τέτοιο είναι, για παράδειγμα, το συμπέρασμα του Tim Mason που βασίζεται στην άποψη τον Ταλχάιμερ, στο άρθρο του: «Der Primat der Politik - Politik und Wirtschaft im National-sozialismus», Das Argument, Δε-κέμβριος 1966, σ. 473 κ.ε. Αυτή η άποψη συγγενεύει με την παρερμηνεία των αναλύσεων του Μαρξ, την πολύ συνηθισμένη «εκτελεστική» άποψη για μια υποτιθέμενη ριζική δι,άκριαη στο φασιστικό καθεστώς, «τριών τομέων» της εξουσίας: της οικονομίας, όπου κυριαρχούν οι «μεγιστάνες της βιομη-χανίας», της πολιτικής και του κράτους όπου κυριαρχσύν το φασιστικό κόμμα κοα η γραφειοκρατία του και ο στρατός όπου κυριαρχούν υψηλοί κύκλοι της Βέρμαχτ: αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, βλ. A. Schweitzer, Big Business in the Third Reich, 1964, σ. 227 κ.ε. Την άποψη για την «αυ-τονομία του πολιτικού τομέα» στον εθνικοσοοιαλιομό συμμερίζετοα επίοης ο Fr. Neumann, στο Fr. Neumann και Η. Marcuse, Demokratischer und Autoritarer Staat (Δημοκραηκό και Αυταρχικό Κράτος), 1967, σ. 93 κ.ε.
18. Για τη σοοιαλδημοκρατική θέση, ότι ο μικροαοτισμός είναι η «τρί-τη δύναμη», μεταξΰ άλλων, G.D.H. Cole, «A History of Socialist Thought» («Ιστορία της σοσιαλιστικής ακέψης»), Socialism and Fascism, τ. V, σ. 5 κ.ε.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
95
α) σχις εσωτερικές αντιφάσεις των τάξεων και τμημάτων της συμ-μαχίας που ανήκουν στην εξουσία, δηλαδή στην εσωτερική πολιτική της κρίση: σχετική αυτονομία απαροάτητη για να αναδιοργανωθεί ο συνασπιομός κοα να επιβληθεί, στους κόλπους του, η ηγεμονία του τμήματος του μεγάλου μονοπωλιακσύ κεφαλαίου.
β) ατις αντιφάσεις των κυρίαρχων τάξεων και τμημάτων τους, και των κυριαρχουμένων τάξεων, δηλαδή στην πολιτική κρίση του συνό-λου του κοινωνικού σχηματισμού, καθώς και στην περίπλοκη σχέση του φασιομού με τις κυριαρχούμενες τάξεις. Αυτή ακριβώς η σχέση θα κάνει τον φασισμό απαραίτητο μεσολαβητή για την επανασταθερο-ποίηση της πολιτικής κυριαρχίας κοα της ηγεμονίας.
Ωστόσο, η σχετική αυτονομία δεν είναι εδώ του ίδιου τύπου και δεν έχει το ίδιο εύρος με την αυτονομία ενός κράτους όπου υπάρχει ιαορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βαοικών κοινωνικών δυνάμεων. Δεν εννοώ βέβοαα ότι το κράτος στην τελευταία περίπτωση γίνεται ουδέτερος μεσολαβητής στην πάλη των τάξεων ποτέ δεν παύει να εί-ναι ο οργανωτής της πολιτικής κυριαρχίας. Αλλά, οτην τελευταία πε-ρίπτωοη, διαθέτει ένα περιθώριο ελιγμών που επιβάλλετοα από τη συ-γκυρία. To φασιστικό κράτος, επειδή τοποθετείτοα στο πλαίσιο μιας διαφορετικής πολιτικής κρίοης δεν απέκτησε αυτό το περιθώριο πο-τέ. Οπότε, αν αληθεύει ότι το φασιστικό κράτος διαθέτει μια προσί-δια σχετική αυτονομία που το διακρίνει, παρά τα φαινόμενα, από τις «ομαλές» μορφές του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορούμε, ωστόσο να θεωρήαουμε αυτή την αυτονομία ως ιδιαίτερη περίπτωση της οχε-τικής αυτονομίας που ταιριάζει μάλλον οτις βοναπαρτιστικές μορφές κράτους.19
Θα περιοριστούμε προς το παρόν στη διερεύνηση της πρώτης κα-τηγορίας των παραγόντων σχετικής αυτονομίας, τις φάσεις της, που τέμνονται με τα στάδια της διαδικασίας εκφασισμοΰ:
19. Επισημαίνω το λάθος του R. Miliband σ' αυτό το θέμα, παρόλο που τον τοποθετώ ξεχωριοτά, στο μέτρο που φαίνεται να έχει συνείδηοη των κινδύνων που εγκυμονεί μία τέτοια άποψη: «Μ' αυτήν την προοπτική πρέ-πει να γίνει αντιληπτή η έννοια της ανεξαρτησίας του κράτους απ' όλες τις δυνάμεις της αστικής κοινωνίας (societe civile). Ανεξαρτησία που ανα-φέρουν με διάφορες ευκοαρίες ο Μαρξ και ο Ένγκελς οαν πιθανή σε "ε-ξοαρετικές συνθήκες" - 18η Μπρνμαίρ κ.λπ. και για την οποία μποροΰμε να ποΰμε ότι ο φασισμός αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμά της. Στο πλαίοιο αυτό ωστόσο, η έννοια είνοα διφορούμενη στο μέτρο που υποδη-λώνει μια ορισμένη ουδετερότητα του κράτους, που η εμπειρία διαψεύ-δει...», The State in Capitalist Society (To κράτος οτην καπίταλωτική κοι-νωνία), 1969, σ. 93 κ.ε.
96
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
α) Από την ένδείξη της διαδικασίας ώς το οημείο μη-επιστροφής. To φασισακό κόμμα που δεν υπάρχει πρι,ν, παρά με την εμβρυακή μορφή των ενόπλων συμμοριών, υποστηρίχθηκε από τα κυρίαρχα τμή-ματα τάξεων κατά την επιθετική φάση του προλεταριάτου. Στη φά-ση της σταθεροποίησης εγκαταλείφθηκε από τα τμήματα, και απέκτη-σε, προοδευτικά, χαρακτήρα μαζικού κόμματος. Υποστηρίχθηκε ανοι-χτά από τους κύκλους του μεγάλου κεφαλαίου αλλά απέχει πολύ α-πό το να αντιπροαωπεύει πολιτικά αυτό το τμήμα, και, κατά μείζο-να λόγο, το σύνολο της συμμαχίας που έχει την εξουσία.
Στο σημείο μη επιστροφής το φασιστικό κόμμα κερδίζει την υπο-οτήριξη του μεγάλου κεφαλαίου προσφέροντας οίγουρα εχέγγυα. Προ-οπαθεί να στερεώσει τις οχέσεις του με ορισμένες τάξεις και τμήμα-τα που βρίσκοντοα στην εξουοία κοα να εξουδετερώσει τους δισταγ-μούς των άλλων. Με δυο λόγια, δημιουργείται ο δεσμός κομματικής οργάνωοης με μια συμμαχία που έχει την εξουσία, και που, περνώ-ντας στην επίθεοη, δεν διαθέτει δι,κές της αντιπροσωπευτικές πολιτι-κές οργανώσεις. Κι αυτό διαφοροποιεί τον φασισμό από τον βοναπαρ-τισμό, που ουνήθως, δεν συγκροτείτοα σε κόμμα, με την κυριολεξία του όρου. Ωστόοο, ο πολιτικός δεσμός του με τις λαϊκές μάζες παρα-μένει πολύ ισχυρός.
β) Περίοδος από το οημείο της μη-επιστροφής μέχρι την εγκατά-σταση του φασιομού στην εξουοία. Εκπληρώνονται οι στόχοι της προ-ηγούμενης περιόδου, με την επιτυχημένη υπέρβαση των αντιφάοεων ανάμεσα στο τμήμα του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου κοα τις άλ-λες κυρίαρχες τάξεις και τμήματα, πράγμα που επιτυγχάνετοα με πα-ραχωρήσεις του φασισμού προς τις τελευταίες. Αλλά συγχρόνως φραγ-μός προς τις λαϊκές μάζες, που ανηουχούν για τις όλο κοα πιο φανε-ρές σχέσεις του φασιστικού κόμματος με το άρχον συγκρότημα. Η πε-ρίοδος που σημαδεύεται από τη σύναψη, μέσω του φασιστικού κόμ-ματος, μιας πραγματικής συμμαχίας, που εξυφαίνετοα νωρίτερα ανά-μεσα οτο μονοπωλιακό τμήμα κοα τη μικροαστική τάξη: συμμαχία ω-στόσο αμφίβολη γιατί φέρνει μέσα της εκρηκτικά στοιχεία.
γ) Πρώτη περίοδος του φαοισμού οτην εξονοία: στιγμή της αλή-θειας, αλλά μιας αλήθειας ακόμη εντελώς σχετικής. Η πολιτική του φα-σισμού για την καθιέρωση της ηγεμονίας του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου οτερεώνεται, αλλά με υπόγειο τρόπο, απέναντι στις άλλες τάξεις και τμήματα της εξουσίας. Παράλληλα, ο φασισμός εξαναγκά-ζεται, παρά τη θέληση του άρχοντος συγκροτήματος, να κάνει ορισμέ-νες παραχωρήσεις στις λαϊκές μάζες, πράγμα όμως που δεν εμποδίζει την εξουδετέρωση της πρωτοπορίας και των οργανώσεών τους.
Επιπλέον, τα πράγματα αλλάζουν στο πολιτικό επίπεδο: Μέσω του φασιστικού κόμματος, που φέρει ακόμα έντονα τα σημάδια της ταξι-
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
97
κής του προέλευσης, κοα με την αναδιοργάνωση του κρατικού συστή-ματος και των μηχανισμών του, στη διάρκεια αυτής της περιόδου η μικροαστική τάξη, χωρίς ποτέ να είναι άρχουσα πολιτικά, γίνετοα η κυβερνώσα τάξη και αρχίζει να γίνετοα η κατέχουοα τον κραηκό μη-χανιομο ταξη.
Εκρηκτική κατάσταση που καταλήγει σε μια μαζική εκκαθάριση της «αριστερίζουσας πτέρυγας» του ίδιου του φασιστικού κόμματος και ολοκληρώνετοα με το τέλος της περιόδου των συνθηκολογήσεων. Πολιτικών συνθηκολογήοεων που χαρακτηρίζουν, αντίθετα, όλη την περίοδο του βοναπαρτισμού.
δ) Περίοδος οταθεροποίησης τον φασισμού. To τμήμα του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου εδραιώνει την ηγεμονία του κοα μετατρέπε-τοα σε άρχουσα τάξη (ταύτιση του ηγεμονεύοντος τμήματος κοα του κυβερνώντος τμήματος, στοιχείο που επίαης διακρίνει τον φααιαμό α-πό το βοναπαρτισμό) εκτοπίζοντας τη μικροαστική τάξη. Ωοτόσο, η μικροαστική τάξη συνεχίζει να είναι η κατέχουσα τον κρατικό μηχα-νιομό. Η διαδικασία αυτή ενισχύεται ακόμα από μια ολοκληρωτική α-ναδιοργάνωση ταυ, με την ευρεία έννοια, πολιτικού προσωπικού.
Η περίοδος των συνθηκολογήσεων με τα ιδιότυπα χαρακτηριστι,κά της έχει πλέον περάσει. Ωστόσο, ο οταθεροποιημένος φαοιομός υπο-χρεώνεται συχνά να επιβάλλει στο συνασπισμό εξουσί,ας ορισμένες πα-ραχωρήσεις στις λαϊκές μάζες (παραχωρήσεις που η Διεθνής υποτίμη-σε), για να μην σπάσουν ποτέ ολοκληρωτικά OL δεσμοί του μ' αυτές. Παράλληλα, η εδραίωση της ηγεμονίας του μεγάλου κεφαλαίου υπο-θάλπει τις αντιφάσεις στους κόλπους του συνασπισμού εξουοίας. Ο φασισμός είναι υποχρεωμένος να ελίσσετοα, διαχωρίζοντας τη θέση του μερικές φορές από το ηγεμονεύον τμήμα. Σε τελευτοάα ανάλυση, ακολουθεί συνολικά μια πολιτική σύμφωνη με τα μακροπρόθεσμα συμ-φέροντα του τμήματος αυτού- δεν είνοα, πάντως, ένας πιοτός πράκτο-ρας στην υπηρεσία του. Τέλος, με την κατάσταση που δημιουργείται στο πολιτικό προοκήνιο (μικροαστική τάξη ως τάξη κατέχουσα τον κρατικό μηχανισμό) και στο ιδεολογικό επίπεδο (φασιστική ιδεολογία) που προσθέτει στους προηγούμενους παράγοντες τα δικά της αποτε-λέσματα, η πολιτική που ακολουθεί ο φαοιομός καταλήγει στο να δυ-σαρεστεί το μεγάλο κεφάλαιο.
20. Γι' αντές τις διακρίσεις, βλ. το έργο μου Pouvoirpolitique..., ό.π., a. 261 κ.ε.
2. Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
α) Η διαδικααία εκφασισμού και οι οικονομικές αντιφάοεις
Οι παραπάνω προτάσεις επαληθεύονται αναφορικά με τη διαδικασία εκφασιομού και την επικράτηοη του φασισμού στη Γερμανία και μας επιτρέπουν να εντοπίσουμε, από την άποψη των κυρίαρχων τάξεων κοα κοινωνικών τμημάτων, τις απαρχές της και να διακρίνουμε τις φάσεις ανάπτυξής της. Οι αρχές αυτές νομίζω πως πρέπει να τοπο-θετηθούν στην πριν από την τελευταία οοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση (1928) εποχή και ακριβέοτερα γύρω στα 1927, κι όχι όπως φαίνεται από τη γενικά παραδεκτή άποψη που, προοκολλημένη μόνο στα γε-γονότα του πολιτικού προσκηνίου, τις τοποθετεί στην τελευτοάα πε-ρίοδο της κυβέρνησης Μπρύνινγκ (Briining). Στην περίοδο του Μπρύ-νινγκ η διαδικασία τείνει ν' αγγίξει αποφασιστικά το σημείο μη-επι-στροφής.
Πραγματικά, στη διάρκεια της περιόδου αυτής, η διαδικασία ε-δραίωοης της κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλιομού στο γερμα-νικό κοινωνικό σχηματισμό διακρίνεται από μια χαρακτηριστική επι-τάχυνση. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αφού ανακόπηκε και σχεδόν οπισθοχώρησε με την πληθωριστική κρίση του 1923, προωθεί-ται κοα πάλι πολύ πιο αποφασιστικά σε σχέση με το παρελθόν: ο α-ριθμός των καρτέλ από 1.500 το 1923-1924 περνάει οτα 2.500 το 1925
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
99
κοα στα 2.100 το 19 30.' To 16% των ανωνύμων εταιρειών μετέχει σε κοντσέρν στο τέλος της περιόδου. To ποσοστό αυτό όμως περιλαμβά-νει το 65% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου. Από το 1926 το τε-ράστιο τραστ/.G. Farben ισχυροποιείται κοα στα 1926-1927 ιδρύονται τα Ηνωμένα Χαλυβουργεία (Vereinigte Stahlwerke), συνασπισμός των τεσσάρων μεγαλύτερων παραγωγών χάλυβος. To Σεπτέμβριο του 1929, μετά τη συγχώνευση της Deutsche Bank με την Disconto Gesellschaft, τρεις μεγάλες τράπεζες ελέγχουν στο εξής όλες τις οημαντικές χρημα-τιοτικές επιχειρήαεις.
Στις αυγκεκριμένες συνθήκες του γερμανικού κοινωνικού σχηματι-σμού, η διαδικασία αυτή συνοδεΰετοα από μια επιόείνωση των εσωτε-ρικών οικονομικών των τάξεων και τμημάτων που κατέχουν την εξου-σία. Οι αντινομίες αυτές, μολονότι είναι χαρακτηριστικές της μετάβα-σης προς τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, επιβράδυναν οχετικά τη δια-δικασία ώσπου ο φασιμός κατέλαβε την εξουσία. Διατηρήθηκαν, άλ-λωστε, με διαφορετικές μορφές, και στην περίοδο του κατεστημένου φασισμού. Τέλος, επιδεινώνονται στη διάρκεια της περιόδου που πά-ει από την έναρξη της διαδικαοίας εκφασιομοΰ ώς το σημείο της μη-επιστροφής, οξύνονται από το σημείο αυτό μέχρι την εγκατάσταση του φασισμού στην εξουσία και αμβλύνονται στη συνέχεια.
Και πρώτα, η αντίφαση μεταξύ αστικής τάξης κοα μεγάλης γαιο-κτηαίας: πρόκειται για αντίφαοη κεφαλαιώδους σημασίας στη Γερμα-νία, χώρα που παρουσίαζε ακόμη, πολλά φεουδαρχικά χαρακτηριοτι-κά. Πράγματι διαπιστώνουμε τη διατήρηση της συμμαχίας μεταξύ με-γάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου και μεγάλης γαιοκτησίας, που δεν παραβιάστηκε ποτέ, ούτε στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού ούτε οτην εποχή του φασιομού. Ωοτόσο, αυτή η συμμαχία δεν πρέπει να μας εμποδίζει να δούμε την οικονομική αντίφαοη που κρύβει. Η μεγάλη γαιοκτησία, που ήδη στρέφεται προς την κεφαλαιοποίηση της γαιοπροσόδου, παρέμεινε όπως επισημαίνει ο Κάουτσκυ,2 σχετικά μα-κριά από το βιομηχανικό και χρηματιστικό κεφάλαω. Έτσι, έπασχε από την καθυστέρηση του αγροτικοΰ τομέα οε σχέση με το βιομηχα-νικό. Από το ούνολο της γερμανικής παραγωγής το μερίδιο που ανα-λογεί δεν παύει να μειώνεται, και οι Γιούνκερ (Junkers) βλέπουν να αδυνατίζει προοδευτικά η οικονομική τους ισχύς: μεταξύ 1924 και 1929, το μερίδιο της γεωργίας στο σύνολο της γερμανικής .παραγωγής
1. G. Badia, Histoire de I'Allemagne contemporaine, ό.π., τ. I, 1964, σ. 240.
2. K. Kautsky, La question agraire (To αγροηκό ζήτημα), επανέκδοση F. Maspero, 1970, o. 59, 67, 129 κ.ε.
100
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
μειώθηκε από 22,7% σε 20,9%. Η χαρακτηριστική πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων (που δημιούργησε το λεγόμενο «ψαλίδι» μεταξύ των αγροτικών κοα των βιομηχανικών προϊόντων ανοίγει ση-μαντικά κατά την περίοδο 1924-1929), θίγει εξίσου τους μεγάλους γαιοκτήμονες:3 η σχετική πτώοη των αγροτικών τιμών βόλευε το με-γάλο μονοπωλιακό κεφάλοαο, το οποίο φοβόταν κάθε άνοδο των τι-μών στη γεωργία γιατί θα είχε επιπτώσεις οτο δικό του κόστος πα-ραγωγής - κυρίως στους μισθούς.
Άλλο σημαντικό γεγονός: Τα κυβερνητικά μέτρα που σχετίζονται με τη γαιοπρόδοσο (δηλαδή μια από τις μορφές διανομής του συνο-λικού κέρδους) τώρα ενισχύοντοα. Αυτό ουμβαίνει γιατί η μαζική διείσδυση του καπιταλιομού οτη γεωργία είχε αποτέλεσμα, μεταξύ άλ-λων, την απόλυτη πτώση της γαιοπροσόδου, αν κοα το τμήμα της συ-νολικής υπεραξίας που το κεφάλοαο ιδιοποιείται αυξάνει παρ' όλα αυ-τά. Τα κυβερνητικά μέτρα αφορούν τον καθορισμό αστικών ενοικίων και αγρομισθώσεων. Όπως, επιοημαίνει οωστά ο Μπετελέμ:4
«Αυτός ο διακανονισμός έχει τη ρίζα του στα κοινωνικά προβλή-
ματα, αλλά βαθύτερη αιτία του είναι, η διαμάχη που χωρίζει την
έγγειο ιδιοκτησία από το βιομηχανικό κεφάλαιο και δείχνει τη
νίκη του βιομηχανικού κεφαλαίου (πάνω στην έγγειο ιδιοκτηοία).
Αυτό οημαίνει πως η νομοθεοία για τα ενοίκια προκάλεοε μια
μετατόπιση του κέρδους σε όφελος του βιομηχανικού κεφαλαί,ου
και σε βάρος της εγγείου ιδιοκτησίας».
Τέλος, στη διάρκεια της ίδιας περιόδου, η μεγάλη έγγειος ιδιοκτη-
οία κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς τον εκμηχανισμό, πράγμα που
θα την χρεώσει, προοδευτικά, οτις μεγάλες τράπεζες. To μεγάλο κε-
φάλοαο επιβάλλει τις μονοπωλιακές του τιμές με τη συγκέντρωση
στους κλάδους παραγωγής αγροτικών μηχανών και χημικών λιπαομά-
των. Οι βιομηχανίες μεταποίησης που ώς τότε ιδρύονται «επί τόπου»
και ελέγχονται από τη μεγάλη έγγειο ιδιοκτησία, περνούν κάτω από
τον έλεγχο του χρηματιστικού κεφαλαίου και αποκτούν όλο και με-
γαλύτερη σπουδαιότητα για την επεξεργασία του ακαθάριστου αγρο-
τικού προϊόντος. Η δημι,ουργία μεγάλων επιχειρήσεων κατανάλωσης
-μεγάλα καταστήματα κ.λπ- συνεπάγετοα τη μεταβίβαση ενός αυξα-
νόμενου τμήματος των κερδών από τη μεγάλη έγγειο ιδιοκτησία στο
μεγάλο εμπορικό κεφάλαιο.
3. Ch. Bettelheim, ό.π., α. 6• G. Badia, ό.π., σ. 49• D. Guerin, ό.π., a. ITS. Γι' αυτά που ακολουθοϋν, επίσης: A. Schweitzer, ό.π: Τ. Mason, ό.π: S.J. Woolf, «Did a Fascist Economic System Exist?», oto S.J. Woolf (επιμ.), The Nature of Fascism (H φύση του φασισμού), 1969.
4. Ch. Bettelheim, ό.π., σ. 194.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
101
Av, όμως, επιμένουμε στις νέες αντιφάσεις μεταξύ μεγάλης εγγείου ιδιοκτησίας κοα μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου, δεν θα έπρεπε να παραβλέπουμε τις παραδοσιακές αντιφάαεις μεταξύ μεγάλης εγγεί,ου ι-διοκτησίας και μεσαίου βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου. Οι α-ντιφάοεις αυτές οξύνονται καθ' όλη την περίοδο του εκφασισμού, δη-λαδή από το σημείο μη-επιστροφής μέχρι την επικράτηση του φασι-σμού στην εξουσία. To μεσαίο κεφάλαιο μάλιστα σ' αυτήν την περίο-δο, εξαιτίας των δικών του αντιθέσεων με το μεγάλο κεφάλαιο, επι-χειρεί ακόμη και να προοεγγίοει την πλούαια κοα μεοαία αγροτιά, οε βάρος της μεγάλης εγγείου ιδιοκτηαίας. Ο Μπρύνινγκ, εκπρόσωπος του μεσαίου κεφαλαίου, φτιάχνει ένα σχέδιο «αποικιαμού», μερικών μεγάλων υποθηκευμένων κτημάτων που η εκμετάλλευσή τους ήταν τε-λείως ελλειμματική, κοα επεξεργάζετοα ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης και βοήθειας για χη μεσαία αγροτική ιδιοκτησία ατην ανατολική Γερ-μανία. To καθολικό Zentrum (το κόμμα του Μπρύνινγκ) στηρίζετοα στην πλούαια κοα κυρίως μεοαία αγροτιά της νοτιοδυτικής και κεντρο-δυτικής Γερμανίας. Ο ίδιος ο Σλάιχερ, δεν παραχωρεί στους αριατο-κράτες τα περιοριστικά για τις ειοαγωγές μέτρα που αξιώνουν. Έτσι, θα ξεσηκωθεί γενική κατακραυγή ενάτια στον «αγροτομπολσεβικισμό» (Agrarbolchevismus)!
Η αντίσταση των μεγάλων γαιοκτημόνων εκδηλώνεται σ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού, στηρίζετοα βασικά στον οτρατό και κατά τη δεύτερη περίοδο της διαδικασίας εκφασισμού, θα προοω-ποποιηθεί στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ (Hindenburg) και ατους «α-ξιωματούχους» του Εκτελεστικού. Αυτή ακριβώς η αντίστααη θα ε-ξουδετερωθεί με την άνοδο και εδραίωση του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία. Πραγματικά, ολόκληρη η οικονομική πολιτική του εθνικοσο-σιαλισμού σ' αυτόν τον τομέα, ακοπεύει να στερεώαει τη ονμμαχία με-ταξύ μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου και μεγάλης εγγείον ιδιοκτη-οίας, αλλά εννοώντας ωατόοο το πρώτο και επιδαρννοντας ης λαϊκές μάζες της νπαίθρου. Αν η μεγάλη γοαοκτηαία, χάρη σε πολυάριθμα μέτρα, πολλαπλασιάζει την εκμετάλλευοη της μεσαίας και φτωχής α-γροτιάς, παράλληλα όμως αδικείται σε οχέση με το μεγάλο κεφάλαιο. Η εθνικοσοσιαλισακή πολιτική για τις αγροτικές τιμές ευνοεί μεν ης τιμές των δημητριακών της μεγάλης καλλιέργειας σε βάρος της κτη-νοτροφίας και της μικρής καλλιέργειας αλλά παράλληλα ανοίγει το «ψαλίδι» μεταξύ αγροτικών τιμών, στο ούνολό τους, και βιομηχανι-κών τιμών. Η πολιτική ενοικίων ακολουθεί τον ίδιο δρόμο.
Προοδευτικά, στην τελευταία περίοδο της σταθεροποίησής του, ο εθνικοαοσιαλισμός ακολουθεί μια πολιτική που ευνοεί συστηματικά την κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου ατο σύνολο του αγροτικού το-μέα. Και, επειδή διατηρείτοα η συμμετοχή της μεγάλης εγγείου ιδιο-
102
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
κτησίας στη βιομηχανία μεταποίησης κοα οτο κύκλωμα κυκλοφορίας, ωφελείτοα βασικά το μεγάλο κεφάλοαο, που παρήγαγε χημικά λιπά-σματα (I.G. Farberi) κοα αγροτικές μηχανές. Η εθνικοσοσιαλιοτική πο-λιτική οτον τομέα των εξαγωγών ευνοεί προοδευτικά τα βιομηχανικά προϊόντα σε βάρος των αγροτικών. Τελικά, η τακτική ολοκληρώνεται οριστικά με την πολεμική οικονομία που απέβλεπε στην αυτάρκεια της γερμανικής παραγωγής.
Αλλά οι εοωτερικές οικονομικές αντιφάοεις της συμμαχίας που βρί-σκεται στην εξουσία εκδηλώνονται κυρίως μεταξύ των ίδιων των τμη-μάτων της αστικής τάξης. Πρόκειται, καταρχήν, για τις αντιφάαεις με-ταξύ του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου και του μεσοάου κεφα-λαίου. Οι αναφάσεις προέρχοντοα από μια διπλή αντίσταση του με-σαίου κεφαλαίου, το οποίο αντιδρά αφενός στην οικονομική διαδικα-σία απορρόφησής του από το μεγάλο κεφάλαιο και αφετέρου στην α-πομύζηση ενός όλο και μεγαλύτερου τμήματος του συνολικού κέρδους. Οι αντιφάσεις επιδεινώνονται κατά την πρώτη περίοδο της διαδικα-σίας εκφασισμού, όταν η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου επιταχύνε-ται, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες του γερμανικού κοινωνικού σχηματισμού: Επιβαρύνετοα το μεσαίο κεφάλοαο με το κόστος της τι-μής των απαραίτητων πρώτων υλών κοα μέσων παραγωγής, κόστος που καθορίζετοα από τα μεγάλα μονοπώλια, τα καρτέλ και τα κον-τοέρν. Εμφανίζονται πληθωριστικές τάσεις που ευνοούν το μεγάλο κε-φάλαιο. Χρεώνετοα προοδευτικά το μεααίο κεφάλαιο στις μεγάλες τράπεζες, πράγμα αναγκαίο για τη διατήρηση του ρυθμού τεχνολογι-κής ανανέωσης και παραγωγικότητας της εργασίας που επιβάλλουν τα μεγάλα μονοπώλια κ.λπ.
Οι αντιθέσεις εμφανίζοντοα ακόμα πιο καθαρά αν πάρουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η δι,άκριση μεταξύ μεγάλου και μεσαίου κεφαλούου τέμνεται ακόμα την εποχή αυτή από τη μερική (κοα μόνο μερική) διά-κριση σε διαφορετικούς κλάδους της βιομηχανίας: βαριά βιομηχανία από τη μια, βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών ή επεξεργασμένων προϊόντων (την Fertigindustrie) από την άλλη. Μια παρατήρηση ατο σημείο αυτό: στον Ντανιέλ Γκερέν (Guerin) χρωστούμε την έμφαση που έδωσε οτη διάκριοη αυτή, διάκριση που είχε άλλωστε καθιερωθεί από διαφόρους συγγραφείς στο πλαίσιο της Διεθνούς.5 Ωστόσο ο Γκε-ρέν της αποδίνει μια αξία απόλυτη, κοα βάζει έτοι σε δεύτερη μοίρα τη θεμελιακή αντίφαοη, δηλαδή, την αντίφαση μεγάλου μονοπωλιακού
5. Συγκεκριμένα από τον Ο. Dsenis: «Der Faschismus und die Wider-spriiche im Lager der deutschen Bourgeoisie», στο Unter dem Banner des Marxismus, 1933, o. 166 κ.ε.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
103
και μεσαίου κεφαλαίου. Πράγματι, το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλοαο εκτείνεται στον τομέα της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών όπως και το μεσοάο κεφάλαιο στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας. Στη δια-δικασία της μετάβαοης η διάκριση μεταξύ βαριάς και ελαφράς βιομη-χανίας ισχύει μόνο στο βαθμό που εν μέρει τέμνεται με τη διάκριση μεταξύ μεγάλου και μεσαίου κεφαλαίου. Μόνο αν λάβουμε υπόψη μας την τελευταία διάκριοη που αφορά τμήματα του κεφαλαίου, μπορού-με να ερμηνεύσουμε τις διαμάχες που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία εκφασισμού: Αν βασιστούμε μόνο στη διάκριση των κλάδων της βιο-μηχανίας οι βαθύτερες αιτίες της διαμάχης θα παραμένουν άγνωστες. Πάντως είναι γεγονός ότι το μεσαίο κεφάλοαο, το επενδεδυμένο στην ελαφρά βιομηχανία, αντιδρά όλο κοα περισσότερο στα μεγάλα μονο-πώλια, που το υποχρέωναν να πληρώνει σε τιμές καρτέλ τα εργαλεία της παραγωγής και τις πρώτες ύλες. Ο πληθωρισμός και η στενότη-τα της εσωτερικής αγοράς θίγουν κυρίως τα αγαθά κατανάλωσης ε-νώ η δασμολογική προστασία την οποία επέβαλαν τα μεγάλα βιομη-χανικά μονοπώλια πλήττει την προσανατολισμένη κυρίως προς τις ε-ξαγωγές ελαφρά βιομηχανία.
Όλα αυτά συντελούν στο να προσανατολίζεται το μεσαίο κεφάλαιο προς μια πολιτική αυμδιβασμού με την εργαηκή τάξη α όλη τη διάρ-κεια της διαδικασίας εκφαοισμού, με σκοπό να αντισταθεί στα οχέδια του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Είναι το σχέδιο συνεργασίας κεφαλαίου κοα εργασίας, που ήδη είχε θέσει οε κίνηση η τελευταία σοοιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Μύλερ (Miiller) και προώθησαν οε σημαντικές όμως περικοπές, οι Μπρΰνινγκ κοα Σλάιχερ, ο επονομαζό-μενος «οτρατηγός κοινωνικής πρόνοιας». Αυτή η πολιτική προκαλεί όλο και μεγαλύτερη αντίδραση του μεγάλου κεφαλαίου, γιατί οτο με-ταξύ, με την κρίση του 1929, οι αντιφάοεις μεταξύ μεγάλου και με-σαίου κεφαλαίου περνούν σε μια φάοη όξυνσης. Η κρίση τσυ 1929 θί-γει, βέβαια, κοα το μεσαίο κεφάλοαο• ωστόσο θα προοβάλει κυρίως τις μεγάλες τράπεζες κοα το μεγάλο βιομηχανικό κεφάλαιο, του οποίου η οργανική σύνθεση παρουσιάζει σε μεγαλύτερη αναλογία κεφάλαιο ε-πενδεδυμένο σταθερό και «παγωμένο» εξαιτίας της πτώσης παραγω-γής. To μεγάλο χρηματιστικό κεφάλοαο προσπαθεί να μονοπωλήσει την οικονομική βοήθεια του κράτους, που, μέσω πιστώσεων, κοινωνι-κοποιεί τις απώλειές του. To σχέδιο λιτότητας προϋπολογισμού κοα τα φορολογικά μέτρα που υιοθετέθηκαν πλήττουν, εξοατίας της στε-νότητας της αγοράς, τα συμφέροντα του μεσοάου κεφαλαίου που δεν μπορεί να έχει για την παραγωγή του ίδιες τιμές με τα καρτέλ. Η πο-
104
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
λιτική συμβιβασμών -«πολιτική συνεργασίας των τάξεων»- του με-οαίου κεφαλαίου προς την εργατική τάξη, πολιτική αντίθεσης προς το μεγάλο κεφάλαιο (που θα συναντήσουμε και οτην ιταλική περίπτωση) είναι αξιοσημείωτη. Πραγματικά, μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο τα πράγματα αντιστρέφονται: η πολιτική συμβιβαομού θα γίνει πολιτική κυρίως του μεγάλου και λιγότερο του μεσαίου κεφαλαίου. Γϊα λόγους «οικονομικούς» -οργανική σύνθεοη του κεφαλοάου αυξημένη, υπερκέρ-δη, δυνατότητες εντατικοποίησης της εργασίας κ.λπ- το μεγάλο κε-φάλαιο είναι λιγότερο ανθεκτικό από το μεσαίο οτους συμβιβασμούς με την εργατική τάξη. Όμως, πρέπει να τονίσουμε την εξαιρετικά δυ-σχερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκετοα το μεγάλο κεφά-λαιο την εποχή εκείνη. Αλλά οι λόγοι της διαφορετικής στάσης του μεγάλου και μεσαίου κεφαλοάου απέναντι στην εργατική τάξη την προπολεμική εποχή είναι, ουοιαστικά, πολιτικοί. Αν λάβουμε υπόψη μας το χαρακτήρα της περιόδου κοα τις μορφές που προολαμβάνει η αντίφαοη μεταξύ μεγάλου και μεοαίου κεφαλαίου, θα κατανοήσουμε γιατί το μεοαίο κεφάλαιο προσπαθεί απεγνωσμένα να στηριχτεί στην εργατική τάξη, για ν' αποφύγει μ' αυτό το μέοο, τη δική του υποτα-γή στο μεγάλο κεφάλαιο.6 OL αντιφάσεις τελικά εκδηλώνοντοα, επίσης, οτο εσωτερικό του μεγάλου κεφαλαίον. Δεν πρέπει να λησμονούμε ό-τι βρισκόμαστε σε μια πορεία μετάβασης προς το σχηματισμό του με-γάλου χρηματιστικού κεφαλαίου. Συχνά, μιλώντας για «συγχώνευση» τραπεζικού εμπορικού κεφαλαίου κοα μονοπωλιακού βιομηχανικού κε-φαλαίου, έχουμε την τάοη να υποτιμούμε τις αντιφάσεις του στη διάρ-κεια της μεταβατικής διαδικασίας. Η μετάβαση δεν ολοκληρώνεται μ' οποιονδήποτε τρόπο: η συγχώνευση τραπεζικού και μονοπωλιακού βιομηχανικού κεφαλαίου, συγχώνευση που υλοποιούμενη αχηματίζει το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο στη Γερμανία, γίνεται οε όφελος του τραπεζικού κεφαλαίον και με την κυριαρχία της τράπεζας πάνω ατη διομηχανία. Και, παρόλο που τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα προσπαθούν στη διάρκεια της πρώτης φάοης της διαδικαοίας εκφαοι-σμού, να δημωυργήσουν τις δικές τους τράπεζες, οι τελευταίες δεν μπορούν πραγματικά να κρατηθούν παρά χάρη στην υποστήριξη των μεγάλων τραπεζών. Μ' αυτόν τον τρόπο, όμως, καθυποτάσσοντοα. To αποτέλεσμα είνοα μι,α αυξανόμενη μετά την κρίση του 1929 αντίστα-ση του μονοπωλιακού βιομηχανικού κεφαλαίου, πολύ περισοότερο μά-λιστα, που η βοήθεια του κράτους περιέρχετοα κυρίως στις μεγάλες
6. Αυτή η διαφορά πολιτικής μεταξύ μεγάλου και μεσαίου κεφαλαίου αφορά ιδιαίτερα τις συγκεκριμένες περιπτώοεις διαδικασιών εκφασισμοΰ στη Γερμανία και την Ιταλία.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
105
τράπεζες. Επιπλέον, ορισμένες αντιφάσεις εκδηλώνοντοα μεταξύ του μεγάλου κεφαλαίου του επενδεδυμένου στην παραγωγή, κοα του κε-φαλοάου που έχει επενδυθεί στο εμπόριο. Τα μεγάλα καταστήματα θα γίνουν με τον κοαρό οι ανερχόμενοι ανταγωνιστές των βιομηχανικών κονοόρτοιουμ.
Όμως, η οικονομική κρίση του 1929, που έδρααε με ιδιάζοντα τρό-πο στην έξαροη των αντιφάσεων στο πλοάσιο του άρχοντος συγκρο-τήματος, βαίνει προς ύφεση γύρω στα 1932.7 Αλλά η οξΰτητα των α-ντιφάσεων διατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της διαδικασίας εκφασισμού. Κι αυτό, γιατί το μακροχρόνιο αποτέλεσμα της κρίσης ήταν η επιχαχυνόμενη συγκέντρωση κοα συγχώνευση του κεφαλαίου. Έτσι, η κρίση εγγράφετοα στη διαδικαοία επικράτηοης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, διαδικασία που, πριν ακόμα από την ά-νοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσί,α, ξαναγίνετοα ο πρωταρχικός παράγοντας εσωτερικών αντιφάοεων του άρχοντος συγκροτήματος.8
Με την άνοδο κοα οταθεροποίηση του εθνικοσοαιαλισμού στην ε-ξουοία εξουδετερώνονται όλες αυτές οι αντιφάαεις και ιδιαίτερα, με-ταξύ μεγάλου κοα μεσοάου κεφαλαίου χάρη ατην πολιηκή οικονομικής εννοιας προς το μεγάλο μονοπωλιακό, δηλαδή το χρηματιοηκό κεφά-λαιο, εννοιας τελικά προς την εμπέδωοη της κυριαρχίας του μονοπω-λιακού καπιταλιαμού οτο γερμανικό κοινωνικό σχηματιομό. Όλα αυ-νέτειναν στον ίδιο στόχο: αναγκαστική καρτελοποίηση, σταθεροποίη-ση τιμών, πέρασμα των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων κοα τραπεζών και πάλι στον ιδιωτικό τομέα, παρεμβατική πολιτική μισθών, προϋπο-λογισμού κοα φορολόγησης, δημόσια έργα και κρατικές παραγγελίες και, κυρίως, πολεμική οικονομία. Ειδικότερα αυτή η πολιτική πραγ-ματοποιήθηκε χάρη στον έντονο «παρεμβατικό» ρόλο του κράτους, σε
7. Σύμφωνα με τις στατιστικές, το 1932 η καμπύλη οικονομικής ανά-πτυξης της Γερμανίας φτάνει το χαμηλότερο σημείο της που ορίζει και τις απαρχές της ανοδικής πορείας της. Πρώτο οημάδι: η σταθεροποίηση του μάρκου, που ξανακερδίζει σχεδόν ολόκληρη την ισοτιμία του οε χρυσό. Ο Badia οωοτά λοιπόν, υπογραμμίζει ότι «τα σημάδια της ανόδου επιβεβαιώ-νονται» (ό.π., σ. 317).
8. Επισημαίνω τα μέτρα που πήρε ο Μπρύνινγκ, εκπρόσωπος του με-σαίου κεφαλαίου, εναντίον της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου: με τέσσε-ρα διαδοχικά «διατάγματα εκτάκτου ανάγκης» νομοθετεί μια σειρά μέτρων «εναντίον των τραστ» (anti-trusts) -περιορισμός της συγκεντροποίησης, α-γώνας εναντίον των τιμών καρτέλ κ.λπ.-, πράγμα που προκαλεί τη βίοαη αντίδραση του μεγάλου κεφαλαίου (Fr. Neumann, Behemoth. The Structure and Practice of National-Socialism) (H δομή και η πρακηκή του Εθνικο-σοσιαλισμον), 1966, ο. 261 κ.ε.
106
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
όφελος χης κυριαρχίας του τραπεζικού κεφαλαίον μέσα στη διαδικα-σία συγχώνευσης.9
β) Μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο. Ο φασισμός είναι φαινόμενο «οικο-νομικά» οπισθοδρομικό;
Θα πρέπει λοιπόν να σταθούμε στο οημείο αυτό για να δούμε πώς αυτή η παρεμβατική πολιτική πέτυχε να εξουδετερώοει τις διάφορες αντιφάοεις.
Πρώτα απ' όλα, αν η οικονομική πολιτική του ναζισμού ευνοεί κα-τά κύριο λόγο το μεγάλο κεφάλοαο, αυτό καθόλου δεν οημαίνει ότι το μεσαίο κεφάλαιο δεν αποκομίζει επίσης οικονομικά πλεονεκτήμα-τα από την ίδια διαδικασία. Τα ευνοϊκά για το μεγάλο κεφάλοαο μέ-τρα έπληξαν εκτός από τις λαϊκές μάζες, κυρίως, τους μικρούς επι-χειρηματίες. Όσο για το μεσαίο κεφάλοαο, επωφελήθηκε κι αυτό, κα-ταρχήν, άμεσα από την αυξημένη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Επωφελήθηκε εξίοου από τη γενική οικονομική άνοδο ποΌ παρατηρή-θηκε στη Γερμανία κάτω από το ναζιστικό καθεστώς ώς την εποχή της πολεμικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, η απορρόφηση της ανεργίας προκάλεσε μια σχετική διεύρυνση της γερμανικής αγοράς. Η αναγκα-στική καρτελοποίηση, την οποία προώθησαν πολυάριθμα κρατικά μέ-τρα, δεν πραγματοποιήθηκε με την απαλλοτρίωση, δηλαδή την εξαγο-ρά των μεαοάων επιχειρήσεων αλλά με την καθυπόταξή τους στο με-γάλο κεφάλαιο: καθυπόταξη οικονομική (κρατική πολιτική καρτελο-ποίησης κοα διακανονισμός των κοντσέρν) και διοικητική (συνετοαρι-στικές ενώσεις). Αν το μεσαίο κεφάλαιο, το επενδεδυμένο στη βιομη-χανία αγαθών κατανάλωσης, πλήττετοα προοδευτικά, το μεσαίο κεφά-λαιο που έχει επενδυθεί στη βαριά βιομηχανία επωφελείται από τις παραγγελίες του κράτους, δηλαδή τις διάφορες συμβάσεις. Όοο για το μεσαίο κεφάλαιο, το επενδεδυμένο στις βιομηχανίες αγαθών κατανά-λωοης, παρά τη στενότητα της εοωτερικής αγοράς (που επανεμφανί-ζεται με την ανάπτυξη της πολεμικής οικονομίας) επωφελείται, επί-σης, από τις παραγγελίες του στρατού (δέρματα, υφάσματα, κ.λπ.).10
9. Υποανίσσομαι εδώ τον οπουδαιότατο και εντελώς χαρακτηριστικό οι-
κονομικό ρόλο του «ναζιστικού κράτους». Ο Μπετελέμ, στο έργο του (βλ. παραπάνω) τον εξετάζει εξαντλητικά.
10. Βλ. γι' αυτό το θέμα, Ζ. Kuczynski, Studien zur Geschichte des deut-schen Imperialisms, τ. I., 1952• επίοης, «Probleme einer Wirtschaftsgeschi-chte des Faschismus in Deutschland», Jahrbuch fiir Wirtschaftsgeschichte, 1963, 3o μέρος, σ. 103 κ.ε.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
107
Τελικά, κι αυτό είναι το σπουδοαότερο, ο εθνικοσοοιαλισμός, για να εξουδετερώσει τις αντιφάσεις χρειάοτηκε να ασκήσει ένα είδος ε-λέγχου οτη διαδικαοία του μονοπωλιακού καπιταλιομον, χρησιμοποιώ-ντας τον κρατικό μηχανισμό σε ευρεία κλίμακα: μερικές φορές έφτα-σε οτο σημείο να «αναστέλει» μια βίαιη και «βάναυοη» απορρόφηση του μεσαίου κεφαλαίου από το μεγάλο. Τούτη η όψη της οικονομι-κής πολιτικής υπέθαλψε πολυάριθμες ψευδαισθήσεις περί υποτιθέμε-νης «υπαγωγής» του μεγάλου κεφαλαίου στη «γραφειοκρατία» και το «κράτος» του εθνικοσοσιαλισμού. Είνοα αποκαλυπτικό γι' αυτήν την πολιτική το επεισόδιο της διαμάχης μεταξύ Σάχτ (Schacht) και Γκαί-ρινγκ (Goring) το 1938 οχετικά με τις εξαγωγές, επειοόδιο που ενδιέ-φερε, κοντά σ' άλλους κοα το μεσαίο κεφάλοαο και που κατέληξε οε συμβιβασμό. Άλλωστε, το φοανόμενο δεν είνοα εκπληκτικό, αν θυμη-θούμε ότι, στο μεταξύ ο Ρούζβελτ οτις ΗΠΑ κοα μέσα σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία, ακολουθούσε μία οικονομική πολιτική που ευ-νοούσε κατά κύριο λόγο τα μεγάλα μονοπώλια, ενώ ταυτόχρονα έκα-νε πολυάριθμες παραχωρήσεις οτο μεσαίο κεφάλαιο.
To πρόβλημα αυτό απορρέει από ένα μεγάλο γενικότερο ζήτημα. Πραγματικά, από την ίδια τη φύση της η κυριαρχία του μονοπωλια-κού καπιταλιαμού δεν οδηγεί σε μια ανυπέρβλητη, ή ακόμα εκρηκτι-κή, οικονομική αντίφαση μεταξύ μεγάλου και μεσαίου κεφαλοάου. Απ' αυτήν την άποψη το σημαντικό στην οικονομική πολιτική του εθνι-κοοοσιαλισμού είναι ότι, μονολότι ευνοϊκή για το μεγάλο κεφάλαιο, υπήρξε ωστόσο πολιτική «ρυθμιστική»: όχι με τη μυθική έννοια (που συχνά της αποδόθηκε) ενός «σχεδιαομού» ή ενός «οργανωμένου κα-πιταλισμού», αλλά με την έννοια μιας πετυχημένης προσπάθειας να ε-ξομαλυνθούν οι αντι,νομίες με ελεγχόμενη χαλιναγώγηοη της ούνολης διαδικαοίας. Έτσι, έγινε κατορθωτή η εξουδετέρωοη των αντιφάσεων.
Οδηγούμαστε έτοι στον χαρακτηρισμό του φαοισμού που έδωσε η Γ' Διεθνής. Πραγματικά η Διεθνής στενεύει όλο και περιασότερο το πεδίο των ανμφερόντων των οποίων ο φααωμός είναι, τάχα, ο «απο-κλειοτικός» αντυτρόσωπος. Η περιοτολή αυτή συντελείτοα προοδευτι-κά, αλλά κυρίως στο 7ο Συνέδριο, όταν η Διεθνής υιοθετεί κοα βάζει σ' εφαρμογή την πολιτική των «λαϊκών μετώπων», όπως επίσης με τη χρήση εννοιών που αναφέρονται οτις οχέσεις του φασισμού με τα τα-ξικά οικονομικά συμφέροντα: δικτατορία του κεφαλαίου «την εποχή της παρακμής του» (5ο Συνέδριο)• δικτατορία του χρηματιστικού κε-φαλαίου (6ο Συνέδριο)• δικτατορία «των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιοτικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου» (ο Δημητρώφ μιλάει εδώ)- δικτατορία «διακοσίων οικογε-νειών». To στένεμα είναι οαφέστατο. Διαγράφεται εδώ αμυδρά, αλλά καθαρά η αντίληψη των λαϊκών μετώπων. Θα προεικονίζει την πιο
108
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
πλατιά αντιφασιστική συμμαχία που συμπεριλαμβάνει όλα τα τμήμα-τα του κεφαλαίου, με εξαίρεση εκείνο (όλο και πιο μικρό), του οποίου αποκλειστικός εκπρόοωπος θεωρείται ο φασισμός.
Γνωρίζουμε τις οημερίνές αυνέπειες αυτής της πολιτικής: Δεν είνοα καθόλου περίεργο εάν οι διατυπώσεις που προκύπτουν απ' αυτήν την άποψη για τον φασισμό, επαναλαμβάνονται σήμερα, αυτούοιες, στις αναλύσεις που θεωρούν το κράτος του «κρατικού μονοπωλιακού κα-πιταλισμού» ως αποκλειστικό εργαλείο μιας χούφτας μονοπωλητών. Πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι, παρά το ίδιο το κείμενο της ει-σήγησης του Δημητρώφ και παρά τις ορθές όιατυπώσεις του για το «ενιαίο» κοα το «λαϊκό μέτωπο», η καμπή της Διεθνούς επιβεβαιώνε-ται πάνω στο θέμα της ταξικής βάσης του φασιαμού. Διαγράφεται με σαφήνεια πώς κλιμακώνεται η αντίληψη περί περιορισμού των οικο-νομικών συμφερόντων τα οποία αντιπροσωπεύει διαδοχικά το φασι-στικό κράτος, αντίληψη που ανοίγει το δρόμο στη μετέπειτα στρατη-γική των συμμαχιών. Έτσι, δεν είνοα τυχαίο ότι ο ορισμός του Δημη-τρώφ διασταυρώνεται τελικά με την σοσιαλδημοκρατική άποψη, όπως διατυπώθηκε από τον Ότο Μπάουερ γι' αυτό το θέμα: «Αν στην α-στική δημοκρατία κυριαρχεί το σύνολο της αστικής τάξης, κάτω από τη διεύθυνση βέβαια του μεγάλου κεφαλαίου, στον φασισμό κυριαρ-χούν, πλέον, μόνον το μεγάλο κεφάλαιο κοα η μεγάλη γοαοκτησία»."
Ωστόσο, είναι σωστό μεν ότι ο φασιαμός αντιστοιχεί σε μια πραγ-ματική αναδίοργάνωση και αναδιάταξη στη σχέση των δυνάμεων με-ταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των κοινωνικών τμημάτων, αλλά προωθεί σε βάθος κοα σταθεροποιεί, μ' επιταχυνόμενο ρυθμό, την οι-κονομική κυριαρχία του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλούου πάνω οτις άλλες κυρίαρχες τάξεις και τμήματα, πράγμα που σε καμιά περίπτω-ση δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι ο φασισμός αντιστοιχεί «αποκλειστι-κά» στα οικονομικά συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και μόνον. Από οικονομική άποψη, ο φασιομός δρα μάλλον ως παράγοντας ε-ξουδετέρωσης των αντιφάσεων μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και τμη-
11. Otto Bauer, «Der Faschismus», ό.π., o. 158. Για να δείξουμε το δρό-μο που ακολούθησε απ' αυτήν την άποψη η Διεθνής επισημαίνουμε ότι οι «Θέσεις της Λυών» του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 1926, που συντάχθηκαν υπό την αιγίδα του Γκράμσι και την υποστήριξη της Διεθνούς, επέμεναν ακόμα τότε οωατά οτο γεγονός ότι «Ο φαοιομός [...] προτίθετοα να πραγματοποιήσει μι,α οργανική ενοποίηση όλων των δυνάμεων του αστι-ομού ο έναν μοναδικό πολιτικό οργανισμό...», (Le origini del Fascismo, ε-πιμέλεια Μ. Bartolotti, 1969, σ. 102). Όπως θα δούμε πιο κάτω, η εξέλιξη της Διεθνούς σχετικά μ' αυτό το θέμα, φαίνεται ολοκάθαρα σε αλλεπάλλη-λα κείμενα του Τολιάτι για τον φασισμό.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
109
μάτων, αποσκοπώντας μέσα από τη διαδικασία διακανονισμού, στην αποφασιστική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου.
Τέλος, μια παρατήρηση για το χαρακτηρισμό του φασισμού που ε-πικρατούσε στη Διεθνή ως της «πλέον οπισθοδρομικής» ή της «πλέ-ον αντιδραστικής» έκφρασης του μεγάλου κεφαλαίου (βλέπε, κοντά στ' άλλα τον ορισμό του Δημητρώφ). Εδώ χρειάζεται και πάλι προ-σοχή γιατί αυτά τα επίθετα, όταν τα χρησιμοποιούν οι ηγέτες της Διε-θνούς, δεν είνοα απλώς άστοχες εκφράσεις.
Ας συνεννοηθούμε: αν αυτά τα επίθετα σημαίνουν απλώς μια ση-μαντικά αυξημένη οικονομική εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών, τότε θα είχαν μια βάση. Αλλά εδώ πρόκειτοα για κάτι τελείως διαφορετι-κό: ο χαρακτηρισμός απορρέει από τον οικονομισμό της Διεθνούς, σύμφωνα με τον οποίο ο ιμπεριαλιομός -και η κυριαρχία του μεγά-λου κεφαλαίου— είνοα το στάδιο αγωνίας του καπιταλισμού την ώρα της «σήψης» του, κοα συνεπάγεται αυτόματα την ανακοπή της ανά-πτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Σύμφωνα μ' αυτήν την οικονο-μιστική-τεχνικιστική οπτική οι ίδιες oi παραγωγικές δυνάμεις νοούνται ανεξάρτητες από τις παραγωγικές σχέσεις, ο δε χαρακτήρας του κε-φαλαίου («οπισθοδρομικό») καθορίζεται από την απλή «πρόοδο» ή την «ανακοπή» αυτής της «τεχνικής» διαδικασίας.
Αλλά δεν πρέπει οτο εξής να έχουμε ψευδαιοθήσεις που οφείλο-νται στον εσφαλμένο τρόπο με τον οποίο τοποθετείται το ζήτημα. Πραγματικά, ο φασισμός αντιστοιχεί αίγουρα σε μια ανάπτυξη των καπιταλισηκών παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα όρια δηλαδή των ι-μπεριαλιοτικών κοινωνικών οχέσεων. Αντιστοιχεί σε μια βιομηχανική ανάπτυξη, οε τεχνολογικές κοανοτομίες, σε μια σύξηση της παραγωγι-κότητος της εργασίας, αλλά προωθεί ταυτόχρονα τη διευρυμένη ανα-παραγωγή των καπιταλιστικών συνθηκών παραγωγής, δηλαδή ενισχύει την εκμετάλλευση και την ταξική πολιτική κυριαρχίας. Πιααμένοι στην παγίδα του τεχνικισμού, πολυάριθμοι μαρξιστές ιστορικοί αναλώνονται στο να καταδείξουν τον «οικονομικά οπισθοδρομικό» χαρακτήρα του φασιομού λες κοα μόνον αυτό έχει αημασία γι' αυτούς κοα όχι, βασι-κά, η εκμετάλλευοη και η ταξική κυριαρχία.12
Ας επανέλθουμε στα γεγονότα- δεν θα αναφερθούμε παρά σε ορι-
12. Τον ακριβή αντίποδα αυτής της άποψης συναντάμε άλλωοτε στους συγγραφείς που υποστηρίζουν μια αντιστοιχία του φασισμού με τον «τε-χνολογικό εκσνγχρονισμό»: A. Organski, The Stages of Political Development (Ta οτάδια της πολιηκής ανάπτνξης), 1965• R. Dahrendorf, Gesellschaft und Demokratie in Deutschland, 1965, o. 432 κ.ε. Στην πραγματικότητα η ίδια εσφαλμένη προβληματική διέπει τις δυο αυτές «αντίθετες» απόψεις.
no
ΦΑΣΙΣΜΟΣ KAI ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
σμένα. Στη Γερμανία ιδιοάτερα, η βιομηχανική άνοδος μετά την κρί-ση του 1929 είναι η πλέον σημαντική σε παγκόσμια κλίμακα. Από το 1933 έως το 1939, η βιομηχανική παραγωγή, κατά 26% ανώτερη α-πό το υψηλότερο επίπεδό της του 1929, υπερδιπλασιάστηκε. To 1938, η Γερμανία παράγει 22,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα αντί 16 του 1929, η εξόρυξη σιδηρομεταλλεύματος πολλαπλασιάζεται επί 2,5 κ.λπ. Όσο για την Ιταλία, η βιομηχανική της άνοδος μεταξύ 1922 και 1929 είναι η ταχύτερη της καπιταλιστικής Ευρώπης: ο δείκτης συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, με δείκτη 100 το 1938, βρίσκεται στα 60 το 1922 και περνά στα 90 το 1929. Ξαναπέφτει οτο 75 το 1932 με την κρίση. Αλλά η άνοδος μετά την κρίση είναι αρκετά θεαματική. Δεν φτάνει βέβοαα στο ρυθμό της Γερμανίας, αλλά ξεπερνά αιαθητά το ρυθμό ανάπτυξης της Γαλλίας: 86 το 1935, 100 το 1938, 109 το 1939. Μεταξύ 1922 κοα 1939 η παραγωγή του χυτοσιδήρου πολλα-πλααιάζεται επί 6, του χάλυβος επί 2,2 και της ηλεκτρικής ενέργειας επί 5.13
Εννοείται, βέβαια, πως όλα αυτά συντελούντοα μέσα οτο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών κοινωνικών σχέσεων. To αποτέλεσμα θα είναι ο πόλεμος και η ιλιγγιώδης, ως εκ τούτου, καταστροφή των παραγωγι-κών δυνάμεων. Για να επανέλθουμε στο πρόβλημά μας, από την άπο-ψη της ανάπτυξης των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων, ο φα-σιομός θα αντιστοιχούσε πραγματικά σε μια «οπισθοδρομική» κίνηση αν υποστήριζε προνομιακά τα συμφέροντα είτε της μεγάλης γαιοκτη-σίας είτε του μεσούου κεφαλαίου στη σύγκρουσή του με το μονοπω-λιακό κεφάλαιο. Ο Ζινόβιεφ στο 4ο Συνέδριο της Διεθνούς (1922-1923), τονίζει αυτή την προϊίπόθεση μέοα από τα ίδια του τα λάθη: «Οι φασίστες είναι πρώτιστα ένα όπλο στα χέρια των αγροτι-οτών. Η βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη παρακολουθεί, κατατρομοκρατημένη, αυτή την εμπειρία της αντίδρασης...»14 Αλλά είδαμε καθαρά πως δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Επιμένουμε εδώ ο' αυτές τις μεταφορικές εκφράσεις («πρόοδος» ή «οπισθοδρομική» κίνηση), μόνον επειδή συναντάμε πολύ συχνά στο εργατικό κίνημα την αυταπάτη ότι ο φασισμός είναι μια απόπειρα για κάποιο είδος ανάσχεσης ή οπισθοδρόμησης στην ανάπτυξη του καπι-ταλισμού. Στην πραγματικότητα, απ' αυτήν την άποψη, ο φααιαμός δεν είναι μια οπιαθοδρόμηση αλλά μάλλον μια φνγή προς τα πρόαω:
13. Μ. Roncayolo, Le monde et son histoire, τ. IX, 1968, σ. 338 και 342. Για το ίδιο θέμα, A. Rosenberg, «Der Faschismus als Massenbewegung», οτο Faschismus und Kapitalismus, o. 114• R. Romeo, ό.π., a. 215 κ.ε.
14. Στο Protokoll, ό.π., σ. 897 κ.ε.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
111
Στο 4o Συνέδριο o Μπορντίγκα προσπαθούσε να εκφράσει αυτό το φαινόμενο βάλλοντας εναντίον του Ζινόβιεφ:
«Είνοα λάθος να νομίζουμε ότι ο φασισμός είναι η οργάνωση των πλέον καθυστερημένων στοιχείων του αστισμού. Ο φασισμός δεν είναι το πλέον τυφλό και σκοτεινό τμήμα της αντίδρασης αλλά το εργαλείο των πιο προηγμένων, πεπειραμένων και αυνειδητών οτοιχείων του α-στισμού..»15
γ) Η κρίση και η πολιτικοϊδεολογική διαδικασία
Οι οικονομικές αντινομίες μεταφράζοντοα σε μία εοωτερική πολιτική πάλη μεταξύ των κυρίαρχων στη Γερμανία τάξεων κοα μερίδων, σύμ-φωνα με τις φάσεις της διαδικασίας του εκφαοιομού.16
Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδικασίας διαπιστώνου-με μια χαρακτηριστική ηγεμονιακή αστάθεια στους κόλπους του άρ-χοντος συγκροτήματος. To μεγάλο κεφάλοαο, ενώ ήδη είχε αρχίσει να στεριώνει την οικονομική κνριαρχία του, ωστόσο, βρισκόταν πολύ μα-κρυά από το να επιβάλει την πολιηκή ηγεμονία του. Παρατηρούμε ε-δώ μια διάσταση, συνηθισμένο γνώρισμα των μεταβατικών φάσεων, μεταξύ οικονομικής κυριαρχίας και πολιτικής ηγεμονίας, διάσταση που είχε σαν αποτέλεσμα την ανάοχεοη της διαδικαοίας οικονομικής κυ-ριαρχίας.
Αμέσως μετά την πληθωριστική κρίση του 1932 δημωυργείται, υ-πό τον Έμπερτ (Ebert), το υπουργείο Cuno, άμεση έκφανοη του με-γάλου κεφαλαίου για πρώτη φορά μετά το 1918. Ωστόοο, αυτή η κα-τάσταση πραγμάτων δεν διαρκεί. Μεταξύ 1924-1928 επικρατοΰν οι πολιτικοί συνασπισμοί κομμάτων, όπως οι δημοκράτες [Ράτεναου (Ra-thenau)], το βαβαρικό καθολικό Κέντρο, το Zentrum [Μαρξ, Βιρτ (Wirth), Μπρύνινγκ], που αντιπροσωπεύουν με παραδοοιακό τρόπο τα συμφέροντα του μεσαίου κεφαλαίου και του επενδεδυμένου οτην ελα-φρά βιομηχανία κεφαλοάου. Στην πολιτική σκηνή διεξάγοντοα σκληρό-τατοι αγώνες εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου, το οποίο όμως, χάρη στα κόμματα των «Γερμανών Εθνικοφρόνων» και των λαϊκιστών [Στρέ-ζεμαν (Stresemann), Σαχτ, Τύσεν (Thyssen)], ουμμετέχει κατά καιρούς
15. Ibid, σ. 330 κ.ε.
16. Γι' αυτά τα ζητήματα, βλ. κυρίως A. Rosenberg, Entstehung der Weimarer Republik, 1961, και A. Rosenberg και K. Kersten, Geschichte der Weimarer Republic, ό.π., 1961" K. Bracher, Die Deutsche Diktatur: Entstehung, Struktur, Folgen des National-sozialismus, 1969.
112
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
οτην κυβέρνηση.17 Η κυβερνητική αστάθεια -οκτώ κυβερνήσεις σε τέο-σερα χρόνια, όλες της δεξιάς- οι ανταγωνισμοί των κομμάτων, οι αυ-ξανόμενες προστριβές μέοα στα ίδια τα κόμματα είνοα οι πρώτες εν-δείξεις της ηγεμονικής αστάθειας που σε λίγο θα γενικευτεί. Όοο για τη μεγάλη γαιοκτησία, αυτή, αν κοα αντιπροσωπεύεται σχετικά από το κόμμα των «Γερμανών Εθνικοφρόνων», ασκεί την πολιτική επιρροή της (ακόμη σημαντική) κυρίως με το να κρατάει τη θέση της μέσα στην εκτελεστική εξουαία. Οι αξιωματούχοι του στρατεύματος, ιδιοάτερα, στρατολογούντοα ακόμα απευθείας από την τάξη αυτή.
Παρακολουθούμε λοιπόν μια επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου με οκοπό την κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας. Η επίθεση διεξάγεται πολύτροπα: οι «Γερμανοί Εθνικόφρονες» και οι λαϊκιστές συμμετέχουν άμεσα στην κυβέρνηση, ενώ τα άλλα κυβερνητικά κόμματα, και ιδιοά-τερα το καθολικό Zentrum, από τη μια μεριά διαβρώνοντοα (με τη δη-μιουργία πυρήνων, μέσα σ' αυτά, εμπίστων του μεγάλου κεφαλαίου) κοα από την άλλη χάνουν την αντιπροσωπευτικότητά τους και γλι-οτρούν προς τα δεξι,ά. Τέλος, πλαισιώνεται προοδευτικά η εκτελεστι-κή εξουσία από ανθρώπους του μεγάλου κεφαλαίου. Η επίθεση τρα-ντάζει την ηγεμονία που το μεσαίο κεφάλαιο, με τη συνεργασία της σοσιαλδημοκρατίας, είχε καταφέρει να συντηρήσει. Βέβοαα, η αντίστα-ση του μεσοάου κεφαλαίου κοα της μεγάλης γαιοκτησίας είναι ακόμη οημαντική και πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό να μετατρέψει την επίθε-ση του μεγάλου κεφαλαίου σε αποτυχία. Στους κόλπους άλλωστε του τελευταίου, οι αντιφάσεις μεταξύ τραπεζικού και βιομηχανικού κεφα-λαίου εκδηλώνοντοα με εσωτερικές προστριβές, στο πλαίσιο των πολι-τικών εκπροσώπων τους κοα του κυβερνητικού μηχανισμού. Η εναλασ-σόμενη επιρροή του ενός ή του άλλου στοιχείου του άρχοντος συγκρο-τήματος εξηγεί την έλλειψη συνοχής που λίγο λίγο διακρίνει την κυ-βερνητική πολιτική, όπως επίσης εξηγεί μία ουοιαστική ηγεμονιακή α-οτάθεια που επικρατεί στην πρώτη φάση της διαδικαοίας εκφασισμού.18
Οι εκλογές του 1928 αποτελούν νίκη των κομμάτων της αριστε-ράς, νίκη που επιτρέπει τη συμμετοχή της οοοιαλδημοκρατίας στην κυβέρνηση. To 1929, ξεοπά η οικονομική κρίοη. Με το καθεστώς
17. Βλ. επίσης R. Kiihnl και R. Hanser, Deutschland zwischen Demokratie und Faschismus, 1969, o. 34 κ.ε.
18. Σωοτά λοιπόν σημείωνε ο Varga: «Τα αντιφατχκά συμφέροντα των διάφορων στρωμάτων των τάξεων που κυβερνούν ακολούθησαν [...] μια πο-λιτική ζιγκ-ζάγκ χωρίς καμιά γραμμή, η οποία συνιστά ένα από τα θεμέ-λια εκφασισμού του Κράτους.» (La crise, ό.π., σ. 106). Βλ. επίσης Trotsky, ό.π., σ. 261 κ.ε.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
113
Μπρύνινγκ (1930-1932) αρχίζει η δεύτερη περίοδος της διαδικασίας εκφασισμού• το σημείο μη-επιστροφής τοποθετείτοα στις αρχές της πε-ριόδου ηγεμονιακής αδυναμίας, δηλαδή το τελευταίο διάστημα της κυ-βέρνησης Μπρύνινγκ. Η πολιτική πάλη στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος φτάνει σε τέτοια οξύτητα ώστε κανένα τμήμα του δεν καταφέρνει, έστω κοα για μια σύντομη περίοδο, να επιβάλει μια πο-λιτική που να αντιπροοωπεύει το γενικό πολιτικό συμφέρον του ου-νασπισμού από τη μια, και να ανταποκρίνεται συνάμα οτα ιδιαίτερα ουμφέροντα τμημάτων του από την άλλη. Η συνεργασία σοσιαλδημο-κρατίας και μεσαίου κεφαλαίου, την οποία, άλλωστε, είχαν αποδεχτεί το μεγάλο κεφάλοαο και οι αγροτιστές ύστερα από τις παραχωρήαεις που τους έγιναν, απέτυχε. Η περίοδος Μπρύνινγκ διακρίνετοα από την ανοικτή πολιτική πάλη μεταξύ μεσαίου κεφαλαίου, μεγάλου κεφαλαίου κοα μεγάλης γοαοκτησίας. Ο Μπρύνινγκ ακολουθούσε τη γενική γραμ-μή του μεσοάου κεφαλαίου, ενδίδοντας όμως λίγο λίγο, αλλά όχι ακό-μη οριστικά, στο μεγάλο. Η συνέχεια, μέχρι την επικράτηση του Χίτ-λερ, παρατείνει απλώς, με διάφορα επεισόδια, αυτήν την κατάοταοη.
Ωστόσο, τα περιστατικά της πολιτιχής κονίστρας χάνουν προοδευ-τικά τη σημασία τους, αν λάβουμε υπόψη μας όσα αυμβαίνουν στο γενικότερο πολιτικό πεδίο, το οποίο αυτή αποκρύπτει. Πραγματικά, η ρήξη κομματικής εκπροσώπηοης μεταξύ πολιτικών κομμάτων κοα εκ-προσωπουμένων τάξεων και τμημάτων εμφανίζεται από την πρώτη περίοδο της διαδικασίας εκφασισμού." Συγκεκριμένα, το μεγάλο κε-φάλοαο και η μεγάλη γαιοκτησία εγκαταλείπουν προοδευτικά τους εκ-προσώπους τους. Ιδιαίτερα οι αγροτιστές εγκαταλείπουν τα κόμματα κοα τα πολιτικά τους σχέδια, και μάλλον κατευθύνοντοα προς τη οτρα-τιωτική δικτατορία. Θα επανέλθουμε α' αυτό το θέμα όταν θα εξετά-οουμε τη διαδικασία εκφασισμού των κρατικών μηχανισμών. Επιπλέον: η κομματική εκπροσώπηοη βραχυκυκλώνετοα με τη συγκρότηση παρα-στρατιωτικών οργανώσεων που λειτουργούν αυτή τη φορά, όχι όπως η παλιά μαύρη Reichswehr (Ένοπλες Δυνάμεις Βαϊμάρης) αλλά σαν πραγματικοί οργανωτικοί ταξικοί πυρήνες. Τέτοια είνοα κυρίως η πε-ρίπτωση του Στάλχελμ (Stahlhelm-χαλύβδινο κράνος) που χρηματοδο-τείται άμεσα από το μεγάλο, κυρίως βιομηχανικό κεφάλοαο και που οτο εξής είναι ο πόλος της αναταραχής των εθνικιοτών υπερσκελίζο-ντας το ίδιο το κόμμα των Γερμανών Εθνικοφρόνων.
Η διαδικασία ρήξης του δεαμού κομματικής εκπροσώπησης μοιάζει
19. Γι' αυτό το θέμα, L. BergstrSsser, Geschichte der politischen Parteien in Deutschland (Ιοτορία των πολιτικών κομμάτων ατη Γερμανία), 1965, σ. 240 κ.ε.
114
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
να ολοκληρώνεται στο σημείο μη-επιοτροφής. Στο εξής ολοκληρώνε-ται και η διάσταση πραγματικής και τυπικής εξουοίας. Τα πολιτικά κόμματα του άρχοντος συγκροτήματος μεταμορφώνοντοα σε απλά κοι-νοβουλευτικά παραρτήματα, ενώ ήδη από τότε η Βουλή έχει πάψει να είναι χώρος άοκησης της πραγματικής εξουσίας. Αν στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδικασίας εκφασισμού το μεγάλο κεφά-λαιο επιχειρούσε ακόμη με επιτυχία να διαβρώσει τα πολιτικά κόμμα-τα που αντιπροσώπευαν τις άλλες μερίδες του αστισμού, τώρα πια έρ-χεται σε ανοιχτή σύγκρουση μαζί τους. Αυτό καταλήγει, το φθινόπω-ρο του 1931, στο «μέτωπο εθνικής αντιπολίτευσης», του οποίου ο πραγματικός στόχος ήταν λιγότερο η πτώοη του Μπρύνινγκ κοα πε-ρισσότερο ο μετασχηματισμός αυτής της καλυμμένης δικτατορίας που είχε την έγκριση της Βουλής, απλούστατα, σε δικτατορία υποταγμένη στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Τέλος, το ίδιο το μεσαίο κε-φάλοαο εγκαταλείπει αποφασιστικά τους εκπροοώπους του, μεταξύ τους κοα τον Μπρύνινγκ, που, ωστόσο, διατηρούν την τυπική εξουσία. Για το μεααίο κεφάλαιο αυτή η κατάσταση δεν είναι πλέον παρά έ-να χαρτί στο παιχνίδι πιέσεων προς την εκτελεστική εξουσία που κυ-βερνά οτο εξής με διατάγματα.
Η υποκατάσταση στο ρόλο των πολιτικών κομμάτων των οικονο-μικο-σωματειακών ομάδων πίεσης, OL οποίες δρουν άμεσα απ' όλες τις μερίδες πάνω στο εκτελεστικό, συνεχίζεται. Η υποκατάσταση αυτή, που άρχισε σε προηγούμενες περιόδους, πραγματοποιείται με τη μα-ζική ανασυγκρότηση των Εργοδοηκών Συλλόγων [επικεφαλής τους η Reichsverband der deutschen Industrie (Σύνδεομος Γερμανικής Βιομη-χανίας) και η Ένωοη των Εργοδοηκών Συνδικάτων], καθώς και με την ανάληψη, από τους συλλόγους αυτούς, αυξανόμενων πολιτικών ρόλων έτσι που στο εξής θα λειτουργήσουν ως ιμάντες μεταβίβασης της πραγματικής εξουσίας.
Στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της διαδικασίας εκφασισμού, ανοιχτές διενέξεις θα ξεσπάσουν μεταξύ Μπρύνινγκ κοα Σλάιχερ από τη μια μεριά κοα των διαφόρων συλλόγων, όλο και πιο ισχυρών, από την άλλη: αλλά δεν πρόκειτοα πλέον για απλά επειοόδια.
Προοδευτικά, και κυρίως στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της διαδικασίας εκφαοισμού, πάντα όμως καθυστερημένα σε σχέοη με τις τάξεις και τα τμήματα που υποτίθετοα ότι εκπροσωπούν, προσανατο-λίζονται στην προοπτική μιας ανοιχτής δικτατορίας. Είνοα η περίπτω-οη όλων αυτών των κομμάτων μετά την εμπειρία Μπρύνινγκ. Ωστό-σο, θα ήθελαν την ανοιχτή δικτατορία, αλλά κάτω από τη δική τους καθοδήγηση. Έτσι, με εξαίρεση το κόμμα των Γερμανών Εθνικοφρό-νων, διαφωνούν, τελικά, με την προοπτική στρατιωτικής δικτατορίας ελεγχόμενης άμεσα από το στράτευμα. Όσο για τους Εθνικόφρονες,
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
115
αφού απογοητεύθηκαν με την προοπτική της στρατιωτικής δικτατο-ρίας, είναι οι μόνοι που συνιστούν όλο και πιο ανοιχτά να καταλά-βει το εθνικοσοσι,αλιστικό κόμμα την εξουσία. Κι αυτό παρ' όλες τις συνεχείς προστριβές μεταξύ της οργάνωσης Στάλχελμ, στενά αυνδεδε-μένης με τους Γερμανούς Εθνικόφρονες κοα του εθνικοαοσιαλιστικού κόμματος. Οι άλλοι πολιτικοί εκπρόσωποι του αοτισμού σκέφτονται να χρησιμοποιήαουν το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα υποτάσσοντάς το στη δική τους πολιτική ηγεσία.
Τέτοιος ήταν ο σκοπός του Μπρύνινγκ, ακόμα mo φανερά του Φον Πάπεν, και τελικά του Σλοαχερ, ο οποίος επιχειρεί μάταια να φέρει σε πέρας αυτό το οχέδιο, προκαλώντας διάοπαση οτο εθνικο-σοσιαλιστικό κόμμα (υπόθεση Στράσερ).
Η κρίση κομματικής εκπροσώπησης συμβαδίζει με την ιδεολογική κρί-ση που προσβάλλει τη συμμαχία εξουσίας. To πέρασμα της Γερμανίας στον καπιταλισμό, με την εκ των άνω επανάσταση του Μπίσμαρκ και κάτω από την πολιτική ηγεσία της φεουδαρχίας, δεν επέτρεψε οτη γερμανική αατική τάξη να διαπλάαει εκείνη την προσίδια ιδεολογία πον θα κυριαρχούαε στον γερμανικό κοινωνικό οχηματιομό. Ο φιλε-λευθερισμός, σημαντική πλευρά της αστικής ιδεολογίας στις αρχές της επικράτησης του καπιταλι,σμού στην ευρωπαϊκή σφαίρα, δεν κατάφε-ρε ποτέ να ριζώσει στη Γερμανία. Μέχρι το τέλος του Α' παγκοομίου πολέμου η κυρίαρχη ιδεολογία ήταν ακριβώς η φεουδαρχική, μεταμορ-φωμένη, όμως, έτσι ώστε να καλύπτει τα συμφέροντα της αστικής τά-ξης: ο μιλιταρισμός, η λατρεία του κρατικού δεοποτιομού κ.λπ., είνοα χαρακτηριοτικά μιας ιδεολογίας όπου κυριαρχεί η μεταμορφωμένη φε-ουδαρχική ιδεολογία. Είνοα ακόμη ενδεικτικό το γεγονός ότι δεν ον-ναντάμε πρι,ν από τον πόλεμο στη Γερμανία κανένα από εκείνα τα πλατιά εθνι,κιοτικά-φιλελεύθερα κινήματα που ανθούν οτις άλλες ευ-ρωπαϊκές χώρες. Ο γερμανικός εθνικιαμός εκφράστηκε απευθείας με τη μορφή του μιλιταρισμού, κάτω από την κυριαρχία δηλαδή, σε τού-τη τη φάση ανάπτυξης, της φεουδαρχικής ιδεολογίας. To φαινόμενο εκδηλώνεται μέσα οτα ήθη, τα έθιμα κοα τις συνήθειες με το ιδανικό του «υπαξι,ωματικού του πρωσικού στρατού» που πραγματικά δεσπό-ζει στον γερμανικό κοινωνικό σχηματισμό.
Με το τέλος του πολέμου και το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης διαπιστώνουμε μι,α απόπειρα διείαδυσης της φιλελεύθερης ι-δεολογίας, που ανταποκρίνετοα οτα συμφέροντα του μεοούου κεφα-λαίου. Αλλά, είναι ήδη πολύ αργά. Πρώτα απ' όλα, γιατί. η ίδια η κυ-ρίαρχη ιδεολογία στο σύνολό της συγκλονίστηκε από το τέλος του πο-
116
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
λέμου και την επίθεση των λαϊκών μαζών. Στη συνέχεια, γιατί η ουν-θήκη των Βεροαλιών, η οποία, είχε σαν αποτέλεσμα τον εθνικό τραυ-ματισμό, στιγμάτιοε τη γέννηαη της Βαϊμάρης. Κοα τέλος, γιατί βρι-σκόμαστε ήδη μπροστά ατη μετάβαση προς τον μονοπωλιακό καπιτα-λισμό και στη διαδικασία οικονομικής επικράτησης του μεγάλου κεφα-λαίου.
Πραγματικά, η ιμπεριαλισηκή ώεολογία τον μεγάλον κεφαλαίου μπορεί, κάλλιοτα, και σε μεγάλο βαθμό, να ενοφθαλμιστεί α ένα ιδεο-λογικό σύστημα οτο οποίο κυριαρχεί η μεταμορφωμένη φεουδαρχική ιδεολογία. Μ' αυτήν την έννοια, η ιμπεριαλιστική ιδεολογία φαίνεται ότι αντιατρατεύετοα τη μεταμορφωμένη φεουδαρχική ιδεολογία πολύ λιγότερο από τη φιλελεύθερη που επικρατεί οτο οτάδιο του ανταγω-νιστικού καπιταλισμού Πράγμα που είνοα, άλλωστε, ολοφάνερο σήμε-ρα σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου κοα ιδιοάτερα στη Λατινική Αμερική. Επεκτατικός εθνικιαμός, μιλιταρισμός, λατρεία του δεσποτι-σμού και του κρατικού κύρους, σεβασμός της ιεραρχίας και της πει-θαρχίας σ' όλους τους τομείς, αυτά είναι τα σημεία σύγκλισης ιμπε-ριαλιστικής και μεταμορφωμένης φεουδαρχικής ιδεολογίας.
Τη σύγκλιση των δύο ιδεολογικών υποουστημάτων, που συγχωνευό-μενα τείνουν στο να διαμορφώσουν μια κυρίαρχη ιδεολογία, μάχεται η ιδεολογία του φιλελεύθερου αστισμού, του οποίου OL αντιθέσεις προς το μεγάλο κεφάλαιο οξύνονται. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του μεσαίου κεφαλαίου, μερικοί δημοκράτες του Zentrum, αντιστέκονται πειαματι-κά. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδι-κασίας εκφασιομού, ενώ η επίθεση της ιμπεριαλιατικής-φεουδαρχικής ιδεολογίας ενάντια στη «βαϊμαριανή» ποάρνει διαρκώς πιο ανοιχτές μορφές, εμφανίζοντοα ρωγμές ανάμεσα οτην καθαρά ιμπεριαλιατική και στην καθαρά φεουδαρχική τάαη. Η τεχνοκρατική πλευρά της ι-μπεριαλιστικής ιδεολογίας εκδηλώνεται συνεχώς περιοσότερο, με την έμφαοη που παίρνει η τεχνική κοα ο ρόλος των ειδικών μέοα στο ου-δέτερο «κράτος-τεχνικός» στον οργανωμένο καπιταλισμό κ.λπ. Η α-ντίδραοη της μεγάλης γαιοκτησίας εκδηλώνεται με την αναζωογόνη-ση του ανηδρασηκού φεουδαρχικού ρομαντισμού. Η έμφαοη θα δο-θεί στην «κοινοκτημοούνη γης», οτους «δεσμούς προσωπικής εμπιστο-σύνης» μεταξύ «εργατών της γης», μ' άλλα λόγια, σε μια «συντεχνια-κή οργάνωση» μεσοαωνικής χροιάς, που θ' απλωθεί από την «αγρο-τιά» ώς το σύνολο της «εθνικής κοινότητας». Στη φασιστική ιδεολο-γία ξαναβρίσκουμε το ιδανικό της συντεχνιακής οργάνωσης. Ωστόσο, ας σημειώσουμε κιόλας ότι το μεγάλο κεφάλοαο παραμένει ολοκληρω-τικά αμέτοχο προς αυτήν την τάση της ιδεολογικής αντίδρασης. Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου εκφασισμού διαπιατώνουμε, ακριβώς, μια χαρακτηριστική οξύτητα οτην ιδεολογική πάλη μέοα στο ίδιο το
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
117
άρχον συγκρότημα. Πραγματικά, οι ιδεολογικές αντιφάσεις δεν υπάρ-χουν μόνο στον χώρο των ιδεών: η ιδεολογία ενσαρκώνεται ο' ένα πλήθος θεσμών ή ώεολογικών μηχανιομών και συγκεκριμένων πρακτι-κών - που με την ευκοαρία θα τους ονομάσουμε αδεολογικούς μηχα-νισμούς του κράτους». Σύμφωνα με τις φάσεις της ι,δεολογικής πάλης, OL μηχανιομοί αυτοί αποκτούν πολιτική οπουδαιότητα κοα ιοχύ λιγό-τερο ή περισοότερο μεγάλη. Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδικασίας εκφασισμού οι ιδεολογικοί μηχανισμοί αποκτούν αποφα-σιστικό πολιτικό ρόλο.
Θα αναφέρουμε μόνο μερι,κούς: οι διάφορες εθνικιοτικές ομάδες, οι οποίες είχαν εμφανιστεί πριν από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης -π.χ. ο «Πανγερμανικός Σύνδεομος»- και που πολλαπλασι,άζοντοα και με-γαλώνουν την επι,ρροή τους:
«Αυτές οι ομάδες ήταν πολυάριθμες, διαφοροποιημένες, κοα δια-σπαρμένες σ' ολόκληρη τη Γερμανία. Σε κάθε μικρή πόλη συνυπήρχαν τμήματα πολυώνυμων "πατριωτικών" ομάδων. Η επιρροή των ομάδων αυτών στην τοπική ζωή υπήρξε πολύ σημαντική. Οι προύχοντες εκ-προσωπούντοα πάντοτε ο' αυτές με τέτοιο τρόπο ώστε, πολύ ουχνά, η τοπική πολιτική ζωή συγκεντρώνεται γΰρω τους».20
• Τα Πανεπιστήμια, κέντρα της πνευματικής ζωής στη Γερμανία, αφού προμήθευσαν στα «ελεύθερα αποσπάσματα» το μεγαλύτερο μέ-ρος του δυναμικού τους, τώρα αυξάνουν την ιδεολογικοπολιτι,κή επιρ-ροή τους.
• Η Εκκλησία, όταν έσβησε ο απόηχος του Kulturkampf του Μπί-σμαρκ, που έκανε την εκ των άνω επανάσταοη σε όφελος του καπι-ταλισμού, μεγαλώνει επίσης την ιδεολογικοπολιτική επιρροή της.
• Ο μηχανιομός πληροφόρηαης απλώνετοα - αύξηση του αριθμού εφημερίδων και περιοδικών κοα της κυκλοφορίας τους, απαρχές της χρησιμοποίησης του ραδιοφώνου κοα του κινηματογράφου ως μέαων μαζικής πληροφόρηοης κ.λπ.
• Τέλος, OL διάφοροι «κύκλοι», συγκεντρώοεις, λέοχες, κτλ., δια-νοονμένων, αρχίζουν να ποάζουν σπουδαίο ρόλο.
Η αναζωογόνηση λοιπόν της πολιτικής ισχύος των ιδεολογικών μη-χανισμών, έρχεται ως αποτέλεσμα της όξυνσης της ιδεολογικής πάλης. Εκτός από την επίθεοη εναντίον της ιδεολογίας της εργατικής τάξης, που διεξάγεται με επι,κεφαλής τα πανεπιατήμια και το φοιτητι,κό κί-νημα, το φαινόμενο αποτελεί, επίοης, ένα σημάδι της εσωτερικής ιδεο-λογικής ούγχυσης στο πλαίσιο του άρχοντος συγκροτήματος. Αν οι ι-δεολογικοί μηχανισμοί τείνουν να ενωθούν στην κοινή τους επίθεση ε-
20. Klein, Weimar, 1968, σ. 65.
118
ΦΑΣΊΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΕ ΤΑΞΕΙΣ
ναντίον της φιλελεύθερης ιδεολογίας, ωστόσο, αποτελούν επίσης χώ-ρους που θα ξεσπάσουν οι αντιφάσεις ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και φεουδαρχικής αντίδρασης.
Θα ήταν σχολαστικό να περάοουμε σε λεπτομέρειες. To πλέον εν-διαφέρον φοανόμενο αφορά ορισμένες πλευρές της ιδεολογικής πάλης που συντελεί, εξαιτίας των εσωτερικών ουγκρούσεων, στην υπονόμευ-ση τσυ κύρους της άρχουοας ιδεολογίας οτο σύνολό της. Πραγματι-κά, ενώ οι κύκλοι που δημιουργούνται γύρω από συγγραφείς όπως ο Ο. Σπένγκλερ (Spengler) (το Juniklub, Λέσχη Ιουνίου) διεξάγουν, ε-ναντίον της φιλελεύθερης ιδεολογίας έναν αγώνα που τάσσεται φανε-ρά με το μέρος της ιμπεριαλιστικής-φεουδαρχικής ιδεολογίας, αλλού τα πράγματα είναι μερικές φορές πιο περίπλοκα. Στην πάλη κατά της φιλελεύθερης ιδεολογίας παρατηρούμε ουχνά μία «αντικαπιταλιστική» χροίά -κοα καθόλου σοσιαλιστική- που έχει σχέαη με την επιρροή της μικροαστικής καθώς και της εργαηκής ιδεολογίας, διαμέοου της γενι-κευμένης ιδεολογίκής κρίαης.21
Γνωρίζουμε, όμως, από την εποχή του Κομμουνισηκού Μανιφέ-οτον, ότι η άρχουσα ιδεολογία διαθέτει πάντα μια ιδιότυπη γλώσσα, κατάλληλη για την εξαγωγή της (ιδεολογίας) προς τις κυριαρχούμενες τάξεις. Ο Μαρξ μιλούοε για αστικό οοσιαλισμό, που πρέπει να αντι-διαστέλεται από τον ουτοπικό, κοα ακόμα για φεονδαρχικό αοσιαλι-σμό. Ωστόσο, οτην παρούοα περίπτωση, δεν πρόκειται μόνο γι' αυτό. Πρόκειτοα απλούστατα για στοιχεία αντιφεουδαρχικής κοα αντικαπι-ταλιοτικής ιδεολογίζουσας κριτικής, παρένθετα στις επιθέσεις εναντίον της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση πολλών κύ-κλων, συγκεντρωμένων γύρω από έντυπα, που συγκροτούν την απο-καλούμενη «εθνικομπολσεβίκικη» τάση, ή τάση των Linke Leute von Rechts - αριστερών ανθρώπων της δεξιάς.22 Πρόκειται βασικά για ι-δεολογικές απόπειρες συμφιλίωσης των εθνικιστικών παραδόσεων με στοιχεία της εργατικής τάξης, απόπειρες που εκδηλώνοντοα συχνά στις επιθέσεις εναντίον της πλουτοκρατίας, των μεγάλων περιουσιών, και στην ανάδειξη της «ιστορικής σημαοίας» της εργατικής τάξης. Αυτή την τάση πλησιάζουν συγγραφείς όπως ο Έρνστ Γούνγκερ (Ernst Jiin-ger) και ο Έρνστ φον Ζάλομον (Ernst von Salomon) που δημιούργη-σαν την ομάδα των «επαναστατών-εθνικιστών». Ας σημειώσουμε προς
21. Για το σύνολο αυτών των κινημάτων, P. Kiihnl, Die National-soziali-stische Linke, 1966.
22. J. Droz, Les forces politiques de la republique de Weimar (1919-1933). Les cours de la Sorbonne, a. 147 κ.ε.• E. Vermeil, Doctrinaires de la revolution allemande (1918-1938), 1939.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
119
το παρόν ότι οι επιθέσεις αυτές προέρχοντοα από κύκλους ολοφάνε-ρα διαφορετικούς από την εθνικοοοσιαλιατική οργάνωση.
Παράλληλα, παρατηρούμε τη ρήξη μεταξύ πολιτικού προσωπικού και των αξιωματοΰχων της ιδεολογίας - κερβέρων του άρχοντος συ-γκροτήματος. Οι επιθέσεις εναντίον της «φιλελεύθερης-κοινοβουλευτι-κής» ιδεολογίας, στρέφοντοα όλο κοα περι,σσότερο προς τους πολιτι-κούς, την ανικανότητα, τη νωθρότητα και τη δι,αφθορά των κομμά-των. Δεν χαρίζουν κάστανα ούτε στους Γερμανούς Εθνικόφρονες. To σύνολο των ιδεολογικών κινημάτων τοποθετείτοα έξω από τα πολιτι,-κά κόμματα. Μοναδική εξαίρεοη το Jungdeutscher Orden (Νεογερμα-νικό Τάγμα), που αρι,θμεί περίπου 40.000 μέλη και έχει μια μυστικο-θρησκευτική αφετηρία κι έντονο αντιπλουτοκρατικό μένος. Μετά το 1930, το κόμμα αυτό επχχειρεί να συγχωνευθεί με το δημοκρατικό: συγχώνευση, ας σημειωθεί, για να αντιμετωπιστεί ο φασιατικός κίνδυ-νος που ουγκεκριμενοποιείται.
Η κατάσταση οξύνεται στη δεύτερη περίοδο της διαδικαοίας εκφα-σισμού, γιατί, στο μεταξύ, αχρηστεύτηκε κοα η τελευταία ασφαλιστι-κή δικλίδα. Ήταν η τελευταία απόπειρα του μεσαίου κεφαλαίου να προβάλει ι,δεολογική αντίσταση, χρησιμοποιώντας τη σοσιαλδημοκρα-τική κυβέρνηση. Όπλο του ήταν μια ανανεωμένη άποψη περί συνερ-γασίας των τάξεων, δηλαδή σύμπραξης κεφαλαίου-εργασίας, οτην ο-ποία εναντιώθηκε σθεναρά η ιμπεριαλιστική-φεουδαρχι,κή ιδεολογία. Στη φασιστική ιδεολογία θα πέσει ο κλήρος να ουγκολλήσει ιδεολογι-κά το άρχον συγκρότημα υπό την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου.
Τέλος, η διαδικασία εκφασισμού αντιστοιχεί σε μια φάση επίθεσης και σε μια επιθετική στρατηγική εκ μέρους του συνααπι,σμού εξουσίας κοα ιδιαίτερα του μεγάλου κεφαλαίου.
Απ' αυτήν την άποψη, και πάλι η περίοδος γύρω στο 1927 φαίνε-ται η πιο αποφασιστική. Μετά την κατάσταοη πολιορκίας του 1923 (απλή προειδοποίηση) κοα το μνημόνιο των μεγιστάνων της βιομηχα-νίας, που απαιτούοαν να παραταθεί το ωράριο, να καταργηθούν πολ-λά κοινωνικά προνόμια, να καταργηθούν οι επιδοτήσεις για to ψωμί, να αποδοθούν σε ιδιώτες οι σιδηρόδρομοι κ.λπ., οι κυβερνήσεις ικανο-ποιούν προοδευτικά τις απαιτήσεις τους. To ωράριο από 8 ώρες φτά-νει, το μίνι,μουμ των 9 ωρών, συχνά τις 10 κοα μερικές φορές τις 12, κατάοταοη που επικύρωσαν, επίοημα, τα σοσιαλδημοκρατικά συνδι,κά-τα το 1927." Η εργοδοτική τακτική των λοκάουτ γενικεύεται. Είναι
23. G. Badia, ό.π., ο. 215.
120
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
ενδεικχικό το γεγονός ότι στο Ράιχ, ο αριθμός των εργάσιμων ημερών που χάθηκαν λόγω των λοκάουτ, ξεπερνά τον αριθμό εκείνων που χά-θηκαν στις απεργίες.24 Παράλληλα, η μεγάλη γαιοκτησία προοπαθεί να αχρηστεύσει τα προνόμια που είχε κατακτήσει η μεσοάα και μικρή α-γροτιά: δασμολογική προστασία των δημητριακών σε βάρος των προϊόντων της μεσαίας κοα μικρής καλλιέργειας, ματαίωση των σχε-δίων «αποικισμού» που είχαν καταστρωθεί το 1919 σε βάρος της με-γάλης ιδιοκτηοίας κ.λπ. Τελικά, η διαδικασία επιταχύνεται με την ο-ριστική υποταγή της σοσιαλδημοκρατίας στις αποατήσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Ο δρόμος που άνοιξε η δηλωμένη σοσιαλδημοκρατική πο-λιτική της σύμπραξης κεφαλαίου-εργαοίας, απολήγει στο σχέδιο λιτό-τητας του Μπρύνινγκ και την άμεση συνεργασία των σοσιαλδημοκρα-τικών ουνδικάτων. Η επίθεση της μεγάλης γοαοκτησίας, συσπειρωμέ-νης γύρω από τον Χίντενμπουργκ, εντείνετοα.
Αλλά κυρίως στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα είναι ολοφάνερα. Καταρχήν, η γερμανική αστική τάξη προσπαθεί να ρυθμίσει τις αντι-θέοεις της με τις δυτικές αοτικές τάξεις,25 έοτω με μια αναδίπλωοή της, πράγμα που της επιτρέπει να έχει τα χέρια ελεύθερα στο εσωτε-ρικό μέτωπο. Η πορεία μορφοποιείται με τη στροφή στην εξωτερική πολιτική του Στρέζεμαν που επιτρέπει, κοντά στα άλλα, την επανά-ληψη των στρατιωτικών προετοιμασιών της Γερμανίας.
Σχετικά με την εσωτερική ταξική πάλη, έχουμε ήδη υποδείξει τις βασικές γραμμές της επίθεσης. To πλέον σημαντικό στοιχείο είναι η συγκρότηση οργανώσεων οι οποίες, αντίθετα με τα απλά ελεύθερα α-ποσπάσματα, λειτουργούν ως αποτελεαματικοί οργανωτικοί πυρήνες που αντικαθιστούν την ήδη καταθρυμματισμένη κομματική εκπροαώ-πηση: το Stahlhelm, το Griine Front (Πράσινο Μέτωπο) για τους με-γάλους γαιοκτήμονες κ.λπ. Παράλληλα, συγκροτούνται πολυάριθμες ο-μάδες και αύλλογοι με χαρακτήρα κυρίως ιδεολογικό, που προορίζο-νται για την άμεση επίθεση εναντίον των λαϊκών μαζών.
24. G. Castellan, L'Allemagne de Weimar, 1969, σ. 76.
25. Γι' άλλη μια φορά, άλλωστε πρέπει να επισημάνουμε τις ευθΰνες των δυτικών αστικών τάξεων για το ανοδικό κΰμα του εθνικοσοσιαλισμού. Οι ευθύνες εντοπίζονται κοα στην τερατώδη συνθήκη των Βερσαλιών, όχι τό-οο λόγω των οικονομικών πλευρών της, όσο λόγω των ιδεολογικοπολιτικών της επιπτώσεων.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
121
δ) To ναζιστικό κόμμα, ο ναζισμός, οι κυρίαρχες τάξεις και τα κι>-ρίαρχα κοινωνικά στρώματα. Η ηγεμονία και η κυβερνώοα τάξη
To τελευταίο ζήτημα που θα πραγματευθούμε εδώ είνοα οι σχέσεις του εθνι,κοσοσιαλιοτικού κόμματος και του εθνικοσοσιαλισμού με το συνα-σπισμό εξουσίας κοα ειδικότερα με το μεγάλο κεφάλαιο. Πραγματικά, επειδή οι απαρχές της διαδικασίας εκφασισμού αποτελούν μια τομή, το ζήτημα δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην προέλευση του φασι-ομού. Σε προηγούμενες περιόδους, υπήρχαν απλώς ένοπλες συμμορίες και ελεύθερα αποσπάσματα κάτω από τις άμεσες διαταγές των μεγά-λων αγροτιστών και του κεφαλαίου, ένοπλες συμμορίες που εγκατα-λείφθηκαν από τους χρηματοδότες τους αμέοως μόλις αχρηστεύθηκε ο άμεσος στρατιωτικός τους ρόλος. Με την έναρξη του εκφαοισμού, η κατάσταση εύναι εντελώς διαφορετική. To εθνικοσοσιαλιστικό κόμ-μα γίνετοα ένα αληθινό μαζικό κίνημα. To φαινόμενο συμπίπτει με τη φάση επίθεσης του άρχοντος συγκροτήματος. Τότε, δημιουργείτοα ένα πλέγμα πραγματικών οργανωτικών σχέσεων μεταξύ συγκροτήματος κοα εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.
Μίλησα σκόπιμα για σνμπτωση, θέλοντας να τονίσω ότι το ζήτη-μα δεν είνοα η χρονολογική σειρά ούτε μια άμεση οχέση αιτίας-απο-τελέσματος. Μ' άλλα λόγια, η εκ προοιμίου αποκατάστααη σχέοεων του άρχοντος συγκροτήματος (και ιδιαίτερα του μεγάλου κεφαλοάου) με το εθνικοοοοιαλιοτικό κόμμα δεν είναι η προϋπόθεοη για τη μετα-τροπή του τελευτούου σε μαζικό κίνημα. Τα δύο αυτά στοιχεία φοά-νετοα ότι μάλλον συνδέονται συγκυριακά: θα λέγαμε μάλιστα, αντι-στρέφοντας τα δεδομένα, ότι το άρχον συγκρότημα στρέφετοα προο-δευτικά προς το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα ακριβώς επειδή αυτό γίνε-ται μαζικό κίνημα κοα στο βαθμό που γίνεται μαζικό κίνημα. Γιατί, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η πλειονότητα των ιδεολόγων του «ολο-κληρωτισμού»,26 είνοα το ίδιο ανακρίβεια ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα πρώτα γίνεται μαζικό κίνημα και ύοτερα κερδίζει την υποστή-ριξη του μεγάλου κεφαλαίου.
To εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα που φαίνεται ότι έχει συντριβεί με-τά το αποτυχημένο πραξικόπημα στη Βαβαρία το 1923, αναουγκρο-τείται με ταχύτητα:27 από 27.000 μέλη το 1925, φτάνει τα 72.000 μέ-
26. Δηλαδή, η άποψη ότι ο Χίτλερ ήταν ο «αρχιτραγουδιστής» του με-γάλου κεφαλαίου, η οποία υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων, και από τον Kornhauser W.A., The Politics of Mass Society, 1965, σ. 198 κ.ε.• G. Almond, «The Politics of German Business», στο H. Speier (επιμ.), West German Leadership and Foreing Policy, 1957, a. 195 κ.ε.• Hallgarten, Heiden κ.λπ.
27. Rozenberg, o. 200 κ.ε.
122
ΦΑΣΙΣΜ0Σ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
λη στο συνέδριο της Νυρεμβέργης το 1927, εκ των οποίων 30.000 SA. Ο αριθμός αυτός θ' ανέβει γρήγορα στις 108.000 το 1928 και στις 178.000 το 1929. To 1926, ο Μπάλντουρ φον Σίραχ (Baldur von Schirach) ιδρύει τη διαβόητη Ένωοη των εθνικοσοσιαλιστών φοιτη-τών που επεκτείνει ακατάπαυστα την επιρροή της στους πανεπιοτη-μιακούς κύκλους και αποκομίζει συνεχώς νίκες στις φοιτητικές εκλο-
γές.
Εύνοα αλήθεια ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα δεν σημειώνει α-ξιόλογες επιτυχίες στις πριν από το 1930 εκλογές, πράγμα που παρα-σύρει τη Διεθνή οτο να υποτιμά για μεγάλο διάστημα τη σπουδαιό-τητά του. Αλλά, από την πρώτη κιόλας περίοδο της διαδικασίας εκ-φασισμού, γίνεται μαζικό κόμμα. Τα πράγματα είναι ακόμα πιο φα-νερά, αν λογαριάσουμε την αυξανόμενη επιρροή της φαοιστικής ιδεο-λογίας στα διάφορα εθνικιστικά κινήματα: βλέπε τη δημιουργία, το 1927, της φασιστικής εφημερίδας Der Angriff (Η Επίθεση), που κερ-δίζει γρήγορα μεγάλη κυκλοφορία.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, διαπλέκονται οι πολιτικοί δεσμοί μεταξύ του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και κύκλων του μεγάλου κεφαλαίου, δεσμοί που, όταν θ' αρχίσει η φάση της μη-επιστροφής, συμπαρασύρουν το σύνολο της μερίδας αυτής οτην υποστήριξη του να-ζιοτικού κόμματος. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το 1927, ο Γκαί-μπελς αντικατέστησε στην αρχηγία της περιοχής Βερολίνου-Βραδεμ-βούργου τον Γκ. Στράσερ, του οποίου οι «αριστερίζουσες» ιδέες προ-καλούσαν τη δυσμένεια αυτών των κύκλων του μεγάλου κεφαλαίου. To 1927 επίσης γίνετοα η πρώτη ριζική αναμόρφωση του εθνικοσο-σιαλιστικού προγράμματος, κοα αποσιωπούνται οι κάπως «αντικαπι-ταλιστικές» απαιτήοεις που περιείχε το προηγούμενο.
Ακριβώς αυτήν την εποχή κύκλοι των αγροτιοτών κοα του μεγά-λου κεφαλαίου υποστηρίζουν διαρκώς περισσότερο το κόμμα τούτο. Οι μεγαλογαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων κοα ορισμένα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, προσχωρούν μαζικά στο ναζισμό. To σύ-νολο των αγροτιστών, αλλά κυρίως του μεγάλου κεφαλαίου υποστη-ρίζει, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, κι έτοι οι δεσμοί αποκτούν ένα γνήσιο οργανωτικό πολιτικό χαρακτήρα. Γύρω στα 1927 αρχίζει πραγ-ματικά η διαδικασία πολιτικής καθυπόταξης του κόμματος των Γερ-μανών Εθνικοφρόνων και των άλλων οργανώσεων της δεξιάς, στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Ο Χούγκενμπεργκ (Hugenberg), εκλεγμέ-νος στα 1928 πρόεδρος του κόμματος των Γερμανών Εθνικοφρόνων συμμαχεί το 1929 ανοιχτά με τον Χίτλερ σε μια μεγάλη πανενθική εκ-στρατεία ενάντια στο σχέδιο Γιουνγκ (Young). Δημιουργείται το Ενιαίο Εθνικό Μέτωπο που συγκεντρώνει τους Γερμανούς-Εθνικόφρο-νες, τους «Χαλυβδόκρανους», το Εθνικοαοσιαλιστικό Κόμμα, και τον
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
123
Πανγερμανικό Σύνδεσμο. To 1930, με τον Μπρύνινγκ, το Εθνικοσο-οιαλιατικό Κόμμα κυριαρχεί βαθμιαία οτην «εθνική αντιπολίτευση».
OL βοήθειες και OL χρηματοδοτήαεις πέφτουν βροχή. To 1930 επί-οης, ο Χίτλερ δηλώνει ότι θα σεβαοτεί τη συνταγματική νομιμότητα προκειμένου να πάρει την εξουσία, πράγμα που αποτελεί ένα μόνο δείγμα του πολιτικού δεσμού που έχει αποκατασταθεί με το μεγάλο κεφάλοαο.28
Στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της διαδικασίας εκφασισμού το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα καταφέρνει οε μεγάλο βαθμό, να κατα-σιγάσει τις πολιτικές αντιθέσεις των άλλων τμημάτων του συνασπι-σμού εξουσίας με τους αγροτιοτές και το μεγάλο κεφάλαιο και να κα-θηουχάσει τους ενδοιασμούς τους για την άνοδό του στην εξουσία. Ενώ εντείνονται οι οικονομικές αντιφάσεις στο πλαίσιο του συνασπι-σμού εξουσίας, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα είναι πραγματικά ο κοι-νός πολιτικός παρονομαοτής του συνασπιαμού στην επιθετική του φά-ση. Αυτό φαίνετοα, κυρίως, στην ανοιχτή υποστήριξη προς το Εθνικο-σοσιαλιστικό Κόμμα από τον κρατικό μηχανιομό, στην κάτι περισσό-τερο από διφορούμενη στάαη των πολιτικών εκπροοώπων του μεσαίου κεφαλαίου απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό (επεισόδιο παροδικής α-παγόρευσης των SA από τον Μπρύνινγκ) και τέλος με την ολοκλη-ρωτική παθητικότητα του μεσαίου κεφαλαίου τον καιρό που παραμε-ρίστηκαν τα τελευτοάα εμπόδια στην πορεία του εθνικοσοσιαλιαμού προς την εξουσία. Η παθητικότητα γίνετοα έκδηλη όταν ο Χίντεν-μπουργκ θα παραμεριστεί από τον Μπρύνινγκ.
Στην ίδια φάση, ο πολιτικός δεσμός μεταξύ Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και λαϊκών μαζών γίνεται ισχυρότερος. Σε βαθμό μάλιστα, που η πολιτική του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος προκαλεί ουχνά τη δυαμένεια του μεγάλου κεφαλοάου. To τελευτούο παίζει στο εξής παράλληλα (όμως σε δεύτερη μοίρα), το χαρτί Χίντενμπουργκ-στρα-τιωτική δικτατορία: βλέπε την παράλληλη από μέρους του υποστήρι-ξη της υποψηφιότητας του Χίντενμπουργκ, το 1932, που παρουαιά-οτηκε ενάντια στην υποψηφιότητα του Χίτλερ.
Με την άνοδο του εθνικοοοσιαλισμού οτην εξουσία παρατηρούμε ότι εμπεδώνεται η ηγεμονία του μεγάλου κεφαλούου, εξαφανίζεται η
28. Για το σύνολο των πολιτικών στοιχείων της τελευταίας αυτής πε-ρώδου, K.D. Bracher, Die Auflosung der Weimarer Republik. Eine Studie zum das Problem des Machtverfalls in der Demokratie, 1964- κοα του ίδιου, Die Deutsche Diktatur..., ό.π: R. Heberle, From Democracy to Nazism. A Regional Case Study on Political Parties in Germany, 1945• D. Schoenbaum, Hitler's Social Revolution, 1966.
124
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
απόσχαση μεταξύ πολιτικής ηγεμονίας και οικονομικής κυριαρχίας και η διαδικαοία οικονομικής επικράτησης γίνεται πιο έντονη. Η διαδικα-οία αυτή, που εκτυλίσσετοα κατά φάσεις κι όχι δίχως περιπέτειες, δεί-χνει το ακόλουθο πράγμα: το μεγάλο κεφάλαιο καταφέρνει μέσω του φααιστικού κόμματος, του κράτους και της φαοιστικής ιδεολογίας να επιβάλει μια γενική πολιτική που ενοποιεί υπό την αιγίδα του το άρ-χον συγκρότημα, υπερνικώντας πολιτικά τις εσωτερικές οικονομικές α-ντιφάοεις που το διαπερνούν.
Στη διάρκεια της πρώτης φάσης της εξουσίας του, ο εθνικοσοσια-λισμός προβαίνει οτη διάλυση του ουνόλου των πολιτικών οργανώοεων του άρχοντος συγκροτήματος, δηλαδή στην εκδίωξη των παραδοσια-κών εκπροσώπων του συνασπιομού αυτού από την πολιτική οκηνή. Ένα χρόνο μετά την άνοδό του στην εξουσία, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα αποβαίνει το μοναδικό κόμμα στη Γερμανία.29 Τα τελευταία μέλη του πολιτικού προσωπικού (του συνασπισμού) εκδιώνοντοα από την κυβέρνηση -Φον Πάπεν, Χούνγκεμπεργκ, Νόυρατ (Nurath)- ενώ αυστηρά μέτρα εφαρμόζοντοα εναντίον τους (μέτρα που φτάνουν ώς τη φυσική εξόντωση). Παράλληλα, στο πλαίοιο του Εθνικοσοσιαλιστι-κού Κόμματος αρχίζει η εκκαθάριοη της «αριοτερίζουσας» πτέρυγάς του: έρχεται η περίφημη νύχτα των «μεγάλων μαχαιριών», η διάλυοη δύο εκατομμυρίων SA, που αποατούσαν τη «δεύτερη επανάσταοη» («αντικαπιταλιστική»), και η φυοική εξόντωση των ηγετών τους Ρεμ (Rohm) και Γκ. Στράσερ. Η εκκαθάριση ουνεχίζεται με την εξουδετέ-ρωση των πολιτικών αντιοτάσεων που υπάρχουν ακόμα οτο πλαίσιο του κρατικού μηχανισμού.
Η δκχδικασία ακολουθεί, έναν εντελώς ώιαίτερο δρόμο. Στην πρώ-τη περίοδο που ο εθνικοσοσιαλισμός βρίσκετοα οτην εξουαία, με την αύξηοη της πολιτικής σημαοίας του κρατικού μηχανισμού, τη μετατό-πιση του κέντρου βάρους μέσα οτον μηχανισμό από τον στρατό στην αστυνομία και τη διοίκηση, κοα με τη μαζική επάνδρωοη των «νψη-λών αξιωμάτων» από μέλη του Εθνικοσοσιαλισακού Κόμματος, στην περίοδο αυτή λοιπόν, κυβερνώσα τάξη γίνετοα η μικροαατική (της ο-ποίας θα δούμε τους ιδιοάτερους δεσμούς με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα). Από την τάξη αυτή οτρατολογείται το πολιτικό προσωπικό των «υψηλών αξιωματούχων» του κρατικού μηχανιομού, πολιτικό προσωπικό που δεν έχει ακόμα διακόψει τους δεσμούς εκπροσώπηοης με τη μικροαστική τάξη. Η μικροαοτική τάξη λοιπόν αποκομίζει, στην πρώτη περίοδο, ορισμένα πλεονεκτήματα από τούτη την κατάσταση.
29. Γι' αυτό το θέμα, Ε, Matthias και R. Morsey (επιμ.), Das Ende der Parteien: 1933 (To τέλος των κομμάτων), 1960.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
125
Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι το Εθνικοσοαιαλιστικό Κόμμα στε-λεχώνει το αύνολο του κρατικού μηχανισμού, που διογκώνετοα τερα-τωδώς, με άτομα μικροαστικής προέλευσης και εμφορούμενα από ε-ντελώς τυπική μικροαστική ιδεολογία. Από την άλλη μεριά, διαπιστώ-νουμε ότι οι καθαρά «μικροαστικοί» κρατικοί μηχανισμοί καθυποτάσ-οουν εκείνους που λόγω της προέλευσής τους συνδέονταν με άλλες τά-ξεις: συγκεκριμένα το στράτευμα. Έτσι, η μικροαστική τάξη γίνεται ε-πίσης η τάξη που κατέχει τους κρατικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για τη διαδικασία της Gleichschaltung (ομοιομορφία τύπου) κοα το πρό-βλημα της «φαοιοτικής γραφειοκρατίας».
Στην περίοδο της σταθεροποίηοης, η κατάσταση αυτή οδηγεί ατην καθυπόταξη τον Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος από το μηχανιομό τον ναζιοηκού κράτους με τη στενή έννοία.30 Γιατί ατην περίοδο αν-τή οι μικροαατοί «αξιωματούχοι» του κρατικού μηχανιομού και οι «κορνφές» του κόμματος έχουν οριατικά διακό-ψεί το δεσμό εκπροσώ-πησης με την μικροαατική τάξη, που χάνει έτοι τη θέση της κυβερ-νώσας τάξης, αν και παραμένει η τάξη-στήριγμα τον εθνικοσοσιαλι-στικού κράτους. Συμβαίνει δηλαδή το εξής: παρά το αποφασιστικό πλήγμα που κατάφερε η εθνικοσοσιαλιστική πολιτική στα συμφέροντα της μικροαστικής τάξης, η τελευταία ουνεχίζει να είναι η τάξη που κατέχει τον κρατικό μηχανιομό. Αυτή η καθνπόταξη τον κόμματος α-πό το κράτος που δεν φτάνει ωστόσο στη σνγχώνευση, συνεπάγεται ότι η μικροαστική τάξη χάνει το πολιτικό μέσο -το κόμμα- που της επέτρεψε, για μια αύντομη περίοδο, να κινηθεί ως κυβερνώσα τάξη, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί, χάρη στη σχέση της με το σύνολο των κρατικών μηχανισμών, ως δύναμη κοινωνική. Η κατάσταση αυτή άλλωστε συνοδεύεται από διαδοχικές εκκαθαρίσεις στους κόλπους του Εθνικοσοσιαλιοτικού Κόμματος που δεν περιορίζονται διόλου οτους «αριοτερίζοντες ηγέτες» του: 20% από τους πολιτικούς υπεύθυνους του κόμματος πριν το 1933 διαγράφοντοα ώς το τέλος του 1934. Με-τά από αυτήν τη χρονολογία, περίπου 80% από τους υπεύθυνους και πολιτικούς ιθύνοντες στρατολογούνται μεταξύ των μελών που προσχώ-ρησαν στο κόμμα μετά το 1933.3'
Η κατάσταση οφείλεται στο συνολικό συσχετισμό δυνάμεων που ο-δηγεί στην εγκατάσταση και διατήρηση του εθνικοοοοιαλισμού στην εξουσία. Και σημαδεύεται από την αποφαοιοτική προσέγγιση (που περνά, ανάλογα με τις φάσεις, από τη συμμαχία στη οτήριξη), μετα-
30. Για όλα αυτά τα ζητήματα, βλ. παρακάτω αναλυτικότερα, σ. 287 κοα σ. 385.
31. Κ. Bracher, ό.π., ο. 257.
126
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΕΕΙΣ
ξύ μεγάλου κεφαλοάου και μικροαστικής τάξης. Τούτη η κατάσταση πραγμάτων, που διακρίνει την πολιτική σκηνή και το σύνολο των πο-λιτικών μηχανισμών, είναι ταυτόχρονα παράγοντας της σχεηκής αν-τονομίας του ναζιστικού κράτους απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο.
Ας δούμε αναλυτικότερα. Είνοα αλήθεια ότι οι βιομήχανοι και οι χρηματιστές, ιδιαίτερα μέσω των σωματειακών οργανώοεων, μέσω της συμμετοχής τους στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και επίσης μέοω μιας κάποιας βαθμιαίας σύνδεσης μέρους των «αξιωματούχων» του Εθνικο-οοσιαλιοτικού Κόμματος (Γκούρινγκ κ.λπ.) με το μεγάλο κεφάλοαο (ούνδεοη που πραγματοποιείτοα με τη διαμόρφωση ενός πυρήνα κρα-τικής αστικής τάξης), δεν απομακρύνονται διόλου από τους κρατικούς μηχανισμούς. Αντίθετα, παραμένουν σ' αυτούς άμεσα και σταθερά.
To γεγονός αυτό αποτελεί έναν από τους λόγους που κάνει ανά-πηρη τη θέση του Ταλχάιμερ, ο οποίος ερμηνεύει τον φασισμό σύμ-φωνα με το βοναπαρτιστικό πρότυπο: Λέει, δηλαδή, ο Ταλχοαμερ ότι η «σχετική αυτονομία» του φασισμού βασίζεται στην καθοριστική διά-οταση μεταξύ οικονομικής κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου και πο-λιτικής ηγεμονίας του. Έτσι, η περιφρούρηση της πρώτης απαιτεί την παραίτηση του κεφαλαίου από την πολιτική ηγεμονία σε όφελος ενός «ηγέτη» (Λουδοβίκος Βοναπάρτης=Χίτλερ). Ο Ταλχάιμερ όμως κάνει λάθος, κυρίως επειδή παραγνωρίζει τη βαοική διαφορά μεταξύ φασι-σμού και βοναπαρτισμού, δηλαδή την ύπαρξη του φαοιατικού κόμμα-τος και τον αντικειμενικό ρόλο του σε σχέση με το μεγάλο κεφάλαιο. Πραγματικά, το φαοιοτικό κόμμα λειτουργεί ως πολιτικός εκπρόσω-πος του μεγάλου κεφαλαίου, εξαοφαλίζοντας την πολιτική ηγεμονία του και την άμεση συμμετοχή του στις ηγετικές θέσεις των κρατικών μηχανισμών.32
Είναι, επίσης, αλήθεια το γεγονός ότι ακριβώς η ύπαρξη του εθνι-κοσοσιαλιστικού κόμματος αποτελεί, παράλληλα, παράγοντα της σχετι-κής αυτονομίας του κράτους απέναντι οτο μεγάλο κεφάλοαο. To σύνο-λο του κόμματος, και ιδιαίτερα τα κατώτερα στρώματα και η βάση, διατηρούν πάντα οτενούς δεομούς με τη μικροαστική τάξη, η οποία άλλωοτε επάνδρωσε στο μεταξύ τους κρατικούς μηχανισμούς σ' όλη την κλίμακά τους. To κόμμα κυριαρχεί ακόμη και οτις σωματειακές οργα-νώσεις, όπου συμμετέχουν άμεσα μέλη του μεγάλου κεφαλαίου.
Είναι ανώφελο να αναλύσουμε λεπτομερειακά τις συνεχείς αντιφά-
32. ΓΥ αυτό το θέμα, D. Lerner (επιμ.), The Nazi Elite, 1951, σ. 6 κ.ε.• D. Schoenbaum, ό.π., a. 239- Η. Gerth, «The Nazi Party. Its Leadership and Composition», στο R.K. Merton (επιμ.), Reader im Bureaucracy, 1952, o. 100 κ.ε.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
127
σεις μεταξύ μεγάλου εθνικοσοσιαλιστικού κράτους και κόμματος. Οφείλοντοα στο «παιχνίδι» που παίζει ο εθνικοσοσιαλισμός μεταξύ με-γάλου κεφαλαίου κοα των άλλων τάξεων και τμημάτων του άρχοντος ουγκροτήματος κοα των λαϊκών μαζών. Οι αντιφάσεις γίνονται φανε-ρές μετά το τετραετές σχέδιο (1936) -ουγκρούσεις μεταξύ Γκαίρινγκ κοα Σαχτ- και την οργάνωση της πολεμικής οικονομίας - δυσμένεια το 1938, των στραταρχών Μπλόμπεργκ (Blomberg) κοα Φριτς (Fritsch). Όλα αυτά όεν σημαίνουν βέβαια ότι ο πόλεμος δεν ανταποκρινόταν στα συμφέροντα του μεγάλου γερμανικού κεφαλοάου. Στην προκειμένη περίπτωση OL αντιφάσεις οφείλονται κυρίως οτις απόπειρες εκ μέρους του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους να ελέγξει τη διαδικασία επικράτη-σης του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στα υπόλοιπα οτοιχεία του άρχο-ντος συγκροτήματος.
3. Η ΙΤΑΛΙΑ
α) Η διαδικασία και οι οικονομικές αντιφάσεις
Ο ιταλικός φασισμός, παρά τη σχετικά διαφορετική προέλευση, παρέ-χει κοινά με τη γερμανική περίπτωση γνωρίσματα. Στο πλαίσιο αυτού του διαγράμματος θα επιμείνουμε περισσότερο σε συγκεκριμένες περι-πτώσεις που έχουν χαρακτήρα προτύπου και θα επιδιώξουμε να φα-νούν OL διαφορές μεταξύ ιταλικής κοα γερμανικής περίπτωσης.
Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, ξαναβρίακουμε οτην Ιταλία την κρίση και τις οικονομικές αντιφάσεις οτο πλαίσιο του άρ-χοντος συγκροτήματος. Ωστόσο, από μια μεριά, οι αντιφάοεις εδώ εί-νοα βαθύτερες απ' ό,τι στη γερμανική περίπτωση. Από την άλλη με-ριά και λόγω αυτού του γεγονότος, ο φασισμός ως μέσο της ηγεμο-νίας του μεγάλου κεφαλαίου, αντιμετωπίζει ισχυρότερες αντιστάσεις εκ μέρους των άλλων μελών του συνασπισμού εξουσίας. Έτσι, ενώ η διαδικασία εκφασιομού είναι συντομότερη από τη γερμανική (εφόσον αρχίζει στο τέλος του 1920-αρχές 1921, φτάνει στο σημείο μη-επιοτρο-φής οτη διάρκεια του 1921, για να κατακτήσει την εξουσία το 1922), η διαδικασία σταθεροποίησης του φασισμού στην εξουσία είναι πολύ πιο αργή. Ο ιταλικός φαοισμός, θα σταθεροποιηθεί μόλις το 1925, τρία χρόνια μετά την κατάκτηση της εξουσίας, δηλαδή όταν θα έχει θεσμοθετήσει τα υπερφασιστικά μέτρα με τα οποία μπούνει στη δεύ-τερη φάση της εξουαίας του.
Η ΙΤΑΛΙΑ
129
Και πρώτα πρώτα η αντίφαση μεταξύ μεγάλου κεφαλαίον και με-γάλης εγγείου ώιοκτηοίας, την οποία κρύβει το πρόβλημα του Mezzogiomo, δηλαδή, εν μέρει, η αντίφαση μεταξύ αστισμού του Βορ-ρά κοα αγροτιστών του Νότου, είναι πολύ βαθύτερη απ' όσο στη Γερ-μανία. Η καθυοτέρηση της γεωργίας σε σχέοη με τη βιομηχανία είναι εξάλλου σοβαρότερη• η διαδικαοία συγκέντρωσης κεφαλαίου συντελεί-ται πρόωρα και τεχνητά, ενώ η αγροτική παραγωγή έχει ακόμη ημι-φεουδαρχικό χαρακτήρα. Αν στη διάρκεια του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα η ανερχόμενη αστική τάξη και η μεγάλη γαιοκτησία εί-δαν την προστατευτική πολιτική σαν σημείο συνεννόησης, όμως, OL α-ντιφάσεις τους ανακύπτουν κοα πάλι με τη διαδικασία ουγκεντροποίη-σης κεφαλοάου που επιτυγχάνεται ενώ παραμένουν οι φεουδαρχικές δομές στην αγροτική εκμετάλλευση. Με την κρίοη που ακολούθησε τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, το χάσμα μεταξύ βιομηχανίας και γεωρ-γίας διευρύνετοα καταστροφικά. Άλλωοτε, η έλλειψη συσαώρευσης κε-φαλαίου στη γεωργία αφήνει τους αγροτικούς εντελώς έξω από την εκβιομηχάνιση, δεν τους μένει λοιπόν παρά η έγγειος κερδοακοπία. Η αντίφαση οξύνεται οτη διάρκεια της πρώτης περιόδου της διαδικασίας εκφασισμού που χαρακτηρίζεται από την αποφασιστική επιτάχυνση του ρυθμού ουγκεντροποίησης κεφαλαίου, την πτώση της αγροτικής παραγωγής και την πτώση των αγροτικών τιμών. Η όξυνση εκδηλώ-νετοα με τον ανταγωνισμό των όύο μεγάλων οργανισμών που ιδρύθη-καν το 1920 από τους μεγάλους βιομηχάνους (Γενική Συνομοαπον-δία της Βιομηχανίας) κοα τους αγροτιστές (Γενική Συνομοσπονδία της Γεωργίας). Η τελευταία αντιτίθεται στη φορολογική πολιτική του κρά-τους που έχει μεγάλη οημαοία για την Ιταλία, μέοα στο πλαίαιο της τεχνικής ανάπτυξης του καπιταλιομού - γιατί η διεύρυνση του ελλείμ-ματος του προϋπολογισμού ευνοεί αποκλειοτικά τη βιομηχανία. Πραγ-ματικά, η δημιουργία του Λαϊκού Κόμματος, το 1919, -«αγροτικού κόμματος»- δεν είναι άσχετη με τούτη τη διαμάχη.'
Διαπιστώνεται, λοιπόν, στην ιταλική περίπτωοη κι αντίθετα με τη γερμανική, ότι η διαδικασία συγκεντροποίησης και δημιουργίας μεγά-λου κεφαλαίου αμφισβητεί στα σοβαρά τη συμμαχία μεταξύ αοτικής τάξης του Βορρά κοα αγροτιστών του Νότου. Αν η ουμμαχία αυτή ανθίοτατοα στο πολιτικό επίπεδο, τα εκρηκτικά στοιχεία που εμπεριέ-χει ατο οικονομικό έρχοντοα στο φως. Τα πράγματα οξύνονται στο βαθμό που προοτίθεντοα κοα οι αυξανόμενες αντιφάαεις μεταξύ μεγά-λον και μεσαίον κεφαλαίου, αντιφάσεις εγγενείς στη διαδικασία συ-γκεντροποίηαης κεφαλαίου. Κι εδώ πάλι καλύπτουν εν μέρει την α-
1. R. Paris, Histoire dufascisme en Italie, a. 54 κ.ε.
130
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
ντίφαοη μεταξύ κλάδων της βιομηχανίας: βαριά βιομηχανία από τη μια, βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών από την άλλη. Από το 1919 συγκροτείται στο Μιλάνο η Εθνική Μεταλλουργική Ένωση, που συ-σπειρώνει τις πανικόβλητες από τη συγκεντροποίηση μεσαίες επιχει-ρήαεις.2 Επιπλέον, διαπιστώνετοα συμμαχία μεταξύ μεσαίου κεφαλαίου και αγροτιστών ενάντια οτην οικονομική κυριαρχία του μεγάλου κε-φαλαίου. Η σύμπραξη αυτή είναι εδώ δυνατή λόγω της οικονομικής αδυναμίας του μεγάλου ιταλικού κεφαλαίου καθώς και λόγω της ιδιό-τυπης ανισομέρειας στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ιταλία, η οποία επιτρέπει τη συγκυριακή σύγκλιση των οικονομικών συμφερό-ντων του μεσαίου κεφαλαίου και των αγροτιστών. To πρώτο τούτο σχεδίασμα συμμαχίας συγκεκριμενοποιείται προοδευτικά με την πολι-τική του Λαϊκού Κόμματος κοα ταυτόχρονα με την πολιτική των εκ-προσώπων του μεσαίου κεφαλαίου που βρίσκονται στην εξουοία στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού στην Ιταλία [Τζολίτι (Giolitti), Νίτι (Nitti), Μπονόμι (Bonomi), Φάκτα (Facta)].
Σε τούτες τις οικονομικές αντιφάσεις οτο πλαίσιο του άρχοντος ου-γκροτήματος προστίθενται, επίσης, κοα αντιφάσεις που δημιουργού-νται στο πλαίσιο το ίδιου του μεγάλου κεφαλαίου: μεταξύ τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου. Η διαδικασία συγκεντροποίησης έχει προχωρήσει λιγότερο στην Ιταλία παρά στη Γερμανία, και έχει πρόω-ρο χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις μεταξύ τραπεζών και βιομηχανιών είναι ιδιαίτερα έντονες. Διαπιοτώνεται μια πραγματική επίθεοη των μεγά-λων βιομηχάνων για την κατάκτηση των τραπεζών χάρη στα τεράστια οφέλη που αποκόμισαν οι βιομήχανοι στον πόλεμο, ενώ το ιταλικό τραπεζικό κεφάλαιο, αντίθετα από το γερμανικό, διατηρεί τον τοκο-γλυφικό του χαρακτήρα και διστάζει να ξανοιχτεί οτην εκβιομηχάνι-ση. To τραπεζικό κεφάλοαο προσπαθεί να προστατευτεί απ' αυτήν την έφοδο της μεγάλης βιομηχανίας. ΓΥ αυτό, το 1918 OL τέσσερις μεγα-λύτερες ιταλικές τράπεζες συνασπίζονται σε καρτέλ.
Η έφοδος αποτυγχάνει σχετικά, προσφέρει όμως έδαφος οε έντο-νες διακυμάνσεις.3 Στα 1921, μέσα οτην ατμόσφοαρα της μεταπολεμι-κής κρίοης, το Ansaldo, βιομηχανικός γίγαντας που είχε καταφέρει να ελέγχει την Banca italiana di Sconto, πτωχεύει. H Ilva που έλεγχε την Lloyd Mediterranee, καταρρέει. H κυβέρνηση αμφιταλαντεΰεται ανά-
2. R. Paris, Histoire dufascisme en Italie, ό.π., σ 132- A. Tasca, Naissance dufascisme, ό.π., 1967, σ. Ill κ.ε.• R. Romeo, Breve Storia della grande in-dustria italiana, ό.π., 1967.
3. Για το θέμα αυτής της αντίφασης, R. Romeo, ό.π., α. 128 κ.ε.• S.B. Clough, ό.π.
Η ΙΤΑΛΙΑ
131
μεσα στους ανταγωνιστές. Ο Μπονόμι αρνείτοα τη βοήθεια του κρά-τους οτη μεγάλη βιομηχανία, πράγμα που θα φέρει την πτώση του. Μόνο με την έλευση του φασισμού το μονοπωλιακό βιομηχανικό κε-φάλαιο, αντίστροφα απ' ό,τι συμβαίνει στη γερμανική περίπτωση, θα εδραιώσει την κυριαρχία του πάνω στο τραπεζικό, μέσα στο πλαίσιο του μεγάλου κεφαλαίου.4
Όλες αυτές οι αντιφάοεις οξύνονται οτη διάρκεια της δεύτερης πε-ριόδου της διαδικαοίας εκφασιομού, και τούτο σνμβαίνει ενώ η μετα-πολεμική «οικονομική κρίση» απορροφάται προς το τέλος του 1921: ο δείκτης ποσοστιαίας αναλογίας της βιομηχανικής παραγωγής στο συνολικό προϊόν, ο οποίος από 30,6% το 1918, είχε πέσει στα 25,3% το 1921, ξανανεβαίνει στο 29% το 1922. Ο δείκτης παραγωγής ανέρ-χετοα σ' όλους τους βιομηχανικούς κλάδους• το έλλειμμα του προϋπο-λογισμού μειώνεται σημαντικά, οι τιμές πέφτουν, η ανεργία εξαλείφε-ται. Αλλά OL αντιφάσεις που οφείλοντοα στη διαδικασία συγκεντρο-ποίησης του κεφαλοάου οξύνονται: ανταγωνισμός μεταξύ των δύο τρα-πεζικών συγκροτημάτων που βρίσκονται πίσω από τον Νίτι κοα τον Τζολίτι, της Τράπεζας Προεξοφλήσεων κοα της Εμπορικής Τράπεζας, ανταγωνιομός που θα ξεσπάσει το 1921" αντίφαση μεταξύ μεγάλου και μεσαίων κεφαλαίων, που συγκεκριμενοποιείται με την αυξανόμενη α-ντίθεση του πρώτου στην πολιτική «σύμπραξης κεφαλαίων-εργασίας» κοα σταθερότητας των μισθών, πολιτική που ακολούθησαν, όπως στη Γερμανία, OL πολιτικοί εκπρόσωποι του μεσαίου κεφαλαίου (Τζολίτι): αντίφααη μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου κοα αγροτιστών, που δημιουργεί-ται γιατί το μεγάλο κεφάλαιο αντιτίθεται οτην πολιτική καθορισμού των αγροτικών τιμών, η οποία μέσω της φορολογίας, αποβαίνει τελι-κά σε όφελος των αγροτιστών (το ζήτημα της πολιτικής της «τιμής άρτου», προκαλεί, το 1921, την πτώση της κυβέρνησης Νίτι).
Όοο για τον φασισμό στην εξουσία, διαπιστώνουμε, σε σύγκριση με το γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, τις δυο ακόλουθες ιδιομορφίες: Ο ιτα-λικός φασιομός εφαρμόζοντας μια οικονομική πολι,τική, που συγκεκρι-μενοποιείται σε μια αειρά μέτρων, παρεμβαίνει με τρόπο πιο εμφανή απ' ό,τι ο εθνικοσοσιαλισμός, στην οικονομική κνριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στη μεγάλη γαιοκτηοία. Ενώ οτη Γερμανία ο εκκα-πιταλισμός της γεωργίας είχε αρχίσει πριν από την άνοδο του εθνικο-σοσιαλισμού, ο οποίος τη συνέχιοε εντείνοντάς την, στην Ιταλία αντί,-θετα εγκοανιάζεται μέσω του φασισμού Όπως λέει, ο Α. Ρόζενμπεργκ:5
4. P. Alatri, «La crisi della classe dirigente...», στο Fascismo e Antifa-scismo: lezioni e testimonialize, 1963, σ. 66.
5. Rosenberg, Der Faschismus..., ό.π., σ. 11-112.
132
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
«Ο Μουσολίνι υποστήριξε τους αγροτιστές του Νότου στη μάχη
τους εναντίον της αγροτικής επανάστασης, αλλά δεν είχε ποτέ
την πρόθεοη να ξαναπαραχωρήαει σ' αυτούς τους ημιφεουδαρχι-
κούς αυθέντες την αποφασιστική επιρροή πάνω στο κράτος, που
είχαν στη διάρκεια της "φιλελεύθερης" περιόδου. To φασιστικό
κόμμα υπήρξε κοα παρέμεινε το κόμμα του εκσυγχρονισμένου
Βορρά. [...] Ο φασιομός συνέτριψε την επιρροή των καθυστερη-
μένων φεουδαρχικών κύκλων του κέντρου κοα του νότου της Ιτα-
λίας. Για τους αγροτιστές και τους τοπικούς δυνάστες του Νό-
του, αυτό ήταν το μικρότερο κακό: διαισθάνονταν, προφανώς, ό-
τι μεγαλύτερο κακό ήταν η κόκκινη επανάσταοη, και γι' αυτό υ-
ποστήριξαν τον φασισμό. Αλλά παράλληλα, ήξεραν ότι με την ά-
νοδο του φασισμού θα έχαναν την παλιά τους βασιλεία».
Αναμφίβολα αυτός είνοα ένας από τους λόγους που το Λαϊκό Κόμ-
μα ακολουθεί για μεγάλο διάστημα πολιτική αντίθεσης προς τον φα-
σισμό. Τέλος, πολύ περισσότερο από τους «ημιφεουδάρχες» αγροτιστές
του Νότου, ο φασισμός υποστηρίζεται από τους «καπιταλίατες» γαιο-
κτήμονες και τους μεγάλους καλλιεργητές του Βορρά και του Κέ-
ντρου: ο «αγροτικός φασισμός» ουγκεντρώνεται στην κοιλάδα του Πά-
δου, οτην Εμίλια κοα την Τοσκάνη.6
Μονολότι ο φασιομός με την οικονομική πολιτική του παρεμβούνει μαζικά υπέρ της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου κοα της οικονομι-κής κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου πάνω οτο μεσαίο, τούτη η πο-ρεία είναι πιο μεγάλη. Δεδομένης της οικονομικής αδυναμίας του με-γάλου ιταλικού κεφαλαίου, ο φασισμός είναι υποχρεωμένος, για μεγά-λο διάστημα, να λογαριάζει πολύ περισσότερο απ' ό,τι ο ναζισμός τα οικονομικά συμφέροντα του μεοοάου κεφαλοάου και, συνακόλουθα, τα συμφέροντα της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών (είναι η πρώτη περίοδος του φασιομού, περίοδος «οικονομικού φιλελευθερισμού»).

6. Οι αντιφάσεις μεταξύ «ημιφεουδαρχών» γαιοκτημόνων του Νότου και μεγάλων καπιταλιστών γοαοκτημόνων εκδηλώνοντοα, κατά τη διαδικασία εκφασιομού, με την ευκοαρία της δασμολογικής προστασίας των δημητρια-κών. Πραγματικά, οι «ημιφεουδάρχες» γαιοκτήμονες ενδιαφέροντοα κνρίως για την άνοδο των τιμών του σπόρου (δασμολογική προστασία), ενώ οι κα-πιταλιοτές γαιοκτήμονες ενδιαφέρονται κνρίως για την πρόσοδο και τα μι-σθώματα γης.
Η ΙΤΑΛΙΑ
133
β) Μεγάλο κεφάλαιο και μεγαλογαιοκτήμονες
Στο πλαίσιο του ιταλικού φασισμού, το πρόβλημα των σχέοεων μεγά-λου κεφαλαίου κοα μεγάλης γαιοκτησίας θέτει ένα πρόβλημα κεφα-λοαώδους θεωρητικής και πολιτικής οημασίας: το πρόβλημα των οχέ-σεων μεταξύ δύο τρόπων παραγωγής που «συνυπάρχουν» -ανάμικτα-: δηλαδή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, πον έχει όμως ήδη μπει στη μεταβατική φάοη προς την επικράτηαη τον μονοπωλιακού καπααλιομού, και του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, κυρίαρχου ατην νποαθρο. Ξέρουμε πως το πρόβλημα συζητιέτοα σήμερα σε μεγά-λη έκταοη, αναφορικά με τον Τρίτο Κόσμο και ειδικότερα τη Λατι-νική Αμερική.
Πραγματικά, οι σχέοεις μεταξύ μονοπωλιακού καπιταλισμού και μεγάλης γαιοκτησίας διαφέρουν σημαντικά σε σύγκριαη με τις οχέσεις προμονοπωλιακού (ανταγωνιστικού) καπιταλισμού κοα μεγάλης γαιο-κτησίας. Στην τελευταία περίπτωαη μπορούμε, μερικές φορές, να μι-λάμε για «συνύπαρξη» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), κυρίαρχου στο βιομηχανικό τομέα, και του φεουδαρχικού τρόπου πα-ραγωγής, κυρίαρχου, ακόμη, στην ύποαθρο.7 Αλλά ο όρος «συνύπαρ-ξη» δεν μπορεί να προσδιορίαει επαρκώς τις σχέσεις κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού οτο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματι-σμού. Κι αυτό, γιατί αυτή η επικράτηση υποδηλώνει ταυτόχρονα την εξασφάλιση των όρων της διευρυμένης αναπαραγωγής του ίδιου του ΚΤΠ. Η εμπέδωση του μονοπωλιακού καπιταλισμού υποδηλώνει επί-σης, με συναφή τρόπο, όχι απλώς την επικράτηση του ΚΤΠ πάνω στο φεουδαρχικό, αλλά κοα την κατάλυοη του τελευταίου. Ο φεουδαρχι-κός τρόπος παραγωγής επιζεί στο εξής μόνο με τη μορφή υπάλληλων στον ΚΤΠ στοιχείων, σ' έναν κοινωνικό σχηματιαμό δηλαδή όπου «συ-νυπάρχουν» στην κυριολεξία μόνον διάφορες μορφές του ΚΤΠ (αντα-γωνιοτική, μονοπωλιακή).8
7. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως οι δύο τρόποι παραγωγής μένουν α-διαπέραστοι: «συνύπαρξη» μπορεί, οε οριαμένες περιπτώσεις, όπως η ιταλι-κή, να επιτρέψει τη διείσδυση του καπιταλισμού στην ύπαιθρο κάτω από την κυριαρχία του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής. To υπογραμμίζω αυ-τό λόγω του διφορούμενου του όρου «συνύπαρξη», όρου σχετικά περιγρα-φικού, που δεν μπορεί να προσδιορίσει, με ακρίβεια τις αχέοεις μεταξύ των δύο τρόπων παραγωγής.
8. Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως ο όρος «συνύπαρξη», στην κυριολεξία του, δύο «τρόπων παραγωγής» σ' έναν κοινωνικό οχηματισμό, θα έπρεπε να διατηρηθεί μόνο για τις περιόδους μετάβασης από έναν τρόπο παραγω-γής σ' έναν άλλο (και υπό τον όρο ότι προσδιορίζουμε τον τρόπο παραγω-
134
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
Η Ιταλία μας προσφέρει ένα χαρακτηριοτικό παράδειγμα γι' αυτό το θέμα. Με τον πρώιμο σχηματισμό του μεγάλου χρηματιστικού κε-φαλαίου, πριν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, αντιμετω-πίζουμε πραγματικά μια μετάβαση προς την επικράτηοη του μονοπω-λιακού καπιταλισμού, ενώ, αντίθετα στη γερμανική περίπτωση, ο φε-ουδαρχικός τρόπος παραγωγής επικρατούσε ακόμη στις παραγωγικές σχέσεις της υποάθρου. Ο ρόλος του φαοισμού -μάχη του σπόρου, βελ-τίωση της γης, εκμηχανισμός, τροποποίηοη του καθεστώτος των αγρο-μισθώσεων, μετατροπή των μικρών καλλιεργητών σε εργάτες χης κ.λπ- ήχαν ακριβώς να στερεώσει την κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλιομού και του μεγάλου κεφαλοάου, εξαλείφοντας τον καθαυτό φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής από τη γεωργία.9
Έτσι, μέσα από τις αντιφάσεις της διαδικασίας αυτής, οι σχέσεις του ιταλικού φασισμού με τη μεγάλη γοαοκτησία είνοα διαφορετικές από τις σχέσεις που διαμορφώνοντοα μεταξύ ναζισμού και μεγάλης γοαοκτησίας, και ειδιχότερα με τα τμήματά της εκείνα που διατηρού-
γής, όπως έχω κάνει στο βιβλίο μου Pouvoir politique..., σ. 10, ως σύνολο επιπέδων). Η «συνΰπαρξη» του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε ορι-ομένες περιπτώσεις της περιόδου του ανταγωνιστικού καπιταλισμού προκύ-πτει ουνεπώς από το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπί-ζουμε μια περίοδο που φέρνει ακόμα έντονα τα χαρακτηριστικά της μετά-βασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Από την άλλη μεριά, η προο-δευτική κατάργηοη του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής στη φάοη της με-τάβασης προς το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, προέρχετοα από το γεγονός ότι το στάδιο τούτο συνεπάγετοα εξασφάλιοη των όρων της διευρυμένης αναπαραγωγής του ΚΤΠ. Η κατάργηση δεν υπονοεί άλλωστε διόλου ότι ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής εξαφανίζετοα από τον κοι-νωνικό σχηματισμό, αλλά ότι δεν υπάρχει στο εξής παρά μόνον ως απλή μορφή παραγωγής και ως απλά «στοιχεία» - που αναφέρονται επίσης και στο εποικοδόμημα.
9. To ζήτημα προκύπτει ουσιαστικά από τις σχέσεις παραγωγής. Θα πε-ριμένουμε, λοιπόν, για να καταδείξουμε και να θεμελιώσουμε αυτό το ση-μείο, το κεφάλοαο για τον «φασισμό και την ύπαιθρο» (παρακάτω). Ωστό-αο, ας επισημάνουμε από τώρα ότι το ζήτημα τούτο, επειδή ακριβώς προ-κύπτει από τις σχέσεις παραγωγής, δεν εξαρτάται από τις νομικές μορφές ιδιοκτησίας της γης. Όπως έδειξε ο Λένιν, η διείσδυση του καπιταλιομού στην ύπαιθρο δεν ακολουθεί υποχρεωτικά τον ιστορικό «δρόμο» της δια-νομής των γαιών - κατά το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης. Μπο-ρεί κάλλιστα να ακολουθήοει τον «πρωοικό δρόμο» (πολύ πιο αποτελεσμα-τικό), κοα να ολοκληρωθεί κάτω από τη νομική μορφή της μεγάλης γαιο-κτησίας. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους δρόμους που, για πολιτικούς λόγους, ακολούθησε ο ιταλικός φασισμός.
Η ΙΤΑΛΙΑ
135
σαν ακόμη στη Γερμανία φεουδαρχικά χαρακτηριστικά Ο ιταλικός φασιομός επιβάλλει στη γοαοκτηοία την οτροφή προς τον καπιταλι-ομό. Σ' αυτήν τη συγκυρία, η αντίφαοη μεταξύ αγροτιστών και μεγά-λου κεφαλαίου οξύνεται με πολύ σοβαρότερο τρόπο απ' όσο στη Γερ-μανία, όπου οι αγροτιστές είχαν ήδη, πριν από το ναζιομό, πάρει το δρόμο του καπιταλισμού.
Πραγματικά, δι,απιατώνουμε από τη μια μεριά ότι στην Ιταλία η μαζική διείσδυση του καπιταλισμού οτη γεωργία έχει θεαματικά απο-τελέσματα: συγκεκριμένα η παραγωγή δημητριακών, μονίμως ελλειμ-ματική στην Ιταλία, περνά σε απόδοση από 10,5 στατήρες ανά εκτά-ριο το 1909-1915 σε 15,2 στατήρες ανά εκτάριο το 1932• η συγκομι-δή περνά από 4,85 εκατομμύρια τόνους το 1909-1913 οε 7,59 το 1935-1939, πράγμα που εξααφαλίζει την εθνική κατανάλωση. Αξιοση-μείωτες προόδους συναντάμε επίσης στα λαχανικά και τα φρούτα.
Διαπιοτώνουμε, όμως, από την άλλη μεριά ότι η οικονομική κυ-ριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στη μεγάλη γαιοκτηοία γίνεται πιο εντατική. Η αναλογική ουμμετοχή της βιομηχανίας στο εθνικό προϊόν περνά από 25,3% το 1921, σε 31,8% το 1929 και σε 34,1% το 1940, ενώ της γεωργίας, για τις αντίστοιχες περιόδους πέφτει, από 46,3% σε 38,4% και σε 29,4%.10 Η χρησιμοποίηση χημικών λιπασμά-των, που οχεδόν διπλαοιάζεται μεταξύ 1922 και 1931, ωφελεί μαζικά το μεγάλο κεφάλαιο (ιδιαίτερα την Montecatini). To ίδιο συμβοάνει με τον εκμηχανιομό (6.000 τρακτέρ το 1924, 41.000 το 1940), δεδομένου του υψηλού βαθμού συγκεντροποίησης α' αυτόν τον κλάδο της βιομη-χανίας." Αν ο ρυθμός ανάπτυξης του κεφαλαίου, μεταξύ 1920 κοα 1939, είναι 1,50 στη γεωργία (1,35 για την περίοδο 1894-1913), στη βιομηχανία είναι 2,58 (1,65 για την περίοδο 1894-1913),12 πράγμα που δείχνει την αναλογική πτώση της γαιοπροσόδου οτην κατανομή της συνολικής υπεραξίας. To ψαλίδι μεταξύ βιομηχανικών και αγροτικών τιμών ανοίγει. Μέσα σ' αυτήν την ιδιαίτερα έντονη αντίφαση μεγάλης γαιοκτησίας/μεγάλου κεφαλαίου, ο φασισμός βρίσκεται πολύ πιο κο-ντά στο μεγάλο κεφάλαιο απ' ό,τι ο ναζισμός, ο οποίος δεν προοέ-κρουσε σ' αυτήν την αντίφαση με τέτοια μορφή.
Όμως, ούτε η Διεθνής ούτε το Ιταλικό Κομμουνιοτικό Κόμμα διέ-γνωοαν οωοτά τούτο το φοανόμενο, τουλάχιστον σ' όλες του τις πλευ-
10. R. Romeo, ό.π., σ. 136, 191• S.J. Woolf, στο S.J. Woolf (επιμ.), «Did a Fascist...», άπ, 1969, σ. 119 κ.ε.
11. A. Giacomo, άρθρο στο L'Economia italiana dal 1861 al 1961, 1961, ο. 146.
12. Barberi, ibid, ο. 676.
136
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
ρές. Η Διεθνής, καταρχήν, κάτω από την αυθεντία του προέδρου της Ζινόβιεφ -έκθεση στο 4ο Συνέδριο- θεώρησε ότι ο ιταλικός φασισμός ήταν η βασική έκφραση όχι του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά της μεγάλης γαιοκτηοίας, «φεουδαρχικής» ή «ημιφεουδαρχικής»: «OL φασίοτες είναι πρώτα απ' όλα όπλο οτα χέρια των αγροτιατών: η εμπορική και βιο-μηχανική αστική τάξη παρακολουθεί κατατρομοκρατημένη αυτήν την ε-μπειρία της αντίδρασης, την οποία θεωρεί μαύρο μπολοεβικιαμό».13 Αυ-τό προσέφερε ευνοϊκό έδαφος για όλες τις λαθεμένες ερμηνείες του φα-σισμού, που τον θεώρησαν πολιτικό φαινόμενο χαρακτηριστικό εκείνων των κοινωνικών σχηματισμών όπου δεσπόζει ο αγροτικός τομέας: άπο-ψη που, κοντά στ' άλλα, οφείλεται κοα στο χαρακτηρισμό του φασισμού σαν φαινομένου «καθυστέρησης» και «οπισθοδρόμησης».
Πιο ενδιαφέρουσα από πολιτική σκοπιά είνοα η ερμηνεία του Ιτα-λικού Κομμουνιστικού Κόμματος για τον φασισμό που διατύπωσε στο ουνέδριο της Λυόν (1926) αλλά και μετά το 1928. Με λίγα λόγια το ΙΚΚ θεώρησε ότι ο φααισμός αντιπροσωπεύει αδιακρίτως τα συμφέρο-ντα του κεφαλαίου και των μεγάλων γαιοκτημόνων, χωρίς να μπορεί πάντα να προαδιορίζει την ηγεμονιακή δνναμη -το μεγάλο κεφάλαιο-αντής της ουμμαχίας, ούτε ης αιτίες και τις μορψές της ηγεμονίας.
Αυτό είνοα ολοφάνερο στις θέσεις της Λυόν (1926). Μολονότι έρ-χονται σε αντίθεση με την άποψη του Ζινόβιεφ, ωστόσο δηλώνουν ό-τι ο φασισμός «προτίθεται να πραγματοποιήσει την οργανική ενότη-τα» των κυρίαρχων τάξεων, χωρίς να προσδιορίζετοα κάτω από ποια ηγεμονική δύναμη θα πραγματοποιηθεί η ενότητα τούτη. Δεν γίνεται έτσι, αντιληπτό ότι ο φασισμός αποκρυσταλλώνει μια σημαντική αλλα-γή των σχέσεων μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου κοα αγροτιστών:
«Στην ουοία, ο φαοισμός δεν τροποποιεί το πρόγραμμα ουντή-ρησης κοα αντίδρασης που πάντα δέσποζε στην ιταλική πολιτική, αλλά απλούοτατα συλλαμβάνει διαφορετικά τη διαδικασία ενο-ποίησης των αντιδραστικών δυνάμεων». Έτσι, έχουν στην ουσία τα πράγματα την εποχή εκείνη κοα για τον Τολιάτι:
«Επιβεβαιώνετοα οριστικά ότι ο φασιομός είναι κέντρο πολιτικής ενότητας όλων των ηγετικών τάξεων: χρηματιστικό κεφάλοαο, με-γάλη βιομηχανία, αγροτιστές».14
13. Ομιλία του Ζινόβιεφ που έχει ήδη μνημονευτεί (βλ. επίσης σχετικά μ' αυτήν την ερμηνεία, D. Desanti, UInternationale communiste, 1970, σ. 113). Η άποψη αυτή εκφράστηκε εκτεταμένα, όπως θυμόμαστε, στην 9η Ολομέλεια του 1929.
14. P. Togliatti: «A proposito del fascismo», κείμενο του 1928, ανατυπω-μένο οτην Societa, αρ. 4, 1952 (βλ. επίοης πιο κάτω, υποσημείωση 17). Μο-
Η ΙΤΑΛΙΑ
137
Ποια είναι η άποψη που στηρίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό; Πρό-
κειται για μια συμμαχία μονοπωλι,ακού κεφαλαίου και μεγάλης εγγείου
ιδιοκτηοίας μόνιμου φεονδαρχικού χαρακτήρα, συμμαχία στην οποία,
κάτω από τον ιταλικό φασισμό, ο μονοπωλιακός καπχταλισμός ανα-
πτύσσετοα οε συνθήκες «συνύπαρξης» με τις φεουδαρχικές δομές της
γεωργίας. Όπως το διατύπωσε πρόσφατα ακόμα ο Ε. Σερένι (Serreni):
«Η σοσιαλιστική επανάσταση [...] θα πρέπει να επιφέρει τον με-
τασχηματισμό των καπιταλιστικών δομών βάσης, οι οποίες ανα-
πτύχθηκαν στη χώρα μας με τη γέννηση των νέων μορφών του
μονοπωλιακού καπιταλισμού, μπολιαομένες οτον παλιό φεουδαρ-
χικό κορμό, και τις οποίες η ανατροπή της φασιστικής δικτατο-
ρίας δεν κατάφερε να καταλύσει».15
λονότι θ' αναγκαστώ να σχηματοποιήσω τα πράγματα μπορούμε να χαρά-ξουμε τις γενικές γραμμές της άποψης του ΙΚΚ για τον φασισμό (μέχρι το 1928) με τον ακόλουθο τρόπο: Σ' ένα πρώτο στάδιο, οι αναλύσεις επιμέ-νουν ατη σχέοη του φααισμού με το σύνολο των κυρίαρχων τάξεων. Αλλά, ενώ ο Μπορντίγκα, όπως είδαμε, βλέπει στον φασισμό τον προνομιούχο εκ-πρόσωπο της «πλέον προηγμένης» αστικής τάξης, ο Γκράμσι, αντίθετα, πλησιάζει τον Ζινόβιεφ και βλέπει στον φασισμό την έκφραση και την α-ντίδραση των αγροτιστών (και της μικροαστικής τάξης). Επισημοάνουμε λοι-πόν, με την ευκαιρία, ότι έχει τελείως άδικο ο Τολιάτι όταν αποδίδει στον Μπορντίγκα την άποψη ότι ο φασιαμός είναι εκπρόσωπος των αγροτιστών (Lezioni sulfascismo, ό.π.). Αλλωστε η ίοια παρέμβαοη του Μπορνύγκα οτο 4ο Συνέδριο που ήδη αναφέραμε δεν επέτρεψε να εμφανιστεί στις «Απο-φάοεις» του Συνεδρίου η άποψη του Ζινόβιεφ, την οποία επαναλαμβάνει η Διακήρυξη της Διεθνούς στο ιταλικό προλεταριάτο, στις 20 Νοεμβρίου 1922. Ο Μπορντίγκα επανέλαβε τις απόψεις του οτην έκθεσή του για τον φασισμό στο 5ο Συνέδριο (στο Protokoll..., ό.π., σ. 715 κ.ε.). Αλλά ας επι-στρέψουμε οτην εξέλιξη του ΙΚΚ: Στις Θέσεις της Λυόν (εμπνευσμένες α-πό τον Γκράμσι), η τοποθέτηση, όπως κοα εκείνη του Γκράμοι, αλλάζει. Ο φασισμός δεν θεωρείτοα πλέον προνομιούχος εκπρόσωπος των αγροτιστών, αλλά, ωστόσο, OL τελευταίοι τοποθετούνται οτην ίδια μοίρα με τα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης. Πραγματικά, αν τονίζετοα ο καπιταλιστικός χαρακτήρας του ιταλικοΰ κοινωνικού σχηματισμού, OL Θέσεις επιμένουν, πάνω οτην «ετερογένεια» των «δυό τομέων» στην Ιταλία, και πουθενά δεν φωτίζεται ο ηγεμονιακός, οτο εξής, ρόλος του μεγάλου μονοπωλιακού κε-φαλαίου («Tesi sulla situazione italiana...», στο Trent'anni di vita e di lotte del PCI, 1952). Νομίζω λοιπόν πως o P. Spriano (Storia del partito communista italiano, 1967, τ. I, o. 493) κάνει λάθος όταν θεωρεί ότι οι αναλύσεις του Γκράμσι, και οι θέσεις της Λυόν, εμπεριέχουν ήδη τα ουσιαστικά οτοιχεία του ορισμού του Δημητρώφ για τον φασισμό.
15. «Antifascismo, democrazia, socialismo nella revoluzione italiana», Critica Marxista, Σεπτ.-Δεκ. 1966, σ. 28.
138
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
Πραγματικά, η ερμηνεία αυτή οδηγεί σ' ένα διαχωρισμό από τη μια της δημοκραηκής επανάστααης σε «φάσεις» -που μένει να πραγ-ματοποιηθεί- και από την άλλη της σοσιαλισηχής επανάστασης. Η ερ-μηνεία συνεπάγετοα ότι για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, αποατούνται συμμαχίες που εκτείνονται ώς τη μεοαία αστική τάξη κι έχουν για κοινό σκοπό την κατάλυση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής που τάχα υπάρχει ακόμα στην ΰπαιθρο. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι η θέση τούτη της «συνύπαρξης» ενός μονοπωλιακού καπιταλισμού κυρίαρχου και του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής υποβόσκει σε άλλες συνθή-κες στις σημερινές αναλύσεις των κομμουνιστικών κομμάτων της Λα-τινικής Αμερικής: Τα κόμματα εδώ, προπαγανδίζουν έναν αγώνα ενα-ντίον των δικτατορικών μορφών μέσω συμμαχιών με το μεσαίο κεφά-λαιο -που βαφτίζεται, για την περίσταση, «εθνική αστική τάξη»-, με σκοπό την κατάλυση της «φεουδαρχίας», και προεικονίζουν μια «ε-θνική δημοκρατική επανάσταση» που θα προηγηθεί της σοσιαλιστικής.
Όσο για τον ιταλικό φασισμό, το πρόγραμμα των συμμαχιών ε-φαρμόστηκε από το ΙΚΚ με το «αντιφασιστικό μέτωπο». Η θέση για «τα φεουδαρχικά κατάλοιπα» ενισχύει εδώ τη γραμμή σχετικά με τις συμμαχίες που πρόβλεπε ο Δημητρώφ. Η ίδια γραμμή επιπλέον επι-καλείτοα ακόμη και τον Γκράμσι στηριζόμενη στις θέαεις του για το Risorgimento, που το θεωρεί (ο Γκράμοι) ως «επανάσταση» που χά-θηκε, γιατί επέτρεψε (αντίθετα από τη Γαλλική Επανάσταση) να δια-τηρηθεί η μεγάλη γαιοκτησία κοα συνακόλουθα η φεουδαρχία. Ο Γκράμσι αντιλαμβανόταν κυρί,ως τη διείσδυση του καπιταλισμού στη γεωργία σύμφωνα με το γαλλικό πρότυπο, δηλαδή διανομής των με-γάλων φεουδαρχικών κτημάτων.16 Έτσι, κατά κάποιον τρόπο βγαίνει το συμπέρασμα ότι η διατήρηση της μεγάλης ιδιοκτηοίας οημαίνει αυ-τόματα διατήρηση της φεουδαρχίας, άρα η προσπάθεια συνίοτατοα στο να περατωθεί η επανάσταση και η «εθνική ενότητα» που δεν πέ-τυχε το Risorgimento.
Αλλά πρόκειτοα εδώ για ένα τεράστιο μπέρδεμα, κι όχι το μόνο, που γίνεται ακόμα γύρω από τον Γκράμσι. Είναι αλήθεια ότι ο Γκράμ-σι μοιάζει να παραγνωρίζει τις επιπτώσεις του μονοπωλιακού καπιτα-λισμού στη γεωργία- είναι επίσης αλήθεια ότι ο ίδιος υποστηρίζει τη θέση ότι ο ιταλικός φαοισμός είνοα ο εκπρόσωπος του συγκροτήμα-
16. Στην πραγματικότητα, αν αληθεύει ότι μέχρι την επικράτηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, οι φεουδαρχικοί χαρακτήρες παραμένουν κυ-ριαρχικοί ατην ιταλική γεωργία, αυτό δεν συμβαίνει, όπως νόμιζε ο Γκρά-μσι, επειδή δεν μοιράοτηκε η γη, αλλά λόγω των ίδιων των μορφών των παραγωγικών οχέσεων ατην ύπαιθρο.
Η ΙΤΑΛΙΑ
139
τος κεφάλαιο-αγροτιστές, χωρίς να διακρίνει καθαρά την ηγεμονική δύναμη αυτού του μπλοκ. Από την άλλη μεριά όμως, ο Γκράμαι πο-τέ δεν ξέφυγε από μια γραμμή συμμαχίας του προλεταριάτου του Βορρά με τη φτωχή αγροτιά του Νότου, εναντίον των αγροτιστών και του ουνόλου της αοηκής τάξης.11
γ) Η κρίση και η πολιτικοϊδεολογική διαδικασία
Σχετικά με τη διαδικασία εκφασισμού στο επίπεδο της πολιτικής πά-λης στην Ιταλία, διαπιστώνουμε γνωρίαματα, κοινά με την αντίστοιχη
17. Οι αντιφάσεις που εξηγούν και αντανακλούν τούτο το μπέρδεμα εί-ναι φανερές σε διαδοχικά κείμενα του Τολιάτι για τον φασισμό. To κείμε-νό του του 1923, που έχει αναφερθεί, εκφράζει ακόμη την άποψη του Γκράμσι και των Θέσεων της Αυόν, ότι δηλαδή ο φασιομός είναι «ενιαίο μέτωπο» και «οργανική ενότητα» του συνόλου της αστικής τάξης και των αγροτιστών. Η άποψη αυτή, αν και της διαφεύγει το πρόβλημα της ηγεμο-νίας του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου, της ανήκει ωοτόσο η αξία ό-τι επιμένει στη σχέση του φασισμού με το αννολο της ααηκής τάξης (συ-μπεριλαμβανομένου του μεσαίου κεφαλαίου). Στα Μαθήματά του για τον φασισμό (Lezioni sulfascismo, ό.π.) του 1935 ο Τολιάτι κάνει μια αυτοκρι-τική και υιοθετεί τον ορι,σμό που έδωσε η 13η Ολομέλεια της Διεθνούς για τον φαοισμό και τον οποίο θα καθιερώοει ο Δημητρώφ. Ωστόσο, αν ο Το-λιάτι αποκλείει έτσι, χωρίς να το διατυπώνει όμως καθαρά, το μεοαίο κε-φάλαιο (τη «φιλελεύθερη αοτική τάξη») από το φασιστικό μπλοκ, φαίνεται ότι διατηρεί την άποψη του Γκράμσι για τους αγροηοτές. Πραγματικά, ο Τολιάτι, ενώ επιμένει, αυτήν τη φορά, οτον πολύ προηγμένο και συγκε-ντρωτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού στην Ιταλία κοα οτον ηγεμονικό ρό-λο του μονοπωλιακού καπιταλισμού -πράγμα που δεν είχε γίνει προηγού-μενα-, ταυτόχρονα ωστόσο, διατηρεί τη διάκριση των «δύο τομέων» (ένας καπιταλιστικός τομέας με μονοπωλιακό χαρακτήρα, ένας αγροτικός τομέας πολύ καθυστερημένος, δηλαδή φεουδαρχικός), χωρίς να βλέπει τη διείοδν-ση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη γεωργία (ibid., σα. 10-11). Στο ε-ξής, η θέση για τα «φεουδαρχικά κατάλοιπα» σε ολοφάνερη συνέχεια με τις προηγούμενες αναλύσεις αλλάζει ολότελα λειτουργία: θα ενισχύει απο-κλειστικά τη στρατηγική των συμμαχιών που προεικονίζει ο Δημητρώφ. Ας σημειώσουμε τέλος, σχετικά με τον Γκράμοι ότι επέμενε πραγματικά στην αναγκοαότητα να χτυπηθεί ο φαοισμός από μια «λαϊκή αντιφααιστική επα-νάοταση» αλλά αποκλειοτικά με την έννοια ότι εναντιώνονταν στην τακτι-κή που προπαγάνδιζε την εγκαθίδρυση της «δημοκρατίας των σοβιέτ» σαν άμεσο οτόχο της αντιφασιστικής πάλης και με την έννοια ότι προέβλεπε την αναγκαιότητα μεταβατικών στόχων. Ο Γκράμσι δεν υπήρξε τελικά οε καμιά περίπτωαη ο πρόδρομος του Δημητρώφ.
140
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΥΣΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
γερμανιχή διαδικασία, αλλά επίσης και γνωρίσμαχα διαφορετικά. Η ι-ταλική αστική τάξη πέτυχε, παρά την οικονομική αδυναμία της και αντίθετα με τη Γερμανία κοα την «εκ των άνω επανάσταση», να κα-θοδηγήσει πολιτικά τη διαδικασία της αστικής δημοκρατικής επανά-στασης (Risorgimento). Αλλά το κατάφερε με τίμημα σημαντικές πο-λιτικοοικονομικές παραχωρήσεις στη μεγάλη έγγειο ιδιοκτησία. Για να ολοκληρώσουμε, φαίνεται πως, μέσα στην εξέλιξη του μπιομαρκικού κράτους, που ωστόσο πραγματοποιήθηκε κάτω από τη διακνβέρνηση των ευγενών, οι Γερμανοί αγροτιστές κατείχαν λιγότερες πολιτικές ε-ξουοίες σε σχέση με τους αγροτιοτές της Ιταλίας, OL οποί,οι ευνοήθη-καν από την αποτυχία της εθνικής ενοποίησης κοα την πολιτικοδιοι-κητική διάκριση μεταξΰ Βορρά και Νότου. Άλλωοτε, μέσω τούτης της διαδικασίας πολιτικής καθοδήγησης κοα της συμμαχίας αστισμού-α-γροτιστών, το μεσούο κεφάλαιο κατάφερε, με τις πολιτικές του οργα-νώσεις -και κυρίως το Φιλελεύθερο Κόμμα- να κατακτήσει θέοεις L-σχύος μέσα οτο κράτος πολύ σπουδαιότερες από εκεί,νες που κατέκτη-σε το γερμανικό μεσαίο κεφάλαιο.
Στην ιταλική περίπτωση, μετά το 1920, παρατηρούμε και πάλι μια επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου που σκοπεύει την πολιτική του ηγε-μονία ατο πλοάσιο του άρχοντος συγκροτήματος. Η επίθεση καταφέρ-νει να κλονίσει στα σοβαρά την ηγεμονία του μεσούου κεφαλαίου, που είχε αποκαταοταθεί μετά τον πόλεμο, και εγκαινιάζει έτσι την περίο-δο της ηγεμονιακής αστάθειας. Μολονότι η επίθεση αυτή οφείλεται στους επίσημους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου [και ιδιούτερα της ομάδας Ορλάντο (Orlando)-lovvivo (8οηηίηο)-Σαλάντρα (Salan-dra)],18 ωστόσο, πραγματοποιείται βασικά από τους ίδιους τους πολι-τικούς εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλαίου, λόγω των ισχυρών πο-λιτικών θέσεων που OL τελευταίοι είχαν κατακτήσει. Εδώ βρίσκεται ό-λο το πρόβλημα της διαίρεσης των εκπροσώπων αυτών σε δύο βασι-κές ομάδες: αυτούς που ακολουθούν τον Νί,τι, ο οποίος προσεγγίζει όλο και πιο ανοιχτά το μεγάλο κεφάλαιο, και, αυτούς που ακολου-θούν τον Τζολίτι. Όσο για τον τελευτοάο, το μεγάλο κεφάλαιο τον κερδίζει επίσης λίγο λίγο, παρόλο που ακολουθεί μια πολιτική εμπνεό-μενη από τα συμφέροντα του μεοαίου κεφαλαίου - «ταξική συνεργα-σία» με την εργατική τάξη.19
Κι εδώ η επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου αποτυγχάνει σχετικά, λό-
18. L. Salvatorelli και G. Mira, Storia d'ltalia nel periodo fascista, 1964, σ. 115 κ.ε.• E. Santarelli, Storia del movimento e del regime fascista, 1967, τ. I., o. 167 κ.ε., 245 κ.ε.
19. A. Tasca, ό.π., a. 79 κ.ε.
Η ΙΤΑΛΙΑ
141
γω της αντίστασης του μεσούου κεφαλαίου και των αγροτιοτών. Οι τελευταίοι υπό την ηγεσία του μεσαίου κεφαλοάου, συνεχίζουν να δια-τηρούν τις πολιτικές κατακτήσεις τους, ελέγχοντας ένα πραγματικό κράτος εν κράτει στο Νότο. Ανησυχούν για την προσέγγιση εθνικι-στών και μεγάλου κεφαλαίου, αλλά και για τη διάβρωση του κόμμα-τος των «φιλελευθέρων» από το μεγάλο κεφάλοαο.20 Η αντίστασή τους εκδηλώνεται κοντά στ' άλλα κοα μέσα από τον πολιτικό ρόλο του Λαϊκού Κόμματος, που εί,ναι κόμμα καθολικό ετερόκλητης σύνθεσης (ουναντάμε κοα φτωχούς αγρότες σ' αυτό). Αντιπροσωπεΰει όμως κα-τά βάθος τα συμφέροντα της μεγάλης ιδιοκτησίας. To κόμμα τούτο συγκεκριμενοποιεί ουσιαστικά την αντίσταση των γαιοκτημόνων οτη διάβρωοη των εκπροσώπων του μεσαίου κεφαλαίου από το μεγάλο: η ηγεμονία του μεσαίου κεφαλαίου άφηνε ανέπαφη την πολιτική εξου-οία τους στο Νότο. Χάρη ο' αντό το δισυπόστατο, η πολιτική του Λαϊκού Κόμματος του Ντον Στούρτζο (Stunzo) κατάφερε μερικές φο-ρές να εμφανιατεί ως «προοδευτική».21
20. U. Terracini, «La situation italienne», οτο Imprekorr, γερμανική έκ-δοση, αρ. 216, Νοέμβριος 1922.
21. Στη διάρκεια της διαδικασίας εκφασισμού το Λαϊκό Κόμμα συχνά βρίσκετοα στην κυβέρνηση πλάι στους εκπροσώπους του μεσαίου κεφαλοάου, δείγμα της προσέγγισης, που προαναφέρθηκε, μεταξϋ αγροτιατών και με-σαίου κεφαλαίου εναντίον του μεγάλου. Αλλά δεν διστάζει επίσης να κατα-ψηφίζει μαζί με τους σοσιαλιστές, την κυβέρνηοη (περίπτωση πρώτης κυβέρ-νησης Φάκτα, Ιοϋλιος 1922) πράγμα που είνοα ανύδραση στη «διάβρωση» για την οποία συζητάμε (A. Repaci, άρθρο στο Fascismo e antifascismo: lezionie testimonianze, o. 128 κ.ε., αλλά κυρίως G. Salvemini, Le origini del fascismo in Italia, 1966, o. 140 κ.ε.). O Σαλβεμίνι πολύ σωοτά σημειώνει α-πό τη μια μεριά ότι το Λαϊκό Κόμμα, εξαιτίας της λαϊκής βάσης του στην ύπαιθρο (το 1920, από τα 1.189.000 μέλη των καθολικών συνδικάτων τα 945.000 ανήκαν στις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου), κοα μέσα στο πλαίοιο της ιταλικής κρίσης, υποστηρίζει, λαϊκά οατήματα, πράγμα που το διακρίνει από τις προπολεμικές καθολικές οργανώσεις. Από την άλλη μεριά, όμως, σημειώ-νει: «αλλά το κόμμα έσερνε το βάρος όλων των συντηρητικών, οι οποίοι στην προπολεμική περίοδο, είχαν τον έλεγχο της ιταλικής πολιτικής ζωής [...] είχαν την υποστήριξη του Βατικανού. Ήταν αριστοκράτες, μεγάλοι γαιοκτήμονες κοα άλλες επίσημες προαωπικότητες...» (σ. 146). Οι αγροτι-οτές καθορίζουν τελικά τη γενική πολιτική του κόμματος: συναντάμε εδώ ένα τυπικό φαινόμενο «φεουδαρχικού οοσιαλισμον» που επεσήμανε ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Μανιφέατο, ιδεολογίας δηλαδή που χρησιμοποιείτοα α-πό τους αγροτιοτές για να κερδίσουν την υποστήριξη των λαϊκών μαζών εναντίον του κεφαλαίου. Η «αντίθεση» του Λαϊκοΰ Κόμματος ατον φαοι-ομό οφείλεται ουαιαστικά οτην αντίφαση αγροτιοτών-μεγάλου κεφαλαίου.
142

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου